ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 4598/2024
22 Ιανουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
D.N.N.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Κυριάκος Ιμανίμης για Νικόλα Κουρσάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η κα Μυροφόρα Σταυρινίδου για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: : Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 3/9/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 04/05/2023, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection). Την 01/09/2024 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του αιτητή.
Στη συνέχεια και συγκεκριμένα, στις 03/09/2024 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αφού εξέτασε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του αιτητή και αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματός του. Στις 13/11/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της για απόρριψη του αιτήματός της, η οποία παραλήφθηκε από τον αιτητή αυθημερόν. Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, ο αιτητής, ο οποίος δεν εκπροσωπείτε από δικηγόρο, δεν πρόβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της απόφασης απόρριψης του αιτήματος του για διεθνή προστασία. Ο αιτητής στην αίτηση ακυρώσεώς του αναφέρει ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του για οικονομικούς λόγους εφόσον όπως ισχυρίζεται κανένα μέλος της οικογένειας του δεν είχε σταθερή οικονομική κατάσταση.
Μέσω της γραπτής του αγόρευσης ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε το Καμερούν για οικονομικούς και εκπαιδευτικούς λόγους. Πρόσθεσε ότι στη χώρα καταγωγής του επικρατεί ακραία πολιτική αστάθεια και συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει κίνδυνο στην επιβίωσή του. Αναφέρει επιπλέον ότι στη χώρα καταγωγής του υπέστη σοβαρά βασανιστήρια κατά τη διάρκεια μίας ειρηνικής διαμαρτυρίας κατά το 2018, όπου τραυματίσθηκε στο πόδι. Όπως ισχυρίζεται, δεν επιθυμεί την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, δεδομένης της πολιτικής αναταραχής και της οικονομικής κατάρρευσης σε πρωτοφανή επίπεδα ανεργίας με αποτέλεσμα να νοσεί η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η ασφάλεια στη χώρα του. Όπως αναφέρει, η οικονομική αστάθεια έχει αφήσει πολλούς ανθρώπους χωρίς πρόσβαση σε είδη πρώτης ανάγκης. Ισχυρίζεται λοιπόν πως σε περίπτωση επιστροφής του θα τεθεί σε συγκεκριμένους κινδύνους, όπως η βία, οι διώξεις και η έλλειψη βασικών πόρων. Τονίζει δε, πως η κατάσταση στη χώρα του δεν είναι ασφαλής.
Οι καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, υποστηρίζουν ότι ο αιτητής δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή αντιλήψεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3(1) του Ν. 6 (Ι)/2000. Συνεπώς, δεν προέκυψε οποιαδήποτε παρανομία στο συλλογισμό των καθ' ων η αίτηση ως προς τη μη παραχώρηση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας, ως τα άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 προβλέπουν. Όπως ισχυρίζονται η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και εισηγούνται πως θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του για εκπαιδευτικούς λόγους. Όπως αναφέρει, αφού φοίτησε στο πανεπιστήμιο για δύο έτη αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα που τον ανάγκασαν να τερματίσει τη φοίτησή του (ερυθρό 6, του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στη Bamenda, όπου διέμεινε με την οικογένεια του μέχρι το 2018 όπου μετοίκησε στη Yaounde για να παρακολουθήσει την επαγγελματική του εκπαίδευση. Ανέφερε ότι περί το 2019 μετοίκησε στη Bafussam, όπου διέμενε με τον αδελφό του (ερυθρά 34, 5χ,6χ και 33, 2χ του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, ανέφερε ότι το 2019, στην ίδια περιοχή μετοίκησε όλη του η οικογένεια. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του έχει αφυπηρετήσει και είναι περίπου 60-66 ετών η μητέρα του είναι πωλήτρια στην αγορά και είναι περίπου 50-56 ετών. Ανάφερε ότι έχει μια αδελφή 36 ετών νυμφευμένη και διαμένει στο χωριό Balatchi, ένα αδελφό 33 ετών νυμφευμένο και διαμένει στη πόλη Bafoussam, μια αδελφή 27 ετών ελεύθερη και διαμένει στην πόλη Bafoussam και ακόμη δύο αδελφές δίδυμες 24 ετών και διαμένουν επίσης στην πόλη Bafoussam με τους γονείς του (ερυθρό 32 1χ 2χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε Χριστιανός Καθολικός. Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και άτεκνος.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε πως όταν βρισκόταν στο Καμερούν, ασχολούνταν με επιχειρηματική δραστηριότητα, την οποία συνέχιζε παράλληλα με τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, συνέχισε την επιχείρησή του μέχρι το 2018, όταν μετακόμισε στη Yaoundé για να παρακολουθήσει επαγγελματική πρακτική άσκηση, επειδή μετά από αυτό θα προσλαμβανόταν σε εταιρεία. Όπως ανέφερε, ήταν μεγάλη εταιρεία και παρακολούθησε σχετική επαγγελματική εκπαίδευση για οκτώ μήνες.
Λόγω μη καταβολής μισθών, επέστρεψε στο Bafoussam, όπου εργαζόταν στην εταιρεία DSK Sarl. Στο μεταξύ, ανέφερε ότι ήταν ήδη υπό εξέλιξη η διαδικασία για το ταξίδι του στην Κύπρο. Εργάστηκε στην εν λόγω εταιρεία για περίπου τρεις μήνες και στη συνέχεια, τον αποδέχτηκαν σε Πανεπιστήμιο στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές. Διέκοψε την εργασία του, οργάνωσε το ταξίδι του και έφτασε στην Κύπρο, ενώ ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι η Κύπρος ήταν διχοτομημένη και το αντιλήφθηκε μόνο μετά την άφιξή του. Κύριος στόχος του ήταν η εκπαίδευση, την οποία και ολοκλήρωσε επιτυχώς, αποκτώντας μεταπτυχιακό τίτλο MBA και στη συνέχεια επιδίωξε την εγγραφή του σε διδακτορικό πρόγραμμα, όμως το κόστος ήταν υψηλό.
Για να επιβιώσει, εργάστηκε σε οικοδομές, μεταφορές, καζίνο και ξενοδοχεία, κάνοντας κάθε είδους εργασία. Οι αμοιβές στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές ανέφερε πως καταβάλλονταν σε τουρκικές λίρες ενώ τα ενοίκια ήταν πολύ ακριβά και τα δίδακτρα των σπουδών καταβάλλονταν σε ευρώ. Η μετατροπή δε της Τουρκικής λίρας σε Ευρώ, ανέφερε ότι ήταν ασύμφορη. Πριν εισέλθει στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατίας περιοχές ανέφερε ότι αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες (ερυθρό 30, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Σε επιπλέον διευκρινιστική ερώτηση ως προς τον λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν για εκπαιδευτικούς λόγους και όχι για λόγους διεθνούς προστασίας ενώ υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία εξαιτίας τον οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και τον ανάγκασαν να εισέλθει στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής διευκρίνισε με σαφήνεια πως δεν εγκατέλειψε τη χώρα του για προστασία (ερυθρό 30, 2χ, 3χ του διοικητικού φακέλου).
Σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής δήλωσε πως θα επιστρέψει και θα ζει με τους γονείς του στην περιοχή Bafoussam. Διευκρίνισε πως σε περίπτωση επιστροφής του στην Bamenda θα αντιμετωπίζει προβλήματα εφόσον υπάρχει η πιθανότητα να τον απαγάγουν και δήλωσε πως έχουν τους Ambazonians, παρόλο που όπως ανέφερε τη στιγμή της συνέντευξης οι Ambazonians δεν βρίσκονται στην περιοχή Bamenda. Ο αιτητής πρόσθεσε πως ζούσε στην Bamenda με τους γονείς του 27 χρόνια χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε αλλά το 2018 εγκατέλειψε τη Bamenda και μετοίκησε στη Yaunde και το 2019 μετοίκησε στο Bafussan. Όπως ανέφερε, οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του και επανέλαβε πως σε περίπτωση επιστροφής του επιθυμεί να επιστρέψει στο Bafussan.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο αιτητής κατά τη συνέντευξη του, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή του δυο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: 1) τα προσωπικά στοιχεία, την χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας διαμονής του αιτητή, 2) Ο ισχυρισμός ότι ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του για λόγους οικονομικού περιεχομένου.
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο λειτουργός έκρινε ότι πληρείται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών και έγινε αποδεκτό ότι ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, με τόπο καταγωγής του το χωριό Nkwen, Bamenda του Βορειοδυτικού Καμερούν και τόπο συνήθους διαμονής του, την περιοχή Bafoussam του Δυτικού Καμερούν. Αποδεκτός έγινε και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή, ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για οικονομικούς λόγους. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός αξιολογώντας τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, διαπιστώνει ότι πρόκειται για οικονομικό μετανάστη.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο λειτουργός σημείωσε, ότι ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν και ανέφερε την περιοχή καταγωγής του, ενώ ανέφερε ότι η τελευταία περιοχή διαμονής του ήταν η πόλη Bafoussam. Στη συνέχεια, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, από τις οποίες προέκυψε η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν και συγκεκριμένα ανέφερε πως η τελευταία περιοχή διαμονής του είναι η πόλη Bafoussam, όπου διέμενε από το 2019 μαζί με τους γονείς του. Αναφέρουν μάλιστα, προτού αξιολογήσουν τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή πως υπάρχει περίπτωση να αντιμετωπίσει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των αποδεκτών ισχυρισμών του αιτητή, o λειτουργός, έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ότι εγκατέλειψε τη χώρα του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Παραπέμποντας στις παραγράφους 62-64 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, κατέγραψε ότι ο αιτητής πρόκειται για οικονομικό μετανάστη.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000. Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στο Καμερούν, ο αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 15 (γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (το αντίστοιχο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου) και κατά πόσον υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σημειώνει πως, στη βάση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του αιτητή, στην πόλη Bafoussam στη Δυτική περιφέρεια του Καμερούν, διαπιστώνεται ότι ναι μεν σημειώνονται ένοπλες συγκρούσεις, ωστόσο τα επίπεδα αδιάκριτης βίας δεν φτάνουν σε επίπεδο τέτοιο ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι οι άμαχοι πολίτες στοχοποιούνται αδιακρίτως αποκλειστικά λόγω της φυσικής τους παρουσίας.
Παράλληλα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτητής δεν παρουσίασε οποιοδήποτε υποκειμενικό στοιχείο ή προσωπικές επιβαρυντικές περιστάσεις, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι η φύση και έκταση της κρίσης σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του αιτητή, ότι είναι ελεύθερος ανήλικος άντρας, με μορφωτικό υπόβαθρο, εργασιακή εμπειρία και χωρίς κάποια ένδειξη ευαλωτότητας, δεν επαρκούν ώστε να συνάγεται ότι θα τεθεί σε κίνδυνο ως πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα του και συνεπώς (άρθρο 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ) δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, εξέτασε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου και αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου αλλά και όλα όσα ανέφερε ο αιτητής στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία. Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ανέφερε οτιδήποτε επιπρόσθετο, συνεπώς αξιολόγησα τα όσα περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο αλλά και όσα καταγράφονται στην αίτηση ακυρώσεως και στην Γραπτή Αγόρευση αιτητή που καταχωρήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με τους οικονομικούς λόγους για τους οποίους ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες: «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»
Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα σαφή διαχωρισμό της έννοιας του μετανάστη από αυτήν του πρόσφυγα. Κάποιες φορές ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να είναι ασαφής όπως προνοείται στην παράγραφο 63 του ίδιου Εγχειριδίου. Όπως έχει κατ' επανάληψην νομολογηθεί, οι μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του ορισμού του πρόσφυγα (Βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011).
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Αναφορικά με τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο αιτητής στην γραπτή του αγόρευση περί του ότι υπέστη σοβαρά βασανιστήρια κατά τη διάρκεια μίας ειρηνικής διαμαρτυρίας κατά το 2018, όπου τραυματίσθηκε στο πόδι και πως δεν επιθυμεί την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, δεδομένης της πολιτικής αναταραχής και της οικονομικής κατάρρευσης σε πρωτοφανή επίπεδα ανεργίας με αποτέλεσμα να νοσεί η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η ασφάλεια στη χώρα του, θα πρέπει να αναφερθεί πως οι ισχυρισμοί αυτοί παρέμειναν γενικοί και αόριστοι και δεν τεκμηριώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο και ο αιτητής δεν θέλησε να αναφέρει οτιδήποτε πρόσθετο ενώπιον μου. Επιπρόσθετα, αναφέρει πως το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα το 2018 ενώ ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα του το έτος 2020 χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα τα δύο χρόνια που παρέμεινε στη χώρα μετά το ισχυριζόμενο περιστατικό.
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έκθεση του Ιουλίου του 2025 του International Crisis Group αναφέρει ότι:
«Ύστερα από παρατεταμένη περίοδο κατά την οποία εξαπέλυαν τη συντριπτική πλειονότητα των επιθέσεων, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές πραγματοποίησαν λιγότερες επιθέσεις τον Ιούνιο· η υποχώρηση αυτή ενδέχεται να είναι στρατηγική και να προμηνύει ανανεωμένη έξαρση της βίας ενόψει των προεδρικών εκλογών. Ωστόσο, σημειώθηκε σοβαρό περιστατικό στη γαλλόφωνη Δυτική Περιφέρεια (West Region), η οποία γειτνιάζει με τις Αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες, όταν στις 18 Ιουνίου αυτονομιστική πολιτοφυλακή έστησε ενέδρα σε στρατιωτικό όχημα περιπολίας και σκότωσε τρεις στρατιώτες στην περιοχή Magba.»[1]
Τον Ιούνιο του 2025, το Agence France-Presse (AFP) αναφέρει ότι:
«Από το 2016, οι Περιφέρειες Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική του Καμερούν μαστίζονται από σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και της κυβέρνησης. Πολλοί αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν συστηματικές διακρίσεις στη χώρα, όπου η πλειονότητα είναι γαλλόφωνη. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα γρήγορα εξελίχθηκε σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Human Rights Watch, οι συγκρούσεις έχουν στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 6.000 αμάχους μέχρι σήμερα. Οι αυτονομιστικές ομάδες έχουν προχωρήσει σε απαγωγές και επιθέσεις κατά αμάχων και κρατικών αξιωματούχων, ενώ ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται ότι διεξάγουν επιδρομές με στόχο την τιμωρία φερόμενων υποστηρικτών των αυτονομιστών. Παράλληλα, οι τζιχαντιστές της Μπόκο Χαράμ σπέρνουν τον τρόμο στο άλλο άκρο της χώρας, στην Περιφέρεια του Άπω Βορρά, όπου η οργάνωση δρα από το 2009. Οι πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας έχουν εκτοπίσει μεγάλο αριθμό Καμερουνέζων από τις εστίες τους και συνιστούν πρόκληση για τη διεξαγωγή ειρηνικών εκλογών.»[2] Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons) σημειώνει ότι: «Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι πιο έντονη στη Βορειοδυτική Περιφέρεια απ’ ό,τι στη Νοτιοδυτική.
Οι αυτονομιστές είναι πιο ενεργοί σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υποανάπτυκτες περιοχές. Παρότι η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, παραμένει ανεπαρκής για την αποτροπή περιστατικών ανασφάλειας.»[3] Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) επισημαίνει ότι: «Η κατάσταση στις Περιφέρειες Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική (NWSW) παρέμεινε εύθραυστη και ασταθής, με συνεχείς επιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs) και μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs). Συνεχίστηκαν οι αναφορές για απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και απώλειες αμάχων.»[4]
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα κατά το τελευταίο έτος, όσον αφορά τη πόλη Bafoussam, έχουν καταγραφεί δύο (2) περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών βίας κατά αμάχων, εκρήξεων/απομακρυσμένης βίας, μαχών, εξεγέρσεων και διαμαρτυριών), με πέντε (5) θανάτους[5]. Όσον αφορά την ευρύτερη Δυτική περιοχή του Καμερούν (West Region) έχουν καταγραφεί συνολικά τέσσερα (4) περιστατικά ασφαλείας με οκτώ (8)ανθρώπινες απώλειες[6].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, ενήλικας, υγιής, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα του, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με ευρύ υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο των ο στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €600 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] International Crisis Group (July 2025) Crisis Watch June 2025, Cameroon https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/june-trends-and-july-alerts-2025#cameroon
[2] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Security situation, 10 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf
[3] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Security situation, 10 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf
[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76 https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 σελ.2
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[6] λατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο