Γιώργος Αριστοτέλους ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αίτησης: 87/18, 23/12/2025
print
Τίτλος:
Γιώργος Αριστοτέλους ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αίτησης: 87/18, 23/12/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

                   Μ. Μιλτιάδου )

                   Π. Καδή          ) Μελών.

                                                                                                             

Αρ. Αίτησης: 87/18

 

Μεταξύ:

 

Γιώργος Αριστοτέλους

Αιτητή

 

και

 

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ

Καθ΄ ων η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2025.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή: Η κα Λ. Μουσκή για ΑΡΓΕΝΤΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: Η κα Μ. Καλαϊτζάκη για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

                                                 & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

                                         

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Αιτητής, με την επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση»), ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε στην υπηρεσία της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λίμιτεδ (η οποία, σύμφωνα με σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο φάκελο της Επίδικης Αίτησης στις 28/9/2018, μετονομάστηκε στις 3/9/2018 σε «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ») («Εργοδότρια Εταιρεία») από 2/10/1991 μέχρι και τον Ιούνιο του 2017, όταν και η απασχόλησή του τερματίστηκε παράνομα και/ή κακόπιστα και/ή αδικαιολόγητα, στη βάση επιστολής απόλυσης ημερομηνίας 15/6/2017.

 

Αυτό, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, έχει ως αποτέλεσμα να δικαιούται σε επιδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, ήτοι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.»), θεραπειών που αφορούν, αφενός, την επαναπρόσληψή του στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας και, αφετέρου, διαζευκτικά της αξίωσης αυτής, την επιδίκαση υπέρ του (και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας) αποζημιώσεων και/ή αυξημένων και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση, καθώς και πληρωμή αντί προειδοποίησης («Επίδικες Θεραπείες»).

 

Απαντώντας σε όλα τα πιο πάνω, η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισής της, καταρχήν αποδέχεται τόσο την απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία της από 2/10/1991 όσο και τον εκ μέρους της μονομερή τερματισμό αυτής, στη βάση επιστολής ημερομηνίας 15/6/2017. Καλεί, όμως, το Δικαστήριο να απορρίψει την Επίδικη Αίτηση εναντίον της με έξοδα υπέρ της, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή προέκυψε λόγω συμπεριφοράς και/ή διαγωγής του ιδίου, η οποία κλόνισε την πίστη και εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό του ανεπανόρθωτα, με αποτέλεσμα αυτός να είναι νόμιμος και ο Αιτητής να μην δικαιούται σε επιδίκαση υπέρ του των Επίδικων Θεραπειών.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

 

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο Αιτητής θεμελιώνει το δικαίωμά του στις Επίδικες Θεραπείες σε ισχυρισμό του για παρανομία του τερματισμού της απασχόλησής του, στον οποίο η Εργοδότρια Εταιρεία απαντά με δικό της ισχυρισμό για νομιμότητα του τερματισμού, καθότι επήλθε συνεπεία συγκεκριμένης συμπεριφοράς και/ή διαγωγής του. Συνεπακόλουθα, ως καθίσταται σαφές, το δικαίωμα του Αιτητή στις Επίδικες Θεραπείες συνδέεται με το κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησής του ήταν νόμιμος, έγινε δηλαδή σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες συγκεκριμένου Νόμου ή παράνομος, κατά παράβαση αυτών. Από τη στιγμή, δε, που οι Επίδικες Θεραπείες αφορούν αξιώσεις για επαναπρόσληψη και/ή αποζημίωση για παράνομη απόλυση / πληρωμή αντί προειδοποίησης, ο Νόμος αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο, Ν.24/1967Ν.24/67»), ο οποίος σχετικά προβλέπει:

 

(α) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε λήψη αποζημίωσης σε περίπτωση παράνομης απόλυσης[1] του από τον εργοδότη του («αποζημίωση για παράνομη απόλυση»), δηλαδή απόλυσης η οποία δεν είναι συμβατή με τις πρόνοιες των άρθρων 3 παράγραφος 1 («Άρθ. 3(1)») και 5 («Άρθ. 5») αυτού, τα οποία προβλέπουν τα εξής:

 

«3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα»

 

 

«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: …

(β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV.

(γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου·

(δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως:…

(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: …

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή·

(ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·

(iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του·

(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του

(ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».

 

(β) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε επαναπρόσληψή του από τον εργοδότη του, όταν, στην περίπτωση του, πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του Άρθρου 3(1) («Άρθ. 3(1) εδ. 2»), το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών».

 

(γ) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε λήψη προειδοποίησης για τον τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη, ως αυτό προβλέπεται στο πλαίσιο του άρθρου 9 παράγραφος 1 («Άρθ. 9(1)»). Υπογραμμίζεται ότι το δικαίωμα αυτό δύναται να μετατραπεί από δικαίωμα λήψης προειδοποίησης σε δικαίωμα σε πληρωμή αντί αυτής («πληρωμή αντί προειδοποίησης»), δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 1 του άρθρου 11 («Άρθ. 11(1)»), το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«Εργοδότης ο οποίος δίδει προειδοποίησιν εις εργοδοτούμενον έχει το δικαίωμα να απαιτήση παρά του εργοδοτουμένου όπως ούτος αποδεχθή πληρωμήν αντί προειδοποιήσεως. Η πληρωμή αύτη υπολογίζεται συμφώνως προς τας διατάξεις του Τρίτου Πίνακος».

 

Τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα εργοδοτούμενος του οποίου η απασχόληση πληροί τα κριτήρια του Άρθ. 9(1) (συνεχής απασχόληση πέραν των 26 εβδομάδων, σε μόνιμη / μη δοκιμαστική βάση) και απολύεται από τον εργοδότη του, να δικαιούται σε λήψη προειδοποίησης για τον εν λόγω τερματισμό, η ελάχιστη περίοδος της οποίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Σε περίπτωση, δε, που ο εργοδότης παραλείψει να τον προειδοποιήσει καταλλήλως, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου αυτού, τότε ο εργοδοτούμενος δύναται να διεκδικήσει την επιδίκαση υπέρ του πληρωμής αντί προειδοποίησης, ως αυτή υπολογίζεται στη βάση των προνοιών του Τρίτου Πίνακα του Ν.24/67. Περαιτέρω, εάν στην περίπτωση του πληρούνται οι προϋποθέσεις τους του Άρθ. 3(1), τότε δικαιούται να διεκδικήσει και επιδίκαση αποζημίωσης για παράνομη απόλυση ως αυτή υπολογίζεται στη βάση του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67, ενώ αν πληρούνται και οι προϋποθέσεις του Άρθ. 3(1) εδ. 2, τότε δικαιούται να διεκδικήσει και την έκδοση υπέρ του διατάγματος επαναπρόσληψής του, ως προβλέπουν οι πρόνοιες του άρθρου αυτού.

 

ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ

 

Αρμόδιο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται ή όχι στις θεραπείες αυτές είναι, αδιαμφισβήτητα, το Δ.Ε.Δ., εφόσον ο ίδιος ο Ν.24/67 του προσδίδει αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται όλων των εργατικών διαφορών που ανακύπτουν από την εφαρμογή του[2]. Η απόδοση αυτή, φυσικά, δεν γίνεται αυτόματα, άμα την καταχώρηση και προώθηση από τον εργοδοτούμενο εναρκτήριας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς, αλλά εξαρτάται από το κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των κριτηρίων απόδοσής τους καταφέρει, με τη μαρτυρία που προσέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης στον βαθμό που απαιτείται.

 

Το ποιος είναι ο διάδικος αυτός καθορίζεται στη βάση των κανόνων απόδειξης και, κυρίως, στη βάση του κανόνα ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις επίδικες θεραπείες το φέρει ο διάδικος που τις εξαιτείται[3]. Συνεπακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση, το βάρος απόδειξης των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις Επίδικες Θεραπείες φέρει, στο πλαίσιο του κανόνα αυτού, καταρχάς ο Αιτητής (ως ο διάδικος που τις εξαιτείται). Αυτό, όμως, δεν ισχύει σε σχέση με το μοναδικό κριτήριο του οποίου η συνδρομή στην παρούσα περίπτωση αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη, ήτοι το κριτήριο που αφορά τον λόγο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και κατά πόσο αυτός προέκυψε ή μη σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθ. 5. Και αυτό διότι, σε σχέση με το κριτήριο αυτό, ο εν λόγω κανόνας υποχωρεί ενόψει του νόμιμου τεκμηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 («Άρθ. 6(1)»)[4]  του Ν.24/67 περί μη ύπαρξης, «μέχρις αποδείξεως του εναντίου», τερματισμού της απασχόλησης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθ. 5.

 

Ενόψει αυτού, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω τεκμήριο (όπως διαφαίνεται από την αναφορά στο Άρθ. 6(1) σε τεκμήριο «μέχρις αποδείξεως του εναντίου») είναι μαχητό (δηλαδή δύναται να ανατραπεί με μαρτυρία που προσκομίζει στο Δικαστήριο ο διάδικος που το αμφισβητεί), το βάρος της ανατροπής του φέρει η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή προέκυψε νόμιμα, αμφισβητεί τη συνδρομή του (Αριστείδου Γιώργος ν. RK Super Beton Ltd κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 114).

 

Ειδικότερα, αυτό που καλείται η Εργοδότρια Εταιρεία να πράξει είναι σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση είναι, μέσω της μαρτυρίας της, να αποδείξει (στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων) ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε για τον λόγο που η ίδια επικαλείται και ότι η σχετική απόφαση λήφθηκε κατόπιν συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του Άρθρου 5 του Ν.24/67, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην δικαιούται τις Επίδικες Θεραπείες.

 

ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ – ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

Προς απόσειση του προαναφερόμενου βάρους απόδειξης, η Εργοδότρια Εταιρεία κλήθηκε, κατά την έναρξη της ενώπιόν μας ακροαματικής διαδικασίας, όπως παρουσιάσει πρώτη τη μαρτυρία της, σύμφωνα με τις σχετικές επί του θέματος αρχές. Στο στάδιο αυτό η Εργοδότρια Εταιρεία, αντί να προχωρήσει με παρουσίαση μαρτυρίας, προχώρησε ενώπιόν μας με δήλωση ότι δεν προτίθεται να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόσειση του βάρους απόδειξης που φέρει, δηλώνοντας ταυτόχρονα, από κοινού με την άλλη πλευρά, και τα εξής:

 

(α) ο Αιτητής, προ του τερματισμού της απασχόλησής του, ελάμβανε μηνιαίες απολαβές ύψους €3.513,92, με δικαίωμα και σε 13ο μισθό,

 

(β) κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του ο Αιτητής δεν έλαβε καθόλου προειδοποίηση από την Εργοδότρια Εταιρεία,

 

(γ) σε περίπτωση που, σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση, επιδικαστούν έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, τα διάδικα μέρη συμφωνούν όπως αυτά ανέρχονται σε €5.700 πλέον Φ.Π.Α., πλέον πραγματικά έξοδα.

 

Ενόψει της πιο πάνω δήλωσης της Εργοδότριας Εταιρείας και της συνεπακόλουθης απουσίας μαρτυρίας εκ μέρους της προς αντίκρουση του τεκμηρίου του Άρθ. 6(1) (με αποτέλεσμα αυτό να μην ανατραπεί και ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή να κρίνεται παράνομος), η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε με τη μαρτυρία του ίδιου του Αιτητή, ο οποίος, προς υποστήριξη και προώθηση των δικών του θέσεων, προσέφερε ενώπιόν μας μαρτυρία ενόρκως, χωρίς να τύχει αντεξέτασης από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας (με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να παραμείνει αναντίλεκτη).

 

Αναφερόμενοι στη μαρτυρία αυτή, ως οι σχετικές επί του θέματος αρχές, συνοπτικά[5] σημειώνουμε τα εξής:

 

Καταθέτοντας, ο Αιτητής σημείωσε αρχικά ότι η απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία διήρκησε από 2/10/1991 μέχρι και 22/6/2017, οπότε και τερματίστηκε παράνομα στη βάση επιστολής ημερομηνίας 15/6/2017 (Τεκμήριο 1), ενώ βρισκόταν σε ηλικία 44 ετών. Προ του τερματισμού αυτού ελάμβανε ως μηνιαίες απολαβές το ποσό των €3.513,75, ενώ είχε και δικαίωμα σε καταβολή 13ου μισθού και λοιπών ωφελημάτων, όπως συμμετοχή σε Ταμείο Προνοίας και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόλησή του, σημείωσε ότι αυτή σχετιζόταν αφενός με πειθαρχική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του από την Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο, η οποία αποσύρθηκε μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του. Αφετέρου, σχετιζόταν και με ποινικές διαδικασίες που κινήθηκαν εις βάρος του σε σχέση με αδικήματα δήθεν συναφή με την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων και με την εντιμότητα του ως τραπεζικού υπάλληλου . Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε, σε βάρος του καταχωρήθηκε αρχικά, το 2015, η ποινική υπόθεση με αρ. 19209/2015, σε σχέση με την οποία, μετά από «μακρόχρονο αγώνα» που καταβλήθηκε εκ μέρους του και των τότε δικηγόρων του, αθωώθηκε. Περαιτέρω, εις βάρος του καταχωρήθηκαν ακόμη δύο ποινικές υποθέσεις, ήτοι η 2282/2016 και η 13816/16. Η πρώτη ολοκληρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/5/2019 (Τεκμήριο 2), στο πλαίσιο της οποίας αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Η δεύτερη ανεστάλη από τον Γενικό Εισαγγελέα και επανακαταχωρήθηκε ως η ποινική υπόθεση 23460/2016, η οποία ολοκληρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/10/2020, στο πλαίσιο της οποίας επίσης αθωώθηκε (Τεκμήριο 3).

 

Όλα αυτά, ως ισχυρίστηκε, τον επηρέασαν σημαντικά σε διάφορα επίπεδα και κυρίως σε ψυχολογικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, καθότι βρέθηκε κατηγορούμενος σε ποινικές υποθέσεις και επωμίστηκε σοβαρό οικονομικό βάρος για την υπεράσπισή του, το οποίο ανήλθε σε περίπου €60.000. Επίσης, τον επηρέασαν και σε επίπεδο φήμης και υπόληψης, εφόσον διάφορα δημοσιεύματα σε μέσα ενημέρωσης και στον Τύπο (όπως αυτά που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4) τον παρουσίαζαν ως εμπλεκόμενο σε μίζες και σε σοβαρά ποινικά αδικήματα. Αναλύοντας περαιτέρω τον ισχυρισμό του για επηρεασμό του από τις διαδικασίες αυτές, ανέφερε:

 

(α) σε σχέση με τον ψυχολογικό επηρεασμό του, ότι οι ποινικές διώξεις, οι οποίες τον υποχρέωναν να παρίσταται σχεδόν καθημερινά ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού για περίοδο τριών συνεχόμενων ετών ως κατηγορούμενος για σοβαρά αδικήματα, σε συνδυασμό με την απώλεια της εργασίας του και την εκτενή δημοσιότητα γύρω από το πρόσωπό του, τον επηρέασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό ψυχολογικά, προκαλώντας έντονο άγχος, ψυχολογική αναστάτωση, δυσκολίες στον ύπνο και ουσιώδη υποβάθμιση της καθημερινής του λειτουργικότητας. Όπως ανέφερε, κατέστη δακτυλοδεικτούμενος, με ουσιώδη αρνητική επίδραση στην κοινωνική και οικογενειακή του ζωή, περιλαμβανομένης της απώλειας φίλων και κοινωνικών επαφών. Ειδικότερα, ανέφερε ότι συνελήφθη για πρώτη φορά από τα γραφεία του εργοδότη του την 11/9/2015 και ώρα 12:45 μ.μ., ενώπιον συναδέλφων του, και κρατήθηκε διαδοχικά σε κρατητήρια της Αστυνομίας σε Λεμεσό, Πάφο, Λακατάμεια και Πόλη Χρυσοχούς για συνολικό διάστημα 20 ημερών, μέχρι την 1/10/2015, οπότε δεν ανανεώθηκε η προσωποκράτησή του, ενώ επανασυνελήφθη στο πλαίσιο δεύτερης ποινικής υπόθεσης στις 18/1/2016 και κρατήθηκε για ακόμη 15 ημέρες, καθώς και στο πλαίσιο τρίτης υπόθεσης για επιπλέον 5 ημέρες. Κατά το διάστημα αυτό, τα μέλη της οικογένειάς του μετακινούνταν μεταξύ πόλεων για να τον επισκέπτονται και να τον εφοδιάζουν με είδη πρώτης ανάγκης (μεταξύ αυτών και η μητέρα του που είναι τετραπληγική), ενώ ο ανήλικος υιός του τον αναζητούσε συνεχώς, με αποτέλεσμα η σύζυγός του να του αποκρύπτει την πραγματικότητα,

 

(β) σε σχέση με τον οικονομικό επηρεασμό του, ότι η απώλεια της εργασίας του και η αδυναμία εξεύρεσης άλλης απασχόλησης με αντίστοιχους όρους και ωφελήματα, ιδίως στον τραπεζικό τομέα όπου είχε διαμορφωθεί η επαγγελματική του σταδιοδρομία, οδήγησαν σε ουσιώδη και παρατεταμένη μείωση των εισοδημάτων του, παρά τις προσπάθειές του για ανεύρεση εργασίας και την εγγραφή του ως ανέργου στο Γραφείο Ανευρέσεως Εργασίας (Τεκμήριο 5). Περαιτέρω, ανέφερε ότι επιβαρύνθηκε με σημαντικό κόστος υπεράσπισης στις ποινικές διαδικασίες που αντιμετώπιζε, το οποίο ανήλθε, κατά την εκδοχή του, σε περίπου €60.000, ενώ αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει το ποσό που του επιστράφηκε από το Ταμείο Προνοίας για τα 25 έτη υπηρεσίας του προκειμένου να καλύψει βασικές ανάγκες της οικογένειάς του. Επιπλέον, σημείωσε ότι αντιμετώπιζε σοβαρές δανειακές υποχρεώσεις, περιλαμβανομένου στεγαστικού δανείου με υπόλοιπο περίπου €55.000 και μηνιαία δόση €600 (Τεκμήριο 7), την οποία κατέβαλλε με δυσκολία, συχνά με δανεικά χρήματα, με πραγματικό κίνδυνο απώλειας της πρώτης κατοικίας του, ενώ και η σύζυγός του ήταν υπόχρεη σε στεγαστικό δάνειο με υψηλή μηνιαία δόση, με αποτέλεσμα να επωμίζεται εξ ολοκλήρου τα έξοδα του νοικοκυριού. Τέλος, ανέφερε ότι οι αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων των εξόδων των τριών τέκνων του (Τεκμήριο 6) που ανέρχονταν σε περίπου €700 μηνιαίως σε συνδυασμό με τις σημαντικά μειωμένες απολαβές που κατόρθωσε να εξασφαλίσει μετά την απόλυσή του, όπως αυτές προκύπτουν από τα στοιχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 8), επέτειναν περαιτέρω την οικονομική του δυσχέρεια,

 

(γ) σε σχέση με τον επηρεασμό του σε επίπεδο φήμης και υπόληψης, ότι η εκτενής δημοσιότητα γύρω από τις ποινικές κατηγορίες που αντιμετώπιζε, καθώς και ο τρόπος παρουσίασής του στον Τύπο, έπληξαν ουσιωδώς την επαγγελματική και κοινωνική του υπόσταση, με αποτέλεσμα να καταστεί ιδιαίτερα δυσχερής, αν όχι πρακτικά αδύνατη, η εξεύρεση νέας εργασίας μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του.

 

Αναπτύσσοντας περαιτέρω τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό του, εξήγησε ότι, παρά τις επανειλημμένες και συστηματικές προσπάθειες που κατέβαλε, κατόρθωσε τελικώς μόλις το 2018 να εργοδοτηθεί από συγγενικό του πρόσωπο στην εταιρεία Butia Enterprises Ltd, με απολαβές σαφώς κατώτερες από εκείνες που ελάμβανε προηγουμένως, λαμβανομένης υπόψη και της συνεχούς παρουσίας του στο Δικαστήριο λόγω των εκκρεμών ποινικών υποθέσεων. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι οι ετήσιες απολαβές του ανήλθαν σε €9.100 για το έτος 2018, €9.900 για το 2019 και €15.200 για το 2020, όπως προκύπτει από τα στοιχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η δυσμενής δημοσιότητα και τα γεγονότα που συνδέονταν άμεσα με τον τερματισμό της απασχόλησής του επέδρασαν καθοριστικά στις επαγγελματικές του προοπτικές, οδηγώντας σε ουσιαστική απώλεια καριέρας και προκαλώντας σοβαρή οικονομική ζημία. Όπως ανέφερε, η βλάβη της φήμης και της υπόληψής του δεν περιορίστηκε στο άμεσο χρονικό διάστημα μετά την απόλυσή του, αλλά είχε διαρκή χαρακτήρα, επηρεάζοντας και την επαγγελματική του αποκατάσταση τα επόμενα έτη.

 

Τέλος, ανέφερε ότι σήμερα εργάζεται στην εταιρεία D. Katsis LLC στη θέση λειτουργού συμμόρφωσης, με μηνιαίες απολαβές €2.500 χωρίς πρόσθετα ωφελήματα, όπως ταμείο προνοίας, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή 13ο μισθό, ούτε και την ίδια σταθερότητα απολαβών. Αντιθέτως, όπως υποστήριξε, εάν εξακολουθούσε να απασχολείται στους Καθ’ ων η Αίτηση, θα ελάμβανε με βεβαιότητα μηνιαίες απολαβές περί τις €5.384 πλέον 13ου μισθού, λαμβανομένων υπόψη των προσαυξήσεων που θα δικαιούτο, της επαναφοράς των αποκοπών που είχαν επιβληθεί κατά την οικονομική κρίση του 2013 και ανέρχονταν σε περίπου €10.000 ετησίως, καθώς και των πληθωριστικών τάσεων και της γενικότερης αύξησης των μισθών από το 2015 μέχρι σήμερα, γεγονός που, κατά την εκδοχή του, καταδεικνύει τη διαρκή και ουσιώδη επίδραση της βλάβης της φήμης και της υπόληψής του στην επαγγελματική του εξέλιξη.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ

 

Όπως ήδη αναφέραμε, λόγω μη προσκόμισης εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας οποιασδήποτε μαρτυρίας προς απόσειση του σχετικού βάρους απόδειξης, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή κρίνεται παράνομος, εφόσον το τεκμήριο του Άρθ. 6 δεν έχει, με οποιονδήποτε τρόπο, ανατραπεί.

 

Έχοντας αυτό υπόψη, προχωρούμε πιο κάτω στην επιδίκαση προς όφελος του Αιτητή των θεραπειών που δικαιούται ενόψει του τερματισμού του αυτού και ήτοι την επιδίκαση προς όφελος του αποζημίωσης για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Όσον αφορά την απαίτηση του Αιτητή για επαναπρόσληψη, σημειώνουμε ότι δεν θεωρούμε ότι δικαιολογείται η έκδοση οποιασδήποτε διαταγής προς όφελός του Αιτητή, εφόσον η απαίτηση του αυτή δεν προωθήθηκε από τον ίδιο με οποιονδήποτε τρόπο, είτε μέσω της μαρτυρίας του είτε άλλως πως.

 

Καθορίζοντας τώρα τα ποσά που ο Αιτητής δικαιούται ως αποζημίωση για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίηση σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται στη βάση του Άρθ. 3(1) υπολογίζονται στο πλαίσιο των προνοιών του Πρώτου Πίνακα ως οποίος προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«2. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανεν εάν είχε κηρυχθή υπό του εργοδότου του ως πλεονάζων και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τετάρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου, 1960.

3. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.

4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

(α)τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου·

(β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου·

(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου·

(δ) τας πραγματικός συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου·

(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».

 

Το ζήτημα του καθορισμού των αποζημιώσεων που δικαιούται εργοδοτούμενος κατόπιν των προνοιών του Πρώτου Πίνακα έχει εξεταστεί εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, μέσω της νομολογίας του, έχει αποσαφηνίσει τις αρχές που διέπουν ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1Α Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν 24/67 δε συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μη υπερβαίνει τα ημερομίσθια δυο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.»

 

(οι υπογραμμίσεις δικές μας)

 

Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση επισημάνθηκε ότι:

 

«Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.»

 

Αναφορικά, δε, με το ειδικότερο ζήτημα της αξιολόγησης από το Δ.Ε.Δ. των παραγόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67Άρθ. 4 του Πρώτου Πίνακα») το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Σίμος Μουζούρης ν. Κόσμο-Πλαστ και Σία και Άλλου (2007) 1 Α.Α.Δ. 896, σημείωσε ότι:

 

«Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι τα μόνα από τα πιο πάνω κριτήρια που έλαβε υπόψη είναι το (α) και (β), και αυτά μόνο φραστικά,  χωρίς δηλαδή οποιαδήποτε εξήγηση πώς αυτά επηρεάζουν το ποσό της αποζημίωσης.  Τα γεγονότα φαίνεται να ομοιάζουν με αυτά της προαναφερθείσας υπόθεσης Cabras & Bros Ltd όπου δεν φαινόταν από την πρωτόδικη απόφαση αν το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη και τα υπόλοιπα κριτήρια εκτός από το (α) και (β) και έτσι επέτρεψε την έφεση μερικώς…

Ενόψει όλων των πιο πάνω επιτυγχάνει και η παρούσα έφεση μερικώς. Παραπέμπεται η υπόθεση στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να επανεκδικάσει μόνο το ύψος του ποσού της αποζημίωσης αφού ληφθούν υπόψη όλα τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου

 

(η υπογράμμιση δική μας)

 

Υπογραμμίζεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Π.E. Αρ. 310/2012, ημερ. 13/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, επαύξησε το ποσό των αποζημιώσεων που επιδικάστηκε από το Δ.Ε.Δ. προς την εργοδοτούμενη – Αιτήτρια, από το ποσό των €2.750,00 στο ποσό των €4.125,00, σημειώνοντας ότι:

 

«Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της.  Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας.  Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της.  Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας.

 

Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του.  Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.  Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης.»

 

Κατόπιν όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων σε εργοδοτούμενο στη βάση του Άρθ. 3(1) εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δ.Ε.Δ., η οποία ασκείται εντός των πλαισίων που θέτει ο Νόμος, με το κατώτερο ποσό που δύναται να επιδικαστεί ως αποζημίωση να είναι εκείνο που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος εάν δικαιούτο σε πληρωμή πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV του Ν.24/67 και το ανώτερο εκείνο που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια δύο ετών, λαμβανομένων, μεταξύ άλλων, υπόψη των παραγόντων που απαριθμούνται στο Άρθ. 4 του Πρώτου Πίνακα. Στην παρούσα περίπτωση, η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή διήρκησε (σύμφωνα με τα ενώπιόν μας παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα) από 2/10/1991 μέχρι 22/6/2017 (ήτοι 26 έτη για σκοπούς του Ν.24/67), με αποτέλεσμα το ποσό που θα δικαιούτο σε περίπτωση που καθίστατο πλεονάζων υπό την έννοια του άρθρου 18 του Ν.24/67, ως πληρωμή από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό, να αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 75,5 εβδομάδων (βλ. άρθρο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67). Έχοντας αυτό υπόψη, το γεγονός ότι οι μηνιαίες απολαβές του ανέρχοντο σε €3.513,92, με δικαίωμα και σε 13ο μισθό, με αποτέλεσμα οι εβδομαδιαίες απολαβές του να ανέρχονται σε €878,48[6], καθώς και τις πρόνοιες της υποπαραγράφου 2 του Άρθρου 4 του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τον υπολογισμό της εβδομαδιαίας αμοιβής για σκοπούς καθορισμού της πληρωμής που δικαιούται εργοδοτούμενος από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό, «οποιοδήποτε ποσό το οποίο υπερβαίνει το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως τούτο εκάστοτε καθορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1993, δε λαμβάνεται υπόψη», βρίσκουμε ότι τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί η διακριτική μας ευχέρεια ως προς την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος του Αιτητή κυμαίνονται μεταξύ του ποσού των €52.662,76 (75,5 Χ €697,52[7]) και του ποσού των €91.361,92 (104 Χ €878,48).

 

Με βάση τα δεδομένα αυτά, και έχοντας υπόψη μας πάντοτε τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από τον ίδιο τον Αιτητή (η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδεχόμαστε), βρίσκουμε δίκαιο και ορθό όπως επιδικάσουμε υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, στη βάση του Άρθ. 3(1), το ποσό των €87.848,00, το οποίο αντιστοιχεί σε 100 ημερομίσθια του, λαμβάνοντας υπόψη μας κυρίως τα ακόλουθα στοιχεία:

 

(α) Το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή (€878,48)[8],

 

(β) Τη μακρόχρονη υπηρεσία του Αιτητή, συνολικής διάρκειας 26 ετών.  Υπογραμμίζεται ότι, σε σχέση με το στοιχείο αυτό, λάβαμε υπόψη μας όχι μόνο τη χρονική έκταση της υπηρεσίας του Αιτητή, αλλά και το γεγονός ότι η απασχόλησή του αφορούσε τα πλέον παραγωγικά και καθοριστικά για τη διαμόρφωση και εξέλιξη της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας έτη (εφόσον η απασχόληση του ξεκίνησε όταν αυτός ήταν μόλις 18 ετών και συνεχίστηκε μέχρι την ηλικία των 44 ετών)[9].

 

(γ) την ηλικία του Αιτητή, ο οποίος κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του ήταν 44 ετών, ηλικία κατά την οποία, όπως είναι εύλογο να συναχθεί, ο εντοπισμός άλλης εργασίας με ίδιους ή παρόμοιους όρους απασχόλησης παρουσιάζει, κατά κανόνα, αυξημένη δυσκολία. Σε σχέση με το στοιχείο αυτό, υπογραμμίζουμε ότι από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας προέκυψαν, και λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων, μεταξύ άλλων, τα εξής: (i) ότι ο Αιτητής, μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του, αντιμετώπισε πράγματι ουσιαστική δυσκολία εξεύρεσης νέας απασχόλησης με τους ίδιους όρους, καθότι η επαγγελματική του σταδιοδρομία, κατά τα 26 έτη υπηρεσίας του, είχε διαμορφωθεί αποκλειστικά εντός του τραπεζικού τομέα και, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τερματισμός της απασχόλησής του, ο εντοπισμός νέας εργασίας στον συγκεκριμένο τομέα κατέστη εξ αντικειμένου ιδιαιτέρως δυσχερής και (ii) ότι τα εισοδήματα του Αιτητή, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν ενώπιόν μας (βλ. κυρίως Τεκμήριο 8), πράγματι μειώθηκαν σημαντικά μετά την αποχώρηση του από την Εργοδότρια Εταιρεία[10].

 

(δ) τα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή, λαμβανομένου κυρίως υπόψη ότι ο Αιτητής απολύθηκε χωρίς να αποδειχθεί ενώπιόν μας ότι υπήρχε νόμιμος λόγος απόλυσης[11].

 

(ε) τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του, όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ίδιο, και ιδίως το γεγονός ότι, κατά τον Αιτητή, ο τερματισμός της απασχόλησής του είχε σοβαρές συνέπειες όχι μόνο στην οικονομική κατάσταση τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του (η οποία αποτελείτο από τον ίδιο, τη σύζυγό του και τρία τέκνα), αλλά και στην ψυχολογία του.

 

Περαιτέρω, δεδομένου ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρείχε στον Αιτητή, κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του, οποιαδήποτε προειδοποίηση ή πληρωμή αντί αυτής, βρίσκουμε δίκαιο και ορθό όπως επιδικάσουμε προς όφελός του και το ποσό των €7.027,84[12] ως πληρωμή αντί προειδοποίησης.

 

 

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

            Ως εκ των ανωτέρω, επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση ποσό ύψους €7.027,84, πλέον νόμιμου τόκου, ως πληρωμή αντί προειδοποίησης.

 

Επίσης, επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση ποσό που αντιστοιχεί σε €87.848,00 (100 Χ €878,48), πλέον νόμιμου τόκου, ως αποζημίωση στη βάση του Άρθρου 3(1).

 

Από το ποσό των €87.848,00, το ποσό των €45.680,96, το οποίο αντιστοιχεί σε ημερομίσθια του Αιτητή ενός έτους (52 Χ €878,48), πλέον νόμιμου τόκου, θα πρέπει να καταβληθεί στον Αιτητή από τους Καθ’ ων η Αίτηση, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 3(2) του Νόμου, ενώ το ποσό των €42.167,04 (48 Χ €878,48) θα πρέπει να καταβληθεί, στη βάση των προνοιών του ίδιου άρθρου, από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό.

 

Ως προς τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €5.700, πλέον Φ.Π.Α., πλέον πραγματικά έξοδα. 

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………...

                                                            Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

 

 

(Υπ.) ……………………………………                    (Υπ.) ……………………………………

                 Μ. Μιλτιάδου, Μέλος.                                                 Π. Καδής, Μέλος.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Σε σχέση με την έννοια του όρου «απόλυση» αξίζει να σημειωθεί ότι το Εφετείο Κύπρου, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Χριστή Χατζημιτσή κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 311/2022, 333/2022, ημερ. 30/1/2025, ανέφερε ότι «ο όρος "απόλυση" απαντάται στον περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο, ως εναλλάξιμος με τον όρο "τερματισμός της απασχολήσεως"».

[2] Βλ. άρθρο 30 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με την έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στο άρθρο 2.

[3] Βλ. μεταξύ άλλων Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζής ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου σημειώνονται τα εξής: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι».

[4] Συγκεκριμένα, το Άρθ. 6(1) προνοεί τα εξής:

«Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος διά τινα των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων.»

[5] Σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, αλλά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (βλ. μεταξύ άλλων Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

[6] Εφόσον έχει δηλωθεί ενώπιόν μας ως κοινό παραδεκτό γεγονός ότι ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανέρχετο σε €3.513,92 με δικαίωμα σε 13ο μισθό, με αποτέλεσμα ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός να υπολογίζεται σε €878,48 (€3.513,92 × 13 / 52).

[7] Εφόσον το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για το έτος 2017 ανέρχετο σε €697,52.

[8] Άρθρο 4(α) του Πρώτου Πίνακα.

[9] Άρθρο 4(β) του Πρώτου Πίνακα.

[10] Υπογραμμίζεται ότι, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, λάβαμε υπόψη μας μόνο τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας από τον Αιτητή και όχι οποιεσδήποτε εκτιμήσεις ή υποθέσεις του, εφόσον, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες αρχές, το Δικαστήριο δύναται να καταλήγει σε εύλογα συμπεράσματα μόνο βάσει πραγματικών γεγονότων και όχι υποθέσεων.

[11] Άρθρο 4(δ) του Πρώτου Πίνακα.

[12] 8 Χ €878,48.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο