ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
Μ. Μιλτιάδου )
Π. Καδή ) Μελών.
Αρ. Αίτησης: 88/18
Μεταξύ:
Ιωάννης Δημητρίου
Αιτητή
και
Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
Καθ΄ ων η Αίτηση
Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2025.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή: Η κα Λ. Μουσκή για ΑΡΓΕΝΤΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: Η κα Μ. Καλαϊτζάκη για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Αιτητής, με την επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση»), ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε στην υπηρεσία της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λίμιτεδ (η οποία, σύμφωνα με σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο φάκελο της Επίδικης Αίτησης στις 28/9/2018, μετονομάστηκε στις 3/9/2018 σε «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ») («Εργοδότρια Εταιρεία») από 1/3/1995 μέχρι και 22/6/2017, όταν και η απασχόλησή του τερματίστηκε παράνομα και/ή κακόπιστα και/ή αδικαιολόγητα, στη βάση επιστολής απόλυσης ημερομηνίας 15/6/2017.
Αυτό, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, έχει ως αποτέλεσμα να δικαιούται σε επιδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, ήτοι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.»), θεραπειών που αφορούν, αφενός, την επαναπρόσληψή του στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας και, αφετέρου, διαζευκτικά της αξίωσης αυτής, την επιδίκαση υπέρ του (και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας) αποζημιώσεων και/ή αυξημένων και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση, καθώς και πληρωμή αντί προειδοποίησης («Επίδικες Θεραπείες»).
Απαντώντας σε όλα τα πιο πάνω, η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισής της, καταρχήν αποδέχεται τόσο την απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία της από 1/3/1995 όσο και τον εκ μέρους της μονομερή τερματισμό αυτής, στη βάση επιστολής ημερομηνίας 15/6/2017. Καλεί, όμως, το Δικαστήριο να απορρίψει την Επίδικη Αίτηση εναντίον της με έξοδα υπέρ της, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή προέκυψε λόγω συμπεριφοράς και/ή διαγωγής του ιδίου, η οποία κλόνισε την πίστη και εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό του ανεπανόρθωτα, με αποτέλεσμα αυτός να είναι νόμιμος και ο Αιτητής να μην δικαιούται σε επιδίκαση υπέρ του των Επίδικων Θεραπειών.
ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο Αιτητής θεμελιώνει το δικαίωμά του στις Επίδικες Θεραπείες σε ισχυρισμό του για παρανομία του τερματισμού της απασχόλησής του, στον οποίο η Εργοδότρια Εταιρεία απαντά με δικό της ισχυρισμό για νομιμότητα του τερματισμού, καθότι επήλθε συνεπεία συγκεκριμένης συμπεριφοράς και/ή διαγωγής του. Συνεπακόλουθα, ως καθίσταται σαφές, το δικαίωμα του Αιτητή στις Επίδικες Θεραπείες συνδέεται με το κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησής του ήταν νόμιμος, έγινε δηλαδή σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες συγκεκριμένου Νόμου ή παράνομος, κατά παράβαση αυτών. Από τη στιγμή, δε, που οι Επίδικες Θεραπείες αφορούν αξιώσεις για επαναπρόσληψη και/ή αποζημίωση για παράνομη απόλυση / πληρωμή αντί προειδοποίησης, ο Νόμος αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο, Ν.24/1967 («Ν.24/67»), ο οποίος σχετικά προβλέπει:
(α) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε λήψη αποζημίωσης σε περίπτωση παράνομης απόλυσης[1] του από τον εργοδότη του («αποζημίωση για παράνομη απόλυση»), δηλαδή απόλυσης η οποία δεν είναι συμβατή με τις πρόνοιες των άρθρων 3 παράγραφος 1 («Άρθ. 3(1)») και 5 («Άρθ. 5») αυτού, τα οποία προβλέπουν τα εξής:
«3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα»
…
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:
(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: …
(β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV.
(γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου·
(δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως:…
(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: …
(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή·
(ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·
(iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του·
(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».
(β) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε επαναπρόσληψή του από τον εργοδότη του, όταν, στην περίπτωση του, πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του Άρθρου 3(1) («Άρθ. 3(1) εδ. 2»), το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών».
(γ) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε λήψη προειδοποίησης για τον τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη, ως αυτό προβλέπεται στο πλαίσιο του άρθρου 9 παράγραφος 1 («Άρθ. 9(1)»). Υπογραμμίζεται ότι το δικαίωμα αυτό δύναται να μετατραπεί από δικαίωμα λήψης προειδοποίησης σε δικαίωμα σε πληρωμή αντί αυτής («πληρωμή αντί προειδοποίησης»), δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 1 του άρθρου 11 («Άρθ. 11(1)»), το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Εργοδότης ο οποίος δίδει προειδοποίησιν εις εργοδοτούμενον έχει το δικαίωμα να απαιτήση παρά του εργοδοτουμένου όπως ούτος αποδεχθή πληρωμήν αντί προειδοποιήσεως. Η πληρωμή αύτη υπολογίζεται συμφώνως προς τας διατάξεις του Τρίτου Πίνακος».
Τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα εργοδοτούμενος του οποίου η απασχόληση πληροί τα κριτήρια του Άρθ. 9(1) (συνεχής απασχόληση πέραν των 26 εβδομάδων, σε μόνιμη / μη δοκιμαστική βάση) και απολύεται από τον εργοδότη του, να δικαιούται σε λήψη προειδοποίησης για τον εν λόγω τερματισμό, η ελάχιστη περίοδος της οποίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Σε περίπτωση, δε, που ο εργοδότης παραλείψει να τον προειδοποιήσει καταλλήλως, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου αυτού, τότε ο εργοδοτούμενος δύναται να διεκδικήσει την επιδίκαση υπέρ του πληρωμής αντί προειδοποίησης, ως αυτή υπολογίζεται στη βάση των προνοιών του Τρίτου Πίνακα του Ν. 24/67. Περαιτέρω, εάν στην περίπτωση του πληρούνται οι προϋποθέσεις τους του Άρθ. 3(1), τότε δικαιούται να διεκδικήσει και επιδίκαση αποζημίωσης για παράνομη απόλυση ως αυτή υπολογίζεται στη βάση του Πρώτου Πίνακα του Ν. 24/67, ενώ αν πληρούνται και οι προϋποθέσεις του Άρθ. 3(1) εδ. 2, τότε δικαιούται να διεκδικήσει και την έκδοση υπέρ του διατάγματος επαναπρόσληψής του, ως προβλέπουν οι πρόνοιες του άρθρου αυτού.
ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ
Αρμόδιο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται ή όχι στις θεραπείες αυτές είναι, αδιαμφισβήτητα, το Δ.Ε.Δ., εφόσον ο ίδιος ο Ν. 24/67 του προσδίδει αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται όλων των εργατικών διαφορών που ανακύπτουν από την εφαρμογή του[2]. Η απόδοση αυτή δεν γίνεται, φυσικά, αυτόματα, άμα την καταχώρηση και προώθηση από τον εργοδοτούμενο εναρκτήριας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς, αλλά εξαρτάται από το κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των κριτηρίων απόδοσής τους καταφέρει, με τη μαρτυρία που προσέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης στον βαθμό που απαιτείται.
Το ποιος είναι ο διάδικος αυτός καθορίζεται στη βάση των κανόνων απόδειξης και, κυρίως, στη βάση του κανόνα ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις επίδικες θεραπείες το φέρει ο διάδικος που τις εξαιτείται[3]. Συνεπακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση, το βάρος απόδειξης των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις Επίδικες Θεραπείες φέρει, στο πλαίσιο του κανόνα αυτού, καταρχάς ο Αιτητής (ως ο διάδικος που τις εξαιτείται). Αυτό, όμως, δεν ισχύει σε σχέση με το μοναδικό κριτήριο του οποίου η συνδρομή στην παρούσα περίπτωση αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη, ήτοι το κριτήριο που αφορά τον λόγο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και κατά πόσο αυτός προέκυψε ή μη σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθ. 5. Και αυτό διότι, σε σχέση με το εν λόγω κριτήριο, ο εν λόγω κανόνας υποχωρεί ενόψει του νόμιμου τεκμηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 («Άρθ. 6(1)»)[4] του Ν.24/67 περί μη ύπαρξης, «μέχρις αποδείξεως του εναντίου», τερματισμού της απασχόλησης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθ. 5.
Ενόψει αυτού, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω τεκμήριο (όπως διαφαίνεται από την αναφορά στο Άρθ. 6(1) σε τεκμήριο «μέχρις αποδείξεως του εναντίου») είναι μαχητό (δηλαδή δύναται να ανατραπεί με μαρτυρία που προσκομίζει στο Δικαστήριο ο διάδικος που το αμφισβητεί), το βάρος της ανατροπής του φέρει η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή προέκυψε νόμιμα, αμφισβητεί τη συνδρομή του (Αριστείδου Γιώργος ν. RK Super Beton Ltd κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 114).
Ειδικότερα, αυτό που καλείται η Εργοδότρια Εταιρεία να πράξει είναι σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση είναι, μέσω της μαρτυρίας της, να αποδείξει (στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων) ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε για τον λόγο που η ίδια επικαλείται και ότι η σχετική απόφαση λήφθηκε κατόπιν συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του Άρθρου 5 του Ν.24/67, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην δικαιούται τις Επίδικες Θεραπείες.
ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ – ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Προς απόσειση του προαναφερόμενου βάρους απόδειξης, η Εργοδότρια Εταιρεία κλήθηκε, κατά την έναρξη της ενώπιόν μας ακροαματικής διαδικασίας, όπως παρουσιάσει πρώτη τη μαρτυρία της, σύμφωνα με τις σχετικές επί του θέματος αρχές. Στο στάδιο αυτό η Εργοδότρια Εταιρεία, αντί να προχωρήσει με παρουσίαση μαρτυρίας, προχώρησε ενώπιόν μας με σχετική δήλωση ότι δεν προτίθεται να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόσειση του βάρους απόδειξης που φέρει, δηλώνοντας ταυτόχρονα, από κοινού με την άλλη πλευρά, και τα εξής:
(α) ο Αιτητής, προ του τερματισμού της απασχόλησής του, ελάμβανε μηνιαίες απολαβές ύψους €3.123,09, με δικαίωμα και σε 13ο μισθό,
(β) κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του ο Αιτητής δεν έλαβε καθόλου προειδοποίηση από την Εργοδότρια Εταιρεία,
(γ) σε περίπτωση που, σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση, επιδικαστούν έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, τα διάδικα μέρη συμφωνούν όπως αυτά ανέρχονται σε €4.700 πλέον Φ.Π.Α., πλέον πραγματικά έξοδα.
Ενόψει της πιο πάνω δήλωσης της Εργοδότριας Εταιρείας και της συνεπακόλουθης απουσίας μαρτυρίας εκ μέρους της προς αντίκρουση του τεκμηρίου του Άρθ. 6(1) (με αποτέλεσμα αυτό να μην ανατραπεί και ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή να κρίνεται παράνομος), η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε με τη μαρτυρία του ίδιου του Αιτητή, ο οποίος, προς υποστήριξη και προώθηση των δικών του θέσεων, προσέφερε ενώπιόν μας μαρτυρία ενόρκως, χωρίς να τύχει αντεξέτασης από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας (με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να παραμείνει αναντίλεκτη).
Αναφερόμενοι στη μαρτυρία αυτή, ως οι σχετικές επί του θέματος αρχές, συνοπτικά[5] σημειώνουμε τα εξής:
Καταθέτοντας, ο Αιτητής σημείωσε αρχικά ότι η απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία διήρκησε από 1/3/1995 μέχρι και 22/6/2017, οπότε και τερματίστηκε παράνομα στη βάση επιστολής ημερομηνίας 16/6/2017 (Τεκμήριο 2), ενώ βρισκόταν σε ηλικία 42 ετών. Προ του τερματισμού αυτού ελάμβανε ως μηνιαίες απολαβές το ποσό των €3.123,09, ενώ είχε και δικαίωμα σε καταβολή 13ου μισθού και λοιπών ωφελημάτων, όπως συμμετοχή σε Ταμείο Προνοίας και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (Τεκμήριο 1). Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόλησή του, σημείωσε ότι αυτή σχετιζόταν αφενός με πειθαρχική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του από την Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο, η οποία αποσύρθηκε μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του. Αφετέρου, σχετιζόταν και με ποινικές διαδικασίες που κινήθηκαν εις βάρος του σε σχέση με αδικήματα που, ως ισχυρίστηκε, ουδέποτε διέπραξε και τα οποία έθιγαν την υπόληψή του και την επαγγελματική του αξιοπρέπεια. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε, σε βάρος του καταχωρήθηκε αρχικά, το 2015, η ποινική υπόθεση με αρ. 19209/2015 ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, στο πλαίσιο της οποίας τέθηκε υπό κράτηση για περίοδο ενός μήνα. Στη συνέχεια, και κατόπιν αναστολής της προηγούμενης ποινικής διαδικασίας μετά από «τεράστιο αγώνα» που καταβλήθηκε εκ μέρους του και των τότε δικηγόρων του, καταχωρήθηκε εις βάρος του νέα ποινική υπόθεση, ήτοι η υπόθεση με αρ. 2282/2016, η οποία επίσης ανεστάλη, αφού όμως πρώτα κρατήθηκε για περίοδο 15 ημερών. Όλα αυτά, ως ισχυρίστηκε, τον επηρέασαν σημαντικά σε διάφορα επίπεδα και κυρίως σε ψυχολογικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, καθότι βρέθηκε κατηγορούμενος σε ποινικές υποθέσεις και επωμίστηκε σοβαρό οικονομικό βάρος για την υπεράσπισή του, το οποίο ανήλθε σε περίπου €20.000, όπως προκύπτει από αντίγραφο σχετικής απόδειξης πληρωμής σε σχέση με την αμοιβή του τότε δικηγόρου του για ποσό €5.000 (Τεκμήριο 3). Επίσης, τον επηρέασαν και σε επίπεδο φήμης και υπόληψης, εφόσον διάφορα δημοσιεύματα σε μέσα ενημέρωσης και στον Τύπο (όπως αυτά που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4) τον παρουσίαζαν ως εμπλεκόμενο σε μίζες και σε σοβαρά ποινικά αδικήματα. Αναλύοντας περαιτέρω τον ισχυρισμό του για επηρεασμό του από τις διαδικασίες αυτές ανέφερε:
(α) σε σχέση με τον ψυχολογικό επηρεασμό του, ότι η ποινική δίωξη, η απώλεια της εργασίας του και η κοινωνική κατακραυγή που δέχθηκε επιβάρυναν σε πολύ μεγάλο βαθμό την ψυχολογία του, οδηγώντας σε έντονο άγχος, ψυχολογική αναστάτωση και ουσιώδη υποβάθμιση της καθημερινής του λειτουργικότητας, εφόσον είχε καταστεί δακτυλοδεικτούμενος και υπέστη σημαντικές αρνητικές συνέπειες στην κοινωνική του ζωή, περιλαμβανομένης της απώλειας φίλων και κοινωνικών επαφών.
(β) σε σχέση με τον οικονομικό επηρεασμό του, ότι αυτός αφορούσε κυρίως το κόστος υπεράσπισής του στις ποινικές διαδικασίες, καθώς και τη σημαντική απώλεια εισοδημάτων που υπέστη συνεπεία της απώλειας της εργασίας του, η οποία είχε άμεσες και ιδιαίτερα επιβαρυντικές συνέπειες τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένειά του, η οποία αποτελείτο από τον ίδιο, τη σύζυγό του και δύο ανήλικα παιδιά ηλικίας 10 και 16 ετών (γεγονός που τεκμηριώνεται από τα αντίγραφα των ταυτοτήτων τους – Τεκμήριο 5), προς όφελος των οποίων κατέβαλλε, μεταξύ άλλων, έξοδα ύψους €500 μηνιαίως για φροντιστήρια. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η σύζυγός του, για το μεγαλύτερο μέρος του 2017, ήταν άνεργη, με εισόδημα μόλις €3.775 για ολόκληρο το έτος (Τεκμήριο 6) είχε ως αποτέλεσμα η οικογένειά του να αντιμετωπίσει, λόγω της απόλυσης του, ουσιαστική οικονομική δυσχέρεια, με πραγματικές στερήσεις και ταλαιπωρία, και ο ίδιος να αναγκαστεί, για σκοπούς κάλυψης των βασικών αναγκών της οικογένειάς του, να χρησιμοποιήσει το ποσό που του επιστράφηκε από το Ταμείο Προνοίας για τα 23 έτη υπηρεσίας του στην Εργοδότρια Εταιρεία.
(γ) σε σχέση με τον επηρεασμό του σε επίπεδο φήμης και υπόληψής, ότι η εκτενής δημοσιότητα γύρω από τις ποινικές κατηγορίες και ο τρόπος παρουσίασής του στον Τύπο έπληξε ουσιαστικά την επαγγελματική και κοινωνική του υπόσταση, με αποτέλεσμα την αδυναμία εξεύρεσης νέας εργασίας μετά την απόλυσή του.
Αναπτύσσοντας περαιτέρω τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό του, δηλαδή τον ισχυρισμό του ότι η εκτενής δημοσιότητα γύρω από τις ποινικές κατηγορίες είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία εξεύρεσης νέας εργασίας μετά την απόλυσή του, εξήγησε ότι η δημοσιότητα αυτή προκάλεσε εις βάρος του μία εικόνα ανεντιμότητας και διαφθοράς, με αποτέλεσμα να καταστεί δακτυλοδεικτούμενος και να πληγεί ουσιωδώς η επαγγελματική και κοινωνική του υπόσταση. Ως εκ τούτου και με δεδομένο ότι η προϋπηρεσία του αφορούσε κυρίως τον τραπεζικό τομέα δεν ήταν δυνατό να εντοπίσει άλλη εργασία εφόσον οι οργανισμοί του τραπεζικού τομέα δεν επιθυμούσαν να τον προσλάβουν λόγω της εικόνας αυτής. Έτσι, παρά την εγγραφή του ως ανέργου και στο Ταμείο Εξεύρεσης Εργασίας και παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που κατέβαλε για εξεύρεση θέσης αντίστοιχης με την προηγούμενη απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία, δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει οποιαδήποτε εργασία μέχρι και τον Ιανουάριο 2018, όταν και αναγκάστηκε, λόγω και της δυσχερούς οικονομικής του κατάστασης, να απασχοληθεί ως ασφαλιστικός σύμβουλος στην εταιρεία Universal Life υπό καθεστώς αυτοτελούς εργαζόμενου προσώπου. Ακόμα όμως και τότε η οικονομική του κατάσταση δεν βελτιώθηκε επαρκώς και παρέμεινε σημαντικά χειρότερη από εκείνη που είχε όταν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία, εφόσον, όπως ισχυρίστηκε, τα εισοδήματα που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη απασχόληση είναι αισθητά χαμηλότερα από εκείνα που ελάμβανε κατά την εργοδότησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία, όπως προκύπτει από τα σχετικά οικονομικά στοιχεία που έχει στην κατοχή του (Τεκμήρια 7–13), σύμφωνα με τα οποία:
(α) για το έτος 2018 οι ετήσιες ακαθάριστες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €13.965, εκ των οποίων περίπου 20% αντιστοιχούσε σε δαπάνες. Συνεπώς, οι καθαρές ετήσιες απολαβές του ανήλθαν σε περίπου €11.172, ήτοι €931 μηνιαίως,
(β) για το έτος 2019 οι ετήσιες ακαθάριστες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €13.509, με καθαρές ετήσιες απολαβές περίπου €10.807, ήτοι €900 μηνιαίως,
(γ) για το έτος 2020 οι ετήσιες ακαθάριστες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €26.738, εκ των οποίων €2.334 καταβλήθηκαν σε εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων. Αφαιρουμένων επιπλέον περίπου 15% για έξοδα οχήματος και γραφείου, το καθαρό ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν σε περίπου €20.743, ήτοι €1.728 μηνιαίως,
(δ) για το έτος 2021 οι ετήσιες ακαθάριστες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €27.797,68, εκ των οποίων περίπου 20% αντιστοιχούσε σε δαπάνες. Συνεπώς, το καθαρό ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν σε περίπου €22.238, ήτοι €1.853 μηνιαίως,
(ε) για το έτος 2022 το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημά του ανερχόταν στο ποσό των €34.514,45. Αφαιρουμένων των εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων, καθώς και των εξόδων γραφείου και οχήματος (περίπου 20%), το καθαρό ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν σε περίπου €27.611,56, ήτοι €2.301 μηνιαίως,
(στ) για το έτος 2023 οι ετήσιες ακαθάριστες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €32.964, εκ των οποίων περίπου 20% αντιστοιχούσε στις σχετικές δαπάνες. Ως εκ τούτου, το καθαρό ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν σε περίπου €26.371, ήτοι €2.198 μηνιαίως,
(ζ) για το έτος 2024 οι ετήσιες ακαθάριστες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €31.198,75. Αφαιρουμένου περίπου 20% για τις ανωτέρω δαπάνες, το καθαρό ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν σε περίπου €24.959, ήτοι €2.080 μηνιαίως,
(η) για το τρέχον έτος, οι ετήσιες ακαθάριστες απολαβές του αναμένεται να κινηθούν στα ίδια περίπου επίπεδα με τα προηγούμενα έτη, ήτοι περί τις €2.000 μηνιαίως.
Περαιτέρω, όπως ανέφερε, στη νέα του απασχόληση δεν απολαμβάνει τα ωφελήματα που είχε στην Εργοδότρια Εταιρεία, όπως ταμείο προνοίας, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και 13ο μισθό, ούτε την ίδια σταθερότητα απολαβών, αφού οι μηνιαίες του απολαβές εξαρτώνται αποκλειστικά από τα συμβόλαια που συνάπτει. Αντιθέτως, εάν εξακολουθούσε να απασχολείται στην Εργοδότρια Εταιρεία, θα ελάμβανε με βεβαιότητα μηνιαίες απολαβές περί τις €4.500 πλέον 13ου μισθού, με συνυπολογισμό προσαυξήσεων, επαναφοράς αποκοπών μετά το 2013, ποσού περίπου €10.000 που του είχε αποκοπεί και επιστραφεί, καθώς και των πληθωριστικών τάσεων και της μέσης αύξησης μισθών από το 2015 μέχρι σήμερα.
ΑΠΟΔΟΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ
Όπως ήδη αναφέραμε, λόγω μη προσκόμισης εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας οποιασδήποτε μαρτυρίας προς απόσειση του σχετικού βάρους απόδειξης, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή κρίνεται ως παράνομος, εφόσον το τεκμήριο του Άρθ. 6 δεν έχει, με οποιονδήποτε τρόπο, ανατραπεί.
Έχοντας αυτό υπόψη, προχωρούμε πιο κάτω στην επιδίκαση προς όφελος του Αιτητή των θεραπειών που δικαιούται ενόψει του τερματισμού του αυτού και ήτοι την επιδίκαση προς όφελος του αποζημίωσης για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Όσον αφορά την απαίτηση του Αιτητή για επαναπρόσληψη, σημειώνουμε ότι δεν θεωρούμε ότι δικαιολογείται η έκδοση οποιασδήποτε διαταγής προς όφελός του Αιτητή, εφόσον η απαίτηση του αυτή δεν προωθήθηκε από τον ίδιο με οποιονδήποτε τρόπο, είτε μέσω της μαρτυρίας του είτε άλλως πως.
Καθορίζοντας τώρα τα ποσά που ο Αιτητής δικαιούται ως αποζημίωση για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίηση σημειώνουμε τα εξής:
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται στη βάση του Άρθ. 3(1) υπολογίζονται στο πλαίσιο των προνοιών του Πρώτου Πίνακα ως οποίος προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«2. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανεν εάν είχε κηρυχθή υπό του εργοδότου του ως πλεονάζων και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τετάρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου, 1960.
3. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.
4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(α)τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου·
(β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου·
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου·
(δ) τας πραγματικός συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου·
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».
Το ζήτημα του καθορισμού των αποζημιώσεων που δικαιούται εργοδοτούμενος κατόπιν των προνοιών του Πρώτου Πίνακα έχει εξεταστεί εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, μέσω της νομολογίας του, έχει αποσαφηνίσει τις αρχές που διέπουν ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1Α Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν 24/67 δε συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μη υπερβαίνει τα ημερομίσθια δυο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.»
(οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση επισημάνθηκε ότι:
«Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.»
Αναφορικά, δε, με το ειδικότερο ζήτημα της αξιολόγησης από το Δ.Ε.Δ. των παραγόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/167 («Άρθ. 4 του Πρώτου Πίνακα») το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Σίμος Μουζούρης ν. Κόσμο-Πλαστ και Σία και Άλλου (2007) 1 Α.Α.Δ. 896, σημείωσε ότι:
«Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι τα μόνα από τα πιο πάνω κριτήρια που έλαβε υπόψη είναι το (α) και (β), και αυτά μόνο φραστικά, χωρίς δηλαδή οποιαδήποτε εξήγηση πώς αυτά επηρεάζουν το ποσό της αποζημίωσης. Τα γεγονότα φαίνεται να ομοιάζουν με αυτά της προαναφερθείσας υπόθεσης Cabras & Bros Ltd όπου δεν φαινόταν από την πρωτόδικη απόφαση αν το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη και τα υπόλοιπα κριτήρια εκτός από το (α) και (β) και έτσι επέτρεψε την έφεση μερικώς…
…
Ενόψει όλων των πιο πάνω επιτυγχάνει και η παρούσα έφεση μερικώς. Παραπέμπεται η υπόθεση στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να επανεκδικάσει μόνο το ύψος του ποσού της αποζημίωσης αφού ληφθούν υπόψη όλα τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου.»
(η υπογράμμιση δική μας)
Υπογραμμίζεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Π.E. Αρ. 310/2012, ημερ. 13/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, επαύξησε το ποσό των αποζημιώσεων που επιδικάστηκε από το Δ.Ε.Δ. προς την εργοδοτούμενη – Αιτήτρια, από το ποσό των €2.750,00 στο ποσό των €4.125,00, σημειώνοντας ότι:
«Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της. Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της. Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας.
Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης.»
Κατόπιν όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων σε εργοδοτούμενο στη βάση του Άρθ. 3(1) εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δ.Ε.Δ., η οποία ασκείται εντός των πλαισίων που θέτει ο Νόμος, με το κατώτερο ποσό που δύναται να επιδικαστεί ως αποζημίωση να είναι εκείνο που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος εάν δικαιούτο σε πληρωμή πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV του Ν.24/67 και το ανώτερο εκείνο που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια δύο ετών, λαμβανομένων, μεταξύ άλλων, υπόψη των παραγόντων που απαριθμούνται στο Άρθ. 4 του Πρώτου Πίνακα.
Στην παρούσα περίπτωση, η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή διήρκησε (σύμφωνα με τα ενώπιόν μας παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα) από 1/3/1995 μέχρι 22/6/2017 (ήτοι 22 έτη για σκοπούς του Ν.24/67), με αποτέλεσμα το ποσό που θα δικαιούτο σε περίπτωση που καθίστατο πλεονάζων υπό την έννοια του άρθρου 18 του Ν.24/67, ως πληρωμή από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό, να αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 63,5 εβδομάδων (βλ. άρθρο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67). Έχοντας αυτό υπόψη, το γεγονός ότι οι εβδομαδιαίες απολαβές του ανέρχοντο σε €780,77[6], καθώς και τις πρόνοιες της υποπαραγράφου 2 του Άρθρου 4 του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τον υπολογισμό της εβδομαδιαίας αμοιβής για σκοπούς καθορισμού της πληρωμής που δικαιούται εργοδοτούμενος από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό, «οποιοδήποτε ποσό το οποίο υπερβαίνει το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως τούτο εκάστοτε καθορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1993, δε λαμβάνεται υπόψη», βρίσκουμε ότι τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί η διακριτική μας ευχέρεια ως προς την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος του Αιτητή κυμαίνονται μεταξύ του ποσού των €44.292,52 (63,5 Χ €697,52[7]) και του ποσού των €81.200,08 (104 Χ €780,77).
Με βάση τα δεδομένα αυτά, και έχοντας υπόψη μας πάντοτε τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας από τον ίδιο τον Αιτητή (η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδεχόμαστε[8]), βρίσκουμε δίκαιο και ορθό όπως επιδικάσουμε υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, στη βάση του Άρθ. 3(1), το ποσό των €65.975,07, το οποίο αντιστοιχεί σε 84,5 ημερομίσθια του, λαμβάνοντας υπόψη μας κυρίως τα ακόλουθα στοιχεία:
(α) Το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή (€780,77)[9],
(β) Τη μακρόχρονη υπηρεσία του Αιτητή, συνολικής διάρκειας 22 ετών. Υπογραμμίζεται ότι, σε σχέση με το στοιχείο αυτό, λάβαμε υπόψη μας όχι μόνο τη χρονική έκταση της υπηρεσίας του Αιτητή, αλλά και το γεγονός ότι η απασχόλησή του αφορούσε τα πλέον παραγωγικά και καθοριστικά για τη διαμόρφωση και εξέλιξη της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας έτη (εφόσον η απασχόληση του ξεκίνησε όταν αυτός ήταν μόλις 20 ετών και συνεχίστηκε μέχρι την ηλικία των 42 ετών)[10].
(γ) την ηλικία του Αιτητή, ο οποίος κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του ήταν 42 ετών, ηλικία κατά την οποία, όπως είναι εύλογο να συναχθεί, ο εντοπισμός άλλης εργασίας με ίδιους ή παρόμοιους όρους απασχόλησης παρουσιάζει, κατά κανόνα, αυξημένη δυσκολία. Σε σχέση με το στοιχείο αυτό, υπογραμμίζουμε ότι από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας προέκυψαν, και λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων, μεταξύ άλλων, τα εξής: (i) ότι ο Αιτητής, μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του, αντιμετώπισε πράγματι ουσιαστική δυσκολία εξεύρεσης νέας απασχόλησης με τους ίδιους όρους, καθότι η επαγγελματική του σταδιοδρομία, κατά τα 22 έτη υπηρεσίας του, είχε διαμορφωθεί αποκλειστικά εντός του τραπεζικού τομέα και, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τερματισμός της απασχόλησής του, ο εντοπισμός νέας εργασίας στον συγκεκριμένο τομέα κατέστη εξ αντικειμένου ιδιαιτέρως δυσχερής και (ii) ότι τα εισοδήματα του Αιτητή, σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν ενώπιόν μας (βλ. κυρίως Τεκμήρια 7-13), πράγματι μειώθηκαν σημαντικά μετά την αποχώρηση του από την Εργοδότρια Εταιρεία[11].
(δ) τα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή, λαμβανομένου κυρίως υπόψη ότι ο Αιτητής απολύθηκε χωρίς να αποδειχθεί ενώπιόν μας ότι υπήρχε νόμιμος λόγος απόλυσης[12].
(ε) τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του, όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ίδιο, και ιδίως το γεγονός ότι, κατά τον Αιτητή, ο τερματισμός της απασχόλησής του είχε σοβαρές συνέπειες, όχι μόνο στην οικονομική κατάσταση τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του (η οποία αποτελείται από τον ίδιο, τη σύζυγό του και δύο ανήλικα τέκνα), αλλά και στην ψυχολογία του.
Περαιτέρω, δεδομένου ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρείχε στον Αιτητή, κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του, οποιαδήποτε προειδοποίηση ή πληρωμή αντί αυτής, βρίσκουμε δίκαιο και ορθό όπως επιδικάσουμε προς όφελός του και το ποσό των €6.246,16[13] ως πληρωμή αντί προειδοποίησης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ως εκ των ανωτέρω, επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση ποσό ύψους €6.246,16, πλέον νόμιμου τόκου, ως πληρωμή αντί προειδοποίησης.
Επίσης, επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση ποσό που αντιστοιχεί σε €65.975,07 (84,5 Χ €780,77), πλέον νόμιμου τόκου, ως αποζημίωση στη βάση του Άρθρου 3(1).
Από το ποσό των €65.975,07, το ποσό των €40.600,04, το οποίο αντιστοιχεί σε ημερομίσθια του Αιτητή ενός έτους (52 Χ €780,77), πλέον νόμιμου τόκου, θα πρέπει να καταβληθεί στον Αιτητή από τους Καθ’ ων η Αίτηση, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 3(2) του Νόμου, ενώ το ποσό των €25.375,03 (32,5 Χ €780,77) θα πρέπει να καταβληθεί, στη βάση των προνοιών του ίδιου άρθρου, από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό.
Ως προς τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €4.700, πλέον Φ.Π.Α., πλέον πραγματικά έξοδα.
(Υπ.) ………………………………………...
Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
(Υπ.) …………………………………… (Υπ.) ……………………………………
Μ. Μιλτιάδου, Μέλος. Π. Καδής, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Σε σχέση με την έννοια του όρου «απόλυση» αξίζει να σημειωθεί ότι το Εφετείο Κύπρου, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Χριστή Χατζημιτσή κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 311/2022, 333/2022, ημερ. 30/1/2025, ανέφερε ότι «ο όρος "απόλυση" απαντάται στον περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο, ως εναλλάξιμος με τον όρο "τερματισμός της απασχολήσεως"».
[2] Βλ. άρθρο 30 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με την έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στο άρθρο 2.
[3] Βλ. μεταξύ άλλων Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζής ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου σημειώνονται τα εξής: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι».
[4] Συγκεκριμένα, το Άρθ. 6(1) προνοεί τα εξής:
«Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος διά τινα των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων.»
[5] Σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, αλλά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (βλ. μεταξύ άλλων Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).
[6] Εφόσον έχει δηλωθεί ενώπιόν μας ως κοινό παραδεκτό γεγονός ότι ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανέρχετο σε €3.123,09 με δικαίωμα σε 13ο μισθό, με αποτέλεσμα ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός να υπολογίζεται σε €780,77 (€3.123,09 × 13 / 52).
[7] Εφόσον το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για το 2017 ανέρχετο σε €697,52.
[8] Υπογραμμίζεται ότι η αποδοχή της μαρτυρίας του Αιτητή γίνεται μόνο ως προς τα πραγματικά γεγονότα που τέθηκαν ενώπιόν μας μέσω αυτής, εφόσον, σύμφωνα με τις αρχές επί του θέματος, το Δικαστήριο για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα δύναται να στηρίζεται μόνο σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε υποθέσεις.
[9] Άρθρο 4(α) του Πρώτου Πίνακα.
[10] Άρθρο 4(β) του Πρώτου Πίνακα.
[11] Υπογραμμίζεται ότι, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, λάβαμε υπόψη μας μόνο τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας από τον Αιτητή και όχι οποιεσδήποτε εκτιμήσεις ή υποθέσεις του, εφόσον, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες αρχές, το Δικαστήριο δύναται να καταλήγει σε εύλογα συμπεράσματα μόνο βάσει πραγματικών γεγονότων και όχι υποθέσεων.
[12] Άρθρο 4(δ) του Πρώτου Πίνακα.
[13] 8 Χ €780,77.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο