Α.Κ.Κ. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3289/24, 5/3/2026
print
Τίτλος:
Α.Κ.Κ. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3289/24, 5/3/2026
Α.Κ.Κ. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3289/24, 5/3/2026


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 3289/24

5 Μαρτίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α.Κ.Κ.

Αιτητής

-και-

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Χρ. Παφίτη (κα) για Α. Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ευφρ. Χατζηγιάννη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 18/07/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος. Με το αιτητικό (Β) ο Αιτητής αιτείται την έκδοση νέας εκτελεστής απόφασης από το Δικαστήριο επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή η οποία να αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως εκτίθενται στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από σχετικά Παραρτήματα, έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, πολίτης της Δημοκρατίας της Σιέρα Λεόνε (στο εξής Σιέρα Λεόνε) και στις 11/10/2022, εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. 

 

Στις 26/10/2022, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία και αυθημερόν παρέλαβε τη βεβαίωση της υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας.  Στις 22/05/2024 και στις 18/07/2024, παραχώρησε συνεντεύξεις ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής «ο αρμόδιος λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός του.  Στις 18/07/2024, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών ως ο νόμος ορίζει, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε για λογαριασμό του Προϊσταμένου την ανωτέρω εισήγηση.  Στις 09/08/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή και αυθημερόν ο Αιτητής παρέλαβε ιδιοχείρως και υπέγραψε αυτήν. 

 

Στις 23/08/2024, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή.

 

Ο Αιτητής δια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του, προώθησε τους ακόλουθους λόγους ακύρωσης: (α) η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί χωρίς να διεξαχθεί η δέουσα έρευνα και/ή χωρίς να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, (β) η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί τελώντας υπό πλάνη περί τα πράγματα και (γ) η πράξη και/ή απόφαση των Καθ΄ ων η Αίτηση στερείται επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας και/ή είναι ελλιπής και/ή στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, υπέβαλε δια της γραπτής αγόρευσής της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που του αναλογεί. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.  

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις 21/10/2025 η συνήγορος του Αιτητή δήλωσε ότι θα προωθήσει μόνο τον λόγο ακύρωσης σε σχέση με την έλλειψη δέουσας έρευνας πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Δεδομένου του περιορισμού της υπό εξέταση προσφυγής στην έλλειψη δέουσας έρευνας και λαμβάνοντας υπόψιν ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο, προχωρώ στην εξέταση της επίδικης απόφασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.

 

Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών του Αιτητή ως αυτοί προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. 

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ο Αιτητής κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή. Ειδικότερα, κατέγραψε ότι είναι καταζητούμενος από την κοινότητα και από τις αστυνομικές αρχές λόγω της ομοφυλοφιλίας του. Τον Ιούλιο, ως κατέγραψε, η θεία του βρήκε τον ίδιο και τον σύντροφό του μαζί και φώναξε τους γείτονες. Άρπαξαν τον σύντροφό του, όμως ο Αιτητής κατάφερε να διαφύγει και να φιλοξενηθεί σε σπίτι φίλου του για μικρό χρονικό διάστημα. Ο Αιτητής δεν ήταν ακόμα ασφαλής επειδή φωτογραφία του βρισκόταν αναρτημένη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως καταζητούμενος λόγω της ομοφυλοφιλίας του. Ο φίλος του πατέρα του τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα και με φοιτητική άδεια έφτασε στη Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου – σε ελεύθερη μετάφραση).

 

 

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεών του, τέθηκαν αρχικά στον Αιτητή γενικές ερωτήσεις σχετικές με την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής, την εκπαίδευση, την οικογενειακή κατάσταση και την επαγγελματική του εμπειρία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Σιέρα Λεόνε γεννηθείς στην πόλη Freetown, η οποία αποτελεί και το συνήθη τόπο διαμονής του. Είναι μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, μητρική του γλώσσα είναι η Krio και ομιλεί επίσης την αγγλική. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση ανέφερε ότι οι γονείς του έχουν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό ατύχημα όταν ο Αιτητής ήταν 12 με 13 ετών και είναι μοναχοπαίδι. Ο Αιτητής ανέφερε ότι όταν απεβίωσαν οι γονείς του τον φρόντιζε ο θείος του. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στη χώρα του ο Αιτητής εργάστηκε μόνο ως καθαριστής.

 

Σε σχέση με το ταξίδι του, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη Σιέρα Λεόνε με την οικονομική υποστήριξη του θείου του, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη και ακολούθως μετέβη στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές με φοιτητική άδεια. Ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά την έξοδο από την χώρα καταγωγής του αντιμετώπισε πρόβλημα καθότι δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια εξόδου («police clearance») για τις αρχές ωστόσο με τη βοήθεια του θείου του το ζήτημα τακτοποιήθηκε.

 

Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, αρχικά ανέφερε ότι η ζωή του ήταν σε κίνδυνο. Κληθείς να αναφερθεί σε περαιτέρω λεπτομέρειες, ο Αιτητής δήλωσε ότι η κοινότητά του και οι τοπικές αρχές τον αναζητούσαν επειδή τον βρήκαν σε ιδιαίτερη στιγμή μαζί με τον σύντροφό του. Ειδικότερα δήλωσε ότι στις 23/07/2022, ενώ βρίσκονταν στο σπίτι του συντρόφου του μαζί με τον σύντροφό του εισήλθε ξαφνικά στο δωμάτιο η θεία του συντρόφου του και τους τσάκωσε. Η θεία του στη συνέχεια κάλεσε πρόσωπα τα οποία εισήλθαν εντός του δωματίου που βρίσκονταν ο Αιτητής με το σύντροφό του και ξεκίνησαν να τους κτυπούν. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, αν και ο Αιτητής διέφυγε, ο σύντροφός του δεν τα κατάφερε και οδηγήθηκε στις αρχές. Ο Αιτητής εν τέλει κρύφτηκε σε απομονωμένο μέρος και ζήτησε τη βοήθεια του θείου του ο οποίος τον οδήγησε σε κάποιο κτίριο όπου παρέμεινε από τον Ιούλιο 2022 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2022 που εγκατέλειψε τη χώρα. Το διάστημα αυτό, όπως πληροφορήθηκε από το θείο του οι κοινότητα τον αναζητούσε.

 

Ακολούθως ο Αιτητής κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήματα αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ειδικότερα, δήλωσε ότι τον ελκύουν οι αδύνατοι άνδρες και ότι αυτό το αντιλήφθηκε όταν ήταν μαθητής. Ειδικότερα, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια εκδρομής αντίκρυσε τον φίλο του γυμνό, ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο και πρόσθεσε ότι ένιωσε έλξη για αυτόν. Στην συνέχεια τρομοκρατήθηκε και εξήγησε ότι μετά την κακοποίηση που δέχτηκε από τον θείο του, φοβόταν να συνδεθεί με κάποιον και ειδικότερα με άνδρες.

 

Κληθείς να εξηγήσει την αναφορά του σχετικά με τη κακοποίηση που δέχτηκε από τον θείο του, ο Αιτητής δήλωσε ότι όταν οι γονείς του απεβίωσαν, επέλεξε να βρίσκεται μαζί με το θείο του. Όταν ο Αιτητής ήταν περίπου 12 με 13 ετών, κάποιο βράδυ καθώς παρακολουθούσαν μία ταινία, ο θείος του του ζήτησε να βγάλει το παντελόνι και το εσώρουχό του και άρχισε να τον αγγίζει. Ο θείος του συνέχισε να προβαίνει σε αυτές τις πράξεις και ο Αιτητής ήταν δυσαρεστημένος καθότι ένιωθε τον θείο του ως πατέρα του. Ο Αιτητής στη συνέχεια προσπάθησε να αντιστέκεται διότι ντρεπόταν και τον έδιωχνε. Εξήγησε περαιτέρω ότι αυτό που τον έκανε να ντρέπεται ήταν ότι τον θεωρούσε πατέρα του και ότι ο θείος του τον εκμεταλλευόταν σεξουαλικά, απειλώντας τον να μην αναφέρει σε κανένα το οτιδήποτε. Για χρονικό διάστημα ο θείος του διέκοψε τις εν λόγω πράξεις κατά του Αιτητή όμως επανήλθε. Ο Αιτητής επανέλαβε ότι αισθανόταν ντροπή και τότε ξεκίνησε να έχει θέματα εμπιστοσύνης στους ανθρώπους γιατί όπως εξήγησε είχε δείξει εμπιστοσύνη στο θείο του και ο τελευταίος τον εκμεταλλεύτηκε. Κληθείς να απαντήσει αν η συμπεριφορά του θείου του επηρέασε την σεξουαλικότητά του, ο Αιτητής απάντησε θετικά καθότι αργότερα κάποιες στιγμές του έλειπε ο τρόπος που ο θείος του τον άγγιζε.

 

Ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής αναφέρθηκε στη διαφορετικότητά του και στο ότι ο ίδιος αισθανόταν διαφορετικός, που είχε ως αποτέλεσμα να πρέπει να βρίσκεται σε ετοιμότητα διαφορετικά θα αντιμετώπιζε προβλήματα, καθότι στη χώρα του η ομοφυλοφιλία δεν είναι αποδεκτή και ως εκ τούτου ως ομοφυλόφιλο άτομο δεν είχε κοινωνική ζωή επειδή επέλεξε να κρατήσει τη σεξουαλικότητά του για τον εαυτό του.

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με άλλα πρόσωπα του ιδίου φύλου.  Κληθείς να αναφερθεί στη πρώτη του σεξουαλική επαφή, ο Αιτητής δήλωσε ότι πρώτη φορά είχε σεξουαλική σχέση με τον σύντροφο τον οποίο τους τσάκωσαν, όταν ήταν στο γυμνάσιο και ήταν συμμαθητές. Ανέφερε ότι η σχέση τους ήταν αρχικά φιλική και εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση μετά από ερωτικό παιχνίδι. Ερωτηθείς αν ο Αιτητής γνώριζε την προτίμηση του φίλου του σε άτομα του ιδίου φύλου, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι όταν συνδέθηκαν αντιλήφθηκε ότι η συμπεριφορά του ήταν διαφορετική, αφού τον άγγιζε και του ανέφερε ότι του άρεσε το σώμα του. Ο Αιτητής δήλωσε ακόμα ότι αν και άρεσε και στον ίδιο η σχέση που ανέπτυξαν, εντούτοις αισθανόταν φόβο να εκμυστηρευτεί τα συναισθήματά του για αυτόν.

 

Ερωτηθείς να απαντήσει πως αισθάνεται ως ομοφυλόφιλο άτομο στη χώρα του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι αισθανόταν σαν φυλακισμένος, καθότι δε μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα και επίσης ότι προσπαθούσε να κρατήσει τη σεξουαλικότητά του κρυφή. Ως προς το πως αντιμετωπίζεται η ομοφυλοφιλία στη χώρα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ομοφυλόφιλα άτομα δεν είναι αποδεκτά στην κοινωνία και ότι σε περίπτωση που τσακώσουν κάποιο πρόσωπο να προβαίνει σε ομοφυλοφιλικές πράξεις τον κτυπούν. Ο Αιτητής ανέφερε ότι αν και δεν είναι σίγουρος η ποινή είναι 14 χρόνια ή δια βίου φυλάκιση. Ο Αιτητής ερωτηθείς για την ζωή του ως ομοφυλόφιλο άτομο που βρίσκεται στη Κυπριακή Δημοκρατία αποκρίθηκε ότι νιώθει ασφαλής. Πρόσθετα δήλωσε ότι βρισκόταν σε σχέση για 9 μήνες και έχει επαφές με άτομα που γνωρίζει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ως προς το τι πιστεύει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη Σιέρα Λεόνε, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν θα αισθάνεται ασφαλής καθότι η κοινωνία στη χώρα του δεν αποδέχεται την ομοφυλοφιλία. Τέλος κατόπιν σχετικής ερώτησης για το αν οι αρχές της χώρας θα επιτρέψουν την είσοδο του σε αυτή επανέλαβε ότι προτού εγκαταλείψει τη χώρα ήταν καταζητούμενο πρόσωπο από την κοινότητά του.

 

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση-Εισήγησή του τρία ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις δηλώσεις του Αιτητή:

 

1)   ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή,

2)   σεξουαλικός προσανατολισμός του Αιτητή ως ομοφυλόφιλο άτομο και

3) Ισχυρισμός του Αιτητή ότι καταζητείται λόγω του ότι θεάθηκε να ερωτοτροπεί με τον σύντροφό του.  

 

Με παραπομπές στις δηλώσεις του Αιτητή και αναφορές σε διαδικτυακές πηγές, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό το πρώτο ουσιώδες περιστατικό, αφού κρίθηκε ως αξιόπιστο στο σύνολό του. 

 

Αντιθέτως, το δεύτερο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, το οποίο εξετάστηκε υπό το πρίσμα του μοντέλου «DSSH» (Difference-Stigma-Shame-Harm), δεν έγινε αποδεκτό από το λειτουργό. Αναφορικά με την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής χαρακτηρίζονταν από έλλειψη πληροφοριών και οι αναφορές του παρουσίασαν αοριστίες και επιπολαιότητα. Σύμφωνα με τον λειτουργό, κληθείς ο Αιτητής να δώσει περαιτέρω πληροφορίες, υπέπεσε σε αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών και ότι στα λεγόμενά του διαφάνηκε έλλειψη συνοχής.

 

Συγκεκριμένα, όσον αφορά το πρώτο στοιχείο του μοντέλου, ήτοι τη διαφορετικότητα (difference), ο Αιτητής δήλωσε ότι έλκεται από άτομα του ίδιου φύλου και αυτοπροσδιορίζεται ως ομοφυλόφιλος, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι προτιμά τους αδύνατους άντρες. Όσον αφορά τη διαδικασία συνειδητοποίησης της διαφορετικότητάς του, ανέφερε ότι αυτό συνέβη όταν ήταν μαθητής, κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής όπου αντίκρυσε γυμνό το φίλο του, χωρίς ωστόσο, να παρέχει άλλες λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία αυτή. Ακόμα, κρίθηκε από τον λειτουργό, ότι τα λεγόμενά του υπήρξαν επιπόλαια καθότι δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του ή ακόμα το πως βίωνε τη διαφορετικότητά του.

 

Επιπρόσθετα, ο λειτουργός εντόπισε στις αναφορές του Αιτητή διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο του συνεντεύξεων. Επισημαίνει στην Έκθεση-Εισήγησή του ότι ο  Αιτητής υπήρξε αντιφατικός ως προς το πότε συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, αφού σε μια περίπτωση ανέφερε ότι ήταν το 2020 (βρισκόταν σε ηλικία των 20 ετών) ενώ σε άλλη περίπτωση ανέφερε ότι ήταν σε ηλικία περί των 13 με 14 χρονών. Ως προς το πως βίωνε τη διαφορετικότητα του, ο λειτουργός επεσήμανε ότι αν και ο Αιτητής ανέφερε ότι όταν το συνειδητοποίησε τη  η ζωή του άλλαξε λόγω της καταδίκης και από την κυβέρνηση και από την κοινωνία ομοφυλόφιλων ατόμων, ωστόσο ο Αιτητής δεν πέτυχε να αποσαφηνίσει και να περιγράψει τον τρόπο που άλλαξε η ζωή του, με τις αναφορές του να παραμένουν γενικές γύρω από το νομικό πλαίσιο, χωρίς να αναφέρεται σε δικούς του προσωπικούς προβληματισμούς, σκέψεις που πιθανό να βίωνε.

 

Αξιολογώντας το στοιχείο του στίγματος και της ντροπής (stigma and shame), ο λειτουργός επεσήμανε στην Έκθεση-Εισήγησή του ερωτηθείς ο Αιτητής για το πώς αισθανόταν στη χώρα του ως ομοφυλόφιλο άτομο, ο δήλωσε ότι η ζωή του έμοιαζε με «φυλακή» και ότι απέφευγε τις κοινωνικές συναναστροφές για να προστατεύσει την ιδιωτικότητα της σεξουαλικότητάς του. Ωστόσο, δεν περιέγραψε συγκεκριμένους προσωπικούς προβληματισμούς ή σκέψεις που βίωνε λόγω της διαφορετικότητάς του σε μια χώρα όπου τα ομοφυλόφιλα άτομα διώκονται ποινικά και υφίστανται έντονο κοινωνικό στίγμα. Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονται από γενικόλογες και μη αναλυτικές δηλώσεις.

 

Σχετικά με το στοιχείο της βλάβης, αν και ο Αιτητής ανέφερε ότι αισθανόταν ντροπή και ότι του προκάλεσε θέματα εμπιστοσύνης, εντοπίστηκε από τον λειτουργό έλλειψη συνοχής καθότι παρά τα όσα συνέβησαν με το θείο του εξακολουθούσε να διαμένει μαζί του ακόμα και μετά την ενηλικίωση του, χωρίς να είναι σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τη συνέχιση της διαμονής του με ένα πρόσωπο που τον παρενοχλούσε σεξουαλικά.

 

Καταληκτικά, ο λειτουργός επεσήμανε, ότι αν και δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες στον Αιτητή να εκφράσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σχετικά με την αναγνώριση και την αποδοχή της σεξουαλικότητάς του, από τον ίδιο εντούτοις κρίθηκε από τον λειτουργό η αδυναμία του Αιτητή να περιγράψει τη συναισθηματική, ψυχολογική ή και πνευματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, ακόμα και να εκφράσει συναισθήματα σκέψεις ή προβληματισμούς που βίωνε κατά την διεργασία αναγνώρισης της διαφορετικότητάς του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης εντόπισε στοιχεία ότι στη Σιέρα Λεόνε, η σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου απαγορεύεται σύμφωνα με τον νόμο Περί Εγκλημάτων κατά του Προσώπου, Offences Against the Person Act 1861, με μέγιστη ποινή ισόβιας φυλάκισης. Επίσης εντοπίστηκαν πληροφορίες από τις οποίες φαίνεται ότι ο νόμος εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια με αποτέλεσμα ΛΟΑΤ άτομα να έχουν υποστεί συλλήψεις, αυθαίρετες κρατήσεις. Επίσης η ομοφυλοφιλία αποτελεί ταμπού στη χώρα και η κοινότητα αντιμετωπίζει βία, γελοιοποιήσεις και περιθωριοποίηση και διακρίσεις στην απασχόληση, στην εκπαίδευση και στη στέγαση. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής, ευλογοφάνειας, επαρκών πληροφοριών, ο λειτουργός δεν έκανε αποδεκτό τον συγκεκριμένος ισχυρισμό του Αιτητή και τον απέρριψε.

 

 

Σε σχέση με το τρίτο ουσιώδη πραγματικό περιστατικό, ήτοι ότι καταζητείται λόγω του ότι θεάθηκε να ερωτοτροπεί με τον σύντροφό του, ο λειτουργός εντόπισε αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής και έλλειψη επαρκών πληροφοριών στις αναφορές του Αιτητή, εντούτοις επεσήμανε ότι  λαμβανομένου υπόψη ότι η γενεσιουργός αιτία του τρίτου πραγματικού ουσιώδους περιστατικού είναι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός, ισχυρισμός ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός, συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και το τρίτο ουσιώδη πραγματικό περιστατικό.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός κατέγραψε στην Έκθεση-Εισήγησή του ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν προέβη σε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ομοίως, ως και κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού κατέληξε ότι λόγω του ότι η γενεσιουργός αιτία του τρίτου πραγματικού ουσιώδους περιστατικού είναι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός, ισχυρισμός ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός ως ανωτέρω αναλύθηκε. Ως εκ τούτου ο λειτουργός προχώρησε στην απόρριψη και του συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού.   

 

Προχωρώντας εν συνεχεία αξιολόγηση κινδύνου, ο λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του αποδεδειγμένου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού που προέκυψε από τις δηλώσεις του Αιτητή, καθώς επίσης και επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Freetown της περιοχής Western της Σιέρα Λεόνε, λαμβανομένου υπόψη και του προσωπικού του προφίλ καθότι άνδρας νεαρής ηλικίας, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς σοβαρά θέματα υγείας ή ευαλωτότητας ικανός για εργασία δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριωνόταν φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούταν το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Σιέρα Λεόνε και ειδικότερα στη Freetown, ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.  Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εκχωρηθεί στον Αιτητή ούτε το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.

 

Σχετικά με το βασικό ισχυρισμό του Αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού, κρίνω ότι οι δηλώσεις του Αιτητή, δεν εμπεριείχαν τη συνοχή και ιδίως τα βιωματικά στοιχεία που ευλόγως θα αναμένονταν, έχοντας υπόψιν τη φύση του ισχυρισμού αλλά και το μορφωτικό επίπεδό του, παρουσιάζοντας μάλιστα κομβικές για τη θεμελίωση του ισχυρισμού αντιφάσεις.  Ο Αιτητής δεν κατάφερε, μέσω των δηλώσεων του, να αποδώσει το ψυχικό του κόσμο και την εσωτερική εξέλιξη που βίωσε από τη συνειδητοποίηση του και έπειτα, την αντίδρασή του σε αυτή τη συνειδητοποίηση και τις σκέψεις του γύρω από αυτό. Οι πληροφορίες που παρέθεσε σχετικά με τη διεργασία κατανόησης της διαφορετικότητάς του, το πως αντιμετώπισε το ζήτημα μετά την συνειδητοποίηση ήταν γενικές και ασαφείς. Ακόμα, το γεγονός ότι δεν γνώριζε να αναφερθεί με ακρίβεια για την αντιμετώπιση της κοινωνίας αλλά και των αρχών σε άτομα της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ στη χώρα του. 

 

Συνεπώς, υπό το φως των γενικών, αόριστων και επιπόλαιων δηλώσεων του, των αντιφάσεων που εντοπίστηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου αλλά και κατόπιν αξιολόγησης των ισχυρισμών του από το Δικαστήριο, κρίνω ότι ορθά η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο εύρημα αναξιοπιστίας του Αιτητή.  Ο Αιτητής αρκέστηκε σε γενικότητες και αοριστολογίες, ενώ υπέπεσε και σε αντιφάσεις, και δεν θεμελίωσε επαρκώς και με τον ενδεδειγμένο βαθμό σαφήνειας και λεπτομερειών το αίτημά του για διεθνή προστασία. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί μη δέουσας έρευνας και οι λοιποί νομικοί ισχυρισμοί που προέβαλε ο συνήγορός του απορρίπτονται, στη βάση και της ουσιαστικής αξιολόγησης του αιτήματος του Αιτητή που έγινε από το Δικαστήριο. 

 

Αναφορικά με την αξιολόγηση παροχής επικουρικής προστασίας στον Αιτητή παραπέμπω στο άρθρο 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου «(1) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, "σοβαρή βλάβη" ή "σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη" σημαίνει:

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη  ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης»

 

Ο Αιτητής δεν έχει προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό που να μπορεί να στοιχειοθετήσει υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και (2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. 

 

Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ.C-285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(c) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Για την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, δέον να εξεταστεί η κατάσταση ασφαλείας στη Freetown της Σιέρα Λεόνε, η οποία αποτελεί τον τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Σύμφωνα με το portal Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Σιέρα Λεόνε δεν βρίσκεται υπό ένοπλη σύρραξη.[1]

  

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED «Armed Conflict Location and Event Data Project/» για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 28/11/2025), καταγράφηκαν στη Σιέρα Λεόνε 12 περιστατικά πολιτικής βίας («Political Violence» που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία προέκυψαν 6 ανθρώπινες απώλειες. Στην πόλη Freetown, περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, καταγράφηκαν 2 περιστατικά χωρίς να προκύψουν ανθρώπινες απώλειες.[2] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Freetown ανέρχεται σε 1,347,560 κατοίκους.[3]

 

Ενόψει των ως άνω πληροφοριών, παρά το ότι ενδεχομένως να προκύψουν κίνδυνοι στην καθημερινότητα, αυξημένοι ίσως σε σχέση με κάποιο αναπτυγμένο κράτος, τούτοι δεν μπορεί να λεχθεί ότι φτάνουν στο σημείο ώστε να θεωρείται ότι δεν υπάρχει προστασία από τις αρχές κατά της κοινής εγκληματικότητας. Η κατάσταση γενικευμένης βίας χαρακτηρίζεται από διαρκή, γενικά και παρατεταμένα επίπεδα βίας σε μια χώρα ή σε μια περιοχή. Δεν αρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραπάνω διάταξης η διαπίστωση σποραδικών και μεμονωμένων περιστατικών τρομοκρατικών ενεργειών ή άλλων βίαιων επεισοδίων ούτε αυξημένης εγκληματικότητας, η οποία αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της έννομης τάξης και των μέτρων για τη δημόσια ασφάλεια κάθε οργανωμένου κράτους.

 

Τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι δεν επικρατούν, στη περιοχή όπου κατοικούσε, συνθήκες γενικευμένης βίας (βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων) υπό την έννοια της παραπάνω διάταξης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αξιολόγηση της συχνότητας, έντασης, έκτασης και διάρκειας πιθανών περιστατικών βίας ή τρομοκρατικών ενεργειών καθώς και οι διαπιστούμενες απώλειες αμάχων λόγω των πράξεων αυτών (αδιάκριτων πράξεων βίας, όπως επιθέσεων αυτοκτονίας ή εκρήξεων των αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών) στη συγκεκριμένη περιοχή δεν οδηγούν το Δικαστήριο στον χαρακτηρισμό της κατάστασης ως κατάστασης γενικευμένης βίας ούτε δημιουργούν σοβαρή προσωπική απειλή στον Αιτητή λόγω συνθηκών γενικευμένης βίας, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης.

 

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι στην πόλη Freetwon, η οποία αποτελεί τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στη Σιέρα Λεόνε, επικρατούν σήμερα συνθήκες γενικευμένης βίας ασκούμενης αδιακρίτως λόγω ένοπλης σύρραξης, ώστε να παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Έχοντας ενώπιον μου το σύνολο των στοιχείων της διοικητικής διαδικασίας και υπό το φως όλων των δεδομένων, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση. Επίσης δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για να αναγνωριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Δεν προβλήθηκαν και/ή δεν αποδείχθηκαν ισχυρισμοί, σε κανένα στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, αλλά ούτε και της παρούσας διαδικασίας, οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπαγωγή του Αιτητή στις διατάξεις των άρθρων 3 ή 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

  

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, όπως τα έχω αναλύσει και πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 


 



[1]RULAC, Geneva Academy, map, διαθέσιμο στο: https://www.rulac.org/browse/map (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης στις 09/12/2025).

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Sierra Leone-Freetown, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer

 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/12/2025)

[3]World PopulationFreetown, https://worldpopulationreview.com/cities/sierra-leone/freetown  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης στις 09/12/2024).

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο