ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
23 Ιανουαρίου ,2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S. Α,
από Καμερούν
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτήτρια: Κ. Κουπαρή (κα)
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Β. Θωμά (κα) για Ι. Χαραλάμπους (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Αιτήτρια παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 25.11.2022, με την οποίαν απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ), 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[1] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται από το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»). Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση, για τους λόγος που θα εξηγηθούν στην συνέχεια, καλώντας αυτούς να παραστούν στη διαδικασία.
Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 18.12.2017 και στις 10.01.2018 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, υποβάλλοντας αίτημα διεθνούς προστασίας στις 11.01.2018. Στις 23.10.2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) και ακολούθως η αίτηση της απορρίφθηκε στις 18.05.2021 από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό, κατόπιν έγκρισης της υποβληθείσας εισηγητικής έκθεσης ημερ. 16.03.2021. Εναντίον της απόφασης αυτής η Αιτήτρια καταχώρισε την προσφυγή αρ. 4278/2021 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία αποσύρθηκε απορρίφθηκε στις 14.03.2022. Ακολούθως, στις 17.03.2022 η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση κατά την εξέταση της οποίας συντάχθηκε Έκθεση-Εισήγησης ημερ. 30.10.2022 από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως η αίτηση αυτή κριθεί απαράδεκτη. Στις 25.11.2022, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την σχετική εισήγηση απορρίπτοντας την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί η Αιτήτρια δια της υπό εξέταση προσφυγής.
Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή καταχωρίστηκε αυτοπροσώπως από την Αιτήτρια στις 11.10.2023, ενώ στην συνέχεια το δικηγορικό γραφείο της κας Κ. Κουπαρή διορίστηκε προς εκπροσώπησή της. Με το εναρκτήριο δικόγραφο της η Αιτήτρια προωθεί πλείονες λόγους ακυρώσεως τους οποίους ωστόσο δεν προώθησε, τουλάχιστον όχι στο σύνολο τους κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Επισημαίνεται στο παρόν σημείο, ότι η συνήγορος της Αιτήτριας καταχώρισε -κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου- γραπτή αγόρευση στην οποία ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια υπέβαλε νέα στοιχεία με την αίτηση επανανοίγματος της, ήτοι ότι έχει χάσει όλα τα μέλη της οικογένειας της, ότι εκκρεμεί ποινική διαδικασία εναντίον της και περαιτέρω ότι είναι δασκάλα στο επάγγελμα, γεγονός που δεν αξιολογήθηκε καθόλου. Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι η Αιτήτρια ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ούσα γυναίκα χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, προερχόμενη από μη ασφαλή χώρα, δασκάλα και με ανήλικο τέκνο που αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα, στοιχεία νέα, τα οποία αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν προγραμματισμένη συνέντευξη στις 25.09.2023, εντούτοις ουδέποτε κάλεσαν την Αιτήτρια να παραστεί, ενεργώντας κακόπιστα και κατά παράβαση του άρθρου 51(1) και (2) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο, της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, η συνήγορος της Αιτήτριας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που προέβαλε επί της γραπτή της αγόρευση.
Οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗ
Εξετάζοντας καταρχάς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, λόγω φερόμενου προγραμματισμού συνέντευξης για τις 25.09.2023, στην οποία ουδέποτε εκλήθη να παραστεί, παρά την απόρριψη της αίτησής της, κρίνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί.
Από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει σαφώς το ιστορικό της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 17.03.2022, η οποία εξετάστηκε ως προς το παραδεκτό της και απορρίφθηκε στις 25.11.2022. Η σχετική απορριπτική απόφαση κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 07.12.2022, η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στις 28.12.2022, πλην όμως επεστράφη λόγω ελλιπών στοιχείων στη δηλωθείσα διεύθυνση της Αιτήτριας. Παράλληλα, καταγράφονται στον φάκελο επανειλημμένες προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας κατά τις ημερομηνίες 06.12.2022, 08.12.2022 και 09.12.2022, χωρίς αποτέλεσμα. Κατόπιν δήλωσης αλλαγής του αριθμού τηλεφώνου της, πραγματοποιήθηκε νέα τηλεφωνική επικοινωνία στις 20.09.2023 μέσω διερμηνέα.
Στο σχετικό σημείωμα του διερμηνέα αναφέρεται πράγματι ότι σκοπός της επικοινωνίας ήταν η διεξαγωγή συνέντευξης στις 25.09.2023. Αυτό ήταν και το στοιχείο που αποτέλεσε τη βάση του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί διαδικαστικής πλημμέλειας. Ωστόσο, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, κάλεσε τους Καθ’ ων η αίτηση να τοποθετηθούν επί του ζητήματος. Προς τούτο, προσκομίστηκε ηλεκτρονικό μήνυμα λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στο οποίο παρατίθεται αναλυτικά το ιστορικό της υπόθεσης και διευκρινίζεται ότι η μεταγενέστερη αίτηση είχε ήδη εξεταστεί και απορριφθεί ως απαράδεκτη εντός του 2022. Το μήνυμα αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 κατά τη δικάσιμο της 05.03.2025 και συμπεριλήφθηκε στον διοικητικό φάκελο (ερυθρό 259), χωρίς να προβληθεί ένσταση εκ μέρους της συνηγόρου της Αιτήτριας.
Στο περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος διευκρινίζεται ότι η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε κατόπιν εισήγησης αρμόδιου λειτουργού και εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι επιχειρήθηκε η κοινοποίησή της τόσο ταχυδρομικώς όσο και τηλεφωνικώς, χωρίς επιτυχία λόγω ελλιπών στοιχείων επικοινωνίας, και ότι η μεταγενέστερη τηλεφωνική επικοινωνία του Σεπτεμβρίου 2023 δεν συνδεόταν με στάδιο εξέτασης της αίτησης, αλλά αποσκοπούσε αποκλειστικά στην ενημέρωση και επίδοση ήδη ληφθείσας απόφασης. Τονίζεται περαιτέρω ότι, εφόσον η μεταγενέστερη αίτηση είχε κριθεί απαράδεκτη, δεν υφίστατο ούτε νομική ούτε διαδικαστική υποχρέωση για διεξαγωγή συνέντευξης, ενώ οποιαδήποτε αναφορά σε ημερομηνία συνέντευξης δεν δύναται να δημιουργήσει εύλογη προσδοκία ή δικαιολογημένη εμπιστοσύνη περί εκκρεμούς εξέτασης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η Αιτήτρια συγχέει την εκ των υστέρων προσπάθεια κοινοποίησης ήδη εκδοθείσας απόφασης με στάδιο ουσιαστικής εξέτασης της αίτησής της, οδηγούμενη σε εσφαλμένα συμπεράσματα ως προς τη νομιμότητα της διαδικασίας. Ο ισχυρισμός ότι η αίτησή της απορρίφθηκε χωρίς να προηγηθεί προγραμματισμένη συνέντευξη στερείται πραγματικής βάσης, καθότι η σχετική απόφαση είχε ήδη ληφθεί και ολοκληρωθεί σε χρόνο προγενέστερο της αναφερόμενης ημερομηνίας.
Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται ούτε διαδικαστική πλημμέλεια ούτε παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφού η Διοίκηση ουδέποτε δημιούργησε στην Αιτήτρια εύλογη και νόμιμη προσδοκία ότι η μεταγενέστερη αίτησή της τελούσε ακόμη υπό εξέταση ή ότι επρόκειτο να κληθεί σε συνέντευξη εντός του 2023. Αντιθέτως, από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η αίτηση εξετάστηκε σύμφωνα με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο για το παραδεκτό των μεταγενέστερων αιτήσεων και απορρίφθηκε, κρίνοντας ότι τα προβαλλόμενα στοιχεία δεν ήταν ικανά να αυξήσουν ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο προβληθείς λόγος ακύρωσης περί διαδικαστικών πλημμελειών δεν θεμελιώνεται ούτε επί των πραγματικών περιστατικών ούτε επί του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου και, ως εκ τούτου, αυτός απορρίπτεται.
Επί της ουσίας της υπόθεσης
Οι λοιποί ισχυρισμοί της Αιτήτριας αφορούν την εσφαλμένη, κατά την κρίση της, απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησής της ως απαράδεκτης, παρά το γεγονός ότι υποβλήθηκαν, ως η θέση της, νέα στοιχεία. Ο ισχυρισμός αυτός διαπλέκεται με την ουσία της υπόθεσης και ως τέτοιον θα τον εξετάσω.
Επισημαίνεται καταρχάς ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[2], διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων[3]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα (-έμφαση και υπογράμμισή του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέτασή του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:
Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον: (α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και (β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[4].
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).
Λόγω ακριβώς της περιορισμένης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης αυτής, το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση επί της βασιμότητας της αίτησης, κρίνοντας δηλαδή το κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται διεθνή προστασία. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτη την μεταγενέστερη αίτησή του αιτητή.
Προχωρώντας τώρα στην μελέτη των ενώπιόν μου δεδομένων, διαπιστώνω ότι κατά τη μεταγενέστερη αίτηση της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως έχασε όλα τα μέλη της οικογένειας της εξαιτίας των όσων διέπραξε πριν έρθει και τα τέκνα της διαμένουν με ένα άγνωστο. Πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της διότι η οικογένεια του ατόμου που σκότωσε θα την σκοτώσει με οποιονδήποτε τρόπο, είτε με μαγεία είτε με φυσικό τρόπο.
Κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησής της, οι Καθ' ων η αίτηση, εξετάζοντας κατά το πρώτο στάδιο, το παραδεκτό αυτής έκριναν, ως προκύπτει από την Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού ασύλου (βλ. ερυθρά 226-223 του δ.φ.) ότι δεν υπέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους ίδιους. Ειδικότερα, επισήμαναν ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της ισχυρίστηκε πως έχει δυο τέκνα που διαμένουν στη χώρα καταγωγής της μαζί με μία φίλη της, ότι τα αδέλφια της σκοτώθηκαν και ότι υποχρεώθηκε να συμμετάσχει σε τελετουργικά στην κηδεία του πατέρα της, ο οποίος ήταν βασιλιάς των Wun και σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να θαφτεί ζωντανή μαζί με τον νεκρό πατέρα της. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, πως στη προσπάθεια της να δραπετεύσει σκότωσε ένα χωριανό της, ο οποίος τη φρουρούσε και πως την αναζητά η αστυνομία αλλά και η οικογένεια του ατόμου που σκότωσε είναι εναντίον της.
Καταληκτικά, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν, θα διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή της αρχής της μη επαναπροώθησης . Η εισηγητική έκθεση ολοκληρώθηκε με την εισήγηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, εισήγηση η οποία έγινε αποδεκτή από τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της κρίσης των Καθ' ων η αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω εν συντομία, τα όσα η Αιτήτρια επικαλέσθηκε σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός της κατά τα προγενέστερα στάδια εξέτασης της αίτησής της.
Κατά την αρχική της αίτηση, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για θρησκευτικούς λόγους, επικαλούμενη προβλήματα που ανέκυψαν μετά τον θάνατο του πατέρα της, ο οποίος, όπως ισχυρίστηκε, προερχόταν από βασιλική οικογένεια. Ανέφερε ότι, λόγω άγνοιας των τοπικών εθίμων από μέρους της, η σορός του πατέρα της μεταφέρθηκε σε νεκροτομείο, γεγονός που θεωρήθηκε ταμπού από την κοινότητά της. Κατά την άφιξή της στο χωριό, της αρνήθηκαν την είσοδο, εκτός εάν συμμορφωνόταν με συγκεκριμένες παραδοσιακές τελετουργίες, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση να κοιμηθεί με τη σορό του πατέρα της για ορισμένες ημέρες. Ισχυρίστηκε ότι αρνήθηκε να υποβληθεί σε περαιτέρω τελετές, οι οποίες, σύμφωνα με την παράδοση, θα οδηγούσαν είτε σε ακρωτηριασμό είτε στην ταφή της ζωντανής μαζί με τον πατέρα της, και ως εκ τούτου διέφυγε από την κοινότητα με τη βοήθεια της μητέρας της.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κατά τη διαφυγή της τραυμάτισε θανάσιμα άτομο που τη φρουρούσε, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να την αναζητούν τόσο η αστυνομία όσο και η οικογένεια του εν λόγω ατόμου. Υποστήριξε ότι μετά την αποχώρησή της η μητέρα της βασανίστηκε από την κοινότητα, ενώ επικαλέστηκε και τον θάνατο των δύο αδελφών της, τον οποίο απέδωσε στη γενικευμένη κρίση και τις βιαιοπραγίες που λαμβάνουν χώρα στη χώρα καταγωγής της. Ενόψει των ανωτέρω, ανέφερε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, θα διατρέχει σοβαρό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένης της απειλής ταφής ζωντανής από την κοινότητα.
Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της, έγιναν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί που αφορούσαν την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής της, καθώς και ο ισχυρισμός περί θανάτου των αδελφών της στο πλαίσιο της Αγγλόφωνης κρίσης. Αποδεκτός επίσης έγινε και ο ισχυρισμός της περί της εργασιακής της απασχόλησης ως δασκάλα. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί που αφορούσαν την υποχρεωτική συμμετοχή της σε τελετουργίες λόγω της βασιλικής ιδιότητας του πατέρα της και το περιστατικό κατά το οποίο, στη διάρκεια της διαφυγής της, σκότωσε χωρικό, απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.
Επισημαίνεται ότι στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, η Αιτήτρια προσκομίζει με την προσφυγή της και την επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση, επιπλέον στοιχεία. Συγκεκριμένα, με την ένορκη δήλωσή της, επανέλαβε τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών της περί κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, πλην όμως, προέβη και σε επίκληση μεταγενέστερων εξελίξεων και προσκόμισε έγγραφα προς τεκμηρίωσή τους. Ειδικότερα, προέβαλε ότι έχει πλέον απωλέσει το υποστηρικτικό οικογενειακό της περιβάλλον και ότι τα μέλη της οικογένειάς της, τα οποία κατά τα προγενέστερα στάδια εμφανίζονταν ως υφιστάμενα ή ως δυνάμενα να λειτουργήσουν ως στήριγμα, δεν υφίστανται πλέον. Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού προσκόμισε πιστοποιητικά θανάτου, τα οποία, από το περιεχόμενό τους, φέρουν ημερομηνίες θανάτου εντός του 2023, ήτοι μεταγενέστερες της απόφασης απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησης της, που, ως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, λήφθηκε στις 25.11.2022. Περαιτέρω, προσκόμισε ιατρική έκθεση/βεβαίωση αναφορικά με την κατάσταση υγείας του ανηλίκου τέκνου της, η οποία φέρει ημερομηνία έκδοσης εντός του 2024 και αναφέρεται σε σοβαρή ψυχιατρική/ψυχική διαταραχή που απαιτεί νοσηλεία ή εντατική παρακολούθηση. Στην ίδια λογική, η Αιτήτρια επικαλείται ότι, λόγω της απώλειας οικογενειακού δικτύου και των αυξημένων αναγκών φροντίδας του ανηλίκου, η ίδια είναι ο αποκλειστικός φροντιστής και οικονομικός υποστηρικτής, χωρίς εναλλακτικές πηγές στήριξης.
Λαμβάνοντας υπόψη την εξουσία που διαθέτει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε πλήρη και ex nunc έλεγχο, ο οποίος, στην περίπτωση απόρριψης μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, εκτείνεται μέχρι του σημείου κρίσης επί του παραδεκτού και δεν καταλαμβάνει την κατ’ ουσίαν εξέταση της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας, κρίνω ότι οφείλω να εξετάσω, υπό το πρίσμα των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κατά πόσο αυτά είναι ικανά να καταστήσουν τη μεταγενέστερη αίτηση παραδεκτή και να ενεργοποιήσουν υποχρέωση περαιτέρω διοικητικής εξέτασης.
Ειδικότερα, ως προς την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου σε αυτές τις περιπτώσεις, θα παραπέμψω στα όσα έχουν εκτενώς παρατεθεί και αναλυθεί από την αδελφή μου Δικαστή Κ. Κ. Κλεάνθους στην υπόθεση M.D. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, υπ. αρ. 1317/20, 20.09.2021 (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
33. Εν προκειμένω η επίδικη απόφαση είναι απόφαση, η οποία απορρίπτει ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση. Η εν λόγω περίπτωση θα μπορούσε να υπαχθεί στην κατηγορία των αποφάσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (4)(γ)(ii) του άρθρου 11, το οποίο ορίζει ότι:
[...]
34. Στο άρθρο 12Βτετράκις τίτλο «Απαράδεκτες Αιτήσεις» περιλαμβάνεται ως περίπτωση, η οποία θα μπορούσε να απορριφθεί ως απαράδεκτη αίτηση, η μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Η διάταξη αυτή μεταφέρει αυτούσιο το άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (στο εξής: Οδηγία 2013/32/ΕΕ). Φρονώ ότι με τη διατύπωση αυτή ο ενωσιακός νομοθέτης δεν είχε σκοπό να εξαιρέσει και τις υπόλοιπες περιπτώσεις απαράδεκτών μεταγενέστερων αιτήσεων, για παράδειγμα τις μεταγενέστερες αιτήσεις που καίτοι προσκομίζονται νέα στοιχεία, η αίτηση κρίνεται ως απαράδεκτη λόγω του ότι τα στοιχεία δεν υποβλήθηκαν εγκαίρως εξ υπαιτιότητας του αιτούντος. Η περιγραφή που περιλαμβάνεται στο άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο δ) των απαράδεκτων μεταγενέστερων αιτήσεων φαίνεται να προκύπτει από το γεγονός ότι δυνάμει του άρθρου 40 παράγραφος 4 της ίδιας οδηγίας το στοιχείο της υπαιτιότητας είναι δυνητικό για τα κράτη μέλη. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το άρθρο 40 παράγραφος 4, το στοιχείο της υπαιτιότητας είναι στοιχείο, το οποίο δυνητικά τα κράτη μέλη μπορούν να εντάξουν στην εθνική τους νομοθεσία ως μέρος της κρίσης για το παραδεκτό. Συνεπώς, ευλόγως παραλείπεται η αναφορά στο άρθρο 33 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Κατ' επέκταση ερμηνευόμενο το άρθρο 12Βτετράκις(2)(δ) υπό το φως του ενωσιακού δικαίου, περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες απαράδεκτων μεταγενέστερων αιτήσεων, ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο αυτές κρίθηκαν ως απαράδεκτες. Συνεπώς, σε σχέση με αυτές ασκείται καταρχήν η έκταση του ελέγχου και οι εξουσίες δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου.
35. Δυνάμει δε του εδαφίου (3) του άρθρου 11, φρονώ ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει το ίδιο για πρώτη φορά κατ' ουσίαν το καινοφανή ισχυρισμό της Αιτήτριας. Ειδικότερα, στο εδάφιο (3) ορίζεται ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε σχέση με απόφαση του εδαφίου (4) σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (i) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, και (ii) την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση, η οποία συνεπάγεται τη μη χορήγηση τέτοιας προστασίας ή την ανάκληση ή παύση τέτοιας προστασίας ή τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας αντί του καθεστώτος πρόσφυγα. Με το πέρας του ελέγχου το Δικαστήριο επικυρώνει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει αυτήν. Με βάση τόσο το γράμμα όσο και την τελεολογία της εν λόγω διάταξης, φρονώ ότι το παρόν Δικαστήριο κατά την εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, η οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη δεν έχει εξουσία να εξετάσει περαιτέρω τα νέα στοιχεία και να αποφασίσει επί της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας το ίδιο, καθώς πρόκειται περί περίπτωσης όπου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεπάγεται τη μη χορήγηση διεθνούς προστασίας, με την έννοια ότι δεν εξετάστηκε η αίτηση επί της ουσίας της, παρά μόνο το παραδεκτό της. Η τελεολογική αυτή ερμηνεία είναι σύμφωνη και με την ανάγκη μη παράκαμψης ενός σταδίου εξέτασης του καινοφανούς αυτού ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι τη διοικητική εξέταση της αιτήσεως και των ισχυρισμών της (Βλ. συναφώς Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, στην υπόθεση αρ.: C-652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, ECLI:EU:C:2018:801 , σκέψεις 92 έως 103).
36. Το παρόν Δικαστήριο έχει συνεπώς την εξουσία να προβαίνει σε έλεγχο ακόμα και τροποποίηση της απόφασης επί μεταγενέστερης αίτησης μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού όχι όμως υποχρέωση εξέτασης της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας, χωρίς να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη κατ' ουσίαν εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας.»
Η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου για εξέταση της νομιμότητας και ορθότητας των προϋποθέσεων παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης επιβεβαιώθηκε και στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 66/2022, Kumar v. Κ.Δ. μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, 30.10.2024.
Ως άλλωστε προκύπτει από τη νομολογία του ΔΕΕ, ο έλεγχος ορθότητας, ο οποίος διενεργείται στο πλαίσιο Προσφυγής κατά απόρριψης μεταγενέστερης αίτησης, συνίσταται στην προβλεπόμενη, στο άρθρο 46.3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, πλήρη και ex nunc εξέταση (βλ. απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 13.6.2024 στην Υπόθεση C-563/22 SN κ.ά., σκέψη 76).
Υπάρχει συνεπώς εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να προχωρήσει σε «πλήρη και ex nunc» εξέταση (μέχρι του σημείου του παραδεκτού), στοιχείο που προϋποθέτει ότι το παρόν δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως[5] στη βάση και των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ότι τα στοιχεία που η Αιτήτρια προσκόμισε με την ένορκη δήλωσή της, φέρουν ημερομηνίες μεταγενέστερες της προσβαλλόμενης απόφασης -η οποία εκδόθηκε στις 25.11.2022- και εφόσον με αυτά επιχειρείται να ενισχυθούν τα όσα η ίδια κατέγραψε στην μεταγενέστερη αίτησής της, θα προχωρήσω στην εξέτασή τους.
Από τη συνολική συνεκτίμηση του περιεχομένου της πρώτης συνέντευξης της Αιτήτριας και των στοιχείων που αυτή προσκόμισε μεταγενέστερα στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, προκύπτουν ουσιώδεις αναντιστοιχίες και αντιφάσεις ως προς κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που άπτονται του οικογενειακού της ιστορικού. Κατά την αρχική της συνέντευξη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της απεβίωσε το έτος 2018, ότι ο πατέρας της απεβίωσε το 2017 και ότι είχε τρεις αδελφούς, οι οποίοι απεβίωσαν, είτε λόγω ασθένειας είτε το 2019 στο πλαίσιο της Αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν. Στο ίδιο στάδιο, η Αιτήτρια δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη αδελφής, παρότι ερωτήθηκε ρητώς για τα αδέλφια της και ανέπτυξε με σχετική λεπτομέρεια τις συνθήκες θανάτου των τριών αδελφών της.
Αντιθέτως, με την ένορκη δήλωσή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η Αιτήτρια προσκομίζει, μεταξύ άλλων, πιστοποιητικό θανάτου αδελφής της το οποίο καταγράφει ως ημερομηνία θανάτου της την 26η Ιουνίου 2023, καθώς και πιστοποιητικό θανάτου της μητέρας της, με καταγεγραμμένη ημερομηνία θανάτου την 22η Μαρτίου του 2023. Τα εν λόγω έγγραφα επιχειρούν να θεμελιώσουν ισχυρισμό περί πλήρους απώλειας του οικογενειακού της περιβάλλοντος
Η εκ των υστέρων επίκληση ύπαρξης αδελφής και η προσκόμιση πιστοποιητικού θανάτου αυτής και της μητέρας της -η οποία ως η ίδια δήλωσε φαίνεται να είχε ήδη πεθάνει από το 2018- δεν μπορούν να εκληφθούν ως απλή συμπλήρωση ή διευκρίνιση των αρχικών ισχυρισμών της Αιτήτριας, αλλά συνιστούν ουσιώδη μεταβολή της περιγραφής του οικογενειακού της πυρήνα. Η μεταβολή αυτή, σε συνδυασμό με τις διαφοροποιήσεις ως προς τον χρόνο και τις συνθήκες θανάτου των συγγενικών της προσώπων, υπονομεύει τη συνοχή και την εσωτερική αξιοπιστία της αφήγησής της.
Οι αντιφάσεις αυτές δεν είναι δευτερεύουσες, αλλά αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα της υπόθεσης της Αιτήτριας και επηρεάζουν άμεσα την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα μεταγενέστερα προσκομισθέντα έγγραφα δεν δύνανται να θεωρηθούν ως νέα και αξιόπιστα στοιχεία κατά την έννοια της σχετικής νομοθεσίας, ικανά να ανατρέψουν την αρχική κρίση περί απαραδέκτου της μεταγενέστερης αίτησης. Αντιθέτως, η προσκόμισή τους ενισχύει την εικόνα ασυνέπειας και επιλεκτικής προβολής γεγονότων.
Πρόσθετα των πιο πάνω, η συνήγορος της Αιτήτριας, στη γραπτή της αγόρευση, επικαλείται το προσκομισθέν ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά την κατάσταση υγείας ανήλικου τέκνου της, υποστηρίζοντας ότι αυτό συνιστά νέο και ουσιώδες στοιχείο, το οποίο δεν είχε τεθεί ενώπιον της Διοίκησης κατά τον χρόνο εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης και το οποίο, σε συνδυασμό με την επικαλούμενη απώλεια του οικογενειακού υποστηρικτικού περιβάλλοντος στη χώρα καταγωγής, αυξάνει ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια είναι η μοναδική δυνατή φροντίστρια του ανηλίκου, καθότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το πρόσωπο που είχε αναλάβει τη φροντίδα του τέκνου έχει πλέον αποβιώσει, και ότι η παραμονή ή επιστροφή της στο Καμερούν θα εκθέσει τόσο το παιδί όσο και την ίδια σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Οι ισχυρισμοί αυτοί, καθ’ ο μέρος ερείδονται στο προσκομισθέν ιατρικό πιστοποιητικό του ανήλικου τέκνου, δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί ως ικανοί να επηρεάσουν την κρίση περί παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα ίδια τα λεγόμενα της Αιτήτριας κατά την αρχική της συνέντευξη, το εν λόγω τέκνο διαμένει ήδη στη χώρα καταγωγής της, ήτοι στο Καμερούν, υπό τη φροντίδα φίλης της, με την οποία, κατά δήλωσή της, διατηρούσε επικοινωνία και στην οποία είχε εμπιστευθεί τη φροντίδα των τέκνων της. Η εκ των υστέρων προβολή διαφορετικού προσώπου ως φροντιστή του ανηλίκου, και δη αδελφής της Αιτήτριας, η οποία φέρεται πλέον να έχει αποβιώσει, δεν συνάδει με τα όσα η ίδια είχε δηλώσει κατά την αρχική της συνέντευξη, όπου ανέφερε ρητώς ότι είχε μόνο αδέλφια, τα οποία μάλιστα είχαν όλα αποβιώσει, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη αδελφής. Η απόκλιση αυτή ως προς τη σύνθεση του οικογενειακού της πυρήνα συνιστά ουσιώδη αντίφαση επί κρίσιμου πραγματικού στοιχείου της υπόθεσης και υπονομεύει περαιτέρω τη συνοχή και αξιοπιστία της αφήγησής της. Τα όσα τώρα επικαλείται η Αιτήτρια, όχι μόνο δεν ενισχύουν την υπόθεσή της αλλά δεν συνάδουν με τα προγενέστερα δηλωθέντα και δημιουργούν πρόσθετη αναντιστοιχία ως προς κρίσιμο πραγματικό στοιχείο της υπόθεσης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το ιατρικό πιστοποιητικό δεν τεκμηριώνει νέο ή μεταγενέστερο κίνδυνο που θα προέκυπτε αποκλειστικά ή κυρίως από την ενδεχόμενη επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Αντιθέτως, από τα ίδια τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλει η Αιτήτρια συνάγεται ότι το τέκνο της ήδη ζει στο Καμερούν και, κατά τα προγενέστερα δηλωθέντα, λαμβάνει φροντίδα από τρίτο πρόσωπο της επιλογής της, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί άμεσης και αποκλειστικής εξάρτησής του από την παρουσία της Αιτήτριας.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια είναι η «μοναδική δυνατή φροντίστρια» του ανηλίκου δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του φακέλου και έρχεται σε αντίφαση με τα όσα η ίδια είχε δηλώσει κατά το στάδιο της συνέντευξης, όπου ρητώς ανέφερε ότι τα τέκνα της διαμένουν με φίλη της στο Καμερούν. Η εκ των υστέρων επίκληση αποκλειστικής φροντίδας, χωρίς επαρκή και συνεπή τεκμηρίωση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ιδίως στο στάδιο της κρίσης περί παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης.
Επιπλέον, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η σοβαρότητα της ιατρικής κατάστασης του ανηλίκου, το οποίο επισημαίνεται ότι ευρίσκεται στο Καμερούν, αυτή δεν συνδέεται με λόγους δίωξης ή σοβαρής βλάβης που να αφορούν την ίδια την Αιτήτρια κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το πρίσμα αυτό, το ιατρικό πιστοποιητικό, ακόμη και αν θεωρηθεί νέο ή μεταγενέστερο, δεν συνιστά στοιχείο που αυξάνει ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας στην Αιτήτρια. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για στοιχείο που άπτεται οικογενειακών και ανθρωπιστικών παραμέτρων, το οποίο, χωρίς την ύπαρξη άμεσου και εξατομικευμένου κινδύνου συνδεόμενου με τη χώρα καταγωγής, δεν επαρκεί για να καταστήσει παραδεκτή μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας.
Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Αιτήτριας ότι η επαγγελματική της ιδιότητα ως δασκάλας συνιστά νέο στοιχείο το οποίο δεν λήφθηκε υπόψη κατά την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να ευδοκιμήσει. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, η εργασιακή απασχόληση της Αιτήτριας ως δασκάλας είχε ήδη δηλωθεί και εξεταστεί κατά το στάδιο της αρχικής της αίτησης διεθνούς προστασίας και, μάλιστα, είχε γίνει αποδεκτή ως πραγματικό γεγονός από την αρμόδια αρχή. Ως εκ τούτου, το στοιχείο αυτό ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση της αρχικής απορριπτικής απόφασης και δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο ή μεταγενέστερο στοιχείο κατά την έννοια της νομοθεσίας περί μεταγενέστερων αιτήσεων.
Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η Αιτήτρια είχε καταχωρίσει προσφυγή κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης, την οποία εν συνεχεία απέσυρε. Η απόσυρση της εν λόγω προσφυγής είχε ως αποτέλεσμα η αρχική διοικητική απόφαση να καταστεί τελεσίδικη και δεσμευτική ως προς τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που κρίθηκαν στο πλαίσιό της, περιλαμβανομένης και της αξιολόγησης της επαγγελματικής ιδιότητας της Αιτήτριας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Αιτήτρια δεν δύναται, διά της μεταγενέστερης αίτησής της, να επαναφέρει ως δήθεν νέο στοιχείο πραγματικό δεδομένο το οποίο είχε ήδη εξεταστεί, αξιολογηθεί και οριστικοποιηθεί κατά το προγενέστερο στάδιο.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, ουδείς εκ των προβληθέντων ισχυρισμών της συνηγόρου της Αιτήτριας, είτε αυτοτελώς είτε σωρευτικώς, δεν συνιστά νέο ή μεταγενέστερο στοιχείο ικανό να αυξήσει ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας ούτε να κλονίσει την τελεσίδικη διοικητική κρίση που εκδόθηκε επί της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την κρίση της μεταγενέστερης αίτησης ως παραδεκτής, ούτε γεννάται υποχρέωση κλήσης της Αιτήτριας σε νέα συνέντευξη, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να κρίνεται νόμιμη και αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Από τα ενώπιόν μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, στο μέτρο που αυτοί θα ήταν κρίσιμοι για το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησής της για άσυλο. Από τα όσα καταγράφονται σε αυτήν, ουδέν νέο στοιχείο ή πόρισμα ή ισχυρισμό αναφέρει η Αιτήτρια ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτή χρήζει περαιτέρω εξέτασης και/ή κλήσης της Αιτήτριας σε συνέντευξη για την κατ' ουσίαν εξέταση του αιτήματος της. Ορθώς συνεπώς οι Καθ' ων η αίτηση, κατά το προκαταρκτικό αυτό στάδιο εξέτασης της αίτησής της, έκριναν ότι δεν πληρείται καμία εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται (σωρευτικώς) στο άρθρο 16Δ(3)(β) ώστε να προβούν σε ουσιαστική εξέταση των νέων στοιχείων.
Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησής της, υπό το φως των συναφών διατάξεων που τυγχάνουν εφαρμογής, φρονώ ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση αποτελεί προϊόν ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που αυτοί είχαν ενώπιόν τους, σύμφωνα και με το Νόμο και είναι πλήρως αιτιολογημένη και συνεπώς η απόφαση τους για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησής της Αιτήτριας ως απαράδεκτης είναι ορθή.
Οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση, θα καθιστούσε τη διαδικασία ατέρμονη, καταχρηστική και αντίθετη με τους σκοπούς του Περί Προσφύγων Νόμου και της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.
Ως εξ όσων έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €700 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Με τον περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022, 31/2022.
[2] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)
[3] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.
[5] Βλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 2022, Secretary of State for the Home Department (Καθεστώς πρόσφυγα ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής), C‑349/20, EU:C:2022:151, σκέψεις 54, 55 και 61.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο