Ε. Χ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά μέσω του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αίτησης: 297/21, 31/1/2025
print
Τίτλος:
Ε. Χ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά μέσω του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αίτησης: 297/21, 31/1/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.

        Α. Λάμπρου        )

                    Α. Κυριάκου        ) Μελών.

                                                                                                  Αρ. Αίτησης: 297/21

Μεταξύ:

                                              Ε. Χ.

                                                                                               Αιτήτριας

                                              και

 

1. Κυπριακής Δημοκρατίας διά μέσω του Γενικού Εισαγγελέα

2. Διευθύντριας/ής και/ή Αναπληρωτής/τρια Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης                                                                                                                  Καθ’ ων η αίτηση

Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2025

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή: κ. Σάββα

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κα. Χαραλάμπους

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

            Είναι η θέση της Αιτήτριας, ως αυτή φαίνεται από τους γενικούς λόγους της αίτησής της, ότι εργοδοτείτο από τους Καθ’ ων η αίτηση για περίοδο πέραν των 30 μηνών, ότι ξεκίνησε εργασία την 1/1/19 ως Λειτουργός Υποστήριξης για θέματα μετανάστευσης στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στη Λευκωσία και ότι εξακολουθεί να απασχολείται μέχρι σήμερα αδιάκοπα και αδιάλειπτα κατέχοντας την ίδια θέση και εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα τα οποία αφορούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εν λόγω τμήματος.  Η Αιτήτρια αξιώνει απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η εργοδότησή της κατέστη αορίστου διαρκείας από την ημέρα συμπλήρωσης τριαντάμηνης υπηρεσίας ήτοι από την 1/7/21, οποιαδήποτε άλλα δεδουλευμένα ωφελήματα και άλλη  θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογα, νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον Φ.Π.Α.

   

            Οι Καθ’ ων η αίτηση με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισής τους εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος και ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της αίτησης λόγω κωλύματος.  Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν στο δικόγραφό τους ότι την 10/12/18 η Αιτήτρια υπέγραψε σύμβαση η οποία ορίζει ρητά τη χρονική διάρκειά της, ότι την 7/10/20 προσφέρθηκε στην Αιτήτρια άλλη σύμβαση ορισμένου χρόνου, ότι οι συμβάσεις αφορούσαν έργα τακτής προθεσμίας, ότι ο σκοπός ήταν η κάλυψη έκτακτων αναγκών οι οποίες προκύπτουν από τη συνεχιζόμενη αύξηση των μεταναστευτικών ροών στη Δημοκρατία, ότι η Αιτήτρια τα αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος για μη μετατροπή της απασχόλησης της Αιτήτριας σε αορίστου χρόνου, ότι δεν έχουν παραβεί τον Νόμο 98(I)/03 και ζητούν την απόρριψη της εναντίον τους αίτησης με έξοδα.

 

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές.  Η Αιτήτρια για να υποστηρίξει το αίτημά της προσέφερε τη μαρτυρία της.  Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση προσέφερε τη μαρτυρία του κ.Κ.  Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνουμε σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:

 

1. Στις 07/09/2018 το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης προκήρυξε, με ανακοίνωση που εκδόθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Αρ. [ ]), θέσεις εργασίας που αφορούσαν την πρόσληψη στο Τμήμα είκοσι (20) εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση του έργου τακτής προθεσμίας διάρκειας τεσσάρων ετών «Ενίσχυση του Τομέα Μετανάστευσης του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης», με συγχρηματοδότηση από το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

2. Στις 10/12/2018 η Αιτήτρια υπέγραψε έγγραφο με τίτλο «ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΟΥΜΕΝΟΥ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» σύμφωνα με το κείμενο του οποίου προσλαμβανόταν στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ως Εργοδοτούμενο/η Ορισμένου Χρόνου, για την εκτέλεση του έργου τακτής προθεσμίας «Ενίσχυση του Τομέα Μετανάστευσης του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης», για την περίοδο από 01/01/2019 μέχρι 31/12/2022, ως Λειτουργός Υποστήριξης για θέματα Μετανάστευσης (Κλ. Α2).

 

3.Στις 22/02/2019 το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης απέστειλε επιστολή στην Αιτήτρια ενημερώνοντάς την αναφορικά με τα καθήκοντα, τα οποία θα ασκούσε στα πλαίσια του Έργου.

 

4.Στις 08/07/2022 το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης προκήρυξε με ανακοίνωση, η οποία εκδόθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Αρ. [ ]), θέσεις εργασίας που αφορούσαν την πρόσληψη στο Τμήμα τριάντα έξι (36) εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση του έργου τακτής προθεσμίας «Ενίσχυση της διαχείρισης της νόμιμης μετανάστευσης» και δεκατριών (13) εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση του έργου τακτής προθεσμίας «Ενίσχυση της αντιμετώπισης της παράτυπης μετανάστευσης και της διαχείρισης δικαιούχων διεθνούς προστασίας», με συγχρηματοδότηση από το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

 

5.Στις 12/10/2022 η Αιτήτρια υπέγραψε έγγραφο με τίτλο «ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΟΥΜΕΝΟΥ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» σύμφωνα με το κείμενο του οποίου προσλαμβανόταν στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ως Εργοδοτούμενη/ο Ορισμένου Χρόνου, για την εκτέλεση του έργου τακτής προθεσμίας «Ενίσχυση της αντιμετώπισης της νόμιμης μετανάστευσης» ή και του έργου «Ενίσχυση της αντιμετώπισης της παράτυπης μετανάστευσης και της διαχείρισης δικαιούχων διεθνούς προστασίας», με έναρξη από 24/10/2022 μέχρι 31/12/2023, ως λειτουργός για θέματα Μετανάστευσης (Κλ. Α2).

 

6.Επειδή διαπιστώθηκε ότι το έγγραφο ημερομηνίας 12/10/2022 με τίτλο «ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΟΥΜΕΝΟΥ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» δεν κατέγραφε τη δυνατότητα ανανέωσής του, στις 24/10/2022 η Αιτήτρια υπέγραψε έγγραφο με τίτλο «ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΟΥΜΕΝΟΥ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» σύμφωνα με το κείμενο του οποίου η Αιτήτρια προσλαμβανόταν στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ως Εργοδοτούμενη Ορισμένου Χρόνου, για την εκτέλεση του έργου τακτής προθεσμίας «Ενίσχυση της αντιμετώπισης της νόμιμης μετανάστευσης» ή και του έργου «Ενίσχυση της αντιμετώπισης της παράτυπης μετανάστευσης και της διαχείρισης δικαιούχων διεθνούς προστασίας», με έναρξη από 24/10/2022 μέχρι 31/12/2023, ως λειτουργός για θέματα Μετανάστευσης (Κλ. Α2) με δυνατότητα ανανέωσης.

 

Η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται μέχρι σήμερα στην υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι αρχικά εργαζόταν στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στην Επαρχία Λευκωσίας ενώ με τη δημιουργία του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας εργάζεται στο Τμήμα Μετανάστευσης του εν λόγω Υφυπουργείου, ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει σχετικής επιστολής πρόσληψης με τίτλο «Συμβόλαιο Εργοδοτουμένου Ορισμένου Χρόνου» ημερομηνίας 09/12/2018 και ότι το συμβόλαιο εργοδότησής της προνοούσε μεταξύ άλλων για δυνατότητα ανανέωσης.  Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι την 12/10/2022 υπεγράφη από την ίδια και το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης νέο «Συμβόλαιο Εργοδοτουμένου Ορισμένου Χρόνου», ότι  το υπέγραψε με ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, ότι την 24/10/22 της δόθηκε για υπογραφή νέο Συμβόλαιο Εργοδοτούμενου Ορισμένου Χρόνου με το ίδιο περιεχόμενο με αυτό που υπεγράφη την 07/10/22, ότι και πάλι το υπέγραψε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, ότι την 21/11/2023 υπεγράφη νέο Συμβόλαιο με ισχύ από 01/01/2024 μέχρι 31/12/2024, ότι επίσης το υπέγραψε με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της και ότι η απασχόλησή της στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση από την έναρξή της μέχρι και σήμερα είναι συνεχής και αδιάλειπτη.  Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επιπλέον ότι την 1/7/2021 συμπλήρωσε 30 μήνες, ότι τα καθήκοντά της αφορούν στην εξέταση αιτήσεων και παραχώρηση προσωρινής άδειας διαμονής και απασχόλησης, ότι οι ανάγκες για εξυπηρέτηση είναι πάγιες και όχι προσωρινές και μάλιστα με αυξητική τάση, ότι δεν εκτελεί  κανένα έργο τακτής προθεσμίας και ότι εκτελεί πάγιες και μόνιμες ανάγκες της Δημοκρατίας οι οποίες θα συνεχίσουν να υπάρχουν και στο μέλλον χωρίς να υπάρχει οποιονδήποτε χρονοδιάγραμμα αποπεράτωσης των εργασιών που διεκπεραιώνει και κανένα χρονοδιάγραμμα το οποίο να προσδιορίζει χρονικά πότε θα εκλείψουν οι εν λόγω ανάγκες.   

 

Αντεξεταζόμενη η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ασκεί μόνιμα καθήκοντα και ότι δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα για να εκλείψουν.  

 

Ο μοναδικός μάρτυρας των Καθ’ ων η Αίτηση ήταν ο κ.Κ., ο οποίος είναι Διοικητικός Λειτουργός στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (στο εξής «ΤΑΠΜ») από την 6/3/15.  Ο κ.Κ. ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την προγραμματική περίοδο 2014 - 2020 το ΤΑΠΜ εξασφάλισε συγχρηματοδότηση από το εθνικό πρόγραμμα του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης για την υλοποίηση του έργου «Ενίσχυση του Τομέα Μετανάστευσης του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης», ότι το έργο αρχικά αφορούσε την απασχόληση 7 Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου (στο εξής «ΕΟΧ») Λειτουργών Μετανάστευσης κλ. Α8 και 20 ΕΟΧ Λειτουργών Υποστήριξης Μετανάστευσης κλ. Α2, ότι η διάρκεια απασχόλησης των ΕΟΧ στα πλαίσια του έργου αυτού ήταν από την 01/01/2019 μέχρι και τις 31/12/2022 και ότι η περιγραφή του έργου καθώς και τα καθήκοντα των ΕΟΧ φαίνονται εντός αυτής.  Περαιτέρω, ο κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι το έργο είχε αρχικά διάρκεια 9 μηνών, ότι χορηγήθηκε παράταση μέχρι και τις 31/12/2020, ότι οι δαπάνες του προσωπικού και ειδικότερα το 90% αυτών πηγάζουν από χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι η πρόσληψη των ΕΟΧ για όλα τα πιο πάνω έργα έγινε σύμφωνα με την προκήρυξη, Τεκμήριο 8, ότι κατά την προγραμματική περίοδο 2021 - 2027 το ΤΑΠΜ εξασφάλισε εκ νέου συγχρηματοδότηση από το εθνικό πρόγραμμα του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης για την υλοποίηση δύο έργων αυτή τη φορά, του έργου «Ενίσχυση της διαχείρισης της νόμιμης μετανάστευσης» και του έργου «Ενίσχυση της αντιμετώπισης της παράτυπης μετανάστευσης και της διαχείρισης δικαιούχων διεθνούς προστασίας» και ότι το πρώτο έργο αφορά στην απασχόληση 12 ΕΟΧ Λειτουργών Μετανάστευσης κλ. Α8 και 36 ΕΟΧ Λειτουργών Υποστήριξης Μετανάστευσης κλ. Α2 ενώ το δεύτερο στην απασχόληση 9 ΕΟΧ Λειτουργών Μετανάστευσης κλ. Α8 και 13 ΕΟΧ Λειτουργών Υποστήριξης Μετανάστευσης κλ. Α2.  Όπως ισχυρίστηκε επιπλέον ο κ.Κ. τα δυο προαναφερόμενα έργα δεν σχετίζονται με το έργο «Ενίσχυση του Τομέα Μετανάστευσης του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης» που υλοποιήθηκε με την προηγούμενη Προγραμματική Περίοδο 2014 - 2020 και το οποίο έληξε στις 31/12/2022, ότι οι δαπάνες του προσωπικού και ειδικότερα το 60% πηγάζει από χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι είχαν αρχικά διάρκεια 26 μηνών αλλά ότι δόθηκε παράταση μέχρι την 31/12/2026 για το ένα έργο και για το άλλο μέχρι την 30/6/24 με νέα επέκταση μέχρι την 30/6/26.  O κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι η πρόσληψη των ΕΟΧ και για τα δύο έργα έγινε μέσα από μια κοινή διαδικασία και καταρτίστηκε ένας κοινός κατάλογος, ότι έγινε σύμφωνα με την προκήρυξη, Τεκμήριο 11, ότι η ανάγκη πρόσληψης των ΕΟΧ επήλθε ένεκα του αυξημένου όγκου εργασίας ως αποτέλεσμα των αυξημένων μεταναστευτικών ροών, που μεταξύ άλλων αφορά σε: «Εξέταση αιτήσεων από υπηκόους τρίτων χωρών (YTX) προς διευθέτηση της άδειας εισόδου και παραμονής τους στη Δημοκρατία.  Εκθέσεις/σημειώματα που αφορούν αιτήματα ΥΤΧ σε γενικά θέματα.  Εκθέσεις/σημειώματα/επιστολές που αφορούν αιτήματα ΥΤΧ που διαμένουν στη Δημοκρατία υπό καθεστώς Διεθνούς ή προσωρινής Προστασίας ή ως αιτητές ασύλου.  Εκθέσεις Γεγονότων για προσφυγές που αφορούν ΥΤΧ και παρεμφερή αλληλογραφία.  Εκθέσεις γεγονότων για διοικητικά πρόστιμα σε αερομεταφορείς που αφορούν πρόστιμα για μη νενομισμένη επιβίβαση ΥΤΧ και παρεμφερή αλληλογραφία.  Διερεύνηση και ετοιμασία επιστολών για επιστροφή παλιών εγγυητικών που αφορούν ΥΤΧ.  Εκθέσεις για ακύρωση αδειών μετανάστευσης και παρεμφερή αλληλογραφία.  Εκθέσεις/ πρακτικά που αφορούν τη Συμβουλευτική Επιτροπή Εικονικών Γάμων και παρεμφερή αλληλογραφία.  Εκθέσεις/σημειώματα που αφορούν στην εφαρμογή της Οδηγίας Επιστροφών 2008/115/ΕΚ και της αντίστοιχης εθνικής νομοθεσίας (απέλαση και κράτηση των παράνομων αλλοδαπών, έκδοση αποφάσεων επιστροφών, επαναξιολόγηση ανά δίμηνο της κράτησης των αλλοδαπών και γενικότερα την διαχείριση των παράνομων μεταναστευτικών ροών και των επιστροφών).  Υλοποίησης προγραμμάτων υποβοηθούμενων εθελούσιων επιστροφών και επανένταξης ΥΤΧ (προσωπικές συνεντεύξεις ΥΤΧ  και παρεμφερή εργασία).  Ένταξη των μεταναστών στην κυπριακή κοινωνία (εκπόνηση, παρακολούθηση και αξιολόγηση του Εθνικού Σχεδίου για την Ένταξη των Μεταναστών και την ετοιμασία της ετήσιας έκθεσης για την ένταξη των μεταναστών) και παρεμφερή εργασία».  Επιπρόσθετα, ο κ.Κ. ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι το Αρχείο του Τμήματος καλείται καθημερινά να ενημερώνει μεγάλο όγκο προσωπικών φακέλων με αιτήσεις ενώ την ίδια ώρα δέχεται ανάλογο όγκο άλλων αιτημάτων/επιστολών με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλος όγκος καθυστερημένων, μη καταχωρημένων αιτήσεων, ότι ταυτόχρονα εξυπηρετεί καθημερινά αρκετά μεγάλους αριθμούς κοινού στα σημεία εξυπηρέτησης που λειτουργεί, ότι η πρόσληψη των ΕΟΧ μέσω των συγχρηματοδοτούμενων έργων έχει ως στόχο την ενίσχυση του Τμήματος με προσωπικό ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στην αποστολή και τις υποχρεώσεις του, ότι τα καθήκοντα που εκτελεί η Αιτήτρια είναι σύμφωνα με τις συμβάσεις που υπέγραψε για το εκάστοτε έργο τακτής προθεσμίας, ότι δεν μπορούν να μην προσομοιάζουν εν μέρει με καθήκοντα που εκτελεί άλλο προσωπικό του Τμήματος αφού αυτό ακριβώς είναι το εργασιακό αντικείμενο του Τμήματος και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ΕΟΧ ασκούσαν πάγια καθήκοντα ή καθήκοντα που σχετίζονται με τις μακροχρόνιες ανάγκες του Τμήματος. Τέλος, ο κ.Κ. ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι το εκάστοτε έργο έχει ημερομηνία λήξης, ότι η Αιτήτρια το γνώριζε εξ αρχής, ότι με την ολοκλήρωση του εκάστοτε έργου τακτής προθεσμίας παύει και η ανάγκη για την οποία εργοδοτήθηκε η Αιτήτρια ανεξάρτητα αν μέχρι την ολοκλήρωση του έργου έχουν παρέλθει ή θα έχουν παρέλθει οι 30 μήνες απασχόλησης, ότι ουδεμία ζημιά υπέστη ή υπόκειται η Αιτήτρια, ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος και νόμιμος για τη μη μετατροπή της απασχόλησης της Αιτήτριας σε αορίστου χρόνου και ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν παραβεί το Νόμο 98(Ι)/03. 

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Κ. ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε διακοπή στην εργασία της Αιτήτριας και ότι η διαχείριση των θεμάτων μετανάστευσης χρειάζεται «ευέλικτες λύσεις και οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου είναι ένα εργαλείο» το οποίο χρησιμοποίησε το Τμήμα Μετανάστευσης για να καλύψει αντικειμενικές επιχειρησιακές ανάγκες.   

 

Παρακολουθήσαμε με προσοχή και τους δύο μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.  

 

Από τη μια, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι συμπλήρωσε 30 μήνες απασχόλησης στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση και ότι εκτελεί πάγια καθήκοντα ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί επειδή εγέρθηκε εναντίον λανθασμένου προσώπου, ότι η εργασία της Αιτήτριας ήταν για ικανοποίηση προσωρινών και έκτακτων αναγκών και συνεπώς ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος εξαίρεσης. 

 

Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Αιτήτριας, παρατηρούμε ότι τα όσα ισχυρίστηκε συνάδουν πλήρως με τα κατατεθέντα τεκμήρια.  Περαιτέρω, η Αιτήτρια μας έκανε πολύ καλή εντύπωση, η μαρτυρία της μας φάνηκε θετική, φυσική και ειλικρινής και την αποδεχόμαστε.  Θεωρούμε ότι η Αιτήτρια ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να περιγράψει τα γεγονότα όπως η ίδια τα βίωσε και το έκανε με σταθερότητα και σαφήνεια και συνεπώς κρίνουμε τη μαρτυρία της αξιόπιστη.  Πέραν της καλής και θετικής εικόνας που άφησε η Αιτήτρια δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και για όλα τα πιο πάνω δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια.   

 

Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Κ. παρατηρούμε ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν παρέμεινε σταθερός στα όσα αρχικά ισχυρίστηκε.  Συγκεκριμένα, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο οι στόχοι του πρώτου έργου είναι παρόμοιοι με αυτούς του δεύτερου, αρχικά απάντησε ότι διαφωνεί, στη συνέχεια απάντησε ότι «οι στόχοι κάθε έργων καθορίζονται» ενώ ακολούθως συμφώνησε ότι οι εν λόγω στόχοι είναι «παρόμοιοι».  Περαιτέρω, αρχικά σε ερώτηση κατά πόσο τα καθήκοντα της Αιτήτριας «έχουν βέβαιο τέλος» απάντησε «μπορεί», ενώ στη συνέχεια ότι «έχουν βέβαιο τέλος στο πλαίσιο του έργου τακτής προθεσμίας για το οποίο έχει προσληφθεί».  Ο κ.Κ. σε ερώτηση πότε οι Καθ’ ων η αίτηση ξεκίνησαν να προσλαμβάνουν ΕΟΧ στα πλαίσια την προγραμματικής περιόδου 2014 – 2020 απάντησε ότι αυτό το αναφέρει «με λεπτομέρεια στη δήλωσή» του, κάτι που δεν ισχύει.  Όταν του έγινε σχετική υπόδειξη απάντησε ότι είχε την εντύπωση πως δεν προσλήφθηκαν άλλα άτομα πριν την Αιτήτρια αλλά ότι δεν είχε προετοιμαστεί «για τούτο το πράγμα».  Στη συνέχεια όμως της αντεξέτασής του ισχυρίστηκε με βεβαιότητα ότι «η πρώτη φορά που έχουν προσληφθεί ΕΟΧ ήταν στα πλαίσια της παραγράφου 3 της δήλωσής» του, ενώ ακολούθως επανήλθε αναφέροντας ότι δεν μπορεί να είναι βέβαιος αλλά ότι είναι «σχεδόν βέβαιος» για το ότι δεν προσλήφθηκαν προηγουμένως άλλοι.  Ο κ.Κ. δεν απάντησε στην ερώτηση κατά πόσο οι εργαζόμενοι αορίστου διαρκείας του τμήματός του εκτελούν παρόμοια καθήκοντα με την Αιτήτρια παρόλο που ερωτήθηκε πολλάκις και περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι «αφορούν καθήκοντα που εντάσσονται εντός των έργων για το οποίο έχει προσληφθεί και υπό αυτήν την έννοια δεν αφορούν μακροχρόνια καθήκοντα του τμήματος».  Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι ο κ.Κ. σε κάποιες περιπτώσεις, κατά την αντεξέτασή του, αντί να απαντά ευθέως σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, περιοριζόταν στο να επαναλαμβάνει τα όσα αναγράφονται στην Γραπτή του Δήλωση.

 

Εν όψει των πιο πάνω, αποδεχόμαστε ότι τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ως αυτά αναφέρθηκαν από την Αιτήτρια και δεν δεχόμαστε όσα σημεία της μαρτυρίας του κ.Κ.δεν συνάδουν με την μαρτυρία της Αιτήτριας. 

 

            Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003, Ν.98(I)/2003 (στο εξής «ο Νόμος»), εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση του δικαίου μας με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνάφθηκε από τους ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους, ήτοι CES, UNICE και CEEP.  Το άρθρο 3 του Νόμου αναφέρει το σκοπό του Νόμου ο οποίος είναι ο εξής: «(α) Η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης· και (β) η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου».  Με το άρθρο 7 του Νόμου θεσπίστηκαν μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο 30 μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρηθεί ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας τακτής περιόδου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες περιορίζονται από το Νόμο.  Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου:

 

«(1) Όπου—

 

(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως·

(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για   συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου· η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκειά της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.

 

(2) Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν—

(α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές.

(β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο.

(γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.

(δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία.

(ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ’ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.

(στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και Εθελοντών Υπαξιωματικών.

 

(3) Κατά την εφαρμογή του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, αναφορικά με εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δε θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.»

 

Συνεπώς, δυνάμει του άρθρου 7 του Νόμου η σύμβαση εργασίας κάθε εργοδοτούμενου που απασχολήθηκε σε εργοδότη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε για πρώτη φορά είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης για συνολική περίοδο 30 μηνών και άνω, ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας τακτής περιόδου, θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας και οποιαδήποτε πρόνοια η οποία περιορίζει τη διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να ισχύει εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενού του με σύμβαση τακτής περιόδου δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.  Εισάγεται δηλαδή νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι μια σύμβαση με τακτή προθεσμία μετατρέπεται αυτόματα σε σύμβαση αορίστου χρόνου με την πάροδο 30 μηνών, εκτός εάν ο εργοδότης, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, το ανατρέψει σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 7 του Νόμου.  Στην υπόθεση Αβραάμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 53 και 55:[1]

 

«…….Η Οδηγία προφανώς εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε δηλαδή εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.  Στο Αρθρο 5 της Ρήτρας 8 της Οδηγίας αναφέρεται πως η πρόληψη και αντιμετώπιση των διαφορών και καταγγελιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές σε εθνικό επίπεδο.

………………………………….

Ο Νόμος και η οδηγία εφαρμόζονται σε όλους τους συμβασιούχους αορίστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα.  Η θεραπεία που δίδεται από το δικαστήριο, σε περίπτωση παρανομίας εκ μέρους του εργοδότη, πρέπει να είναι πλήρης και ταυτόχρονα ισότιμη και ισόνομη».

 

                   Στην υπόθεση Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου ν. Φιλιππίδου, Π.Ε. 158/14, ημερ. 30/11/21, ECLI:CY:AD:2021:A537, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: 

 

            «Επομένως, στη βάση αναντίλεκτων γεγονότων αλλά και σαφών προνοιών της κρίσιμης νομοθεσίας, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε κατ’ ουσίαν άλλη λελογισμένη επιλογή παρά να καταλήξει στα επίδικα ευρήματα, με αποτέλεσμα, ως εξ αυτών, το βάρος απόδειξης να μετατεθεί στους Εφεσείοντες για να αποδείξουν ότι η επίμαχη σύμβαση δεν μπορούσε να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου, εξαιτίας αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούσαν απασχόληση ορισμένης διάρκειας (βλ. … Π.Ε. 513/12, ημ. 18.1.16)

            Σε ό,τι αφορά στο παράπονο των Εφεσειόντων πως κακώς αποφασίστηκε ότι δεν συνέτρεχαν αντικειμενικοί λόγοι κατά τα ανωτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε κατόπιν προσεκτικής αξιολόγησης της μαρτυρίας αλλά και ερμηνείας των αφορώντων νομοθετικών προβλέψεων πως η απασχόληση της Εφεσίβλητης δεν σχετιζόταν ως επί το πλείστον με την παρουσίαση μιας συγκεκριμένης εκπομπής, μήτε και υπήρχαν ιδιαιτερότητες που θα δικαιολογούσαν κατάταξη της συμβατικής σχέσης ως ορισμένης διάρκειας. Τούτο, επειδή, με τη μείωση των εβδομαδιαίων ημερών παρουσίασης του τηλεοπτικού προγράμματος που ανέλαβε η Εφεσίβλητη, της ανατέθηκαν και διάφορες άλλες εργασίες τις οποίες όφειλε να διεκπεραιώνει καθημερινώς και όχι μονάχα κατά την καλοκαιρινή περίοδο (ως προέβλεπε το συμβόλαιο της). Για επίρρωση της συλλογιστικής αυτής το Πρωτόδικο Δικαστήριο, διαφοροποιώντας ευστόχως νομολογία και συγγράμματα στα οποία παραπέμφθηκε από τους Εφεσείοντες πρωτοδίκως (για τον λόγο ότι ήσαν και πολύ προγενέστερα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ), βασίστηκε και στο σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης και στα αναντίρρητα από τους Εφεσείοντες προσόντα, γνώσεις και καταλληλότητα της Εφεσίβλητης, κρίνοντας πως κατά την αξιόπιστη μαρτυρία είχαν ανατεθεί σε αυτήν κατά καιρούς (ως πλέον κατάλληλης για ανάληψη τους), η επιμέλεια και παρουσίαση διαφόρων προγραμμάτων».

 

Στην υπόθεση Land NordrheinWestfalen v. Jansen[2] αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

«1.H ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών.  Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη.  Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. 

 

2.Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ΄ ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως.  Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ΄ ολοκληρία.

 

3.Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ΄ αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου.  Συγκεκριμένα, μια διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου».

 

            Όπως αναφέρει ο Ζερδελής,[3] ο έλεγχος της καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου περιορίζεται, κατά το ενωσιακό δίκαιο, στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.  Είναι επομένως κρίσιμο, για την έκταση εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου, ο προσδιορισμός της έννοιας των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.  Η εν λόγω συμφωνία δεν περιλαμβάνει ορισμό της εν λόγω έννοιας και έτσι αφήνει στα κράτη-μέλη την εξειδίκευση του περιεχομένου της.[4]  Όπως περαιτέρω αναφέρει ο Ζερδελής, το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη-μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να φθάσει μέχρι την διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας πλαισίου.  Επίσης, ο Ζερδελής[5] αναφέρει ότι ο έλεγχος της καταχρηστικότητας απαιτεί, όπως δέχεται το ΔΕΕ, να εξετάζονται πάντοτε οι συνθήκες της κάθε περίπτωσης λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας και τη συνολική διάρκεια της απασχόλησης. 

 

Θεωρούμε σκόπιμο όπως εξετάσουμε καταρχήν τις προδικαστικές ενστάσεις των Καθ’ ων η αίτηση. 

 

Η πρώτη προδικαστική ένσταση αφορά σε ισχυρισμό για λανθασμένο τίτλο, ήτοι ότι δυνάμει του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 διάδικος έπρεπε να ήταν ο Γενικός Εισαγγελέας.  Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι «αγωγαί εκ μέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου, θα εγείρωνται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως εναγομένου».  Η παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς εγέρθηκε εναντίον πρώτα της Κυπριακής Δημοκρατίας διά μέσω του Γενικού Εισαγγελέα αλλά και εναντίον της Διευθύντριας/ής και/ή Αναπληρωτής/τρια Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης.  Θεωρούμε ότι ο τίτλος της αίτησης σε σχέση με τους Καθ’ ων η αίτηση 1, ήτοι την Κυπριακή Δημοκρατία διά μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, δεν αντιβαίνει τις πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, εφόσον καθίσταται διάδικος ο Γενικός Εισαγγελέας αλλά ότι πάσχει και δεν μπορεί να προχωρήσει σε σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 2.

 

Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά ισχυριζόμενο κώλυμα της Αιτήτριας να προωθήσει την αίτηση εργατικής διαφοράς λόγω υπογραφής από την Αιτήτρια της σύμβασης ορισμένου χρόνου η οποία προνοούσε για έργο τακτής προθεσμίας και διαθέτει πρόνοια για λήξη με την ολοκλήρωση του έργου.  Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση στην αγόρευσή της κάνει αναφορά σε ευρωπαϊκή υπόθεση η οποία μιλά από μόνη της και αναφέρει ότι η υπογραφή σύμβασης ορισμένου χρόνου από τον εργαζόμενου δεν αποτελεί κώλυμα για προστασία του από την οδηγία.  Συγκεκριμένα αναφέρει ότι «… η ρήτρα 2, η ρήτρα 3, σημείο 1, και η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης εκ μέρους εργοδότη που υπάγεται στον δημόσιο τομέα διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η συγκατάθεση του θιγόμενου εργαζομένου για την ίδρυση και/ή την ανανέωση των σχέσεων αυτών εργασίας δεν αίρει, από την άποψη αυτή, την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς του εν λόγω εργοδότη, ώστε να μην εφαρμοστεί στην περίπτωση αυτού του εργαζομένου η συμφωνία-πλαίσιο».[6]  Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε κώλυμα από την Αιτήτρια στην προώθηση της αίτησης εργατικής διαφοράς.

 

Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το κατά πόσο η Αιτήτρια κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου διαρκείας.   

 

Η χρονική περίοδος που η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της στους Καθ’ ων η αίτηση είναι παραδεκτή και από τις δύο πλευρές.  Επίσης παρατηρούμε ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.  Είναι παραδεκτό λοιπόν ότι η Αιτήτρια εργάζεται στους Καθ’ ων η αίτηση ως λειτουργός για θέματα μετανάστευσης από την 1/1/19 και ότι υπέγραψε 3 συμβάσεις για τις ακόλουθες χρονικές περιόδους: 1/1/19 – 31/12/22, 24/10/22 – 31/12/23 και 1/1/24 – 31/12/24.  Η Αιτήτρια, ως η θέση όλων, εργάζεται στους Καθ’ ων η αίτηση δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς διακοπή από την 1/1/19.  Συνεπώς, πληροί τα χρονικά πλαίσια που της επιτρέπουν να θεωρηθεί εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου. 

 

            Εν όψει των πιο πάνω, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους Καθ’ ων η αίτηση να αποδείξουν ότι η σύμβαση εργασίας της Αιτήτριας δεν μπορούσε να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου λόγω της ύπαρξης αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούσαν την απασχόλησή της με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

 

Ο κ.Κ. κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η ανάγκη πρόσληψης ΕΟΧ επήλθε ένεκα του αυξημένου όγκου εργασίας ως αποτέλεσμα των αυξημένων μεταναστευτικών ροών και ότι η πρόσληψη των ΕΟΧ έχει ως στόχο την ενίσχυση του τμήματος για να μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στην αποστολή και τις υποχρεώσεις του ένεκα των προκλήσεων που αντιμετωπίζει λόγω των αυξημένων μεταναστευτικών ροών και ότι γι’ αυτό τα καθήκοντα της Αιτήτριας «δεν μπορούν να μην προσομοιάζουν εν μέρη με καθήκοντα που εκτελεί άλλο προσωπικό … αφού αυτό ακριβώς είναι το εργασιακό αντικείμενο του Τμήματος».  Ο κ.Κ. συνέχισε εκφράζοντας τη θέση ότι για όλα τα πιο πάνω δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια ασκούσε πάγια καθήκοντα ή καθήκοντα που σχετίζονται με τις μακροχρόνιες ανάγκες του Τμήματος εφόσον άλλωστε το κάθε έργο ολοκληρώνεται με τη λήξη της εκάστοτε προγραμματικής περιόδου και ότι η Αιτήτρια γνώριζε ότι το κάθε έργο είχε ημερομηνία λήξης και ότι τα καθήκοντά της Αιτήτριας συνδέονται «με χρονικά καθορισμένες υπηρεσιακές αντικειμενικές ανάγκες».  Ο κ.Κ. συμφώνησε ότι η Αιτήτρια ξεκίνησε εργασία στα πλαίσια της προγραμματικής περιόδου 2014 – 2020 και ότι συνέχισε στα πλαίσια την προγραμματικής περιόδου 2021 – 2027 και ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας υπήρχαν και πριν την πρόσληψή της στους Καθ’ ων η αίτηση. 

 

 Όπως προκύπτει από τις συμβάσεις που υπέγραψαν τα μέρη, Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, η Αιτήτρια προσλήφθηκε σε όλες τις περιπτώσεις για την ίδια θέση, δηλαδή ως Λειτουργός για θέματα μετανάστευσης.  Στο Παράρτημα της Συμφωνίας Επιδότησης, Τεκμήριο 7, περιγράφεται το φάσμα υπηρεσιών που παρέχονται από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κάτω από τη «Συνοπτική Περιγραφή Έργου».  Καταληκτικά, στο εν λόγω σημείο αναφέρεται ότι «επειδή η διεκπεραίωση των πιο πάνω … δεν πρέπει να παρουσιάζει καθυστερήσεις για την ομαλή λειτουργία του Τομέα Μετανάστευσης, κρίνεται αναγκαία η συνέχιση της απασχόλησης στο Τμήμα».  Περαιτέρω, στη συνέχεια, ως «Στόχος» περιγράφεται η «ενίσχυση του Τομέα Μετανάστευσης μέσω της συνέχισης της απασχόλησης στο Τμήμα 7 λειτουργών για θέματα Μετανάστευσης και 20 λειτουργών για υποστήριξη σε θέματα μετανάστευσης».  Τα ίδια αναφέρονται και στην επόμενη συμφωνία, Τεκμήριο 9, στην οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία στις καθυστερήσεις που παρατηρούνται και στις συνέπειες των καθυστερήσεων.  Τα καθήκοντα και οι ευθύνες της θέσης για την οποία αρχικά προσλήφθηκε η Αιτήτρια αναφέρονται στην Προκήρυξη της θέσης, ως αυτή δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, Τεκμήριο 8, και έχουν  ως εξής:

 

« i. Εκτελεί γενικά γραφειακά και λογιστικά καθήκοντά.

ii. Συλλέγει, επεξεργάζεται και κατατάσσει στατιστικά κι άλλα στοιχεία και πληροφορίες

και προβαίνει στην ετοιμασία και υποβολή εκθέσεων.

iii. Αναλαμβάνει την φυσική καταχώρηση στο αρχείο του Τομέα Μετανάστευσης που δυνατόν να περιλαμβάνει άνοιγμα/δημιουργία νέων φακέλων, ενημέρωση υφιστάμενων φάκελο με αλληλογραφία, καταχώρηση εγγράφων, ενημέρωση συστήματος, επεξεργασία αλληλογραφίας κ.ο.κ.

iv. Αναλαμβάνει την ηλεκτρονική καταχώρηση στο αρχείο του τομέα μετανάστευσης που δυνατόν να περιλαμβάνει ηλεκτρονική δημιουργία νέων φακέλων, δημιουργία ετήσιων στο σύστημα, ενημέρωση υφιστάμενων ηλεκτρονικών φακέλων, καταχώρηση εγγράφων, επεξεργασία αλληλογραφίας κ.ο.κ.

v. Αναλαμβάνει την εξυπηρέτηση κοινού του Τομέα Μετανάστευσης που δυνατόν να περιλαμβάνει παραλαβή αιτήσεων και αιτημάτων, παράδοση βιομετρικών αδειών διαμονή καθώς επίσης και παροχή πληροφοριών σε θέματα μετανάστευσης.

vi. Βοηθά στην παρακολούθηση της υλοποίησης των συγχρηματοδοτουμένων έργων που υλοποιούνται από τον τομέα μετανάστευσης. Για το σκοπό αυτό προβαίνει σε οικονομική και ποιοτική παρακολούθηση των έργων, συγγραφή οικονομικών καταστάσεων και εκθέσεων προόδου των έργων, παρακολούθηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τα έργα και συνεχή ενημέρωση ενεργειών προς υλοποίηση τους, ετοιμασία αναφορών και έκθεση των αποτελεσμάτων των δράσεων των έργων και λοιπά.

vii. Ετοιμάζει και υποβάλλει σημειώματα/εκθέσεις/επιστολές.

viii. Συμβάλλει στην εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας.

ix. Διενεργεί εισπράξεις και πληρωμές και εκδίδει σχετικές αποδείξεις.

x. Βοηθά στην εκτέλεση ή/και αναλαμβάνει την εκτέλεση εργασίας σχετικά με τις αρμοδιότητες και τις δραστηριότητες του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.

xi. Εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα του ανατεθούν».

     

Τα καθήκοντα και οι ευθύνες της επόμενης προκήρυξης όπως προκύπτουν από τη σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, Τεκμήριο 11, είναι παρόμοια και είναι τα ακόλουθα:

 

«i. Εκτελεί γενικά γραφειακά και λογιστικά καθήκοντά σε σχέση με τις αρμοδιότητες του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου.

ii. Συλλέγει, επεξεργάζεται και κατατάσσει στατιστικά κι άλλα στοιχεία και πληροφορίες και προβαίνει στην ετοιμασία και υποβολή εκθέσεων σε σχέση με τις αρμοδιότητες του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου.

iii. Αναλαμβάνει την φυσική καταχώρηση στο αρχείο του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου που δυνατό να περιλαμβάνει άνοιγμα/δημιουργία νέων φακέλων, ενημέρωση υφιστάμενων φακέλων με αλληλογραφία, καταχώρηση εγγράφων, ενημέρωση συστήματος, επεξεργασία αλληλογραφίας κ.ο.κ.

iv. Αναλαμβάνει την ηλεκτρονική καταχώρηση στο αρχείο του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου που δυνατόν να περιλαμβάνει ηλεκτρονική δημιουργία νέων φακέλων, δημιουργία ετήσιων στο σύστημα, ενημέρωση υφιστάμενων ηλεκτρονικών φακέλων, καταχώρηση εγγράφων, επεξεργασία αλληλογραφίας κ.ο.κ.

v. Αναλαμβάνει την εξυπηρέτηση κοινού του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου που δυνατόν να περιλαμβάνει παραλαβή αιτήσεων και αιτημάτων, παράδοση βιομετρικών αδειών διαμονή καθώς επίσης και παροχή πληροφοριών σε θέματα μετανάστευσης.

vi. Βοηθά στην παρακολούθηση της υλοποίησης έργων που υλοποιούνται από το ΤΑΠΜ είτε από άλλη υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου. Για το σκοπό αυτό συμβάλλει στην οικονομική και ποιοτική παρακολούθηση των έργων, στην συγγραφή οικονομικών καταστάσεων, στην παρακολούθηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τα έργα και την συνεχή ενημέρωση ενεργειών προς υλοποίηση τους, στην ετοιμασία αναφορών και εκθέσεων αποτελεσμάτων των δράσεων των έργων κ.λ.π.

vii. Ετοιμάζει και υποβάλλει σημειώματα/εκθέσεις/επιστολές σε σχέση με τις αρμοδιότητες του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου.

viii. Συμβάλλει στην εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας σε σχέση με τις αρμοδιότητες του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου.

ix. Διενεργεί εισπράξεις και πληρωμές και εκδίδει σχετικές αποδείξεις σε σχέση με τις αρμοδιότητες του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου.

x. Βοηθά στην εκτέλεση η αναλαμβάνει την εκτέλεση εργασίας σχετικά με τις αρμοδιότητες και τις δραστηριότητες του ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου

έργου.

xi. Εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα του ανατεθούν σε σχέση με το ΤΑΠΜ είτε άλλης υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και της Κεντρικής Διοίκησης για το σκοπό εκάστου έργου».

 

Όπως αναφέρουμε ανωτέρω, η κάλυψη προσωρινών αναγκών αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους λόγους που μπορεί να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων απασχόλησης.  Στην παρούσα περίπτωση, δεν προσκομίστηκε αξιόπιστη μαρτυρία και συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν προσωρινή ανάγκη σχετικών υπηρεσιών.  Τουναντίον, αυτό που προκύπτει είναι ότι οι σχετικές ανάγκες δεν ήταν προσωρινές, προϋπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς να μπορεί να καθοριστεί χρονικά η έκλειψή τους.  Η Αιτήτρια δεν αναπλήρωνε άλλο άτομο και δεν παρουσιάστηκαν οποιεσδήποτε ιδιαιτερότητες στην εργασία της που θα δικαιολογούσε κατάταξη της συμβατικής σχέσης ως ορισμένης χρονικής διάρκειας και δεν εργοδοτείτο υπό δοκιμασία ή ως ΕΠΥ ή κατ’ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.  Το ότι εξ αρχής καθορίστηκε ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου την οποία γνώριζε η Αιτήτρια από μόνο του δεν μπορεί να προϋποθέτει έλλειψη πάγιων αναγκών.  Οι Καθ’ ων η αίτηση θεωρούν ότι η απασχόληση της Αιτήτριας δεν συνεχίστηκε από το πρώτο στα επόμενα έργα επειδή μετά το πρώτο έργο που αφορούσε την προγραμματική περίοδο 2014-2020 εξασφαλίστηκε εκ νέου συγχρηματοδότηση για την υλοποίηση άλλων δύο έργων για την προγραμματική περίοδο 2021-2027 τα οποία, ως η θέση τους, δεν σχετίζονται με το πρώτο έργο και για τα οποία προβλέπετο αυξημένος αριθμός λειτουργών.  Δεν συμφωνούμε με την εν λόγω θέση εφόσον όπως αναφέρουμε ανωτέρω η θέση και τα καθήκοντα της Αιτήτριας παρέμειναν τα ίδια.  Η ενίσχυση ενός τμήματος το οποίο κατά κοινή ομολογία των δύο πλευρών ήταν υποστελεχωμένο  δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έργο με βέβαιη και συγκεκριμένη ημερομηνία ολοκλήρωσης.  Άλλωστε, όπως αναφέρουμε ανωτέρω ο μοναδικός μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση στην ενώπιόν μας μαρτυρία του παραδέχθηκε εν τέλει ότι οι στόχοι των έργων είναι «παρόμοιοι» και ότι αυτό που διασφαλίζει το «βέβαιο τέλος» είναι η λήξη της σύμβασης.      

 

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι στην Αιτήτρια δεν δόθηκαν συγκεκριμένα και προσωρινά καθήκοντα αλλά ότι η συνεργασία με την Αιτήτρια αφορούσε στην κάλυψη πάγιων αναγκών των Καθ’ ων η αίτηση.  Οι Καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια.

 

Για όλα τα πιο πάνω, θεωρούμε ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για να θεωρηθεί η απασχόληση της Αιτήτριας ως αορίστου διαρκείας.  

 

Εκδίδεται επομένως ομόφωνα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 αναγνωριστική απόφαση μετατροπής της απασχόλησης της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου από την 1/7/21.   

 

Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και σε βάρος των Καθ’ ων η αίτηση 1 €900 έξοδα με νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. 

 

Η αίτηση εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 2 απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

                                (Υπ.) ……………………………………

         Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής

 (Υπ.) ..……………………………         (Υπ.) ….………………………….

               Α. Λάμπρου, Μέλος                             A. Κυριάκου, Μέλος

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 



[1] Βλ. επίσης  υπόθεση Παναγίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2012) 1Β Α.Α.Δ. 1641

 

[2] C-313/10

[3] Δημήτρης Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020, σελ. 335.

[4] Η ρήτρα 5 (2) (α) της συμφωνίας πλαισίου αναφέρει «τα κράτη-μέλη … καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές».  

[5] Ανωτέρω, σελ. 336-337.

[6] C429/18, ECLI:EU:C:2020:219, σκέψη 116.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο