ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 945/2022
29 Ιανουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
N.P.N.,
από Νιγηρία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλ Tάχερ, Μπενέτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: A. Πάλλη (κα) για Κ. Μιχαηλίδου (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 17.01.2022 με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του δ.φ. που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Δημοκρατία της Νιγηρίας την οποία εγκατέλειψε στις 27.02.2021 και στις 22.06.2021 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 28.06.2021 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 17.11.2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 21.12.2021 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 17.01.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 28.01.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 21.01.2022. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη, υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει στους ώμους του, ως προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Καταρχάς, επισημαίνω ότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας, συναρτάται και διασυνδέεται με την ίδια την ουσία της υπόθεσης και ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[1], θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό αυτόν.
Επί τούτου, επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[2].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του δ.φ., εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι οι γονείς του και η αδελφή του έχασαν την ζωή τους από επίθεση που δέχθηκε η πόλη τους από γειτονική πόλη για διαφορές γης και έκτοτε ο θείος του (αδελφός του πατέρα του) ανέλαβε την περιουσία τους. Πρόσθεσε ότι ο θείος του, τον έδιωξε από το σπίτι και τον απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει σε περίπτωση επιστροφής του. Αναζητώντας βοήθεια συνάντησε κάποιο καλό φίλο του πατέρα του ο οποίος τον βοήθησε (Ερ.1 του δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννημένος στο Λάγος της Νιγηρίας. Μεγάλωσε και κατοικούσε μόνιμα στο χωριό Eziagulu Otu, της πόλης Aguleri της πολιτείας Anambra της Νιγηρίας, μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθ. 39 1x, 2x, 3x, 4x δ.φ.). Είναι Χριστιανός Καθολικός στο θρήσκευμα και μιλάει Igbo και Αγγλικά. Ως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι παντρεμένος και δεν έχει τέκνα. Οι γονείς του και η αδερφή του, οι οποίοι κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό Eziagulu Otu, δολοφονήθηκαν στα μέσα του Ιουνίου του έτους 2016, κατόπιν επίθεσης που πραγματοποιήθηκε στην κοινότητα του χωριού από ανθρώπους που κατοικούσαν στην παρακείμενη πόλη, Umureli. Σε διευκρινιστική ερώτηση ανέφερε ότι την ημέρα της επίθεσης στο χωριό ο ίδιος βρισκόταν στην πόλη Aguleri. Ανέφερε ότι η κοινότητα δέχθηκε ξανά επίθεση μία φορά το έτος 2018. (βλ. ερυθ. 39 5 -7x, 38 1 - 8x).
Ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά τη δολοφονία των γονέων και της αδελφής του το έτος 2016 και έως το 2019, διέμενε στο χωριό καταγωγής του μαζί με τον θείο του και τα μέλη της οικογένειάς του. Σε απάντηση σχετικών ερωτήσεων του Λειτουργού, δήλωσε ότι ο θείος του είναι 65 ετών και έχει δύο υιούς και μία κόρη. Ερωτηθείς κατά πόσο ο θείος του τον υποστήριζε οικονομικά, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τόσο ο θείος του όσο και τα παιδιά του άρχισαν να του συμπεριφέρονται κακοποιητικά, απειλώντας ότι θα τον σκοτώσουν, ενώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αποπειράθηκαν και να τον δηλητηριάσουν (βλ. ερυθ. 37, στ. 1–8).
Σε σχέση με άλλους συγγενείς του Αιτητή στη Νιγηρία, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι, πέραν του θείου του και της οικογένειάς του, ο μοναδικός εν ζωή συγγενής του είναι η αδελφή της μητέρας του, η οποία διαμένει μόνιμα στο ίδιο χωριό (βλ. ερυθ. 37, στ. 9 και 36, στ. 1).
Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως ολοκλήρωσε την πέμπτη τάξη του Father Joseph IC High School στην πόλη Aguleri της Νιγηρίας. Επιπλέον φοίτησε για διάστημα δύο μηνών στο Πανεπιστήμιο Near East, στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, όμως δεν συνέχισε τις σπουδές του λόγω οικονομικής αδυναμίας (βλ. ερυθ. 40 4x). Αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα, ο Αιτητής δήλωσε ότι στην χώρα καταγωγής του ασχολείτο με την καλλιέργεια γης, ενώ το έτος 2018 εργάστηκε για μερικούς μήνες ως οδηγός ταξί (βλ. ερυθ. 36 2x). Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο πατέρας του και ο αδερφός του (θείος του Αιτητή), κατείχαν και καλλιεργούσαν από κοινού ένα μερίδιο γης, ενώ τα παραγόμενα από την καλλιέργεια προϊόντα είτε τα πωλούσαν είτε τα κρατούσαν προς ίδια χρήση (βλ. ερυθ. 35 1-8x).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την Νιγηρία λόγω κτηματικής διαφοράς με τον θείο του μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ειδικότερα, δήλωσε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα εκ μέρους του θείου του και των μελών της οικογένειας του τελευταίου, οι οποίοι του συμπεριφέρονταν άσχημα, απειλούσαν την ζωή του και μία φορά αποπειράθηκαν να τον δηλητηριάσουν (βλ. ερυθ. 34 1x, 37 5x).
Κατά την υποβολή περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων από το Λειτουργό, ο Αιτητής αναφερόμενος στα προβλήματα που αντιμετώπισε, δήλωσε ότι του συμπεριφέρονταν άσχημα, κάποιες φορές δεν του έδιναν φαγητό και απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν (βλ. ερυθ. 34 3x). Σε ερώτηση για το ποιος συγκεκριμένα ήθελε να τον σκοτώσει, ο ίδιος αναφέρθηκε στον θείο του (βλ. ερυθ. 34 4x), αποδίδοντας αυτό στο ότι πιθανόν ο θείος του να μην ήθελε τον Αιτητή να παρεμβαίνει στην οικογενειακή επιχείρηση και στην οικογενειακή ιδιοκτησία. Πρόσθεσε δε, ότι δεν θυμάται πόσες φορές ακριβώς ο θείος του τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, αλλά αυτό συνέβαινε σχεδόν καθημερινά από το έτος 2016 (βλ. ερυθ. 33 1 -5x).
Σχετικά με την καταγγελλόμενη απόπειρα δηλητηρίασης σε βάρος του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον Νοέμβριο του 2016, επιστρέφοντας στο σπίτι από την εργασία του και αφού κατανάλωσε το γεύμα του, άρχισε να αισθάνεται αδιαθεσία. Κατόπιν τούτου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο θείος του τον μετέφερε στο Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος για διάστημα μίας εβδομάδας.
Σε διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι ο θείος του ήταν εκείνος που τον είχε δηλητηριάσει, εντούτοις τον μετέφερε στο Νοσοκομείο, διότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή βρισκόταν στην οικία τους φίλος του θείου του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην έχει άλλη επιλογή (βλ. ερυθ. 33, στ. 6–11).
Περαιτέρω, σε νέα διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι ιατροί του Νοσοκομείου ήταν εκείνοι που τον ενημέρωσαν ότι είχε υποστεί δηλητηρίαση. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του λειτουργού της Υπηρεσίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε ιατρική αναφορά ή έγγραφο από το Νοσοκομείο προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του (βλ. ερυθ. 30).
Ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά το εξιτήριό του από το Νοσοκομείο, επέστρεψε στην οικία όπου διέμενε με τον θείο του, καθώς, όπως δήλωσε, δεν διέθετε εναλλακτική δυνατότητα διαμονής. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η θεία του και η οικογένειά της αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν επιθυμούσε να τους επιβαρύνει, ενώ παράλληλα δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να ενοικιάσει κατοικία. Όπως εξήγησε, είχε εργαστεί ως οδηγός ταξί για λίγους μόνο μήνες και το εισόδημά του δεν επαρκούσε, δεδομένου ότι το όχημα δεν του ανήκε (βλ. ερυθ. 32, στ. 1–8).
Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις αρχές Ιανουαρίου 2019 ο θείος του τον εκδίωξε από το σπίτι, θεωρώντας τον εμπόδιο, καθότι η παραμονή του Αιτητή στην οικία θα συνεπαγόταν, κατά τους ισχυρισμούς του, υποχρέωση διαμοιρασμού της γης και της ιδιοκτησίας. Πρόσθεσε ότι ουδέποτε συζήτησε με τον θείο του ζητήματα ιδιοκτησίας, καθώς τον περιέγραψε ως σκληρό άνθρωπο (βλ. ερυθ. 32, στ. 9–10 και 31, στ. 1–5).
Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι την ημέρα κατά την οποία ο θείος του τον έδιωξε από το σπίτι, φίλος του πατέρα του επισκέφθηκε το χωριό και τον μετέφερε στην Abuja. Σε ερώτηση του λειτουργού σχετικά με τον λόγο για τον οποίο δεν ζήτησε τη βοήθεια του φίλου του πατέρα του για εξεύρεση εργασίας και διαμονής στην Abuja, ο Αιτητής απάντησε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν εκείνο που τον βοήθησε να μεταβεί στην Κύπρο. Παράλληλα, ανέφερε ότι κατά τη διαμονή του στην Abuja δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα.
Αναφορικά με τη συμπεριφορά των υιών του θείου του, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά καιρούς τον χτυπούσαν και τον εξύβριζαν. Σε διευκρινιστική ερώτηση ως προς τη συχνότητα και τους λόγους άσκησης βίας σε βάρος του, απάντησε ότι τα περιστατικά δεν ήταν συνεχόμενα, αλλά προέκυπταν όταν έβρισκαν αφορμή να καβγαδίσουν μαζί του.
Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με τον τόπο στον οποίο θα μετέβαινε σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα, διότι δεν αισθάνεται ασφαλής. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ανέφερε ότι στο χωριό του η οικογένεια του θείου του επιθυμεί τον θάνατό του, ενώ στις πόλεις επικρατεί γενικευμένη ανασφάλεια. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι η Πολιτεία Anambra δεν είναι ασφαλής για τον ίδιο.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε από τον θείο του και τα μέλη της οικογένειάς του θείου του, ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι εντοπίζονται αντιφάσεις και χρονικές ασυνέπειες στις δηλώσει του Αιτητή, ενώ δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες.
Ειδικότερα, ο Λειτουργός επισημαίνει ότι ο Αιτητής διέμενε μαζί με τον θείο του από το έτος 2016 μέχρι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία, σημειώνοντας ότι, εάν πράγματι αντιμετώπιζε κίνδυνο από τον θείο του και τα παιδιά του τελευταίου, δεν θα συνέχιζε να διαμένει στην ίδια οικία. Περαιτέρω, ερωτηθείς πώς αιτιολογεί το γεγονός ότι, ενώ ο θείος του φέρεται να επιχείρησε να τον δηλητηριάσει, εντούτοις τον μετέφερε στο Νοσοκομείο, ο Αιτητής απάντησε ότι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην οικία φίλος του θείου του, με αποτέλεσμα ο θείος του να μην έχει άλλη επιλογή. Ερωτηθείς επίσης κατά πόσο επέστρεψε στο σπίτι του θείου του μετά το εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής απάντησε καταφατικά, γεγονός το οποίο, κατά την εκτίμηση του Λειτουργού, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου, καθότι, εάν αυτός υφίστατο, ο Αιτητής θα είχε αποχωρήσει από την οικία.
Επισημάνθηκε περαιτέρω από τον Λειτουργό ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, στο ίδιο χωριό διαμένει η αδελφή της μητέρας του και ερωτηθείς ως προς το γιατί δεν ζήτησε από την θεία του να διαμένει μαζί της ώστε να μην κινδυνεύει από τον θείο του, ο ίδιος απάντησε πως είναι φτωχή οικογένεια. Εάν όντως ήθελε να αποφύγει να μένει με τον θείο του, θα μπορούσε ή να ενοικιάζει κάπου αλλού μόνος του ή να ζητήσει από την θεία του να διαμείνει μαζί της για λίγο.
Ο Λειτουργός σημειώνει ότι ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του Αιτητή ο οποίος βασίζεται σε απειλές, δεν μπορεί να θεωρηθεί δίωξη. Επιπλέον ο Αιτητής διέμενε στο ίδιο σπίτι με τον θείο του και δεν έχει δεχθεί οποιαδήποτε μορφή απειλής η δίωξης από αυτό το άτομο. Εάν όντως κινδύνευε θα εγκατέλειπε το σπίτι άμεσα και δεν θα διέμενε εκεί από την μέρα που ισχυρίζεται ότι σκοτώθηκαν οι γονείς του μέχρι να εγκαταλείψει την Νιγηρία.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει των ισχυρισμών οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, και το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του για λόγους εργασιακής απασχόλησης, ο Λειτουργός έκρινε, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στην Νιγηρία, ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Anambra.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην Νιγηρία, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης ‘άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η διαδικασία στο Δικαστήριο
Επισημαίνεται ότι στις 11.01.2024 ο συνήγορος του Αιτητή καταχώρισε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία κρίθηκε ότι πληρούσε τις νομολογιακές προϋποθέσεις και στην απουσία σχετικής έντασης από τους Καθ' ων η αίτηση, αυτή έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, εκδίδοντας κατά τούτο σχετικό διάταγμα προσαγωγής μαρτυρίας. Η προσαχθείσα μαρτυρία, συνίσταται σε ένορκη δήλωση του Αιτητή με επισυνημμένα σε αυτήν έγγραφα. Δια της ενόρκου δηλώσεώς του ημερ.12.09.2024, ο Αιτητής δηλώνει ότι όταν διεξήχθη η προσωπική του συνέντευξη δεν διέθετε έγγραφα, τα οποία να αποδεικνύουν τα όσα ανέφερε ως προς τη δολοφονία του πατέρα του και την απόπειρα δολοφονίας της οικογένειάς του και της δική του.
Επί της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή επισυνάπτονται τα ακόλουθα:
Ενημερωτική επιστολή των Δικηγόρων ‘Just Quest Attorneys’ η οποία απευθύνεται προς τον Αιτητή και με την οποία τον ενημερώνουν ότι, κατόπιν επικοινωνίας με το Αστυνομικό Τμήμα (Aguleri) και εν συνεχεία με την Αστυνομική Διοίκηση του Πολιτείας Anambra, ζητήθηκαν οι σχετικές αστυνομικές εκθέσεις, πλην όμως δηλώθηκε ότι τα αρχεία δεν μπορούν να παραδοθούν, γεγονός το οποίο αποδίδεται σε οργανωμένη ενέργεια, με σκοπό την αναγκαστική προσφυγή στο Δικαστήριο για την απόκτησή τους. Περαιτέρω, γίνεται μνεία ότι στις 17.08.2022 πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον παραδοσιακό ηγέτη της περιοχής, με σκοπό τη φιλική διευθέτηση της διαφοράς γης που συνδέεται με την απόπειρα δολοφονίας του Αιτητή το 2019, πλην όμως διαπιστώθηκε ότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του παραμένουν ανένδοτοι, επικαλούμενοι υποσχέσεις ωφελημάτων προς την κοινότητα από κινεζική εταιρεία που ενδιαφέρεται για την εν λόγω γη. Στο έγγραφο αναφέρεται επίσης ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που φέρονται να προέρχονται από την αστυνομία, ο θείος του Αιτητή χρηματοδότησε τους δράστες της επίθεσης εναντίον του και ότι διαθέτει διασυνδέσεις και επιρροή, ενώ αποδίδεται σε αυτόν εμπλοκή και στη δολοφονία μελών της οικογένειας του Αιτητή. Τέλος, το έγγραφο περιέχει σύσταση προς τον Αιτητή να μην επιστρέψει στη Νιγηρία, επισημαίνοντας ότι η ζωή του διατρέχει κίνδυνος.
(β) Ως Τεκμήριο 2:
(i) Την από 14.09.2022 αίτηση υπογεγραμμένη από τον Δικηγόρο Kingslet Uwakwe Esq προς το Επαρχιακό Δικαστήριο της Abuja, με την οποία αιτείται: Εντολή που να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση να παραδώσουν τις εκθέσεις αναφοράς καθώς και τα πορίσματα αναφορικά με την υπόθεση δολοφονίας του κύριου Uba Nwogbo, της συζύγου του και της θυγατέρας και την απόπειρα δολοφονίας του Paul Ndubuisi Nwogbo αντίστοιχα, καθώς και Εντολή που να διατάσσει τους καθ' ων η Αίτηση να ασκήσουν ποινική δίωξη εναντίον όλων των υπόπτων για τα εγκλήματα.
(ii) Την από 27.09.2022 ένορκη δήλωσε του Paul Okoro Elvis, ο οποίος δηλώνει ότι είναι φίλος του Αιτητή και ότι καταθέτει κατόπιν εντολής και εξουσιοδότησής του, καθότι ο Αιτητής βρίσκεται εκτός Νιγηρίας λόγω απόπειρας δολοφονίας σε βάρος του. Αναφέρει ότι, μετά τη δολοφονία του πατέρα, της μητέρας και της αδελφής του Αιτητή, ο τελευταίος διέμενε με τον θείο του και ότι το 2019 προέκυψαν προβλήματα μεταξύ τους λόγω μεγάλης έκτασης γης που ανήκε στον αποβιώσαντα πατέρα του Αιτητή. Δηλώνει ότι ο Αιτητής δέχθηκε επιθέσεις από κατοίκους του χωριού επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει την εν λόγω γη στο χωριό. Περαιτέρω αναφέρει ότι το 2018 ο Αιτητής δηλητηριάστηκε και νοσηλεύτηκε, ενώ το 2019 δέχθηκε ένοπλη επίθεση από αγνώστους, από την οποία διέφυγε. Δηλώνει ότι το περιστατικό καταγγέλθηκε στην Αστυνομία της Νιγηρίας, η οποία συνέστησε στον Αιτητή να απομακρυνθεί από την περιοχή. Αναφέρει ότι συνελήφθησαν δύο ύποπτοι, οι οποίοι αφέθηκαν αργότερα ελεύθεροι.
(iii) Γραπτή προσφώνηση προς υποστήριξη της μονομερούς εισήγησης, ημερ. 14.09.2022, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος του Αιτητή, Kingslet Uwakwe Esq και στην οποία καταγράφονται τα επιχειρήματα του δικηγόρου του Αιτητή, υπέρ της έγκρισης της μονομερούς αυτής αίτησης.
Ακολούθησε αντεξέταση του Αιτητή από την κα Μιχαηλίδου εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση κατά τη δικάσιμο της 14ης Οκτωβρίου 2024, στα πλαίσια της οποίας ο Αιτητής δήλωσε τα ακόλουθα:
Αρχικώς, επανέλαβε ότι κατάγεται από την πόλη Agureli της πολιτείας Anambra της Νιγηρίας. Αναφορικά με το Τεκμήριο 1, δήλωσε ότι αυτό αφορά υπόθεση δολοφονίας της αδελφής του και του πατέρα του. Υποστήριξε ότι έλαβε το εν λόγω έγγραφο ταχυδρομικώς από τη Νιγηρία και ότι διόρισε δικηγόρο στη Νιγηρία, ο οποίος, όπως ανέφερε, ονομάζεται Kingsley. Πρόσθεσε ότι η δολοφονία του πατέρα του έγινε το 2016 και ότι ο θείος του έστειλε δολοφόνο να τον σκοτώσει. Σε υποβολή της κας Μιχαηλίδου ότι στο ερυθρό 38/6Χ της συνέντευξής του ο ίδιος δήλωσε ότι έγινε επίθεση στο χωριό του από τους ανθρώπους της γειτονιάς του με αποτέλεσμα να πεθάνει ο πατέρας του, ο Αιτητής εξήγηση ότι αυτό πίστευαν στην αρχή αλλά ότι μετά κάνανε έρευνα και διαπίστωσαν ότι ο θείος του ήταν αυτός που έστειλε τους δολοφόνους. Κληθείς από την κα Μιχαηλίδου να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο προέβη στον διορισμό δικηγόρου μετά την πάροδο τόσων ετών, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον διόρισε το έτος 2018, προκειμένου να διερευνήσει τον θάνατο του πατέρα του και να συλλεγούν αποδεικτικά στοιχεία. Ερωτηθείς περαιτέρω εάν ο διορισμός αυτός αποσκοπούσε στην ενίσχυση της υπόθεσής του ενώπιον των αρμόδιων αρχών εν προκειμένω, απάντησε καταφατικά.
Σε υποβολή της κας Μιχαηλιδου ότι πίσω από την δολοφονία του πατέρα του κρυβόταν ο θείος του, το λέει ο Αιτητής τώρα για πρώτη φορά, ο ίδιος επισήμανε ότι τότε ήταν σίγουροι και ότι η υπόθεση ακόμα εξετάζεται.
Επιπροσθέτως, ανέφερε ότι είχε εξουσιοδοτήσει τηλεφωνικά τον φίλο του πατέρα του, κ. Paul, να ενεργεί για λογαριασμό του, χωρίς ωστόσο να υφίσταται σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση.
Σε σχέση με το Τεκμήριο 2, δήλωσε ότι η σχετική αίτηση φέρει την υπογραφή του κ. Paul, ο οποίος είναι φίλος του πατέρα του. Ανέφερε ότι το εν λόγω τεκμήριο αφορά τη διερεύνηση της δολοφονίας των γονέων του και της αδελφής του. Πρόσθεσε, επίσης, ότι και ο ίδιος υπήρξε στόχος απόπειρας δολοφονίας το έτος 2019, πλην όμως στάθηκε τυχερός και διασώθηκε. Σε παρατήρηση της κας Μιχαηλίδου ότι είχε προηγουμένως δηλώσει μόνον ότι ο θείος του αποπειράθηκε να τον δηλητηριάσει το 2018, ο Αιτητής απάντησε ότι το είχε αναφέρει και ότι δεν το θυμάται.
Επισημάνθηκε περαιτέρω στον Αιτητή ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ερωτηθείς από τον Λειτουργό εάν του συνέβη οτιδήποτε μετά το περιστατικό της δηλητηρίασης απάντησε αρνητικά, καθώς και ότι είχε δηλώσει πως κατά το τέλος του έτους 2019 διέμενε στην Abuja με φίλο του πατέρα του χωρίς να του συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό, ο Αιτητής είπε πως ξαφνιάζεται.
Επίσης αναφορικά με το Τεκμήριο 2, ερωτηθείς από την κα Μιχαηλίδου με ποιαν λογική τα έγγραφα αυτά λένε ότι καταχωρίστηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Abuja ενώ φέρουν σφραγίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι το Ανώτατο Δικαστήριο της Abuja προσθέτοντας στη συνέχεια ότι ο ίδιος δεν είναι δικηγόρος και δεν ξέρει.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Καταρχάς συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τα προβλήματα που αντιμετώπιζε από τον θείο του και τα μέλη της οικογένειας του θείου του, κρίνεται καταρχάς ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού είναι, σε γενικές γραμμές, ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη. Ο Λειτουργός εντόπισε ουσιώδεις ασυνέπειες και στοιχεία της αφήγησης τα οποία δεν συνάδουν με την εικόνα ενός προσώπου που αντιμετωπίζει πραγματικό και διαρκή κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα, στηρίζοντας την κρίση του σε αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή.
Περαιτέρω, πέραν των σημείων που ήδη ανέδειξε ο Λειτουργός, προκύπτουν και πρόσθετα στοιχεία τα οποία αποδυναμώνουν την εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία του ισχυρισμούς. Καταρχάς, παρατηρείται ασάφεια και έλλειψη συγκεκριμενοποίησης ως προς τη φύση και την ένταση των απειλών. Ο Αιτητής ανέφερε ότι απειλούνταν «σχεδόν καθημερινά» από το έτος 2016, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένα περιστατικά, χρονικά σημεία ή περιστάσεις υπό τις οποίες εκδηλώνονταν οι απειλές αυτές. Η γενικόλογη και επαναλαμβανόμενη αναφορά σε απειλές, χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση ή κλιμάκωση στην αφήγηση, μειώνει την πειστικότητα των ισχυρισμών του.
Επιπλέον, η περιγραφή της απόπειρας δηλητηρίασης παρουσιάζει εσωτερική λογική αδυναμία. Ενώ ο Αιτητής αποδίδει την πράξη αυτή στον θείο του, ο ίδιος παραδέχεται ότι μετά το περιστατικό όχι μόνο επέστρεψε στο ίδιο σπίτι, αλλά συνέχισε να διαμένει εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε επανάληψη παρόμοιου περιστατικού ή επιδείνωση της κατάστασης. Η απουσία οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης αντίστοιχης σοβαρότητας έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό περί διαρκούς και άμεσου κινδύνου.
Περαιτέρω, αναξιοπιστία δημιουργείται και από τη στάση του Αιτητή ως προς τις διαθέσιμες εναλλακτικές επιλογές του. Ενώ προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν είχε άλλη δυνατότητα διαμονής, εντούτοις αναγνωρίζει την ύπαρξη συγγενούς στο ίδιο χωριό και παραδέχεται ότι μετέβη στην Abuja, όπου δεν αντιμετώπισε προβλήματα. Η μη αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων σε συνδυασμό με την παραμονή του στο σπίτι του θείου του δεν αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της αφήγησής του και δημιουργεί εσωτερική αντίφαση μεταξύ του δηλωθέντος φόβου και της πραγματικής του συμπεριφοράς.
Τέλος, η αιτιολογία που προβάλλει ο Αιτητής για τη συμπεριφορά του θείου του, ήτοι ότι ο τελευταίος δεν επιθυμούσε να μοιραστεί την οικογενειακή γη και την ιδιοκτησία, δεν συνδέεται με σαφή και συγκεκριμένη ενέργεια του ίδιου του Αιτητή προς διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Ο ίδιος δηλώνει ότι ουδέποτε συζήτησε τα θέματα ιδιοκτησίας με τον θείο του, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό ότι αποτελούσε πραγματικό και άμεσο εμπόδιο για τα συμφέροντα του θείου του σε βαθμό που να δικαιολογεί απειλές κατά της ζωής του.
Συνολικά, η αφήγηση του Αιτητή, εξεταζόμενη αποκλειστικά υπό το πρίσμα της εσωτερικής αξιοπιστίας, εμφανίζει ουσιώδεις ασυνέπειες, λογικά κενά και αδυναμία συνοχής μεταξύ ισχυρισμών και συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, η κρίση του Λειτουργού περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού κρίνεται βάσιμη, ενώ τα πρόσθετα ανωτέρω στοιχεία ενισχύουν περαιτέρω το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας των εν λόγω ισχυρισμών.
Σε συνέχεια της ανωτέρω κρίσης περί ελλειμμάτων εσωτερικής αξιοπιστίας στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, εξετάζεται πλέον κατά πόσον η προσαχθείσα στο Δικαστήριο μαρτυρία (ένορκη δήλωση και επισυναπτόμενα έγγραφα) και οι προφορικές εξηγήσεις του Αιτητή στο ακροατήριο ενισχύουν ή, αντιθέτως, αποδυναμώνουν την εσωτερική και την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία μετά την προσαγωγή της νέας μαρτυρίας, προκύπτει ότι, αντί να αποκατασταθεί η συνοχή της αφήγησης, αναδεικνύονται πρόσθετες, ουσιώδεις ασυνέπειες και μετατοπίσεις. Το κρισιμότερο στοιχείο αφορά τη μεταβολή της βασικής αιτιολογίας για τη δολοφονία του πατέρα/της οικογένειας. Κατά τη συνέντευξη, ο Αιτητής απέδωσε τη δολοφονία σε επίθεση από άτομα γειτονικής πόλης στο πλαίσιο διαφορών γης μεταξύ κοινοτήτων. Στο ακροατήριο, για πρώτη φορά, προβάλλεται ως τελικός δράστης/ηθικός αυτουργός ο θείος, με την εξήγηση ότι «αρχικά έτσι πίστευαν» αλλά «μετά την έρευνα» διαπίστωσαν ότι ο θείος «έστειλε τους δολοφόνους». Η εν λόγω μετατόπιση δεν αποτελεί απλή συμπληρωματική λεπτομέρεια, αλλά αλλαγή του πυρήνα της αφήγησης και δημιουργεί έντονο ζήτημα εσωτερικής αξιοπιστίας, ιδίως επειδή δεν συνοδεύεται από σαφή περιγραφή του πότε, πώς και με ποια ακριβώς ευρήματα επήλθε αυτή η «έρευνα» και η βεβαιότητα.
Περαιτέρω, εισάγεται στο ακροατήριο νέος κρίσιμος ισχυρισμός περί ένοπλης επίθεσης/απόπειρας δολοφονίας το 2019, ο οποίος δεν είχε προβληθεί με την ίδια σαφήνεια και βαρύτητα στη συνέντευξη. Αντιθέτως, από τα δεδομένα που καταγράφονται στη διοικητική διαδικασία προκύπτει ότι, μετά τη δηλητηρίαση, ο Αιτητής είχε δηλώσει ότι δεν συνέβη κάτι άλλο και ότι στην Abuja δεν αντιμετώπισε πρόβλημα. Στο ακροατήριο, όταν του υποβλήθηκε η αντίφαση, απάντησε ότι «ξαφνιάζεται», ενώ για την επισήμανση ότι προηγουμένως μιλούσε μόνο για δηλητηρίαση, απάντησε ότι «το είχε αναφέρει και δεν το θυμάται». Η επίκληση αμνησίας σε ζητήματα που συνιστούν τον πυρήνα του φόβου δίωξης, καθώς και η αντίδραση «ξαφνιάζομαι» σε ρητές προηγούμενες δηλώσεις, λειτουργούν επιβαρυντικά για την εσωτερική αξιοπιστία, διότι δείχνουν αδυναμία σταθερής, συνεκτικής αφήγησης στα καθοριστικά σημεία.
Επιπλέον, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ο διορισμός δικηγόρου (κατά δήλωσή του από το 2018) στόχευε, μεταξύ άλλων, και στην ενίσχυση της υπόθεσής του ενώπιον των αρμόδιων αρχών, απαντώντας καταφατικά. Η ομολογία αυτή δεν καθιστά αυτομάτως τα έγγραφα αναξιόπιστα, πλην όμως, σε συνδυασμό με τις χρονικές καθυστερήσεις και τη μεταγενέστερη εμφάνιση κεντρικών ισχυρισμών, ενισχύει την εντύπωση ότι η αφήγηση «χτίζεται» εκ των υστέρων, κατά τρόπο που επηρεάζει την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των νέων εγγράφων, η προσκόμισή τους καταρχάς μεταβάλλει το δεδομένο ότι «δεν υπήρχε κανένα τεκμήριο» πέραν των δηλώσεων του Αιτητή. Ωστόσο, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν έγγραφα, αλλά τι αποδεικνύουν, ποια είναι η αποδεικτική τους ποιότητα, και κατά πόσο προκύπτει από αυτά ανεξάρτητη και αξιόπιστη επιβεβαίωση των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών.
Το Τεκμήριο 1, ήτοι η ενημερωτική επιστολή των δικηγόρων «Just Quest Attorneys», συνιστά έγγραφο καθαρά πληροφοριακού και γνωμοδοτικού χαρακτήρα, το οποίο περιλαμβάνει αξιολογήσεις, εκτιμήσεις και μεταφερόμενες πληροφορίες, όπως η αποδιδόμενη οργανωμένη άρνηση παράδοσης αστυνομικών αρχείων, η φερόμενη χρηματοδότηση δραστών από τον θείο του Αιτητή, η ύπαρξη διασυνδέσεων και η φερόμενη εμπλοκή του στη δολοφονία της οικογένειας, καθώς και σύσταση προς τον Αιτητή να μην επιστρέψει στη Νιγηρία. Το έγγραφο αυτό καταδεικνύει ότι ο Αιτητής αναζήτησε νομική συνδρομή και ότι έγιναν ορισμένες ενέργειες διερεύνησης, πλην όμως δεν συνιστά πρωτογενές αποδεικτικό στοιχείο των καταγγελλόμενων εγκλημάτων, ούτε καθιστά ελέγξιμες τις πηγές των κρίσιμων πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται. Ιδίως, διατυπώσεις του τύπου «σύμφωνα με πληροφορίες που φέρονται να προέρχονται από την αστυνομία» παραμένουν δευτερογενείς και δεν υποκαθιστούν επίσημες αστυνομικές εκθέσεις, πορίσματα ή δικαστικές αποφάσεις.
Το Τεκμήριο 2(i), δηλαδή η αίτηση που φέρεται να καταχωρίστηκε ενώπιον Δικαστηρίου της Abuja για παράδοση αστυνομικών εκθέσεων και άσκηση ποινικής δίωξης, καταδεικνύει ότι κινήθηκαν διαδικασίες προς αναζήτηση στοιχείων και ενεργοποίηση των αρμόδιων αρχών. Ωστόσο, η αποδεικτική του αξία ως προς την εξωτερική αξιοπιστία είναι περιορισμένη, καθότι δεν συνοδεύεται από στοιχεία εξέλιξης της υπόθεσης, καταχώρισης, δικαστικής κρίσης ή έκδοσης οποιασδήποτε σχετικής απόφασης. Περαιτέρω, από το ίδιο το έγγραφο και την αντεξέταση προκύπτει διαδικαστική ασάφεια, αναφορικά με την αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωθέντος δικαστηρίου (Επαρχιακό Δικαστήριο Abuja) και της σφραγίδας που φέρεται να προέρχεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεκτική ή τεχνικά επαρκή εξήγηση επί του ζητήματος, περιοριζόμενος στη δήλωση ότι «δεν είναι δικηγόρος», γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την αποδεικτική βαρύτητα του εγγράφου, χωρίς βεβαίως να οδηγεί αυτομάτως σε συμπέρασμα πλαστότητας.
Το Τεκμήριο 2(ii), ήτοι η ένορκη δήλωση του Paul Okoro Elvis, εισάγει στοιχεία επιβεβαίωσης εκ μέρους τρίτου προσώπου, πλην όμως η εξωτερική της αξιοπιστία είναι περιορισμένη. Ο ενόρκως δηλούντας είναι φίλος του Αιτητή και ενεργεί κατόπιν εξουσιοδότησης, χωρίς να προσκομίζεται οποιαδήποτε έγγραφη εξουσιοδότηση, ενώ ο ίδιος ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι η σχετική εξουσιοδότηση ήταν τηλεφωνική. Περαιτέρω, η δήλωση περιλαμβάνει σοβαρούς και καθοριστικούς ισχυρισμούς, όπως δηλητηρίαση το 2018, ένοπλη επίθεση το 2019, αστυνομική σύσταση απομάκρυνσης, συλλήψεις υπόπτων και μεταγενέστερη αποδέσμευσή τους, οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν με σαφήνεια κατά τη συνέντευξη είτε αντιφάσκουν με προηγούμενες δηλώσεις του Αιτητή περί μη ύπαρξης προβλημάτων κατά τη διαμονή του στην Abuja. Η εκ των υστέρων προβολή των στοιχείων αυτών μέσω φιλικού μάρτυρα ενισχύει την εικόνα μεταγενέστερης ενίσχυσης της υπόθεσης και όχι σταθερής, ανεξάρτητης εξωτερικής επιβεβαίωσης.
Αναφορικά με το Τεκμήριο 2(iii), αυτό δεν συνιστά αυτοτελές αποδεικτικό μέσο πραγματικών περιστατικών, αλλά δικονομικό/υποστηρικτικό κείμενο νομικών ισχυρισμών. Πρόκειται για έγγραφο που αποτυπώνει τη νομική επιχειρηματολογία του πληρεξουσίου δικηγόρου υπέρ της αποδοχής της μονομερούς αίτησης και όχι για ανεξάρτητη επιβεβαίωση γεγονότων. Το περιεχόμενό του αντλείται από τις θέσεις του Αιτητή και τα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα και δεν εισάγει πρωτογενή αποδεικτικά στοιχεία, ούτε περιέχει διαπιστώσεις αρχής ή δικαστική κρίση επί της ουσίας.
Συνεπώς, θα μπορούσε ενδεχομένως, να τεκμηριώνει ότι κινήθηκε διαδικασία και ότι υποβλήθηκαν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ενώπιον δικαστηρίου, δεν δύναται όμως να ενισχύσει την εξωτερική αξιοπιστία των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών, καθόσον η αποδεικτική του αξία εξαντλείται στο δικονομικό του περιεχόμενο και όχι στην επιβεβαίωση των καταγγελλόμενων γεγονότων.
Συνολικώς, τα προσκομισθέντα έγγραφα καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής προέβη σε προσπάθειες συλλογής υλικού και ενεργοποίησης θεσμικών μηχανισμών στη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, με τη μορφή που παρουσιάστηκαν και υπό το φως των εξηγήσεων που δόθηκαν στο ακροατήριο, δεν παρέχουν ισχυρή, ανεξάρτητη και αντικειμενική εξωτερική επιβεβαίωση των κρίσιμων ισχυρισμών. Αντιθέτως, η παρουσίασή τους, σε συνδυασμό με τη μεταβολή και επέκταση της αφήγησης στο ακροατήριο, ανέδειξε πρόσθετες ασυνέπειες, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη συνολική αξιολόγηση της αξιοπιστίας, ενώ η εξωτερική αποδεικτική τους αξία παραμένει περιορισμένη λόγω της δευτερογενούς φύσης των πληροφοριών, των διαδικαστικών ασάφειων και της αδυναμίας του Αιτητή να παράσχει πειστικές και συνεπείς εξηγήσεις επί των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν κατά την αντεξέταση.
Ενόψει της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής που χαρακτηρίζει την δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, δεν ανακύπτει υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του συμβατότητας μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του.
Η διαδικασία αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου συνεκτικού, σταθερού και σαφώς προσδιορισμένου πυρήνα πραγματικών περιστατικών, ο οποίος να επιδέχεται ουσιαστική αντιπαραβολή με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης. Όταν, όμως, όπως εν προκειμένω, το αφήγημα του Αιτητή εμφανίζει ουσιώδη κατάρρευση της εσωτερικής του συνοχής στα θεμελιώδη στοιχεία του, η προσφυγή σε πληροφορίες χώρας καταγωγής καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία, καθόσον δεν υπάρχει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοια αντιπαραβολή.
Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[3], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»
Περαιτέρω, η ως άνω προσέγγιση έχει επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[4] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.
Ενόψει των πιο πάνω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως αναξιόπιστος.
Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δε δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«19.-(1) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής».
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[5] ότι συνιστούν:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[6], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ν
Staatssecretaris van Justitie[7]:
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[8] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει. Από την έρευνα αυτή, προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της EUAA, η οποία αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην Νιγηρία για το διάστημα 1 Ιανουαρίου 2024 – 31 Αυγούστου 2025, η πολιτεία Anambra περιγράφηκε ως χαρακτηριζόμενη από «ανασφάλεια» καθώς αντιμετώπιζε έναν αριθμό ζητημάτων ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων της ένοπλης ληστείας, των δολοφονιών και των απαγωγών.[9] Ένοπλοι πραγματοποίησαν πολλαπλές θανατηφόρες επιθέσεις σε όλη την Anambra στοχεύοντας τις δυνάμεις ασφαλείας και τις ομάδες αυτοάμυνας, με ορισμένες από αυτές τις επιθέσεις να θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκαν από αποσχιστές. Αναφερόμενος στη νοτιοανατολική περιοχή γενικά, ένας ανώτερος σύμβουλος ασφαλείας της Νιγηρίας, από τον οποίο έλαβε συνέντευξη η EUAA τον Ιούλιο του 2025, δήλωσε ότι το IPOB πλέον θεωρείται γενικά «λιγότερο μαχητικό» σε σχέση με προηγούμενα χρόνια και φαινόταν να μην έχει εμπλακεί στην πλειονότητα των πρόσφατων επιθέσεων εναντίον του ομοσπονδιακού προσωπικού ασφαλείας.[10]
· Περαιτέρω, σύμφωνα με το Nigeria Watch, το 2024 η Anambra κατέγραψε έναν από τους χαμηλότερους αριθμούς θανάτων που συνδέονται με την εθνοτική και κοινοτική βία, αν και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών τον Μάιο του 2025 ανέφεραν «κλιμακούμενες επιθέσεις» από ύποπτους ένοπλους ληστές και κτηνοτρόφους σε τοπικές κοινότητες, με τις περιοχές Ayamelum και Orumba North να βιώνουν συνεχιζόμενη βία.[11]
· Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αναφορικά με τις εξελίξεις στην Δυτική Αφρική και την περιοχή Σάχελ κατά την χρονική περίοδο Δεκεμβρίου 2024 - Μαρτίου 2025, βάσει δεδομένων από το Armed Conflict Location and Event Data Project, οι δραστηριότητες των ενόπλων, που αρχικά ήταν συγκεντρωμένες στη βορειοανατολική Νιγηρία, έχουν μετατοπιστεί ολοένα και περισσότερο προς τις βορειοδυτικές και ορισμένες νότιες περιοχές της χώρας.[12] Στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, οι κύριοι παράγοντες αποσταθεροποίησης είναι σύμφωνα με την έκθεση της EUAA για τη Νιγηρία του Ιουλίου 2024, οι αυτονομιστικές φατρίες, άγνωστοι ένοπλοι καθώς και οι δυνάμεις ασφαλείας.[13]
· Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 26.01.2026) καταγράφηκαν 94 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνουν περιστατικά Political violence, repression, terrorist activity) τα οποία είχαν ως συνέπεια 121 απώλειες.[14] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις που έλαβαν χώρα το έτος 2022, ο συνολικός πληθυσμός της πολιτείας Anambra ανέρχετο σε 5.953.500 κατοίκους.[15]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στον τελευταίο τόπο διαμονής του και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άντρας, υγιής, μορφωμένος, πλήρως ικανός προς εργασία και με συγγενικούς δεσμούς στην περιοχή καταγωγής του, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας. Ο Αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα και με το πιο πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, N. 73(I)/2018
[2] Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010
[3] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)
[4] FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.
[5] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[7] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[8] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[9] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria: Security Situation, November 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2132070/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/01/2026)
[10] Ο.π.
[11] Nigeria Watch, Fourteenth report on violence in Nigeria 2024, 2025, https://nigeriawatch.org/media/html/Reports/NGA-Watch-Report24.pdf, p.15; Vanguard, CSOs decry herdsmen attacks in Southeast, demand justice, 11 May 2025, https://www.vanguardngr.com/2025/05/csos-decry-herdsmen-attacks-in-southeast-demand-justice/#google_vignette, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/01/2026)
[12] United Nations Security Council, Activities of the United Nations Office for West Africa and the Sahel, Report of the Secretary-General, S/2025/187 26 Μαρτίου 2025, παρ. 22, σελ. 6, https://docs.un.org/en/S/2025/187 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/01/2026)
[13] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria- Country Focus, July 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2112320/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/01/2026)
[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Events / Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26.01.2026)
[15] City Population, Africa: Nigeria: Anambra State, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA004__anambra/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26/01/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο