ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ κ.α. ν. A. ZORPAS & SONS LTD, Αρ. Αγωγής: 127/21, 25/5/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ κ.α. ν. A. ZORPAS & SONS LTD, Αρ. Αγωγής: 127/21, 25/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 127/21

 

Μεταξύ:

                                     1.  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ

                                       2.  ΕΛΕΝΗ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ      

Ενάγοντες  

και

 

A.   ZORPAS & SONS LTD

Εναγόμενη

---------------------------------

Ημερομηνία:   25  Μαΐου, 2026

Εμφανίσεις:

Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Μ. Τριανταφυλλίδου για ΑΝΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ  Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Ενάγοντες – Καθ΄ ων η αίτηση: κα Λούτσιου για Κωνσταντίνο Πόλεο και Κατερίνα Λούτσιου   

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Αίτηση ημερομηνίας 23/01/2026 για ασφάλεια εξόδων

 

            Η Εναγόμενη Εταιρεία καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος για κατάθεση ασφάλειας εξόδων από τους Ενάγοντες καθώς επίσης και όπως η διαδικασία ανασταλεί μέχρι την κατάθεση της διαταχθείσας ασφάλειας εξόδων ή/και όπως απορριφθεί στην περίπτωση που η ασφάλεια εξόδων δεν παρασχεθεί. Επιπρόσθετα ζητά την αναστολή της διαδικασίας μέχρι την καταβολή του ποσού των €3.078,21 που έχει υπολογιστεί ως έξοδα σε σχέση με την απόφαση ημερ. 22/11/2021.  

 

            Ως νομική βάση καταγράφονται οι Δ.39, Δ.48, θ.θ. 1-4, 7-9, 11 και 12, Δ.60 θ.θ. 1, 2, 5 και 6, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η συμφυής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

            Τα γεγονότα προς θεμελίωση της αίτησης παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Μιχάλη Μιχαήλ, Γραμματέα και Διευθυντή Ανάπτυξης Εργασιών της Αιτήτριας – Εναγόμενης. Ο Ομνύοντας είναι γνώστης των γεγονότων και προς ενημέρωση παρέθεσε το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης. Κατέγραψε ότι στις 09/04/2021 οι Καθ΄ ων η αίτηση – Ενάγοντες καταχώρισαν το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, το οποίο επιδόθηκε στην Αιτήτρια εταιρεία - Εναγόμενη στις 15/04/2021 και αυτή καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 26/04/2021.  Μαζί με το Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίστηκε, στις 09/04/2021, αίτηση δια κλήσεως για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων η οποία αντιμετωπίστηκε με  ένσταση καταχωρισθείσα στις 31/08/2021.  Μετά από ακροαματική διαδικασία η αίτηση απορρίφθηκε στις 22/11/2021. Στις 18/04/2024 οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν αίτηση για απόφαση εναντίον της Αιτήτριας λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης και η Αιτήτρια καταχώρισε την Υπεράσπισή της στις 18/09/2024. Ακολούθησε, στις 13/12/2024, η καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες, στις 22/03/2025 η καταχώριση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων από τους Καθ΄ ων η αίτηση και στις 24/04/2025 η καταχώριση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων από την Αιτήτρια. Οι κατάλογοι μαρτύρων και η σύνοψη μαρτυρίας καταχωρίστηκαν στις 23/06/2025 και στις 26/06/2025 και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, για πρώτη φορά, στις 27/11/2025.  Στις 24/11/2025 η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση – Εναγόντων ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση – Ενάγοντες βρίσκονται στο Λονδίνο, όπου ζουν και εργάζονται μόνιμα.  Η ακρόαση αναβλήθηκε και στις 14/01/2026 ζητήθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. 

 

            Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι ένας ενάγοντας ο οποίος διαμένει στο εξωτερικό ή/και εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούσε να διαταχθεί να παραχωρήσει ασφάλεια υπό μορφή εγγύησης για τα έξοδα του εναγόμενου σύμφωνα με τους παλαιούς Θεσμούς. Σκοπός της συγκεκριμένης πρόνοιας είναι η διασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγόμενου στις περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο.  Αναγνώρισε ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.  Υποστηρίζει ότι λόγω του γεγονότος ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση - Ενάγοντες διαμένουν και εργάζονται μόνιμα στο Λονδίνο, ήτοι εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παρούσα είναι από τις περιστάσεις που δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων. Ισχυρίζεται ότι το επίδικο διαμέρισμα είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της εταιρείας A. Chaholis Ltd και ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 έχει εκχωρήσει όλα του τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στη σύζυγο του αναφορικά με το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Η κατάθεση της συγκεκριμένης συμφωνίας εκχώρησης στο Κτηματολόγιο καθιστά την Καθ΄ ης η αίτηση 2 δυνητικά ιδιοκτήτρια αλλά δεν της προσδίδει ιδιοκτησιακά δικαιώματα αφού εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου διαμερίσματος εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα η εταιρεία A. Chaholis Ltd. Ως εκ τούτου οι Καθ΄ών η αίτηση – Εναγόμενοι δεν κατέχουν περιουσία.

 

            Προωθεί τη θέση ότι σε έρευνα που διεξήγαγε η Αιτήτρια εταιρεία  προέκυψε ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση διαθέτουν το διαμέρισμα προς πώληση στην ιστοσελίδα του μεσιτικού γραφείου Arazo Real Estate.  Όσον αφορά τυχόν άλλη περιουσία του Καθ΄ ου η αίτηση 1 στην Κύπρο ο ίδιος ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 σε άλλη αγωγή που εκκρεμεί εναντίον του, στην Αγωγή αρ. 1815/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υποστήριξε ενόρκως ότι βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση και ότι έχει μεγάλη περιουσία στο εξωτερικό. Σε σχέση με την περιουσία του Καθ΄ ου η αίτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο με αναφορά στην απόφαση του Εφετείου, Ε156/22, ημερ. 11/01/2024 προωθεί τη θέση ότι η συγκεκριμένη περιουσία έχει τεθεί προς πώληση. Όσον αφορά την εταιρεία που διατηρούσε ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 στην Κύπρο, με την ονομασία ΑΤ SMART ENTERTAIMENT LTD από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών η συγκεκριμένη εταιρεία βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης με διάταγμα Δικαστηρίου. 

 

            Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει την ισχύ της υπόθεσης των Καθ΄ ων η αίτηση από τα δικόγραφα.  Παραπέμπει στα σχόλια του Δικαστηρίου στην απόφαση ημερ. 22/11/2021, η οποία αφορούσε την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επιπρόσθετα προωθεί τη θέση ότι η εκχώρηση των δικαιωμάτων του Καθ΄ ου η αίτηση 1 προς την Καθ΄ ης η αίτηση 2 δεν της προσδίδει οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά δικαιώματα ενώ προκύπτει ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο. Διατηρεί επιβάρυνση, ΜΕΜΟ, σε κατοικία του Καθ΄ου η αίτηση 1.

 

            Σε σχέση με τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης επισημαίνει, ο Ομνύοντας, ότι περιήλθε σε γνώση της Αιτήτριας, για πρώτη φορά, ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 ζουν και εργάζονται μόνιμα στο Λονδίνο από το ηλεκτρονικό μήνυμα της δικηγόρου τους προς το Δικαστήριο ημερ. 24/11/2025. Έκτοτε η Αιτήτρια ενήργησε με τη δέουσα σπουδή και επιμέλεια και προώθησε την υπό κρίση αίτηση έγκαιρα. Όσον αφορά το ύψος του ποσού της ασφάλειας ετοιμάστηκε προκαταρτικός κατάλογος εξόδων, από τον οποίο προκύπτει ότι τα έξοδα που θα υποστεί η Αιτήτρια ανέρχονται περίπου στις €22.722,59. Μέρος των εξόδων που καταγράφονται στον κατάλογο αφορά επιδικασθέντα έξοδα στην εκδίκαση της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Έχουν ήδη υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο και είναι  άμεσα πληρωτέα σύμφωνα με την απόφαση ημερ. 22/11/2021.  Τα συγκεκριμένα έξοδα απαιτήθηκαν από τον Σεπτέμβριο 2022 πλην όμως ο Καθ΄  ου η αίτηση 1 παρέλειψε να τα καταβάλει μέχρι και σήμερα.

 

            Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση ένστασης στην οποία καταγράφονται ως λόγοι ενστάσεως οι ακόλουθοι:  Ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραχώρησης ασφάλειας εξόδων θα προκαλέσει ζημιά στους Καθ΄ ων η αίτηση, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος.

 

            Η ένσταση βασίζεται στους ίδιους δικονομικούς θεσμούς με την αίτηση.  

 

            Σε σχέση με τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση από τον Καθ΄ ου η αίτηση 1 – Ενάγοντα 1. Παραδέχεται ότι διαμένει και εργάζεται μόνιμα στο Λονδίνο και κατά κύριο λόγο εκτός Κύπρου.  Όμως, κατά τη δική του άποψη, δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων γιατί τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του διαθέτουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ ενώ κατέχουν και οι δύο κυπριακές ταυτότητες και διαβατήρια.  Η αξία της ακίνητης περιουσίας που κατέχουν στην Κύπρο ανέρχεται στα €7 εκατομμύρια και παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της εταιρείας A. Chaholis Ltd στην πραγματικότητα ανήκει στη σύζυγο του. Εκτός από το συγκεκριμένο διαμέρισμα η σύζυγος του διαθέτει και άλλη οικία στην ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου. Καταγράφει ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα διαφημίζεται κυρίως για ενοικίαση και όχι για πώληση. Προωθεί τη θέση ότι η απόφαση ημερ. 29/07/2025 έχει παραμεριστεί με την Έφεση Ε156/22 καθώς επίσης και ότι σε σχέση με την αίτηση πτώχευσης μέχρι και σήμερα δεν έχει εκδοθεί οποιονδήποτε διάταγμα πτώχευσης εναντίον του. Καταλήγει, ότι προκύπτει να γίνεται χρήση πληροφοριών από φακέλους άλλων υποθέσεων χωρίς τη δική τους συγκατάθεση καθώς και αναφορά σε αποφάσεις που δεν σχετίζονται με την υπό εκδίκαση υπόθεση. 

 

            Και οι δύο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις των οποίων το περιεχόμενο υιοθέτησαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ’ αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

          Προς διευκρίνηση των γεγονότων η απόφαση ημερ. 29/07/2025 δεν έχει παραμεριστεί με την Έφεση Ε156/22.

 

Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η πρόνοια για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων αποσκοπεί στο να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα αποδοθούν υπέρ του στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται έτσι η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για έξοδα, τα έξοδα του εναγόμενου εναντίον του ενάγοντος ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης.

 

Η δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση αίτησης για ασφάλεια εξόδων, φαίνεται από τα γεγονότα της αίτησης να είναι η Δ.60 θ.1, η οποία προβλέπει:

 

«1. A plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

 

Αναφορικά με το πότε παραχωρείται ένα διάταγμα για ασφάλεια εξόδων σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Standard Ltd κ.α. v. Gold Seal Ship. Co Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 121, στην οποία υποδείχτηκε ότι:

 

«Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδά του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης.

 

Η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τον κανονισμό αυτό δεν είναι δέσμια, αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης». 

 

Η συγκεκριμένη διαταγή έχει τύχει ερμηνείας στην υπόθεση Christoforou v. Asprofta (1988) 1 C.L.R. 246, όπου έγινε αναφορά σε αγγλική νομολογία, μεταξύ των οποίων η υπόθεση Cowell vTaylor [1886] 31 CH.D., η οποία παρατίθεται στο περιθώριο της Δ.60 θ.4 και στην Sykes v. Sykes (Law Rep. 4 C.P. 645). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Sykes υιοθετήθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Christoforou:

 

«To entitle a defendant to security, he must show not only that the plaintiff is insolvent, but also that he is suing as a nominal plaintiff, in the sense of another person being beneficially interested in the result of the action. In that case, the Court would stay the proceedings until security is given. ................................................................................ No authority has been or could be produced in which security for costs has been ordered to be given by a plaintiff suing as executor or as assignee, simply on the ground that he is not in a position to pay costs. »

 

          Η μέχρι σήμερα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει τη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου να διατάξει την καταβολή ασφάλειας εξόδων. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Sally Line ν. Greenmar Navigation Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 633 στις σελίδες 637-638, στην Alahmari v. Alia The Royal Jordania Airline (1990) 1 Α.Α.Δ. 434, στην Stejaru v. Ιωάννου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 909 και στην Χρίστια Μιχαήλ ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Igor Myronovich Ieremeiev v. 1.Yudelle Asset Holding Ltd κ.α. Πολ. Εφ. Ε94/24 ημερ. 26/05/2025. Από τη σχετική για το ζήτημα, νομολογία προκύπτει ότι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, είναι η οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας, η ισχύς της υπόθεσής της, ο χρόνος υποβολής της αίτησης αλλά και το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων που ζητείται, αφού το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων δεν θα πρέπει να είναι τέτοιο που στην ουσία να απολήγει σε απαγόρευση προσφυγής στη δικαιοσύνη βλ. μεταξύ άλλων Επίσημος Παραλήπτης v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 1446. Τέλος, χρόνος υποβολής τέτοιας αίτησης λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, καθότι, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v Apak Agro Industries Ltd. & Άλλοι (Αρ. 2) (1992) 1(B) A.A.Δ. 1170, δεν αποκλείεται να υπάρχουν περιπτώσεις που η καθυστέρηση του διάδικου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες δυνατό να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος.

 

Στη Δημητρίου ν. Δημητρίου, άλλως Στυλιανού (2014) 1(Α) Α.Α.Δ.768, υπεδείχθη ότι:

 

«Το θέμα έκδοσης διατάγματος για ασφάλεια εξόδων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά υπό το φως όλων των περιστάσεων και υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Γενική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι πως, αν η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διαδίκου εναντίον του οποίου η αγωγή στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Σε τέτοια περίπτωση, η ανάγκη προστασίας του διαδίκου που ζητά την παραχώρηση ασφάλειας εξόδων, υποτάσσεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο του αντιδίκου του».

 

Το ερώτημα που τίθεται και πρέπει να αποφασισθεί είναι κατά πόσο υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι οι Καθ΄ων η αίτηση – Ενάγοντες είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα έξοδα της  Αιτήτριας – Εναγόμενης, που πιθανόν να εκδικαστούν εναντίον τους και σε περίπτωση που κριθεί η ύπαρξη τέτοιας ανικανότητας, γεγονός που πρέπει να προκύπτει από αξιόπιστη μαρτυρία, κατά πόσο το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της περίπτωσης, θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα αυτά. Ν΄ αναφερθεί ότι όταν αποδειχθεί η αδυναμία πληρωμής, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εκτός αν θεωρήσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος.

 

Στην απόφαση GENEMP TRADING LTD v. Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας, (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1314, καταγράφηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (Δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd & Άλλοι (Αρ. 2) (1992) 1 Α.Α.Δ. 1170). ».

 

          Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η έκδοση διαταγής για την εξασφάλιση των εξόδων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται, ούτως ώστε να μην καταλήγει στην αποστέρηση του δικαιώματος πρόσβασής του στο Δικαστήριο (βλ. The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O? Reagan (1998) 1 A.A.Δ. 1087). Από τη νομολογία καθίσταται σαφές ότι η τυχόν οικονομική αδυναμία μιας εταιρείας ή ενός προσώπου δεν δημιουργεί αυτόματα δικαίωμα για ασφάλεια εξόδων. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία πάντοτε ασκείται δικαστικά, έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία.

 

Στο σύγγραμμα Halsbury? s Laws of England, 4η έκδοση, παρ. 304, αναλύεται η διακριτική ευχέρεια για παροχή ασφάλειας εξόδων ως ακολούθως:

 

«304. Discretion to order security for costs. The court may order security for costs, in the cases in which power to do so exists, only if, having regard to all the circumstances of the case, it thinks it just to do so. The court thus has discretion whether or not to order the security for costs to be given, both under the Rules of the Supreme Court and under its statutory powers. Thus, if there is a strong prima facie likelihood that the defendant will fail in his defence, he may be refused security, and so also if he admits his liability, even where he counterclaims or admits an amount equal to the security that would have been ordered or if the plaintiff has an unsatisfied judgment against the defendant. Under the court?s discretionary power it is unlikely that security for costs will be ordered while there is a pending a summons for summary judgment.”.

 

          Εν προκειμένω, προωθείται από την Αιτήτρια – Εναγόμενη εταιρεία ο ισχυρισμός ότι οι Καθ΄ων η αίτηση – Ενάγοντες διαμένουν στο εξωτερικό, ήτοι στο Ηνωμένο Βασίλειο που είναι εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσον αφορά την οικονομική ευρωστία των Καθ’ ων η αίτηση προωθείται η θέση ότι δεν είναι φερέγγυοι. Δέον να σημειωθεί ότι ως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Ενάγοντα 1, υπάρχουν οφειλές του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Ενάγοντα 1 οι οποίες ξεπερνούν τα €8 εκατομμύρια και ότι όλη του η περιουσία είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη. 

 

Από μόνο του το γεγονός ότι ένας διάδικος διαμένει στο εξωτερικό δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Όμως το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι όλη η περιουσία του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Ενάγοντα 1 στην Κύπρο είναι βεβαρυμμένη και του γεγονότος ότι δεν υποδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2 – Ενάγουσα 2 έχει ακίνητη περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία, πλην του εγγράφου εκχώρησης που σχετίζεται με το διαμέρισμα στον Πρωταρά, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν είναι εγγεγραμμένο επ ονόματι οποιουδήποτε εκ των δύο, ενδυναμώνει το αίτημα της Αιτήτριας – Ενάγουσας.  Τα Τεκμήρια 3 και 4 στα οποία παραπέμπει ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Ενάγοντας 1, για να υποδείξει ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2 – Ενάγουσα 2 έχει περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν υποστηρίζουν την συγκεκριμένη θέση αφού αφορούν ακίνητα στα οποία δεν υπάρχει τίτλος ιδιοκτησίας και δεν μπορεί να διαπιστωθεί σε ποιόν ανήκουν.    

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), «η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (Δέστε επίσης, μεταξύ άλλων τις αποφάσεις Ebrand v. Gassier [1884] 28 Ch.D. 232 και In Re Apollinaris Company' s Trade Marks [1891] 1 Ch. 1) ». Εξετάζοντας τα δεδομένα στην υπό κρίση αίτηση διαπιστώνεται ότι η συγκεκριμένη περιουσία του Καθ΄ου η αίτηση – Ενάγοντα 1 δεν είναι διαθέσιμη προς εκτέλεση. Σημειώνεται ότι δεν δηλώθηκε από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Ενάγοντα οποιαδήποτε αδυναμία του να συμμορφωθεί με ενδεχόμενο διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων.

 

Απομένει να εξεταστεί η ισχύς της υπόθεσης των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 – Εναγόντων. Ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 – Ενάγοντες επικαλούνται παράνομη επέμβαση και πρόκληση οχληρίας σε διαμέρισμα το οποίο τους ανήκει, λόγω τοποθέτησης πινακίδας της Αιτήτριας – Εναγόμενης εταιρείας η οποία διατηρεί υποστατικό κάτω από το διαμέρισμα αλλά και λόγω του θορύβου που προκαλείται τόσο από τους υπαλλήλους της καθώς και τους πελάτες της. Η οχληρία καθώς και ο θόρυβος, είναι η θέση των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 – Εναγόντων τους προκαλεί οικονομική ζημιά την οποία αξιώνουν. Στην καταχωρεισθείσα Υπεράσπιση προβάλλονται ισχυρισμοί που αφορούν την έλλειψη ιδιοκτησιακού δικαιώματος εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 – Εναγόντων, το γεγονός ότι η συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το περί ου ο λόγος διαμέρισμα δεν είναι οικιστική περιοχή και λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών της προσελκύει τους καλοκαιρινούς μήνες κίνηση.           

 

Σε σχέση με την συγκεκριμένη προϋπόθεση καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση TBF (CyprusLtd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού κ.ά. (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 459, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

«Ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι έχουν καλή υπόθεση με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας, που βασίζεται στη δική τους αποκλειστικά εκτίμηση, δεν είναι αρκετός για να αποτρέψει το Δικαστήριο από διάταγμα για παροχή ασφάλειας για έξοδα, εν όψει των άλλων περιστάσεων της υπόθεσης.».

 

Ως εκ τούτου, και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ικανοποιείται ότι η Αιτήτρια – Εναγόμενη έχει καταδείξει ότι έχει καλή, γνήσια και ουσιαστική υπεράσπιση τόσο επί διαδικαστικών όσο και επί ουσιαστικών θεμάτων. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Porzelack KG v Porzelack (UKLtd  [1987] 1 All ER 1074 είναι καθοδηγητικό:

 

«I have an entirely general discretion either to award or refuse security, having regard to all the circumstances of the case. However, it is clear on the authorities that, if other matters are equal, it is normally just to exercise that discretion by ordering security against a non-resident plaintiff. The question is what, in all the circumstances of the case, is the just answer.

 

The matters urged before me have spread over a fairly wide field. First there have been attempts to go into the likelihood of the plaintiff winning the case or the defendant winning the case, presumably following the note in The Supreme Court Practice 1985 para 23/1-3/2, which says: A major matter for consideration is the likelihood of the plaintiff succeeding . ' This is the second occasion recently on which I have had a major hearing on security for costs and in which the parties have sought to investigate in considerable detail the likelihood or otherwise of success in the action. I do not think that is a right course to adopt on an application for security for costs. The decision is necessarily made at an interlocutory stage on inadequate material and without any hearing of the evidence. A detailed examination of the possibilities of success or failure merely blows the case up into a large interlocutory hearing involving great expenditure of both money and time. »

 

Έχει νομολογηθεί ότι ο Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή εξέταση του θέματος. Το κριτήριο είναι η «ισχύς της υπόθεσης» όπως μπορεί να συναχθεί από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα. Το ερώτημα που το Δικαστήριο θα κληθεί να απαντήσει είναι κατά πόσο όντως υπάρχει παράνομη επέμβαση και οχληρία η οποία προκαλεί οικονομική ζημιά στους Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 – Ενάγοντες. Οπόταν, αν η αγωγή κριθεί υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση – Εναγόντων θα τους επιδικαστεί ένα ποσό και θα καταβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας από την Αιτήτρια – Εναγόμενη. Αν όμως κριθεί η αγωγή υπέρ της Αιτήτριας – Εναγόμενης τότε θα δικαιούνται στην καταβολή των δικηγορικών της εξόδων, τα οποία οι Καθ’ ων η αίτηση – Ενάγοντες θα πρέπει να καταβάλλουν. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν τα γεγονότα, δεν μπορεί να αποκλείσει το γεγονός ότι η Αιτήτρια – Εναγόμενη έχει πιθανότητες επιτυχίας στην αξίωσή της.

 

          Η άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου διέπεται και από το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφεύγει στη δικαιοσύνη σύμφωνα με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Έτσι, η δικαστική κρίση συναρτάται με τη δυνατότητα του ενάγοντος, αναλόγως της οικονομικής του ευχέρειας, να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Εάν ο ενάγων δεν διαθέτει τέτοια δυνατότητα τότε η αίτηση απορρίπτεται. «… δεν χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα όπου η έκδοσή της απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του ενάγοντος ...», βλ. Conway v. Ηλία (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1653, 1657.  Οι ρυθμίσεις της Δ.60 δεν σκοπεύουν να εμποδίσουν ούτε να αποτρέψουν αλλοδαπούς ή και κύπριους να προσφύγουν στο Δικαστήριο για να διεκδικήσουν τα νόμιμα συμφέροντά τους βλ. ΗΕ.ΝΙ.PA.  ESTATES Co. Ltd v. CLUB DIDO GESMBH (1995) 1 C.L.R. 371.

 

Εξετάζοντας την ένσταση θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και κατ’ επέκταση οι ισχυρισμοί οι οποίοι περιέχονται σε αυτή έχουν μείνει ατεκμηρίωτοι αφού τα Τεκμήρια τα οποία να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 – Εναγόντων δεν υποστηρίζουν ότι υπάρχει περιουσία επ’ ονόματι οποιουδήποτε από αυτούς η οποία είναι ελεύθερη και μπορεί να αξιοποιηθεί στην περίπτωση που η υπόθεση φτάσει στο στάδιο της εκτέλεσης, σ’ αντίθεση με την Αιτήτρια – Εναγόμενη η οποία τεκμηρίωσε τη θέση της ότι η όποια περιουσία υπάρχει στην Κυπριακή Δημοκρατία και ανήκει στον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Ενάγοντα 1 είναι βεβαρυμμένη ή δεν υπάρχει εκδοθείς τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομά του. Όσον αφορά την διαμονή των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 – Εναγόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι παραδεκτό ως προκύπτει από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση 1 που συνοδεύει την ένσταση. Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια (βλ.  Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Ο ίδιος ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Ενάγοντας 1 δεν έχει δηλώσει ότι είναι αφερέγγυος και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του μπορεί να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα.  

 

Είναι γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 23/01/2026 κάτι το οποίο όμως από μόνο του δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε καθυστέρηση στην καταχώρισή της αφού διαφαίνεται ότι επίσημη ενημέρωση για τον τόπο διαμονής των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 λήφθηκε τις 24/11/2025. Επίσης προκύπτει ότι η Αιτήτρια – Εναγόμενη προσπάθησε να εισπράξει τα έξοδα που αφορούν την αίτηση ημερ. 09/04/2021 χωρίς επιτυχία.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, φαίνεται ότι η αίτηση καταχωρίστηκε στην προσπάθεια και επιθυμία της Αιτήτριας – Εναγόμενης για διαφύλαξη της πληρωμής των δικηγορικών εξόδων σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής.

 

Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έγκριση της Αίτησης με τον καθορισμό του ποσού στις €24,000, αφού σύμφωνα με τον προκαταρτικό κατάλογο εξόδων που έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 9 στην αίτηση αναμένεται τα έξοδα της αγωγής να ανέλθουν στο ποσό των €22.722,59 ενώ εκκρεμούν και υπολογισθέντα έξοδα ύψους €2.611 προς είσπραξη.

 

          Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες διατάσσονται όπως παράσχουν ασφάλεια εξόδων στην Εναγόμενη για το ποσό των €24,000. Η ασφάλεια εξόδων να παρασχεθεί είτε με κατάθεση του εν λόγω ποσού σε μετρητά είτε με την παράδοση ανέκκλητης τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, εντός 45 ημερών από σήμερα. Μέχρι τη συμμόρφωση και την καταβολή του εν λόγω ποσού ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία της παρούσας αγωγής αναστέλλεται. Αν οι Ενάγοντες παραλείψουν να παράσχουν τη διαταχθείσα ασφάλεια εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε η υπόθεση θα θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί, θα θωρείται αυτομάτως απορριφθείσα και η Εναγόμενη θα δικαιούται τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν.

         

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας – Εναγόμενης και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 – Εναγόντων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής.

 

Στην περίπτωση που υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή για την παροχή της ασφάλειας εξόδων, τότε αμέσως η Πρωτοκολλητής να θέσει τον φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου για τον ορισμό αυτής από το Δικαστήριο.

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………

 Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

(ΔΙΟΡΘΩΜΕΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο