Α. Α. Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4377/23, 29/1/2026
print
Τίτλος:
Α. Α. Ε. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4377/23, 29/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.4377/23

 

29 Ιανουάριου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α. Α. Ε.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Χ. Σιαηλής, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Κα Θ. Παπανικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 25/10/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και περαιτέρω αιτείται απόφασης δια της οποίας να παραχωρείται σ’ αυτήν «το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα και/ή συμπληρωματικής προστασίας και ότι δικαιούται μέχρι τελικής εκδικάσεως της Προσφυγής της να διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 11/07/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 21/07/22 (ερ.1-3, 60).

Στις 21/09/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.40-60). Μετά το πέρας των συνεντεύξεων ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 03/10/23 απορρίφθηκε το αίτημα για διεθνή προστασία (ερ.78-90).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε διά χειρός 25/10/23, μαζί με την αιτιολογία αυτής, και της μεταφράστηκε στην μητρική της γλώσσα (ερ.91, 3).

Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει βρισκόταν σε κίνδυνο εξαναγκαστικού γάμου, όμως – ως αναφέρει – κατάφερε να διαφύγει από τη ΛΔΚ πριν το γάμο. Η αιτήτρια έχασε τον πατέρα της όταν ήταν 8 ετών, η μητέρα της ήταν επιχειρηματίας και λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της (αιτήτριας) γνώρισε άλλον άνδρα, τον οποίον παντρεύτηκε και άρχισαν να μένουν όλοι μαζί. Η μητέρα της ταξίδευε συχνά λόγω του επαγγέλματος της και έστελνε την αιτήτρια σε μια φίλη της για να πάρει ορισμένα χρήματα. Μια μέρα η μητέρα της έφυγε και δεν τη βρήκαν ποτέ. Έκτοτε η αιτήτρια διέμενε με τον πατριό της, ο οποίος την ανάγκασε να πωλήσει «πράγματα». Η μητέρα τους, ως αναφέρει η αιτήτρια, τους έλεγε ότι για να είναι χρήσιμοι θα πρέπει να σπουδάσουν. Ο πατριός της άρχισε να την κακομεταχειρίζεται. Η αιτήτρια πήγε σε μια φίλη της μητέρας της και της ζήτησε να μείνει εκεί όμως αυτής της είπε ότι αυτό δεν είναι εφικτό και της βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ.

Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή, μέχρι που έφυγε από τη ΛΔΚ, στην Kinshasa, μιλά αγγλικά, γαλλικά και Lingala, ο πατέρας της πέθανε ενόσω η αιτήτρια βρισκόταν στην ηλικία των 7-8 ετών, η μητέρα της αγνοείται από όταν η αιτήτρια ήταν 12 ετών και η ίδια ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ουδέποτε εργάστηκε στη χώρα της.

Κατά την ελεύθερη αφήγησή της η αιτήτρια δήλωσε ότι αφότου η μητέρα της την ξύπνησε και της είπε να πάει να βρει μια φίλη της και να της ζητήσει χτήματα ώστε να αγοράσει ψωμί, έφυγε για να πάει στη δουλειά της. Από τότε εξαφανίστηκε και η αιτήτρια έμεινε να ζει μόνο με το σύντροφο της μητέρας της, ο οποίος την κακομεταχειριζόταν. Η αιτήτρια, ως ανέφερε, αναγκάστηκε να σταματήσει τη φοίτησή της σε ιδιωτικό σχολείο και άρχισε να φοιτά σε δημόσιο.  Ακόμη, το πρόσωπο αυτό, την ανάγκασε να παρατήσει το διάβασμα και να ασχοληθεί με την «πώληση πραγμάτων». Ακολούθως η αιτήτρια ρώτησε τη φίλη της μητέρας της μήπως μπορούσε να μείνει σπίτι της και αυτή αρνήθηκε, αφού, όπως της ανέφερε, θα έθεταν τις ζωές τους σε κίνδυνο. Έπειτα, ο σύντροφος της μητέρας της αιτήτρια, ήθελε αυτή να παντρευτεί έναν πλούσιο φίλο του. Η αιτήτρια αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις του, στράφηκε προς τη φίλη της μητέρας της, που υποσχέθηκε ότι θα τη βοηθούσε. Με το που επέστρεψε σπίτι, η κατάσταση χειροτέρεψε, αφού έμαθε ότι ο σύντροφος της μητέρας της έλαβε χρηματικό ποσό από το φίλο του στα πλαίσια συναλλαγής για τον γάμο της αιτήτριας. Παράλληλα ο σύντροφος της μητέρας της άρχισε να την απειλεί ότι αν δεν πάει να μείνει στο φίλο του, θα τη σκοτώσει. Η αιτήτρια, ζήτησε από τη φίλη της μητέρας της να την κρύψει σπίτι της. Αυτή αρνήθηκε μεν, όμως κανόνισε το ταξίδι της αιτήτριας στην Κύπρο. 

Στις διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν η αιτήτρια πρόβαλε ότι αν επέστεφε στη ΛΔΚ, θα δολοφονείτο από το σύντροφο της μητέρας της, στήριξε δε την πεποίθηση της στο ότι τον θεωρούσε υπόλογο για το θάνατο της φίλης της μητέρας της. Ως ανέφερε η αιτήτρια, αφότου η ίδια έφυγε από τη χώρα καταγωγής της, πληροφορήθηκε μέσω ειδήσεων σε διαδικτυακή πλατφόρμα ότι η φίλη της μητέρας της, η οποία τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ, δολοφονήθηκε. Ερωτηθείσα αν υπήρχε βίντεο ή άρθρο του φόνου, απάντησε ότι δεν γνώριζε, αφού ο τρόπος με τον οποίο έμαθε για το γεγονός, της προκαλούσε μέχρι και εκείνη τη στιγμή ανατριχίλα. Καλούμενη να αναφέρει αν είχε κάποια πληροφορία ότι ο σύντροφος της μητέρας της σχετιζόταν με τον φόνο, απάντησε αρνητικά.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι ο σύντροφος της μητέρας της μετακόμισε στο στούντιο όπου ζούσαν η αιτήτρια και η μητέρα της όταν αυτή ήταν ηλικίας 10 ετών, τον ονομάτισε, και ανέφερε ότι, προτού εξαφανιστεί η μητέρα της, αυτός ασχολούνταν με τις πωλήσεις «πραγμάτων». Ερωτηθείσα ως προς το επάγγελμά του από τον καιρό που χάθηκαν τα ίχνη της και έπειτα, απάντησε ότι δεν γνώριζε και κληθείσα να αναφέρει πως γινόταν να έμενε μεν τόσα χρόνια μαζί του και να μην ήξερε το επάγγελμά του, η αιτήτρια ανέφερε ότι, εξ όσων γνώριζε, όποιος εργαζόταν έβγαινε έξω καθημερινά, όμως αυτός συνήθιζε να μένει σπίτι για 4 μέρες. Επιπλέον, ως ανέφερε, υπήρξε μάρτυρας όταν ο σύντροφος της μητέρας της απειλούσε άλλα άτομα και τους έλεγε ότι θα τους χτυπούσε, ότι θα τους σκότωνε και ότι δεν ήξεραν μέχρι που ήταν ικανός να φτάσει.

Ως ανέφερε περαιτέρω η αιτήτρια, η μητέρα της πήγαινε στην εργασία της με λεωφορείο και όταν η αιτήτρια και ο σύντροφος της μητέρας της μετέβησαν στον αστυνομικό σταθμό προκειμένου να καταγγείλουν την εξαφάνισή της, οι αρχές τους ανέφεραν ότι στο δρόμο όπου περνούσε το λεωφορείο, γίνονταν πολλά ατυχήματα και ότι θα το ερευνούσαν. Σε επόμενη ερώτηση πως γινόταν να συνέβη μεν ατύχημα με το λεωφορείο, όμως οι αρχές να μην γνώριζαν γι’ αυτό, απάντησε ότι ουδέποτε δήλωσε ότι είχαν ατύχημα και ότι τους ενημέρωσαν ότι σε εκείνο το δρόμο συνέβαιναν ατυχήματα και ότι έπρεπε να περιμένουν μέχρις ότου μάθουν περισσότερα.  Τέσσερις μήνες μετά την εξαφάνιση της μητέρας της ο σύντροφος της μετέφερε τα πράγματα της αιτήτριας στη βεράντα και την ανάγκαζε να κοιμάται εκεί για 6 χρόνια. Παράλληλα, άρχισε να γίνεται επιθετικός, να της φωνάζει, να την κτυπά και να της ζητά να πάει να «πωλήσει πράγματα». Ερωτώμενη σχετικά είπε ότι της ζητούσε να βγαίνει στους δρόμους, να κουβαλά κοσμήματα ή νερό στο κεφάλι της και να φωνάζει στους περαστικούς. Ερωτηθείσα πόσες φορές της το ζήτησε αυτό, απάντησε 3 φορές μέσα σε 6 χρόνια και καλούμενη να απαντήσει τι συνέβαινε κατόπιν της άρνησής της, ανέφερε ότι την χτυπούσε και της φώναζε λέγοντας της ότι ήταν ξεροκέφαλη.

Ερωτώμενη περαιτέρω η αιτήτρια ανέφερε ότι όταν ήταν 14 ετών, εντός μιας εβδομάδας, της ζήτησε τρείς φορές να παρατήσει το διάβασμα και να ασχοληθεί με την «πώληση πραγμάτων». Η αιτήτρια, ως ανέφερε, ένοιωθε ότι με το να της ζητά 3 φορές να προβεί στις εν λόγω πράξεις, ουσιαστικά την ανάγκαζε να το πράξει.

Σχετικά με τον εξαναγκαστικό γάμο η αιτήτρια ανέφερε ότι o σύντροφος της μητέρας της, με το που πήρε το απολυτήριο της από το σχολείο, άρχισε να της μιλά για το ότι έπρεπε να παντρευτεί έναν πλούσιο φίλο του. Τον Μάρτιο 2022, ξεκίνησε να της λέει ότι αν δεν παντρευτεί τον πλούσιο φίλο του θα τη σκοτώσει και να την κακομεταχειρίζεται, τον δε Μάϊο του ίδιου έτους, ενώ επέστρεψε σπίτι από την επίσκεψη στη φίλη της μητέρας της από την οποία ζήτησε βοήθεια, η κατάσταση χειροτέρεψε, αφού ο σύντροφος της μητέρας της και ο φίλος ήταν εκεί, έκαναν θόρυβο και απειλούσαν ο ένας τον άλλον. Ο σύντροφος της μητέρας της, μόλις είδε την αιτήτρια, έγινε επιθετικός, ο φίλος του τον σταμάτησε και αξίωσε την επιστροφή των χρημάτων του. Τότε η αιτήτρια έφυγε και από τότε μέχρι και τη στιγμή που εγκατέλειψε τη χώρα, ζούσε σε μια ανοιχτή αγορά.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.

1.    Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας

  1. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο πατριός της την κακοποιούσε και επιχείρησε να την παντρέψει δια της βίας με έναν φίλο του

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια στερούνται εσωτερικής συνοχής ενόψει της αοριστίας, ασάφειας, έλλειψης συνέπειας, ευλογοφάνειας αλλά και γενικότητας των δηλώσεων. Αξιολογήθηκε σχετικά το ότι η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι την μέρα που εξαφανίστηκε η μητέρα της, τη ξύπνησε και αφότου της είπε να πάει να βρει μια φίλη της και να της ζητήσει χτήματα, έφυγε για να πάει στη δουλειά της. Επί του ισχυρισμού αυτού κρίθηκε ότι η αιτήτρια ανέφερε ότι τη ξύπνησε στις 5 το πρωί, όμως δεν μπορούσε να αναφέρει τον χρόνο που συνέβη αυτό. Περαιτέρω, η αιτήτρια πρόβαλε ότι η μητέρα της, της άφηνε χρήματα ή το βράδυ της έλεγε ότι με το που ξυπνούσε έπρεπε να ζητήσει χρήματα από μια φίλη της. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο εκείνη τη μέρα αντί να πράξει ως συνήθως, επέλεξε να τη ξυπνήσει το πρωί και να της πει να βρει μια φίλη της και να της ζητήσει χρήματα, απάντησε ότι δεν γνώριζε. Ακόμη, ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν παρέθεσε στοιχεία εν σχέση με τα όσα συνέβησαν με το που έγινε αντιληπτή η εξαφάνιση της μητέρας της, αφού το μόνο που τελικά ανέφερε ήταν ότι επισκέφθηκε τον αστυνομικό σταθμό 4 φόρες και ότι οι αρχές την πληροφόρησαν ότι στο δρόμο από όπου περνούσε το λεωφορείο που χρησιμοποιούσε η μητέρα της για να μεταβεί στην εργασία της γίνονταν πολλά ατυχήματα και ότι θα το ερευνούσαν. Επιπρόσθετα η αιτήτρια, παρότι ρωτήθηκε σχετικά, δεν γνώριζε την ηλικία αλλά ούτε και το επάγγελμα του συντρόφου της μητέρας της, που ήταν και ο κατ’ ισχυρισμό διώκτης της. Επιπλέον ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό έμπλεκε σε καυγάδες και απειλούσε άλλα άτομα, αλλά – ερωτώμενη σχετικά - δεν ήταν σε θέση να παραθέσει περαιτέρω πληροφορίες για την επικίνδυνη αυτή προσωπικότητά του ή συγκεκριμένα παραδείγματα αυτής της συμπεριφοράς της οποίας υπήρξε, ως είχε αναφέρει, μάρτυρας. Σχετικά με τη συμπεριφορά του συντρόφου της μητέρας της κατόπιν της εξαφάνισής της η αιτήτρια, ενώ στην αρχή ισχυρίστηκε ότι την ανάγκασε να παρατήσει το διάβασμα και να ασχοληθεί με την πώληση αντικειμένων, σε κατοπινό στάδιο πρόβαλε ότι ουδέποτε την υποχρέωσε να πουλά πράγματα ή να παρατήσει το σχολείο. Ως προς το ζήτημα του εξαναγκαστικού γάμου η αιτήτρια δεν γνώριζε καμία πληροφορία για τον άνθρωπο με τον οποίο έπρεπε να παντρευτεί, αφού ως ισχυρίστηκε, τον είδε «μόνο δυο φορές στη ζωή» της. Ακόμη, ανέφερε μεν ότι το Μάρτιο 2022, ο σύντροφος της μητέρας της άρχισε να της συμπεριφέρεται αρκετά άσχημα και ότι το Μάϊο 2022, η ίδια παρέστη σε περιστατικό όπου αυτός και ο επίδοξος γαμπρός τσακώνονταν, όμως δεν ανέφερε τις ακριβείς ημερομηνίες των συμβάντων.

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ως άνω ισχυρισμού, παρατέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες επιβεβαίωναν την ύπαρξη εξαναγκαστικών γάμων στη ΛΔΚ.  Ωστόσο, ενόψει, ως κρίθηκε, της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις της αιτήτριας, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνο να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας η αιτήτρια κατά την επιστροφή, καθώς στην Κινσάσα δεν παρατηρείται αδιάκριτη βία σε υψηλό επίπεδο, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες τις οποίες εντόπισαν.    

Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφασης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.

Στα πλαίσια της προσφυγής ο συνήγορος της αιτήτριας σημειώνει λιγοστά νομικά σημεία, τα οποία καταγράφονται όλως γενικώς, χωρίς να αιτιολογούνται. Στη γραπτή αγόρευση προωθούνται ισχυρισμοί περί μη δέουσας έρευνας, η οποία οδήγησε σε απόφαση υπό καθεστώς πλάνης, η οποία δεν αιτιολογείται επαρκώς, είναι κατά παράβαση της οικείας νομοθεσίας, συνιστά άνιση μεταχείριση και δυσμενή διάκριση.

Δεδομένου ότι ουδείς εκ των προωθούμενων ισχυρισμών από την αιτήτρια έχει δεόντως δικογραφηθεί και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν, παρά την ανάπτυξη τους στα πλαίσια της αγόρευσης της. Η σχετική νομολογία έχει πρόσφατα επιβεβαιωθεί και στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (δευτεροβάθμια δικαιοδοσία) στην Ε.Δ.Δ. αρ.193/20, Καϊλή κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημ.04/06/25, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία και παγίως έχει νομολογιακά εδραιωθεί πως οι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να δικογραφούνται με πλήρη αιτιολογία στις έγραφες προτάσεις των διαδίκων (Κ.7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962). 

Μάλιστα, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε στη Χριστοδουλίδη ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε.95/12, 6.7.18, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344:

«Η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων.  Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.»»

Παρά τα ως άνω προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Ενόψει των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή των ενώπιον μου στοιχείων, θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας καθώς, ως λεπτομερώς εξηγείται και στα ερ.82-87 της επίδικης έκθεσης, τα λεγόμενα της παρουσιάζουν ουσιώδη κενά, σημαντικές ελλείψεις και στερούνται παντελώς χρονικής συνέχειας και συνέπειας, εκ των οποίων διαβρώνεται η συνολική αξιοπιστία των δηλώσεων της. Το σύνολο του επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας αφηγήματος, τόσο αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό κακομεταχείριση που αυτή υπέστη από τον σύντροφο της μητέρας της, την κατ’ ισχυρισμό μυστηριώδη εξαφάνιση της μητέρας της, σε άγνωστο χρόνο και χωρίς να αναφέρεται καμία λεπτομέρεια επί τούτου, όσο και αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό πίεση που δέχθηκε από τον σύντροφο της μητέρας της προκειμένου να παντρευτεί κάποιον φίλο του, βρίθει – καταφανώς και επί πάσης πτυχής του - κενών και αντιφάσεων. Πέραν τούτου, σε κανένα σημείο των λεγομένων της η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια ή στοιχείο αναφορικά με την καθημερινότητα της με τον σύντροφο της μητέρας της, την γνωριμία της με τον άνδρα που κατ’ ισχυρισμό ήθελε να την εξαναγκάσει αν παντρευτεί ο πατριός της και την πίεση που δέχθηκε να φύγει από το σχολείο (σημειώνω ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της) και να «πωλεί πράγματα», ως ανέφερε. Τούτο δεδομένου ότι – σύμφωνα με τις δηλώσεις της ίδιας – διέμενε μόνη της μαζί του ήδη από το 2015 (η αιτήτρια έφυγε από τη ΛΔΚ το 2022), ελλείψεις που θεωρώ ως καθοριστικές και, τελικώς, μοιραίες για την συνολική αξιοπιστία του αφηγήματος της. Σημειώνω περαιτέρω ότι η αιτήτρια ήταν περί των 19 ετών κατά τον χρόνο που αυτή τοποθετεί μεγάλο μέρος του αφηγήματος της και συνεπώς δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε εν προκειμένω τα όσα ανέφερε να εξεταστούν ως λεγόμενα παιδιού, ως επί τούτου εισηγείται ο συνήγορος της. Συμφωνώ λοιπόν και υιοθετώ εν προκειμένω τα όσα σημειώνουν και οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, ως και ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσης καταγράφονται, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω και στα οποία δεν έχω κάτι να προσθέσω, πέραν των όσων αμέσως πιο πάνω σημειώνω.

Δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας περί κακομεταχείρισης της από τον σύντροφο της μητέρας της και εξαναγκασμού της σε γάμο με φίλο του δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Σχετικώς, στο εγχειρίδιο του EASO για την «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».

Παρά τα ως άνω στην παρούσα οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν, στα πλαίσια έρευνας, πληροφορίες εκ των οποίων επιβεβαιώνεται ότι το φαινόμενο του εξαναγκαστικού γάμου απαντάται στη ΛΔΚ. Εκ τούτου κατέληξαν ότι, παρότι μέρος του αφηγήματος της συνάδει με διαθέσιμες πληροφορίες που εντόπισαν, εντούτοις – λόγω των ελλείψεων εσωτερικής συνοχής – δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός. Θα συμφωνήσω και μ’ αυτό το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση, παρότι δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι από διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες προκύπτει ότι η πρακτική αναγκαστικού γάμου είναι φαινόμενο που απαντάται στη χώρα καταγωγής.[1] Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».

Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος του αιτητή παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι οι ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους. Θεωρώ λοιπόν ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας ήταν εύλογα, προϊόντα δέουσας έρευνας όλων των ενώπιον τους στοιχείων και ορθά επί της ουσίας, ως ανωτέρω εξηγώ.

Απομένει λοιπόν μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Κινσάσα). 

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[2] Σε σχέση με την Κινσάσα δεν ανευρέθησαν πληροφορίες οι οποίες να επιβεβαιώνουν δράση ενόπλων φορέων και την ύπαρξη κάποιας σύγκρουσης.[3]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[4]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [5]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, ενόψει της απόρριψης του αφηγήματος της, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[6] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι περί των 22 ετών σήμερα, υγιής, έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της, χωρίς άλλα στοιχεία ευαλωτότητας. Δεν παραγνωρίζω ότι μια γυναίκα που στερείται υποστηρικτικού δικτύου στην Κινσάσα είναι πιθανόν να εκτεθεί σε πλήθος κινδύνων [7], [8], [9], [10]. Όμως, δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος της, περιλαμβανομένης της μυστηριώδους εξαφάνισης της μητέρας της και του ισχυριζόμενου θανάτου της φίλης της μητέρας της που τη βοήθησε να φύγει από τη χώρα, δεν αποδέχομαι ότι η αιτήτρια στερείται οικογενειακού, ή – έστω – κάποιας άλλης μορφής υποστηρικτικού δικτύου στην Κινσάσα, το οποίο αναμένεται ότι θα διευκολύνει, έστω στοιχειωδώς, την επανένταξη της στην τοπική κοινωνία και θα τη στηρίξει κατά την επιστροφή της. Δεν παραβλέπω τέλος ότι ενδεχομένως να προκύψουν κίνδυνοι για την αιτήτρια, όμως, ως στην αιτιολογική σκέψη 35 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.».

Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή της αιτήτριας θα είναι σε παράβαση του εκ των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ δικαιώματος του στην μη επαναπροώθηση.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of the Congo: Early or forced marriages, including among women and girls; prevalence, related legislation, and the ability to refuse such a marriage; state protection and support services (2019–March 2021) [COD200506.FE], https://www.ecoi.net/en/document/2050986.html (accessed on 02/07/25)

[2] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[3] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th,  UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/,   καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo,     UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html,  USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency,  Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf,   και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congο,   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση 17/12/2025).

[5] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[6] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[7] McLean Hilker, L., Modi, A. T., ‘’Empowerment’ of adolescent girls and young women in Kinshasa: research about girls, by girls’, Gender and Development, vol. 24, no. 3, 2016, https://core.ac.uk/download/pdf/77599772.pdf σελ. 475-491, (ημερομηνία πρόσβασης 19/07/2023)

[8] EASO, COI Query, DRC (Democratic Republic of Congo): Information on the situation of women without a male support network in Kinshasa (2017-2019), https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2019_11_DRC_Query_Women_without_Nework_Q32.pdf σελ. 4 – 5

[9] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 19/07/2023)

[10] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 29 (ημερομηνία πρόσβασης 19/07/2023)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο