Μ. Κ. κ.α. ν. NESTORAS HOTELS LIMITED, Συν. Αίτ.: 10 & 11/17, 27/12/2024
print
Τίτλος:
Μ. Κ. κ.α. ν. NESTORAS HOTELS LIMITED, Συν. Αίτ.: 10 & 11/17, 27/12/2024

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.

                   Θ. Ευθυμίου           )

                   Χρ. Μάμα                ) Μελών

                                                                                                            Συν. Αίτ.: 10 & 11/17

Μεταξύ:

                                                      Μ.  Κ.

                                                                                                  Αιτητή

                                                  και

                   NESTORAS  HOTELS  LIMITED

                                                                                  Καθ΄ ων η αίτηση

Μεταξύ:

                                                B.  Χ.

                                                                                                  Αιτήτρια

                                                   και

                     NESTORAS  HOTELS  LIMITED

                                                                                    Καθ΄ ων η αίτηση

Ημερομηνία: 27 Δεκεμβρίου, 2024.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή στην Αιτ. 10/17: κ. Γ. Μιντής.

Για την Αιτήτρια στην Αιτ. 11/17: κ. Ν. Νικολάου.

Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Α. Ζαχαρίου.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Αιτητές με το δικόγραφό τους ισχυρίζονται ότι εργάζονταν στους Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία»), ότι την 25/1/16 απολύθηκαν παράνομα και χωρίς προειδοποίηση και ζητούν αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίηση.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής στην Αιτ. 10/17 απολύθηκε επειδή είχε επιδείξει διαγωγή που τον κατέστησε υποκείμενο σε απόλυση και επειδή ως υπεύθυνος του Τμήματος Υποδοχής δεν έλαβε μέτρα για διακοπή κλοπών που λάμβαναν χώρα στο τμήμα του.  Ισχυρίζονται επίσης ότι η Αιτήτρια στην Αιτ. 11/17 απολύθηκε επειδή προέβαινε μαζί με άλλους συναδέλφους της σε κλοπές χρημάτων από αργοπορημένες αναχωρήσεις (late checkouts) με παραποίηση αποδείξεων, με μη καταχώρηση εισπράξεων και από εισιτήρια για το «Wi-Fi».  Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση στα δικόγραφά τους ισχυρίζονται ότι για όλα τα πιο πάνω καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση με αρ.3328/16 Ε.Δ. Αμμοχώστου και ότι οι απολύσεις των Αιτητών ήταν νόμιμες και δικαιολογημένες και αξιώνουν την απόρριψη των αιτήσεων με έξοδα.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 (στο εξής «ο Νόμος»): «3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι΄ οινοδήποτε λόγον άλλον ή των εν των άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ΄ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:     ……….».  Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου: «… ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης.  Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία είναι αυτή που φέρει το βάρος να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση των Αιτητών. 

 

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές.  Η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία της κ.Ι., του κ.Κ., του κ.Π., του κ.Ν. και του κ.Ε.  Οι Αιτητές, για να υποστηρίξουν τα αιτήματά τους, προσέφεραν τις δικές τους μαρτυρίες.  Ο δικηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση ζήτησε και έλαβε άδεια για να αντεξετάσει την κ.Ε.  Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:

 

  1. Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια και λειτουργεί το Ξενοδοχείο «Nestor Hotel» στην Επαρχία Αμμοχώστου (στο εξής: «το Ξενοδοχείο»). 

 

  1. Ο Αιτητής στην αίτηση 10/17 προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 7/5/08 και εργάστηκε μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησής του, ήτοι την 25/1/16.  Ο εν λόγω Αιτητής λάμβανε μισθό €500 εβδομαδιαίως για σκοπούς του Νόμου.

 

  1. Η Αιτήτρια στην αίτηση 11/17 προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 1/5/10 και εργάστηκε μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησής της, ήτοι την 25/1/16.  Η εν λόγω Αιτήτρια λάμβανε μισθό €337 εβδομαδιαίως για σκοπούς του Νόμου.

 

  1. Οι υπηρεσίες των Αιτητών τερματίστηκαν την 25/1/16 με πανομοιότυπες επιστολές της ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήρια 5 και 6.  Το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών έχει ως εξής:

 

«Με την παρούσα επιθυμούμε με λύπη να σας πληροφορήσουμε ότι η απασχόλησή σας τερματίζεται άμεσα από σήμερα χωρίς προειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 5 του Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου για τους ακόλουθους λόγους:

              (Α) Έχετε επιδείξει τέτοια διαγωγή που καταστήσατε τον εαυτό σας υποκείμενο σε απόλυση χωρίς προειδοποίηση.

(Β) Η διαγωγή σας κατέστησε σαφές ότι η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι θα συνεχιστεί.

(Γ) Έχετε διαπράξει σοβαρά παραπτώματα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων σας.

(Δ) Έχει γίνει ήδη καταγγελία στην αστυνομία για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων τα οποία αποκαλύφθηκαν κατόπιν σχετικού λογιστικού ελέγχου ως και σχετικής ενημέρωσης που έγινε προς την διευθυνση.

Τα μέχρι σήμερα δικαιώματα σας θα σας καταβληθούν και επιφυλάσσουμε πλήρως τα δικαιώματά μας για οποιαδήποτε απώλεια και/ή ζημιά έχουμε υποστεί από τις ενέργειες σας».

 

Η πρώτη μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση ήταν η κ.Ιωάννου, η οποία είναι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου.  Η κ.Ιωάννου, κατά την κυρίως εξέτασή της, κατέθεσε την απόφαση και την ποινή στην Υπόθεση 3328/16 του Ε.Δ. Αμμοχώστου. 

 

Ο δεύτερος μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση ήταν ο κ.Κ., ο οποίος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος των Καθ’ ων η αίτηση.  Ο κ.Κ. ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ενημερώθηκε την 8/1/16 από τον νυχτερινό υπάλληλο, ήτοι τον κ.Ε., ότι κάποιοι υπάλληλοι του τμήματος υποδοχής, συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17, προέβαιναν σε κλοπή χρημάτων, ότι την επόμενη ημέρα ζήτησε από το ελεγκτικό γραφείο Triaros, Neos & Co να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο και ότι κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία.  Ο κ.Κ. ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι κατά τον εν λόγω έλεγχο διαπιστώθηκαν από τον κ.Ν. οικονομικές ατασθαλίες και ότι η Αιτήτρια στην αίτηση 11/17 μαζί με συναδέλφους της προέβαιναν σε κλοπές χρημάτων από αργοπορημένες αναχωρήσεις (late checkouts), παραποίηση αποδείξεων, μη καταχώρηση εισπράξεων και από εισιτήρια για το «Wi-Fi».  Ο κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι η Αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη όλων των εμπλεκομένων συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17, ότι τα εν λόγω άτομα κρατήθηκαν για 5 ημέρες, ότι καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Αμμοχώστου η ποινική υπόθεση με αρ. 3328/16, ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν και ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω απολύθηκαν οι Αιτητές με επιστολές ημερ. 25/1/16, Τεκμήρια 5 και 6.  Περιπλέον, ο κ.Κ.ισχυρίστηκε ότι οι καταδικασθέντες στην πιο πάνω αναφερόμενη ποινική υπόθεση ήταν υφιστάμενοι του Αιτητή στην αίτηση 10/17, ότι ενεργούσαν υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες του, ότι ο εν λόγω Αιτητής παράνομα και παραπλανητικά τους απέκρυψε τις παρανομίες των υφιστάμενών του και ότι οι απολύσεις των Αιτητών ήταν νόμιμες και δικαιολογημένες.  Τέλος, ο κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι γίνονταν συναντήσεις ως το Τεκμήριο 10 για να αναφερθούν όλα τα πιθανά προβλήματα και ότι ο Αιτητής στην αίτηση 10/17 που ήταν παρόν στις εν λόγω συναντήσεις από το 2014 δεν ανέφερε ποτέ για προβλήματα κλοπής στο τμήμα του. 

 

  Αντεξεταζόμενος ο κ.Κ. από τον δικηγόρο του Αιτητή στην αίτηση 10/17 ισχυρίστηκε ότι στις συναντήσεις, ως τα Πρακτικά του Τεκμηρίου 10, παρευρίσκονταν οι προϊστάμενοι των τμημάτων, ότι ο εν λόγω Αιτητής όφειλε να πάρει μέτρα για τις ατασθαλίες στο τμήμα του και να ενημερώσει τη διεύθυνση και ότι η απάντηση που έδωσε στον νυχτερινό υπάλληλο όταν τον πληροφόρησε σχετικά ήταν να μην ενημερωθεί ο ίδιος «γιατί θα έκλειναν σπίτια».  Ο κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής στην αίτηση 10/17 ήταν υπεύθυνος για το σύστημα κρατήσεων, ότι 2 φορές την εβδομάδα ασκούσε καθήκοντα «Duty Manager», ότι ήταν υπεύθυνος για τον καταρτισμό εργασίας και για τα παράπονα των πελατών, ότι ήταν υπεύθυνος για τα συμβόλαια με τους τουριστικούς πράκτορες και ότι ήταν ο εσωτερικός επιθεωρητής του HACCP.  Ο κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι «η όλη πλεκτάνη στήθηκε» επειδή δήθεν ο εκτυπωτής των εισιτηρίων «Wi-Fi» ήταν συνεχώς «χαλασμένος» και γι’ αυτό έλειπαν αποδείξεις, ότι κλέβονταν λεφτά από τον Απρίλιο του 2015, ότι δεν του αναφέρθηκε ούτε το πρόβλημα στον εκτυπωτή, ότι την 31/3/16 παραιτήθηκε η υπεύθυνη λογιστηρίου, ότι η έρευνα του ελεγκτικού γραφείου ολοκληρώθηκε γύρω στις 10 – 15 Ιανουαρίου του 2016 και ότι υπήρχαν αδήλωτα εισιτήρια «Wi-Fi» μέχρι την 25/10/15.  Επιπλέον, ο κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι το Ξενοδοχείο έκλεισε τον Νοέμβριο του 2015 για τη χειμερινή περίοδο. 

 

Αντεξεταζόμενος, ο κ.Κ. από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 ισχυρίστηκε ότι το σύστημα με τα εισιτήρια «Wi-Fi» λειτουργούσε από τον Μάρτιο του 2015, ότι τυχόν προβλήματα του συστήματος αντιμετωπίζονταν από τον προμηθευτή, ότι δεν γνωρίζει εάν επιδιορθώθηκε το σύστημα από τον Μάρτιο του 2015 μέχρι τον Οκτώβριο του 2015, ότι την 12/5/15 ενημερώθηκε από τον Αιτητή στην αίτηση 10/17 ότι «το θέμα με το printer διευθετήθηκε» και ότι «οι αλλαγές αφομοιώθηκαν από τις κοπέλες όσο αφορά στο wifi», ότι ο κ.Ε. τον Ιανουάριο του 2016 του έδωσε αυτά που πέταγαν στον κάλαθο οι υπάλληλοι στο τμήμα υποδοχής, ότι τα έδωσε με τη σειρά του στον ελεγκτή, ότι από το 2014 είχε υποψίες για την Αιτήτρια στην αίτ. 11/17, ότι ρώτησε τον κ.Ε. γιατί καθυστέρησε να τον ενημερώσει, ότι του απάντησε ότι ντρεπόταν αλλά ότι ενημέρωσε τον υπεύθυνο, ότι στο Ξενοδοχείο υπήρχαν κάμερες και ότι δεν συλλέγηκαν στοιχεία από εκεί επειδή οι κάμερες «δεν εστιάζουν τόσο χαμηλά».        

 

Ο τρίτος μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση ήταν ο κ.Π. ο οποίος είναι Λοχίας και ήταν ο εξεταστής στην ποινική υπόθεση με αρ. 3328/16.  Ο κ.Π. κατέθεσε ως Τεκμήριο 12Α την κατάθεσή του στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, ως Τεκμήριο 13 την κατάθεση του κ.Αντρέου και ως Τεκμήριο 14 την κατάθεση του κ.Ε.

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Π. από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 ισχυρίστηκε ότι «η εξειδικευμένη έρευνα» έγινε «κατά κόρων» από τον κ.Ν. και ότι ο ίδιος έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους και τον Αιτητή στην αίτηση 10/17. 

 

Ο τέταρτος μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση ήταν ο κ.Ν. ο οποίος είναι Οικονομολόγος - Σύμβουλος Επιχειρήσεων.  Ο κ.Ν. ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την 11/1/16 τον επισκέφθηκε ο κ.Κ. και του είπε ότι έχει εύλογες υποψίες για πρόβλημα στο χώρο υποδοχής με αδήλωτα εισοδήματα και απώλεια εσόδων και ότι του ζήτησε να διεξάγει έρευνα.

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Ν. από τον δικηγόρο του Αιτητή στην αίτηση 10/17 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν χειρίστηκε δημοσιεύσεις για εξεύρεση υπαλλήλων για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας, ότι το γραφείο τους έχει διάφορα τμήματα, ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο τα Τεκμήρια 29 και 30 αφορούν το Ξενοδοχείο και ότι η κατάθεση του δόθηκε την 21/1/16. 

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Ν. από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 ισχυρίστηκε ότι γνώριζε ότι υπήρχαν τρεις βάρδιες στο τμήμα υποδοχής, ότι ο Αιτητής στην αίτηση 10/17 εργαζόταν στον χώρο του τμήματος υποδοχής, ότι δεν γνώριζε τα καθήκοντα του εν λόγω Αιτητή, ότι στα εισιτήρια «Wi-Fi» δεν αναγράφεται το όνομα του ατόμου που τα εξέδιδε και ότι «ταυτοποίησε» την Αιτήτρια στην αίτηση 11/17 στη βάση του προγράμματος εργασίας μόνο όσες φορές εργαζόταν μόνη της εφόσον δεν έλαβε υπόψη τις περιπτώσεις που εργάζονταν δύο άτομα.

 

Πέμπτος έδωσε μαρτυρία για τους Καθ’ ων η αίτηση ο κ.Ε., ο οποίος εργαζόταν ως νυχτερινός υπάλληλος στο Ξενοδοχείο.  Ο κ.Ε. υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 8/1/16, Τεκμήριο 14.  Στην εν λόγω κατάθεση ο κ.Ε. αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα στοιχεία που είχε στην κατοχή του και που, ως η θέση του, αποδείκνυαν κλοπή από τους υπαλλήλους στο τμήμα υποδοχής, όπως αποδείξεις «Wi-Fi» που δεν δηλώνονταν σαν πωλήσεις και άλλες παραποιημένες αποδείξεις.  Ο κ.Ε. ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος συγκέντρωσε τις αποδείξεις, Τεκμήριο 26 και ότι τις παρέδωσε στην Αστυνομία.

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Ε. από τον δικηγόρο του Αιτητή στην αίτηση 10/17 ισχυρίστηκε ότι εντόπιζε τις αποδείξεις στους καλάθους στον χώρο υποδοχής το βράδυ, ότι οι αποδείξεις «Wi-Fi» εκδίδονταν εις διπλούν, ότι ο πελάτης λάμβανε το πρωτότυπο και ότι τα αποκόμματα με τα χρήματα έπρεπε κανονικά να πηγαίνουν στο λογιστήριο.       

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Ε. από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε να εργάζεται στο Ξενοδοχείο το 2013, ότι από την αρχή ήταν «νυχτερινός», ότι η βάρδια του ξεκινούσε στις 23:00 και τελείωνε στις 07:00, ότι μέχρι να παραδώσει γινόταν 07:30 – 08:00, ότι οι εισπράξεις παραδίδονταν στο λογιστήριο όταν αναλάμβανε η πρωινή βάρδια, ότι υπήρχε φάκελος για τις εισπράξεις, ότι ο ίδιος δεν έβαζε εκεί τις εισπράξεις που παραλάμβανε, ότι δεν είχε πρόσβαση στο «safe box» και ότι αντιλήφθηκε ότι οι υπάλληλοι στο χώρο υποδοχής έκλεβαν περί τα τέλη του 2014 με αρχές 2015.  Περαιτέρω, ο κ.Ε. ισχυρίστηκε ότι από το 2013 διαπίστωσε «κάτι» αλλά δεν άρχισε να κρατά φωτοαντίγραφα, ότι αυτό ξεκίνησε να το κάνει το 2014, ότι έλεγε στον Αιτητή στην αίτ.10/17 που ήταν ο τμηματάρχης ότι οι κάλαθοι ήταν γεμάτοι με αποδείξεις του «Wi-Fi», ότι επίσημα το ανέφερε για πρώτη φορά περί τον Ιούλιο με Αύγουστο του 2015 και ότι ο εν λόγω Αιτητής του ζήτησε να μην αναφέρει οτιδήποτε γιατί «θα πέσουν κεφάλια».  Περαιτέρω, ο κ.Ε. ισχυρίστηκε ότι το 2015 παρέδωσε στον εν λόγω Αιτητή απόδειξη που εξέδωσε ο ίδιος για €120 και την οποία φωτοτύπησε εφόσον πίστευε ότι τα παραποιείτο, ότι τελικά το εν λόγω ποσό έγινε €15, ότι αυτό το ποσό περάστηκε στο «Activity Book», ότι του ανέφερε ότι υπήρχαν και άλλες παρόμοιες αποδείξεις, ότι μίλησε στον εν λόγω Αιτητή επειδή ήταν «ιεραρχικά ο τμηματάρχης» του, ότι την 8/1/16 θεώρησε ότι έπρεπε να το μάθει και ο ιδιοκτήτης του Ξενοδοχείου, ότι κατά την περίοδο που έβγαζε τα φωτοαντίγραφα τον έβλεπε ο κ.Α. που ήταν ο «security» του Ξενοδοχείου, ότι την 7/1/16 τον ρώτησε εάν ήταν εντάξει να ενημέρωνε σχετικά τον κ.Κ. και ότι συγκατατέθηκε.  Στη συνέχεια της αντεξέτασής του ο κ.Ε. ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν κάμερες το χώρο υποδοχής και ότι υπήρχαν στον πάγκο κάτω από το κουτί τον Α’ Βοηθειών φάκελοι με τα ονόματα των υπαλλήλων του χώρου υποδοχής.              

 

Ο Αιτητής στην αίτηση με αρ. 10/17 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργοδοτήθηκε αρχικά ως υπεύθυνος κρατήσεων και λίγο αργότερα έγινε Διευθυντής στο Τμήμα Υποδοχής και ότι κατά το χρόνο της απόλυσής του το Ξενοδοχείο είχε αναστείλει τις εργασίες του λόγω της χειμερινής περιόδου.  Ο εν λόγω Αιτητής ισχυρίστηκε ότι την 8/1/16 ο κ.Καλλένος κατήγγειλε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου ότι μεταξύ της 1/4/14 – 30/10/15 οι υπάλληλοι του Τμήματος Υποδοχής και ο ίδιος έκλεβαν από τις εισπράξεις που γίνονταν εκεί ήτοι από εισπράξεις για αγορά «Wi-Fi», «late check outs», έσοδα από διαμονές, πληρωμές φαγητού και άλλα, ότι βάση αυτού συνελήφθη ως ύποπτος, ότι διατάχθηκε η προσωποκράτησή του, ότι δεν διαπιστώθηκε διάπραξη ποινικού αδικήματος από τον ίδιο και ότι καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον τεσσάρων υπαλλήλων του Τμήματος Υποδοχής.  Ήταν περαιτέρω η θέση του εν λόγω Αιτητή ότι για τα έσοδα από «Wi-Fi», διαμονές, φαγητό και άλλες υπηρεσίες που αφορούσαν τα άτομα του χώρου υποδοχής το λογιστήριο του Ξενοδοχείου προέβαινε σε καθημερινούς ελέγχους, ότι αυτά δεν ήταν στην αρμοδιότητά του, ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με χρήματα, ότι το ταμείο ήταν χρεωμένο στους εκεί υπαλλήλους, ότι το γραφείο του ήταν δίπλα από τον «ανοιχτό» χώρο υποδοχής και ότι ήταν ανεξάρτητο αλλά επικοινωνούσε με πόρτα.  O εν λόγω Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για το σύστημα κρατήσεων, ότι ανάλωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του γι’ αυτό, ότι δύο φορές την εβδομάδα εκτελούσε χρέη υποδιευθυντή ήτοι «duty manager», ότι πήγαινε σε τουριστικές εκθέσεις στο εξωτερικό, ότι ήταν υπεύθυνος για τον καταρτισμό του προγράμματος των υπαλλήλων στο τμήμα υποδοχής, ότι ήταν υπεύθυνος για τον έλεγχο των συμβολαίων με τους τουριστικούς πράκτορες και ότι ήταν εσωτερικός επιθεωρητής HACCP.  Όλα τα προηγούμενα, ως η θέση του εν λόγω Αιτητή, δεικνύουν ότι απολάμβανε της εμπιστοσύνης και της εκτίμησης των Καθ’ ων η αίτηση αλλά και το πόσο καλά εκτελούσε τα καθήκοντά του.  Ο εν λόγω Αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε υποχρέωση να ξέρει ότι όλα πήγαιναν καλά με τα οικονομικά, ότι δεν είχε υποχρέωση να παραδίδει εισπράξεις, ότι εκτελούσε τα καθήκοντά του με περισσή επιμέλεια, ότι ο κ.Ε. ενημέρωσε τον ίδιο και το λογιστήριο περί τα τέλη της τουριστικής χρονιάς του 2015 ότι υποψιαζόταν ατασθαλίες, ότι ενημέρωσε τον τότε διευθυντή του Ξενοδοχείου ήτοι τον κ.Π., ότι άρχισε έρευνα η οποία δεν ολοκληρώθηκε συνεπεία της απόλυσης του ιδίου και του κ.Π., ότι το καθήκον του ήταν να ενημερώσει τον κ.Π. και κανένα άλλο, ότι αυτή η πρακτική ακολουθείται σε όλα τα ξενοδοχεία και ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αναζητούσαν αντικαταστάτη του με δημοσιεύσεις την 27/1/16, Τεκμήριο 11, την 24/1/16, Τεκμήριο 29 και την 23/1/16, Τεκμήριο 30

 

Αντεξεταζόμενος, ο εν λόγω Αιτητής από τον δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι δεν ήξερε ότι έκλεβαν οι υπάλληλοι του χώρου υποδοχής, ότι ο ίδιος δεν ήταν υπόχρεος να ελέγχει τα χρήματα, ότι δεν είχε βοηθό, ότι δεν είχε άμεση επαφή με το χώρο υποδοχής, ότι δεν είχε εντολές να ελέγχει τους υπαλλήλους στο χώρο υποδοχής, ότι εάν διαπιστωνόταν πρόβλημα στα οικονομικά το λογιστήριο θα τον ενημέρωνε, ότι δεν κάλυπτε τους υπαλλήλους του τμήματος υποδοχής, ότι ο κ.Ε. του παρέδωσε χαρτιά από κάλαθο, ότι ενημέρωσε σχετικά τον Διευθυντή του Ξενοδοχείου, ότι ο κ.Ε. ενημέρωσε το λογιστήριο, ότι πήγαν στον Διευθυντή, ότι έγινε σύσκεψη με τον Διευθυντή και το Λογιστήριο, ότι πάρθηκαν αποφάσεις και ότι ο Διευθυντής είπε ότι θα διεξάγει σχετικό έλεγχο.  Ο εν λόγω Αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι σε σχέση με το «Wi-Fi» αποφασίστηκε όπως τα εισιτήρια που δεν θα χρεώνονταν να υπογράφονται από τον Διευθυντή, ότι τόσο η λογίστρια όσο και ο Διευθυντής του Ξενοδοχείου παραιτήθηκαν και ότι ο Διευθυντής δεν «έβγαλε πόρισμα».  Περαιτέρω, ο εν λόγω Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έψαχνε περί τον 1 ½ χρόνο για να βρει νέα εργασία και ότι παραμένει στην ίδια δουλειά.

 

Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω Αιτητής από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 ισχυρίστηκε ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για απόρριψη παραλαβής του ταμείου από το λογιστήριο το 2015 και ότι πριν να λάβει την επιστολή απόλυσης δεν κλήθηκε και δεν ενημερώθηκε ότι εμπλέκεται σε ατασθαλίες.

 

Η Αιτήτρια στην αίτηση 11/17 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι όσα αναγράφονται στην επιστολή απόλυσής της είναι ψέματα, ότι την 19/1/16 συνελήφθη από την Αστυνομία, ότι τέθηκε υπό κράτηση για περίπου τρεις ημέρες, ότι το κατηγορητήριο εναντίον της καταχωρήθηκε την 18/11/16, ότι όταν απολύθηκε δεν υπήρχε «χειροπιαστό στοιχείο» εναντίον της, ότι οι ανακρίσεις της Αστυνομίας βρίσκονταν στο αρχικό στάδιο και ότι και άλλοι υπάλληλοι του Τμήματος Υποδοχής έλαβαν παρόμοια επιστολή απόλυσης.  Περαιτέρω, η εν λόγω Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι για να μπορούσε να βγει το πρόγραμμα εργάζονταν στο τμήμα υποδοχής και άλλα άτομα, ότι είναι ύποπτο το ότι «στοχοποιήθηκαν» μόνο τέσσερα άτομα εφόσον υπήρχε στον εν λόγω χώρο ένα «ενιαίο ταμείο» και στις αποδείξεις «Wi-Fi» δεν αναγράφονταν ονόματα, ότι είναι «αξιοπερίεργος» ο χρόνος που έγινε η καταγγελία, ότι κρίθηκε ένοχη από το Δικαστήριο για την κατηγορία 11 και αθωώθηκε για τις κατηγορίες 14 και 15 και ότι άσκησε έφεση η οποία δεν έχει ακόμη εκδικαστεί.  Ήταν η θέση της εν λόγω Αιτήτριας ότι ο τρόπος έκδοσης εισιτηρίων «Wi-Fi» είχε πολλά κενά, ότι ο εκτυπωτής παρουσίαζε συχνά προβλήματα εκτύπωσης και χρειαζόταν δεύτερη και τρίτη προσπάθεια για σωστή εκτύπωση, ότι όταν παρουσιαζόταν βλάβη ηλεκτροδότησης κατά την επαναφορά μπορεί να εκδίδονταν 2 - 3 αποδείξεις με λανθασμένα στοιχεία, ότι αυτά ήταν γνωστά στη διεύθυνση, ότι γι’ αυτό το λογιστήριο πάντα παραλάμβανε τις εισπράξεις χωρίς να κάνει πρόβλημα και ότι ο κ.Ν. δεν έλαβε υπόψη του τυχόν αλλαγές στο πρόγραμμα εργασίας ούτε ότι κατά τους μήνες αιχμής εργάζονταν δύο άτομα ταυτόχρονα ούτε ότι στα διαλείμματα εργάζονταν και άλλα άτομα από διαφορετικά πόστα.  Περαιτέρω, η εν λόγω Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν «κοινή αίσθηση» ότι η διεύθυνση προσπαθούσε να μεθοδεύσει απολύσεις τους τελευταίους μήνες της τουριστικής περιόδου του 2015, ότι δεν πίστευαν ότι θα έφθαναν σε σημείο να τους χρεώσουν ποινικά αδικήματα για να απαλλαγούν από την ευθύνη να τους αποζημιώσουν και ότι περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2016 που έγινε η καταγγελία στην Αστυνομία ενημερώθηκαν για δημοσιεύσεις για θέσεις υπαλλήλων στο τμήμα υποδοχής.  Τέλος, η εν λόγω Αιτήτρια ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι διασύρθηκε με τους συναδέλφους της άδικα, ότι κλονίστηκε η υγεία της, ότι είναι διαζευγμένη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε άνεργη και στιγματισμένη, ότι με βάρβαρο τρόπο απομακρύνθηκε από την εργασία της και ότι στους φάκελους που ανέφερε ο κ.Ε. έμπαιναν τα φιλοδωρήματα.

 

Αντεξεταζόμενη η εν λόγω Αιτήτρια από τον δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι δεν έδωσε μαρτυρία στην ποινική υπόθεση, ότι πέταγαν τα εισιτήρια «Wi-Fi» που δεν τυπώνονταν σωστά και αυτά που τους έδιναν πίσω οι πελάτες μετά που τα χρησιμοποιούσαν, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξαφάνισαν στοιχεία από τις κάμερες και το «μηχανάκι», ότι δεν τους λέχθηκε ποτέ ότι υπήρχε πρόβλημα, ότι όλοι συμπεριλαμβανομένου και του Διευθυντή του Ξενοδοχείου φοβόντουσαν τον κ.Κ. επειδή ήταν αυστηρός, ότι γι’ αυτό οι οδηγίες που είχαν ήταν να δίνουν δωρεάν τα εισιτήρια «Wi-Fi» «για να μην φανεί το πρόβλημα και να αγοράζουμε τον μπελά», ότι όλοι γνώριζαν για το θέμα με το «Wi-Fi» εκτός από τον κ.Κ. και ότι μόλις το έμαθε ο τελευταίος «έγινε ότι έγινε».

 

Η κ.Ε., η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος του Ξενοδοχείου και η κατάθεση της οποίας στην Αστυνομία κατατέθηκε σαν Τεκμήριο 58 αντεξετάστηκε.  Η κ.Ε. αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι εντοπίστηκαν κενά μεταξύ των καρτών «Wi-Fi», ότι ενημερώθηκαν από όλους τους υπαλλήλους του Χώρου Υποδοχής ότι «μπλόκαρε» το σύστημα και άφηνε κενούς αριθμούς, ότι έγινε σύσκεψη με τον κ.Κ. περί τους 2 – 3 μήνες πριν κλείσει το Ξενοδοχείο τον Νοέμβριο του 2015, ότι ο τελευταίος τους είπε να κάνουν περισσότερο έλεγχο και ότι μετά όταν υπήρχε κενός αριθμός το εισιτήριο πήγαινε στον Διευθυντή για υπογραφή.  Η κ.Ε. ισχυρίστηκε ότι έδωσε παραίτηση περί την μία εβδομάδα πριν «τα γεγονότα» επειδή βρήκε άλλη δουλειά λόγω κωλύματος της να εργάζεται εναλλάξ Σάββατο.

 

            Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.  

 

            Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου.  Σύμφωνα με το άρθρο (ε) και (στ) του Νόμου:

 

«5.  Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

……………………………………………

(ε)  όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:

Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμά του να απολύση τον εργοδοτούμενον· 

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i)  διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται όπως συνεχισθή·

(ii)  διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·

(iii)  διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντός του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότου του·

(iv)  απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του·

(v)  σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».

 

            Για να κριθεί η νομιμότητα της απόλυσης των Αιτητών, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου.  Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων.  Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη, ως λέχθηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2005) 1Β Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Ltd v. Χρίστου (2004) 1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318) και Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Εφ. 103/12, ημερ. 7/7/17.  Όπως τέθηκε στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193«Όπως, δε, έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη.  Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη …». 

 

            Η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ο τερματισμός της δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της.  Για τη διατήρηση του κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο δεύτερος έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και οφείλει να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του.[1]  Στην υπόθεση Pattikis a.a. v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών.[2] 

 

      Διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος δεν δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη του.  (Βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd 1 A.A.Δ. (1992) 919).  Όπως λέχθηκε στην Kynigos Hotels Ltd (ανωτέρω) ένα μεμονωμένο περιστατικό δε δικαιολογεί άμεσο τερματισμό, αφού συνεπεία αυτού ο εργοδοτούμενος χάνει τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του.  Όπως προκύπτει και από την υπόθεση Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co. (Cyprus) Ltd. (1980) 1 C.L.R. 302 ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις.  Από την απόφαση Kanika Developments Ltd v. Λουκά (2004) 1Α Α.Α.Δ. 603, αναδύεται το γεγονός ότι η απόλυση πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο στο οποίο μπορεί να καταλήξει ο εργοδότης, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ.  Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι κατά πόσον ήταν λογικό ο εργοδοτούμενος να έχανε τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του.  Για την απάντηση του εν λόγω ερωτήματος θα πρέπει να σταθμίζονται από τη μία η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, το εργασιακό περιβάλλον, η σταδιοδρομία, τα προτερήματα και οι αδυναμίες του εργαζομένου και από την άλλη οι ανάγκες του εργοδότη.

 

      Όπως αναφέρεται σε σωρεία αποφάσεων, δεν υπάρχει κανόνας ο οποίος να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς.  Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή και στο βαθμό που θα δικαιολογείτο η απόλυση.  Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να λάβει υπόψη του όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν την εργατική διαφορά καθώς επίσης την προηγούμενη υπηρεσία και συμπεριφορά των μερών.  Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου.  Τέτοιες περιστάσεις, μεταξύ άλλων, είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, τυχόν εξήγηση που έδωσε για τη συμπεριφορά, τις πράξεις ή παραλείψεις του, τυχόν πρόθεσή του για τέλεση συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψη και το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης. 

 

            Ο λόγος απόλυσης καθώς και η λογικότητα της απόλυσης εργοδοτουμένου κρίνεται και περιορίζεται στη βάση των τιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, επί των οποίων ο εργοδότης στήριξε κατά τον ουσιώδη χρόνο την απόφασή του.  Οποιαδήποτε νέα στοιχεία περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του εργοδότη και δεν είχε ενώπιόν του κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση ή οποιαδήποτε γεγονότα ακολούθησαν την απόλυση δεν μπορούν να κρίνουν το νόμιμο ή μη της απόλυσης, όσο σοβαρά και αν φαίνονται.[3]  Στην υπόθεση Ιακωβίδης ως Εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd v. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/12, ημερ, 20/11/18, αναφέρθηκε ότι: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT.  Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της».  Η κρίση λοιπόν του Δικαστηρίου θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ο εργοδότης κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου.    

 

Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου ένας εργοδότης οφείλει να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα.  Νομολογιακά, η παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει εργοδοτούμενο για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείται ως εγκατάλειψη του εν λόγω δικαιώματος.[4] 

 

Καμία απόλυση δεν μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς, εκτός εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης είναι από μόνος του τόσο σοβαρός που να μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση, πλην της περίπτωσης που νέο παράπτωμα επιβεβαιώνει συγκεκριμένη συστηματική συμπεριφορά του εργοδοτουμένου μετά που δόθηκαν σοβαρές προειδοποιήσεις.  Σε αντίθετη περίπτωση, εργαζόμενοι οι οποίοι υπέπεσαν σε παραπτώματα στο παρελθόν, θα κινδύνευαν εις αεί να απολυθούν για παρελθόντες λόγους με αποτέλεσμα να παρατείνεται επ’ αόριστο η αβεβαιότητα σε σχέση με την παραμονή τους στην εργασία τους.

 

      Η νομολογία επισημαίνει ότι οι κυριότερες υποχρεώσεις του συνετού εργοδότη κατά την άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης συνδέονται με την τήρηση μιας σωστής διαδικασίας, όπου υπάρχει πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του εργαζομένου προτού ληφθεί η απόφαση για απόλυσή του.  Το δικαίωμα ακρόασης στον εργοδοτούμενο παρέχεται κυρίως για να δοθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ανατρέψει τους λόγους για τους οποίους ο εργοδότης βασίστηκε για να λάβει την απόφαση για απόλυση.  Περαιτέρω, η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχθηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης.  Το άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης περί του Τερματισμού Απασχόλησης του 1985 Νόμου, Ν.45/85, έχει ως εξής: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα».  Καθώς αναφέρεται στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (ανωτέρω): «Στη διαπίστωση του ευλόγου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7 καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία».  Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η τήρηση της σωστής διαδικασίας αποβλέπει ταυτόχρονα και στην προστασία του δικαιώματος εργασίας του εργαζομένου.  Τούτο συμβαδίζει και με τα όσα λέχθηκαν στην Kanika Developments Ltd v. Λουκα (ανωτέρω), στη σελ. 607: «Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση».  Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου L?UNION NATIONAL (Tourist & Sea Resorts) Limited v. Χουλιώτης, Πολ. Εφ. 176/10, ημερ. 10/9/15 λέχθηκε ότι ο εργοδότης οφείλει να δώσει στον εργοδοτούμενο την «ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή».  Στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 1204-1205: «Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραληφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd (1976) EAT 318/1976).  Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) W.C.R. 306,316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραληφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μην μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν».[5]  Οποιοδήποτε ελάττωμα στη διαδικασία θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στο πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα και το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης συνολικά ήταν δίκαιη.[6]  Στην αγγλική υπόθεση Bentley Engineering Co Ltd v. Mistry [1979] ICR 47 τονίστηκε ότι η φυσική δικαιοσύνη απαιτεί όπως δοθεί η ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να θέσει τη δική του εκδοχή και να γνωρίζει με επάρκεια το τι έχει λεχθεί εναντίον του ώστε να μπορέσει να θέσει τις δικές του θέσεις.[7]  Ο Duggan[8] στο σύγγραμμά του αναφέρει ότι ακόμη και σε περιπτώσεις όπου ο εργοδότης συμπεράνει μετά την έρευνα που διεξήγαγε ότι τίποτα από αυτά που μπορεί να του αναφέρει ο υπάλληλός του δεν θα του αλλάξουν γνώμη για την απόφασή του να τον απολύσει, η μη χορήγηση ευκαιρίας στον εργοδοτούμενο να θέσει τη δική του πλευρά μπορεί να καταστήσει την απόλυση παράνομη.  Στην αγγλική υπόθεση Budgen & Co v. Thomas [1976] ICR 344 τονίστηκε ότι παρόλο που δεν υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία που οφείλεται να ακολουθηθεί, πρέπει να δοθεί στον εργαζόμενο το δικαίωμα να δώσει τη δική του εξήγηση ακόμη και στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος παραδέχθηκε τα όσα του καταλόγισαν εφόσον μπορεί να υπάρχουν ελαφρυντικοί παράγοντες. 

 

            Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας να προβεί στον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών των Αιτητών είναι νόμιμη και δικαιολογημένη.  Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από το Νόμο και τη νομολογία, στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν μπορούσε να συνεχιστεί και κατά πόσο η διαδικασία και η διερεύνηση του ζητήματος από τους Καθ’ ων η αίτηση υπήρξε εύλογη. (Βλ. υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω)).

 

            Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της κ.Ιωάννου η οποία περιορίστηκε στην κατάθεση του κατηγορητηρίου, της απόφασης και της ποινής στην ποινική υπόθεση με αρ. 3328/16 και η οποία ήταν τυπική και δεν αμφισβητήθηκε.  Το ίδιο ισχύει για την μαρτυρία του Λοχία Πιττάκη, η οποία ήταν επίσης τυπική, δεν αμφισβητήθηκε και περιορίστηκε στην κατάθεση της δικής του κατάθεσης αλλά και άλλων καταθέσεων που έλαβε κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας που έγινε.  

 

            Ο κ.Κ. μας έκανε καλή εντύπωση και μας έπεισε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια σε σχέση με το τι έγινε κατά τον επίδικο χρόνο.  Ο κ.Κ. παρέμεινε σταθερός και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις.  Συνεπώς αποδεχόμαστε την εν λόγω μαρτυρία την οποία κρίνουμε ως αξιόπιστη.  Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του κ.Ν., η οποία επίσης παρέμεινε σταθερή, συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια και δεν κλονίστηκε.  Την εν λόγω μαρτυρία κρίνουμε επίσης αξιόπιστη.  Ο κ.Ε. μας έκανε πολύ καλή εντύπωση, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του μας φάνηκε θετική, φυσική και ειλικρινής και την αποδεχόμαστε.  Θεωρούμε ότι ο κ.Ε. ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να περιγράψει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε και το έκανε με σταθερότητα και σαφήνεια και συνεπώς κρίνουμε τη μαρτυρία του αξιόπιστη.

 

            Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή στην αίτηση 10/17 παρατηρούμε ότι αυτή δεν ήταν σταθερή σε σχέση με το τι ακολούθησε της αναφοράς του κ.Ε. για καταχρήσεις από τους υπαλλήλους του τμήματος υποδοχής.  Ο εν λόγω Αιτητής κατά  την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο κ.Ε. «περί το τέλος της τουριστικής περιόδου του 2015» τον ενημέρωσε ότι υποψιαζόταν ατασθαλίες από τους υπαλλήλους της υποδοχής, ότι ο ίδιος ενημέρωσε τότε τον Διευθυντή του Ξενοδοχείου και ότι άρχισε σχετική έρευνα «η οποία δεν ολοκληρώθηκε εν’ όψει της απόλυσης» του.  Αντεξεταζόμενος όμως από τον δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση ο εν λόγω Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έτυχε της σχετικής ενημέρωσης από τον κ.Ε. περί τον Αύγουστο με Σεπτέμβριο του 2015 και όχι περί το τέλος της τουριστικής περιόδου.  Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 ισχυρίστηκε ότι αυτό έλαβε χώρα περί το τέλος Αυγούστου και σε ερώτηση εάν αυτό έγινε περί το τέλος Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του 2015 απάντησε ότι δεν θυμόταν.  Επίσης, αντεξεταζόμενος ο εν λόγω Αιτητής δεν παρέμεινε σταθερός στον ισχυρισμό του ότι η έρευνα δεν ολοκληρώθηκε λόγω των απολύσεων και αντ’ αυτού ισχυρίστηκε ότι οι έρευνες δεν είχαν «ξεκάθαρο αποτέλεσμα», ενώ στη συνέχεια της αντεξέτασής του ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής «δεν έβγαλε πόρισμα».  Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 ο εν λόγω Αιτητής σε ερώτηση εάν υπήρξαν ευρήματα μετά τη σύσκεψη με τον διευθυντή και το λογιστήριο ισχυρίστηκε ότι «δεν βρέθηκε κάτι και δεν απολύθηκε» οποιοσδήποτε.  Ενώ αρχικά αντεξεταζόμενος ο εν λόγω Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο κ.Ε. του παρέδωσε ένα χαρτί που βρήκε στον κάλαθο, στη συνέχεια της αντεξέτασής του ερωτηθείς εάν ο κ.Ε. του παρέδωσε αντίγραφο που βρήκε στον κάλαθο δεν απάντησε ευθέως και είπε μόνο «αυτά που έδωσε».  Περαιτέρω, ενώ όπως αναφέρουμε ανωτέρω ήταν η θέση του εν λόγω Αιτητή ότι η σύσκεψη με τον διευθυντή και το λογιστήριο έγινε μετά την αναφορά του κ.Ε. για κατάχρηση από τους υπαλλήλους του τμήματος υποδοχής, κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 συμφώνησε με υποβολή ότι η εν λόγω σύσκεψη έγινε λόγω προβλημάτων με το «Wi-Fi» και με πρωτοβουλία των υπαλλήλων του τμήματος υποδοχής.  Σημειώνουμε ότι τα όσα ισχυρίστηκε ενώπιόν μας ο εν λόγω Αιτητής σε σχέση με σύσκεψη που ακολούθησε την καταγγελία του κ.Ε. δεν υποστηρίζονται και είναι σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε η κ.Ε. στην Αστυνομία με την κατάθεσή της, Τεκμήριο 58.  Η κ.Ε. στην εν λόγω κατάθεση ανέφερε ότι η σύσκεψη για επίλυση των προβλημάτων των εισιτηρίων «Wi-Fi» έγινε 1 – 2 μήνες πριν κλείσει το Ξενοδοχείο και ότι ο λόγος που λήφθηκαν πιο αυστηρά μέτρα «ήταν λόγω του ότι ο … κ.Καλλένος … τόνιζε συνέχεια ότι πρέπει να γίνεται πιο αυστηρός έλεγχος σε όλα τα τμήματα του ξενοδοχείου»

 

            Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 παρατηρούμε ότι και αυτή υπέπεσε σε αντιφάσεις.  Συγκεκριμένα, η εν λόγω Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι όταν υπήρχε διακοπή του ρεύματος με την επαναφορά μπορούσε ο εκτυπωτής του Ξενοδοχείου να εκτυπώσει 2 – 3 λανθασμένες αποδείξεις.  Αντεξεταζόμενη όμως ισχυρίστηκε ότι μπορούσαν να εκτυπωθούν 100 τέτοιες αποδείξεις.  Ενώ η εν λόγω Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι «ήταν κοινή αίσθηση όλων … ότι η διεύθυνση του ξενοδοχείου για τους δικούς της λόγους προσπαθούσε να μεθοδεύσει την απόλυση και αντικατάσταση» τους «τελευταίους μήνες πριν ολοκληρωθεί η σεζόν του 2015», αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν τους λέχθηκε ποτέ ότι υπήρχε πρόβλημα.  Επίσης ισχυρίστηκε ότι απολύθηκαν μόλις έμαθε ο κ.Κ. για το θέμα με τα εισιτήρια «Wi-Fi», κάτι που είναι σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου η κ.Ε., η οποία ισχυρίστηκε μάλιστα αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση ότι στη σύσκεψη για το θέμα των εισιτηρίων «Wi-Fi» παρόν ήταν και ο κ.Κ. ο οποίος τους ζήτησε όπως γίνεται περισσότερος έλεγχος και ότι το πρόβλημα είχε αρχικά αναφερθεί στον διευθυντή ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τον κ.Καλλένο.        

 

            Σε σχέση με τη μαρτυρία της κ.Ε. παρατηρούμε ότι ήταν η θέση της ότι ο κ.Κ. γνώριζε για το πρόβλημα με τα εισιτήρια «Wi-Fi», θέση η οποία είναι αντίθετη με τα όσα ισχυρίστηκαν τόσο ο κ.Κ. όσο και η Αιτήτρια στην αίτ. 11/17.  

 

            Όπως έχει διαφανεί από τα πιο πάνω, δεχόμαστε ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι ως τα ανέφεραν ο κ.Κ., ο κ.Ν. και ο κ.Ε.  Δεχόμαστε δηλαδή, ότι ο κ.Κ. πληροφορήθηκε για ατασθαλίες στο χώρο υποδοχής την 8/1/16, ότι έδωσε αμέσως οδηγίες στον κ.Ν. να διεξάγει σχετική έρευνα, ότι ο κ.Ν. στην έρευνα του εντόπισε συγκεκριμένες ατασθαλίες, ότι οι Αιτητές δεν ερωτήθηκαν, ότι ο κ.Ν. πληροφόρησε τον κ.Κ. για τα ευρήματά του και ότι ο κ.Κ. απέλυσε αμέσως τους Αιτητές χωρίς να τους ενημερώσει και να τους ακούσει προηγουμένως και έκανε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. 

 

            Παρόλο που ο εργοδότης θεώρησε ότι είχε λόγο για να απολύσει τους Αιτητές, το γεγονός ότι δεν τους κάλεσε για να τους γνωστοποιήσει τις πληροφορίες που τους αφορούσαν και για να ακούσει τη δική τους θέση καθιστά τις απολύσεις καταχρηστικές.  Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι κατά το χρόνο των απολύσεων το Ξενοδοχείο ήταν κλειστό και ότι από τις σχετικές ατασθαλίες πέρασε χρονικό διάστημα πέραν των 2 μηνών.  Οι Καθ’ ων η αίτηση στέρησαν από τους Αιτητές την δυνατότητα να λάβουν γνώση των όσων ήρθαν στην αντίληψη του εργοδότη τα οποία και δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να δικαιολογήσουν ή να αντικρούσουν και δεν τους επιτράπηκε να θέσουν τη δική τους εκδοχή σε σχέση με τα εν λόγω στοιχεία και τα όσα τους καταλόγισαν αλλά και να αναφέρουν τυχόν ελαφρυντικά ή οτιδήποτε άλλο θα επιθυμούσαν.  Η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τη λήψη της απόφασης για απόλυση των Αιτητών βασίστηκε ουσιαστικά στην καταγγελία του κ.Ε. και στο αποτέλεσμα της έρευνας του κ.Νέου, ήτοι στηρίχθηκε σε στοιχεία τα οποία δεν γνωστοποιήθηκαν στους Αιτητές και τα οποία οι Αιτητές δεν είχαν την ευκαιρία να αμφισβητήσουν και να εξηγήσουν.  Η σημασία της τήρησης μιας ορθής διαδικασίας αναφέρθηκε ανωτέρω, αλλά στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα όσα σημαντικά τόνισε ο AS Phillips J στην αγγλική υπόθεση Budgen & Co v. Thomas (ανωτέρω): «Whatever the circumstances, whether the employee is alleged to have done, and however, serious it may be, it is, in our judgment, always necessary that he should be afforded some opportunity of explaining himself to those persons in the management who will in the first instance take the decision whether or not he is to be dismissed…if, as here, the investigation of what happened is undertaken as a separate exercise then whatever the outcome of that investigation, and however serious the offence disclosed, it is still necessary, when a decision is being taken whether dismissal is to follow, for the employee to have an opportunity to say whatever he or she wishes to the person who will take the decision».        

 

Θεωρούμε συνεπώς ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ενήργησαν, υπό τις περιστάσεις, ως ο μέσος λογικός εργοδότης καθότι δεν προχώρησαν στη διερεύνηση της υπόθεσης ακολουθώντας μια λογική διαδικασία στην οποία θα χορηγείτο το δικαίωμα ακρόασης στους Αιτητές και κατά τη λήψη της απόφασης για απόλυση η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε ενώπιόν της μια ολοκληρωμένη εικόνα σε σχέση με τα όσα αποδόθηκαν στους Αιτητές, ελλείψει της δικής τους εξήγησης και παράθεσης τυχόν ελαφρυντικών με αποτέλεσμα να κρίνουμε την απόφαση για απόλυση τους ως παράνομη.  Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι ο εργοδότης δεν ενήργησε ως λογικός εργοδότης.  Συνεπώς, οι απολύσεις των Αιτητών κρίνονται παράνομες. 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.  Σύμφωνα με τον εν λόγω Πίνακα, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για το ποσό που θα επιδικάσει.  Κατά τον υπολογισμό του ποσού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δέον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

«(α)Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου?

 (β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου?

 (γ)την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του  εργοδοτουμένου?

 (δ)τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του  εργοδοτουμένου?

 (ε)την ηλικίαν του εργοδοτουμένου.»

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα.  Το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα.  Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου).  Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, στη σελ. 630, τονίστηκε ότι: «Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα του Ν.24/67 …. το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό κρίνει πρέπον».   Περαιτέρω, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd ν. Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98, 105 λέχθηκε ότι: «Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.  Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4 (δ) του Πίνακα».

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και στο άρθρο 3 του Νόμου, για τους οποίους ακούσαμε και αξιολογήσαμε μαρτυρία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να επιδικάσουμε ως αποζημίωση για τον Αιτητή στην Αίτηση 10/17 το ποσό των €9,000 που αντιστοιχεί με απολαβές 18 εβδομάδων.  Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(1) του Νόμου ο Αιτητής στην αίτηση 10/17 δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίηση που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €4.000.  Δικαίωμα σε προειδοποίηση παρέχεται και από το άρθρο 11 του περί της Συμβάσεως Περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμος του 1985 (Ν.45/85).

 

Σε σχέση με την Αιτήτρια στην αίτηση 11/17, λαμβάνοντας επίσης υπόψη όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και στο άρθρο 3 του Νόμου, για τους οποίους ακούσαμε και αξιολογήσαμε μαρτυρία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να της επιδικάσουμε ως αποζημίωση το ποσό των €4,381 που αντιστοιχεί με απολαβές 13 εβδομάδων.  Σύμφωνα με το άρθρο 9(1) του Νόμου η Αιτήτρια στην αίτηση 11/17 δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίηση που αντιστοιχεί με απολαβές 7 εβδομάδων, ήτοι ποσό €2.359. 

 

Για σκοπούς απόφασης οι υποθέσεις αποσυνδέονται και εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως:

 

(α) Εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή στην αίτηση 10/17 και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το ποσό των €13.000 πλέον νόμιμο τόκο.  Επιδικάζονται υπέρ του εν λόγω Αιτητή και εις βάρος των Καθ’ ων η αίτηση έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €10.000 - €50.000.

 

      (β) Εκδίδεται επίσης ομόφωνα απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην αίτηση 11/17 και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το ποσό των €6.740 πλέον νόμιμο τόκο.  Επιδικάζονται υπέρ της εν λόγω Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ’ ων η αίτηση έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €2.000 - €10.000.

 

(Υπ.) …………………………………………

         Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.

                (Υπ.)..............................................             (Υπ.) ..............................................

                              Θ. Ευθυμίου,  Μέλος                                      Χρ. Μάμας, Μέλος.

ΠΙΣΤΟΝ  ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ιωάννης Δ. Κουκιάδης , Εργατικό Δίκαιο, Γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-563.

[2] Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι η σημασία της εργασίας στη ζωή του ανθρώπου έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντική για την ευημερία του ίδιου του ανθρώπου.

 

[3] Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4η έκδοση, Vol. 16 (1B), σελ. 103, παρ. 645: «It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal.  In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time».

[4] Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1000 αποφασίστηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19/5/98) ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5/10/98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου.  Επιπλέον στην υπόθεση L?UNION NATIONALE (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117, κρίθηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο μέχρι την απόλυσή του ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους εργοδότες το δικαίωμα απόλυσης.  Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Κυπριανού & Σία ν. Πετρίδη (2007) 1(Α) Α.Α.Δ.607.    

[5] Στην υπόθεση Φωτιάδης ν. Alpha Bank Ltd (2013) 1Γ Α.Α.Δ. 2001, αναφέρθηκε στις σελ. 2015-2017: «Εκείνο που ουσιαστικά υποστήριξε πρωτόδικα και επανέλαβε κατ’ έφεση η πλευρά του εφεσείοντα, είναι πως η υπόθεση του θα έπρεπε να είχε εξεταστεί από την εφεσίβλητη ως αν η τελευταία να ήταν δημόσια υπηρεσία και να υπόκειτο στους νόμους και κανονισμούς της Δημόσιας Υπηρεσίας. Η εν λόγω θέση δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Σε υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, και επ’ αυτού το σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι στην κρινόμενη υπόθεση, η σχέση των διαδίκων διέπετο από το ιδιωτικό δίκαιο μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους, δεν αναμένεται από έναν εργοδότη να προχωρήσει σε διαδικασία ως εάν επρόκειτο περί πειθαρχικής δίκης στον τομέα δημοσίου δικαίου, ως είναι ουσιαστικά και η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του εφεσείοντα. Είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που του δημιουργούσαν την πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος και ότι προχώρησε στη διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια ακολουθώντας μια λογική διαδικασία, προτού καταλήξει στην απόλυση του τελευταίου. Η παροχή δυνατότητας στον εργοδοτούμενο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του, που προνοείται από το Άρθρο 7 του Νόμου, δεν συναρτάται, όπως εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω), προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας η οποία ταυτίζεται με πειθαρχικές διαδικασίες, αλλά με τη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση. Με άλλα λόγια, δεν αναμένεται από τον εργοδότη, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, να προχωρήσει σε διαδικασία υπό μορφή δικαστικής διαδικασίας.  Επομένως, όχι μόνο ορθά κατά τη γνώμη μας το πρωτόδικο δικαστήριο, για σκοπούς εξέτασης της ορθότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, υπήγαγε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης στην υπόθεση Κακοφεγγίτου, αλλά και ορθά κατέληξε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν μια καθόλα λογική και νομικά επαρκής διαδικασία». 

[6]Βλ. σύγγραμμα Michael Whincup, The Right to Dismiss, 1986, σελ. 97, όπου αναφέρεται ότι: «When detailed inquiries are necessary, they will usually involve taking statements from all relevant witnesses and, in particular, from the employee under suspicion.  Witnesses need not always be in the suspect’s presence, though it is preferable that at some stage he has the opportunity to question them».  Στο σύγγραμμα του St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3η  έκδοση, Butterworths Lexis Nexis, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 148-149: «…the lack of investigative diligence of the employer affects the reasonableness of his decision if the omission, looked at from the time the decision was taken, created a real possibility that the result would be unreasonable..…. Moreover in W Weddel & Co Ltd v Tepper  the Court of Appeal agreed with the EAT that an employment tribunal had the discretion to decide that a failure by the employer to engage in further investigation could itself make a dismissal unfair even where the employer already had evidence amounting to a strong prima facie case of breach of regulations ... The court suggested however, that the limit to the tribunal's discretion to require further investigation was what 'ought to have been reasonably known to the employer in the circumstance'. That is to say the employer had carried out as much investigation as was reasonable in all the circumstances of the case...The tribunal's role in determining whether the employers had carried out a reasonable investigation was to consider the nature of the material before the employer when the decision to dismiss was taken».  Στην αγγλική υπόθεση Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] ICR 54 λέχθηκε ότι είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που μπορεί να θεωρηθούν δίκαιες οι διαδικασίες όταν ο εργοδότης βασίζεται πάνω σε μαρτυρίες ατόμων αλλά αποτυγχάνει να τις δώσει στον εργοδοτούμενο ή στο να μεταφέρει στον εργοδοτούμενο το περιεχόμενό τους με επάρκεια.      

[7] Στην εν λόγω υπόθεση επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ότι δηλαδή η  απόλυση του εργοδοτουμένου ήταν παράνομη επειδή δεν είχε δώσει ο εργοδότης στον εργοδοτούμενο τις καταθέσεις των μαρτύρων που τον κατηγορούσαν για επίθεση σε συνάδελφό του.  Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «We do not say that in every case any particular form of procedure has to be followed... there may be cases in which cross - examination is wholly unnecessary ... On the other hand it is clear that in a matter of this kind, natural justice does require not merely that man shall have a chance to state his own case in detail; he must know in one way or another sufficiently what was being said against him. If he does not know sufficiently what is being said against him, he cannot properly put forward his own case. It may be, according to the facts, that what is said against him can be communicated to him in writing, or it may be that it is sufficient if he hears what the other protagonist is saying, or it may be that, in an appropriate case, for matters which have been said by others to be put orally in sufficient detail is an adequate satisfaction of the requirements of natural justice .... it is all a question of degree».  

[8] Michael Duggan, Unfair Dismissal, Law, Practice & Guidance, 1999, σελ. 170.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο