P. M. κ.α. ν. POP LIFE ELECTRIC SHOP LIMITED, Συνενωμένες Υποθέσεις: 106/2019, 289/2019, 10/2/2025
print
Τίτλος:
P. M. κ.α. ν. POP LIFE ELECTRIC SHOP LIMITED, Συνενωμένες Υποθέσεις: 106/2019, 289/2019, 10/2/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Ι. Νεοφύτου και Στ. Τσιαπουτή, Μελών.

 

 

Συνενωμένες Υποθέσεις: 106/2019, 289/2019

 

Αρ. Υπόθεσης:106/2019

 

Μεταξύ:

P. M.

Αιτητής

-και-

 

POP LIFE ELECTRIC SHOP LIMITED

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

 

Αρ. Υπόθεσης: 289/2019

 

Μεταξύ:

 

S. B.

Αιτήτρια

-και-

 

POP LIFE ELECTRIC SHOP LIMITED

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 10η Φεβρουαρίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου ΔΕΠΕ

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κ. Γ. Τρίγκας για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σια ΔΕΠΕ

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείται με τη διαχείριση και λειτουργία καταστημάτων λιανικού εμπορίου ανά το Παγκύπριο. Στην Επαρχία Λευκωσίας διατηρεί καταστήματα στη Ανθούπολη, στα Λατσιά, στο Δάλι και στη Λεωφόρο Κέννεντυ.

 

Τόσο ο Αιτητής όσο και η Αιτήτρια («Οι Αιτητές») προσλήφθηκαν στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση στις 13.12.2012. Με την πρόσληψη τους υπέγραψαν «Σύμβαση Εργασίας» (Τεκ.1 και Τεκ.10) η οποία, μεταξύ άλλων, προέβλεπε ότι ο Αιτητής θα εργαζόταν σε υπεύθυνη θέση στο Κατάστημα Κέννεντυ στη Λευκωσία ως Βοηθός Αποθήκης και η Αιτήτρια σε υπεύθυνη θέση στο Κατάστημα Λατσιών ως  Λειτουργός Εξυπηρέτησης. Ήταν ρητός όρος της σύμβασης ότι «Σε περίπτωση που οι ανάγκες της Εταιρείας επιτάξουν, ο Εργοδοτούμενος αποδέχεται να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε άλλη διεύθυνση τόπου ή θέση εργασίας, νοουμένου ότι θα έχει γραπτή ενημέρωση από τον Εργοδότη».

 

Με επιστολή ημερ. 25.1.2019 (Τεκ.6), οι Καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι από τη Δευτέρα 28.1.2019 θα αναλάμβανε καθήκοντα Υπάλληλου Αποθήκης στις Κεντρικές Αποθήκες, με τους ίδιους υφιστάμενους όρους απασχόλησης.

 

Ο Αιτητής, με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 01.02.2019 (Τεκ.2), διαμαρτυρήθηκε για τη μετακίνηση του, αναφέροντας ότι τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί στις κεντρικές αποθήκες, όπως και οι συνθήκες εργασίας του είχαν διαφοροποιηθεί εντελώς από αυτά που εκτελούσε προηγουμένως, σε σημείο που οι όροι εργασίας του είχαν τροποποιηθεί δυσμενώς, ουσιαστικά και ριζικά. Τους κάλεσε όπως άμεσα μεριμνήσουν για άμεση επιστροφή του στο κατάστημα όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του από της προσλήψεως του. Διαφορετικά θα θεωρούσε ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.

 

Ακολούθησε νέα επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή ημερ. 12.02.2019 (Τεκ.3) με την οποία θεώρησε τον εαυτό του ως εξαναγκασθέντα σε παραίτηση από 11.02.2019,  λόγω μη ανταπόκρισης στο αίτημα του για επιστροφή στα καθήκοντα του στο κατάστημα όπου προσέφερε εξ αρχής τις υπηρεσίες του.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση απάντησαν με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 15.02.2019 (Τεκ. 4), θεωρώντας τον ισχυρισμό του Αιτητή περί εξαναγκασμού σε παραίτηση ως απαράδεκτο. Ότι ο Αιτητής μεταφέρθηκε στις αποθήκες της Εταιρείας με τους ίδιους όρους εργασίας όπως ήταν και η σύμβαση εργασίας του.

Όσον αφορά την Αιτήτρια, οι Καθ’ ω η αίτηση με επιστολή ημερ. 30.4.2019 (Τεκ.11) την ενημέρωσαν ότι από την Πέμπτη 02.05.2019  θα μετατίθετο από το κατάστημα Λατσιών στο Κατάστημα Ιδαλίου.

 

Η Αιτήτρια με επιστολή της ημερ. 13.05.2019 (Τεκ.7) ενημέρωσε τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν επιθυμούσε να εργάζεται πλέον στο κατάστημα Ιδαλίου, καθώς είχαν περάσει δύο βδομάδες από την ημέρα της μετάθεσης της.

 

Με απαντητική επιστολή ημερ. 16.05.2019 (Τεκ.12), οι Καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν στην Αιτήτρια ότι η μετάθεση της οφείλετο στην απουσία δύο ατόμων από το κατάστημα Ιδαλίου και ότι ως μια πολύ καλή και έμπειρη υπάλληλος θεωρήθηκε η πιο κατάλληλη που θα μπορούσε να βοηθήσει την κατάσταση. Της επισήμαναν ότι επρόκειτο για μια προσωρινή λύση και ότι με την εργοδότηση κατάλληλου προσώπου θα επέστρεφε ξανά στη βάση της στο κατάστημα Λατσιών.

 

Η Αιτήτρια επανήλθε με νέα επιστολή ημερ. 28.05.2019 (Τεκ.8) επιμένοντας στο αίτημα της για επιστροφή στο κατάστημα Λατσιών. Εν τέλει, με επιστολή της ημερ. 11.07.2019 (Τεκ.9) έθεσε την παραίτηση της θεωρώντας τον εαυτό της εξαναγκασθέντα σε παραίτηση με τελευταία ημέρα απασχόλησης τη Δευτέρα 15.07.2019.

 

Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €275- εβδομαδιαίως και της Αιτήτριας στα €254-. Επίσης η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήταν από 03.12.2010 – 11.02.2019 και της Αιτήτριας από 21.12.2010 – 15.7.2019.

 

Είναι η θέση των Αιτητών ότι ο τερματισμός της απασχόλησης τους λόγω της διαγωγής των Καθ’ ων η αίτηση που ισοδυναμεί με εξαναγκασμό σε παραίτηση, είναι απόλυτα δικαιολογημένος και νόμιμος και για το λόγο αυτό αξιώνουν από τους Καθ’ ων η αίτηση τις πιο κάτω θεραπείες:

 

(Α)       Αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση

(Β)       Αυξημένες αποζημιώσεις

(Γ)       Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως

(Δ)       Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο

(Ε)       Νόμιμο τόκο.

(ΣΤ)     Έξοδα συν ΦΠΑ.

             

Η ουσιαστική υπεράσπιση των Καθ’ ων η αίτηση, όπως αυτή προβάλλεται μέσα από τους γενικούς λόγους εμφάνισης, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι οι Αιτητές εντελώς αδικαιολόγητα εγκατέλειψαν την εργασία τους επικαλούμενοι εξαναγκασμό σε παραίτηση. Είναι η θέση τους ότι οι Αιτητές δεν προσελήφθησαν ειδικά για τα καταστήματα στα οποία απασχολούνταν αλλά υπόκειντο σε μετάθεση ανάλογα με τις ανάγκες της Εταιρείας. Για τον Αιτητή ισχυρίζονται ότι μετατέθηκε στις Κεντρικές Αποθήκες με τους ίδιους όρους και τα ίδια καθήκοντα και απορρίπτουν ως ψευδή και ανυπόστατη τη θέση του περί κακών και ανθυγιεινών συνθηκών εργασίας στις Κεντρικές Αποθήκες που εγκυμονούσαν κινδύνους. Για την Αιτήτρια ισχυρίζονται ότι η μετακίνηση της στο κατάστημα Ιδαλίου ήταν προσωρινή, καθώς υπήρχε πρόβλημα και κρίθηκε ως κατάλληλο πρόσωπο που μπορούσε να βοηθήσει.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»):

 

(1)   Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ’ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.

 

(2)   Καθ’ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.

 

Με το εν λόγω άρθρο, καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου η Αιτήτρια θα πρέπει να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση της, για λόγους που ανάγονται στη διαγωγή των Καθ’ ων η αίτηση. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν οι Αιτητές, ενώ για τους Καθ’ ων η αίτηση κατέθεσε η κα Έλενα Πέτρου, η οποία εργάζεται την υπηρεσία τους ως γραμματέας με καθήκοντα τον χειρισμό των Δικαστηριακών και γραμματειακών υποθέσεων. Παράλληλα κατάτέθηκαν ως Τεκμήρια 13 συνολικά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

 

Μαρτυρία

 

Στο παρόν μέρος το Δικαστήριο θα περιοριστεί στη συνοπτική παράθεση των βασικών θέσεων των μερών, όπως τις παρουσίασαν ενώπιον του. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και στην έκταση που αυτό είναι απαραίτητο, θα καταγραφεί σε κατοπινό, κατάλληλο, στάδιο της απόφασης. 

 

Αναγνωρίζοντας ο Αιτητής τη σύμβαση εργασίας που του είχε δοθεί και την οποία υπέγραψε με την πρόσληψη του, ισχυρίστηκε ότι από την πρώτη μέρα τοποθετήθηκε στο κατάστημα της Λεωφόρου Κέννεντυ και ότι από τη θέση που κατείχε μεριμνούσε για την ετοιμασία των παραγγελιών, την παραλαβή προϊόντων και το συγύρισμα των ραφιών στο κατάστημα. Με τη μετακίνηση του στις κεντρικές αποθήκες συνέλεγε προϊόντα, φόρτωνε και ξεφόρτωνε Container και μεριμνούσε για την ετοιμασία και αποστολή των παραγγελιών στα διάφορα καταστήματα της Εταιρείας. Προέβαλε ως βασική θέση τη ριζική διαφοροποίηση του είδους της εργασίας που τον οδήγησε σε συνεχείς διαμαρτυρίες και εν τέλει σε τερματισμό της απασχόλησης του, επικαλούμενος συνθήκες εξαναγκασμού σε παραίτηση.

 

Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι τα καθήκοντα του περιλάμβαναν το φόρτωμα και ξεφόρτωμα εμπορευμάτων. Αρνήθηκε όμως ότι στο κατάστημα ασκούσε αποκλειστικά χειρωνακτική εργασία, ισχυριζόμενος ότι, μεταξύ άλλων, ασχολείτο με την παραλαβή εμπορευμάτων, την τοποθέτηση τους στα ράφια, την ετοιμασία των παραγγελιών και την εξυπηρέτηση πελατών, ενώ στις κεντρικές αποθήκες η δουλειά του ήταν αποκλειστικά χειρωνακτική και πολύ πιο επίπονη από το κατάστημα. Αφού του υποδείχθηκε η σύμβαση εργασία (Τεκ.1), ισχυρίστηκε ότι το αίτημα του για εργοδότηση αφορούσε το συγκεκριμένο κατάστημα και τα συγκεκριμένα καθήκοντα που εκτελούσε για 9 χρόνια και τα οποία του γνωστοποιήθηκαν με την πρόσληψη του.

 

Η Αιτήτρια κατάθεσε ότι προσλήφθηκε στο κατάστημα Λατσιών ως πωλήτρια και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε ως Ταμίας. Τον Μάιο 2019 κατόπιν επιμονής του ιδιοκτήτη της Εταιρείας ότι θα έπρεπε να βοηθήσει στο κατάστημα Ιδαλίου αποδέχθηκε να εργαστεί εκεί για δύο το πολύ βδομάδες. Δυο μήνες μετά παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της προς τη διεύθυνση για επανατοποθέτηση της στο κατάστημα Λατσιών, αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτηση της. Ισχυρίστηκε ότι δεν οδηγεί, διαμένει στον Αρχάγγελο και για τη μετάβαση της στο κατάστημα Ιδαλίου θα έπρεπε να αλλάξει δύο λεωφορεία μέχρι το Δάλι και ακολούθως να περιμένει το μικρό λεωφορείο να την πάρει στον τόπο εργασίας της ή να περπατήσει πέντε χιλιόμετρα, κάτι που της έπαιρνε περίπου δύο ώρες.

 

Αντεξεταζόμενη δεν αμφισβήτησε τον όρο της σύμβασης της (Τεκ.10), για προσφορά των υπηρεσιών της σε άλλο κατάστημα αν οι ανάγκες της Εταιρείας το επέβαλαν. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης, ανέφερε ρητά ότι δεν ήταν δυνατό να της αλλάζουν διευθύνσεις και τοποθετήσεις γιατί δεν οδηγεί και της απάντησαν ότι η Εταιρεία δεν θα ενεργούσε παράλογα. Και ενώ της υποβλήθηκε ότι η Εταιρεία ενέργησε σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, η Αιτήτρια επέμενε ότι χρειαζόταν πολύ τη δουλειά της και ότι αναγκάστηκε να παραιτηθεί γιατί δεν μπορούσε να αντέξει στις δυσκολίες που έπρεπε να αντιμετωπίζει καθημερινώς για να μεταβεί στο κατάστημα Ιδαλίου.

 

Η κα Έλενα Πέτρου με τη γραπτή κατάθεση της (Έγγ. Α) επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα οι Καθ’ ων η αίτηση διατυπώνουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι ήταν ρητός όρος, κατά την πρόσληψη των Αιτητών, ότι σε περίπτωση που οι ανάγκες της Εταιρείας το απαιτούσαν, οι Αιτητές αποδέχονταν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε άλλη διεύθυνση τόπου ή θέσης εργασίας, νοουμένου ότι θα είχαν γραπτή ενημέρωση από τον Εργοδότη. Ότι ο Αιτητής μετακινήθηκε στις Κεντρικές Αποθήκες, γιατί αυτό επέβαλλαν οι ανάγκες για την εύρυθμη λειτουργία των Καθ’ ων η αίτηση. Η Αιτήτρια επίσης μετακινήθηκε προσωρινά στο κατάστημα Ιδαλίου και ότι με την επίλυση των προβλημάτων που είχαν προκύψει θα επανερχόταν στο κατάστημα Λατσιών. Ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντα του βοηθού αποθήκης είναι η παραλαβή και φόρτωση εμπορευμάτων και η τοποθέτηση τους σε προκαθορισμένους χώρους, ενώ της λειτουργού εξυπηρέτησης είναι η εξυπηρέτηση πελατών, το Ταμείο και γενικά τα καθήκοντα της υπεραγοράς.

 

Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τους Αιτητές και δεν είχε καμία ανάμειξη στην μετακίνηση τους. Επίσης, τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο τα έχει αντλήσει από τον φάκελο της υπόθεσης καθώς η ίδια δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων.

 

Ανάλυση – Συμπεράσματα

 

Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους Αιτητές  όσο και τη μάρτυρα των Καθ’ ων η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.

 

Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, μας οδηγούν στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας του Αιτητή και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο. Τα όσα ανέφερε βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση μεταξύ τους και παρέμειναν αναντίλεκτα. Οι δικογραφημένες θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση και οι από μέρους τους αναφορές στα κατατεθέντα Τεκμήρια παρέμειναν μετέωρες. Καμία πειστική μαρτυρία δεν τέθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση που να αμφισβητεί τις θέσεις του Αιτητή και να θεμελιώνει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους, καθώς η κα Πέτρου δεν είχε γνώση των γεγονότων και τα όσα ανέφερε δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει.

 

Είναι, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, εύρημα μας ότι τα γεγονότα σε σχέση με τα καθήκοντα που ασκούσε ο Αιτητής, πριν και μετά τη μετακίνηση του και τις συνθήκες που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης του, έχουν όπως ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο.

 

Αντίθετα, τα όσα η Αιτήτρια παρέθεσε στους γενικούς λόγους της Αίτησης και επιχείρησε να υποστηρίξει με τη μαρτυρία της, ότι δηλαδή, η μεταφορά της στο κατάστημα Ιδαλίου της προξένησε μεγάλη ταλαιπωρία διακίνησης και επιπρόσθετο οικονομικό κόστος, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν γίνονται αποδεκτά καθότι καταρρίπτονται από το περιεχόμενο των επιστολών (Τεκ.7, 8 και 9) που η ίδια κοινοποίησε στους Καθ’ ων η αίτηση και στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά. Συνεπώς το στοιχείο αυτό από μόνο του εκθεμελιώνει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς της Αιτήτριας σε σχέση με την ταλαιπωρία που υφίστατο λόγω της μετακίνησης και τείνει να καταδείξει ότι ουδέποτε, τόσο πριν όσο και κατά τον χρόνο υποβολής της παραίτησης της, γνωστοποίησε στους Καθ’ ων η αίτηση οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετώπιζε. Για τον ίδιο λόγο απορρίπτεται και το μέρος της μαρτυρίας σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκ.10), ανέφερε ρητά στους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν ήταν δυνατό να της αλλάζουν τον τόπο εργασία γιατί δεν οδηγεί. Θέση άλλωστε που αντιστρατεύεται των έγγραφων προτάσεων και δεν συνάδει με το περιεχόμενο της συμφωνίας όπου ρητά η ίδια αποδέχθηκε «να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε άλλο τόπο, νοουμένου ότι θα έχει γραπτή ενημέρωση από τον Εργοδότη».

 

Νομική Βάση

 

Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp (1978) 1All E.R. 713, 769 την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou (1989) 1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α. (2009) 1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση:

 

“If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer’s conduct. He is constructively dismissed…”

 

“...The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, id he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarder as having elected to affirm the contract”.

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση…»

 

«…Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστάσεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιανδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέγει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίησης. Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως, επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι αν συνεχίσει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απολέσει όλα τα δικαιώματα του να θεωρήσει τον εαυτό του απολυόμενο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την σύμβαση».    

 

Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου μεταξύ άλλων αποφασίστηκε ότι,

 

«Το άρθρο 7(1) του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou (1988) 1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7(1) του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη – εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη – εργοδοτούμενου.

 

Στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 4η έκδοση σελ.440 απαριθμούνται οι ακόλουθες παραβάσεις από μέρους του εργοδότη που δύνανται να δικαιολογήσουν εξυπακουόμενη απόλυση:

 

(1) a failure to pay wages or unilateral decision to cut pay, (2) demotion or other change in status, (3) a change of job content not permitted or envisaged by the contract, (4) undermining a senior employee’s position, (5) change of the place of work, or breach of a mobility clause, whether express or implied, (6) unilateral change of hours, (7) failure to ensure the employee’s safety, (8) breach of the term of trust and respect, (9) failure to follow a contractually binding disciplinary procedure, (10) imposition of a disciplinary measure in a disproportionate manner, (11) failure to provide a reasonably suitable working environment, (12) failure to deal with grievances properly and timeously”.

 

Σχετικά με τη μονομερή αλλαγή του είδους εργασίας, στο σύγγραμμα “The Law of Unfair Dismissal”, 3rd Ed., Steven D. Anderman, page 87, υποστηρίζονται τα ακόλουθα:

 

Furthermore, even if the contract specifies that the employee may do two jobs, if it clearly indicates which is the predominant job then an attempt to alter the contract so that the lesser job becomes the predominant part of the person’s work could entitle a tribunal to decide that the employer has repudiated the contract. For example in Pedersen v Camden London Borough Council (1981) ICR 674, an employee was hired as a bar steward/catering assistant and worked almost exclusively as a bar steward for 4 years. When circumstances entailed a shift in his work to a large proportion of catering duties, an employment tribunal found this to be a unilateral alteration in the contract of a fundamental kind entitling the employee to resign and claim constructive dismissal. The Court of Appeal upheld the tribunal’s decision on this question of fact. 

 

Ελεύθερη μετάφραση

 

«Επιπρόσθετα, ακόμα κι αν η σύμβαση καθορίζει ότι ο εργοδοτούμενος μπορεί να κάνει δύο εργασίες, εάν η επικρατέστερη εργασία καθορίζεται ξεκάθαρα, τότε μία προσπάθεια αλλαγής της σύμβασης από τον εργοδότη έτσι ώστε η κατώτερη εργασία να καταστεί η επικρατέστερη για τον εργοδοτούμενο, θα μπορούσε να δώσει το δικαίωμα σε ένα Δικαστήριο να αποφασίσει ότι ο εργοδότης έχει αποκηρύξει τη σύμβαση. Για παράδειγμα στην Pedersen v. Camden London Borough Council (1981) ICR 674, ένας εργοδοτούμενος προσλήφθηκε ως διαχειριστής μπαρ / βοηθός σερβιρίσματος και δούλεψε σχεδόν αποκλειστικά ως διαχειριστής μπαρ για 4 χρόνια. Όταν υπό τις περιστάσεις προέκυψε ανάγκη αλλαγής της εργασίας του και του ανατέθηκαν σε μεγάλο ποσοστό καθήκοντα σερβιρίσματος, το Εργατικό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό αποτελούσε μια μονομερή τροποποίηση της σύμβασης θεμελιώδους σημασίας που παρείχε το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί και να ισχυρισθεί τεκμαρτή απόλυση. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στο πλαίσιο αυτών των γεγονότων»

 

Όπως ανέφερε το Εφετείο στην εν λόγω απόφαση:

 

“Whatever his original contract of employment laid down as his duties, the actual duties that he carried out were almost entirely those of bar steward and did not include the kind of work done by him during 1977 as catering assistant, so that the change in emphasis from almost total bar steward duties to a large proportion of catering assistant duties in the Food Production Centre kitchen, was a unilateral alteration in the contract which the Tribunal was satisfied was a fundamental one giving Mr Pedersen the right to regard it as a repudiation entitling him to treat himself as dismissed”.

 

Σε σχέση με τα συμβατικά καθήκοντα ενός εργοδοτούμενου στην υπόθεση Land Securities Trillium Ltd v Thornley [2005] IRLR 765 EAT, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

“In determining what an employee’s existing contractual duties were, the tribunal is entitled to look not only at how the duties were described in the employee’s original job description but also at the actual work that the employee had been given. Job descriptions are not prescriptive documents”.

 

Όσον αφορά την αλλαγή του τόπου εργασίας του Εργοδοτούμενου, στο σύγγραμμα του Michael Duggan “Unfair Dismissal: Law, Practice and Quidance” page 50, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

“A change in the place of work may be a repudiation where the change is fundamental and amounts to a repudiation (Hawker Siddeley Power Engineering Limited v Rump [1979] 1RLR 425. Even if there is an express mobility clause it will be subject to implied terms of reasonableness (White v Reflecting Roadstuds Limited [1991] ICR 733). Where the contract is silent as to the place of work it will be covered by implied terms which will be ascertained from the surrounding circumstances (Jones v Associated Tunnelling Co Limited [1981] IRLR 477). However, it should be noted that employees who are required to move at short notice will not necessarily accept the change as they are entitled to have a reasonable period to consider their position (Shields Furniture Limited v Goff [1973] ICR 191; Sheet Metal Components v Plumridge [1974] ICR 73; IRLR 86; Air Canada v Lee [1978] IRLR 392).

 

Where the employer seeks to incorporate a mobility clause which has no immediate effect the court will exercise great caution before deciding that the employee has consented to the variation by continuing to work without objection Aparau v Iceland Frozen Foods Plc [1996] IRLR 119).”

 

Στην υπόθεση Μιλτιάδης Ιωάννου ν. Vesta Holidays Ltd κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 909 το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, πως η απόσταση των 16 χιλιομέτρων ήταν μικρή, ώστε η μετάβαση στον τόπο εργασίας του εφεσείοντα – εργοδοτούμενου να μη θεωρείται ταλαιπωρία σε βαθμό που να καθιστά την προσφερθείσα εργασία ακατάλληλη, και επομένως η απόρριψη της από τον εφεσείοντα τον απέκλειε να απαιτεί οποιαδήποτε αποζημίωση.

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση LUnion National (Tourist & Sea Resorts) Limited ν. Γιώργος Χουλιώτης, (2015) 1 ΑΑΔ 1874, 1891:

 

«Αποτελεί εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης εργασίας ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργεί με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence). Κατά συνέπεια, η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τέτοιες συμβάσεις. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brian [1980] Ι.R.L.R. 357:

"There must be considered not only the nature of the order but the circumstances surrounding the giving of the order … And also the reason for not carrying out the order."

Η οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους εργοδότησης του εργοδοτούμενου δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα (βλ. Catamaran Cruises Ltd v. Williams [1994] IRLR 386). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ο εργοδότης πρέπει να καταδείξει ότι η αλλαγή αυτή έγινε για εύλογη αιτία η οποία πρέπει να υποστηρίζεται από στοιχεία. Το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίζει το συμφέρον του εργοδότη να προβεί στην αλλαγή και του εργοδοτούμενου να μην την αποδεχτεί (βλ. Harvey on Industrial Relations and Employment Law - κάτω από τον υπότιτλο "Refusal to accept changes in terms and conditions").»

 

Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 5th Edition, Vol.39 para.48 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

“The implied term of trust and respect in the contract of employment has been held to have overriding effect, that is to say that, ever where the employer haw express power to act in a particular way under the terms of the contract, he must exercise that power in the light of his overall duty of trust and respect, with the result that, if he does not do to so, the employee may be contractually entitled to leave his employment and claim constructive dismissal, in spite of  the employer’s claim that he was merely exercising his rights”.

 

Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο προτού καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα, αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των μερών, θα πρέπει να εξακριβώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, (α) εάν και κατά πόσο υπήρξε μονομερής και αυθαίρετη παράβαση των όρων απασχόλησης των Αιτητών από τους Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με τα καθήκοντα τους και τη μονομερή απόφαση αλλαγής του τόπου εργασίας τους. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική τότε θα πρέπει να διακριβωθεί (β) ο βαθμός σοβαρότητας της παράβασης, εάν δηλαδή ήταν αρκούντως σοβαρή για να δικαιολογεί τεκμαρτή απόλυση, (γ) εάν η παράβαση αυτή αποτέλεσε τον βασικό λόγο παραίτησης των Αιτητών και (δ) εάν οι Αιτητές είχαν ήδη επιβεβαιώσει (affirm) από πριν τη διαφοροποίηση ή αλλαγή των όρων απασχόλησης τους.

 

Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης σημειώνουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, μετά από οκτώ και πλέον συναπτά έτη συνεχούς απασχόλησης, μετακίνησαν τον Αιτητή από το κατάστημα της οδού Κέννεντυ στη Λευκωσία, στις κεντρικές αποθήκες της Εταιρείας που ευρίσκονται στη Βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου. Αν και η απόσταση που χωρίζει τον προηγούμενο τόπο εργασίας του Αιτητή με τις κεντρικές αποθήκες δεν διαπιστώνεται να ήταν μεγάλη, σε βαθμό που να θεωρείτο ταλαιπωρία για τον ίδιο, εν τούτοις οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έδωσαν την παραμικρή δικαιολογία για την μετακίνηση του. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του Αιτητή, την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε, διαπιστώνουμε ότι τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν στις κεντρικές αποθήκες διαφοροποιούνταν σε μεγάλο βαθμό από τα καθήκοντα που εκτελούσε, από της προσλήψεως του, στο κατάστημα της οδού Κέννεντυ, καθώς επρόκειτο για πολύ πιο βαριά και επίπονη χειρωνακτική εργασία. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι η απόφαση για μετακίνηση του Αιτητή σε νέο τόπο εργασίας με ταυτόχρονη δυσμενή διαφοροποίηση των καθηκόντων του έγινε για κάποια εύλογη αιτία.

 

Έχοντας λοιπόν υπόψη ότι ό τρόπος με τον οποίο ασκούνται οι εξουσίες που παρέχονται από τη σύμβαση εργασίας στον εργοδότη πρέπει να είναι σύμφωνες με τον εξυπακουόμενο όρο της πίστης και της εμπιστοσύνης που διέπει κάθε εργασιακή σχέση, στην προκείμενη περίπτωση κρίνουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν έξω από τα πλαίσια των συμβατικών δυνατοτήτων τους και κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπει τέτοιες συμβάσεις, προβαίνοντας σε μονομερή και αυθαίρετη τροποποίηση ουσιώδους όρου της σύμβασης σε σχέση με τα καθήκοντα που ασκούσε ο Αιτητής για οκτώ και πλέον συναπτά έτη. Επαναλαμβάνουμε, με βάση τη νομολογία, ότι η πραγματική εργασία που ασκούσε ο Αιτητής από της προσλήψεως του στο κατάστημα Κέννεντυ συγκεκριμενοποίησε και τα ανάλογα πραγματικά του καθήκοντα, όπως ο ίδιος τα περιέγραψε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αναφορά της θέσης εργασίας στη σχετική σύμβαση δεν είναι δεσμευτική και ούτε μπορεί να αποτελέσει βάση για προσδιορισμό της εργασίας και των καθηκόντων που η Εταιρεία μπορούσε να αναθέσει στον Αιτητή.

 

Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η ενέργεια του εργοδότη να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα) τους όρους απασχόλησης του εργοδοτούμενου συνιστά παράβαση (repudiation) της σύμβασης, που παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7(1) του Νόμου και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη.

 

Και στην προκείμενη περίπτωση, η ενέργεια των Καθ’ ων η αίτηση να τροποποιήσουν μονομερώς και αυθαιρέτως τους όρους απασχόλησης του Αιτητή, μετακινώντας τον σε νέο τόπο εργασίας και αναθέτοντας του χωρίς εύλογη αιτία πιο βαριά και επίπονη εργασία απ’ αυτή που εκτελούσε για οκτώ και πλέον συνεχή έτη, συνιστά σοβαρή παράβαση, θεμελιώδους σημασίας, ικανή να κλονίσει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και να παράσχει στον Αιτητή το δικαίωμα να τερματίσει την απασχόληση του επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση. Περαιτέρω από τα ενώπιον μας στοιχείο ο Αιτητής ενήργησε άμεσα από της μετακινήσεως του και σε καμιά περίπτωση δεν επιβεβαίωσε πριν την παραίτηση του τη διαφοροποίηση των όρων απασχόλησης του.

 

Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του λόγω παράβασης ουσιωδών όρων της σύμβασης εργασίας του, που ισοδυναμεί με εξαναγκασμό σε παραίτηση.

 

Όσον αφορά την Αιτήτρια η απόρριψη των θέσεων της συμπαρασύρει σε απόρριψη και την Αίτηση της. Πέραν των όσων έχουμε παραθέσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρία, η Αιτήτρια δεν έθεσε ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι η απόσταση, από τον προηγούμενο στο νέο τόπο εργασίας της, ήταν υπερβολικά μεγάλη σε σημείο που θα μπορούσε να αρνηθεί τη μετακίνηση της. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την ίδια ότι επρόκειτο για προσωρινή μετακίνηση μέχρι οι Καθ’ ων η αίτηση προσλάβουν νέο υπάλληλο για το κατάστημα Ιδαλίου, οπόταν και θα επέστρεφε στον τόπο εργασίας της που ήταν το κατάστημα Λατσιών. Σε κάθε περίπτωση το χρονικό διάστημα των δύο μηνών που παρέμεινε μακριά από τον τόπο εργασίας της πριν υποβάλει την παραίτηση της δεν κρίνεται υπερβολικό για να δικαιολογεί συμπεριφορά στα πλαίσια του άρθρου 7(1) του Νόμου.

 

Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να ανατρέψει το καθιερωμένο από τον Νόμο μαχητό Τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση της λόγω της συμπεριφοράς των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Υπολογισμός Αποζημιώσεων σε σχέση με τον Αιτητή

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.

Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:

 

(α)        τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου

(β)        την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου

(γ)        την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου

(δ)        τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου

(ε)         την ηλικίαν του εργοδοτουμένου

 

Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation LtdΠολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312:

 

«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται,  σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου  Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.

 

Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ’ ακόλουθα:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79).  Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.

 

Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα.  Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 310/2012, ημερ. 13.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου:

 

«Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της εφεσείουσας, με αναφορά, κυρίως, στο περιεχόμενο των δύο πιο πάνω επιστολών, διαπίστωσε, κατ' αρχάς, το άμεσο της εφαρμογής του, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση ως προς το κατά πόσο η ίδια είχε επιδείξει μεμπτή διαγωγή κατά την εκτέλεση της εργασίας της ως ταμίας.  Επιπρόσθετα, επεσήμανε το γενικό και αόριστο τρόπο της αποδιδόμενης σε αυτήν επιλήψιμης συμπεριφοράς, που, κατά τους εφεσίβλητους, αποτέλεσε την αιτία για την απόλυσή της.  Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω παρατηρήσεων, οδηγήθηκε στο εύρημα ότι οι εφεσίβλητοι αποστέρησαν από την εφεσείουσα το δικαίωμα της προτέρας ακρόασης, δυνάμει του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, (Ν. 45/1985). Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε, επίσης, ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε «απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας» και ότι δεν κατέβαλε εύλογες προσπάθειες εξεύρεσης άλλης κατάλληλης εργασίας.  Στη βάση δε των ευρημάτων του, ανωτέρω, καθόρισε την καταβλητέα αποζημίωση στο ποσό των €2.750,00. 

 

Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της.  Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας.  Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της.  Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας.

 

Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του.  Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.  Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης.  Κρίνεται δε ως δίκαιη αποζημίωση το ποσό των €4.125,00, στο οποίο και αυξάνεται η επιδικασθείσα, πρωτόδικα, αποζημίωση.»       

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή ως περιγράφονται ανωτέρω, τη διάρκεια της απασχόλησης του (8 συναπτά έτη), τα ημερομίσθια του (€275 εβδομαδιαίως), τη φύση της απασχόλησής του, την ηλικία του και απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας για τα οποία δεν έγινε αναφορά, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €4.950- που αντιστοιχεί με απολαβές 18 βδομάδων (18 Χ €275).  

 

Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 (ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό  €2.200.

 

Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €7.150- με νόμιμο τόκο από 10.04.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €1.500 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 10.4.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.

 

Η Αίτηση της Αιτήτριας απορρίπτεται με €1.500 έξοδα με νόμιμο τόκο από 1.8.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.

 

 

 

                                                       (υπ)……………………………….……..…………

      Ι.Α. Χατζητζιοβάννης,  Πρόεδρος                                                                                                        

                                                                                                             Ι. Νεοφύτου, Μέλος

Στ. Τσιαπουτής, Μέλος

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο