Ι. Π. κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Συνενωμένες Υποθέσεις: 231/2020, 232/2020, 233/2020, 234/2020, 235/2020, 236/2020, 243/2020, 244/2020, 13/2/2025
print
Τίτλος:
Ι. Π. κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Συνενωμένες Υποθέσεις: 231/2020, 232/2020, 233/2020, 234/2020, 235/2020, 236/2020, 243/2020, 244/2020, 13/2/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Α. Μιχαήλ και Μ. Ρώσση, Μελών

 

 

  Συνενωμένες Υποθέσεις: 231/2020, 232/2020,

      233/2020, 234/2020,

 235/2020, 236/2020,

243/2020, 244/2020.

 

 

Μεταξύ:

Ι. Π.

Ο. Σ.

Ν. Θ.

Γ. Π.

Γ. Σ.

Π. Λ.

Ι. Φ.

Μ. Κ.

Αιτητές

-και-

 

1.  ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 13η Φεβρουαρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητές: κ. Αρ. Γεωργίου μαζί με κ. Στέφανο Σκορδή

Για Καθ’ ου η αίτηση 1: κα Στ. Ανδρέου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ

Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Χριστόδουλος Λεωνίδου

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με τις πιο πάνω συνενωμένες Αιτήσεις, οι Αιτητές αξιώνουν: (α) από τον Καθ’ ου η αίτηση 1 («Δήμος») αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, πληρωμή αυξημένων και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων και/ή αποζημιώσεων για απώλεια καριέρας και διαζευκτικά από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») πληρωμή λόγω πλεονασμού, (β) νόμιμο τόκο, (γ) έξοδα συν Φ.Π.Α.

 

Ο Δήμος, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, πέραν των προδικαστικών ενστάσεων επί των οποίων θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται αναγκαίο, αμφισβητεί τις εναντίον του αξιώσεις και ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος για λόγους πλεονασμού, που οφείλονταν στη δραματική μείωση των γενικών εσόδων του συνεπεία της οικονομικής κρίσης και της απαιτούμενης αναδιοργάνωσης των τμημάτων και των υπηρεσιών του.  

 

Είναι η θέση του Ταμείου, ότι το αίτημα των Αιτητών για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκε, καθώς τα τιθέμενα ενώπιον του στοιχεία δεν δικαιολογούν συνθήκες πλεονασμού. Ο Δήμος δεν προέβη σε οποιαδήποτε μορφή σοβαρής και σπουδαίας αναδιοργάνωσης και/ή εκσυγχρονισμού κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού που να συνεπάγεται και/ή να δικαιολογεί την ουσιαστική μείωση και/ή κατάργηση και/ή εξαφάνιση των καθηκόντων των Αιτητών. Τα καθήκοντα των Αιτητών εξακολούθησαν να υφίστανται και μετά τον τερματισμό της απασχόλησης τους και να εκτελούνται από άλλους εργοδοτούμενους. Ο Δήμος δεν παρουσίασε μείωση κύκλου και/ή όγκου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών. Παρά την επικαλούμενη μείωση, ο Δήμος προέβη σε προσλήψεις νέων εργοδοτουμένων που ασκούν τα ίδια και/ή συναφή καθήκοντα με τους Αιτητές.

 

Το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης.

 

Συνεπώς, στον Δήμο απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το  Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση των Αιτητών για τους λόγους που επικαλείται και δη ότι κατέστησαν πλεονάζοντες υπό την έννοια του μέρους IV του Νόμου. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν για τον Δήμο η κα Μαρία Πέτσα η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του Λειτουργού Δημοτικής Υπηρεσίας και εκτελούσε καθήκοντα υπεύθυνης Ανθρώπινου Δυναμικού. Οι Αιτητές και το Ταμείο δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Περιορίστηκαν στην αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια εννέα (9) συνολικά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας και των αδιαμφισβήτητων γεγονότων της υπόθεσης.

 

Η κα Πέτσα, με την γραπτή δήλωση της (Εγγρ. Α), επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι λόγω μείωσης των εσόδων του Δήμου, υποβλήθηκε αρχικά πρόταση στους εργοδοτούμενους για εθελούσια πρόωρη αφυπηρέτηση που σκοπό είχε τη μείωση των εξόδων του Δήμου και την αναδιοργάνωση συγκεκριμένων Τμημάτων, με σκοπό την ομαδοποίηση των θέσεων και τη μείωση του κύκλου εργασιών. Ενώ το Σχέδιο για εθελούσια έξοδα εγκρίθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στις 13.12.2016 (Τεκ.1), οι συντεχνίες ΣΕΚ και ΠΕΟ διαφώνησαν με το Σχέδιο θεωρώντας ότι προέκυπταν πραγματικοί λόγοι πλεονασμού. Έπειτα από διαβουλεύσεις του Δήμου με τις Συντεχνίες και τους εργοδοτούμενους, ο Δήμος προχώρησε σε απόλυση λόγω πλεονασμού 12 εργοδοτουμένων συμπεριλαμβανομένων και των Αιτητών, αποστέλλοντας τους σχετικές επιστολές (Τεκ.2). Στους Αιτητές καταβλήθηκε επίσης χαριστική πληρωμή η οποία, σύμφωνα με τη μάρτυρα, υπερέβαινε την όποια πληρωμή θα λάμβαναν οι Αιτητές από το Ταμείο. Ο Δήμος κοινοποίησε στο Υπουργείο Εργασίας τα σχετικά ερωτηματολόγια για τον πλεονασμό των Αιτητών  (Τεκ.3)  και ακολούθως, κατόπιν αιτήματος του Ταμείου, με επιστολή του ημερ. 4.6.2019 (Τεκ.4) διευκρίνισε ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην απόλυση των Αιτητών ήταν η μείωση της κρατικής χορηγίας από το 2010 έως 2017. Των πιο πάνω ακολούθησε η παροχή περαιτέρω  διευκρινίσεων (Τεκ.5). Με την απόρριψη των αιτήσεων, ακολούθησε επιστολή του Δημάρχου για επανεξέταση του θέματος. Είναι η θέση της μάρτυρος, ότι η απόλυση των Αιτητών ήταν νόμιμη καθώς ο κύκλος εργασιών του Δήμου είχε μειωθεί λόγω μείωσης της κρατικής χορηγίας, που καθιστούσε αναγκαία την αναδιάρθρωση και αναδιοργάνωση των υπηρεσιών του.

 

Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι οι λόγοι που οδήγησαν σε πλεονασμούς ήταν η μείωση της κρατικής χορηγίας η οποία αποτελούσε την κύρια πηγή εσόδων του Δήμου. Ακολούθως η μάρτυς παραδέχθηκε ότι η κρατική χορηγία δεν ήταν το μοναδικό έσοδο του Δήμου. Ότι για το 2017 τα έσοδα ανερχόταν στα €27,000,000 και ότι η κρατική χορηγία για τα έτη 2014 έως 2017 κυμαινόταν στα ίδια επίπεδα.

Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα κατατεθέντα, χωρίς ένσταση, έγγραφα, προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Δήμος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ιδρυθέν δυνάμει του περί Δήμων Νόμου (Ν.111/1985).

 

Ο Αιτητής (Αίτηση 231/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία του Δήμου ως κηπουρός από 12.05.1986 μέχρι 08.08.2018. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €533,32 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.

 

Ο Αιτητής (Αίτηση 232/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία Δήμου ως εργάτης από 18.04.1994 μέχρι 13.06.2018. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €489,02 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.

 

Ο Αιτητής (Αίτηση 233/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία του Δήμου ως μηχανοδηγός από 04.01.1988 μέχρι 31.12.2018. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €533.32 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.

 

Ο Αιτητής (Αίτηση 234/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία του Δήμου ως εργάτης πολιτιστικής από 04.12.1994 μέχρι 13.06.2018. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €533,32 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.

 

Ο Αιτητής (Αίτηση 235/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία του Δήμου ως εργάτης πολιτιστικής από 08.04.1996 μέχρι 13.06.2018. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €489,02 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.

 

Ο Αιτητής (Αίτηση 236/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία του Δήμου ως εργάτης αυτοκινήτων σκυβάλων από 07.05.1990 μέχρι 13.06.2018. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €533,32 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.

 

Ο Αιτητής (Αίτηση 243/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία του Δήμου ως εργάτης περισυλλογής σκυβάλων από 13.12.1982 μέχρι 20.11.2018. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €489,02 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.

Ο Αιτητής (Αίτηση 244/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία του Δήμου ως εργάτης από 01.01.1997 μέχρι 08.08.2018. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €371,58 εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.

 

Η απασχόληση όλων των Αιτητών τερματίστηκε με πανομοιότυπες επιστολές (Τεκ. 2), το περιεχόμενο των οποίων παραθέτουμε:

 

«Ο Δήμος Λευκωσίας, λόγω της δραματικής μείωσης των γενικών εσόδων του συνεπεία της οικονομικής κρίσης αλλά και λόγω της απαιτούμενης αναδιοργάνωσης των Τμημάτων και των Υπηρεσιών του, είναι υποχρεωμένος όπως προβεί σε πλεονασμούς εργατικού προσωπικού.

 

Για το λόγο αυτό ο Δήμος Λευκωσίας με λύπη σας ανακοινώνει ότι στις 8 Αυγούστου 2018, τερματίζονται οι υπηρεσίες σας και γι’ αυτό με την παρούσα σας δίνει προειδοποίηση οκτώ βδομάδων από σήμερα.

 

Παρακαλείσθε όπως διευθετήσετε συνάντηση μαζί με το Γραφείο προσωπικού για τη διεκπεραίωση όλων των εκκρεμούντων θεμάτων που συνδέονται με την αποχώρηση σας.

 

…»

 

Με τον τερματισμό της απασχόλησης τους ο Δήμος κατέβαλε σε όλους τους Αιτητές χαριστική αμοιβή που ανερχόταν στα πιο κάτω ποσά:

 

-         Στον Αιτητή στην Αίτηση 231/2020 ποσό €50.000

-         Στον Αιτητή στην Αίτηση 232/2020 ποσό €24.060

-         Στον Αιτητή στην Αίτηση 233/2020 ποσό €50.000

-         Στον Αιτητή στην Αίτηση 234/2020 ποσό €50.000

-         Στον Αιτητή στην Αίτηση 235/2020 ποσό €50.000

-         Στον Αιτητή στην Αίτηση 236/2020 ποσό €50.000

-         Στον Αιτητή στην Αίτηση 243/2020 ποσό €50.000

-         Στον Αιτητή στην Αίτηση 244/2020 ποσό €32.907

 

Ανάλυση - Συμπεράσματα

 

Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του ετερματίσθη:

 

(α)........................................................................................................................

 

(β)........................................................................................................................

 

(γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της   επιχειρήσεως:

(i)                 εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων.

(ii)               αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων

(iii)             καταργήσεις τμημάτων

(iv)              δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών

(v)                ελλείψεων παραγγελιών ή πρώτων υλών

(vi)              σπάνεως μέσων παραγωγής, και

(vii)            περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως

 

Από το περιεχόμενο των επιστολών απόλυσης και των γενικών λόγων εμφάνισης του Δήμου, προφανώς το ζητούμενο στην προκείμενη περίπτωση είναι η τεκμηρίωση συνθηκών πλεονασμού δυνάμει των προνοιών του άρθρου 18 (γ) (i) (vii) του Νόμου.

 

Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, για να διαπιστωθεί η πραγματική μείωση του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της στη διάρκεια των τελευταίων ετών πριν την απόλυση. Το Δικαστήριο στηριζόμενο επί αντικειμενικών κριτηρίων, πρέπει να διαπιστώσει από τα γεγονότα της υπόθεσης κατά πόσο υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε βαθμό που λογικά να κρίνεται δικαιολογημένη η απόλυση λόγω πλεονασμού. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α. (1994) 1Α.Α.Δ. 703, 706:

 

«Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεχτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρησης. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος “όγκος εργασίας” στο πλαίσιο του Άρθρου 18(γ)(vii) του Ν. 24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).»

 

Στην υπόθεση Κώστα Χατζηχριστοφή ν. Πιερή Γεωργίου κ.α (2002) 1Β Α.Α.Δ. 873, σαφώς επισημαίνεται ότι ο «περιορισμός του όγκου εργασίας» αφορά περιορισμό ή μείωση του όγκου εργασίας του συγκεκριμένου εργοδότη, δηλαδή της επιχείρησης και όχι μείωση του όγκου εργασίας του εργοδοτούμενου.

 

Ο Εργοδότης, έχοντας το βάρος απόδειξης, θα πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάσει αξιόπιστα στοιχεία που αποδεικνύουν συνθήκες πλεονασμού λόγω περιορισμού του όγκου εργασίας της επιχείρησης του. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Σωτήρης Χρυσάνθου κ.α. ν. Petros Pitsillis (Glass Market) Ltd κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 383, οι ισολογισμοί και άλλα λογιστικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών του Εργοδότη μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία προς απόδειξη τέτοιας μείωσης του κύκλου εργασιών της επιχείρησης του, δεν είναι όμως τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ούτε μπορεί να περιοριστεί νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχομένως να τεκμηρίωνε πλεονασμό και η οποία πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την Αγγλική απόφαση Murray v. Fayle Ltd [1999] 3 All E.R. 769, αν δεν υπήρξε μαρτυρία που βάσιμα θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων, δεν παρίσταται ανάγκη περαιτέρω εξέτασης του κατά πόσον η απόλυση της εργοδοτούμενης οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις οικονομικές περιστάσεις του εργοδότη.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο επισημαίνουμε ότι ο κάθε εργοδότης έχει δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δράσης, να διενεργεί οποιαδήποτε αλλαγή ή αναδιοργάνωση σχετιζόμενη με τη λειτουργία της επιχείρησης του. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε αλλαγή η μορφή αναδιοργάνωσης που γίνεται από τον εργοδότη συνιστά ταυτόχρονα και λόγο πλεονασμού σύμφωνα με τις προ-λεγόμενες πρόνοιες του Νόμου.

 

Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρ. Γρηγορά κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1985, 1990:

 

«Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργησή τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται "ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων" κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου.

 

Στην S & G Colocassides Ltd v. Π. Λαζαρίδης κ.α. (1999) 1 ΑΑΔ 2181 το Δικαστήριο επισήμανε ότι από τη στιγμή που τα καθήκοντα της θέσης που καταργήθηκε ή του εργοδοτούμενου που απολύθηκε λόγω αναδιοργάνωσης παραμένουν και εκτελούνται από άλλον εργοδοτούμενο, τότε η απομάκρυνση του απολυόμενου δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου, καθότι υπό διαφορετικές συνθήκες η οποιαδήποτε απόφαση του εργοδότη για μείωση του εργατικού δυναμικού της επιχείρησης του, θα μπορούσε να συνιστά πλεονασμό λόγω αναδιοργάνωσης χωρίς την εισδοχή του αντικειμενικού παράγοντα που σχετίζεται με την κατάργηση ή μεταβολή των καθηκόντων που κατείχε ο απολυθείς εργοδοτούμενος.

 

Στην υπόθεση Χρίστου Κυριακίδη ν. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό, Πολιτική Έφεση αρ. 215/2011, ημερομηνίας 21.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A478, αναφερόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο σε προγενέστερες αποφάσεις του επισήμανε τα ακόλουθα:  

 

«Η κάθε υπόθεση εξαρτάται, ασφαλώς, από τα δικά της δεδομένα. Η αναδιοργάνωση μιας επιχείρησης μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σε πλεονασμό, ανάλογα με τη φύση και το αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης.  Βέβαια, τόσο στην Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν. Γρηγόρα κ.ά (ανωτέρω) όσο και στην G Colocassides Ltd ν. Λαζαρίδη κ.ά (ανωτέρω) η συγκεκριμένη εργασία εκτελείτο μόνο από τον απολυθέντα υπάλληλο, με αποτέλεσμα  η ανάθεση των καθηκόντων της θέσης του σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία δεν ήταν προηγουμένως επιφορτισμένα με τα καθήκοντα αυτά, να μη συνεπαγόταν «ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων» για την εκτέλεση τους. 

 

Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας και έχοντας υπόψη το εύρημα του πρωτόδικου Δι-καστηρίου ότι πλείστα των καθηκόντων του εφεσείοντα ανατέθηκαν στον προ δύο μηνών διορισθέντα Εκτελεστικό Πρόεδρο και τα υπόλοιπα σε άλλους υφιστάμενους διευθυντές, δεν βρίσκουμε λόγο να παρέμβουμε στην πρωτόδικη ετυμηγορία. Ο εφεσείων, ουσιαστικά αντικαταστάθηκε, με αποτέλεσμα να μην επέλθει ως αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης, ελάττωση στον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων για την εκτέλεση της εργασίας που μόνο αυτός εκτελούσε πριν από την απόλυση του.  Ουσιαστικά δεν επήλθε κατάργηση της θέσης του [βλ. Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν Γρηγόρα κ.ά (ανωτέρω)].  Ακριβώς αντίθετη ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Γιαννούλας Χρίστου, Π.Ε. 148/12ημερ. 7.7.2017, όπου λόγω της κατάργησης της θέσης της εφεσείουσας κρίθηκε ότι θα έπρεπε να αποζημιωθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος προσωπικού.»

 

Μια μέθοδος εξακρίβωσης του αν υπάρχει ή όχι πλεονασμός καθορίστηκε στην υπόθεση Hindle -v- Percival Boats Ltd (1969) 1All ER 836. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσο αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που θα απολυθεί ως πλεονάζον. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτούμενου, αυτός θεωρείται πλεονάζον προσωπικό. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε επίσης ότι η στοιχειοθέτηση πλεονασμού δεν εξαρτάται από το πώς ο ίδιος ο εργοδότης χαρακτηρίζει την πράξη του. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το θέμα ήταν: «εντελώς αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το εφαρμοζόμενο κριτήριο αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και όχι τη γνώμη των εργοδοτών ή οποιουδήποτε άλλου επί του σημείου εκείνου.» (Βλ. και United Hotels (Lordos) Ltd v. Ανδρούλας Σταύρου κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 515).

 

Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα του Δήμου να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και εξετάσαμε τα όσα σχετικά παρέθεσε υπό το πρίσμα των έγγραφων προτάσεων και των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντων Τεκμηρίων.

 

Ως προς τον πρώτο λόγο που αναφέρεται στην επιστολή απόλυσης (Τεκ.2) και που αφορά την κατ’ ισχυρισμό δραματική μείωση των γενικών εσόδων του Δήμου, η μάρτυς εισηγήθηκε στη μαρτυρία της ότι στόχος των εν λόγω ενεργειών ήταν η μείωση των εξόδων του Δήμου λόγω μείωσης της κρατικής χορηγίας για τα έτη 2010 έως 2017, ζήτημα ωστόσο που δεν επιβεβαιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ούτε και θα μπορούσε να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε. Καμιά μαρτυρία για μείωση των γενικών εσόδων του Δήμου δεν δόθηκε επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων. Ενώ η μάρτυς ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση της, παραδέχθηκε ότι η κρατική χορηγία δεν ήταν το μοναδικό έσοδο του Δήμου. Ότι το 2017 τα έσοδα του Δήμου ανέρχονταν στα €27.000.000 και ότι η κρατική χορηγία για τα έτη 2014 έως 2017 κυμαινόταν στα ίδια επίπεδα. Συγκεκριμένα το 2010 ανερχόταν στα €15.065.378, το 2011 στα €14.612.321, το 2012 στα €11.012.678, το 2013 στα €10.745.373, το 2014 στα €9.318.195, το 2015 στα €9.317.277, το 2016 στα €9.321.219 και το 2017 στα €9.092.624. Για όλα τα πιο πάνω, κατά την κρίση μας, δεν προκύπτουν συνθήκες πλεονασμού που θα δικαιολογούσαν τη λήψη μέτρων μείωσης του προσωπικού λόγω περιορισμού του όγκου εργασίας του Δήμου.

 

Ως προς τον δεύτερο λόγο που αφορά την κατ’ ισχυρισμό αναδιοργάνωση και ομαδοποίηση των καθηκόντων των εργοδοτουμένων ως επακόλουθο της μείωσης της κρατικής χορηγίας, επίσης δεν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν τον βαθμό, την έκταση και σοβαρότητα των οποιωνδήποτε αλλαγών που επικαλείται ο Δήμος, για να συνιστούν βάσιμο λόγο πλεονασμού. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν επιβεβαιώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Σε τελική ανάλυση δε διάφανη έστω και αμυδρά ότι με την επικαλούμενη αναδιοργάνωση επήλθε μείωση των καθηκόντων που ασκούσαν οι Αιτητές σε βαθμό που δικαιολογείτο η απόλυση τους για λόγους πλεονασμού.

 

Ομολογουμένως με όσα κατάθεσε η μάρτυς, η απόλυση των Αιτητών απέβλεπε στη μείωση των εξόδων του Δήμου. Συνεπώς, η απόλυση των Αιτητών έγινε παράνομα για λόγους οικονομίας και όχι για οικονομικούς λόγους ή λόγω αναδιοργάνωσης που επικαλείται ο Δήμος. (S.G. Colocassides Ltd v. Λαζαρίδη και Άλλων (ανωτέρω).

 

Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι ο Δήμος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που τον βαρύνει και κατ’ επέκταση δεν κατάφερε να αποδείξει στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης των Αιτητών για λόγους πλεονασμού.

 

Υπολογισμός των Αποζημιώσεων

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.

 

Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:

 

(α)        τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου

(β)        την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου

(γ)        την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου

(δ)        τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου

(ε)         την ηλικίαν του εργοδοτουμένου

 

Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation   LtdΠολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312:

 

«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται,  σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώ-του Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.

 

 

Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ΄ ακόλουθα:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79).  Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.

 

Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα.  Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

Στις υπό εξέταση Αιτήσεις, ο Αιτητής (231/2020) εργάστηκε στην υπηρεσία του Δήμου για 32 συναπτά έτη, ο Αιτητής (232/2020) για 24 συναπτά έτη, ο Αιτητής (233/2020) για 31 συναπτά έτη, ο Αιτητής (234/2020) για 24 συναπτά έτη, ο Αιτητής (235/2020) για 22 συναπτά έτη, ο Αιτητής (236/2020) για 28 συναπτά έτη, ο Αιτητής (243/2020) 36 συναπτά έτη και ο Αιτητής (244/2020) για 22 συναπτά έτη.   

 

Την ημέρα της ακρόασης, οι Αιτητές (233/2020) και (236/2020) ήταν παρόντες στο Δικαστήριο και δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι ο μεν πρώτος γεννήθηκε το 1967, είναι παντρεμένος με 4 κόρες και ότι την περίοδο απόλυσης του είχε σοβαρές οικονομικές ανάγκες. Ο δε δεύτερος γεννήθηκε το 1956, είναι πατέρας δύο παιδιών εκ των οποίων ο ένας διαμένει μαζί τους και ότι κατά την περίοδο της απόλυσης είχε στεγαστικό δάνειο και οικονομικές ανάγκες.  

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση των Αιτητών, όπως παρατίθενται ανωτέρω, (β) τη διάρκεια της απασχόλησης τους, (γ) τα ημερομίσθια τους, (δ) την ηλικία τους, για την οποία δεν δόθηκαν για όλους στοιχεία, (ε) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, για την οποία δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία και δη κατά πόσο εργοδοτήθηκαν αμέσως μετά τον τερματισμό της απασχόλησης τους ή εάν κατέβαλαν οποιεσδήποτε εύλογες προσπάθειες για εξεύρεση άλλης κατάλληλης εργασίας, τις οικονομικές και ή οικογενειακές τους ανάγκες και την ενδεχόμενη υλική ζημιά που υπέστησαν για τις οποίες επίσης δεν δόθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να τους επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης τα ποσά που θα λάμβαναν εάν απολύονταν για λόγους πλεονασμού και που είναι τα ακόλουθα:

 

Στον Αιτητή (231/2020) το ποσό των (€533,32 Χ75,5) €40.265,66

Στον Αιτητή (232/2020) το ποσό των (€489.02 Χ 71,5) €34.964,93

Στον Αιτητή (233/2020) το ποσό των (€533,32 Χ 75,5) €40.265,66

Στον Αιτητή (234/2020) το ποσό των (€533,32 Χ 71,5) €38.132,38

Στον Αιτητή (235/2020) το ποσό των (€489,02 Χ 63,5) €31.052,77

Στον Αιτητή (236/2020) το ποσό των (€533,32 Χ 75,5) €40.265,66

Στον Αιτητή (243/2020) το ποσό των (€489,02 Χ 75,5) €36.921,01

Στον Αιτητή (244/2020) το ποσό των (€371,58 Χ 63,5) €23.595,33

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του Νόμου:

 

« (2) Η αποζημίωσις εις την οποίαν δικαιούται ο εργοδοτούμενος συμφώνως προς το εδάφιον (1) καταβάλλεται υπό του εργοδότου καθ' ον ποσόν αύτη δεν υπερβαίνει τα ημερομίσθια του εργοδοτουμένου δι' εν έτος, και εκ του Ταμείου καθ' ον ποσόν αύτη υπερβαίνει τα ημερομίσθια του εργοδοτουμένου δι' εν έτος.»

 

Στην προκείμενη περίπτωση η αποζημίωση που δικαιούνται να λάβουν οι Αιτητές υπερβαίνει τα ημερομίσθια δι’ εν ενός και συνεπώς δικαιούνται σε επιπρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο.  

 

Όπως έχει λεχθεί, σε όλους τους Αιτητές καταβλήθηκε χαριστική αμοιβή από τον Δήμο.

 

Με καθοδήγηση την απόφαση Σ. Μουζούρης ν. ΚΟΣΜΟ-ΠΛΑΣΤ & ΣΙΑ (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 896, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι, «…ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αφαίρεσε από τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση το ποσό το οποίο ο Εφεσείων έλαβε ως χαριστική πληρωμή κατά χάρη, (καθότι) αντίθετη ενέργεια από πλευράς του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θα οδηγούσε σε διπλή πληρωμή του εφεσείοντα (Κολιού ν. Γεώργιος Δ. Κουννάς & Υιοί Λτδ (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1117 και Ιακώβου ν. Παπαδάκη (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2079)», καταλήγουμε ότι το ποσό της χαριστικής αμοιβής που έλαβαν ο Αιτητές για τον τερματισμό της απασχόλησης τους, θα πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη και να αφαιρεθεί από τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις, καθότι υπό διαφορετικές συνθήκες ο Δήμος θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στους Αιτητές διπλή αποζημίωση. 

 

Αφαιρώντας τα ποσά που καταβλήθηκαν στους Αιτητές υπό μορφή χαριστικής αμοιβής, στο βαθμό που καλύπτουν τα ημερομίσθια ενός έτους, καταλήγουμε ότι πλην του Αιτητή (232/2020), οι υπόλοιποι Αιτητές δεν δικαιούνται στην πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από τον Δήμο, καθώς το ποσό που τους έχει καταβληθεί υπό μορφή χαριστικής αμοιβής υπερβαίνει τα ημερομίσθια δι’ εν έτος που ο Δήμος οφείλει να καταβάλει  με βάση το άρθρο 3(2) του Νόμου. Στον Αιτητή (232/2020) καταβλήθηκε χαριστική αμοιβή που αναλογεί με ημερομίσθια 49 εβδομάδων με επακόλουθο να δικαιούται και πρόσθετη πληρωμή από τον Δήμο για κάλυψη των ημερομισθίων δι’ εν έτους.

 

Για όλα τα πιο πάνω οι υποθέσεις αποσυνδέονται και εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως:

 

-         Στον Αιτητή (231/2020) εκδίδεται απόφαση για πρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο, για το ποσό των (€533,32 Χ23,5) €12.533,02 με νόμιμο τόκο από 14.7.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

-         Στον Αιτητή (232/2020) εκδίδεται απόφαση για το ποσό των  €10.904,93 με νόμιμο τόκο από 14.07.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης. Ποσό €1.369,04 πλέον νόμιμο τόκο να καταβληθεί στον Αιτητή από τον Δήμο και το υπόλοιπο ποσό των (€489.02 Χ 19,5) €9.535,89 πλέον νόμιμο τόκο να καταβληθεί από το Ταμείο.

 

-         Στον Αιτητή (233/2020) εκδίδεται απόφαση για πρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο, για το ποσό των (€533,32 Χ23,5) €12.533,02 με νόμιμο τόκο από 14.7.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

-         Στον Αιτητή (234/2020) εκδίδεται απόφαση για πρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο, για το ποσό των (€533,32 Χ 19,5) €10.399,74 με νόμιμο τόκο από 14.7.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

-         Στον Αιτητή (235/2020) εκδίδεται απόφαση για πρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο, για το ποσό των (€489,02 Χ 11,5) €5.623,73 με νόμιμο τόκο από 14.7.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

-         Στον Αιτητή (236/2020) εκδίδεται απόφαση για πρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο, για το ποσό των (€533,32 Χ23,5) €12.533,02 με νόμιμο τόκο από 14.7.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

-         Στον Αιτητή (243/2020) εκδίδεται απόφαση για πρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο, για το ποσό των (€489,02 Χ 23,5) €11.491,97 με νόμιμο τόκο από 16.7.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

-         Στον Αιτητή (244/2020) εκδίδεται απόφαση για πρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο, για το ποσό των (€371,58 Χ 11,5) €4.273,17 με νόμιμο τόκο από 16.7.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

Περαιτέρω, ο Δήμος διατάσσεται όπως καταβάλει εις έκαστον των Αιτητών το ποσό των €650- ως έξοδα με νόμιμο τόκο από της καταχωρήσεως εκάστης Αίτησης μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων.

 

 

                                              (υπ)……………………………….……..…………

      Ι.Α. Χατζητζιοβάννης,  Πρόεδρος                                                                                                        

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ                                                                       Α. Μιχαήλ, Μέλος

Μ. Ρώσσης, Μέλος

 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο