Φυτούλα Μαυρονικόλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα, Νομική Υπηρεσία, Αρ. Αίτησης: 92/18, 9/1/2026
print
Τίτλος:
Φυτούλα Μαυρονικόλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα, Νομική Υπηρεσία, Αρ. Αίτησης: 92/18, 9/1/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

                        Σ. Δελίτσικου           )

                        Μ. Φιλιππίδη           )  Μελών

Αρ. Αίτησης: 92/18

 

Μεταξύ:

Φυτούλα Μαυρονικόλα

Αιτήτρια

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα, Νομική Υπηρεσία

                                                                                                                        Καθ’ ου η Αίτηση

----------------

 

Ημερομηνία:  9/1/26

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια: κ. Ε. Κορακίδης

Για Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Α. Χατζηκωνσταντής

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η Αιτήτρια διορίστηκε στις 6/4/2009 στην Αστυνομία και στις 27/7/2009 μεταφέρθηκε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία (η «Π.Υ.»). Η Αιτήτρια από τον διορισμό της είχε τοποθετηθεί στον Πυροσβεστικό Σταθμό Πάφου (ο «ΠΣΠ») και για το χρονικό διάστημα από τις 7/10/2014 μέχρι και τις 18/1/2018 (ήτοι για περίοδο 3 ετών και 3 μηνών) εκτελούσε τα καθήκοντα της εργασίας της στον Πυροσβεστικό Σταθμό Αεροδρομίου Πάφου (ο «ΠΣΑΠ»).  Μέχρι το 2021 η Π.Υ. υπαγόταν στην Αστυνομία.

 

Η Αιτήτρια καταχώρησε στις 17/5/2018 την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») με την οποία αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες:

 

«Α. €50.000 ως αποζημιώσεις για την διακριτική μεταχείριση της στην απασχόληση της.

Β. Νόμιμο τόκο.

Γ. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.

Δ. Τα έξοδα.»

 

Στους γενικούς λόγους της Αίτησης η Αιτήτρια υποστηρίζει τα πιο κάτω:

 

«1. ………………..

2.    Από την αρχή της απασχόλησης της στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, η Αιτήτρια αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει βίαιη, καταπιεστική και εκφοβιστική συμπεριφορά συγκεκριμένου Λοχία συναδέλφου της που τύγχανε και τυγχάνει εύνοιας, προστασίας και κάλυψης από τον Επαρχιακό προϊστάμενο της.

3.    O Επαρχιακός προϊστάμενος της επιχείρησε να την εκφοβήσει και επιδιώκει με διάφορα μέσα την καθήλωση και την παρεμπόδιση της προόδου και ανέλιξης της στην Υπηρεσία. Περαιτέρω, παρεμποδίζει ακόμη και την πλήρη επαγγελματική της κατάρτιση.

4.    Κατά τον Οκτώβρη του 2014, η Αιτήτρια μετακινήθηκε από τον Πυροσβεστικό Σταθμό Πάφου, για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, στον Πυροσβεστικό Σταθμό του Αεροδρομίου Πάφου και ο Επαρχιακός υπεύθυνος παρεμπόδισε την επιστροφή της στην νόμιμη βάση της ως τον Ιανουάριο του 2018, κάτι το οποίο επιτεύχθηκε με νομική παρέμβαση.

5.    H τοποθέτηση της στον Πυροσβεστικό Σταθμό Αεροδρομίου Πάφου αποκρύφτηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας με αποτέλεσμα να είναι παράτυπη και παράνομη. Αυτό το γεγονός επέφερε στην Αιτήτρια 8.640 χιλιόμετρα επιπλέον κόστος μετακίνησης και για τα οποία ο Επαρχιακός Πάφου δεν φρόντισε να αποζημιωθεί.

6.    H Αιτήτρια έτυχε άνισης μεταχείρισης και παραγνωρίστηκε για την εκπαίδευση οδηγών πυροσβεστικών σχημάτων πόλης για 6 χρόνια σε αντίθεση με τους υπόλοιπους συναδέλφους της που προσλήφθηκαν μαζί της καθώς και με συναδέλφους της που προσλήφθηκαν μετέπειτα. Περαιτέρω, όταν εκπαιδεύτηκε στα παλαιά οχήματα αεροδρομίου, αιτήθηκε την συνέχιση της εκπαίδευσης της και στα νέα πυροσβεστικά οχήματα αεροδρομίου αλλά και πάλι παραγνωρίστηκε χωρίς να της δοθεί μέχρι σήμερα οποιαδήποτε απάντηση. O Επαρχιακός υπεύθυνος Πάφου για να παρεμποδίσει την επιστροφή της στον Πυροσβεστικό Σταθμό Πάφου απέστειλε επιστολή στον Διευθυντή Πυροσβεστικής στην οποία την παρουσίαζε ψευδώς ως οδηγό αεροδρομίου και σύστηνε την παραμονή της στον εν λόγω σταθμό.

7.    Κατά την υπηρεσία της, στον Πυροσβεστικό Σταθμό Αεροδρομίου Πάφου, που διήρκησε 3 χρόνια και 3 μήνες, χορηγήθηκαν στην Αιτήτρια μπότες εργασίας 3 νούμερα μεγαλύτερες από το νούμερο της. Παρά την γραπτή αναφορά της για το πρόβλημα, η Υπηρεσία δεν φρόντισε την επίλυση του θέματος με αποτέλεσμα η Πυροσβεστική Υπηρεσία να θέτει σε κίνδυνο την υγεία και ασφάλεια της στον χώρο εργασίας κατά τη συνήθη εκτέλεση των καθηκόντων της.

8.    Τα πιο πάνω αποτελούν διακριτική μεταχείριση λόγω του φύλου της Αιτήτριας.

9.    H Αιτήτρια έχει καταγγείλει τα πιο πάνω χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα.

10.  Η Αιτήτρια δικαιούται αποζημιώσεων για την διακριτική μεταχείριση της στην απασχόληση της.»

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε Έγγραφο Εμφάνισης με τους γενικούς λόγους του οποίου απορρίπτει την εναντίον του αξίωση. Εγείρει προδικαστική ένσταση λέγοντας ότι η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη καθότι παρήλθαν 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή της Αίτησης κατ’ ισχυρισμό δικαίωμα της Αιτήτριας μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης. Περαιτέρω, (α) αναφέρει σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 των γενικών λόγων της Αίτησης ότι κατόπιν παραπόνου της Αιτήτριας διεξάχθηκε διοικητική και πειθαρχική έρευνα από την Αστυνομία χωρίς να προκύψει το οτιδήποτε εναντίον του Επαρχιακού Υπευθύνου, (β) ισχυρίζεται ότι (1) η Αιτήτρια τοποθετήθηκε στον ΠΣΑΠ για κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών που προέκυψαν μετά την μαζική πρόωρη αφυπηρέτηση μελών της Π.Υ. που υπηρετούσαν στην Επαρχία Πάφου και (β) η επιστροφή της Αιτήτριας στον ΠΣΠ έγινε με οδηγίες του Διευθυντή της Π.Υ. καθότι είχαν προσληφθεί δύο νέοι πυροσβέστες, κάτοικοι Πάφου, οι οποίοι κάλυψαν το κενό που είχε δημιουργηθεί, (γ) σε σχέση με την παράγραφο 5 των γενικών λόγων της Αίτησης υποστηρίζει ότι η εν λόγω μετακίνηση της Αιτήτριας έγινε καθαρά για κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών, (δ) απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην παράγραφο 6 των γενικών λόγων της Αίτησης και ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια είναι οδηγός βαρέων πυροσβεστικών οχημάτων που χρησιμοποιούνται στους Πυροσβεστικούς Σταθμούς Πόλεων όσο και οδηγός των πυροσβεστικών οχημάτων Αεροδρομίων και (ε) απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που περιέχονται στην παράγραφο 7 των γενικών λόγων της Αίτησης και σημειώνει ότι το 2009 παραδόθηκαν στην Αιτήτρια άρβυλα με νούμερο 39 και τον Σεπτέμβριο του 2011 μποτάκια ασφαλείας με νούμερο 39. Ακόμη αναφέρει ότι (α) τα μέλη των Πυροσβεστικών Σταθμών μιας Επαρχίας μετακινούνται και/ή τοποθετούνται σε Σταθμό της ίδιας Επαρχίας για κάλυψη άμεσων αναγκών που δημιουργούνται σε σχέση με την ανεπάρκεια προσωπικού, (β) η ρύθμιση της μετακίνησης και/ή τοποθέτησης σε άλλο Σταθμό της ίδιας Επαρχίας για εξυπηρέτηση των αναγκών της Π.Υ. ανάγεται στην διοικητική εξουσία των αρμόδιων διοικητικών οργάνων των οποίων η ουσιαστική κρίση στα θέματα αυτά είναι ανέλεγκτη εκτός αν υπάρχει πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας, (γ) οι πυροσβέστες των Πυροσβεστικών Σταθμών Πάφου οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Πάφου ουδέποτε μετατέθηκαν σε άλλη Επαρχία όπως συμβαίνει με όλους τους πυροσβέστες των υπόλοιπων Επαρχιών οι οποίοι μετατίθενται σε άλλες Επαρχίες καθότι πολύ μικρός αριθμός πυροσβεστών οι οποίοι διαμένουν στην Πάφο είναι διορισμένοι στην Π.Υ. και (δ) οι συγκεκριμένες υπηρεσιακές ανάγκες οι οποίες προκύπτουν είναι αυτές που καθορίζουν τον τρόπο διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού ανεξαρτήτως φύλου. Είναι η θέση του ότι ουδεμία διακριτική μεταχείριση υπήρξε εις βάρος της Αιτήτριας λόγω του φύλου της και οι όποιες αποφάσεις είχαν ληφθεί απώτερο σκοπό είχαν την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και αποσκοπούσαν στην αποτελεσματικότητα και στην εύρυθμη λειτουργία της Π.Υ.. Ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια δεν στοιχειοθετούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο άμεση ή έμμεση διάκριση και/ή παρενόχληση εις βάρος της Αιτήτριας λόγω του φύλου της και ότι ουδεμία παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης υπήρξε στην περίπτωση της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας και υπέρ του.

 

Μαρτυρία

 

Η Αιτήτρια, καταθέτοντας, ανέφερε ότι από την αρχή της απασχόλησής της στην Π.Υ. αντιμετώπισε βίαιη, καταπιεστική και εκφοβιστική συμπεριφορά από τον Λοχία κ. Γεώργιο Τζιάμαλη, ο οποίος τύγχανε εύνοιας, προστασίας και κάλυψης από τον προηγούμενο Επαρχιακό Υπεύθυνο Πάφου, κ. Σπύρο Παπαμιχαήλ. Ότι, στην Π.Υ. έζησε «μία ενορχηστρωμένη παρεμπόδιση προαγωγής/ανέλιξης» ενώ είχε περισσότερα προσόντα από τους ανθυποψηφίους της και τους προϊσταμένους της. Ότι οι ενέργειές τους οι οποίες αποτελούνταν τόσο από λόγια όσο και από πράξεις μαρτυρούν ότι ήταν στοχευμένες και προγραμματισμένες για να παρεμποδιστεί η επαγγελματική της ανέλιξη σε μία ανδροκρατούμενη υπηρεσία παντελώς απροετοίμαστη και αρνητική να δεχθεί τις γυναίκες ως ισότιμα μέλη αλλά πολύ περισσότερο ως βαθμούχους. Σημειώνει ότι η μαζική πρόσληψη γυναικών στην Π.Υ. από το 2009 και μετά, έγινε με σκοπό τη συμμόρφωση με ευρωπαϊκούς κανονισμούς οι οποίοι απαιτούσαν παρουσία γυναικών στην Π.Υ. με ποσοστό 30%. Υποστήριξε ότι μόλις παρουσιάστηκε στον ΠΣΠ διάφορα πρόσωπα της έλεγαν «Τι σας έφεραν δαμέσα;» και ότι η ευθέως πρόκληση προς το άτομό της σταμάτησε όταν μια μέρα ο πυροσβέστης Σ[…] Σ[…] στην κουζίνα του ΠΣΠ της απευθύνθηκε με την έκφραση αυτή και αυτή του απάντησε «Ήρθα στην επιχείρηση του πατέρα σου; Πες του να με απολύσει. Ότι ακολούθως ενημερώθηκε ότι κάποιοι παλιοί πυροσβέστες σε πηγαδάκια συζητούσαν τις γνώσεις και τα προσόντα των γυναικών πυροσβεστών και έλεγαν ότι «Η Φυτούλα σε 10 χρόνια θα γίνει υπαστυνόμος και θα μας διατάσσει». Ισχυρίστηκε ότι τον Αύγουστο του 2009 ο κ. Παπαμιχαήλ ο οποίος τότε ήταν Βοηθός Επαρχιακός Πυροσβεστικών Σταθμών Πάφου της δημιούργησε το πρώτο της πρόβλημα. Πιο συγκεκριμένα, ενόσω αυτή ήταν στον ΠΣΠ ως δόκιμος πυροσβέστης με περιορισμένη επιχειρησιακή συμμετοχή, δηλαδή ήταν παρατηρητής μέχρι την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής της, στις 29/8/2009 ο Λοχίας της βάρδιας κ. Τ[…] την πήρε με το αυτοκίνητο του υπεύθυνου επεισοδίου σε δυστύχημα για να δει αποπαγίδευση οδηγού από όχημα που ανατράπηκε. Ότι λίγες μέρες μετά ο κ. Τ[…] φανερά ενοχλημένος της είπε ότι ο κ. Παπαμιχαήλ μιλούσε για το περιστατικό φωτογραφίζοντας το ως ανήθικο και προκλητικό γεγονός λέγοντας με υπονοούμενα «Επιτρέπεται να την πάρει μαζί του; Δεν είναι δυνατόν.». Σημείωσε ότι το εν λόγω περιστατικό το ανέφερε στη γραπτή καταγγελία της (Τεκμήριο 1) που υπέβαλε το 2016 μαζί με πληθώρα θεμάτων τα πλείστα από τα οποία αποτελούν ποινικά αδικήματα αλλά δεν έγινε τίποτε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, δέσμη εγγράφων η οποία αποτελείται από (1) μία επιστολή ημερομηνίας 29/11/2016 με την οποία καταγγέλλει τον κ. Παπαμιχαήλ, τον κ. Τζιάμαλη και ακόμα ένα πυροσβέστη για τη δημιουργία «κλίκκας» η οποία «δρα» στην Επαρχία Πάφου και διαπράττει σωρεία πειθαρχικών και ποινικών αδικημάτων και η οποία επιδεικνύει «μένος» εναντίον της λόγω του φύλου της και του μορφωτικού προφίλ της, (2) μια αναφορά με σημεία επίδειξης προβληματικής διαγωγής από τους τρεις πυροσβέστες τους οποίους κατάγγελλε και (3) από ένα πολυσέλιδο έγγραφο που φέρει τίτλο «Γεγονότα με σωρεία παρατυπιών που διαδραματίστηκαν στον Πυροσβεστικό Σταθμό Πάφου από τον Αύγουστο του 2009 ως τον Νοέμβριο του 2016 (από προσωπικές σημειώσεις)». Ήταν η θέση της ότι ο κ. Παπαμιχαήλ επιχείρησε να την εκφοβίσει και επιδίωξε με διάφορα μέσα την καθήλωση και την παρεμπόδιση της προόδου και της ανέλιξής της στην Π.Υ.. Ότι περαιτέρω παρεμπόδισε και την πλήρη επαγγελματική της κατάρτιση. Ότι τον Οκτώβριο του 2014 άρχισε να αποστέλλεται για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, για λίγα καθήκοντα, όπως της είπαν, στον ΠΣΑΠ. Ότι ο κ. Παπαμιχαήλ μονιμοποίησε το πρόγραμμα αυτό ωσάν να ήταν τοποθετημένη στον ΠΣΑΠ και παρεμπόδιζε παράνομα και παράτυπα την επιστροφή της στη νόμιμη βάση της ως τον Ιανουάριο του 2018. Ότι η επιστροφή της στον ΠΣΠ επιτεύχθηκε μετά από νομική παρέμβαση. Ότι μετά από πολλές παραστάσεις της έστειλε επιστολή στον Διευθυντή της Π.Υ. στις 10/4/2017 (Τεκμήριο 2) αλλά επειδή αγνοήθηκε απέστειλε επιστολή ημερ. 13/12/2017 στον Αρχηγό Αστυνομίας μέσω δικηγόρου (Τεκμήριο 3). Ότι ο κ. Παπαμιχαήλ στις 14/12/2017 απέστειλε επιστολή στον Διευθυντή της Π.Υ. (Τεκμήριο 4) με την οποία προέβαινε σε εισήγηση όπως αυτή και ακόμα ένας πυροσβέστης (ο Πυρ.3[..]6) μετατεθούν μόνιμα (δηλαδή να παραμείνουν μόνιμα) στον ΠΣΑΠ ισχυριζόμενος ότι αυτή ήταν οδηγός πυροσβεστικών οχημάτων αεροδρομίου ενώ στην πραγματικότητα ο κ. Παπαμιχαήλ είχε παρεμποδίσει την ολοκλήρωση της σχετικής εκπαίδευσής της με αποτέλεσμα αυτή να κάνει μόνο την «μισή» εκπαίδευση και να είναι «μισός οδηγός αεροδρομίου». Σημείωσε ότι υπήρχαν δύο άλλα άτομα που αιτήθηκαν να δουλεύουν στον ΠΣΑΠ και ασκούσαν πιέσεις για μήνες για να μεταφερθούν στον ΠΣΑΠ αλλά ο κ. Παπαμιχαήλ τους αγνοούσε. Ήταν η θέση της ότι η τοποθέτησή της στον ΠΣΑΠ «αποκρύφθηκε» από τον Αρχηγό Αστυνομίας «με αποτέλεσμα να είναι παράτυπη και παράνομη» και είχε ως συνέπεια να της στοιχίσει επιπλέον κόστος μετακίνησης για 8.640χλμ από τη νόμιμη βάση της που ήταν ο ΠΣΠ. Ότι το εν λόγω κόστος ξεπερνά το ποσό των €2.500. Ότι ο κ. Παπαμιχαήλ απέκρυπτε ότι αυτή ουσιαστικά εξαναγκαζόταν να πηγαίνει καθημερινά σε χώρο εργασίας εκτός της βάσης της. Σημείωσε ότι για όλους τους άλλους συναδέλφους της ίσχυε η εκ περιτροπής εκτέλεση καθηκόντων εκτός της βάσης τους ενώ γι’ αυτή δεν ίσχυε και εκτελούσε συνέχεια καθήκοντα εκτός της βάσης της διότι έτσι είχε αποφασίσει ο κ. Παπαμιχαήλ χωρίς την έγκριση και την εξουσιοδότηση του Αρχηγού της Αστυνομίας. Υποστήριξε ότι έτυχε άνισης μεταχείρισης και παραγνωρίστηκε για την εκπαίδευση οδηγών πυροσβεστικών οχημάτων πόλης για 6 χρόνια σε αντίθεση με τους υπόλοιπους συναδέλφους της που προσλήφθηκαν μαζί της καθώς και με συναδέλφους της που προσλήφθηκαν μετέπειτα. Ότι την άφησαν το 2015 να εκπαιδευτεί ως οδηγός πυροσβεστικών οχημάτων. Ότι όταν εκπαιδεύτηκε στα παλαιά οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου αιτήθηκε τη συνέχιση της εκπαίδευσής της στα νέα πυροσβεστικά οχήματα αεροδρομίου αλλά «παραγνωρίστηκε λόγω των ενεργειών του κ. Παπαμιχαήλ χωρίς να της δοθεί μέχρι σήμερα οποιαδήποτε απάντηση.». Ότι ενώ ήταν οδηγός πυροσβεστικών οχημάτων βαρέου τύπου και για 2,5 χρόνια ήταν η μοναδική γυναίκα οδηγός βυτιοφόρων στην Πάφο, ο κ. Παπαμιχαήλ φρόντιζε να μηδενίζει τις ικανότητές της και να την παρουσιάζει ως ανεπαρκή. Ότι κατά την υπηρεσία της στον ΠΣΑΠ της χορηγήθηκαν μπότες εργασίας τρία νούμερα μεγαλύτερα από το νούμερό της και ότι παρά την γραπτή αναφορά της για το εν λόγω πρόβλημα η Π.Υ. δεν φρόντισε να επιλύσει το θέμα με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία και η ασφάλειά της κατά τη συνήθη εκτέλεση των καθηκόντων της. Ότι όταν προσλήφθηκε στην Π.Υ. ανάμεσα στα προσόντα της ήταν και το δίπλωμα εκπαιδευτή Πρώτων Βοηθειών του Τάγματος Αγίου Ιωάννη. Ότι ο κ. Παπαμιχαήλ αμφισβήτησε αυτό το προσόν και αποφάσισε ότι αυτό δεν ισχύει στην Π.Υ. και το 2014 της ζητήθηκε, μετά από οδηγίες του Διευθυντή της Π.Υ., να εκπαιδευτεί ξανά για μία εβδομάδα στη Λευκωσία για να αποκτήσει αυτό το προσόν. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι μέσα από ένα μακροχρόνιο και ενορχηστρωμένο κατατρεγμό έτυχε μείωσης της προσωπικής της αξίας ως επαγγελματίας. Ότι έτυχε να της γίνει και αφαίρεση προσόντων σε ό,τι προσόντα η Π.Υ. είχε κάποια εξουσία και ότι επειδή δεν κατέστη δυνατόν να της αφαιρεθούν προσόντα που απέκτησε από πανεπιστήμια, παραποίησαν τα γραπτά της για να την καταστήσουν μη προσοντούχα για προαγωγή. Σημείωσε ότι το 2015 περιήλθε στην αντίληψή της ότι δύο άτομα κατάφεραν να έχουν πρόσβαση στις ετήσιες βαθμολογίες των πυροσβεστών και ότι άλλαξαν σε πολλούς πυροσβέστες τις βαθμολογίες τους ανάμεσα στους οποίους ήταν και αυτή. Ότι αυτό το ανέφερε στην καταγγελία της που έγινε το 2016 και ότι ενώ πρόκειται για ποινικό αδίκημα το θέμα «κουκουλώθηκε ως αβλεψία κατά το τύπωμα». Υποστήριξε ότι σε όλους τους άντρες πυροσβέστες στους οποίους είχε αλλοιωθεί η βαθμολογία τους είχε γίνει σχετική διόρθωση στη βαθμολογία τους αλλά σε αυτήν όχι. Είπε ότι κατάγγειλε όλα τα πιο πάνω χωρίς αποτέλεσμα και ισχυρίστηκε ότι όλα τα πιο πάνω αποτελούν διακριτική μεταχείριση λόγω του φύλου της.

 

Αντεξεταζόμενη σχετικά με τη βίαιη συμπεριφορά του κ. Τζιάμαλη προς αυτήν είπε ότι δεν έκανε επίσημη καταγγελία εναντίον του αλλά μεταφέρθηκε στον κ. Παπαμιχαήλ ένα πολύ σοβαρό επεισόδιο σωματικής βίας που έλαβε χώρα το 2010 όταν αυτή ήταν στη βασική εκπαίδευσή της και εκπαιδευτής της ήταν ο κ. Τζιάμαλης και ότι μετά από συζήτηση που είχε αυτή με τον κ. Παπαμιχαήλ για το θέμα αυτό αποδέχτηκε να μην προχωρήσει σε καταγγελία του κ. Τζιάμαλη στην Αστυνομία. Ισχυρίστηκε ότι έδωσε 4 φορές εξετάσεις στην Π.Υ. για προαγωγή (το 2012, το 2014, το 2015 και το 2017) αλλά ενώ περνούσε στις εξετάσεις για τις γενικές γνώσεις οι οποίες είναι του Υπουργείου Παιδείας δεν περνούσε στις εξετάσεις για τα θέματα της Π.Υ.. Επέμενε ότι αυτή ήταν η μόνη πυροσβέστης που ήταν στον ΠΣΑΠ για 3 χρόνια και 3 μήνες με το καθεστώς που αυτή πήγαινε να εργαστεί στον ΠΣΑΠ. Ισχυρίστηκε ότι όταν το 2017 κενώθηκε θέση γραφειακών καθηκόντων στον ΠΣΠ απέστειλε επιστολή στις 17/7/2017 (Τεκμήριο 26) στον κ. Παπαμιχαήλ ζητώντας του να επιστρέψει στον ΠΣΠ και ότι ο κ. Παπαμιχαήλ δεν της απάντησε γραπτώς αλλά ήρθε στον ΠΣΑΠ όπου της είπε ότι η θέση δεν κενώθηκε αλλά η πυροσβέστης που εργαζόταν σε αυτή τη θέση θα πήγαινε με άδεια μητρότητας. Είπε ότι αρχές του 2016 όταν χάλασε το αυτοκίνητό της ζήτησε από τον τότε Βοηθό Επαρχιακό Υπεύθυνο, κ. Στέλιο Νέστωρος να πάει στον ΠΣΠ και ότι αυτός το αποδέχτηκε λέγοντας της να φροντίσει να φτιάξει το αυτοκίνητό της για να μπορεί να πηγαίνει στον Σταθμό της. Ότι όταν αυτή του απάντησε ότι ο ΠΣΠ είναι ο Σταθμός της, της είπε ότι το γνωρίζει και ότι όταν θα επισκεφθεί αυτός τον ΠΣΑΠ θα το συζητήσουν. Ότι μετά από αυτό ο κ. Νέστωρος δεν επισκέφθηκε τον ΠΣΑΠ.  Αρνήθηκε ότι αυτή δήλωσε ότι επιθυμούσε να παραμείνει στον ΠΣΑΠ προσωρινά με το καθεστώς που ήταν εκεί. Παραδέχτηκε ότι στις 24/8/2015 εκδόθηκε από την Αστυνομία Κύπρου ένα έγγραφο για το πρόσωπό της με τίτλο «Υπηρεσιακή Άδεια Οδηγού» στο οποίο αναγράφεται ότι μπορεί να οδηγεί οχήματα κατηγοριών Β και Γ καθώς και οχήματα αεροδρομίου (Τεκμήριο 5). Υποστήριξε ότι ενώ εκπαιδεύτηκε στα παλαιά οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου δεν την εκπαίδευαν στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι είναι πολύ νωρίς ακόμα. Είπε ότι δεν ζήτησε αυτή να εκπαιδευτεί στα παλαιά οχήματα και ότι εφόσον την διέταξαν να το κάνει το έκανε. Σημείωσε ότι η διαφορά στη δική της περίπτωση από την περίπτωση των άλλων πυροσβεστών στους οποίους δεν καταβάλλονται οδοιπορικά είναι ότι αυτή δεν τοποθετήθηκε νόμιμα και επίσημα από τον Αρχηγό της Αστυνομίας στον ΠΣΑΠ. Είπε ότι ο κ. Παπαμιχαήλ όλα τα χρόνια την αξιολογούσε ως μέτρια. Παραδέχτηκε ότι είχε στην κατοχή της άρβυλα στρατού και μποτάκια ασφαλείας με νούμερο 39 και διευκρίνισε ότι στο αεροδρόμιο οι πυροσβέστες φορούν ειδικές ποδίνες. Είπε ότι αυτής δεν της έδωσαν ποτέ ποδίνες αεροδρομίου στο νούμερο που φορεί αυτή και ότι στις ασκήσεις ήταν υποχρεωμένη να φορεί τις ποδίνες που της έδωσαν οι οποίες ήταν μεγάλες της. Ήταν η θέση της ότι ο κ. Τζιάμαλης χειριζόταν παράνομα τις ετήσιες εκθέσεις των πυροσβεστών και ότι το 2015 μείωσε τις βαθμολογίες σε τέσσερις άντρες πυροσβέστες και σε αυτήν. Ότι όταν εντοπίστηκε το εν λόγω ζήτημα μετά την καταγγελία της οι βαθμολογίες των τεσσάρων ανδρών πυροσβεστών διορθώθηκαν σε αντίθεση με αυτής που δεν διορθώθηκαν.

 

Επανεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι οι λέξεις «μετάθεση», «τοποθέτηση» και «απόσπαση» χρησιμοποιούνται σε επίσημα έγγραφα της Π.Υ. με τα οποία ενημερώνεται ο Αρχηγός της Αστυνομίας και δημιουργεί ένα μόνιμο γεγονός σε σχέση με τον τόπο εκτέλεσης των καθηκόντων ενός πυροσβέστη. Ότι αυτή όταν πήγαινε στον ΠΣΑΠ πήγαινε ως συμπληρωματική πυροσβέστης και ότι τους πρώτους 4 μήνες αναγκαζόταν να εκδίδει κάθε φορά που πήγαινε προσωρινό «πάσο» για να μπορεί να εισέρχεται στο αεροδρόμιο. Ότι αρχικά της δινόταν υπηρεσιακό αυτοκίνητο από τον ΠΣΠ για να μεταβαίνει στον ΠΣΑΠ αλλά στη συνέχεια δεν της επέτρεπαν να παίρνει υπηρεσιακό αυτοκίνητο από τον ΠΣΠ για να πηγαίνει στον ΠΣΑΠ. Ότι στον ΠΣΑΠ εκπαιδεύτηκε μόνο μια γυναίκα πυροσβέστης στα νέα οχήματα.

 

Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από την πλευρά της Αιτήτριας. Για τον Καθ’ ου η Αίτηση κατέθεσαν έξι (6) μάρτυρες.

 

Ο κ. Αντρέας Χρυσοστόμου, ο οποίος από τις 21/10/2014 μέχρι τις 5/10/2015, ήταν ο υπεύθυνος αξιωματικός της βάρδιας στον ΠΣΑΠ στην οποία εργαζόταν η Αιτήτρια, σημείωσε ότι το 2014 η Αιτήτρια είχε αποσπαστεί στον ΠΣΑΠ για κάλυψη των άμεσων υπηρεσιακών αναγκών του ΠΣΑΠ ο οποίος κατά την εν λόγω περίοδο αντιμετώπιζε πρόβλημα υποστελέχωσης. Ότι κατά το διάστημα που εργάστηκε αυτός με την Αιτήτρια, η Αιτήτρια ουδέποτε του ανέφερε ότι δεν της άρεσε που αποσπάστηκε στον ΠΣΑΠ ή ότι επιθυμούσε να επιστρέψει στον ΠΣΠ. Ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής της Αιτήτριας στον ΠΣΑΠ αυτή εκπαιδεύτηκε σε όλες τις θεματικές ενότητες πυρόσβεσης του αεροδρομίου και ότι από τις 17/7/2015 μέχρι την 1/8/2015 εκπαιδεύτηκε ως οδηγός των πυροσβεστικών οχημάτων αεροδρομίου. Υποστήριξε ότι αυτός εκπαιδεύτηκε από τους πρώτους πυροσβέστες από τον Ιταλό εκπαιδευτή που στάλθηκε για να εκπαιδεύσει τους πυροσβέστες που υπηρετούσαν στον ΠΣΑΠ στα νέα πυροσβεστικά οχήματα αεροδρομίου και ότι μετά από αυτή την εκπαίδευση αυτός μπορούσε να εκπαιδεύει τους άλλους πυροσβέστες στα νέα οχήματα αεροδρομίου. Σημείωσε ότι στην πρώτη βασική εκπαίδευση εκπαιδεύτηκε και μία γυναίκα πυροσβέστης η οποία ήταν μόνιμα τοποθετημένη στον ΠΣΑΠ και ανέφερε ότι δινόταν προτεραιότητα εκπαίδευσης στους πυροσβέστες που υπηρετούσαν μόνιμα στον ΠΣΑΠ για την εκπαίδευση στα νέα οχήματα αεροδρομίου. Σε σχέση με τις ποδίνες πυρόσβεσης ήταν η θέση του ότι οι πυροσβέστες που είναι μόνιμα τοποθετημένοι σε Πυροσβεστικούς Σταθμούς Πόλεων δεν χρεώνονται τέτοιες ποδίνες. Ότι η Αιτήτρια μετά την απόσπαση της στον ΠΣΑΠ, παρά το ότι ήταν χρεωμένη με άρβυλα πυρόσβεσης τα οποία μπορούσε να χρησιμοποιεί τόσο στα επεισόδια όσο και στις ασκήσεις στο αεροδρόμιο, ζήτησε να της χρεωθούν ποδίνες πυρόσβεσης. Ότι στον ΠΣΑΠ δεν υπήρχαν ποδίνες πυρόσβεσης για να χρεώνονται σε όλους τους πυροσβέστες που έρχονταν προσωρινά στον Σταθμό αλλά είχαν μερικά ζευγάρια για εφεδρική χρήση. Ότι η Αιτήτρια ζήτησε και έλαβε ως δανεικές ένα ζευγάρι από τις εν λόγω ποδίνες. Ότι η Αιτήτρια ουδέποτε έκανε οποιοδήποτε παράπονο για τις εν λόγω ποδίνες και συνέχιζε να τις φορεί κανονικά.

 

Αντεξεταζόμενος είπε ότι οι ποδίνες αεροδρομίου είναι πιο αποτελεσματικές και καλύτερες στην εφαρμογή τους από τα άρβυλα πυρόσβεσης. Σημείωσε ότι η Αιτήτρια εκπαιδεύτηκε τον Ιούλιο του 2015 στα παλαιά οχήματα αεροδρομίου και ότι δεν μπορούσε να εκπαιδευτεί πιο νωρίς καθότι προηγουμένως δεν είχε άδεια να οδηγεί πυροσβεστικά οχήματα πόλης. Είπε ότι δεν εκπαιδεύτηκαν δύο άντρες πυροσβέστες, οι Πυρ.2[…]7 και 1[…]7 οι οποίοι είχαν προβλήματα υγείας, στα νέα οχήματα αεροδρομίου. Ότι μόνο μία από τις μόνιμες γυναίκες πυροσβέστριες στο αεροδρόμιο εκπαιδεύτηκε στα νέα οχήματα αεροδρομίου διότι οι άλλες δεν είχαν άδεια οδήγησης πυροσβεστικών οχημάτων πόλης. Προέβαλε τη θέση ότι αυτός που αποφάσιζε ποιοι πυροσβέστες θα εκπαιδεύονταν στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου ήταν ο Σταθμάρχης του ΠΣΑΠ.

 

Ο κ. Ελευθέριος Τσοπανίδης, ο οποίος από το 2013 μέχρι και σήμερα εκτελεί τα καθήκοντα του Σταθμάρχη στον ΠΣΑΠ, κατέθεσε ότι τον Οκτώβριο του 2014 η Αιτήτρια τοποθετήθηκε προσωρινά στον ΠΣΑΠ από τον ΠΣΠ για την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών που υπήρχαν στον ΠΣΑΠ. Ότι στον ΠΣΑΠ είχαν υποδεχτεί την Αιτήτρια με τον καλύτερο τρόπο και ότι αυτός είχε δώσει οδηγίες στους προϊστάμενούς της να σταθούν δίπλα της σε ότι αυτή χρειαζόταν. Ότι η Αιτήτρια δεν του εξέφρασε ποτέ οποιοδήποτε παράπονο αλλά αντίθετα του ανέφερε ότι ήταν ευχαριστημένη που εργαζόταν στον ΠΣΑΠ. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια είχε εκπαιδευτεί κατά την παραμονή της στον ΠΣΑΠ σε πληθώρα θεματικών ενοτήτων του ΠΣΑΠ και σημείωσε ότι (α) δεν θυμάται η Αιτήτρια να του είχε αναφέρει ότι ήθελε να εκπαιδευτεί στα νέα οχήματα αεροδρομίου και (β) ακόμα και αν η Αιτήτρια ήθελε να εκπαιδευτεί στα νέα οχήματα αεροδρομίου κατά την εκπαίδευση των πυροσβεστών στα οχήματα αεροδρομίου επιλέγονταν κατά προτεραιότητα αυτοί που ήταν μόνιμα τοποθετημένοι στον ΠΣΑΠ και όχι αυτοί που ήταν προσωρινά τοποθετημένοι στον ΠΣΑΠ. Ότι η Αιτήτρια για να μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα τις υπηρεσιακές ανάγκες του ΠΣΑΠ εκπαιδεύτηκε στα βαρέα οχήματα του αεροδρομίου. Σημείωσε ότι στην πρώτη εκπαίδευση που έγινε τον Οκτώβριο του 2015 στα νέα οχήματα με εκπαιδευτή από το εξωτερικό συμμετείχε και γυναίκα πυροσβέστης η οποία ήταν μέλος της μόνιμης δύναμης του ΠΣΑΠ. Ήταν η θέση του ότι στον ΠΣΑΠ έρχονταν ανά καιρούς αρκετοί συνάδελφοι πυροσβέστες για να καλύψουν προσωρινά τις υπηρεσιακές ανάγκες που προέκυπταν. Ανάμεσα σε αυτούς ήρθε και συγκεκριμένος πυροσβέστης (ο Πυρ. 1[..]4) ο οποίος εργάστηκε στον ΠΣΑΠ προσωρινά για διάστημα 1,5 χρόνου (από τον Ιούνιο του 2015 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016) και ο οποίος ουδέποτε έλαβε εκπαίδευση στα βαρέα πυροσβεστικά οχήματα του αεροδρομίου. Σε ό,τι αφορά τις ποδίνες πυρόσβεσης υποστήριξε ότι ζήτησε από τον προϊστάμενο της βάρδιας της Αιτήτριας, Λοχία κ. Δ. Ασπρή, να ελέγξει κατά πόσον υπήρχαν στις αποθήκες αποθεμάτων του ΠΣΑΠ ποδίνες αεροδρομίου για εφεδρική χρήση για να δοθούν στην Αιτήτρια. Ότι στη συνέχεια ενημερώθηκε ότι δεν υπήρχαν ποδίνες πυρόσβεσης στο μέγεθος που φορούσε η Αιτήτρια και ζήτησαν από το Αρχηγείο να τους αποστείλει τέτοιες ποδίνες αλλά το Αρχηγείο τους ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε απόθεμα τέτοιων ποδίνων στο μέγεθος που φορούσε η Αιτήτρια. Ήταν η θέση του ότι και οι άλλοι πυροσβέστες που έρχονταν αποσπασματικά για καθήκον στον ΠΣΑΠ δεν είχαν χρεωμένες ποδίνες πυρόσβεσης και φορούσαν τα άρβυλα πυρόσβεσής τους και ότι αυτός έδωσε οδηγίες στον προϊστάμενο της Αιτήτριας να την ενημερώσει πως αν δεν την βολεύουν οι εν λόγω ποδίνες πυρόσβεσης να συνεχίσει να φορεί τα άρβυλα πυρόσβεσης που είχε στην κατοχή της. Σημείωσε ότι η άδεια οδήγησης οχημάτων αεροδρομίου είναι μία άδεια και ότι δεν εκδίδεται ξεχωριστή άδεια οδήγησης για παλαιά ή νέα οχήματα και ότι μετά την εκπαίδευση στα παλαιά οχήματα γίνεται μια εξειδίκευση στα συστήματα των νέων οχημάτων. Υποστήριξε ότι υπήρχαν δύο άντρες μόνιμοι πυροσβέστες στον ΠΣΑΠ (ο Αρχιπυρ. 4[..]7 και ο Πυρ.1[…]7) οι οποίοι δεν εκπαιδεύτηκαν στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και ότι μόνο ο ένας από τους δύο είχε προβλήματα υγείας (ο Πυρ. 1[…]7).

 

Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι κανένας από τους μη μόνιμους πυροσβέστες που εκτελούσαν καθήκοντα εργασίας στον ΠΣΑΠ ή ήταν τοποθετημένοι προσωρινά στον ΠΣΑΠ εκπαιδεύτηκε στα βαρέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου. Είπε ότι το μόνιμο προσωπικό στον ΠΣΑΠ αξιολογείται από τον Σταθμάρχη του ΠΣΑΠ σε συνεργασία με τον Επαρχιακό Υπεύθυνο Πάφου ενώ υπεύθυνος για τις αξιολογήσεις του μη μόνιμου προσωπικού στον ΠΣΑΠ είναι ο Επαρχιακός Υπεύθυνος. Ότι ο Σταθμάρχης του ΠΣΑΠ δεν έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στις αξιολογήσεις των μη μόνιμων πυροσβεστών στον εν λόγω Σταθμό εκτός από τις γενικές ερωτήσεις που του υποβάλλει ο Επαρχιακός Υπεύθυνος για το «πώς πάνε» οι μη μόνιμοι στον ΠΣΑΠ. Παραδέχθηκε ότι ο πυροσβέστης, στον οποίο αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι υπηρέτησε για 1,5 χρόνο στον ΠΣΑΠ, δεν ερχόταν για όλα τα καθήκοντα της βάρδιας του στον ΠΣΑΠ αλλά παρέμενε και για κάποια καθήκοντα στον ΠΣΠ. Παραδέχθηκε επίσης ότι δεν παρέμεινε οποιοσδήποτε άλλος πυροσβέστης τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα όσο παρέμεινε η Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ με το καθεστώς που είχε σταλεί αυτή στον ΠΣΑΠ. Επέμενε ότι η Αιτήτρια ουδέποτε του ανέφερε ότι ήθελε να επιστρέψει στον ΠΣΠ ή ότι δεν της άρεσε που ερχόταν στον ΠΣΑΠ. Σημείωσε ότι δεν υπάρχουν γυναίκες στις ανώτερες βαθμίδες της Π.Υ.. Αρνήθηκε ότι η εκπαίδευση της Αιτήτριας στα παλαιά πυροσβεστικά οχήματα αεροδρομίου έγινε είτε επειδή γνώριζε ότι η Αιτήτρια δεν θα επέστρεφε στον ΠΣΠ είτε για να χρησιμοποιηθεί το εν λόγω προσόν ώστε να μην επιστρέψει η Αιτήτρια στον ΠΣΠ και να έχει «μισή εκπαίδευση» σε ό,τι αφορά την οδήγηση οχημάτων αεροδρομίου. Παραδέχθηκε ότι οι ποδίνες πυρόσβεσης είναι λίγο καλύτερες από τα άρβυλα πυρόσβεσης και ότι στην αποθήκη του ΠΣΑΠ δεν είχαν μικρά νούμερα ποδινών πυρόσβεσης. Ισχυρίστηκε ότι αυτός είπε στον κ. Ασπρή ότι αφού δεν υπάρχουν ποδίνες πυρόσβεσης στο νούμερο της Αιτήτριας αυτή να φορεί τα άρβυλα πυρόσβεσης που έχει. Τόνισε ότι όλο το μόνιμο προσωπικό στον ΠΣΑΠ είχε τις δικές του ποδίνες πυρόσβεσης και ότι στο μη μόνιμο/(προσωρινό) προσωπικό δίνονταν ποδίνες πυρόσβεσης αν υπήρχε στο νούμερό τους. Είπε ότι ακόμα ένας άντρας πυροσβέστης, ο Πυρ. 3[..]6 τοποθετήθηκε προσωρινά στον ΠΣΑΠ μετά το 2015. Απέρριψε υποβολή ότι ο εν λόγω πυροσβέστης είχε θέματα υγείας και ότι του δόθηκαν ελαφριά καθήκοντα στον ΠΣΑΠ.

 

Η κα Ελισάβετ Δημοσθένους, η οποία εκτελεί καθήκοντα Υπεύθυνης Αρχείου και Γραφείου Γραμματειακού Προσωπικού στο Αρχηγείο της Π.Υ. κατέθεσε ότι προάχθηκε στον βαθμό του Πυρονόμου (Λοχία) το 2009. Λόγω της πιο πάνω ιδιότητας της εντόπισε στο Αρχείο τα πιο κάτω έγγραφα:

 

(1) Αντίγραφο ημερολογίου ενεργείας ημερ. 9/2/2018 σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία Π.Υ.2/2017 με το οποίο ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας ενημέρωνε τον Αρχηγό Αστυνομίας ότι σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του ερευνώντα αξιωματικού προέκυπταν πειθαρχικά αδικήματα μόνο για τον κ. Τζιάμαλη και ότι δεν προέκυπταν οποιαδήποτε πειθαρχικά αδικήματα για τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα πρόσωπα (μεταξύ των οποίων ήταν ο κ. Παπαμιχαήλ) και γινόταν εισήγηση όπως διωχθεί πειθαρχικά μόνο ο κ. Τζιάμαλης (Τεκμήριο 9).

 

(2) Απόφαση του Αστυνόμου Β’ κ. Γ. Χινινού στην πειθαρχική διαδικασία Π.Υ.2/2017 ημερ. 26/10/2018 με την οποία ο κ. Τζιάμαλης αθωώθηκε και απαλλάχτηκε από όλες τις κατηγορίες (Τεκμήριο 10) που του προσάφθηκαν και αντίγραφο επιστολής του κ. Χινινού ημερ. 2/11/2018 με την οποία ενημέρωνε τον Αρχηγό της Αστυνομίας για την ολοκλήρωση της πειθαρχικής υπόθεσης Π.Υ. 2/2017 (Τεκμήριο 11) και το αποτέλεσμά της.

 

(3) Επιστολή προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Τμήματος Α’ ημερ. 27/4/2015 στην οποία αναφέρεται ότι η Αιτήτρια και δύο άλλες γυναίκες πυροσβέστες οι οποίες υπηρετούν στην Επαρχία Πάφου κρίθηκαν ικανές να οδηγούν υπηρεσιακά οχήματα μετά από σχετική εκπαίδευση που έλαβαν την περίοδο 23/3/2015 μέχρι 24/4/2015 (Τεκμήριο 12).

 

(4) Επιστολές της Π.Υ. στις οποίες γίνεται αναφορά για εκπαιδεύσεις έξι πυροσβεστών (πέντε ανδρών και μίας γυναίκας) στην οδήγηση πυροσβεστικών οχημάτων και στις οποίες φαίνεται ότι δύο άντρες πυροσβέστες (οι Πυρ.4[..]8 και 4[…]3) οι οποίοι ήταν τοποθετημένοι στην Επαρχία Πάφου είχαν λάβει εκπαίδευση οδήγησης πυροσβεστικών οχημάτων το 2015 (Τεκμήρια 13 και 14).

 

(5) Επιστολές της Π.Υ. ημερ. 3/1/2018 και ημερ. 9/2/2018 σχετικά με τοποθετήσεις εννέα νέων πυροσβεστών στην Επαρχία Πάφου (Τεκμήριο 16).

 

(6) Αντίγραφο εβδομαδιαίας διαταγής ημερ. 11/6/2012 σύμφωνα με την οποία το 2012 είχαν επιτύχει επτά πυροσβέστες στις εξετάσεις προαγωγής, τέσσερις άντρες και τρεις γυναίκες, (Τεκμήριο 17).

 

(7) Επιστολές ημερ. 29/6/2015 και 20/7/2017 με τις οποίες ο Πρόεδρος της Ανεξάρτητης Εξεταστικής Επιτροπής ενημέρωνε ότι κανένα μέλος της Π.Υ. δεν είχε εξασφαλίσει βαθμολογία ίση ή μεγαλύτερη από το 50% σε κάθε θέμα της εξέτασης του πρακτικού μέρους της εξέτασης στις εξετάσεις προαγωγής για τον βαθμό του Λοχία στην Π.Υ. για τις χρονιές 2015 και 2017 με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν επιτυχόντες (Τεκμήρια 18 και 19).

 

Ισχυρίστηκε ότι οι Πυρ.4[…]8 και 4[…]3 που αναφέρονται στα Τεκμήρια 13 και 14 προσλήφθηκαν στην Π.Υ. το 2009. Σημείωσε ότι σε σχέση με το ζήτημα της προαγωγής/ανέλιξης της Αιτήτριας σε Λοχία (Πυρονόμο) από το αρχείο της Π.Υ. προκύπτει ότι η Αιτήτρια είχε παρακαθίσει ανεπιτυχώς στις σχετικές εξετάσεις προαγωγής για τις χρονιές 2012, 2015 και 2017. Ότι το 2012 παρακάθισαν 43 ενδιαφερόμενοι στις εξετάσεις, το 2015 24 και το 2017 17. Ανέφερε ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς για τις προαγωγές των μελών της Π.Υ. για να πετύχει κάποιο μέλος της δύναμης προαγωγή και ανέλιξη στον βαθμό του Πυρονόμου απαραίτητη προϋπόθεση είναι, μεταξύ άλλων, να έχει επιτύχει στις γραπτές εξετάσεις που αφορούν την εν λόγω προαγωγή. Είπε ότι στον προσωπικό φάκελο της Αιτήτριας στο Αρχείο της Π.Υ. δεν εντόπισε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο με το οποίο να ζητά η Αιτήτρια να μεταφερθεί στον ΠΣΠ πέραν του Τεκμηρίου 3

 

Αντεξεταζόμενη είπε ότι εργάζεται από το 1995 στην Π.Υ., ότι προάχθηκε στο 2009 στη θέση του Λοχία και ότι μέχρι σήμερα είναι ακόμα Λοχίας. Ότι η Π.Υ. δεν έχει ακόμα γυναίκες αξιωματικούς και ότι αυτή δεν έδωσε ξανά εξετάσεις για προαγωγή στον επόμενο βαθμό από αυτό του Λοχία. Είπε ότι δεν γνώριζε με ποιου την καταγγελία ξεκίνησε η πειθαρχική υπόθεση Π.Υ. 2/2017 και ότι δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο το πόρισμα του ερευνώντα λειτουργού επειδή θεώρησε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν αρκετό. Σε ερώτηση αν υπήρχαν άλλοι πυροσβέστες που προσλήφθηκαν την ίδια περίοδο με την Αιτήτρια αλλά εκπαιδεύτηκαν πιο νωρίς από την Αιτήτρια ως οδηγοί οχημάτων πυρόσβεσης, απάντησε ότι δεν ξέρει πότε εκπαιδεύτηκε ο κάθε ένας ξεχωριστά. Ότι αυτούς που εντόπισε ήταν αυτοί που είχαν την ίδια σειρά με την Αιτήτρια και υπηρετούσαν στην Πάφο. Σημείωσε ότι οι μεταθέσεις των πυροσβεστών πριν το 2021 εκδίδονταν από τον Αρχηγό της Αστυνομίας και δημοσιεύονταν σε εβδομαδιαίες διαταγές. Ότι αν ένας πυροσβέστης υπηρετούσε σε ένα Σταθμό και αποστελλόταν προσωρινά σε άλλο Πυροσβεστικό Σταθμό της ίδιας Επαρχίας η εν λόγω μετακίνηση γινόταν από τον Επαρχιακό Υπεύθυνο της Επαρχίας και δεν δημοσιευόταν. Ότι για τις εσωτερικές μετακινήσεις από τους Επαρχιακούς Υπευθύνους της κάθε Επαρχίας συνήθως αποστελλόταν επιστολή στους προϊστάμενους της Π.Υ.. Ότι απ’ όσον γνωρίζει αυτή δεν είχε γίνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενημέρωση για την αποστολή/τοποθέτηση της Αιτήτριας στον ΠΣΑΠ.

 

Ο Στέλιος Νέστωρος, κατέθεσε ότι από το 2015 μέχρι το 2020, ήταν Βοηθός Επαρχιακός Υπεύθυνος των Πυροσβεστικών Σταθμών της Επαρχίας Πάφου. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 20, 21 και 22 πέντε επιστολές του κ. Παπαμιχαήλ προς την Διεύθυνση της Π.Υ. κατά την χρονική περίοδο 2013-2016 με την οποία γινόταν ενημέρωση για τα προβλήματα που υπήρχαν σχετικά με τη μείωση του προσωπικού στην Επαρχία Πάφου μετά από σειρά μεταθέσεων και αφυπηρετήσεων μελών της Π.Υ., για την ανακατανομή του προσωπικού της Επαρχίας με σκοπό να καλυφθούν οι πολύ σοβαρές υπηρεσιακές ανάγκες της Επαρχίας Πάφου καθώς και για την προσωρινή μετακίνηση/απόσπαση τεσσάρων πυροσβεστών από τον ΠΣΠ στον ΠΣΑΠ για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών. Τόνισε ότι στην επιστολή ημερ. 12/7/2013 (μέρος του Τεκμηρίου 22) ο τότε Επαρχιακός Υπεύθυνος ενημέρωνε ότι ο ΠΣΑΠ θα ενισχυόταν καθημερινά από ένα πυροσβέστη από τον ΠΣΠ εκ περιτροπής. Ότι στην επιστολή ημερ. 9/6/2015 (μέρος του Τεκμηρίου 22) είχε γίνει ενημέρωση ότι ο ΠΣΑΠ θα ενισχυόταν προσωρινά με τέσσερις πυροσβέστες από τον ΠΣΠ για όσο χρονικό διάστημα θα το επιτρέπουν οι υπηρεσιακές ανάγκες χωρίς να γίνει αναφορά ονομαστικά ως προς το ποια άτομα θα ενίσχυαν προσωρινά το ΠΣΑΠ καθότι αυτό ήταν στη διακριτική ευχέρεια του Υπεύθυνου της Εναλλαγής(βάρδιας). Ότι αυτός το 2015 ενημερώθηκε από τον κ. Παπαμιχαήλ για τη σοβαρή έλλειψη προσωπικού που είχε η Επαρχία Πάφου και ότι γι’ αυτό τον λόγο πυροσβέστες οι οποίοι ήταν μόνιμα τοποθετημένοι στον ΠΣΠ ενίσχυαν εκ περιτροπής και προσωρινά τον ΠΣΑΠ για κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών. Σημείωσε ότι οι πυροσβέστες της Επαρχίας Πάφου οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Πάφου ουδέποτε μετακινήθηκαν σε άλλη Επαρχία όπως συμβαίνει με πυροσβέστες που διαμένουν στις άλλες Επαρχίες οι οποίοι μετατίθενται σε Επαρχίες άλλες από αυτές που διαμένουν για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών. Ανέφερε ότι μεγάλος αριθμός πυροσβεστών οι οποίοι διαμένουν στη Λεμεσό βρίσκονται υπό μετάθεση για αρκετά χρόνια στους Πυροσβεστικούς Σταθμούς της Επαρχίας Πάφου και δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε οδοιπορικά για τις εν λόγω μετακινήσεις τους. Ότι από την πολύχρονη υπηρεσία του στην Π.Υ. γνωρίζει ότι το δίπλωμα του εκπαιδευτή Πρώτων Βοηθειών το οποίο εκδίδει ο Σύνδεσμος και το Τάγμα Αγίου Ιωάννη έχει ισχύ για 3 χρόνια και στη συνέχεια για να γίνει ανανέωσή του πρέπει ο κάθε εκπαιδευτής να τύχει συγκεκριμένης εκπαίδευσης από τον εν λόγω Σύνδεσμο.

 

Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι στις περιπτώσεις που γίνονται προσωρινές ή μόνιμες μετακινήσεις/αποσπάσεις από ένα Πυροσβεστικό Σταθμό της Επαρχίας σε άλλο της ίδιας Επαρχίας απαιτείται να αναφερθούν ονομαστικά τα άτομα που μετακινούνται και να ζητηθεί έγκριση από τη Διεύθυνση της Π.Υ.. Ενώ στις περιπτώσεις που ζητείτο έγκριση από τη Διεύθυνση της Π.Υ. για εκ περιτροπής μετακίνηση πυροσβεστών από ένα Πυροσβεστικό Σταθμό σε άλλο της ίδιας Επαρχίας για έκτακτους λόγους τότε δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα ονόματα των πυροσβεστών που θα μετακινούνται. Είπε ότι είναι στη διακριτική ευχέρεια του Υπεύθυνου Εναλλαγής να ορίζει ένα άτομο να μετακινείται για να καλύψει αυτές τις ανάγκες. Για την περίπτωση της μετακίνησης της Αιτήτριας στον ΠΣΑΠ το 2014-2015 δεν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να γίνεται αναφορά στο όνομα της Αιτήτριας για τον λόγο ότι η Αιτήτρια αποστελλόταν στον ΠΣΑΠ στο πλαίσιο του συστήματος εκ περιτροπής εκτέλεσης καθηκόντων. Ισχυρίστηκε ότι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του όταν η Αιτήτρια ήταν στον ΠΣΑΠ συναντήθηκε κάποιες φορές μαζί της και θυμάται ότι μια φορά όταν πήγε στον ΠΣΑΠ του είπε ότι είναι πολύ ευχαριστημένη με το περιβάλλον στον ΠΣΑΠ. Ότι θυμάται ότι μια φορά του τηλεφώνησε η Αιτήτρια, τον ενημέρωσε για το ότι είχε πρόβλημα το αυτοκίνητό της και του ζήτησε να έρθει πίσω στον ΠΣΠ για όσο χρόνο είχε πρόβλημα με το αυτοκίνητό της. Ότι αυτός προέβηκε σε διευθέτηση ώστε η Αιτήτρια να εργαστεί στον ΠΣΠ. Ότι ουδέποτε η Αιτήτρια του είπε ότι θέλει να επιστρέψει στον ΠΣΠ. Προέβαλε τη θέση ότι και άλλοι πυροσβέστες πήγαιναν στον ΠΣΑΠ με το καθεστώς του εκ περιτροπής οι οποίοι στη συνέχεια ζητούσαν να παραμείνουν στον ΠΣΑΠ επειδή τους είχαν αρέσει οι συνθήκες στον ΠΣΑΠ με αποτέλεσμα ο Υπεύθυνος Εναλλαγής να τους στέλλει αυτούς στον ΠΣΑΠ και να μην στέλλει άτομα που δεν ήθελαν να πάνε. Επανέλαβε ότι της Αιτήτριας της άρεσε να εργάζεται στον ΠΣΑΠ και ότι ουδέποτε ζήτησε να επιστρέψει στον ΠΣΠ. Ισχυρίστηκε ότι αρμοδιότητα για την ανανέωση του διπλώματος εκπαιδευτή Πρώτων Βοηθειών έχει ο Σύνδεσμος και το Τάγμα Αγ. Ιωάννη και όχι η Π.Υ..

 

Ο κ. Σπύρος Παπαμιχαήλ, κατέθεσε ότι από το 2011 μέχρι το 2020 εργαζόταν στην Π.Υ. ως Επαρχιακός Υπεύθυνος των Πυροσβεστικών Σταθμών της Επαρχίας Πάφου. Ισχυρίστηκε ότι στις 29/8/2009 σε τροχαίο ατύχημα ανταποκρίθηκαν τέσσερις πυροσβέστες του ΠΣΠ και ταυτόχρονα ανταποκρίθηκε ο αξιωματικός υπηρεσίας κ. Τ[…] μαζί με την Αιτήτρια, η οποία τότε ήταν νέα πυροσβέστρια. Ότι η Αιτήτρια είχε πάει ως παρατηρητής στο εν λόγω ατύχημα γιατί ήθελε να δει πώς εργάζονται οι πυροσβέστες στα επεισόδια. Ότι αυτός είχε προβεί, στη συνέχεια, σε καλόπιστες παρατηρήσεις προς τον κ. Τ[…] για το πιο πάνω συμβάν καθότι στα επεισόδια δεν μπορούσαν να ανταποκρίνονται πυροσβέστες ως απλοί παρατηρητές γιατί λόγω μειωμένου προσωπικού στην εναλλαγή δεν θα μπορούσε να γίνει κατάλληλη στελέχωση άλλης πυροσβεστικής εξόδου σε περίπτωση που συνέβαινε άλλο περιστατικό. Τόνισε ότι ο λόγος που προέβηκε σε παρατηρήσεις προς τον κ. Τ[…] είχε να κάνει μόνο με ζητήματα της υπηρεσίας και όχι λόγω προσωπικού προβλήματος που είχε με την Αιτήτρια. Ότι η Αιτήτρια του έκανε παράπονο για το πιο πάνω περιστατικό για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2017 και ότι τότε είχε εξηγήσει στην Αιτήτρια τον λόγο για τον οποίο έκανε παρατήρηση στον κ. Τ[…]. Ήταν η θέση του ότι τον Οκτώβριο του 2014 η Αιτήτρια τοποθετήθηκε προσωρινά στον ΠΣΑΠ για κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών που προέκυψαν μετά την μαζική πρόωρη αφυπηρέτηση μελών του ΠΣΑΠ και ότι η εν λόγω ενέργεια ήταν άκρως αναγκαία για την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών του ΠΣΑΠ. Ανέφερε ότι δεν ήταν μόνο η Αιτήτρια που ενίσχυε προσωρινά τον ΠΣΑΠ αλλά και άλλοι συναδέλφοι της. Ήταν η θέση του ότι οι τότε οδηγίες του ήταν ότι η προσωρινή τοποθέτηση πυροσβεστών του ΠΣΠ για την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών στον ΠΣΑΠ θα γινόταν εκ περιτροπής και ότι είναι εντός των πιο πάνω πλαισίων που είχε τοποθετηθεί προσωρινά η Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια ήταν ευχαριστημένη από την υπηρεσία της στον ΠΣΑΠ εφόσον μετά τα πρώτα καθήκοντά της εκεί φάνηκε να της αρέσει στον ΠΣΑΠ και γι’ αυτόν τον λόγο συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντά της στον ΠΣΑΠ. Ότι η Αιτήτρια ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με την πιο πάνω μετακίνησή της από το 2014 μέχρι και το 2017. Ότι πριν το 2017 την είχε ρωτήσει σχετικά με το εάν είναι «εντάξει» στον ΠΣΑΠ και αυτή του ανέφερε ότι ήταν ευχαριστημένη με την προσωρινή της παρουσία στον ΠΣΑΠ. Σημείωσε ότι υπήρχαν και άλλοι πυροσβέστες οι οποίοι αποστέλλονταν προσωρινά στον ΠΣΑΠ στα πλαίσια του εκ περιτροπής και ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο Πυρ. 3[…]6 ο οποίος τοποθετήθηκε και αυτός με το ίδιο καθεστώς που τοποθετήθηκε η Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ από τα τέλη του 2015 μέχρι και τον Απρίλιο του 2018 οπόταν και μονιμοποιήθηκε στη δύναμη του ΠΣΑΠ. Ισχυρίστηκε ότι με το Τεκμήριο 4 εξέφραζε την ανησυχία του σε σχέση με την περαιτέρω μείωση του αριθμού των πυροσβεστών στην Επαρχία Πάφου και ζητούσε όπως η Επαρχία Πάφου ενισχυθεί άμεσα. Ότι με την εν λόγω επιστολή πληροφορούσε τον Διευθυντή της Π.Υ. σε σχέση με τη γενική εικόνα που παρουσίαζε η Επαρχία Πάφου και προέβηκε σε εισήγηση όπως η Αιτήτρια και ο Πυρ. 3[…]6, οι οποίοι ενίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ανελλιπώς τη δύναμη του ΠΣΑΠ, μετατεθούν μόνιμα στον εν λόγω Σταθμό για κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών. Ότι η επιστροφή της Αιτήτριας στον ΠΣΠ έγινε με οδηγίες του Διευθυντή της Π.Υ. καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν προσληφθεί νέοι πυροσβέστες κάτοικοι Πάφου οι οποίοι θα ενίσχυαν το δυναμικό της Επαρχίας Πάφου. Ήταν η θέση του ότι το πιστοποιητικό εκπαιδευτή Πρώτων Βοηθειών του Συνδέσμου και του Τάγματος Αγ. Ιωάννη που κατείχε η Αιτήτρια εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2001 και είχε ισχύ για περίοδο 3 χρόνων από την έκδοσή του και ως εκ τούτου μετά τη λήξη του θα έπρεπε να ανανεωθεί όπως γίνεται και με όλους τους εκπαιδευτές Πρώτων Βοηθειών. Προέβαλε τη θέση ότι για να ετοιμαστούν οι ετήσιες αξιολογήσεις για το έτος 2014 είχε δημιουργηθεί ένας φάκελος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος ήταν αντίγραφο του φακέλου των αξιολογήσεων του 2013 ώστε να υπάρχουν ήδη τα στοιχεία των πυροσβεστών, και τον ονόμασαν ετήσιες αξιολογήσεις του 2014. Ότι έκανε τις απαραίτητες αλλαγές στις αξιολογήσεις στον νέο αυτό φάκελο και μετά την ολοκλήρωση και εκτύπωση των εν λόγω αξιολογήσεων αφού τις έλεγχε μία προς μία τις υπέγραφε. Ότι προτού ολοκληρώσει τα πιο πάνω διαπίστωσε ότι οι αξιολογήσεις τεσσάρων ανδρών πυροσβεστών ήταν αλλοιωμένες κατά ένα έως δύο σημεία χαρακτηρισμούς αξιολόγησης προς τα κάτω όπως επίσης και στα σχόλια/λεκτικό της συμπληρωματικής αναφοράς. Ότι διερεύνησε το ζήτημα και διαπίστωσε ότι οι αξιολογήσεις του 2014 αυτών των τεσσάρων πυροσβεστών ήταν ακριβώς οι ίδιες με τις αξιολογήσεις του 2013 οπόταν είχε αντιληφθεί ότι κατά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν αποθηκεύτηκαν (saved) αυτές οι τέσσερις αξιολογήσεις και παρέμεινε η προηγούμενη βαθμολογία. Υποστήριξε ότι το εν λόγω λάθος εντοπίστηκε έγκαιρα από αυτόν προσωπικά και διορθώθηκαν οι αξιολογήσεις των τεσσάρων πυροσβεστών προτού σταλούν στον Διευθυντή της Π.Υ.. Ανέφερε ότι τα πιο πάνω εξετάστηκαν κατά την πειθαρχική έρευνα που έγινε μετά την καταγγελία της Αιτήτριας αλλά διαφάνηκε ότι ήταν ξεκάθαρα θέμα λάθους. Επισήμανε ότι η αξιολόγηση της Αιτήτριας δεν ήταν ανάμεσα σε αυτές τις αξιολογήσεις που είχαν αλλοιωθεί.

 

Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι στις 14/12/2017 με το Τεκμήριο 4 προέβηκε στην εισήγηση η Αιτήτρια και ο Πυρ. 3[…]6 να παραμείνουν στον ΠΣΑΠ, καθότι είχαν εκπαιδευτεί (α) σε όλες τις θεματικές ενότητες πυρόσβεσης αεροδρομίου και (β) ως οδηγοί οχημάτων πυρόσβεσης αεροδρομίου, ώστε να καλυφθούν οι υπηρεσιακές ανάγκες του ΠΣΑΠ. Υποστήριξε ότι οι οδηγίες του προς τους αξιωματικούς/Υπεύθυνων των Εναλλαγών ήταν να αποστέλλονται άτομα εκ περιτροπής για την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών του ΠΣΑΠ και τους τόνισε ότι αν υπήρχαν πυροσβέστες που τους άρεσε η εργασία στον ΠΣΑΠ να εκπαιδευτούν σε όλες τις θεματικές ενότητες πυρόσβεσης αεροδρομίου για να παραμείνουν εκεί όσο μεγαλύτερο διάστημα επιθυμούν πράγμα που έγινε με την Αιτήτρια και τον Πυρ. 3[…]6. Ότι είχε μιλήσει με τους Λοχίες οι οποίοι ήταν Υπεύθυνοι των Εναλλαγών με τους οποίους εργάστηκε η Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ και αυτοί τον διαβεβαίωσαν ότι η Αιτήτρια προτιμούσε να εργάζεται στον ΠΣΑΠ. Ότι αρκετές φορές πριν το 2017 η Αιτήτρια του είπε ότι ήταν ευχαριστημένη με την παραμονή της στον ΠΣΑΠ. Σε υποβολή ότι ουδέποτε ενημέρωσε τον Διευθυντή της Π.Υ. ότι η Αιτήτρια αποστελλόταν για σχεδόν 3,5 χρόνια στον ΠΣΑΠ απάντησε ότι ενημέρωνε ανελλιπώς τον Διευθυντή της Π.Υ., κάποτε προφορικώς κάποτε γραπτώς, για όλα τα θέματα που αφορούσαν την Επαρχία Πάφου και σημείωσε ότι η Αιτήτρια ποτέ δεν έστειλε επιστολή σε αυτόν ή στον Διευθυντή Π.Υ. που να ζητούσε να επιστρέψει πίσω στον ΠΣΠ. Απέρριψε υποβολή ότι ο λόγος που απέστειλε το Τεκμήριο 4 στον Διευθυντή της Π.Υ., ήταν για να «διασφαλίσει» ότι η Αιτήτρια δεν θα επέστρεφε στον ΠΣΠ. Σε σχέση με το Τεκμήριο 26 σημείωσε ότι η εν λόγω επιστολή αφορούσε αίτημα της Αιτήτριας για να καλύψει κενή θέση γραφειακού προσωπικού στον ΠΣΠ ενώ αυτός της εξήγησε ότι η θέση δεν ήταν κενή αλλά η γυναίκα πυροσβέστης που εκτελούσε καθήκοντα γραφειακού προσωπικού απουσίαζε με άδεια μητρότητας και ότι η θέση θα παρέμενε κενή μέχρι την επιστροφή της. Υποστήριξε ότι για το θέμα της ανανέωσης του πιστοποιητικού εκπαιδευτή Πρώτων Βοηθειών αποφασίζει ο Διευθυντής της Π.Υ. ενημερώνοντας και το Αρχηγείο της Αστυνομίας. Προέβαλε τη θέση ότι το θέμα με τις αξιολογήσεις προέκυψε το 2014 όταν το εντόπισε αυτός προσωπικά και αφού διόρθωσε τις αξιολογήσεις αυτές στάληκαν ορθές στον Διευθυντή της Π.Υ.. Ότι το θέμα βγήκε στη δημοσιότητα το 2017 μετά από σχετική καταγγελία που έγινε από την Αιτήτρια. Ότι το 2017 έγινε και πειθαρχική έρευνα για το θέμα αυτό και διαφάνηκε ότι ήταν ξεκάθαρα θέμα λάθους. Υποστήριξε ότι η εμπλοκή του κ. Τζιάμαλη σε σχέση με τις αξιολογήσεις αφορούσε μόνο τη σύνδεση του ηλεκτρονικού υπολογιστή που βρισκόταν στο γραφείο του με τη φωτοτυπική του ΠΣΠ για να εκτυπωθούν οι αξιολογήσεις και απέρριψε υποβολή ότι ο κ. Τζιάμαλης κατέβασε τις βαθμολογίες τόσο της Αιτήτριας όσο και άλλων τεσσάρων πυροσβεστών από μόνος του και αυτός υπέγραψε τις αξιολογήσεις ως δικές του. Παραδέχθηκε ότι κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης του κ. Τζιάμαλη στην πειθαρχική υπόθεση που έγινε εναντίον του το 2017 μετά από καταγγελία της Αιτήτριας. Ήταν η θέση του ότι το 2009 ενώ διενεργείτο άσκηση στον ΠΣΠ προέκυψε θέμα ασφαλείας και ο κ. Τζιάμαλης φώναξε πολύ δυνατά στην Αιτήτρια η οποία είχε παράπονο και του το δήλωσε στο γραφείο του. Ότι αυτός στο γραφείο του άκουσε και τους δύο εμπλεκόμενους (την Αιτήτρια και τον κ. Τζιάμαλη) και ότι η Αιτήτρια είπε ότι παρεξήγησε τον κ. Τζιάμαλη. Ότι οι σχέσεις της Αιτήτριας και του κ. Τζιάμαλη μετά από αυτό επανήλθαν στην ομαλότητα. Εκ των υστέρων η Αιτήτρια μετά από πολλά χρόνια προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του κ. Τζιάμαλη.

 

Κατά την επανεξέτασή του είπε ότι στον Διευθυντή της Π.Υ. αποστέλλονταν επιστολές που αφορούσαν και στην εκ περιτροπής προσωρινή τοποθέτηση/απόσπαση από ένα Σταθμό σε άλλο χωρίς να αναφερθούν συγκεκριμένα τα ονόματα των πυροσβεστών που αποστέλλονταν εντός αυτών των πλαισίων.

 

Ο κ. Τζιάμαλης κατέθεσε ότι από το 1991 υπηρετούσε στον ΠΣΠ μέχρι το 2018 σε διάφορες θέσεις. Είπε ότι το 2016 η Αιτήτρια προέβη σε καταγγελία εναντίον του με αποτέλεσμα να διεξαχθεί πειθαρχική υπόθεση Π.Υ.2/2017 και στις 26/10/2018 είχε αθωωθεί και απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που του προσάφθηκαν. Υποστήριξε ότι το 2010 κατά τη διάρκεια της βασικής εκπαίδευσης της Αιτήτριας στον ΠΣΠ διεξαγόταν άσκηση προσομοίωσης τροχαίου ατυχήματος για την οποία είχε οριστεί ως υπεύθυνος ασφαλείας. Ότι η Αιτήτρια συμμετείχε μαζί με άλλους δόκιμους πυροσβέστες στην εν λόγω άσκηση και είχε καθήκοντα ως πρώτη βοηθός για τον χειρισμό του τραυματία. Ότι κατά τη διάρκεια της άσκησης η Αιτήτρια αφού εκτέλεσε τα καθήκοντά της μετά τον απεγκλωβισμό του τραυματία έπρεπε να παραμείνει πίσω μέχρι να τελειώσει η άσκηση αλλά αντί να μείνει πίσω αναμείχθηκε στην ομάδα που ήταν υπεύθυνη να αφαιρέσει μέρη του οχήματος και στην προσπάθειά της να μετριάσει το βάρος του διασωστικού υδραυλικού εργαλείου το άρπαξε από τις λεπίδες του. Ότι αυτός για λόγους ασφαλείας επενέβη άμεσα τραβώντας την Αιτήτρια από το χέρι ώστε να αποφευχθεί πιθανός τραυματισμός της ίδιας ή άλλου μέλους της ομάδας. Υποστήριξε ότι ουδέποτε άρπαξε την Αιτήτρια από τα ρούχα για να την πετάξει και ότι ουδέποτε φώναξε στην Αιτήτρια με υβριστικό τρόπο. Ότι απλώς ενήργησε με τον πιο πάνω τρόπο ώστε να αποφευχθεί οποιοσδήποτε τραυματισμός. Ότι για το πιο πάνω συμβάν ενημερώθηκε ο κ. Παπαμιχαήλ από την Αιτήτρια ο οποίος με τη σειρά του τον κάλεσε στο γραφείο του όπου του εξήγησε ότι όλες οι ενέργειές του έγιναν με γνώμονα την ασφάλεια της Αιτήτριας και της ομάδας εντός των πλαισίων εκτέλεσης των καθηκόντων του ως υπεύθυνος ασφαλείας. Ότι η Αιτήτρια αφού τα άκουσε αυτά είπε ότι παρεξήγησε την όλη κατάσταση και ότι στη συνέχεια το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Υποστήριξε ότι σε σχέση με τις ετήσιες αξιολογήσεις του 2014 η μοναδική εμπλοκή που είχε αυτός σε αυτή τη διαδικασία ήταν να βοηθήσει για την εκτύπωσή τους κατόπιν οδηγιών του κ. Παπαμιχαήλ. Ότι μετά την εκτύπωση ο κ. Παπαμιχαήλ του ανέφερε με έντονο ύφος ότι κατά την υπογραφή των αξιολογήσεων εντόπισε αλλοιώσεις στις αξιολογήσεις τεσσάρων πυροσβεστών. Ότι ακολούθως διαπιστώθηκε ότι οι πιο πάνω αλλοιώσεις ήταν αποτέλεσμα λάθους κατά την αποθήκευση των αξιολογήσεων και ο κ. Παπαμιχαήλ προχώρησε αμέσως με τη διόρθωσή τους. Ήταν η θέση του ότι αυτός ουδέποτε παραποίησε οποιαδήποτε αξιολόγηση οποιουδήποτε συναδέλφου του.

 

Αντεξεταζόμενος είπε ότι κατά την εκδίκαση της πειθαρχικής διαδικασίας Π.Υ.2/2017 έδωσε μαρτυρία. Σημείωσε ότι στη σειρά που προσλήφθηκε η Αιτήτρια υπήρχαν και άλλες κοπέλες πυροσβέστριες και ότι αυτός δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με οποιαδήποτε γυναίκα ή άντρα πυροσβέστη. Ότι δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την Αιτήτρια. Ισχυρίστηκε ότι σε σχέση με τις αξιολογήσεις του 2014 η μόνη του εμπλοκή ήταν να συνδέσει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του κ. Παπαμιχαήλ με τη φωτοτυπική μηχανή του ΠΣΠ. Ότι την εκτύπωση την έκανε η κοπέλα του αρχείου του ΠΣΠ και ότι αυτός ήταν εκεί όλη τη διάρκεια της εκτύπωσης για να διασφαλίσει ότι δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα και/ή εμπλοκή της φωτοτυπικής μηχανής. Ότι μετά που τυπώθηκαν τα έντυπα των αξιολογήσεων τα παρέλαβε ο κ. Παπαμιχαήλ ο οποίος μετά από κάποια ώρα τον κάλεσε στο γραφείο του και με έντονο ύφος του είπε ότι «κάποιος άλλαξε τις αξιολογήσεις και αυτός είσαι εσύ». Ότι αυτός του απάντησε ότι δεν επενέβηκε στις αξιολογήσεις αφού η εκτύπωση έγινε από την κοπέλα του αρχείου. Απέρριψε υποβολή ότι η διόρθωση έγινε μετά από πολύ καιρό όταν υπέβαλε καταγγελία η Αιτήτρια και αρνήθηκε ότι ο κ. Παπαμιχαήλ τον κάλυψε γιατί στον ΠΣΠ υπήρχε μια αντρική «κλίκκα» η οποία εξυπηρετούσε τους άντρες πυροσβέστες.

 

Αγορεύσεις

 

Ο δικηγόρος της Αιτήτριας στην αγόρευσή του υποστήριξε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από την Αιτήτρια. Ότι στη βάση των πιο πάνω η Αιτήτρια υπέστη άμεση διάκριση λόγω του φύλου κατά παράβαση του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμος του 2002 Ν.205(Ι)/2002 («ο Ν.205(Ι)/2002»). Ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια υπέστηκε «δυσμενή» μεταχείριση λόγω της τοποθέτησής της στον ΠΣΑΠ για 3 χρόνια και 3 μήνες με το καθεστώς της εκ περιτροπής καθότι (1) η εν λόγω μετακίνηση ήταν αυθαίρετη και κακόπιστη και συνδεόταν με την καταγγελία της Αιτήτριας εναντίον του κ. Τζιάμαλη, (2) δεν θεωρείτο κανονικός υπάλληλος του ΠΣΑΠ ώστε να εκπαιδευτεί πλήρως, (3) δεν της δόθηκε κανονικός εξοπλισμός πυροσβέστη ΠΣΑΠ και (4) η αξιολόγησή της γινόταν από τον Επαρχιακό Υπεύθυνο ο οποίος δεν είχε επαφή με αυτήν και την αξιολογούσε αυθαίρετα. Περαιτέρω, το περιβάλλον εργασίας της καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια αντιμετωπιζόταν συνεχώς με δυσμένεια και ότι γίνονταν προσπάθειες επαγγελματικής εξουδετέρωσής της χωρίς να μπορεί να πράξει κάτι καθότι λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στην Επαρχία Πάφου κανένα παράπονό της δεν μπορούσε να εξεταστεί με δίκαιο τρόπο. Ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία για τα πιο πάνω. Ότι η εν λόγω διάκριση ήταν λόγω φύλου καθότι η Αιτήτρια, η οποία ήταν μάχιμος πυροσβέστης, αντιμετωπίστηκε με αυτόν τον τρόπο σε μια ανδροκρατούμενη Π.Υ., ως μια αδύνατη μονάδα η οποία δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί αποτελεσματικά. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια έτυχε βίαιης και εκφοβιστικής συμπεριφοράς από τον κ. Τζιάμαλη γιατί είναι γυναίκα και ότι ο κ. Τζιάμαλης έτυχε προστασίας από τον κ. Παπαμιχαήλ γιατί είναι άνδρας σε αντίθεση με την Αιτήτρια που δεν έτυχε ανάλογης προστασίας γιατί είναι γυναίκα. Ότι η Αιτήτρια παρέμεινε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στον ΠΣΑΠ, όπου δεν υπήρχε ανάλογος εξοπλισμός (μικρό νούμερο παπουτσιού) και δεν έτυχε πλήρους εκπαίδευσης, διότι είναι γυναίκα. Ότι καμιά περίπτωση άνδρα μάχιμου πυροσβέστη δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σε ανάλογη κατάσταση με την Αιτήτρια. Ότι οι άνδρες πυροσβέστες με θέματα υγείας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ότι η Αιτήτρια λόγω των πιο πάνω υπέστηκε τις ακόλουθες ζημιές: (1) το επιπρόσθετο κόστος μεταφοράς της στον ΠΣΑΠ, (2) παρέμεινε στάσιμη γιατί για όσο καιρό υπηρετούσε στον ΠΣΑΠ οι αξιολογήσεις της γίνονταν από τον Επαρχιακό Υπεύθυνο Πάφου ο οποίος δεν γνώριζε την απόδοσή της και (3) βίωσε αρνητικά συναισθήματα από τα πιο πάνω. Κλείνοντας κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδικάσει στην Αιτήτρια υπέρ της αποζημιώσεις που να ανταποκρίνονται στο μέγεθος και τη διάρκεια της δυσμενούς διάκρισης εις βάρος της πλέον έξοδα.

 

Ο δικηγόρος του Καθ’ ου η Αίτηση επικαλούμενος τόσο στοιχεία από τη μαρτυρία της Αιτήτριας όσο και τη μαρτυρία των μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δεν στοιχειοθέτησε πραγματικά περιστατικά από τα οποία να πιθανολογείται παράβαση των προνοιών του Ν. 205(Ι)/2002 και/ή αν κριθεί ότι υπήρξε τέτοια στοιχειοθέτηση ότι έχει αποδειχτεί ότι η συμπεριφορά για την οποία παραπονείται η Αιτήτρια δεν οφείλεται στο φύλο της. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας οι οποίες στηρίζονται στα παράπονα της Αιτήτριας (α) για τα επεισόδια που έλαβαν χώρα το 2009 και το 2010, (β) για την εκπαίδευσή της στα πυροσβεστικά οχήματα πόλης το 2015, (γ) για την αξιολόγησή της το 2015 και (δ) για την επανεκπαίδευσή της ως εκπαιδευτή Πρώτων Βοηθειών του 2014 είναι παραγραμμένες καθότι η Αίτηση έχει καταχωρηθεί σε χρόνο πέραν των 12 μηνών από τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα εν λόγω κατ’ ισχυρισμό της γεγονότα. Ότι δηλαδή η Αίτηση σχετικά με τα πιο πάνω περιστατικά έχει καταχωρηθεί εκτός της 12μηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10)Α του Περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμων του 1967, Ν.8/67 (ο «Ν. 8/67») για καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (το «Δ.Ε.Δ.»). Ακόμη υποστηρίζει ότι η παρούσα διαφορά ανάγεται στην υπηρεσιακή σχέση υπαλλήλου και δημόσιας αρχής και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ.. Ότι η τοποθέτηση της Αιτήτριας στον ΠΣΑΠ εμπίπτει στο πεδίο του δημοσίου δικαίου για το οποίο αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος έχει το Διοικητικό Δικαστήριο καθότι η ρύθμιση της μετακίνησης και/ή τοποθέτησης Πυροσβεστών σε άλλο Πυροσβεστικό Σταθμό για εξυπηρέτηση των αναγκών της Π.Υ. ανάγεται στη διοικητική εξουσία των αρμόδιων διοικητικών οργάνων.

 

Νομική Πτυχή

 

Η Αιτήτρια στηρίζει τις αξιώσεις της εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση στις πρόνοιες του Ν.205(Ι)/2002. Σημειώνουμε ότι ο Ν.205(Ι)/2002 θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 76/207/ΕΚ (περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας) και 97/80/ΕΚ (σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου). Στη συνέχεια τροποποιήθηκε για σκοπούς ορθότερης εναρμόνισης του με το Άρθρο 19 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο Οδηγία 2006/54/ΕΚ (για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση)). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του Ν.205(Ι)/2002 θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις των πιο πάνω Οδηγιών ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό των ρυθμίσεων αυτών με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκουν οι εν λόγω Οδηγίες. Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό των Οδηγιών[1]. Ο σκοπός του Ν.205(Ι)/2002 αναφέρεται στο άρθρο 3 όπου σημειώνεται ότι αποσκοπεί:

 

«στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε επαγγελματικό προσανατολισμό, σε επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και τους όρους και συνθήκες παροχής τους, την πρόσβαση σε απασχόληση και σε ελεύθερα επαγγέλματα, τους όρους και συνθήκες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής ανέλιξης, τους όρους και προϋποθέσεις απόλυσης καθώς και την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή σε οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών.»           

 

Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.205(Ι)/2002:

 

«άμεση διάκριση λόγω φύλου» υπάρχει όταν ένα πρόσωπο υφίσταται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση λόγω φύλου από ό,τι ένα άλλο υφίσταται, έχει υποστεί ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση·»

 

«απασχόληση» σημαίνει παροχή εργασίας ή υπηρεσιών, με αμοιβή, βάσει ατομικής συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ή μαθητείας ή άλλης ατομικής συμβάσεως ή σχέσεως, διεπομένης είτε από το ιδιωτικό είτε από το δημόσιο δίκαιο, σε οποιοδήποτε τομέα ή κλάδο δραστηριότητας, ιδιωτικό ή δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων της Δημόσιας Υπηρεσίας, της Δικαστικής Υπηρεσίας, της Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, των νομικών προσώπων ή οργανισμών δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, των Ενόπλων Δυνάμεων και των Δυνάμεων Ασφαλείας»

 

«αποδοχές υπερημερίας» σημαίνει το μισθό ή το ημερομίσθιο και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται, άμεσα ή έμμεσα, σε χρήμα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας και τα οποία στερήθηκε ο εργαζόμενος λόγω παραβάσεως του παρόντος Νόμου·»

 

«διάκριση λόγω φύλου» σημαίνει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης βασιζόμενης στην απόρριψη της εν λόγω συμπεριφοράς ή στην υποταγή σε αυτήν ή παρενόχλησης καθώς και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείρισης γυναίκας που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, τον τοκετό, τη γαλουχία, τη μητρότητα ή ασθένεια οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό, αλλά μη περιλαμβανομένων των θετικών δράσεων, ενώ οποιαδήποτε οδηγία ή εντολή για διάκριση εις βάρος προσώπων, λόγω φύλου, αποτελεί διάκριση λόγω φύλου»·

 

«επαγγελματική εκπαίδευση/κατάρτιση» σημαίνει κάθε μορφή εκπαιδεύσεως ή καταρτίσεως, που αποσκοπεί στην απόκτηση τυπικού ή ουσιαστικού προσόντος ή ιδιαίτερης ικανότητας για την άσκηση επαγγέλματος, απασχολήσεως ή εργασίας, ανεξάρτητα από την ηλικία και το επίπεδο καταρτίσεως των εκπαιδευομένων ή καταρτιζομένων, ακόμη και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει και τμήματα γενικής εκπαιδεύσεως·»

 

«εργαζόμενος» σημαίνει κάθε άνδρα ή γυναίκα που εργάζεται ή μαθητεύει με πλήρη ή μερική απασχόληση, για ορισμένο ή αόριστο, συνεχή ή μη, χρόνο, ασχέτως του τόπου απασχολήσεως, συμπεριλαμβανομένων και των κατ' οίκον εργαζομένων, αλλά μη περιλαμβανομένων των αυτοεργοδοτούμενων προσώπων·»

 

«εργατική διαφορά» σημαίνει κάθε διαφορά εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, καθώς και οποιοδήποτε συμπληρωματικό ή παρεμπίπτον θέμα (α) ……………..…. »

 

«εργοδότης» σημαίνει την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, τις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, σε οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα ή κλάδο δραστηριότητας, που απασχολεί ή απασχολούσε εργαζομένους·»

 

«Κυβέρνηση της Δημοκρατίας» περιλαμβάνει τη Δημόσια Υπηρεσία, τη Δικαστική Υπηρεσία, τη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις Δυνάμεις Ασφαλείας·»

 

«μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας» σημαίνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή εν γένει συμπεριφορά του εργοδότη ή άλλου προσώπου, το οποίο είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τον καθορισμό ή την τροποποίηση των συνθηκών απασχολήσεως, που προκαλεί άμεση ή έμμεση, υλική ή ηθική, ζημιά στον εργαζόμενο ή προσβάλλει, με οποιοδήποτε τρόπο, την προσωπικότητα ή την αξιοπρέπεια του·»

 

«παρενόχληση» σημαίνει ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σχετιζόμενη με το φύλο ενός προσώπου, η οποία έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον·»

 

«πράξη» περιλαμβάνει και την παράλειψη·»

 

 

Ο Ν.205(Ι)/2002 εφαρμόζεται (άρθρα 3, 4 και 7 του Ν.205(Ι)/2002) σε όλους τους εργαζόμενους του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα αναφορικά με όλες τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την απασχόληση. Μεταξύ άλλων αφορά: (1) την πρόσβαση σε επαγγελματική κατάρτιση και εκπαίδευση και τους όρους και συνθήκες παροχής τους και (2) τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής ανέλιξης και των μεταθέσεων, μετακινήσεων, αποσπάσεων και προαγωγών. Το άρθρο 5(1) του Ν.205(Ι)/2002 απαγορεύει την οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου κατά την έννοια του Ν.205(Ι)/2002. Σημειώνουμε ότι η πρόθεση του δράστη, όποια και αν είναι αυτή (καλή ή κακή, αθώα ή ένοχη, υποψιασμένη ή ανυποψίαστη) είναι απολύτως αδιάφορη και χωρίς καμία σημασία. Το εδάφιο 2 του άρθρου 5 του Ν.205(Ι)/2002 ορίζει:«ότι η έλλειψη υπαιτιότητας δεν αποκλείει τον παράνομο χαρακτήρα της διακρίσεως, ούτε την ευθύνη του παραβιάζοντος οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος νόμου.»

 

Τα συστατικά στοιχεία της άμεσης διάκρισης[2] είναι (1) η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση (2) οφειλόμενη στο φύλο. Η ύπαρξη άμεσης διάκρισης προϋποθέτει τη σύγκριση με ένα άλλο πρόσωπο σε σχέση με το οποίο το πρόσωπο που ασκεί αξιώσεις από την παράβαση της απαγόρευσης υφίσταται μια λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση οφειλόμενη στο φύλο του. Η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση (α) δεν είναι ταυτόσημη με τη διαφορετική μεταχείριση και πρέπει να υπάρχει σε αυτή ένα στοιχείο που να δεικνύει ότι όντως είναι λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση για το παραπονούμενο πρόσωπο και (β) δεν προϋποθέτει την πρόκληση περιουσιακής ζημιάς ή την προσβολή δικαιωμάτων και συμφερόντων (αυτά τα στοιχεία αφορούν τις συνέπειες των παραβάσεων της αρχής της ίσης μεταχείρισης). Το συγκρινόμενο πρόσωπο μπορεί να είναι πραγματικό ή υποθετικό και πρέπει να είναι σε όμοια ή σε ανάλογη κατάσταση με το παραπονούμενο πρόσωπο με μόνη διαφορά το φύλο (δηλαδή όλες οι σχετικές περιστάσεις που αφορούν το παραπονούμενο πρόσωπο και το συγκρινόμενο πρόσωπο πρέπει να είναι οι ίδιες (ή όχι ουσιαστικά διαφορετικές) με εξαίρεση το φύλο). Το κατά πόσον ένα πρόσωπο είναι σε όμοια ή ανάλογη κατάσταση με το παραπονούμενο πρόσωπο εξαρτάται από τη φύση του παραπόνου και τις περιστάσεις που το περιβάλλουν. Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει πραγματικό συγκρινόμενο πρόσωπο θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό από τα στοιχεία του οποίου μπορεί εξαχθούν πραγματικά γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθεί ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ο εργοδότης μεταχειρίστηκε το παραπονούμενο πρόσωπο λιγότερο ευνοϊκά από ότι θα μεταχειριζόταν το υποθετικό συγκρινόμενο πρόσωπο. Αν αποδειχτεί η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση του παραπονούμενου προσώπου τότε πρέπει να αποδειχτεί ότι αυτή έγινε ή γίνεται λόγω του φύλου του. Απαιτείται ένας αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης και του φύλου του παραπονούμενου προσώπου. Δεν είναι απαραίτητο να αποδειχτεί ότι το φύλο ήταν η αποκλειστική ή η κύρια αίτια της διάκρισης. Ούτε απαιτείται να υπάρχει ένοχη ή επιλήψιμη πρόθεση του εργοδότη. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι εμφανές από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι ο λόγος ήταν το φύλο αλλά σε κάποιες άλλες όχι. Στις τελευταίες είναι πολύ σημαντικό να εξεταστεί το πλαίσιο και όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης και να συναχθούν οι κατάλληλες διαπιστώσεις σχετικά με τον λόγο της διακριτικής μεταχείρισης με τη βοήθεια των προνοιών του ειδικού βάρους απόδειξης που προβλέπει ο Ν.205(Ι)/2002. 

 

Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Shamoon v. Chief constable of the Royal Ulster Constabulary (2003) 1 IRLR 300[3] o Lord Scott (σελ. 302) αναφερόμενος στο θέμα της λιγότερης ευνοϊκής μεταχείρισης και της μαρτυρίας που χρειάζεται για να αποδειχθεί λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση εντός των πλαισίων του Αγγλικού νόμου και πιο συγκεκριμένα λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση από αυτή που υπέστη ή θα υφίστατο ένα πρόσωπο, ανέφερε τα ακόλουθα:  

 

«108.    First, the statutory definition of what constitutes discrimination involves a comparison: ‘… treats that other less favourable than he treats or would treat other persons’. The comparison is between the treatment of the victim on the one hand and of a comparator on the other hand. The comparator may be actual (‘treats”) or may be hypothetical (‘or would treat’) but ‘must be such that the relevant circumstances in the one case are the same, or not materially different, in the other’ (see Article 7). If there is any material difference between the circumstances of the victim and the circumstances of the comparator, the statutory definition is not being applied. It is possible that, in a particular case, an actual comparator capable of constituting the statutory comparator will not be available and a hypothetical comparator will have to constitute the statutory comparator……

 

109.      But, secondly, comparators have a quite separate evidential role to play. Article 7 has nothing to do with this role. It is neither prescribing not limiting the evidential comparators that may be adduced by either party. The victim who complains of discrimination must satisfy the fact-finding tribunal that, on a balance of probabilities, he or she has suffered discrimination falling within the statutory definition. This may be done by placing before the tribunal evidential material from which an inference can be drawn that the victim was treated less favourably than he or she would have been treated if he or she had not been a member of the protected class. Comparators, which for this purpose are bound to be actual comparators, may of course constitute such evidential material. But they are no more than tools which may or may not justify an inference of discrimination on the relevant prohibited ground, eg sex. The usefulness of the tool will, in any particular case, depend upon the extent to which the circumstances relating to the comparator are the same as the circumstances relating to the victim. The more significant the difference or differences, the less cogent will be the case for drawing the requisite inference. But the fact that a particular chosen comparator cannot, because of material differences, qualify as the statutory comparator, eg under Article 7, by no means disqualifies it from an evidential role. It may, in conjunction with other material, justify the tribunal in drawing the inference that the victim was treated less favourably than she would have been treated if she had been the Article 7 comparator.

 

110. In summary, the comparator required for the purpose of the statutory definition of discrimination must be a comparator in the same position in all material respects as the victim save only that he, or she, is not a member of the protected class. But the comparators that can be of evidential value, sometimes determinative of the case, are not so circumscribed. Their evidential value will, however, be variable and will inevitably be weakened by material differences between the circumstances relating to them and the circumstances of the victim.

 

111. …………………………………………………………………………………………………………

 

116.      In the absence of any evidentially valuable comparators, was there any other material that the industrial tribunal majority might have had in mind as constituting the ‘sufficient material’ to which they referred? I would readily accept that it is possible for a case of unlawful discrimination to be made good without the assistance of any actual comparator. ……………………………………………………...But in the absence of comparators of sufficient evidential value some other material must be identified that is capable of supporting the requisite inference of discrimination. Discriminatory comments made by the alleged discriminator about the victim might in some cases suffice. Unconvincing denials of discriminatory intent given by the alleged discriminator coupled with unconvicing assertions of other reasons for the alleged discriminatory decision might in some cases suffice…       ……………………………………………………………….»

 

Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.205(Ι)/2002 (α) η σεξουαλική παρενόχληση και/ή παρενόχληση απαγορεύεται να διενεργείται από τον εργοδότη ή τον προϊστάμενο ή οποιοδήποτε συνάδελφο του θύματος ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο και (β) απαγορεύεται η θυματοποίηση του εργοδοτούμενου που καταγγέλλει ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης και/ή παρενόχλησης (απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, μεμονωμένη ή επαναλαμβανόμενη, η οποία λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης και/ή παρενόχλησης, αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τους όρους και συνθήκες απασχόλησης) και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο που αποκρούει ή υποκύπτει σε σεξουαλική παρενόχληση και/ή παρενόχληση το γεγονός ότι αποκρούει ή υποκύπτει σε τέτοια πράξη ή συμπεριφορά. Σημειώνουμε ότι το περιβάλλον που εργάζεται κάποιος θεωρείται ως μία από τις συνθήκες απασχόλησής του. Περαιτέρω επιβάλλεται στους εργοδότες να λάβουν ενεργητικά μέτρα για προστασία των εργαζομένων τους από κάθε πράξη ή παράλειψη που συνιστά σεξουαλική παρενόχληση και/ή παρενόχληση ή που αποτελεί άμεση ή έμμεση συνέπεια της απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης και/ή παρενόχλησης και η οποία προέρχεται από προϊστάμενό τους και/ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο. Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα (κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο[4]) που να αποτρέπουν πράξεις παρενόχλησης στοv χώρο εργασίας καθώς και πράξεις άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης ή παρενόχλησης, τον καθιστά σε περίπτωση διάπραξης των απαγορευμένων, δυνάμει του Ν.205(Ι)/2002, πράξεων είτε από ομοιόβαθμους του θύματος είτε από προϊσταμένους του, εξ ολοκλήρου συνυπεύθυνο με το άτομο που εκδήλωσε τις απαγορευμένες συμπεριφορές παρά το ότι (ο εργοδότης) δεν γνώριζε την ύπαρξη της σεξουαλικής παρενόχλησης και/ή της παρενόχλησης ή των πράξεων άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας και ως αποτέλεσμα δεν έλαβε μέτρα αντιμετώπισής τους (βλ. άρθρο 5 του Ν.205(Ι)/2002). Ο εργοδότης έχει υποχρέωση έναντι του προσώπου που υπέστη σεξουαλική παρενόχληση και/ή παρενόχληση και/ή άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης και/ή παρενόχλησης αμέσως μόλις περιέλθουν σε γνώση του οι συγκεκριμένες πράξεις να λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο για την παύση και τη μη επανάληψή τους καθώς και για την άρση των συνεπειών τους. Σε αντίθετη περίπτωση ο εργοδότης είναι πλήρως συνυπεύθυνος με τον δράστη που διέπραξε τις απαγορευμένες πράξεις.

 

Για να συνιστά μια συμπεριφορά παρενόχληση[5] εντός του πλαισίου του Ν.205(Ι)/2002 θα πρέπει (1) να είναι ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της, (2) να σχετίζεται/συνδέεται με το φύλο του αποδέκτη της και (3) να έχει σκοπό ή αποτέλεσμα της προσβολή της αξιοπρέπειας του ατόμου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό εργασιακό περιβάλλον για τον αποδέκτη της. Η συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί είτε με λόγια είτε με πράξεις (δεν αποτελεί προϋπόθεση να είναι επαναλαμβανομένη πράξη αν είναι τόσο σοβαρή πράξη) και καλύπτει και μηνύματα και εικόνες που περιέχονται σε έγγραφα ή αποστέλλονται ή κυκλοφορούν με οποιοδήποτε τρόπο και δεν είναι απαραίτητο να απευθύνεται ειδικά στο παραπονούμενο πρόσωπο. Πράξεις παρενόχλησης ενός εργαζομένου, ανάλογα με το σύνολο των περιστάσεων της κάθε περίπτωσης, μπορεί να θεωρηθούν η συστηματική αγνόηση, η συστηματική άρνηση επικοινωνίας μέσω υποτιμητικών ή απαξιωτικών χειρονομιών ή εκφράσεων, οι φωνές και οι ύβρεις, οι απειλές, η μόνιμη κριτική για την παρεχόμενη εργασία, η μεταφορά σε απομακρυσμένο εργασιακό περιβάλλον, ο αποκλεισμός από συσκέψεις και δραστηριότητες στις οποίες κανονικά θα έπρεπε να συμμετέχει, η παρεμπόδιση του σε εκπαιδευτικά σεμινάρια, τα κακόβουλα και προσβλητικά σχόλια εις βάρος του σε συστηματική βάση, η διάδοση δυσφημιστικών φημών για την προσωπικότητά του και τον τρόπο που συμπεριφέρεται, η παραποίηση των λόγων ή των πράξεών του, η περιφρονητική αντιμετώπισή του, η μη ανάθεση ή αφαίρεση βασικών αρμοδιοτήτων του, η ανάθεση καθηκόντων ανούσιων ή υποδεέστερων των προσόντων και των ικανοτήτων του, η ψευδής υποαξιολόγηση της εργασίας του, οι αυθαίρετες εντολές, η απειλή ή χρήση σωματικής βίας, η απειλή επιβολής ή η επιβολή αδικαιολόγητων πειθαρχικών κυρώσεων, η απόλυση ενός εργοδοτουμένου ή ο εξαναγκασμός ενός εργοδοτουμένου σε παραίτηση.

 

(1)  Ανεπιθύμητη Συμπεριφορά από τον αποδέκτη της[6]

Σημειώνουμε ότι ο όρος «συμπεριφορά» καλύπτει και μια μεμονωμένη πράξη αν αυτή είναι τέτοιας φύσης και έντασης που έχει ως συνέπεια τη μείωση της αξιοπρέπειας του εργαζομένου και τη δημιουργία του προβλεπομένου δυσμενούς εργασιακού περιβάλλοντος για τον εργαζόμενο. Το κριτήριο κατά πόσον η συμπεριφορά είναι ανεπιθύμητη είναι υποκειμενικό και σημασία έχει το πώς η συμπεριφορά έχει εκληφθεί από τον αποδέκτη της. Εξετάζεται κατ’ αρχάς κατά πόσον η συμπεριφορά ήταν τόσο προσβλητική που ξεκάθαρα δεν θα ήταν επιθυμητή, αν όχι εξετάζεται αν οι περιβάλλουσες συνθήκες της συμπεριφοράς την μετατρέπουν σε προσβλητική ώστε να είναι ξεκάθαρα ανεπιθύμητη και αν όχι αν ο αποδέκτης έχει με κάποιο τρόπο εκδηλώσει τη δυσαρέσκειά του για την εν λόγω συμπεριφορά. Το πώς την αντιλήφθηκε ο δράστης της ή ποια ήταν η πρόθεση του δράστη της είναι άσχετο. Επίσης είναι άσχετο το ότι η ίδια συμπεριφορά είναι αποδεκτή και όχι ανεπιθύμητη από άλλους εργοδοτούμενους ή ότι θεωρήθηκε στο παρελθόν ως αποδεκτό χαρακτηριστικό του εργασιακού περιβάλλοντος. Για να είναι ανεπιθύμητη η συμπεριφορά αρκεί να εκδηλώνεται μονομερώς από τον δράστη «γεγονός που συντρέχει όχι μόνο όταν υπάρχει ρητή άρνηση συναίνεσης, αλλά και όταν επιβάλλεται κατ΄ εκμετάλλευση της ανοχής του άλλου μέρους»[7]. Πιο συγκεκριμένα, ανεπιθύμητη είναι η συμπεριφορά την οποία ο αποδέκτης δεν ζήτησε, δεν επιδίωξε, δεν προκάλεσε ή δεν συναίνεσε σε αυτήν και η οποία είναι προσβλητική γι’ αυτόν. Η έκφραση της δυσαρέσκειας ή της ενόχλησης του παρενοχλούμενου δεν χρειάζεται να είναι ρητή αλλά θα πρέπει να συνάγεται από τη συνολική στάση του αποδέκτη απέναντι στις συμπεριφορές για τις οποίες παραπονείται ώστε να «καθίσταται δυνατή η αντικειμενική διαπίστωση του ανεπιθύμητου χαρακτήρα της συμπεριφοράς, ο οποίος πρέπει να εξωτερικεύεται και να μην παραμείνει στα όρια της υποκειμενικής σφαίρας του παρενοχλούμενου, αφού καθίσταται αποφασιστικό στοιχείο για την πραγμάτωση της παράνομης συμπεριφοράς ….»[8]. Πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις στη συμπεριφορά του αποδέκτη ή από το περιβάλλον του ότι η συμπεριφορά του δράστη ήταν πραγματικά ανεπιθύμητη.

 

(2) Συμπεριφορά σχετιζόμενη με το φύλο του αποδέκτη

 Το αν μια συμπεριφορά σχετίζεται με το φύλο του αποδέκτη της, κρίνεται, εξετάζοντας αντικειμενικά τις περιστάσεις της περίπτωσης και ιδιαίτερα το πραγματικό πλαίσιο της περίπτωσης[9] (καθότι αυτό μπορεί να δεικνύει ότι η συμπεριφορά για την οποία παραπονείται ο αποδέκτης της είτε οφείλεται σε άλλους λόγους και δεν σχετίζεται με το φύλο είτε ότι έχει σχέση με το φύλο του αποδέκτη). Ενώ η πρόθεση του δράστη και η γνώμη του παραπονούμενου μπορεί να ληφθούν υπόψη δεν αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την απόφανση επί του εν λόγω ζητήματος.

 

(3) Συμπεριφορά που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού εργασιακού περιβάλλοντος

Σημειώνουμε ότι δεν απαιτείται η προσβολή της αξιοπρέπειας να δημιουργεί οπωσδήποτε εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή εχθρικό περιβάλλον καθότι η χρήση του όρου «ιδίως» δεικνύει ότι η δημιουργία εχθρικού περιβάλλοντος για το θύμα προβλέπεται ενδεικτικά ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της προσβολής[10]. Η συμπεριφορά που επιδεικνύεται πρέπει να είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να μπορεί λογικά να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, ότι προσβάλει την αξιοπρέπεια του αποδέκτη της (ηθική μείωσή του) ιδίως με τη δημιουργία ενός δυσμενούς, εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού εργασιακού περιβάλλοντος για το πρόσωπο του αποδέκτη της. Δηλαδή τέτοια συμπεριφορά που μπορεί λογικά υπό τις περιστάσεις λαμβάνοντας υπόψη την ένταση των εκδηλώσεων και τη βαρύτητα της προσβολής να χαρακτηριστεί ως προσβλητική για την αξιοπρέπεια του αποδέκτη της και/ή εκφοβιστική, εχθρική και ταπεινωτική για τον αποδέκτη της από το ίδιο πρόσωπο του αποδέκτη της. Λαμβάνεται υπόψη η αντίληψη και τα αισθήματα του θύματος και κατά πόσον ήταν λογικό υπό τις περιστάσεις η συμπεριφορά του δράστη να είναι το αποτέλεσμα της μείωσης της αξιοπρέπειας του θύματος[11]. Σχετικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του εν λόγω παράγοντα είναι η ηλικία του αποδέκτη, η φυλετική ή εθνοτική καταγωγή του αποδέκτη, οποιαδήποτε αναπηρία του αποδέκτη, το πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα η παρενόχληση, η θέση του αποδέκτη στην εργασία και η φύση της σχέσης των εμπλεκομένων. Η διαπίστωση του γεγονότος ότι το θύμα λογικά βίωσε τη συμπεριφορά του θύτη ως προσβλητική, εκφοβιστική και ταπεινωτική (δηλαδή ότι ήταν λογικό υπό τις περιστάσεις ότι η συμπεριφορά του δράστη να έχει αυτό το αποτέλεσμα) είναι αρκετή για να κριθεί η εν λόγω συμπεριφορά ως ανεπίτρεπτη παρενόχληση. Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνιστά παρενόχληση αν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξιοπρέπειας ιδίως με τη δημιουργία του εκφοβιστικού και ταπεινωτικού περιβάλλοντος ανεξάρτητα από την πρόθεση του ατόμου που εκδήλωσε την εν λόγω συμπεριφορά. Επίσης παρενόχληση μπορεί να υφίσταται όταν αποδειχτεί ότι ο δράστης έχει ως σκοπό την προσβολή της αξιοπρέπειας του θύματος και/ή την εγκαθίδρυση εχθρικού περιβάλλοντος.

 

Στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνονται προβλέψεις σχετικά με τα αρμόδια Δικαστήρια να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 καθώς και οι κυρώσεις που μπορεί να επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο στο πρόσωπο που παραβίασε τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου:

 

«15.(1) Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και εφόσον ο παρών Νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά, αρμοδιότητα για την εκδίκαση των εργατικών διαφορών και των λοιπών διαφορών ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.

 

(2) ……………………………………

 

(3) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.

 

(4) Σε περίπτωση απολύσεως κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εκτός από την επιδίκαση της κατά· το εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου αποζημιώσεως, και χωρίς να εξετάσει την καλή ή κακή πίστη του εργοδότη, διατάζει την επαναπρόσληψη του εργαζόμενου και υποχρεώνει τον εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, εφόσον ο εργαζόμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία:

Νοείται ότι σε περίπτωση επαναπρόσληψης ο εργαζόμενος, εφόσον έχει επιδικαστεί σ' αυτόν η κατά/το εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου αποζημίωση, δε δικαιούται σε αναδρομική καταβολή μισθών ή άλλων ωφελημάτων, το χρονικό όμως διάστημα της απολύσεως θεωρείται ως υπηρεσία για όλους τους άλλους σκοπούς.

 

(5) Ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπουν τα εδάφια (3) και (4) του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκδίδει διάταγμα δεσμευτικής αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με την καταγγελλόμενη παράβαση.

 

(6) …………………………………………………………………………»

 

Σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν.205(Ι)/2002 σε περίπτωση παραβάσεως του Ν.205(Ι)/2002 μοναδική προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η διαπίστωση παράβασης του Ν.205(Ι)/2002 αφού δεν εφαρμόζονται διατάξεις (α) που θέτουν ως προϋπόθεση του δικαιώματος για αποζημίωση ένα ελάχιστο διάστημα απασχόλησης ή ένα ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας του εργαζόμενου και (β) που θέτουν ένα ανώτατο όριο αποζημίωσης. Περαιτέρω το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται καταβάλλεται εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη ή άλλο πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση.

 

To Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) (νυν Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.)) στην απόφασή του στην υπόθεση C-14/83 Van Colson [1984] ECR 1891 η οποία αφορούσε την Οδηγία 76/207/ΕΚ τόνισε ότι έστω και αν η οδηγία δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη κύρωση που πρέπει να επιβάλλεται συνεπάγεται από το λεκτικό της οδηγίας ότι αν το κράτος μέλος επιλέξει ως κύρωση για την παραβίαση της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, τότε η αποζημίωση αυτή πρέπει να εξασφαλίζει την πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη και να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημιά. Μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση (pure nominal compensation) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι o Ν.205(I)/2002 δημιουργεί αστικής φύσεως αδικήματα και στην περίπτωση που στοιχειοθετούνται πράξεις που παραβιάζουν τον εν λόγω Νόμο οι αποζημιώσεις στο θύμα που επιδικάζονται είναι αστικής φύσεως[12] με βασικό κριτήριο ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη και να καλύπτει τη θετική ζημιά που υπέστηκε το θύμα. Δηλαδή επιδικάζονται στο θύμα αποζημιώσεις που καλύπτουν όλες τις ζημιές που υπέστηκε συνεπεία και λόγω των παραβάσεων του εν λόγω Νόμου χωρίς να χρειάζεται να αποδειχτεί ότι οι εν λόγω ζημιές ήταν προβλεπτές[13]. Οι αποζημιώσεις καλύπτουν τις υλικές ζημιές, τη σωματική (περιλαμβάνει και την ψυχιατρική) βλάβη[14] και την ηθική βλάβη που υπέστηκε το θύμα. Το Δ.Ε.Δ. σε περιπτώσεις που υπάρχει υλική ζημιά και σωματική βλάβη/ασθένεια που προκλήθηκε από την πράξη διάκρισης επιδικάζει αποζημιώσεις που καλύπτουν την πραγματική ζημιά που έχει ήδη υποστεί το θύμα ή που ενδεχόμενα θα υποστεί στο μέλλον συνεπεία των απαγορευμένων πράξεων. Όσον αφορά την ηθική βλάβη σημειώνουμε ότι η έννοια της ηθικής βλάβης (“injured feelings”) καλύπτει αισθήματα αναστάτωσης, ανησυχία, άγχος, φόβο, λύπη, δυστυχία, κατάθλιψη, ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη[15]. Το αντικείμενο της αποζημίωσης δεν είναι ούτε η οικονομική ζημιά ούτε η ασθένεια/σωματική βλάβη αλλά η βλάβη στα αισθήματα του θύματος. Στην αγγλική υπόθεση HM Prison Service v. Johnson [1997] ICR 275 σημειώθηκε ότι σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης για ηθική βλάβη είναι η αποζημίωση και η αποκατάσταση του παραπονούμενου και όχι η τιμωρία του εργοδότη ή του θύτη ή η απόδοση απρόσμενων ωφελημάτων στο θύμα. Ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να είναι πολύ χαμηλές ώστε να γίνει σαφές ότι οι δυσμενείς διακρίσεις δεν είναι αποδεκτές. Ότι αν οι αποζημιώσεις είναι πολύ ψηλές υπάρχει κίνδυνος να μην είναι αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτούς τους λόγους τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για ηθική βλάβη λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των πράξεων του παραβάτη αφενός και τη ζημιά που υπέστηκε στα αισθήματά του το θύμα αφετέρου. Το Court of Appeal στην απόφασή του στην υπόθεση Vento v. Chief Constable of West Yorkshire Police [2003] ICR 318 έδωσε εκτεταμένη καθοδήγηση σχετικά με το πώς υπολογίζονται οι αποζημιώσεις για τυχόν ηθική βλάβη που προκλήθηκε στο θύμα από την παράβαση. Η εν λόγω καθοδήγηση διαχώρισε τις υποθέσεις σε τρεις κατηγορίες (“the Vento bands”). Η πρώτη κατηγορία αφορά τις πιο σοβαρές υποθέσεις (“the most serious cases”) όπου για παράδειγμα έχει υπάρξει μια μακρά εκστρατεία φυλετικής και σεξουαλικής παρενόχλησης. Σ’ αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ GB£15.000 - GB£25.000 και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (“the most exceptional case”) η αποζημίωση για ηθική ζημιά μπορεί να υπερβεί τις GB£25.000. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τις σοβαρές υποθέσεις (“serious cases”) που δεν πρέπει να συμπεριληφθούν στην πρώτη κατηγορία διότι δεν υπάρχουν τα στοιχεία ιδιαίτερης σοβαρότητας που χαρακτηρίζουν τις υποθέσεις της πρώτης κατηγορίας. Σ’ αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι μεταξύ GB£5.000 - GB£15.000. Η τρίτη κατηγορία καλύπτει τις λιγότερο σοβαρές υποθέσεις όταν η πράξη της διάκρισης αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό όχι ιδιαίτερης σοβαρότητας και η αποζημίωση σ’ αυτήν την κατηγορία πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ GB£500 - GB£5.000. Τονίστηκε ότι υπάρχει αρκετή ελαστικότητα στην κάθε κατηγορία ώστε σε κάθε περίπτωση να δίνεται αποζημίωση που κρίνεται δίκαια και εύλογη αποζημίωση σύμφωνα με τις περιστάσεις της περίπτωσης[16]. Στην περίπτωση της κας Vento η οποία παρενοχλείτο για τέσσερα χρόνια λόγω του φύλου της και στη συνέχεια απολύθηκε με την επίκληση ότι διέπραξε απάτη, επιδικάστηκαν GB£18.000- ως αποζημιώσεις για ηθική βλάβη στην οποία προστέθηκαν ακόμα GB£5.000- λόγω της συμπεριφοράς των εργοδοτών που επιβάρυνε (“aggravate”) την επίδραση των απαγορευμένων πράξεων στα αισθήματα της κας Vento. Σημειώνουμε ότι Employment Appeal Tribunal[17] αναθεώρησε προς τα πάνω τα ποσά της κάθε κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα για την πρώτη κατηγορία GB£18.000 - GB£30.000, για τη δεύτερη GB£6.000 - GB£18.000 και για την τρίτη GB£500 - GB£6.000.  Στη συνέχεια το Court of Appeal[18] αύξησε περαιτέρω τα εν λόγω ποσά κατά 10%. Η επιδίκαση των αποζημιώσεων για ηθική βλάβη πρέπει να βασίζεται σε μαρτυρία (όπως π.χ. την περιγραφή του θύματος για τα αισθήματα που βίωσε, τη διακριτική μεταχείριση που υπέστηκε το θύμα, τη διάρκεια και την ένταση της διακριτικής μεταχειρίσης, τη διάρκεια των συνεπειών της διακριτικής μεταχείρισης και τις συνέπειες στην παρελθούσα και στην τωρινή εργασία του θύματος καθώς και στην προσωπική ζωή του θύματος) και όχι σε ένα απλό ισχυρισμό για τέτοια βλάβη[19].

 

Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν.205(Ι)/2002 στην περίπτωση που ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι θίγεται από παράβαση των διατάξεων του εν λόγω Νόμου στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden) μετατίθεται στον αντίδικό του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση του εν λόγω Νόμου. Περαιτέρω κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του εν λόγω Νόμου έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το άρθρο 14 του Ν.205(Ι)/2002 θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο το οποίο, μέσω αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε) και Οδηγιών που προβλέπουν σχετικά με την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (Οδηγία 97/80/ΕΚ (σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου)[20] και Οδηγία 2006/54/ΕΚ (για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση)[21]), ρύθμισε το βάρος απόδειξης στις περιπτώσεις διακρίσεων λόγω φύλου. Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες και τη δυσχέρεια που έχει ένας εργαζόμενος να αποδείξει στη βάση των γενικών αρχών της απόδειξης ότι οι πράξεις για τις οποίες παραπονείται ότι συνιστούν παράβαση της αρχής της ισότητας, οι αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. και οι Οδηγίες προβλέπουν (1) μείωση του αποδεικτικού επιπέδου που απαιτείται από το παραπονούμενο πρόσωπο και (2) μερική αντιστροφή του βάρος απόδειξης, δίνοντας έτσι αποδεικτικές διευκολύνσεις στο παραπονούμενο πρόσωπο. Στόχος είναι να διασφαλιστεί η αποτελεσματική δικαστική προστασία στο παραπονούμενο πρόσωπο και να παρέχεται σε αυτό η επιβαλλόμενη από το ουσιαστικό δίκαιο της ίσης μεταχείρισης προστασία. Το Δ.Ε.Ε στην απόφασή του στην υπόθεση C-54/07 Centrum voor Gelijikheid van Kansen en voor Racismebestrijding v. Firma Feryn NV ημερ. 10.7.2006 αναφερόμενο στον τρόπο εφαρμογής του κανόνα περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως σημείωσε ότι:

 

«30. ……στον εναγόμενο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, άπαξ από τα πραγματικά περιστατικά τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως. Η υποχρέωση αποδείξεως του αντιθέτου, την οποία υπέχει το πρόσωπο που φέρεται ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση, εξαρτάται μόνον από τη διαπίστωση της υπάρξεως τεκμηρίου δυσμενούς διακρίσεως, άπαξ αυτό στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά»,

 

και στη συνέχεια διευκρίνισε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο αφενός να εξακριβώσει αν έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον εργοδότη και κατά πόσον τα περιστατικά που αποδεικνύονται αρκούν προκειμένου να τεκμαίρεται η ύπαρξη διακριτικής μεταχείρισης και αφετέρου να εκτιμήσει αν επαρκούν τα στοιχεία που προσκόμισε ο εργοδότης με τη μαρτυρία του προς στήριξη των ισχυρισμών του ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

 

Στο σύγγραμμα Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, Β’ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2024, στις σελίδες 273-284, όπου σχολιάζεται η πρόνοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης στις Οδηγίες που προβλέπουν για την ίση μεταχείριση, αναγράφονται τα πιο κάτω:

   

«H αποδεικτική διευκόλυνση του εργαζομένου συνίσταται σ’ έναν συνδυασμό μείωσης του μέτρου απόδειξης και (μερικής) αντιστροφής του βάρους απόδειξης. Μπορεί ο όρος «τεκμήριο» να μην είναι επιτυχής, όμως ο όρος αυτός εκφράζει τη μείωση του μέτρου της απόδειξης, αρκούμενος ο νομοθέτης σε πιθανολόγηση. Συνέπεια του «τεκμηρίου» είναι η μετάθεση του βάρους απόδειξης στον εργοδότη, ο οποίος οφείλει να το ανατρέψει με κύρια απόδειξη και όχι με ανταπόδειξη. Πλήρη απόδειξη δεν οφείλει να παράσχει ο εργαζόμενος. Αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει στοιχεία (ενδείξεις) από τα οποία να πιθανολογείται ότι η διάκριση που υπέστη οφείλεται σ’ έναν από τους απαγορευμένους λόγους διάκρισης (φύλο, φυλή, εθνοτική καταγωγή κ.α.). Εάν ανταποκριθεί στο βάρος του αυτό, ο εργοδότης πλέον φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης ότι δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης διακρίσεων είτε γιατί αυτή στηρίζεται σε κριτήρια ξένα προς οποιαδήποτε διάκριση, είτε γιατί συντρέχουν οι προβλεπόμενοι στον νόμο λόγοι, οι οποίοι, κατ’ εξαίρεση, δικαιολογούν διακρίσεις (……….). Στον εργοδότη επιρρίπτεται τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό βάρος απόδειξης. Ο εργοδότης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα στοιχεία που να δημιουργούν πλήρη δικανική πεποίθηση περί του αντιθέτου, φέροντας πλέον αυτός τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή (non liquet). Γενικόλογοι και αόριστοι ισχυρισμοί δεν αρκούν…………… ...…………… Είναι επιλογή του νομοθέτη και οι δύο διάδικοι, ως προς στοιχεία του πραγματικού μιας διάταξης, να φέρουν το βάρος απόδειξης σε δύο διακριτά χρονικά στάδια, απαιτώντας από μεν τον εργαζόμενο πιθανολόγηση, από δε τον εργοδότη πλήρη απόδειξη………………………………….. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη η αποδεικτική διευκόλυνση υπέρ του εργαζομένου περιορίζεται στο στοιχείο αυτό ως προς την απόδειξη του οποίου ο εργαζόμενος αντιμετωπίζει πράγματι σημαντικές δυσχέρειες, στην απόδειξη δηλαδή ότι η δυσμενής μεταχείρισή του έχει ως αιτία έναν από τους λόγους που απαγορεύεται να αποτελέσουν κριτήρια διάκρισης των αποφάσεων του εργοδότη, είτε αυτές αφορούν την πρόσληψη, είτε τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας, είτε τη λύση της. Ως προς το στοιχείο αυτό, ο εργαζόμενος βρίσκεται σε κατάσταση αποδεικτικής ανάγκης, καθόσον το αποδεικτικό υλικό βρίσκεται στα χέρια του εργοδότη, χωρίς ο εργαζόμενος να έχει καμία δυνατότητα πρόσβασης σ’ αυτό. Αντίθετα, η αποδεικτική διευκόλυνση δεν επεκτείνεται στα λοιπά στοιχεία του πραγματικού των διακρίσεων. Έτσι, ο ενάγων εργαζόμενος οφείλει να παράσχει πλήρη απόδειξη ως προς το ότι συντρέχει πράγματι δυσμενής μεταχείριση, ότι δηλαδή η πρακτική ή το μέτρο που εφαρμόζει ο εργοδότης συνεπάγεται για τα πρόσωπα που είναι φορείς ενός από τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά «λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση» σε σύγκριση με άλλα πρόσωπα. Χωρίς την απόδειξη τουλάχιστον του πραγματικού γεγονότος της δυσμενέστερης μεταχείρισης δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την απαγορευμένη διάκριση

 

 

Το Court of Appeal στην απόφασή του στην υπόθεση Igen Ltd v. Wong [2005] IRLR 258 ανέφερε ότι αναλύοντας τις σχετικές διατάξεις για το βάρος απόδειξης στις υποθέσεις διακριτικής μεταχείρισης ή παράβασης της αρχής της ισότητας[22] σημείωσε ότι οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν ότι τα Tribunals θα πρέπει να εξετάζουν την υπόθεση σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο εξετάζεται κατά πόσον ο αιτητής απέδειξε γεγονότα από τα οποία το Tribunal μπορεί να συμπεράνει στην απουσία επαρκούς εξηγήσεως από τον καθ’ ου η αίτηση ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει διαπράξει ή μπορεί να θεωρήσει ότι έχει διαπράξει την παράνομη πράξη της διάκρισης εναντίον του αιτητή. Από το Tribunal απαιτείται στο πρώτο στάδιο να κάνει μια υπόθεση, η οποία μπορεί να είναι και σε αντίθεση με την πραγματικότητα με σκοπό να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στον καθ’ ου η αίτηση στο δεύτερο στάδιο έτσι ώστε αν ο καθ’ ου η αίτηση δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τα γεγονότα, ο αιτητής επιτυγχάνει. Αν ο αιτητής αποδείξει τα πιο πάνω γεγονότα στο πρώτο στάδιο, τότε στο δεύτερο στάδιο ο καθ ου η αίτηση πρέπει να αποδείξει ότι δεν διέπραξε ή ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει διαπράξει την παράνομη πράξη ώστε να μην δεχθεί το παράπονο το Tribunal. Αν στο δεύτερο στάδιο η εξήγηση του καθ’ ου η αίτηση κριθεί ανεπαρκής τότε το Tribunal πρέπει να καταλήξει ότι το παράπονο για διάκριση ευσταθεί[23]. Παρόλο που υπάρχουν αυτά τα δύο στάδια στη διαδικασία της απόφασης τα Tribunals δεν πρέπει να χωρίζουν την ακροαματική διαδικασία σε δύο στάδια ώστε να αντιστοιχούν στα δύο πιο πάνω στάδια. Θα πρέπει να ακούσουν όλη τη μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης και της εξήγησης του καθ’ ου η αίτηση, προτού αποφασίσουν αν οι προϋποθέσεις του πρώτου σταδίου ικανοποιήθηκαν και αν ναι, κατά πόσον ο καθ’ ου η αίτηση απέσεισε το βάρος απόδειξης που μετατοπίστηκε στους ώμους του. Το Court of Appeal με την πιο πάνω απόφαση εξέδωσε και τις πιο κάτω καθοδηγητικές αρχές ως προς τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουν τα Tribunals το θέμα του βάρους της απόδειξης στις υποθέσεις άμεσης διάκρισης:

 

«(1)...... it is for the claimant who complains of sex discrimination to prove on the balance of probabilities facts from which the tribunal could conclude, in the absence of an adequate explanation, that the respondent has committed an act of discrimination against the claimant which is unlawful .............................. These are referred to below as “such facts”.

(2) If the claimant does not prove such facts he or she will fail.

(3) It is important to bear in mind in deciding whether the claimant has proved such facts that it is unusual to find direct evidence of sex discrimination. Few employers would be prepared to admit such discrimination, even to themselves. In some cases the discrimination will not be an intention but merely based on the assumption that “he or she would not have fitted in”.

(4) In deciding whether the claimant has proved such facts, it is important to remember that the outcome at this stage of the analysis by the tribunal will therefore usually depend on what inferences it is proper to draw from the primary facts found by the tribunal.

(5) It is important to note the word “could” in ........ .................. At this stage the tribunal does not have to reach a definitive determination that such facts would lead it to the conclusion that there was an act of unlawful discrimination. At this stage a tribunal is looking at the primary facts before it to see what inferences of secondary fact could be drawn from them.

(6) In considering what inferences or conclusions can be drawn from the primary facts, the tribunal must assume that there is no adequate explanation for those facts.

(7) These inferences can include, in appropriate cases, any inferences that it is just and equitable to draw .................from an evasive or equivocal reply to a questionnaire ......................

(8) Likewise, the tribunal must decide whether any provision of any relevant code of practice is relevant and if so, take it into account in determining,............................ This means that inferences may also be drawn from any failure to comply with any relevant code of practice.

(9) Where the claimant has proved facts from which conclusion could be drawn that the respondent has treated the claimant less favourably on the ground of sex, then the burden of proof moves to the respondent.

(10) It is then for the respondent to prove that he did not commit, or as the case may be, is not to be treated as having committed, that act.

(11) To discharge that burden it is necessary for the respondent to prove, on the balance of probabilities, that the treatment was in no sense whatsoever on the grounds of sex, since “no discrimination whatsoever” is compatible with the Burden of Proof Directive.

(12) That requires a tribunal to assess not merely whether the respondent has proved an explanation for the fact from which such inferences can be drawn, but further that it is adequate to discharge the burden of proof on the balance of probabilities that sex was not a ground for the treatment in question.

(13) Since the facts necessary to prove an explanation would normally be in the possession of the respondent, a tribunal would normally expect cogent evidence to discharge that burden of proof. In particular, the tribunal will need to examine carefully explanations for failure to deal with the questionnaire procedure and/or code of practice

 

(Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας.)

 

Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του Laing v. Manchester City Council [2006] IRLR 748 τόνισε ότι το Tribunal κατά το πρώτο στάδιο οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα ώστε να αποφασίσει ποια συμπεράσματα είναι ορθό να συναχθούν και αναφερόμενο στο τι χρειάζεται για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ο παραπονούμενος σημείωσε τα πιο κάτω:

 

“In our view the reference to "the claimant proving facts" in Section …. does not mean that it is only the facts adduced by him (plus supporting facts adduced by the Respondent) that can be considered; it is merely indicating that at that stage the burden rests on the claimant to satisfy the Tribunal, after a consideration of all the facts, that a prima facie case exists sufficient to require an explanation. ……………………………. if one considers the burden of proof provision in the context of what a claimant needs to establish in a discrimination claim, what it envisages is that the onus lies on the employee to show potentially less favourable treatment from which an inference of discrimination could properly be drawn……………. That involves a consideration of all material facts (as opposed to any explanation). It is only if the claimant succeeds in establishing that less favourable treatment that the onus switches to the employer to show an adequate, in the sense of non-discriminatory, reason for the difference in treatment.

 

Ο Lord Justice Mummery δίνοντας την ομόφωνη απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Madarassy v. Nomura International plc [2007] IRLR 246 επικαλούμενος την ανάλυση στην απόφαση Igen Ltd v. Wong διευκρίνισε ότι δεν αρκεί για να μετατεθεί το βάρος απόδειξης στον καθ’ου η αίτηση η απόδειξη γεγονότων ότι υπάρχει μεταξύ των συγκρινόμενων προσώπων (1) διαφορετική μεταχείριση και (2) διαφορά κατάστασης (status) σε ό,τι αφορά τους λόγους που αναφέρονται στις νομοθεσίες κατά των διακρίσεων[24] και σημείωσε τα ακόλουθα σε σχέση με τα γεγονότα που χρειάζεται ο αιτητής να αποδείξει για να δικαιολογείται η μετάθεση του βάρος απόδειξης στον καθ’ου η αίτηση:

“The court in Igen v. Wong expressly rejected the argument that it was sufficient for the complainant simply to prove facts from which the tribunal could conclude that the respondent "could have" committed an unlawful act of discrimination. The bare facts of a difference in status and a difference in treatment only indicate a possibility of discrimination. They are not, without more, sufficient material from which a tribunal "could conclude" that, on the balance of probabilities, the respondent had committed an unlawful act of discrimination.

"Could conclude" in section 63A(2) must mean that "a reasonable tribunal could properly conclude" from all the evidence before it. This would include evidence adduced by the complainant in support of the allegations of sex discrimination, such as evidence of a difference in status, a difference in treatment and the reason for the differential treatment. It would also include evidence adduced by the respondent contesting the complaint. Subject only to the statutory "absence of an adequate explanation" at this stage (which I shall discuss later), the tribunal would need to consider all the evidence relevant to the discrimination complaint; for example, evidence as to whether the act complained of occurred at all; evidence as to the actual comparators relied on by the complainant to prove less favourable treatment; evidence as to whether the comparisons being made by the complainant were of like with like as required by section 5(3) of the 1975 Act; and available evidence of the reasons for the differential treatment.

The absence of an adequate explanation for differential treatment of the complainant is not, however, relevant to whether there is a prima facie case of discrimination by the respondent. The absence of an adequate explanation only becomes relevant if a prima facie case is proved by the complainant. The consideration of the tribunal then moves to the second stage. The burden is on the respondent to prove that he has not committed an act of unlawful discrimination. He may prove this by an adequate non-discriminatory explanation of the treatment of the complainant. If he does not, the tribunal must uphold the discrimination claim.”

 

 

 Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν από το Supreme Court στην υπόθεση Efobi v. Royal Mail Group [2021] ICR 1263 το οποίο σημείωσε ότι το Δικαστήριο για να μπορεί να πιθανολογήσει ότι από τα γεγονότα ενώπιόν του υπάρχει διακριτική μεταχείριση θα πρέπει πρώτα τα εν λόγω γεγονότα να αποδειχτούν ενώπιόν του ότι πραγματικά έλαβαν χώρα. Σημείωσε ότι όλη η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εξαγωγή των εν λόγω γεγονότων και ότι τα γεγονότα και οι εξηγήσεις θα πρέπει να διακρίνονται καθότι οι εξηγήσεις που προσφέρονται από τον εργοδότη λαμβάνονται υπόψη στο δεύτερο στάδιο. Επίσης ότι η εξήγηση του εργοδότη δεν χρειάζεται να είναι λογική (η απόδειξη μιας άδικης ή παράλογης συμπεριφοράς από μόνη της δεν αρκεί για να μεταθέσει το βάρος απόδειξης εκτός αν αυτή συνοδεύεται και από άλλα στοιχεία που δεικνύουν ότι μπορεί να υπάρχει διακριτική μεταχείριση[25]). Ακόμη ανέφερε ότι τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ελεύθερα να εξάγουν οποιαδήποτε δευτερογενή γεγονότα (secondary facts) ή συμπεράσματα (inferences) από τα ενώπιόν τους πρωταρχικά (primary) πραγματικά γεγονότα λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του πραγματικού πλαισίου και των περιστάσεων της υπόθεσης[26]. Δηλαδή το τί συμπεράσματα είναι κατάλληλα να εξαχθούν από τα πρωταρχικά γεγονότα εξαρτάται από το πλαίσιο και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης υπό το φως του συνόλου των πραγματικών γεγονότων που αποδείχτηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία. Στο σύγγραμμα Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, Β’ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2024, στη σελ.280 σημειώνεται ότι:

 

 «Η πιθανολόγηση, βέβαια, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να στηριχθεί σ’ ένα μόνο από τα στοιχεία που αποτελούν ένδειξη, αλλά στη συνολική εκτίμηση περισσότερων ενδείξεων. Η επίκληση από τον εργοδότη αντιφατικών ή αναληθών λόγων για την απόρριψη του υποψηφίου μπορεί να αποτελέσει μια τέτοια ένδειξη……….. Το γεγονός πάντως και μόνον ότι σε ανώτερες και ανώτατες θέσεις της υπαλληλικής ιεραρχίας μιας επιχείρησης υπερέχει σημαντικά ο αριθμός των ανδρών έναντι των γυναικών, μολονότι στο σύνολο του προσωπικού το ποσοστό των γυναικών είναι μεγαλύτερο δεν αρκεί από μόνο του για να στοιχειοθετήσει μια εκ πρώτης όψεως απόδειξη της διάκρισης λόγω φύλου.»

 

Σημειώνουμε ότι η οικονομική ζημιά και η σωματική βλάβη ή ασθένεια αποδεικνύονται με τον καθιερωμένο τρόπο που αποδεικνύονται στο πλαίσιο των αστικών αδικημάτων και οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται καθορίζονται με τον ίδιο τρόπο που καθορίζονται στο πλαίσιο των αστικών αδικημάτων. Το βάρος απόδειξης είναι στο παραπονούμενο πρόσωπο να αποδείξει με μαρτυρία τόσο την ύπαρξη και το μέγεθος των εν λόγω ζημιών και βλαβών όσο και την αιτιώδη συνάφεια της ζημιάς/βλάβης που υπέστηκε με την πράξη διάκρισης που υπέστηκε.

 

Ανάλυση Μαρτυρίας

 

Α. Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μας τα πιο κάτω προκύπτουν ως παραδεκτά και/ή αναντίλεκτα γεγονότα:

 

1. Στην Π.Υ., κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν υπήρχαν γυναίκες πυροσβέστριες οι οποίες να είναι αξιωματικοί και/ή στις ψηλές κλίμακες και/ή στη διοίκηση της Π.Υ..

 

2. Στις 29/8/2010 ενόσω η Αιτήτρια ήταν ακόμη νέα/δόκιμος πυροσβέστης πήγε μαζί με το όχημα του Υπεύθυνου Λοχία, ο οποίος ήταν ο κ. Τ[…], στη σκηνή τροχαίου ατυχήματος για να παρακολουθήσει πώς γίνεται η «αποπαγίδευση» οδηγού αυτοκινήτου. Ο κ. Παπαμιχαήλ προέβη σε παρατήρηση στον κ. Τ[…] για την πιο πάνω ενέργειά του να πάρει μαζί του την Αιτήτρια ως παρατηρητή στη σκηνή του τροχαίου ατυχήματος.

 

3. Στις 26/2/2010 διενεργήθηκε στον ΠΣΠ άσκηση για απεγκλωβισμό ατόμων από αυτοκίνητο μετά από τροχαίο ατύχημα στα πλαίσια της εκπαίδευσης των νέων/ δόκιμων πυροσβεστών και Υπεύθυνος Λοχίας για την εν λόγω άσκηση ήταν ο κ. Τζιάμαλης. Κατά την εν λόγω άσκηση συνέβηκε ένα επεισόδιο μεταξύ του κ. Τζιάμαλη και της Αιτήτριας για το οποίο ενημερώθηκε ο κ. Παπαμιχαήλ ο οποίος στη συνέχεια συζήτησε το εν λόγω επεισόδιο με την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε επίσημη καταγγελία για τη συμπεριφορά που επέδειξε προς αυτήν κατά το εν λόγω επεισόδιο ο κ. Τζιάμαλης πριν τις 29/11/2016.   

 

4. (i) Η Αιτήτρια από τις 7/10/2014 μέχρι τις 18/1/2018, ενώ η βάση της εργασίας της ήταν στον ΠΣΠ, εκτελούσε συνεχώς και χωρίς διακοπή τα καθήκοντα της εργασίας της στον ΠΣΑΠ προσωρινά εντός του πλαισίου της «εκ περιτροπής» άσκησης καθηκόντων από πυροσβέστες σε Σταθμούς άλλους από αυτόν που είναι η βάση εργασίας τους. H απόσταση του ΠΣΑΠ από τον χώρο διαμονής της Αιτήτριας είναι μεγαλύτερη από την απόσταση του ΠΣΠ από τον χώρο διαμονής της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια δεν είχε μετατεθεί/αποσπαστεί επίσημα, είτε μόνιμα είτε προσωρινά, για την εν λόγω περίοδο στον ΠΣΑΠ. Ο Διευθυντής της Π.Υ. και ο Αρχηγός της Αστυνομίας δεν ενημερώθηκαν γραπτώς για την εν λόγω τοποθέτηση της Αιτήτριας στον ΠΣΑΠ.

(ii) Ένας πυροσβέστης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μπορούσε να μετατεθεί ή να αποσπαστεί μόνιμα ή προσωρινά από ένα Πυροσβεστικό Σταθμό σε άλλο από τον Αρχηγό της Αστυνομίας με δημοσίευση στις εβδομαδιαίες διαταγές. Επίσης μπορούσε να αποσπαστεί ή να μετακινηθεί από ένα Πυροσβεστικό Σταθμό σε άλλο εντός της Επαρχίας που είναι τοποθετημένος από τον Επαρχιακό Υπεύθυνο της Επαρχίας αφού προηγουμένως δοθεί σχετική ενημέρωση στον Διευθυντή της Π.Υ. και εξασφαλιστεί σχετική έγκριση χωρίς να γίνει οποιαδήποτε δημοσίευση.

(iii) Ένας πυροσβέστης μπορεί, σε περιπτώσεις που υπάρχουν άμεσες υπηρεσιακές ανάγκες ή έκτακτη ανάγκη, να κληθεί να εκτελεί καθήκοντα «εκ περιτροπής» σε άλλο Πυροσβεστικό Σταθμό από το δικό του, δηλαδή να πηγαίνει εκ περιτροπής/(εναλλάξ) με άλλους πυροσβέστες για κάποιες βάρδιες σε άλλο Σταθμό από αυτόν που είναι η νόμιμη βάση του. Σε τέτοιες περιπτώσεις γίνεται ενημέρωση στον Διευθυντή της Π.Υ. για την εκ περιτροπής/(εναλλάξ) κάλυψη καθήκοντος από πυροσβέστες ενός Σταθμού ο οποίος δίνει έγκριση για την περίοδο που οι πυροσβέστες εκ περιτροπής/(εναλλάξ) θα φεύγουν από την Εναλλαγή (βάρδια) τους στον Σταθμό που είναι η βάση τους και θα πηγαίνουν σε άλλο Σταθμό χωρίς να αναφέρονται τα ονόματα των πυροσβεστών που θα πηγαίνουν εκ περιτροπής/(εναλλάξ) στον άλλο Σταθμό καθότι κάθε φορά αποφασίζεται από τους Υπεύθυνους Αξιωματικούς της κάθε Εναλλαγής (Βάρδιας) ποιος πυροσβέστης από την Εναλλαγή θα πάει να εκτελέσει τα καθήκοντα της εργασίας του στον άλλο Σταθμό.

(iv) Όσοι πυροσβέστες δεν ανήκουν στο μόνιμο προσωπικό του ΠΣΑΠ και μεταβαίνουν στον ΠΣΑΠ εκ περιτροπής κάλυψη καθήκοντος τους εκδίδεται προσωρινό «πάσο» εισόδου στο αεροδρόμιο. Η Αιτήτρια τους πρώτους 4 μήνες που πήγαινε στο ΠΣΑΠ δεν είχε μόνιμο «πάσο» και κάθε φορά που πήγαινε να εργαστεί όφειλε να μεταβαίνει στα γραφεία της Πολιτικής Αεροπορίας για να της δοθεί «πάσο» ημέρας. Η Αιτήτρια διαμαρτυρήθηκε στον κ. Παπαμιχαήλ στην παρουσία άλλου Αξιωματικού της Π.Υ. για το εν λόγω γεγονός λόγω του ότι η εν λόγω διαδικασία ήταν χρονοβόρα. Ο άλλος Αξιωματικός έδωσε οδηγίες όπως της εκδοθεί μόνιμο «πάσο» και στη συνέχεια της εκδόθηκε μόνιμο «πάσο»[27].

(v) Δεν υπήρχε άλλος πυροσβέστης ο οποίος πήγε συνεχόμενα χωρίς εναλλαγή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από τον ΠΣΠ στον ΠΣΑΠ στα πλαίσια του «εκ περιτροπής» συστήματος όσο η Αιτήτρια.

(vi) Στα πλαίσια του «εκ περιτροπής» συστήματος o Πυρ. 3[…]6 (του οποίου η βάση του ήταν ο ΠΣΠ) τοποθετήθηκε συνεχώς στον ΠΣΑΠ από τις 24/1/2016. Ο εν λόγω πυροσβέστης παρέμεινε στον ΠΣΑΠ μέχρι τις αρχές του 2018 (Τεκμήριο 25) και στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στη δύναμη του ΠΣΑΠ.

(vii) Δεν πληρώνονται οδοιπορικά σε πυροσβέστες για τοποθετήσεις τους εκτός της Επαρχίας διαμονής τους και/ή για τη μετάθεσή τους από ένα Πυροσβεστικό Σταθμό σε άλλο.

(viii) Οι πυροσβέστες του ΠΣΠ οι οποίοι εκτελούσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθήκοντα εκ περιτροπής για μικρά χρονικά διαστήματα σε άλλους Πυροσβεστικούς Σταθμούς στην Επαρχία Πάφου πήγαιναν στον ΠΣΠ από όπου έπαιρναν υπηρεσιακό όχημα και μετέβαιναν στους Σταθμούς που αποστέλλοντο. Η Αιτήτρια έπραττε αυτό τους πρώτους 3 μήνες της τοποθέτησής της στον ΠΣΑΠ και μετά της ειπώθηκε επειδή θα πηγαίνει για μεγαλύτερο διάστημα ότι θα πρέπει να πηγαίνει με το δικό της αυτοκίνητο στον ΠΣΑΠ[28].

 

5. (i) Η Αιτήτρια εκπαιδεύτηκε μαζί με δύο άλλες γυναίκες πυροσβέστριες στις 23/3/15-24/4/15 (Τεκμήριο 12) ως οδηγός πυροσβεστικών οχημάτων πόλης (Κατηγορίες Β και Γ) και στις 17/7/2015-21/8/2015 ως οδηγός πυροσβεστικών οχημάτων αεροδρομίου (Τεκμήριο 8). Κατέχει Υπηρεσιακή Άδεια Οδηγού από την Αστυνομία Κύπρου (Τεκμήριο 5) η οποία εκδόθηκε στις 24/8/2015 για οδήγηση οχημάτων κατηγορίας Β, Γ και οχημάτων πυρόσβεσης αεροδρομίου.

(ii) Στην Επαρχία Πάφου ο κ. Τζιάμαλης ήταν ο εκπαιδευτής οδηγών πυροσβεστικών οχημάτων πόλης[29]

(iii) Για να εκπαιδευτεί ένας πυροσβέστης στα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου θα πρέπει πρώτα να εκπαιδευτεί στα βαρέα οχήματα πυρόσβεσης πόλης (Κατηγορίας Γ) και να εξασφαλίσει την σχετική άδεια οδήγησης.

(iv) H Αιτήτρια έχει εκπαιδευτεί μόνο στα συστήματα οδήγησης των παλαιών οχημάτων πυρόσβεσης αεροδρομίου.

(v) Τέλη του 2015 ήρθαν νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου στα οποία η Αιτήτρια δεν εκπαιδεύτηκε. Οι πρώτες εκπαιδεύσεις στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου έγιναν τον Οκτώβριο του 2015. Στα νέα πυροσβεστικά οχήματα αεροδρομίου (α) τον Οκτώβριο του 2015 είχε εκπαιδευτεί μια γυναίκα πυροσβέστης η οποία υπηρετούσε μόνιμα στον ΠΣΑΠ, (β) είχαν εκπαιδευτεί όλοι οι άνδρες πυροσβέστες που υπηρετούσαν μόνιμα στον ΠΣΑΠ εκτός από τρεις, οι δύο από τους οποίους είχαν σοβαρά προβλήματα υγείας και (γ) δεν είχαν εκπαιδευτεί οι υπόλοιπες γυναίκες πυροσβέστες που υπηρετούσαν μόνιμα στον ΠΣΑΠ γιατί δεν είχαν άδεια οδήγησης πυροσβεστικών οχημάτων πόλης.  

 

6. (i) Η Αιτήτρια από το 2009 είχε στην κατοχή της άρβυλα πυρόσβεσης νούμερο 39.

(ii) Στον ΠΣΑΠ οι πυροσβέστες χρησιμοποιούν στις ασκήσεις και στα επεισόδια που καλούνται να ανταποκριθούν ειδικές ποδίνες πυρόσβεσης. Τέτοιες ποδίνες δίνονται σε όλους τους πυροσβέστες (γυναίκες και άντρες) που υπηρετούν μόνιμα στον ΠΣΑΠ. Κατά την περίοδο που η Αιτήτρια εκτελούσε τα καθήκοντα της εργασίας της στον ΠΣΑΠ όλες οι γυναίκες πυροσβέστριες που εργάζονταν μόνιμα στον ΠΣΑΠ είχαν ποδίνες πυρόσβεσης στο νούμερό τους. Οι ποδίνες πυρόσβεσης είναι καλύτερες και πιο αποτελεσματικές σε σχέση με τις εργασίες πυρόσβεσης που απαιτούνται στον ΠΣΑΠ. (iii) Στην Αιτήτρια δόθηκαν ποδίνες πυρόσβεσης νούμερο 41 από τις εφεδρικές ποδίνες που υπήρχαν στον ΠΣΑΠ.

(iv) Στον ΠΣΑΠ δεν υπήρχαν εφεδρικές ποδίνες πυρόσβεσης σε μικρά νούμερα.

 

7. (i) Στις 29/11/2016 η Αιτήτρια προέβηκε σε καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά μελών της Αστυνομίας διαφόρων γεγονότων και πράξεων που έλαβαν χώρα στην Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου από το 2009-2014 (Τεκμήριο 1). Η εν λόγω Αρχή (βλ. Τεκμήριο 2) ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι τα θέματα που αναφέρει στην καταγγελία της είναι διοικητικής φύσεως και πρέπει να διερευνηθούν από την Αστυνομία.

(ii) Στις 21/2/2017 διενεργήθηκε Διοικητική Έρευνα από Υπαστυνόμο της Αστυνομίας Κύπρου για καταγγελία από την Αιτήτρια και ακόμα ένα πρόσωπο εναντίον τεσσάρων μελών της Π.Υ., μεταξύ των οποίων ήταν ο κ. Παπαμιχαήλ και ο κ. Τζιάμαλης. Στις 6/6/2017 διορίστηκε ένας Ανώτερος Αστυνόμος ως Ερευνών Λειτουργός/Αξιωματικός για τη διενέργεια της Πειθαρχικής Έρευνας Π.Υ.2/2017. Ο Ερευνών Λειτουργός αφού ολοκλήρωσε τις εξετάσεις διαβίβασε έκθεση στον Βοηθό Αρχηγό Αστυνομίας στην οποία σημείωνε ότι διαπράχθηκαν πειθαρχικά αδικήματα μόνο από τον κ. Τζιάμαλη και προέβαινε σε εισήγηση όπως ο κ. Τζιάμαλης διωχθεί πειθαρχικά και όπως μη διωχθεί πειθαρχικά ο κ. Παπαμιχαήλ. Στη συνέχεια στις 9/2/2018 ο Βοηθός Αρχηγός με σημείωμά του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας εισηγείτο την πειθαρχική δίωξη του κ. Τζιάμαλη (βλ. Τεκμήριο 9).

(iii) Έγινε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του κ. Τζιάμαλη και στις 26/10/2018 ο Αστυνόμος Β’ Γ. Χινινός με απόφασή του αθώωσε και απάλλαξε τον κ. Τζιάμαλη από όλες τις κατηγορίες εναντίον του (Τεκμήριο 10). Κάποιες από αυτές αφορούσαν ανάρμοστη και καταπιεστική συμπεριφορά προς την Αιτήτρια. Πιο συγκεκριμένα, ότι στις 26/2/2010 κατά τη διάρκεια άσκησης στον ΠΣΠ που αφορούσε απεγκλωβισμό ατόμων από αυτοκίνητο μετά από τροχαίο ατύχημα που διεξάγετο μέσα στα πλαίσια της Βασικής Εκπαίδευσης Νεοσύλλεκτων Πυροσβεστών, επιτέθηκε παράνομα στην Αιτήτρια αρπάζοντας την από τα ρούχα της με τα χέρια του χωρίς να υπάρξει κάποιος λόγος. Ο κ. Παπαμιχαήλ παρουσιάστηκε στην εν λόγω διαδικασία ως μάρτυρας υπεράσπισης του κ. Τζιάμαλη.

 

8. Στις 10/4/2017 η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή στον Διευθυντή της Π.Υ. (Τεκμήριο 2) εγείροντας διάφορα θέματα σε σχέση με την απασχόλησή της τόσο στον ΠΣΑΠ όσο και στην Π.Υ. της Επαρχίας Πάφου καθώς και την αντιμετώπισή της από την Π.Υ. και άτομα της Π.Υ. της Επαρχίας Πάφου και εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η Π.Υ. δεν την απέστειλε για εκπαίδευση στην Ελλάδα παρά το ότι όλο το προσωπικό του ΠΣΑΠ θα πήγαινε σε αυτήν την εκπαίδευση. Στην εν λόγω επιστολή αναγράφει (α) ότι παρά τη νόμιμη τοποθέτησή της στον ΠΣΠ αποδέχτηκε να εξυπηρετήσει την Π.Υ. ως συμπληρωματικό άτομο λόγω έλλειψης προσωπικού και μετακινήθηκε –για λίγο καιρό- στον ΠΣΑΠ από τον Οκτώβριο του 2014, (β) ότι για 1,5 χρόνο δεν την εκπαιδεύουν στα νέα οχήματα αεροδρομίου με τη δικαιολογία ότι πρέπει να μάθει καλά τα παλιά οχήματα και (γ) ότι της δόθηκαν δανεικές ποδίνες πυρόσβεσης τρία νούμερα μεγαλύτερες από τα υποδήματα που φορεί χωρίς να μπορεί κάποιος να την βοηθήσει.

 

9. Η Αιτήτρια στις 17/7/2017 απέστειλε επιστολή προς τον κ. Παπαμιχαήλ (Τεκμήριο 26) με τίτλο «Ανάκληση Απόσπασης» ζητώντας (α) την τοποθέτησή της στην κενωθείσα θέση γραφειακού προσωπικού στον ΠΣΠ όπου είναι η νόμιμη τοποθέτησή της και (β) την τοποθέτησή της στο σύστημα βάρδιας «μέρα παρά μέρα» του ΠΣΠ ώστε να ανταποκρίνεται και στα επεισόδια πόλης. Στις 20/7/2017 ο κ. Παπαμιχαήλ σε επίσκεψή του στον ΠΣΑΠ την ενημέρωσε ότι δεν κενώθηκε η γραφειακή θέση αλλά η γυναίκα πυροσβέστρια η οποία κατείχε την εν λόγω θέση θα πήγαινε να γεννήσει και θα απουσίαζε με άδεια μητρότητας.

 

10. Στις 13/12/2017 η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή στον Αρχηγό της Αστυνομίας (Τεκμήριο 3) μέσω δικηγόρου με την οποία διαμαρτυρόταν για το ότι βρίσκεται αδικαιολόγητα σε απόσπαση στον ΠΣΑΠ και ζητούσε όπως τερματιστεί η εν λόγω απόσπαση και μετακινηθεί στον ΠΣΠ.

 

11. Στις 14/12/2017 ο κ. Παπαμιχαήλ απέστειλε εμπιστευτική επιστολή στον Διευθυντή της Π.Υ. (Τεκμήριο 4) σε σχέση με την αριθμητική δύναμη των Πυροσβεστικών Σταθμών Πάφου και αφού αναφέρθηκε σε μείωση του ανθρώπινου δυναμικού λόγω αφυπηρετήσεων εισηγήθηκε όπως η Αιτήτρια και ακόμα ένας πυροσβέστης ο Πυρ.3[…]6, οι οποίοι βρίσκονται σε απόσπαση στον ΠΣΑΠ και οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν σε όλες τις θεματικές ενότητες πυρόσβεσης και διάσωσης από αεροσκάφη και έχουν καταστεί οδηγοί βαρέων οχημάτων, μετατεθούν μόνιμα στον ΠΣΑΠ.  

 

12. Ο Σύνδεσμος και Τάγμα Αγ. Ιωάννη Κύπρου εξέδωσε τον Νοέμβριο του 2001 πιστοποιητικό ότι η Αιτήτρια είναι εκπαιδευτής Πρώτων Βοηθειών (Τεκμήριο 6). Στο εν λόγω πιστοποιητικό αναφέρεται ότι αυτό έχει ισχύ για 3 χρόνια και ανανεώνεται από το Αρχηγείο του εν λόγω Συνδέσμου. Το 2014 η Αιτήτρια έλαβε μέρος ξανά σε εκπαίδευση του εν λόγω Τάγματος για να πιστοποιηθεί εξ υπαρχής ως εκπαιδευτής Πρώτων Βοηθειών μετά από απαίτηση του κ. Παπαμιχαήλ.

 

13. (i) Για να προαχθεί ένας πυροσβέστης στη θέση του Λοχία/Πυρονόμου πρέπει να παρακαθίσει σε σχετικές γραπτές εξετάσεις οι οποίες αποτελούνται από δύο μέρη. Για να προαχθεί κάποιος πρέπει να επιτύχει και στα δύο μέρη.

(ii) Η Αιτήτρια παρακάθισε χωρίς επιτυχία στις εν λόγω εξετάσεις το 2012, 2015 και 2017.

(iii) Το 2012 παρακάθισαν στις εν λόγω εξετάσεις 43 άτομα και επιτυχόντες ήταν μόνο επτά πυροσβέστες (τέσσερις άνδρες και τρεις γυναίκες- η μια γυναίκα εργαζόταν στην Επαρχία Πάφου) (Τεκμήριο 17).

(iv) Το 2015 και 2017 δεν υπήρχαν επιτυχόντες στο πρακτικό μέρος της εξέτασης (Τεκμήριο 18 και 19).

 

14. Ο κ. Παπαμιχαήλ σε κάποιο χρονικό σημείο, μεταξύ του 2014 και του 2017, στο γραφείο του ΠΣΠ έβαλε τις φωνές στον κ. Τζιάμαλη για αλλοίωση των βαθμολογίων στις ετήσιες αξιολογήσεις κάποιων πυροσβεστών και στη συνέχεια διορθώθηκαν οι βαθμολογίες τεσσάρων ανδρών πυροσβεστών.

 

15. (i) Κατά την περίοδο 2013-2015 ο κ. Παπαμιχαήλ ενημέρωνε τη Διεύθυνση της Π.Υ. με επιστολές του (στις οποίες δεν υπήρχε σημείωση ότι ήταν εμπιστευτικές) σχετικά με το προσωπικό και τις ανάγκες της Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου σχετικά με το ανθρώπινο δυναμικό της (Τεκμήρια 20-23).

(ii) Από το 2013 μέχρι το τέλος του 2017 υπήρχε συνεχώς μείωση στο ανθρώπινο δυναμικό που στελέχωνε τους Πυροσβεστικούς Σταθμούς της Επαρχίας Πάφου και υπήρχε ανάγκη για αποστολή συμπληρωματικού προσωπικού στον ΠΣΑΠ.

(iii) Την 1/1/2018 τοποθετήθηκαν δύο νέοι πυροσβέστες από τη Σχολή της Π.Υ. στον ΠΣΠ (Τεκμήριο 16).

(iv) Στις 12/2/2018 μετατέθηκαν επτά πυροσβέστες από τη Σχολή της Π.Υ. στους Πυροσβεστικούς Σταθμού Πάφου.

 

Β. (1) Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Αιτήτριας σημειώνουμε τ’ ακόλουθα:

 

(α) Η Αιτήτρια δεν ανέφερε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα γεγονότα που στηρίζουν τη θέση της ότι από την αρχή της απασχόλησής της αντιμετώπισε βίαιη, καταπιεστική και εκφοβιστική συμπεριφορά από τον κ. Τζιάμαλη αφού στην κυρίως εξέτασή της περιορίστηκε στο να πει μόνο ότι αντιμετώπισε τέτοιου είδους συμπεριφορά. Κατά την αντεξέτασή της είπε μόνο ότι το 2010 μεταφέρθηκε στον κ. Παπαμιχαήλ μια περίπτωση επίδειξης σοβαρής σωματικής βίας εναντίον της από τον κ. Τζιάμαλη χωρίς να μας αναφέρει συγκεκριμένα ποια ήταν αυτή η σωματική βία. Δεν ανέφερε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση επίδειξης βίαιης και καταπιεστικής συμπεριφοράς από τον κ. Τζιάμαλη προς αυτήν από το 2009 μέχρι το 2014 που αυτή μετακινήθηκε στον ΠΣΑΠ. Ακόμα δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν τη θέση της ότι ο κ. Παπαμιχαήλ αντί να την προστατεύσει από την βίαιη συμπεριφορά του κ. Τζιάμαλη, το 2014 την μετακίνησε στον ΠΣΑΠ. Μας προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν μας ανέφερε τι μεσολάβησε από το 2010 μέχρι την μετακίνησή της στον ΠΣΑΠ. Η Αιτήτρια κατά την ένορκη μαρτυρία της δεν αναφέρθηκε στα παράπονά της που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 κατά την περίοδο 2010 – 2014.  

 

(β) Ερωτώμενη κατά την αντεξέτασή της σχετικά με τους ισχυρισμούς της ότι στην Π.Υ. έζησε μια ενορχηστρωμένη παρεμπόδιση της προαγωγής/ανέλιξής της, απάντησε γενικά και αόριστα ότι δεν την εισηγήθηκαν για εκπαιδεύσεις όταν υπήρχαν, ότι ποτέ δεν άκουσε ένα μπράβο ό,τι και αν έκανε και ότι ενώ απέστειλε σε διάφορες περιπτώσεις χειρόγραφες επιστολές στη Λευκωσία ώστε να προσθέσουν στον φάκελό της επιπρόσθετα προσόντα της αυτές «δεν έφτασαν ποτέ». Παρατηρούμε όμως ότι στο Τεκμήριο 2, αφού σημείωσε ότι φοίτησε σε επτά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ανέγραψε ότι «Ούτε επιβράβευση αλλά και ούτε αυτοπροβολή επιδίωξα γι’ αυτό και δεν υπάρχουν αυτά τα προσόντα στον φάκελο μου.» Δεν μας ανέφερε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της ποια ήταν αυτά τα προσόντα της ούτε μας είπε ποια ήταν τα «περισσότερα» προσόντα που ισχυριζόταν ότι είχε από τους ανθυποψηφίους της. Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν πετύχαινε μόνο στο μέρος των εξετάσεων προαγωγής που αφορούσε τα θέματα της Π.Υ., αρχικά δεν έδωσε οποιαδήποτε περαιτέρω σχετικά στοιχεία που να δεικνύουν κάποιον αλλότριο λόγο της αποτυχίας της και στη συνέχεια ισχυρίστηκε με γενικότητα ότι υπήρξε παραποίηση των γραπτών της. Ισχυρίστηκε γενικά και αόριστα ότι υπήρξε μια τεράστια παρεμπόδιση να ανελιχθεί λόγω του φύλου της επειδή την άφηναν να θεωρεί ότι αυτή ήταν καλή στην εργασία της χωρίς να της πουν οτιδήποτε σε σχέση με την εργασιακή απόδοσή της και ότι όταν μοιράζονται οι δουλειές στους Πυροσβεστικούς Σταθμούς στις γυναίκες πυροσβέστριες δίνονται οι οικιακές δουλειές. Η Αιτήτρια δεν έθεσε ενώπιόν μας το πραγματικό υπόβαθρο που να στηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς της με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να τους εξετάζουμε και να αποφανθούμε κατά πόσον ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

 

(γ) Οι ισχυρισμοί της ότι ο κ. Παπαμιχαήλ σχολίασε με ανήθικο και προκλητικό τρόπο τόσο σε τρίτα πρόσωπα όσο και στον κ. Τ[…] το γεγονός ότι στις 29/8/2009 ο κ. Τ[…] την πήρε μαζί του ως παρατηρητής σε τροχαίο ατύχημα, τέθηκαν ενώπιόν μας χωρίς στοιχεία που να δεικνύουν ότι τα σχόλια του κ. Παπαμιχαήλ ήταν όντως ανήθικα και προκλητικά. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν είχε άμεση γνώση των εν λόγω σχολιών τα οποία όπως μας είπε τα πληροφορήθηκε από τον κ. Τ[…] ο οποίος κάποια από αυτά τα πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα, τα οποία δεν κατονομάστηκαν από την Αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία.

 

(δ) Σε ό,τι αφορά τη θέση της ότι ο κ. Παπαμιχαήλ παρεμπόδισε την επιστροφή της στον ΠΣΠ, αναφέρθηκε μόνο στην επιστολή Τεκμήριο 26 και σε μια συζήτηση που είχε με τον κ. Νέστωρος το καλοκαίρι του 2016 όταν χάλασε το αυτοκίνητό της και ζήτησε να πάει εργαστεί στον ΠΣΠ. Ενώ ισχυρίστηκε ότι προέβηκε σε πολλές παραστάσεις για να επιστρέψει στον ΠΣΠ δεν μας ανέφερε με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα πέραν της αποστολής των Τεκμηρίων 2, 3 και 26 και ενός τηλεφωνήματος που ισχυρίστηκε ότι έκανε στον τότε Διευθυντή της Π.Υ.. Παρατηρούμε ότι με το Τεκμήριο 2 το οποίο απευθυνόταν στον Διευθυντή της Π.Υ. δεν ζητούσε την επιστροφή στον ΠΣΠ και ούτε ανέγραφε ότι προηγουμένως του ζήτησε να επιστρέψει στον ΠΣΠ και ότι με το Τεκμήριο 26 ζητούσε την τοποθέτησή της στον ΠΣΠ όπου είναι και η νόμιμη τοποθέτησή της σε συνάρτηση με την πληροφόρησή της για μια κενωθείσα θέση στον ΠΣΠ χωρίς να αναγράψει ρητά και ξεκάθαρα ότι ήθελε να επιστρέψει στον ΠΣΠ. Ενώ ισχυρίστηκε ότι ο κ. Παπαμιχαήλ δεν της επέτρεπε να συζητά μαζί του, στο Τεκμήριο 1 ανέγραψε ότι το χειμώνα του 2016 όταν ο κ. Παπαμιχαήλ επισκέφτηκε τον ΠΣΑΠ αυτή ζήτησε να του μιλήσει και αυτός αποδέχτηκε το αίτημά της και τον ρώτησε αν σκοπεύει να την μεταθέσει στην Πόλη Χρυσοχούς όπως την ενημέρωσαν κάποια τρίτα άτομα. Σε υποβολή ότι αυτή ζήτησε να παραμείνει στον ΠΣΑΠ και να μην πηγαίνει εκ περιτροπής στον ΠΣΠ, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι αυτό που έγινε ήταν να της λεχθεί υπό τύπον απειλής ότι ή θα πηγαίνει ΠΣΑΠ ή θα πάει στην Πόλη Χρυσοχούς. Δεν μας ανέφερε από ποιο πρόσωπο της λέχθηκε αυτή η απειλή και πότε αυτή έλαβε χώρα, γεγονός που μας ξενίζει. Σημειώνουμε ότι στο Τεκμήριο 2 η Αιτήτρια αναγράφει ότι αποδέχτηκε να εξυπηρετήσει την Π.Υ. ως συμπληρωματικό άτομο λόγω έλλειψης προσωπικού στον ΠΣΑΠ από τον Οκτώβριο του 2014. Ενώ ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν δύο άτομα τα οποία αιτήθηκαν να εργάζονται στον ΠΣΑΠ και ο κ. Παπαμιχαήλ τους αγνοούσε, δεν έδωσε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το ποια ήταν αυτά τα άτομα και πότε ζήτησαν από τον κ. Παπαμιχαήλ να τοποθετηθούν στον ΠΣΑΠ.

 

(ε) (1) (i) Στους γενικούς λόγους της Αίτησης η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο κ. Παπαμιχαήλ δεν φρόντισε να αποζημιωθεί το επιπλέον κόστος της παράτυπης μετακίνησής της στον ΠΣΑΠ σε διάσταση με τις αναφορές της στα Τεκμήρια 1 και 2 στα οποία δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε μη συμμόρφωση του κ. Παπαμιχαήλ με υποχρέωση πληρωμής οδοιπορικών σε αυτήν. Στο Τεκμήριο 1 η Αιτήτρια σημειώνει ότι όταν στέλλονται πυροσβέστες από τον ΠΣΠ να καλύψουν ανάγκες λόγω έλλειψης προσωπικού στους Πυροσβεστικούς Σταθμούς της Επαρχίας (ΠΣΑΠ και Πόλης Χρυσοχούς) πηγαίνουν στον ΠΣΠ και παίρνουν υπηρεσιακό όχημα για να μεταβούν στον Σταθμό που αποστάληκαν και ότι αυτή εδώ και 2 χρόνια πηγαίνει στον ΠΣΑΠ τη στιγμή που είναι τοποθετημένη στο ΠΣΠ και επιβαρύνεται ένα μεγάλο ποσό πληρώνοντας καύσιμα για να εξυπηρετείται η Π.Υ.. Στο Τεκμήριο 2 αναγράφει ότι η μετακίνησή της στον ΠΣΑΠ της πρόσθεσε την οικονομική επιβάρυνση όσον αφορά τα καύσιμα που πληρώνει για να μεταβαίνει στον ΠΣΑΠ διότι δεν βρέθηκε άλλος πυροσβέστης να μοιράζονται τα έξοδα της διαδρομής όπως κάνουν οι υπόλοιποι.

(ii) Η Αιτήτρια δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία ούτε έθεσε ενώπιόν μας οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τη θέση της ότι η τοποθέτησή της στον ΠΣΑΠ της στοίχισε 8.640 χιλιόμετρα επιπλέον κόστος μετακίνησης. Περαιτέρω δεν μας εξήγησε πώς υπολόγισε ότι το εν λόγω κόστος ξεπερνά το ποσό των €2,500 ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να στηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό της.

(2) Κατά την κατάθεσή της υποστήριξε ότι κανένας άνδρας πυροσβέστης δεν τοποθετήθηκε προσωρινά στον ΠΣΑΠ για «πάνω» από 1 χρόνο. Όταν της υποδείχτηκε η αναφορά στο Τεκμήριο 4 για τον πυροσβέστη Πυρ. 3[…]6 περιορίστηκε στο να πει ότι αυτός δεν είχε τοποθετηθεί στον ΠΣΑΠ από τον ΠΣΠ πριν το 2017 και ότι ήταν ένας από τους πολλούς άνδρες πυροσβέστες από τον ΠΣΠ που πήγαιναν για κάποιο διάστημα στον ΠΣΑΠ χωρίς να αναφέρει ότι αυτός ζήτησε ο ίδιος να τοποθετηθεί στον ΠΣΑΠ για λόγους υγείας ως τέθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της άλλης πλευράς όταν διαφάνηκε ότι ο εν λόγω πυροσβέστης ήταν τοποθετημένος στον ΠΣΑΠ από τις αρχές του 2016 για 2 και πλέον χρόνια με το ίδιο σύστημα που ήταν τοποθετημένη η Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ[30]. Η Αιτήτρια δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αναφορά και/ή διευκρίνιση σε σχέση με την αναφορά του κ. Παπαμιχαήλ στο Τεκμήριο 4 ότι ο Πυρ. 3[…]6 έχει εκπαιδευτεί στα πυροσβεστικά οχήματα αεροδρομίου. Περαιτέρω δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με την τοποθέτηση του εν λόγω πυροσβέστη στον ΠΣΑΠ όπως π.χ. κατά πόσον (α) η εν λόγω τοποθέτησή του είχε αναφερθεί στη Διοίκηση της Π.Υ. και στον Αρχηγό της Αστυνομίας, (β) είχε δοθεί σε αυτόν από την αρχή προσωρινό ή μόνιμο «πάσο» εισόδου στο αεροδρόμιο, (γ) του δινόταν όχημα για να μεταβαίνει από τον ΠΣΠ στον ΠΣΑΠ και (δ) είχε εκπαιδευτεί στα νέα ή στα παλαιά οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου[31].        

 

(στ) Δεν έδωσε οποιεσδήποτε συγκεκριμένες και σαφείς λεπτομέρειες που να στηρίζουν τη θέση της ότι έτυχε άνισης μεταχείρισης και παραγνωρίστηκε για την εκπαίδευση οδηγών πυροσβεστικών οχημάτων πόλης για 6 χρόνια σε αντίθεση με τους υπόλοιπους συναδέλφους της που προσλήφθηκαν μαζί της καθώς και με συναδέλφους της που προσλήφθηκαν μετέπειτα. Κατά την αντεξέτασή της είπε ότι στην Επαρχία Πάφου ο κ. Τζιάμαλης, ο οποίος ήταν ο εκπαιδευτής οδηγών στην Επαρχία Πάφου, επέλεγε με δικά του κριτήρια ποιοι θα εκπαιδεύονταν ως οδηγοί πυροσβεστικών οχημάτων και άφηνε κάποιους πίσω. Στις σχετικές ερωτήσεις που της έγιναν, απάντησε ότι μπορεί να άφησαν πίσω κάποιους άντρες πυροσβέστες που προσλήφθηκαν μαζί της και να μην τους εκπαίδευσαν ως οδηγούς οχημάτων πυρόσβεσης, ότι άφησαν πίσω και από τα δύο φύλα, ότι δεν ξέρει με ποια κριτήρια αποφάσιζε ο κ. Τζιάμαλης ποιους θα εκπαίδευε ως οδηγούς και ότι δεν της είπε κάποιος ότι επειδή είναι γυναίκα δεν θα εκπαιδευτεί ως οδηγός οχημάτων πυρόσβεσης. Επέμενε ότι ο λόγος που δεν εκπαιδεύτηκε ως οδηγός μέχρι το 2015 ήταν επειδή υπήρχε προτίμηση στους άνδρες πυροσβέστες χωρίς να θέσει ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με τις προσλήψεις των πυροσβεστών (ανδρών και γυναικών) στην Επαρχία Πάφου και τις εκπαιδεύσεις τους στα οχήματα πυρόσβεσης από το 2009 μέχρι το 2015 ή να αναφέρει κάτι πιο συγκεκριμένο που να τείνει να δείξει ότι οι γυναίκες πυροσβέστες δεν εκπαιδεύονταν ως οδηγοί οχημάτων πυρόσβεσης πόλης και/ή ότι δινόταν προτεραιότητα στους άνδρες πυροσβέστες όσον αφορά την εκπαίδευση πυροσβεστών στην οδήγηση πυροσβεστικών οχημάτων (ούτε καν μας ανέφερε ποιοι ήταν αυτοί οι συνάδελφοί της που προσλήφθηκαν την ίδια περίοδο με αυτήν στην Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου και εκπαιδεύτηκαν στα πυροσβεστικά οχήματα πόλης πρίν από αυτήν), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κάποιο υπόβαθρο γεγονότων που να στηρίζει τους ισχυρισμούς της.

 

(ζ) Ενώ κατέθεσε ότι για 2,5 χρόνια ήταν η μοναδική γυναίκα οδηγός βυτιοφόρων στην Πάφο δεν προσδιόρισε τη χρονική περίοδο που ίσχυε αυτό. Κατά την αντεξέτασή της προέβαλε για πρώτη φορά ότι ήταν η μόνη επιχειρησιακή γυναίκα χωρίς άλλες διευκρινίσεις (πότε, για ποια περίοδο, σε ποιο Σταθμό – σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια παραδέχτηκε ότι στον ΠΣΑΠ υπήρχε μια γυναίκα πυροσβέστης η οποία προσλήφθηκε τον ίδιο χρόνο μαζί της και η οποία είχε εκπαιδευτεί στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου). Ερωτώμενη με ποιο τρόπο ο κ. Παπαμιχαήλ την μείωνε και την παρουσίαζε ως ανεπαρκή αναφέρθηκε πρώτα σε πληροφορίες που της είπαν τρίτα πρόσωπα ότι ο κ. Παπαμιχαήλ τους έδειξε κάποιο πλαστό έγγραφο που του στάληκε ειδικά για να βαθμολογήσει την Αιτήτρια και στη συνέχεια είπε ότι μετά το 2020 είδε τις αξιολογήσεις της και διαπίστωσε ότι από το 2017 και μετά (δηλαδή μετά την καταγγελία της) οι αξιολογήσεις της ήταν «όλα μέτριος». Κανένα απτό στοιχείο που να στηρίζει την τελευταία θέση δεν τέθηκε ενώπιόν μας.

 

(η) Δεν προσκόμισε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία, είτε από τον Σύνδεσμο και Τάγμα Αγίου Ιωάννη είτε από την Π.Υ. ή την Αστυνομία, που να δεικνύει ότι το πιστοποιητικό εκπαιδευτή Πρώτων Βοηθειών που κατείχε μπορούσε να ανανεωθεί 11 χρόνια μετά που έληξε με απλά σεμινάρια επιμόρφωσης χωρίς νέα εκπαίδευση τη στιγμή που στο εν λόγω πιστοποιητικό αναγράφεται ότι είχε ισχύ μόνο για 3 χρόνια και ότι η απαίτηση του κ. Παπαμιχαήλ να επανεκπαιδευτεί το 2014 ήταν αδικαιολόγητη και χωρίς οποιαδήποτε βάση.

 

(θ) Η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε σε παραποίηση των γραπτών της στις εξετάσεις προαγωγής στην Π.Υ. και σε αλλοίωση των ετήσιων βαθμολογιών πυροσβεστών από δύο άτομα οι οποίες στη συνέχεια διορθώθηκαν για όλους τους άντρες αλλά όχι για το πρόσωπό της. Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι οι εν λόγω θέσεις της Αιτήτριας δεν είναι δικογραφημένες. Eίναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Κ.3 (1) του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Κανονισμός»), επιβάλλει στον αιτητή να καθορίζει στην αίτηση, τους λόγους στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημά του και να προσδιορίζει την αιτούμενη θεραπεία ή θεραπείες. Σύμφωνα με τον Κ.5 (1) του Κανονισμού ο καθ’ ου η αίτηση στην έγγραφη εμφάνισή του θα πρέπει να προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας ή των θεραπειών που εξαιτείται ο αιτητής. Οι πρόνοιες αυτές επιβάλλουν τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα και ο σκοπός τους είναι ο αποκλεισμός πιθανότητας αιφνιδιασμού των διαδίκων. Στην Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd (2001) 1 A.A.Δ. 1635, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι ο εξεταστικός χαρακτήρας που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δ.Ε.Δ. και παρέχει στο Δικαστήριο ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς δεν μεταβάλλει τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. Στις υποθέσεις Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 148/12 ημερ. 07/07/2017 και Boygues Batiment International v. Ν. Σταυρινίδη, Πολιτική Έφεση 98/2011 ημερ.07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A253 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τις πιο πάνω αρχές και σημείωσε ότι δεν μπορεί η διερεύνηση των γεγονότων από το Δ.Ε.Δ. να γίνεται χωρίς καθόλου προδιαγεγραμμένα πλαίσια. Δεν θεωρούμε ότι ο γενικός δικογραφημένος ισχυρισμός της ότι ο κ. Παπαμιχαήλ με διάφορα μέσα επιδιώκει την καθήλωσή της και την παρεμπόδιση της ανέλιξής της στην Π.Υ. καλύπτει τους εν λόγω ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου οι εν λόγω ισχυρισμοί της θα αγνοηθούν. Εν πάση περιπτώσει για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε την εν λόγω μαρτυρία της Αιτήτριας. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της Αιτήτριας τέθηκαν γενικά και αόριστα κατά την κυρίως εξέτασή της και δεν έθεσε οποιοδήποτε απτό στοιχείο σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς της (ώστε να είμαστε σε θέση να τους εξετάσουμε και να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε κατά πόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί της είναι αξιόπιστοι και αν ναι, ποια η βαρύτητά τους και ποια συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε από αυτά) παρόλο που διαφάνηκε κατά την αντεξέτασή της ότι, σύμφωνα με αυτά που προέβαλε, (α) είχε κάποια στοιχεία στην κατοχή της και ότι κάποια στοιχεία ήταν στο Αρχείο της Π.Υ. τα οποία, κατά την άποψή μας, αν κλήτευε το αρμόδιο πρόσωπο από την Π.Υ. αυτό θα μπορούσε να τα θέσει ενώπιόν μας και (β) μπορούσε να προσκομίσει τη μαρτυρία άλλων πυροσβεστών. Πιο συγκεκριμένα, κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε γενικά και αόριστα ότι στην Π.Υ. την κατέστησαν μη προσοντούχα για προαγωγή παραποιώντας τα γραπτά της χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω. Δεν μας ανέφερε ποιος προέβηκε σε αυτές τις πράξεις. Συνακόλουθα δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτές οι πράξεις μπορούν να αποδοθούν στον κ. Παπαμιχαήλ. Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε σε ενέργειες τις οποίες έκανε αυτή ώστε να πάρει τα γραπτά της του 2017 τα οποία και έχει τώρα στην κατοχή της αλλά δεν έθεσε οποιοδήποτε σχετικό απτό στοιχείο ενώπιόν μας. Περαιτέρω ενώ ανέφερε (1) ότι ζήτησε από τον Γενικό Εισαγγελέα να ασκήσει δίωξη των υπευθύνων (δεν μας είπε ποιοι ήταν αυτοί οι υπεύθυνοι και πώς συνδέονται αυτοί με τις ενέργειες του κ. Παπαμιχαήλ να την καθηλώσει) και αυτός αρνήθηκε και (2) ότι αυτή στη συνέχεια καταχώρησε ιδιωτική ποινική δίωξη την οποία όμως διέταξε ο Γενικός Εισαγγελέας να ανασταλεί, είπε ότι υπάρχει υπόθεση καταχωρημένη στο Κακουργιοδικείο από το 2020 η ακρόαση της οποίας ακόμα να αρχίσει. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε απλώς ότι το 2015 περιήλθε στην αντίληψή της ότι δύο άτομα (χωρίς να μας αναφέρει ποια ήταν αυτά τα δύο άτομα) κατάφεραν να έχουν πρόσβαση στις ετήσιες βαθμολογίες των πυροσβεστών και τις αλλάξαν σε πολλούς (ανάμεσα στις οποίες ήταν και οι δικές της) και στη συνέχεια το θέμα «κουκκουλώθηκε» και διευθετήθηκε με το να διορθωθεί η βαθμολογία σε όλους τους άντρες πυροσβέστες αλλά όχι σε αυτήν. Αντεξεταζόμενη είπε ότι κάποιοι είδαν το 2015 τις αρχικές βαθμολογίες και ακολούθως είδαν ότι αυτές ήταν πιο χαμηλές και ότι όλα τα άτομα στα οποία έγινε η μείωση της βαθμολογίας ήταν υποψήφιοι για προαγωγή. Αρνήθηκε να αναφέρει ποιοι ήταν αυτοί που την πληροφόρησαν για το εν λόγω περιστατικό. Ενώ υποστήριξε ότι οι διορθώσεις έγιναν «μετά που τους αποκάλυψε» αυτή με την καταγγελία της και ότι όταν αποκαλύφθηκε το εν λόγω γεγονός έγινε «σάλος» και αφού, κάποιοι διόρισαν δικηγόρο και κάποιοι άλλοι προσέφυγαν σε πολιτικά κόμματα ή στον Αρχηγό της Αστυνομίας, «πήγαν στις προηγούμενες χρονιές» και έγιναν οι σχετικές διορθώσεις στις βαθμολογίες, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και/ή οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τις θέσεις της. Μας ξενίζει το γεγονός ότι δεν μας ανέφερε ποια πρόσωπα προέβηκαν στις εν λόγω διορθώσεις. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενη αρχικά είπε ότι είχε γίνει αλλοίωση και στη δική της βαθμολογία και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι η βαθμολογία της ήταν πιο κάτω σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια και στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι αυτοί που είδαν το εν λόγω γεγονός της είπαν ότι πρώτα είχε πιο ψηλές βαθμολογίες και μετά από λίγες μέρες οι βαθμολογίες ήταν χαμηλότερες από αυτές που ήταν στην αρχή. Ενώ υποστήριξε ότι μπορούσαν να κληθούν οι άλλοι πυροσβέστες στους οποίους αλλοιώθηκε η βαθμολογία δεν προσκόμισε τη μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Σε υποβολή ότι δεν υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά σε σχέση με τα πιο πάνω περιορίστηκε στο να πει μόνο ότι υπέστηκε μεγάλη ζημιά.

 

(ι) Στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας δεν υπάρχει ειδικός ισχυρισμός για γενικά αρνητικό και εχθρικό περιβάλλον στην Π.Υ. Πάφου λόγω του φύλου της και/ή προς τις γυναίκες πυροσβέστες. Τα παράπονά της βασίζονται κυρίως στη συμπεριφορά του κ. Τζιάμαλη και του κ. Παπαμιχαήλ. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της στους οποίους δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα δύο πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα είναι αυτοί που αφορούν (1) την εκπαίδευσή της στα πυροσβεστικά οχήματα πόλης, (2) τη μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και (3) τη μη παροχή σε αυτή ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου στο νούμερό της. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της υπό τα σημεία (1) και (2) παρατηρούμε ότι με τη μαρτυρία της ο πρώτος ισχυρισμός συνδέθηκε με τη συμπεριφορά των δύο εν λόγω προσώπων και ο δεύτερος συνδέθηκε με τη συμπεριφορά του κ. Παπαμιχαήλ[32]. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της υπό το σημείο (3) σημειώνουμε ότι είναι το μόνο παράπονο της Αιτήτριας το οποίο (α) δεν συνδέθηκε με συμπεριφορά των κ.κ. Παπαμιχαήλ και Τζιάμαλη και (β) αφορούσε μόνο το γεγονός της εργασίας της στον ΠΣΑΠ. Περαιτέρω, δεν έχει δικογραφηθεί ότι στην Π.Υ. της Επαρχίας Πάφου υπήρχαν «αντρικές κλίκκες» και/ή ότι ο κ. Τζιάμαλης και ο κ. Παπαμιχαήλ είναι «σε συνεργασία» με άλλα πρόσωπα στην Επαρχία Πάφου που διέπρατταν αυτά που διέπραξαν και/ή ότι όταν αυτή τοποθετήθηκε στον ΠΣΠ γίνονταν αρνητικά σχόλια από τους άνδρες πυροσβέστες και/ή ότι το περιβάλλον εργασίας γενικά ήταν εχθρικό για τις γυναίκες ως ανέφερε η Αιτήτρια στην κυρίως εξέτασή της για τη μη αποδοχή των γυναικών πυροσβεστών από τους άνδρες πυροσβέστες το 2009 και τον προβληματισμό τους σε σχέση με τυχόν μελλοντική προαγωγή της. Ο γενικός και αόριστος δικογραφημένος ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι είχε καταγγείλει τη μεταχείριση για την οποία παραπονείται με την Αίτηση χωρίς αποτέλεσμα δεν μπορεί να κριθεί ότι καλύπτει τις θέσεις ότι όλοι άντρες μέλη της Διοίκησης της Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου λειτουργούσαν ως «κλίκκα» ανδρών εις βάρος των γυναικών πυροσβεστών και/ή της Αιτήτριας ως γυναίκας. Συνακόλουθα οι εν λόγω ισχυρισμοί της Αιτήτριας, οι οποίοι δεν έχουν δικογραφηθεί, θα αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι οι σχετικές υποβολές του δικηγόρου της Αιτήτριας κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση δεν έγιναν αποδεκτές από τους μάρτυρες του Καθ’ ου η Αίτηση με αποτέλεσμα να μείνουν μετέωρες. Ακόμη παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια δεν μας ανέφερε ποια ήταν τα πρόσωπα που την πληροφόρησαν και πότε ότι οι παλιοί πυροσβέστες σχολίαζαν ότι αυτή σε 10 χρόνια θα γίνει υπαστυνόμος και θα τους διατάσσει. 

 

(κ) (i) Η Αιτήτρια δεν έθεσε ενώπιόν μας συγκεκριμένη καταγγελία της που να καταγγέλλει σε αρμόδιο πρόσωπο ειδικά τις δικογραφημένες πράξεις ως πράξεις διάκρισης λόγω του φύλου της. Η Αιτήτρια κατέθεσε ενώπιόν μας το Τεκμήριο 1 χωρίς να μας αναφέρει σε ποιο πρόσωπο υπέβαλε την εν λόγω καταγγελία. Από το Τεκμήριο 3 συνάγεται ότι η εν λόγω καταγγελία έγινε στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά Μελών της Αστυνομίας η οποία την ενημέρωσε ότι τα θέματα που κατάγγειλε είναι διοικητικά και θα διερευνηθούν από την Αστυνομία. Η εν λόγω Αρχή δεν είναι αρμόδιο πρόσωπο να εξετάζει τέτοια παράπονα. Η Αιτήτρια δεν μας ανέφερε πώς προχώρησε η εν λόγω καταγγελία και ποιες περαιτέρω πληροφορίες και καταθέσεις έδωσε αυτή στη συνέχεια και σε ποια πρόσωπα. Ερωτώμενη για το Τεκμήριο 1 και για το ότι σε αυτό δεν αναφέρει όλες τις πράξεις διάκρισης εις βάρος της για τις οποίες παραπονείται με την Αίτηση, απάντησε ότι με το εν λόγω Τεκμήριο είχε καταγγείλει διαφθορά.  

 (ii) Στα Τεκμήρια 2 και 3 η Αιτήτρια παραπονείται στον Διευθυντή της Π.Υ. και στον Αρχηγό της Αστυνομίας για τη μεταχείρισή της στην εργασία της χωρίς σαφή αναφορά σε διακριτική μεταχείρισή της λόγω φύλου. Στο Τεκμήριο 2 υπέβαλε παράπονο για κακομεταχείρισή της («mobbing») με την κυκλοφορία «φημών» για το πρόσωπό της χωρίς συγκεκριμένες σαφείς αναφορές που να δεικνύουν ότι αυτό αφορά το φύλο της και ενώπιόν μας δεν έδωσε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία με την εν λόγω καταγγελία της.

 

Κρίνουμε ότι οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία της Αιτήτριας είναι τόσο ουσιαστικές που δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε σε αυτή για την εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων (πέραν των αναντίλεκτων γεγονότων). Συνακόλουθα με τα πιο πάνω η μαρτυρία της Αιτήτριας απορρίπτεται.

 

 (2) Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας ο Καθ’ ου η Αίτηση παρατηρούμε τα πιο κάτω:

 

(α) (i) Οι ισχυρισμοί των κ.κ. Χρυσοστόμου και Τσοπανίδη ότι ποδίνες πυρόσβεσης δεν δίνονται σε όσους όλους υπηρετούν προσωρινά στον ΠΣΑΠ και ότι για την εκπαίδευση στα νέα οχήματα αεροδρομίου προτεραιότητα έχουν οι πυροσβέστες που υπηρετούν μόνιμα στον ΠΣΑΠ δεν δικογραφούνται στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισης του Καθ’ ου η Αίτηση και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.

 (ii) Οι θέσεις του κ. Χρυσοστόμου ότι εάν δεν βόλευαν την Αιτήτρια οι ποδίνες πυρόσβεσης που της είχαν δοθεί μπορούσε να φορεί τα άρβυλα πυρόσβεσης και η θέση του κ. Τσοπανίδη ότι είχε δώσει οδηγίες όπως μεταφερθεί στην Αιτήτρια ότι αν δεν την βολεύουν οι ποδίνες πυρόσβεσης μπορεί να φορεί τα άρβυλα πυρόσβεσης, δεν τέθηκαν στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της γεγονός που μας δημιουργεί αμφιβολίες για την αξιοπιστία τους.

(iii) Δεν μας φάνηκε πειστικός ο λόγος που προέβαλαν οι κ.κ. Χρυσοστόμου και Τσοπανίδης ότι δεν δόθηκαν στην Αιτήτρια ποδίνες πυρόσβεσης επειδή δεν υπήρχαν στον ΠΣΑΠ τέτοιες ποδίνες για τα άτομα που έρχονταν προσωρινά στον ΠΣΑΠ, καθότι όπως μας αναφέρθηκε τα άτομα που πήγαιναν προσωρινά στον ΠΣΑΠ πήγαιναν ως συμπληρωματικά άτομα στον ΠΣΑΠ λόγω έλλειψης μόνιμου προσωπικού που έπρεπε να υπηρετεί στον ΠΣΑΠ ώστε να καλύπτονται οι υπηρεσιακές ανάγκες του.

 

(β) Ο κ. Χρυσοστόμου δεν απαντούσε θετικά στις περισσότερες ερωτήσεις που του τέθηκαν καθότι σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά με το ποιος διέταξε να υπηρετεί η Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ, με το αν ο Επαρχιακός Υπεύθυνος έστελλε διάφορους πυροσβέστες εκ περιτροπής από τον ΠΣΠ στον ΠΣΑΠ, με το κατά πόσον η μόνη περίπτωση που κάποιος πυροσβέστης πήγαινε στα πλαίσια του εκ περιτροπής μόνιμα για 3 και πλέον χρόνια ήταν αυτή της Αιτήτριας, με το ποια ήταν η διαδικασία της έκδοσης «πάσου» εισόδου στο αεροδρόμιο κάποιου πυροσβέστη που δεν ήταν μόνιμα τοποθετημένος στον ΠΣΑΠ, με το εάν ένας πυροσβέστης που είναι μόνιμα τοποθετημένος στον ΠΣΠ όταν πηγαίνει στα πλαίσια του εκ περιτροπής στον ΠΣΑΠ δικαιούται να πηγαίνει στον ΠΣΠ και από εκεί να πηγαίνει στον ΠΣΑΠ με υπηρεσιακό όχημα, με το πόσο χρόνο πήρε να εκπαιδευτούν οι μόνιμοι πυροσβέστες στον ΠΣΑΠ στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και με τον λόγο που υπάρχουν μόνιμες πυροσβέστριες στον ΠΣΑΠ οι οποίες δεν κατέχουν άδεια οδήγησης πυροσβεστικών οχημάτων πόλης με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εκπαιδευτούν στα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου, απαντούσε με υπεκφυγές είτε λέγοντας ότι δεν γνωρίζει ή ότι δεν θυμάται είτε απαντώντας με γενικότητες και επιχειρήματα.

 

(γ) (i) Ο κ. Τσοπανίδης δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που του έγιναν κατά την αντεξέτασή του σχετικά με πότε θα ερχόταν η σειρά του μη μόνιμου προσωπικού στον ΠΣΑΠ να εκπαιδευτεί στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου. Ενώ επέμενε ότι προτεραιότητα εκπαίδευσης στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου είχε το μόνιμο προσωπικό στον ΠΣΑΠ, απέφυγε να απαντήσει ξεκάθαρα στις ερωτήσεις κατά πόσον υπήρχε πολιτική να μην εκπαιδεύονται οι μη μόνιμοι πυροσβέστες στον ΠΣΑΠ στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και δεν μας ανέφερε οποιαδήποτε περίπτωση μη μόνιμου πυροσβέστη στον ΠΣΑΠ που εκπαιδεύτηκε στα νέα οχήματα πυρόσβεσης. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι στον ΠΣΑΠ κατά καιρούς πήγαιναν αρκετοί πυροσβέστες προσωρινά για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών και έδωσε και το παράδειγμα του Πυρ. 1[…]4 ο οποίος σύμφωνα με αυτόν εργάστηκε προσωρινά στον ΠΣΑΠ για 1,5 χρόνο, κατά την αντεξέτασή του παραδέχτηκε ότι δεν υπήρχε άλλος πυροσβέστης που εργάστηκε προσωρινά στον ΠΣΑΠ τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα όσο η Αιτήτρια και ότι ο Πυρ. 1[…]4 πήγαινε στον ΠΣΑΠ μόνο για κάποια καθήκοντα όχι για όλα τα καθήκοντά του. Περαιτέρω ο κ. Τσοπανίδης προέβαλε τη θέση ότι μόνο η Αιτήτρια από τα άτομα που εργάζονταν και/ή εργάστηκαν προσωρινά στον ΠΣΑΠ εκπαιδεύτηκαν στα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου σε διάσταση (1) με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 στο οποίο αναφέρεται ότι ο Πυρ. 3[…]6 (ο οποίος ήταν τοποθετημένος με το ίδιο καθεστώς που ήταν και η Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ) είναι οδηγός οχημάτων πυρόσβεσης αεροδρομίου και (2) τη μαρτυρία του κ. Παπαμιχαήλ ο οποίος μας ανέφερε ότι ο Πυρ. 3[…]6 εκπαιδεύτηκε ως οδηγός οχημάτων πυρόσβεσης αεροδρομίου. Ο κ. Τσοπανίδης δεν μας έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση για ποιο λόγο η Αιτήτρια εκπαιδεύτηκε κατ’ εξαίρεση στα παλαιά οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου τη στιγμή που κανένας άλλος μη μόνιμος υπάλληλος στον ΠΣΑΠ δεν εκπαιδεύτηκε ως οδηγός των παλαιών οχημάτων πυρόσβεσης αεροδρομίου. Ενώ ο κ. Τσοπανίδης ισχυρίστηκε ότι έστειλε σχετικό σημείωμα για ποδίνες πυρόσβεσης για το νούμερο της Αιτήτριας στο Αρχηγείο της Π.Υ. το οποίο σίγουρα πρέπει να υπάρχει στο Αρχείο, τέτοιο σημείωμα δεν κατατέθηκε ενώπιόν μας ούτε κατατέθηκε ενώπιόν μας η απάντηση του Αρχηγείου στο εν λόγω σημείωμα.

(ii) Ενώ τόσο ο κ. Τσοπανίδης όσο και ο κ. Παπαμιχαήλ επικαλέστηκαν σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας τους τον κ. Ασπρή (ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος αξιωματικός της Εναλλαγής στην οποία εργαζόταν η Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ για 2 χρόνια) ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν προσκόμισε τη μαρτυρία του.

 

(δ) (i) Το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε η κα Δημοσθένους και η αναφορά της ότι στον προσωπικό φάκελο της Αιτήτριας που τηρείται στο Αρχείο της Π.Υ. το μόνο έγγραφο με το οποίο η Αιτήτρια ζητά την επιστροφή της στον ΠΣΑΠ είναι το Τεκμήριο 3, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή της. Ούτε τέθηκε κάτι ενώπιόν μας το οποίο να θέτει σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία των πιο πάνω. Δεχόμαστε τα πιο πάνω ως αξιόπιστα και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα.

(ii) Ενώ στο Αρχείο της Π.Υ. υπήρχαν και άλλα έγγραφα σχετικά με (1) τις καταγγελίες που οδήγησαν στη διοικητική και πειθαρχική έρευνα εναντίον του κ. Παπαμιχαήλ και του κ. Τζιάμαλη, (2) με το πόρισμα του Ερευνώντα Αξιωματικού και τις καταθέσεις που έλαβε αυτός και (3) με τη διαδικασία και τις καταθέσεις που δόθηκαν κατά την πειθαρχική υπόθεση Π.Υ.2/2017, ενώπιόν μας κατατέθηκαν επιλεκτικά και αποσπασματικά μερικά έγγραφα γεγονός που (1) μας προβληματίζει και (2) μας εμποδίζει από το να έχουμε μια πλήρη εικόνα σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα ώστε να είμαστε σε θέση να εξαγάγουμε στοιχεία και συμπεράσματα από τα εν λόγω περιστατικά και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας.

(iii) Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας στοιχεία σχετικά με το σύνολο των πυροσβεστών που προσλήφθηκαν και τοποθετήθηκαν στην Επαρχία Πάφου από το 2009 μέχρι το 2015 και τις εκπαιδεύσεις τους στα οχήματα πυρόσβεσης πόλης και απλώς κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 13 και 14 που δείχνει δύο εκπαιδεύσεις που έγιναν το 2015 και αναφέρθηκε ότι σε αυτά υπάρχουν δύο άντρες πυροσβέστες που προσλήφθηκαν το 2009 στην Π.Υ. στην Πάφο. Συνακόλουθα δεν τέθηκαν ενώπιόν μας όλα τα στοιχεία που αφορούν τις εκπαιδεύσεις πυροσβεστών στα οχήματα πυρόσβεσης πόλης στην Επαρχία Πάφου από την πρόσληψη της Αιτήτριας μέχρι την εκπαίδευση της Αιτήτριας στα οχήματα πυρόσβεσης πόλης με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να εξετάσουμε και να αποφανθούμε σχετικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν την εκπαίδευση των πυροσβεστών ως οδηγούς οχημάτων πυρόσβεσης πόλης σε συνάρτηση με το φύλο τους κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

(ε) (i) Οι ισχυρισμοί των τεσσάρων μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση (κ.κ. Χρυσοστόμου, Τσοπανίδη, Νέστωρος και Παπαμιχαήλ) ότι η Αιτήτρια ήθελε να εργάζεται στον ΠΣΑΠ, ότι της άρεσε να εργάζεται συνεχώς στον ΠΣΑΠ και ότι δεν τους είχε αναφέρει ότι επιθυμεί να επιστρέψει στον ΠΣΠ δεν είναι δικογραφημένοι στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισης του Καθ’ ου η Αίτηση.

(ii) Οι κ.κ. Τσοπανίδης, Νέστωρος και Παπαμιχαήλ αναφέρθηκαν πολύ γενικά και αόριστα σε συνάντηση που είχαν και οι τρεις με την Αιτήτρια και σε κάποιες συναντήσεις που είχε ο καθένας ξεχωριστά με την Αιτήτρια κατά τη διάρκεια των οποίων η Αιτήτρια τους ανέφερε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένη με την τοποθέτησή της στον ΠΣΑΠ.

(iii) Ενώ ο κ. Νέστωρος είπε ότι το ζήτημα της ανανέωσης του Πιστοποιητικού του εκπαιδευτή Πρώτων Βοηθειών είναι θέμα του Συνδέσμου και του Τάγματος Αγίου Ιωάννη, ο κ. Παπαμιχαήλ είπε ότι είναι θέμα της Π.Υ. και της Αστυνομίας. Σημειώνουμε ότι ενώ ο κ. Παπαμιχαήλ αναφέρθηκε σε πάγιες διαδικασίες σχετικά με το εν λόγω ζήτημα δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες, γεγονός που μας ξενίζει.

(iv) Η μαρτυρία του κ. Νέστωρος σχετικά με ότι κάποιοι πυροσβέστες μπορεί να στέλλονται εναλλάξ σε κάποιο Σταθμό και αν τους αρέσει παραμένουν στους εν λόγω Σταθμούς τέθηκε ενώπιόν μας με αοριστία και χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

(v) Ο κ. Νέστωρος ενώ θυμόταν ότι είχε συνομιλήσει με την Αιτήτρια τηλεφωνικώς όταν χάλασε το αυτοκίνητό της και ότι αυτή του ζήτησε να εργαστεί στον ΠΣΠ, όταν του υποβλήθηκε το τι του είχε αναφέρει η Αιτήτρια είπε ότι δεν θυμόταν ακριβώς τη συνομιλία που είχε με την Αιτήτρια.

(vi) Παρά το ότι το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε ως Τεκμήρια 20-23 ο κ. Νέστωρος παρέμεινε αναντίλεκτο, παρατηρούμε ότι δεν μας αναφέρθηκε κατά πόσον τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν το σύνολο των ενημερώσεων που έκανε ο κ. Παπαμιχαήλ στη Διεύθυνση της Π.Υ. σε σχέση με τις υπηρεσιακές ανάγκες και το προσωπικό της Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου.

 

(στ) (i) Ενώ ο κ. Παπαμιχαήλ είχε στην κατοχή του έγγραφα σχετικά με την διοικητική και πειθαρχική έρευνα Π.Υ.2/2017 δεν τα κατάθεσε στο Δικαστήριο περιοριζόμενος στο να επικαλείται μόνο το αποτέλεσμα της εν λόγω διαδικασίας.

(ii) Σε σχέση με το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 29/8/2009 και την παρατήρηση που έκανε στον Τ[…], αρχικά είπε ότι η παρατήρηση έγινε επειδή υπήρχε ο κίνδυνος σε περίπτωση άλλου περιστατικού να μην υπάρχει αρκετό προσωπικό στον ΠΣΠ για να ανταποκριθεί, στη συνέχεια όταν του υποδείχτηκε ότι η Αιτήτρια τότε ήταν δόκιμη και δεν μπορούσε να λάβει μέρος σε επιχειρήσεις προέβαλε για πρώτη φορά ότι ο τότε Διευθυντής της Π.Υ. ήταν σε καφέτερια κοντά στο ατύχημα και όταν είδε την Αιτήτρια στον χώρο του ατυχήματος του τηλεφώνησε και του έκανε παρατήρηση ότι σύμφωνα με τις πάγιες οδηγίες της Π.Υ. δεν μπορούν να πηγαίνουν πυροσβέστες ως παρατηρητές σε πραγματικά περιστατικά και ακολούθως πρόσθεσε ότι απαγορεύεται να πηγαίνουν νέοι πυροσβέστες σε πραγματικά περιστατικά γιατί δεν είναι σωστό το κοινό να βλέπει τους πυροσβέστες σε ένα περιστατικό να μην κάνουν τίποτα και απλώς να βλέπουν. Επέμενε ότι οι οδηγίες ήταν πάντα οι ίδιες για το συγκεκριμένο θέμα. Τη στιγμή που ήταν πάντα οι ίδιες οδηγίες για το συγκεκριμένο θέμα διερωτόμαστε για ποιο λόγο δεν είχαν αναφερθεί ενώπιόν μας από την αρχή όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κ. Παπαμιχαήλ κατά την αντεξέτασή του.

(iii) Στην κυρίως εξέτασή του ο κ. Παπαμιχαήλ ισχυρίστηκε μόνο ότι η Αιτήτρια τον Οκτώβριο του 2014 τοποθετήθηκε προσωρινά στον ΠΣΑΠ για κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών της Π.Υ. και ότι επειδή μετά τα πρώτα καθήκοντα της Αιτήτριας στον ΠΣΑΠ φάνηκε να της αρέσει εκεί συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντά της εκεί. Αντεξεταζόμενος προέβαλε για πρώτη φορά τη θέση ότι έδωσε οδηγίες στους Υπεύθυνους Εναλλαγών ότι αν υπήρχαν πυροσβέστες που τους άρεσε στον ΠΣΑΠ να προχωρούσαν στο να γίνει εκπαίδευσή τους σε όλες τις θεματικές ενότητες πυρόσβεσης αεροδρομίου και να παραμείνουν στον ΠΣΑΠ για όσο μεγάλο διάστημα επιθυμούσαν (σημειώνουμε ότι (1) ο κ. Τσοπανίδης δεν ανέφερε ότι του δόθηκαν ειδικές οδηγίες να εκπαιδεύσει την Αιτήτρια σε όλες τις θεματικές ενότητες αεροδρομίου και (2) δεν προσήλθαν ενώπιόν μας να καταθέσουν σχετικά οι Υπεύθυνοι Εναλλαγών του ΠΣΠ οι οποίοι απέστελλαν την Αιτήτρια στον ΠΣΑΠ το 2014 και το 2015). Παρατηρούμε ότι ο κ. Παπαμιχαήλ δεν απαντούσε με ευθύτητα και καθαρότητα στις ερωτήσεις του δικηγόρου της Αιτήτριας σχετικά με το πώς κατέληξε η Αιτήτρια, ενώ ήταν στο σύστημα του εκ περιτροπής, να εργάζεται συνεχώς στον ΠΣΑΠ. Ακόμη στις ερωτήσεις που του έγιναν σχετικά με τις συνθήκες που τοποθετήθηκε ο Πυρ. 3[…]6 στον ΠΣΑΠ απαντούσε με υπεκφυγές, επιχειρήματα και υποθέσεις.

(iv) Οι θέσεις του κ. Παπαμιχαήλ ότι αυτός από το 2014 μέχρι το 2016 είχε μιλήσει πολλές φορές με την Αιτήτρια και αυτή του ανέφερε ότι είναι πολύ ευχαριστημένη στον ΠΣΑΠ δεν τέθηκαν στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της. Ο ισχυρισμός του ότι ο κ. Χρυσοστόμου τον ενημέρωνε ότι η Αιτήτρια ήταν ευχαριστημένη στον ΠΣΑΠ δεν επιβεβαιώθηκε από τον κ. Χρυσοστόμου ο οποίος κατέθεσε μόνο ότι η Αιτήτρια ουδέποτε του ανέφερε ότι δεν της άρεσε στον ΠΣΑΠ και ότι αυτός αντιλαμβανόταν ότι της άρεσε η παρουσία της στον ΠΣΑΠ.  

(v) Αντεξεταζόμενος στις ερωτήσεις που του έγιναν σχετικά με το κατά πόσον ενημέρωνε τον Διευθυντή της Π.Υ. για το γεγονός ότι η Αιτήτρια εργαζόταν συνεχώς και για τόσο μεγάλο διάστημα στον ΠΣΑΠ απαντούσε με υπεκφυγές και γενικότητες λέγοντας ότι ενημέρωνε τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς τον Διευθυντή της Π.Υ. για όλες τις μετακινήσεις και για όλα τα θέματα της Επαρχίας Πάφου χωρίς να μας αναφέρει κάτι σχετικό και ειδικό για την Αιτήτρια. Κατά την επανεξέτασή του διευκρίνισε για πρώτη φόρα ότι στις περιπτώσεις που η μετακίνηση γινόταν στα πλαίσια του εκ περιτροπής δεν γινόταν ονομαστική αναφορά στους πυροσβέστες που αποστέλλονταν σε άλλους Σταθμούς στα εν λόγω πλαίσια. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε με γενικότητα και αοριστία ότι ο Διευθυντής της Π.Υ. ήταν γνώστης της τοποθέτησης της Αιτήτριας στον ΠΣΑΠ.

(vi) Μας φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι την επόμενη μέρα που η Αιτήτρια έστειλε επιστολή στον Αρχηγό της Αστυνομίας (Τεκμήριο 3) ζητώντας την επιστροφή της στον ΠΣΠ, ο κ. Παπαμιχαήλ (ο οποίος ενώπιόν μας επαναλάμβανε συνεχώς αν η Αιτήτρια ήθελε να επιστρέψει στον ΠΣΑΠ μπορούσε να στείλει επιστολή στα αρμόδια πρόσωπα και αυτός θα φρόντιζε να επιστρέψει) απέστειλε το Τεκμήριο 4 ζητώντας τη μονιμοποίησή της στον ΠΣΑΠ. Ενώ στο Τεκμήριο 3 η δικηγόρος της Αιτήτριας αναφέρει συζητήσεις που είχε η Αιτήτρια με τον κ. Παπαμιχαήλ το καλοκαίρι του 2017 για την επιστροφή της στον ΠΣΠ, ο κ. Παπαμιχαήλ (ο οποίος παραδέχτηκε ότι τον Ιούλιο του 2017 πήγε στον ΠΣΑΠ και συζήτησε με την Αιτήτρια για το Τεκμήριο 26) δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με τους ισχυρισμούς της δικηγόρου της Αιτήτριας και περιορίστηκε απλώς στο να πει ότι η Αιτήτρια με το Τεκμήριο 26 ζητούσε μια συγκεκριμένη θέση στον ΠΣΠ και αυτός της εξήγησε ότι δεν είχε κενωθεί η εν λόγω θέση. Περαιτέρω, ενώ τα έγγραφα που κατέθεσε ο κ. Νέστωρος (Τεκμήρια 20-23) τα οποία αποτελούν ενημερώσεις του κ. Παπαμιχαήλ προς τη Διεύθυνση της Π.Υ. για το προσωπικό και τις υπηρεσιακές ανάγκες της Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου δεν φέρουν τη σήμανση ότι είναι εμπιστευτικά, στο Τεκμήριο 4 αναγράφεται ότι αυτό είναι εμπιστευτικό γεγονός που μας ξενίζει.

(vii) Ενώ ο κ. Παπαμιχαήλ μας ανέφερε ότι δεν ήταν παρών όταν έγινε το επεισόδιο μεταξύ της Αιτήτριας και του κ. Τζιάμαλη το 2010 και ότι η Αιτήτρια του έκανε παράπονο στο γραφείο του για τη συμπεριφορά του κ. Τζιάμαλη όπου, αφού κάλεσε και τον κ. Τζιάμαλη, ο οποίος εξήγησε ότι λόγω θέματος ασφαλείας που προέκυψε κατά την άσκηση φώναξε πολύ δυνατά στην Αιτήτρια, η Αιτήτρια αντιλήφθηκε ότι παρεξήγησε τον κ. Τζιάμαλη, στην απόφαση του κ. Χινινού (Τεκμήριο 10) αναφέρεται ότι ο κ. Παπαμιχαήλ είπε ότι εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα ήταν συνεχώς παρών και δεν αντιλήφθηκε τέτοιο συμβάν και ότι όταν εξέτασε μετά το εν λόγω γεγονός διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια δεν έλεγε την αλήθεια και ότι παραποίησε τα γεγονότα.

 

(η) Ο κ. Τζιάμαλης σχετικά με τη βίαιη συμπεριφορά που τον κατηγόρησε η Αιτήτρια είπε ότι αυτός είχε απλώς πιάσει την Αιτήτρια «ελαφρά» από το χέρι κατά τη διενέργεια άσκησης για να αποφευχθεί κάποιος τραυματισμός σε διάσταση με τον κ. Παπαμιχαήλ ο οποίος είπε ότι ο κ. Τζιάμαλης φώναξε πολύ δυνατά στην Αιτήτρια. Ο κ. Τζιάμαλης υποστήριξε ότι αυτά που ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του ήταν αυτά που κατέθεσε και στην πειθαρχική υπόθεση Π.Υ.2/2017 αλλά ενώπιόν μας δεν τέθηκαν τα πρακτικά της εν λόγω διαδικασίας με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να εξετάσουμε κατά πόσον ο εν λόγω ισχυρισμός του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του κ. Τζιάμαλη σχετικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν το επεισόδιο μεταξύ αυτού και της Αιτήτριας στις 26/2/2010 δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να στερηθεί της ευκαιρίας να θέσει ενώπιόν μας τη δική της εκδοχή.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνουμε ως μη αξιόπιστη τη μαρτυρία των μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση και ως εκ τούτου την απορρίπτουμε, με εξαίρεση τη μαρτυρία της κας Δημοσθένους που αναφέρεται στην παράγραφο Β(2) (δ) (i).

 

Εφαρμογή Νομικής Πτυχής

 

Α. Κατ αρχάς το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον το Δ.Ε.Δ. έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την Αίτηση.

 

Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Στο εν λόγω άρθρο προσδιορίζεται το εύρος της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ.. Το άρθρο 12(1)(β) προβλέπει ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει για όλες τις εργατικές διαφορές οι οποίες παραπέμπονται σε αυτό δυνάμει ρητής διατάξεως οποιασδήποτε νομοθεσίας.

 

Στο άρθρο 14 του Ν.205(Ι)/2002 σημειώνεται ότι κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 δικαιούται να διεκδικεί τα δικαιώματά του ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου και στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνονται προβλέψεις σχετικά με τα αρμόδια Δικαστήρια να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002. Στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνεται ρητή πρόβλεψη ότι το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει εργατικές διαφορές και λοιπές διαφορές ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 επιφυλασσόμενης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου που προβλέπεται από το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Ο Ν.205(Ι)/2002 εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους αναφορικά με όλες τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την απασχόληση (άρθρο 4). Με βάση το άρθρο 5 του Ν.205(Ι)/2002 «άνδρες και γυναίκες απολαύουν ίσης μεταχείρισης» σχετικά με τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν.205(Ι)/2002 και απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου κατά την έννοια του Ν.205(Ι)/2002.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος ως τροποποιήθηκε με τον Ν.131(Ι)/2015 το Διοικητικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί κάθε προσφυγής που υποβάλλεται εναντίον απόφασης, πράξης ή παράλειψης, οποιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου που ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, για τον λόγο ότι αυτή είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του Συντάγματος ή του νόμου.

 

Με βάση τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τον ορισμό στον Ν.205(Ι)/2002 των εννοιών «εργατική διαφορά» (κάθε διαφορά εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002), «απασχόληση» (καλύπτει συμβάσεις εργασίας δημοσίου δικαίου), «διάκριση λόγω φύλου», «επαγγελματική εκπαίδευση», «εργοδότης» (καλύπτει και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας), «εργαζόμενος», «πράξη» και «παρενόχληση» σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των άρθρων 4, 7, 8, 12, 15(1), (3) και (5) και 16 του Ν.205(Ι)/2002, κρίνουμε ότι το Δ.Ε.Δ., σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.8/67 και του Ν.205(Ι)/2002, έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 και αφορούν οποιαδήποτε θέματα δεν προσβάλλονται με προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Συνακόλουθα το Δ.Ε.Δ. έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει επί διαφορών που αναφύονται στη βάση του Ν.205(Ι)/2002 με εξαίρεση των διαφορών που εδράζονται σε πράξεις, αποφάσεις και παραλείψεις που προσβάλλονται με προσφυγή. Για να μπορεί να προσβληθεί μια πράξη ενός διοικητικού οργάνου με προσφυγή θα πρέπει εκτός από διοικητική να είναι και εκτελεστή, δηλαδή να δημιουργεί εξωτερικό έννομο αποτέλεσμα έναντι των διοικουμένων (να δημιουργείται, να τροποποιείται ή να καταργείται μια νομική κατάσταση) και να έχει άμεση νομική ισχύ. Πράξεις διοικητικών οργάνων όπως διοικητικά μέτρα εσωτερικής φύσης τα οποία δεν επιφέρουν μεταβολή στην υφιστάμενη κατάσταση ενός διοικουμένου δεν θεωρούνται εκτελεστές και δεν μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή δυνάμει του Άρθου 146 του Συντάγματος.

 

Τα αγώγιμα δικαιώματα της Αιτήτριας στην παρούσα διαδικασία εδράζονται στις πρόνοιες του Ν.205(Ι)/2002. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπέστηκε διακριτική μεταχείριση σχετιζόμενη με το φύλο της (άμεση διάκριση και/ή παρενόχληση) από έναν προϊστάμενό της και ένα συνάδελφό της σε τομείς που καλύπτει ο Ν.205(Ι)/2002 και/ή από τον εργοδότη της και αξιώνει εναντίον του εργοδότη της θεραπείες που προβλέπονται με τον Ν.205(Ι)/2002. Η Αιτήτρια παραπονείται για βίαιη και εκφοβιστική συμπεριφορά των δύο πιο πάνω προσώπων, για μετακίνησή της από τον Προϊστάμενό της από τον ΠΣΠ στον ΠΣΑΠ και παρεμπόδιση της επιστροφής της στον ΠΣΠ, για παραγνώρισή της σε εκπαιδεύσεις σχετικές με την απασχόλησή της, για παρεμπόδιση της ανέλιξής της με διάφορα μέσα και για τη χορήγηση μποτών εργασίας τρία νούμερα μεγαλύτερων από το νούμερό της. Τα παράπονα της βίαιης και εκφοβιστικής συμπεριφοράς, της παραγνώρισής της σε εκπαιδεύσεις και της χορήγησης μποτών μεγαλύτερου μεγέθους από το μέγεθος της Αιτήτριας δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αφορούν σε διοικητικές πράξεις οι οποίες μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή. Το παράπονο για τη μετακίνηση από τον ΠΣΠ και την τοποθέτησή της στον ΠΣΑΠ από τον Προϊστάμενό της δεν αφορά σε εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά σε διοικητικό μέτρο εσωτερικής φύσης (επειδή δεν είναι μετάθεση αλλά μετακίνηση) το οποίο δεν είναι υποκείμενο σε ακυρωτικό έλεγχο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος[33] (βλ. Άννα Νικοδήμου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3(Α) Α.Α.Α.571, Συμεών ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ.2344/2006 ημερ. 02/06/2009, Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ.1815/2008 ημερ. 19/02/2010). Εφόσον το παράπονό της για παρεμπόδιση της ανέλιξής της συνδέθηκε με την μετακίνησή της στον ΠΣΑΠ και όχι με επίσημες διαδικασίες προαγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά σε εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από την περίπτωση που εξετάστηκε στην Πολ. Έφεση Ε231/2016 Ε. Ξενοφώντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 29/12/2023 και κρίθηκε ότι τα ζητήματα που αναφύονται εξ αφορμής του Ν.205(Ι)/2002 ενέπιπταν στην δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου και όχι στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. καθότι στην εν λόγω υπόθεση τα παράπονα σχετίζονταν με αποφάσεις προσλήψεων, μονιμοποιήσεων, προαγωγών και ανέλιξης στην Εθνική Φρουρά οι οποίες αφορούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι παράπονα της Αιτήτριας δεν αφορούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και ως εκ τούτου δεν έχει αρμοδιότητα το Διοικητικό Δικαστήριο. Συνακόλουθα το Δ.Ε.Δ. έχει αρμοδιότητα να εξετάσει την Αίτηση.

 

B. Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα σημειώνουμε τα πιο κάτω:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67[34], οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα (ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό). Μετά την παρέλευση της πιο πάνω προβλεπόμενης προθεσμίας, η οποία προθεσμία είναι αποσβεστική, η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης του «προς υποβολή αιτήσεως δικαιώματος».

 

Εντός του πλαισίου του Ν.205(Ι)/2002 οι απαγορευμένες συμπεριφορές οι οποίες δίνουν αγώγιμο δικαίωμα στους παραπονούμενους είναι πράξεις (ή παραλείψεις) είτε μεμονωμένες είτε επαναλαμβανόμενες. Οι επαναλαμβανόμενες πράξεις (ή παραλείψεις) μπορεί να λαμβάνουν χώρα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω, οι απαγορευμένες πράξεις μπορεί να είναι μια σειρά διαφόρων ξεχωριστών πράξεων (ή παραλείψεων) οι οποίες συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε να αποτελούν την έκφανση μιας συγκεκριμένης απαγορευμένης με τον Ν.205(Ι)/2002 συμπεριφοράς.

 

Είμαστε της γνώμης ότι τόσο στην περίπτωση που οι πράξεις είναι επαναλαμβανόμενες όσο και στην περίπτωση που οι ξεχωριστές πράξεις συνιστούν στην ουσία μια συμπεριφορά, η αίτηση στο Δ.Ε.Δ. μπορεί να καταχωρηθεί εντός 12 μηνών από την ημερομηνία εκδήλωσης της τελευταίας απαγορευμένης πράξης. Στην περίπτωση που οι απαγορευμένες πράξεις είναι επαναλαμβανόμενες και μπορούν να θεωρηθούν ως πρακτική τότε το Δ.Ε.Δ. μπορεί να λάβει υπόψη του όλες τις απαγορευμένες πράξεις και να αποδώσει θεραπεία που να τις καλύπτει όλες ως μέρος της απαγορευμένης πρακτικής ασχέτως αν κάποιες από αυτές συνέβησαν εκτός της προθεσμίας των 12 μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Στην περίπτωση που οι απαγορευμένες πράξεις συνδέονται μεταξύ τους τόσο ώστε να αποτελούν την έκφανση μιας συγκεκριμένης απαγορευμένης με τον Ν.205(Ι)/2002 συμπεριφοράς τότε εφόσον η τελευταία πράξη για την οποία παραπονείται ο αιτητής/η αιτήτρια είναι εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Ν.8/67, τότε η αίτησή του/της είναι εμπρόθεσμη και οι υπόλοιπες απαγορευμένες πράξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παραγραμμένες αφού αποτελούν εκφάνσεις μιας συνεχόμενης απαγορευμένης συμπεριφοράς. Και σε αυτή την περίπτωση το Δ.Ε.Δ. μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις για όλες τις πράξεις της συνεχόμενης απαγορευμένης συμπεριφοράς ασχέτως αν κάποιες από αυτές επισυνέβησαν εκτός της προβλεπόμενης με τον Ν.8/67 προθεσμίας. Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, “Division L Equality, 5. Enforcement, E. Time limits” στις παραγράφους [822] –[822.01] αναγράφεται ότι μια πράξη διάκρισης η οποία λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο (“which extends over a period”) θεωρείται ότι έλαβε χώρα στο τέλος αυτής της περιόδου και σημειώνεται ότι θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ μιας συνεχόμενης πράξης και μιας απόφασης/πράξης που είναι καθοριστική για τις συνθήκες εργασίας για σκοπούς απόφανσης σχετικά με τις προθεσμίες καταχώρησης παραπόνου στα αρμόδια δικαστήρια. Τονίζεται ότι το ουσιαστικό κριτήριο είναι κατά πόσον υπάρχει μια συνεχιζόμενη κατάσταση πραγμάτων η οποία συνιστά διακριτική μεταχείριση. Ότι αν υπάρχουν διάφορες, κατ’ ισχυρισμόν, περιπτώσεις διάκρισης οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους αυτό συνιστά μαρτυρία μιας συνεχόμενης κατάστασης διακριτικής μεταχείρισης η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως έκφανση μιας συγκεκριμένης απαγορευμένης με τον Νόμο συμπεριφοράς ακόμα και αν δεν υπάρχει ξεκάθαρη πολιτική διακριτικής μεταχείρισης. Στην υπόθεση Owusu v. London Fire and Civil Defence Authority [1995] IRLR 574 ο αιτητής το 1992 καταχώρησε παράπονο για διάκριση του λόγω εθνοτικής καταγωγής ισχυριζόμενος ότι ο εργοδότης του (1) απέτυχε να τον προάγει σε επτά περιπτώσεις μεταξύ του 1986 και του 1990 και (2) επανειλημμένως απέτυχε να τον αναβαθμίσει όταν υπήρχαν περιπτώσεις όπου μπορούσε να το κάνει. Αποφασίστηκε ότι το πρώτο παράπονό του αποτελείτο από συγκεκριμένες μεμονωμένες περιστάσεις και συνακόλουθα το εν λόγω παράπονό του ήταν παραγραμμένο ενώ το δεύτερο του παράπονο συνιστούσε περίπτωση συνεχιζόμενης πράξης στη μορφή μιας πρακτικής η οποία ακολουθείτο εξαιρώντας αυτόν από αναβαθμίσεις που υπήρχαν και ως εκ τούτου δεν ήταν παραγραμμένο. Λέχθηκε ότι μία σειρά διαδοχικών περιπτώσεων μπορούν να καταδείξουν την ύπαρξη μιας πρακτικής και ως εκ τούτου μπορούν να θεωρηθούν ως μια συνεχιζόμενη πράξη ή κατάσταση πραγμάτων η οποία λαμβάνει χώρα για μια χρονική περίοδο. Το κατά πόσον η κατάσταση πραγμάτων συνιστούσε απαγορευμένη διακριτική μεταχείριση εξαρτάται από τη μαρτυρία και στη συνέχεια από την απόδειξη των πραγματικών γεγονότων. Στην Hendricks v. Metropolitan Police Commr [2003] ICR 530 η αιτήτρια παραπονείτο για διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου και/ή φυλής για περίοδο 11 χρόνων. Λέχθηκε ότι το κριτήριο το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη ήταν κατά πόσον ο εργοδότης της ήταν/είναι υπεύθυνος για μια συνεχιζόμενη κατάσταση πραγμάτων κατά την οποία τα μέλη συγκεκριμένων ομάδων εργοδοτουμένων υπέστηκαν και/ή υφίστανται λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση και ότι δεν χρειάζεται να αποδειχτεί ότι υπάρχει «πολιτική», «κανόνας», «πρακτική», «καθεστώς» και/ή «σχέδιο» γι’ αυτή τη συμπεριφορά. Αποφασίστηκε ότι η αιτήτρια μπορούσε να προωθήσει την απαίτησή της στη βάση του ότι είχε το βάρος απόδειξης να αποδείξει, είτε με άμεση μαρτυρία είτε με μαρτυρία από την οποία μπορούσε να συναχθεί, ότι τα, κατ’ ισχυρισμό της, πολυάριθμα περιστατικά διακριτικής μεταχείρισης συνδέονταν το ένα με το άλλο και δεικνύουν μια συνεχόμενη κατάσταση διακριτικής μεταχείρισης. Τονίστηκε ότι μια συνεχιζόμενη κατάσταση πραγμάτων διακριτικής μεταχείρισης θα πρέπει να αποδειχτεί είτε με τις ξεχωριστές πράξεις διακριτικής μεταχείρισης που την συνιστούν είτε με περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης που μαρτυρούν τη συνεχιζόμενη διακριτική μεταχείριση.

 

Όπως σημειώσαμε πιο πάνω δεν τέθηκε ενώπιόν μας μαρτυρία που να δεικνύει οποιαδήποτε βίαιη και εχθρική συμπεριφορά προς την Αιτήτρια από τον κ. Τζιάμαλη εκτός από την αναφορά της Αιτήτριας για ένα επεισόδιο μεταξύ αυτής και του κ. Τζιάμαλη που έλαβε χώρα το 2010 το οποίο δεν αποδείχτηκε ενώπιόν μας να έχει οποιαδήποτε σύνδεση με τη μεταχείριση για την οποία παραπονείται η Αιτήτρια ότι υπέστηκε στη συνέχεια. Η Αίτηση όσον αφορά το παράπονο της Αιτήτριας για τη συμπεριφορά του κ. Τζιάμαλη το 2010 καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή έξω από τα χρονικά πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67. Συνακόλουθα το δικαίωμα της Αιτήτριας να αξιώσει τις αιτούμενες θεραπείες που στηρίζονται στο πιο πάνω παράπονό της είναι παραγραμμένο.

 

Όσον αφορά το παράπονο της Αιτήτριας ότι εμποδίστηκε η πρόοδος και η ανέλιξή της στην Π.Υ. και η πλήρης επαγγελματική κατάρτισή της, παρατηρούμε ότι αυτό συνδέεται με την τοποθέτησή της στον ΠΣΑΠ και την παραμονή της εκεί για τόσο μεγάλο διάστημα, την εκπαίδευσή της στα πυροσβεστικά οχήματα πόλης το 2015 και τη μη εκπαίδευσή της στα νέα πυροσβεστικά οχήματα αεροδρομίου. Η επιστροφή της Αιτήτριας στον ΠΣΠ έλαβε χώρα αρχές του 2018 και η Αιτήτρια μέχρι τότε δεν εκπαιδεύτηκε στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου. Σχετικά με το παράπονο της Αιτήτριας για χορήγηση ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου σε μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό που φορεί παρατηρούμε ότι αυτό διήρκησε καθόλη την υπηρεσία της στον ΠΣΑΠ αφού ποτέ δεν της δόθηκαν ποδίνες πυρόσβεσης στο μέγεθός της. Οι κατ’ ισχυρισμόν πράξεις και/ή παραλείψεις που στηρίζουν τα παράπονα της Αιτήτριας, συνδέονται μεταξύ τους όσον αφορά τις κατ’ ισχυρισμόν αρνητικές συνέπειες στην εργασία της και/ή στην προσωπικότητα της Αιτήτριας και ως εκ τούτου μπορούν να θεωρηθούν (σε περίπτωση απόδειξής τους ως απαγορευμένες από τον Ν.205(Ι)/2002 πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορές) ότι συνιστούν μια συνεχιζόμενη κατάσταση πραγμάτων διακριτικής μεταχείρισης η οποία τελείωσε τον Ιανουάριο του 2018. Εφόσον οι τελευταίες παράνομες πράξεις/παραλείψεις έλαβαν χώρα εντός του χρονικού περιθωρίου που προβλέπει ο Ν.8/67 βρίσκουμε ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα και ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας που στηρίζονται στα εν λόγω παράπονά της δεν είναι παραγραμμένες.

 

Γ. Το επόμενο ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η Αιτήτρια στη βάση των ευρημάτων μας που αφορούν τα γεγονότα της υπόθεσης (δηλαδή των παραδεκτών και/ή αναντίλεκτων γεγονότων και των γεγονότων που αποδείχτηκαν με την αποδεκτή μαρτυρία της κας Δημοσθένους) υπέστηκε διάκριση λόγω φύλου κατά την απασχόλησή της και πιο συγκεκριμένα κατά πόσον η μεταχείριση και/ή οι πράξεις και/ή οι παραλείψεις για τις οποίες παραπονείται συνιστούσαν είτε άμεση διάκριση λόγω φύλου είτε παρενόχλησή της λόγω φύλου.

 

Κατ’ αρχάς σημειώνουμε ότι δεν αποδείχτηκαν ενώπιόν μας στοιχεία και/ή γεγονότα που να δεικνύουν (α) ότι ο κ. Παπαμιχαήλ το 2009 αναφέρθηκε για το πρόσωπο της Αιτήτριας στον κ. Τ [….] και άλλα τρίτα πρόσωπα με ανήθικο και ανάρμοστο τρόπο και (β) ότι ο κ. Τζιάμαλης το 2010 επιτέθηκε με βίαιο τρόπο στην Αιτήτρια (εξετάζουμε τα εν λόγω παράπονα της Αιτήτριας σε αυτό το σημείο όχι ως ξεχωριστές βάσεις αγωγής αλλά ως μέρος της μαρτυρίας η οποία δεικνύει το σύνολο της μεταχείρισης που έτυχε η Αιτήτρια στην Π.Υ.). Οι καταγγελίες της Αιτήτριας για τα πιο πάνω που περιέχονται στο Τεκμήριο 1 και το παράπονο που έκανε η Αιτήτρια το 2010 στον κ. Παπαμιχαήλ για την, κατ’ ισχυρισμό της, αδικαιολόγητη επίθεση που δέχτηκε από τον κ. Τζιάμαλη κατά τη διάρκεια μιας άσκησης στον ΠΣΠ, από μόνα τους χωρίς να τεθούν ενώπιόν μας με ένορκη μαρτυρία (α) οι περιστάσεις που περιβάλλουν τις συμπεριφορές για τις οποίες παραπονείται η Αιτήτρια ώστε να μπορούμε να κρίνουμε κατά πόσον όντως οι συμπεριφορές για τις οποίες παραπονείται η Αιτήτρια έλαβαν χώραν και ποια η σοβαρότητά τους και/ή (β) άλλα γεγονότα που να τείνουν να βεβαιώσουν τους περιγραφικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αρκετά στοιχεία που να πιθανολογούν (1) τη διενέργεια αυτών των πράξεων για τις οποίες παραπονείται η Αιτήτρια (2) λόγω του ότι είναι γυναίκα (παρενόχληση λόγω φύλου), ώστε να μεταφερθεί το βάρος απόδειξης στην πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση να αποδείξει ότι δεν έλαβε χώρα η εν λόγω μεταχείριση (παρενόχληση) ή ότι έλαβε χώρα αλλά δεν οφείλεται στο φύλο της Αιτήτριας.

 

Σε ό,τι αφορά το παράπονο της Αιτήτριας σχετικά με την εκπαίδευσή της στην οδήγηση των οχημάτων πυρόσβεσης πόλης όπως σημειώσαμε πιο πάνω, στην παράγραφο Β(1)(στ) πιο πάνω, δεν τέθηκε ενώπιόν μας το υπόβαθρο που να στηρίζει τη θέση της Αιτήτριας ότι «έτυχε άνισης μεταχείρισης και παραγνωρίστηκε για την εκπαίδευση οδηγών πυροσβεστικών οχημάτων πόλης για 6 χρόνια» σε αντίθεση με άλλους άντρες συναδέλφους της, που προσλήφθηκαν είτε μαζί της είτε μετά από αυτήν, λόγω του ότι υπήρχε προτίμηση στους άνδρες πυροσβέστες. Δηλαδή, δεν τέθηκε το υπόβαθρο στο οποίο θα μπορούσαμε να στηριχτούμε για να εξετάσουμε κατά πόσον η Αιτήτρια υπέστηκε λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση σε σύγκριση με ένα άντρα πυροσβέστη που βρισκόταν σε όμοια ή παρόμοια κατάσταση με αυτήν. Το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τρεις από τις πέντε γυναίκες πυροσβέστες στον ΠΣΑΠ δεν είχαν άδεια οδήγησης πυροσβεστικών οχημάτων πόλης από μόνο του χωρίς άλλα στοιχεία και/ή άλλες περιβάλλουσες συνθήκες (όπως π.χ. πότε προσλήφθηκαν οι εν λόγω πυροσβέστες, ποιες οι θέσεις και τα καθήκοντα εργασίας τους, πόσες γυναίκες πυροσβέστες υπήρχαν στον ΠΣΠ και στην Π.Υ. της Επαρχίας Πάφου και πότε αυτές εκπαιδεύτηκαν ως οδηγοί πυροσβεστικών οχημάτων πόλης, δηλώσεις αρμόδιων προσώπων ότι, μόνο ή κατά προτεραιότητα, θα εκπαιδεύονταν οι άντρες πυροσβέστες ως οδηγοί πυροσβεστικών οχημάτων πόλης, μαρτυρία σχετικά με άνδρες πυροσβέστες που προσλήφθηκαν μετά την Αιτήτρια και εκπαιδεύτηκαν πριν από αυτή ως οδηγοί πυροσβεστικών οχημάτων) δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο να πιθανολογήσουμε ότι στην Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου υπήρχε διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου στις εκπαιδεύσεις οδήγησης πυροσβεστικών οχημάτων πόλης. Ακόμη το γεγονός ότι ο κ. Τζιάμαλης, σε συνεργασία με τον κ. Παπαμιχαήλ, επέλεγε ποιους θα εκπαίδευε ως οδηγούς οχημάτων πυρόσβεσης πόλης από μόνο του δεν μπορεί να στηρίξει την πιο πάνω θέση της Αιτήτριας για άνιση μεταχείριση και/ή παραγνώρισή της για 6 χρόνια λόγω του ότι είναι γυναίκα ούτε να θεωρηθεί ως αρκετό για να πιθανολογηθεί άμεση διάκριση (λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση) και/ή παρενόχληση της Αιτήτριας σχετιζόμενης με το φύλο της αφού δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οι περιβάλλουσες συνθήκες που να δικαιολογούν την εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Ούτε τα δύο πιο πάνω γεγονότα μαζί σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπήρχαν γυναίκες πυροσβέστες σε ψηλές θέσεις στην Π.Υ. είναι αρκετά για να κρίνουμε ότι η Αιτήτρια απέσεισε το βάρος απόδειξης που την βάρυνε ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να πιθανολογήσει ότι η Αιτήτρια υπέστηκε άμεση διάκριση και/ή παρενόχληση η οποία συνδέεται με το ότι είναι γυναίκα αφού το σύνολο αυτών των στοιχείων δεν δεικνύει ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, φαίνεται να υπήρχε προτίμηση να εκπαιδεύονται ως οδηγοί πυροσβεστικών οχημάτων οι άνδρες πυροσβέστες.

 

Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας (α) για παραποίηση των γραπτών δοκιμίων της στις εξετάσεις προαγωγής, (β) για αλλοίωση των βαθμολογιών της στις ετήσιες αξιολογήσεις της από τον κ. Τζιάμαλη και τη μη διόρθωσή τους σε αντίθεση με τη διόρθωση που έγινε στις βαθμολογίες στις ετήσιες αξιολογήσεις των αντρών συναδέλφων της οι οποίες είχαν αλλοιωθεί από τον κ. Τζιάμαλη και (γ) για εσκεμμένη και αδικαιολόγητη απαίτηση του κ. Παπαμιχαήλ όπως εκπαιδευτεί ξανά ως εκπαιδευτής Πρώτων Βοηθειών όπως αναφέραμε πιο πάνω δεν έγιναν αποδεκτοί με αποτέλεσμα τα σχετικά παράπονα της Αιτήτριας να μην έχουν αποδειχτεί ενώπιόν μας. Σημειώνουμε ότι η θέση ότι κατά την παραμονή της Αιτήτριας στον ΠΣΑΠ αυτή δεν αξιολογείτο από τον Σταθμάρχη του ΠΣΑΠ αλλά από τον κ. Παπαμιχαήλ δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο λιγότερης ευνοϊκής μεταχείρισης και/ή παρενόχλησης καθότι δεν αποδείχτηκαν τα στοιχεία που περιβάλλουν τις αξιολογήσεις της Αιτήτριας κατά τον χρόνο που η Αιτήτρια υπηρετούσε στον ΠΣΑΠ. Ούτε μπορούν από την εν λόγω θέση να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα σχετικά με τις επιπτώσεις που είχε το εν λόγω γεγονός στη σταδιοδρομία και στους όρους απασχόλησης της Αιτήτριας. 

 

Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που περιβάλλουν την μετακίνηση της Αιτήτριας από τον ΠΣΠ και την τοποθέτησή της στον ΠΣΑΠ όπως αυτές αναφέρονται στην παράγραφο 4 του μέρους της παρούσας απόφασης που φέρει τίτλο «Ανάλυση μαρτυρίας» καθώς και τα υπόλοιπα παραδεκτά/αναντίλεκτα γεγονότα, κρίνουμε ότι δεν έχουν αποδειχτεί γεγονότα από τα οποία μπορεί το Δικαστήριο να πιθανολογήσει ότι η Αιτήτρια υπέστηκε λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση από την οποία υπέστηκε ή θα υφίστατο ένας άνδρας πυροσβέστης σε ανάλογη κατάσταση με αυτήν και/ή παρενόχληση λόγω του φύλου της. Και εξηγούμε. Από το σύνολο των αποδεκτών από εμάς στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μας δεν διαφάνηκε ότι υπήρχαν στοιχεία τα οποία να τείνουν να δείξουν ότι η εν λόγω μεταχείριση της Αιτήτριας (α)  ήταν λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση λόγω του φύλου της και (β) παρενόχληση λόγω του φύλου της, υπό το φως της παρόμοιας αντιμετώπισης που είχε ο Πυρ. 3[…]6 ο οποίος από τις αρχές του 2016 πήγαινε μόνιμα και συνεχώς στον ΠΣΑΠ στα πλαίσια του συστήματος εκ περιτροπής κάλυψης καθηκόντων. Δεν έχουν αποδειχτεί οποιαδήποτε ικανά γεγονότα στα οποία μπορούμε να στηριχτούμε ώστε να πιθανολογήσουμε ότι η εν λόγω μεταχείριση της Αιτήτριας οφειλόταν στο ότι είναι γυναίκα. Τα γεγονότα ότι (α) δεν μας εξηγήθηκε πειστικά για ποιο λόγο επιλέχτηκε η Αιτήτρια για να τοποθετηθεί συνεχώς στον ΠΣΑΠ μέσω του συστήματος εκ περιτροπής κάλυψης καθηκόντων, (β) ο Αρχηγός της Αστυνομίας δεν ενημερώθηκε για την εν λόγω τοποθέτηση της Αιτήτριας και ο Διευθυντής της Π.Υ. δεν ενημερώθηκε γραπτώς για την λόγω τοποθέτηση της Αιτήτριας και (γ) δεν υπήρχε άλλος πυροσβέστης που υπηρέτησε για τόσο μεγάλο διάστημα στον ΠΣΑΠ στα πλαίσια του «εκ περιτροπής» συστήματος όσο η Αιτήτρια, παρά το ότι μας προβληματίζουν ιδιαίτερα, δεν θεωρούμε ότι συνιστούν γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθούν στοιχεία με βάση τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί ότι η αιτία της εν λόγω μεταχείρισης της Αιτήτριας ήταν/είναι το φύλο της τη στιγμή που (i) δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε αποδεκτά στοιχεία που να διαφοροποιούν τη μεταχείριση του Πυρ. 3[…]6 από τη μεταχείριση της Αιτήτριας και/ή τον λόγο μεταχείρισης του Πυρ. 3[…]6 ώστε η Αιτήτρια να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε συγκρίσιμη κατάσταση με αυτόν και/ή (ii) οποιαδήποτε άλλα αποδεκτά στοιχεία πιθανής διακριτικής μεταχείρισης της Αιτήτριας λόγω του φύλου της. Η εν λόγω μεταχείριση της Αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη και την καθυστέρηση στην έκδοση μόνιμου «πάσου» εισόδου στο αεροδρόμιο και το ότι δεν επιτράπηκε στην Αιτήτρια μετά από τους πρώτους 3 μήνες της μετακίνησής της στον ΠΣΑΠ να χρησιμοποιεί υπηρεσιακό όχημα ώστε να μεταβαίνει από τον ΠΣΠ στον ΠΣΑΠ σε συνδυασμό με (i) την αποστολή από την Αιτήτρια των Τεκμηρίων 2, 26 και 3, (ii) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες στάληκε το Τεκμήριο 4 από τον κ. Παπαμιχαήλ, (iii) τη μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και (iv) την παροχή σε αυτήν ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου σε μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό που φορούσε, κατά την κρίση μας, συνιστά στο σύνολό της παρενοχλητική συμπεριφορά αφού ήταν ανεπιθύμητη από την Αιτήτρια και τέτοιας μορφής και φύσης που λογικά πρόσβαλλε την αξιοπρέπεια της Αιτήτριας. Αλλά δεν υπάρχουν ικανά στοιχεία τα οποία μπορεί να μας οδηγήσουν στο να πιθανολογήσουμε ότι η εν λόγω μεταχείριση της Αιτήτριας οφείλεται στο φύλο της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας όπως προνοείται από τον Ν. 205(Ι)/2002[35].

 

Αναφορικά με το παράπονο της Αιτήτριας σχετικά με τη μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου, κρίνουμε ότι σωρευτικά τα γεγονότα (1) ότι η Αιτήτρια από τον Αύγουστο του 2015 ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης οχημάτων πόλης και οχημάτων αεροδρομίου, (2) ότι οι πρώτες εκπαιδεύσεις στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου έγιναν τον Οκτώβριο του 2015, (3) ότι μέχρι τον Ιανουάριο του 2018 που μετατέθηκε στον ΠΣΠ δεν είχε εκπαιδευτεί στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου (δηλαδή για 2 και πλέον χρόνια η Αιτήτρια δεν εκπαιδεύτηκε στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου), (4) ότι στα νέα πυροσβεστικά οχήματα αεροδρομίου (α) τον Οκτώβριο του 2015 είχε εκπαιδευτεί μια γυναίκα πυροσβέστης η οποία υπηρετούσε μόνιμα στον ΠΣΑΠ, (β) είχαν εκπαιδευτεί όλοι οι άνδρες πυροσβέστες που υπηρετούσαν μόνιμα στον ΠΣΑΠ εκτός από τρεις, οι δύο από τους οποίους είχαν σοβαρά προβλήματα υγείας και (γ) δεν είχαν εκπαιδευτεί οι υπόλοιπες γυναίκες πυροσβέστες που υπηρετούσαν μόνιμα στον ΠΣΑΠ (δηλαδή μόνο μια γυναίκα πυροσβέστης από αυτές που υπηρετούσαν μόνιμα στον ΠΣΑΠ είχε εκπαιδευτεί στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου) γιατί δεν είχαν άδεια οδήγησης πυροσβεστικών οχημάτων πόλης χωρίς να δοθούν οποιεσδήποτε άλλες διευκρινίσεις σχετικά με τον λόγο που οι άλλες γυναίκες πυροσβέστες που υπηρετούσαν μόνιμα στον ΠΣΑΠ δεν είχαν άδεια οδήγησης πυροσβεστικών οχημάτων πόλης, (5)(α) ότι οι ισχυρισμοί των μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν εκπαιδεύτηκε στα νέα οχήματα αεροδρομίου γιατί δεν υπηρετούσε μόνιμα στον ΠΣΑΠ δεν δικογραφούνται στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισης του Καθ’ ου η Αίτηση (στην Έγγραφο Εμφάνιση του Καθ’ ου η Αίτηση αναγράφεται απλώς ότι η Αιτήτρια είναι κάτοχος άδειας οδήγησης οχημάτων αεροδρομίου) και οι θέσεις που προέβαλαν οι μάρτυρες του Καθ’ ου η Αίτηση σχετικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν τη μη εκπαίδευση της Αιτήτριας στα νέα οχήματα αεροδρομίου δεν ήταν ξεκάθαρες τη στιγμή που η Αιτήτρια είχε στην κατοχή της την απαραίτητη άδεια οδήγησης για να εκπαιδευτεί, (β) ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας μαρτυρία που να δεικνύει ότι η Διοίκηση της Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου γνώριζε ότι η Αιτήτρια θα ήταν τοποθετημένη στον ΠΣΑΠ για μικρό χρονικό διάστημα και/ή ότι σύντομα μετά τον Οκτώβριο του 2015 θα επέστρεφε στον ΠΣΠ τη στιγμή που (i) ο κ. Παπαμιχαήλ ισχυρίστηκε ενώπιόν μας ότι δόθηκαν οδηγίες στο να εκπαιδευτεί η Αιτήτρια σε όλες τις θεματικές πυρόσβεσης αεροδρομίου και (ii) από το ενώπιόν μας υλικό προέκυψε ότι δεν υπήρχε άλλος πυροσβέστης που υπηρέτησε για τόσο μεγάλο διάστημα στον ΠΣΑΠ στα πλαίσια του «εκ περιτροπής» συστήματος όσο η Αιτήτρια, (γ) ότι δεν δόθηκε μια πειστική εξήγηση για ποιον λόγο η Αιτήτρια ενώ δεν ήταν μόνιμο προσωπικό του ΠΣΑΠ εκπαιδεύτηκε στα παλαιά οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου ενώ όπως ισχυρίστηκε ο Σταθμάρχης του ΠΣΑΠ άλλοι μη μόνιμοι πυροσβέστες στον ΠΣΑΠ δεν εκπαιδεύτηκαν στα παλαιά οχήματα πυρόσβεσης, (6) ότι δεν δόθηκε μαρτυρία ενώπιόν μας από την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση που να διευκρινίζει την αναφορά του κ. Παπαμιχαήλ στο Τεκμήριο 4 ότι ο Πυρ. 3[…]6 είναι οδηγός οχημάτων αεροδρομίου σε συνδυασμό με το ότι ο Σταθμάρχης του ΠΣΑΠ υποστήριξε ενώπιόν μας ότι κανένας άλλος μη μόνιμος πυροσβέστης στον ΠΣΑΠ εκπαιδεύτηκε σε οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και (7) ότι δεν τέθηκε από την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με την απάντηση της Π.Υ. στην επιστολή της Αιτήτριας προς τον Διευθυντή της Π.Υ. (Τεκμήριο 2) στην οποία αναγράφεται ρητά το παράπονο της Αιτήτριας για την μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα αεροδρομίου σε συνδυασμό με τη θέση που προέβαλε ο Σταθμάρχης του ΠΣΑΠ ότι δεν θυμάται η Αιτήτρια να ζήτησε να εκπαιδευτεί στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου, συνιστούν γεγονότα επαρκούς σημασίας πάνω στα οποία το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί και να κρίνει ότι από αυτά πιθανολογείται ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα λιγότερης ευνοϊκής μεταχείρισης λόγω του φύλου της με τη μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου, δηλαδή ότι υπέστηκε λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση από ότι θα υφίστατο ένας άνδρας πυροσβέστης σε ανάλογη κατάσταση με αυτήν. Κατά συνέπεια καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση του Ν.205(Ι)/2002.

 

Σε ό,τι αφορά το παράπονό της για παροχή σε αυτήν ειδικών ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου σε μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό που φορά βρίσκουμε ότι αυτό γεγονός σε συνδυασμό με (α) το γεγονός ότι δεν υπάρχουν εφεδρικές ποδίνες πυρόσβεσης στον ΠΣΑΠ σε νούμερα μικρότερο από το 41 (δηλαδή είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα εφαρμόζουν στα πόδια των περισσότερων γυναικών πυροσβεστών αφού η πλειοψηφία των γυναικών δεν φορεί υποδήματα μεγέθους 41 και πάνω σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ανδρών), (β) το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί των μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση ότι ειδικές ποδίνες πυρόσβεσης αεροδρομίου δεν δίνονται σε όλους όσους υπηρετούν προσωρινά στον ΠΣΑΠ δεν δικογραφούνται στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισης του Καθ’ ου η Αίτηση, (γ) το γεγονός ότι οι θέσεις των μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση ότι η Αιτήτρια είχε ενημερωθεί ότι εάν δεν βόλευαν την Αιτήτρια οι ποδίνες πυρόσβεσης που της είχαν δοθεί μπορούσε να φορεί τα άρβυλα πυρόσβεσης, εκτός του ότι δεν δικογραφούνται, δεν τέθηκαν στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της και προβλήθηκαν πρώτη φορά ενώπιόν μας με τη μαρτυρία των μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση και (δ) το γεγονός ότι δεν μας φάνηκε πειστικός ο λόγος που προέβαλαν οι κ.κ. Χρυσοστόμου και Τσοπανίδης ότι δεν δόθηκαν στην Αιτήτρια ποδίνες πυρόσβεσης επειδή δεν υπήρχαν στον ΠΣΑΠ τέτοιες ποδίνες για τα άτομα που έρχονταν προσωρινά στον ΠΣΑΠ, καθότι (1) όπως μας αναφέρθηκε τα άτομα που πήγαιναν προσωρινά στον ΠΣΑΠ πήγαιναν ως συμπληρωματικά άτομα στον ΠΣΑΠ λόγω έλλειψης μόνιμου προσωπικού που έπρεπε να υπηρετεί στον ΠΣΑΠ (άρα αυτοί θα κάλυπταν αριθμούς πυροσβεστών που κανονικά θα έπρεπε να υπηρετούν στον ΠΣΑΠ και να έχουν τις ειδικές ποδίνες πυρόσβεσης) ώστε να καλύπτονται οι υπηρεσιακές ανάγκες του ΠΣΑΠ (άρα έπρεπε να εκτελούν όλα τα καθήκοντα εργασίας που αφορούσαν τον ΠΣΑΠ) και (2) η Αιτήτρια υπηρέτησε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στον ΠΣΑΠ συνεχώς και εκπαιδεύτηκε σχεδόν σε όλες τις θεματικές ενότητες του ΠΣΑΠ χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη και/ή ένδειξη για το ότι η τοποθέτησή της στον ΠΣΑΠ θα τερματιζόταν σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο (αντίθετα από το Τεκμήριο 4 συνάγεται ότι η Αιτήτρια θεωρείτο ως μέλος του προσωπικού του ΠΣΑΠ και ότι η πρόθεση της Διοίκησης της Π.Υ. στην Επαρχία Πάφου ήταν η Αιτήτρια να παραμείνει στον ΠΣΑΠ), συνιστούν γεγονότα επαρκούς σημασίας πάνω στα οποία το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί και να κρίνει ότι από αυτά πιθανολογείται ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα λιγότερης ευνοϊκής μεταχείρισης λόγω του φύλου της με την παροχή σε αυτήν ειδικών ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου σε μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό που φορά δηλαδή ότι υπέστηκε λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση από ότι θα υφίστατο ένας άνδρας πυροσβέστης σε ανάλογη κατάσταση με αυτήν. Κατά συνέπεια καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση του Ν.205(Ι)/2002.

 

To βάρος απόδειξης λοιπόν μετατίθεται στους ώμους του Καθ’ ου η Αίτηση να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι δεν υπήρξε λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση της Αιτήτριας λόγω του φύλου της. Ο Καθ’ ου η Αίτηση πρέπει να αποδείξει ότι τα πιο πάνω δεν οφείλονταν στο φύλο της Αιτήτριας και πιο συγκεκριμένα ότι δεν οφείλονταν για κανένα λόγο και με κανένα τρόπο στο φύλο της Αιτήτριας αλλά σε λόγους άσχετους με το φύλο της[36]. Σημειώνουμε ότι ο απαγορευμένος λόγος διάκρισης δεν είναι απαραίτητο να είναι ο μοναδικός ή ο κύριος λόγος της υπό εξέταση μεταχείρισης. Είναι αρκετό να είναι συντρέχουσα αιτία της μεταχείρισης έχοντας σημαντική επίδραση σε αυτήν. (Βλ. Nagarajan v. London Regional Transport [1999] 1 ΙRLR 572.) Λόγω του ότι τα γεγονότα τα οποία είναι απαραίτητα για να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου εξήγηση των γεγονότων είναι στην κατοχή του Καθ’ ου η Αίτηση, ο Καθ’ ου η Αίτηση για να αποσείσει αυτό το βάρος απόδειξης πρέπει να προσκομίσει πειστική και ακαταμάχητη μαρτυρία (cogent evidence).  Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του Καθ’ ου η Αίτηση σχετικά με τον λόγο που η Αιτήτρια δεν εκπαιδεύτηκε στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και με τον λόγο που δεν δόθηκαν στην Αιτήτρια ειδικές ποδίνες πυρόσβεσης αεροδρομίου στο μέγεθος που φορά ως αναξιόπιστης, καταλήγουμε ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετά και ικανοποιητικά στοιχεία για τη μη ύπαρξη άμεσης διάκρισης της Αιτήτριας λόγω του φύλου της. Ως εκ τούτου απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τον βάρυνε. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η Αιτήτρια υπέστη άμεση διάκριση λόγω του φύλου της (1) με τη μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου κατά την περίοδο από τα τέλη Οκτωβρίου του 2015 μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου του 2018 και (2) με την παροχή σε αυτή ειδικών ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου σε μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό που φορά καθ’ όλη την περίοδο που υπηρέτησε στον ΠΣΑΠ.

 

Η Αιτήτρια δεν δικογράφησε συγκεκριμένα και με λεπτομέρεια ως όφειλε (α) ειδικά τις υλικές ζημιές και (β) τις ζημιές άλλης φύσεως, τις οποίες υπέστηκε εξαιτίας των, κατ’ ισχυρισμό της, παραβάσεων του Ν.205(Ι)/2005. Ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία πέραν των γενικόλογων αναφορών της για τα όσα υπέστηκε στην Π.Υ.. Ως εκ τούτου τις μόνες αποζημιώσεις που μπορούμε να επιδικάσουμε στην Αιτήτρια για ζημιές που προκλήθηκαν σε αυτήν συνεπεία της άμεσης διάκρισης που υπέστηκε λόγω του φύλου της είναι αυτές που καλύπτουν την ηθική βλάβη που υπέστηκε. Υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που παραθέσαμε πιο πάνω σε σχέση με τις αποζημιώσεις για ηθική βλάβη και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και πιο συγκεκριμένα τις συνθήκες που περιβάλλουν τις άμεσες διακρίσεις που υπέστηκε η Αιτήτρια λόγω του φύλου της (1) με τη μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου κατά την περίοδο από τα τέλη Οκτωβρίου του 2015 μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου του 2018 και (2) με την παροχή σε αυτή ειδικών ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου σε μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό που φορά καθ’ όλη την περίοδο που υπηρέτησε στον ΠΣΑΠ, τη φύση της κάθε μίας λιγότερης ευνοϊκής μεταχείρισης μεταχείρισης που υπέστηκε και τον χρόνο που διήρκησε η κάθε μια, το ότι παρά τα παράπονά της για τη μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και για την παροχή σε αυτή ειδικών ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου σε μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό που φορά δεν έγινε κάτι προς επίλυση των εν λόγω ζητημάτων και το ότι δεν αποδείχτηκαν ενώπιόν μας (1) ότι τα εν λόγω ζητήματα είχαν ουσιαστικές συνέπειες στη σταδιοδρομία της Αιτήτριας και (2) με συγκεκριμένη και σαφή μαρτυρία τα αισθήματα που βίωσε η Αιτήτρια συνεπεία των πιο πάνω, κρίνουμε εύλογη και δικαιολογημένη την επιδίκαση υπέρ της αποζημιώσεων ύψους (α) €6.000,00 για τη μη εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου κατά την περίοδο από τα τέλη Οκτωβρίου του 2015 μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου του 2018 και (β) €4.000,00 για την παροχή σε αυτή ειδικών ποδινών πυρόσβεσης αεροδρομίου σε μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό που φορά καθ’ όλη την περίοδο που υπηρέτησε στον ΠΣΑΠ. Κρίνουμε ότι οι παρούσες περιπτώσεις παρά το ότι υπήρξε διακριτική μεταχείριση για χρονικό διάστημα 2 ετών και 3 ετών αντίστοιχα εμπίπτουν οριακά μεταξύ της ψηλής κλίμακας της τρίτης κατηγορίας και της χαμηλής κλίμακας της δεύτερης κατηγορίας όπως αυτές περιγράφονται στην υπόθεση Vento v. Chief Constable of West Yorkshire Police (πιο πάνω) καθότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πολύ σοβαρές και/ή ακραίες περιπτώσεις αλλά ούτε ως μεμονωμένα περιστατικά.

Κατάληξη

 

Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση για το ποσό:

 

(α) των €6.000,00 το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 01/11/2015 ως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημίωσης και

(β) των €4.000,00 το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 07/10/2014 ως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημίωσης.

 

Επιδικάζονται υπερ της Αιτήτριας και εις βάρος του Καθ’ ου η Αίτηση το πόσο των  €2.200,00 ως δικηγορικά έξοδα (ενόψει του ότι μεγάλο μέρος των παραπόνων της Αιτήτριας δεν έχουν αποδειχτεί επιδικάζουμε μόνο μέρος των δικηγορικών της εξόδων) πλέον Φ.Π.Α.

 

(Υπ.) ………………………………….

Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

 

(Υπ.) ………………………………….           (Υπ.) ………………………….

           Σ. Δελίτσικου, Μέλος                                   Μ. Φιλιππίδης, Μέλος                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim [1984] ECR 1891, Απόφαση ΔΕΚ C-106/89 Marleasing SA [1992] ECR 1-4135.

[2] Βλ. Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, ΒΈκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2024,  σελ. 166- 177,   Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, “Division L Equality, 3. Prohibited Conduct, A. Discrimination, 2. Direct Discriminationparagraphs [230] –[280].

[3] Βλέπε επίσης Martin v. St Francis Xavier Sixth Form College Board of Governors [2024] IRLR472, Leicester City Council v. Parmar [2024] EAT 85.   

[4] Θεωρείται ότι τέτοιο μέτρο λαμβάνεται όταν εισάγεται κώδικας συμπεριφοράς για αποτροπή των απαγορευμένων πράξεων ή παραλείψεων και λαμβάνονται επαρκή πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή  των όσων καθορίζονται στον κώδικα. 

[5] Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, “C. Harassment”  paragraphs [408] –[445], Richmond Pharmacology v. Dhaliwal [2009]IRLR336

[6] Στο σύγραμμα Α.Ζ.Καραγιάννη, Η Παρενόχληση στην Εργασία, Ελληνικό και Συγκριτικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη στις σελίδες 83-84 αναγράφονται τα εξής:«Ως «απλή» ή «μη σεξουαλική» παρενόχληση νοείται μόνο η «ανεπιθύμητη» και μάλιστα  κατ’ αρχήν  κατά την υποκειμενική αντίληψη του αποδέκτη της, συμπεριφορά. Ανεπιθύμητη είναι ως εκ τούτου κάθε συμπεριφορά που απορρίπτεται ως τέτοια από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Εξάλλου για τον χαρακτηρισμό μιας συμπεριφοράς ως ανεπιθύμητης δεν απαιτείται η απόρριψη της να γίνεται φανερά από το θύμα, ούτε προϋποτίθεται η ενεργή αποδοκιμασία της από το τελευταίο κατά οποιονδήποτε τρόπο………….Ως μέτρο του «ανεπιθύμητου» της συμπεριφοράς, ώστε να εξασφαλίζεται ένα minimum ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ….. το πρότυπο του συνετά σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η συμπεριφορά λοιπόν του δράστη θα πρέπει να θεωρηθεί ανεπιθύμητη όχι μόνο όταν απορρίπτεται φανερά από τον αποδεκτή της αλλά και όταν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως τέτοια (ανεπιθύμητη) κατά την καλή πίστη, από τον μέσο συνετά σκεπτόμενο άνθρωπο, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, όχι όμως και των αμιγώς ενδόμυχων διαθέσεων του θύματος. Μια άλλη διατύπωση, η ανεπιθύμητη συμπεριφορά θα πρέπει να απορρίπτεται ως τέτοια φανερά από το θύμα, είτε να υπερβαίνει σε κάθε συγκεκριμένης περίπτωση τα όρια της κοινωνικής προσφορότητας και ανοχής, της επιτρεπτής δηλαδή στο πλαίσιο της κοινωνικής συμβίωσης διακινδύνευσης της κοινωνικής ατομικότητας των υποκειμένων του δικαίου ή άλλων στοιχείων που συναπαρτίζουν το δικαίωμα στην προσωπικότητα του ατόμου.»    

[7] Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Εργασίας, Στ’ Έκδοση, 2012, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελίδα 788.

[8] Στ. Γιαννακούρου, Η Ίση Μεταχείριση Ανδρών και Γυναικών κατά το Κοινοτικό και Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο, 2008, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, σελίδα 158.

[9] Nazir and Aslam v. Asim and Nottinghamshire Black Partnership [2010] ICR 1225, UNITE the Union v Nailard [2018] IRLR730, Hartley v. Foreing and Commonwealth Office UKEAT/0033/12 27 May 2016.     

[10] Α.Ζ.Καραγιάννη, Η Παρενόχληση στην Εργασία, Ελληνικό και Συγκριτικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ.97.

[11] Α.Ζ.Καραγιάννη, Η Παρενόχληση στην Εργασία, Ελληνικό και Συγκριτικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ.85 αναφέρονται τα εξής: «Η προσβολή της αξιοπρέπειας και η δημιουργία εχθρικού περιβάλλοντος  θα κριθούν αντικειμενικά με βάση την αντίληψη του μέσου κοινωνικού, συνετά σκεπτόμενου ανθρώπου και στα πλαίσιο της επικονωνιακής κουλτούρας του εργασιακού περιβάλλοντος…; Pemberton v Inwood [2018] IRLR 542, Grant v. HM Land Registry [2011] IRLR 748.

[12] Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι σχετικές νομοθεσίες που δημιουργούν το αστικό αδίκημα της διάκρισης διευκρινίζουν  ότι όλες οι διαδικασίες που αφορούν αιτήσεις που στηρίζονται σε παράνομες διακρίσεις προχωρούν ως να είναι διαδικασίες που  αφορούν αστικά αδικήματα. Βλέπε Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, “Division L Equality, 6.Remedies, C. Compensation” paragraphs [849] –[915], Chagger v. Abby National [2010] IRLR 47, Ministry Of Defence v. Cannock [1994] ICR 918.

[13] Osei-Adjei v RM Education Ltd UKEAT/0461/12 date 24/9/13.

[14] Sheriff v. Klyme Tugs (Lowerstoft) Ltd [1999] IRLR 481.

[15] M.Connolly, Discrimination Law, 2nd Edition, Sweet& Maxwell, page 372.

[16] Βλέπε Interaction Recruitment PLC v. Morris Appeal No.UKEAT /0090/14/BA: “Awards for injury to feelings …….. As to the precise level of award under this head, much obviously depend upon the particular case, which in turn will depend on the evidence given and the injury found to have been suffered by the particular individual ……..”The Cadogan Hotel Partners ltd v. Ozog (2014) UKEAT 001-14-1505: “……….. in making an award for injury for feelings the task of an employment Tribunal is to consider what degree of hurt feelings has been sustained and to award damages accordingly ………. in deciding which of the Vento bands applies to a particular case the Tribunal will wish to take account of relevant factors such as whether the discrimination formed a part of a campaign of harassment over a longer period, but also to what actual loss was attributable to the discrimination suffered”.

[17] Da’ Bell v. NSPCC [2010] IRLR 19.

[18] De Souza v. Vinci Construction Uk Ltd [2017] IRLR 844.

[19]  Eddie Stobart Ltd v. Graham [2025] IRLR 334, Shakil v. Samsons Ltd [2025] IRLR 252.

[20] Η σχετική πρόνοια που περιέχεται στην Οδηγία 97/80/ΕΚ (Άρθρο 4(1) « Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα εθνικά δικαστικά τους συστήματα, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όταν ένα πρόσωπο κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και παρουσιάζει, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, να επιβάλλεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.») κωδικοποίησε προηγούμενες αποφάσεις του Δ.Ε.Κ, νυν Δ.Ε.Ε..(Βλ. Απόφαση Case C-127/92 Enderby [1993]ECR I-5535, Απόφαση Case C-109/88 Danfoss [1989] ECR I-3199; C.Barnard, EC Employment Law, 3rd Edition, Oxford University Press ,σελ.373-375,440 σύμφωνα με τις οποίες αν το παραπονούμενο πρόσωπο αποδείξει εκ πρώτης όψεως (prima facie) υπόθεση ότι το φύλο ήταν ουσιαστική αιτία στην απόφαση να υποστεί λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση, τότε ο καθ’ ου η αίτηση είναι  υποχρεωμένος να αποδείξει ότι το φύλο δεν ήταν παράγοντας που επηρέασε την απόφασή του.

[21] Στην Οδηγία 2006/54/ΕΚ στο προοίμιο με αριθμό 30 σημειώνεται ότι: «Η έγκριση κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι το βάρος αποδείξεως μετακυλίεται στον εναγόμενο όταν τεκμαίρεται διάκριση, με εξαίρεση στην περίπτωση διαδικασίας όπου εναπόκειται στο δικαστήριο ή άλλο αρμόδιο εθνικό φορέα να διερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά. Είναι πάντως αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι η εκτίμηση των γεγονότων από τα οποία μπορεί να τεκμαρθεί η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των αρμόδιων εθνικών φορέων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή την εθνική πρακτική. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δύνανται, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, να θεσπίζουν αποδεικτικούς κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.» Περαιτέρω η Οδηγία 2006/54/ΕΚ περιέχει την ακόλουθη πρόνοια σχετικά με το βάρος απόδειξης: «Άρθρο 19 – Βάρος Αποδείξεως  

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα, ώστε να επιβάλλεται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν πρόσωπο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επικαλείται ενώπιον του Δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.  

3.   ………………………………………………………….»

 

[22] Στο Ηνωμένο Βασίλειο το section 136 of the Equality Act 2010 προβλέπει τακόλουθα: “1................................................................. 2. If there are facts from which the court could decide, in the absence of any other explanation, that a person (A) contravened the provision concerned, the court must hold the contravention occurred. 3. But subsection (2) does not apply if A shows that A did not contravene the provision.”  

[23] Βλέπε παράγρ.17-18 της απόφασης Igen Ltd v. Wong: «The first stage requires the claimant to prove facts from which the tribunal could, apart from the section, conclude in the absence of an adequate explanation that the respondent has committed, or is to be treated as having committed, the unlawful act of discrimination against the complainant.  The tribunal is required to make an assumption of the first stage which may be contrary to reality, the plain purpose being to shift the burden of proof at the second stage so that unless the respondent provides an adequate explanation, the complainant will succeed.  It would be inconsistent with that assumption to take account of an adequate explanation by the respondent at the first stage.  The second stage, which only comes into effect if the complainant has proved those facts, requires the respondent to prove that he did not commit or is not to be treated as having committed the unlawful act, if the complaint is not to be upheld.  If the second stage is reached, and the respondent´s explanation is inadequate, it will be not merely legitimate but also necessary for the tribunal to conclude that the complaint should be upheld.» 

[24] «In my judgment, the correct legal position is made plain in paragraphs 28 and 29 of the judgment in Igen v . Wong: "28. …..The language of the statutory amendments [to section 63A(2)] seems to us plain. It is for the complainant to prove the facts from which, if the amendments had not been passed, the employment tribunal could conclude, in the absence of an adequate explanation, that the respondent committed an unlawful act of discrimination. It does not say that the facts to be proved are those from which the employment tribunal could conclude that the complainant "could have committed" such act. 29. The relevant act is, in a race discrimination case …., that (a) in circumstances relevant for the purposes of any provision of the 1976 Act (for example, in relation to employment in the circumstances specified in section 4 of the Act), (b) the alleged discriminator treats another person less favourably and (c) does so on racial grounds. All those facts are facts which the complainant, in our judgment, needs to prove on the balance of probabilities. [The court then proceeded to criticise the Employment Appeal Tribunal for not adopting this construction and in regarding "a possibility" of discrimination by the complainant as sufficient to shift the burden of proof to the respondent.]»

[25] Glaskow City Council v. Zafar [1998] IRLR36, Bahl v. The Lav Society [2003] IRLR 640.  

[26]Bλ. Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, Division L Equality, 5 Enforcement. D Burden of Proof and drawing inferences,[807]: “ Relevant considerations will include such matters as whether the witness was available to give evidence, what relevant evidence it is reasonable to expect that the witness would have been able to give, what other relevant evidence there was bearing on the point (s)  on which the witness could potentially have given relevant evidence and the significance of those points in the context of the case as a whole.”     

[27] Η εν λόγω θέση της Αιτήτριας  (η οποία υπάρχει και στο Τεκμήριο 2 το οποίο δεν φαίνεται να απαντήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο από την πλευρά της Π.Υ.) δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της ούτε αντικρούστηκε με τη μαρτυρία των μαρτύρων του Καθ’ ου η Αίτηση.  

[28] Η εν λόγω θέση της Αιτήτριας (η οποία αναγράφεται και στο Τεκμήριο 1) δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία από την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση.   

[29] Η εν λόγω θέση της Αιτήτριας (η οποία αναγράφεται και στο Τεκμήριο 1) δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία από την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση.  

[30] Οι υποβολές του δικηγόρου της Αιτήτριας ότι ο εν λόγω πυροσβέστης δεν ήταν μάχιμος δεν έγιναν αποδεκτές από τους μάρτυρες του Καθ’ ου η Αίτηση με αποτέλεσμα να μείνουν αναπόδεικτες.

[31] Ούτε έγιναν οποιεσδήποτε σχετικές με αυτά τα ζητήματα ερωτήσεις κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του Καθ’ ου η  Αίτηση.

[32] Η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της είπε ότι ο κ. Παπαμιχαήλ παρεμπόδισε την εκπαίδευσή της στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου και κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι όταν ρώτησε τον κ. Τσοπανίδη πότε θα εκπαιδευτεί στα νέα οχήματα πυρόσβεσης αεροδρομίου ο κ. Τσοπανίδης της είπε ότι θα πρέπει να μιλήσει με τον κ. Παπαμιχαήλ πρώτα και μετά να δώσει τις σχετικές οδηγίες.

[33] Republic v. Nissiotou (1986) 3 C.L.R.1335 (η μετακίνηση ενός εκπαιδευτικού από ένα σχολείο σε άλλο στην ίδια πόλη κρίθηκε ότι συνιστά διοικητικό μέτρο εσωτερικού χαρακτήρα και όχι εκτελεστή διοικητική πράξη), 1. The Minister of Interior, 2. The Commander of Police v. P.Kyriakou (1986) 3 C.L.R. 1690 η μετακίνηση ενός αστυνομικού από το Τμήμα της Εισαγγελίας της Αστυνομίας σε αστυνομικό σταθμό της ίδιας πολης κρίθηκε ότι αφορά αλλαγή  τοποθέτησης η οποία αποτελεί εσωτερικό μέτρο διοίκησης και δεν μπορεί να προσβληθεί  με προσφυγή.     

[34]Το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα προνοεί τ’ ακόλουθα: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζoν προσωπικό:…………………………………………………………………………………»

 

[35] Στην υπόθεση Nazir and Aslam v. Asim and Nottighamshire Black Partnership [2010] ICR 1225  αφού σημειώθηκε ότι εξετάζοντας ένα παράπονο για παρενόχληση στα πλαίσια των νομοθεσιών που προνοούν για την ίση μεταχείριση θα πρέπει να απαντηθούν τ’ ακόλουθα ερωτήματα: (1) ποια ήταν η συμπεριφορά των εναγόμενων προσώπων για την οποία παραπονείται το παραπονούμενο πρόσωπο και (2) κατά πόσον αυτή η συμπεριφορά (α) ήταν ανεπιθύμητη, (β) είχε σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του παραπονούμενου προσώπου και (γ) οφειλόταν στο φύλο του παραπονούμενου προσώπου, τονίστηκαν τα εξής: “69. We wish to emphasise this last question. The provisions to which we have referred find their place in legislation concerned with equality. It is not the purpose of such legislation to address all forms of bullying or anti-social behaviour in the workplace. The legislation therefore does not prohibit all harassment, still less every argument or dispute in the workplace; it is concerned only with harassment which is related to a characteristic protected by equality law -such as a person’ s race and gender.”                

[36] Το άρθρο 2 του Ν.205(Ι)/2002 ορίζει ως την αρχή της ίσης μεταχείρησης ως την απουσία κάθε διακρίσεως λόγω φύλου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο