ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΗΛΕΜΟΣΟΓΛΟΥ ν. GEORGE PAVEL κ.α., Αρ. Αγωγής:1062/2021, 8/1/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΗΛΕΜΟΣΟΓΛΟΥ ν. GEORGE PAVEL κ.α., Αρ. Αγωγής:1062/2021, 8/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Κ. Κύζη, προσ. Ε.Δ

Αρ. Αγωγής:1062/2021

 

Μεταξύ:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΗΛΕΜΟΣΟΓΛΟΥ

Ενάγοντας

και

1.    GEORGE PAVEL

2.    INTEΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε ΑΕ3036

Εναγόμενοι

 

Αίτηση ημ. 4/7/2025 των Εναγομένων σχετικά με την κατατεθειμένη πληρωμή στο Δικαστήριο ή αλλιώς “payment into court

 

Ημερομηνία: 8/1/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητές/Εναγόμενους κα. Ρ. Φιλίππου για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε

Για Καθ’ ού η Αίτηση/Ενάγοντα: κος. Α. Αναστασίου

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Α. ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ

1.    Μετά την έκδοση Απόφασης του Δικαστηρίου στην πιο πάνω Αγωγή, oι δικηγόροι των Εναγομένων προχώρησαν την 4/7/2025 με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης με την οποία αξιώνουν τα ακόλουθα:

(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου  που να διατάσσει όπως το ποσό των €905.00 το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο επιστραφεί σε αυτούς, καθότι το εν λόγω ποσό ουδέποτε έγινε αποδεκτό από τον Ενάγοντα,

 (β) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία και/ή οδηγίες αναφορικά με την διάθεση του εν λόγω ποσού των €905.00 όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις (εφεξής αναφερόμενη ως η «επίδικη Αίτηση»).

 

Β. ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ

 

2.    Η επίδικη Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγορικού υπαλλήλου Μ.Γ, η οποία εργάζεται στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους και η οποία είναι εξουσιοδοτημένη από τους τελευταίους όπως προβεί στην ένορκη δήλωση.

 

3.    Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξίωνε το ποσό των €3000 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκους και έξοδα για ζημιά που κατ’ ισχυρισμό υπέστη το αυτοκίνητο του συνεπεία ατυχήματος το οποίο συνέβη την 26/11/2020 κατόπιν αποκλειστικής αμέλειας του Εναγόμενου 1. Οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους παραδέχτηκαν εξ ολοκλήρου την ευθύνη για το ατύχημα αλλά αρνήθηκαν τις ισχυριζόμενες ζημιές που αξίωνε ο Ενάγοντας. Εξ’ ού και προχώρησαν με την καταχώρηση την 19/11/2021 πληρωμής στο Δικαστήριο για το ποσό των €905 προς πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης του Ενάγοντα για τις ειδικές αποζημιώσεις που αξίωνε. Η ειδοποίηση πληρωμής (Τύπος 14) και το Πιστοποιητικό Πληρωμής (Τύπος 15) καθώς και η σχετική απόδειξη παραδόθηκαν στους δικηγόρους του Ενάγοντα την ίδια ημέρα στις 19/11/2021. Τα εν λόγω έγγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην επίδικη Αίτηση.

 

4.    Ο Ενάγοντας δεν αποδέχτηκε την πληρωμή του ποσού και η αγωγή προχώρησε σε Ακρόαση και εκδόθηκε Απόφαση την 15/1/2025 υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων από κοινού και/ή κεχωρισμένος για το ποσό των €890 πλέον νόμιμο τόκο από τις 26/11/2020 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, επιδικάστηκαν προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων από κοινού και/ή κεχωρισμένος όπως αυτά θα υπολογίζονταν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο για την περίοδο από 26/11/2020 μέχρι και 19/11/2021 και περαιτέρω επιδικάστηκαν έξοδα προς όφελος των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα από 19/11/2021 μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής. Αντίγραφο της Απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση.

 

 

5.    Ακολούθως την 29/1/2025 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κατάλογο εξόδων τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή στο ποσό των €1315,00 πλέον νόμιμο τόκο από τις 19/11/2021 πλέον Φ.Π.Α. Ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, η ίδια προχώρησε σε υπολογισμό του νόμιμου τόκου και του Φ.ΠΑ και αναφέρει ότι τα έξοδα των Εναγομένων με τον τόκο συμποσούνται στο ποσό των €1724,75, μέχρι την καταχώρηση της επίδικης Αίτησης.

 

6.    Είναι η θέση της ότι ενόψει του ότι ο Ενάγοντας δεν αποδέχθηκε το κατατεθειμένο ποσό των €905,00 εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Δ.22 Θ.3.1) και δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό εξακολουθεί να παραμένει κατατεθειμένο, θεωρεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η επιστροφή του ποσού στους δικηγόρους των Εναγομένων.

 

7.    Η Αίτηση στηρίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.22, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 8 & 9, στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Νομολογία.

 

Γ. ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ

 

8.    Στην Αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους του  Ενάγοντα/Καθ’ ού η Αίτηση με 14 λόγους ένστασης, η οποία βασίζεται κυρίως στα ακόλουθα σημεία:

 

             I.        Η Αίτηση είναι καταχρηστική, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταπιεστική, κακόβουλη και ενοχλητική.

 

            II.        Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

          III.         Οι Αιτητές δεν έρχονται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο.

 

          IV.        Η νομική βάση της Αίτησης είναι εσφαλμένη και ως εκ τούτου η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

           V.        Οι Αιτητές δεν έχουν συμμορφωθεί με την Απόφαση αλλά επιδιώκουν να την καταχραστούν.

 

 

9.    Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ασκούμενου δικηγόρου Α.Α, ο οποίος εργάζεται στο γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα και είναι εξουσιοδοτημένος εκ μέρους του για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην ένορκη δήλωση αναφέρει ότι οι Αιτητές προχωρώντας με την πληρωμή του ποσού των €905.00 στο Δικαστήριο προσπορίστηκαν των εξόδων τους. Η πληρωμή η οποία έγινε σύμφωνα με την θέση τους γίνεται προς πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης του Ενάγοντα όσον αφορά τις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και όχι όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα. Αναφέρει επίσης ότι το ζήτημα των δικηγορικών εξόδων είναι ζήτημα το οποίο δεν επηρεάζει την πληρωμή που έγινε προς ικανοποίηση της αγωγής. Είναι η θέση τους ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές καταχρώνται την διαδικασία και παρόλο που τους επιδικάστηκαν τα έξοδα λόγω της πληρωμής που έγινε στο Δικαστήριο, ζητούν τώρα να τους επιστραφεί και η ίδια η πληρωμή.  Η θέση του Καθ’ ού η Αίτηση είναι ότι η επιστροφή της πληρωμής στους Αιτητές θα καθιστούσε τις πρόνοιες της Δ.22 άνευ ουσία. Επίσης, είναι η θέση του ότι η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη καθότι δεν περιλαμβάνει στην νομική της βάση την Δ.59 που αφορά το ζήτημα των εξόδων.

 

Δ. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

10. Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των γραπτών αγορεύσεων των δύο πλευρών τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Δεν ζητήθηκε ούτε η καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ούτε και η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις και θα παραπέμψει σε αυτές μόνο όταν το κρίνει αναγκαίο.

 

Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ

11. H Αίτηση προωθείται στη βάση της Δ.22 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό εδάφιο.

 

«4. If the whole of the money in Court is not taken out under Rule 3 of this Order, the money remaining in Court shall not be paid out except in satisfaction of the claim or specified cause or causes of action in respect of which it was paid in and in pursuance of an order of the Court or a Judge, which may he made at any time before, at, or after trial.»

 

12. Η διαταγή πληρωμής δυνάμει της Δ.22 έτυχε αντικείμενο εξέτασης και σχολιασμού στην Πολιτική Έφεση αρ.98/2012, Παναγιώτης Κυριάκου v Ανδρέα Αυγουστίνου Πιλόττου ημερομηνίας 14/3/2018, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο:

«Εξετάζοντας το ζήτημα που προέκυψε, είναι γνωστό ότι η Δ.22 αφορά γενικώς τη διαδικασία πληρωμής της απαίτησης επί Δικαστηρίω σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της περαιτέρω πορείας της δίκης, ή συντόμευσης της, θέτοντας τον ενάγοντα προ των ευθυνών του σε περίπτωση που εγείρει αγωγή με το να τεθεί  προ του διλήμματος κατά πόσο να δεχθεί ή όχι την πληρωμή την οποία προσφέρει ο εναγόμενος.  Όπως αναφέρεται στον OdgersPrinciples of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 233, ένας εναγόμενος ο οποίος δεν έχει στην ουσία υπεράσπιση, ορθά πράττει εάν πληρώσει χρήματα στο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατό σε οποιοδήποτε στάδιο μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως και πριν την έκδοση απόφασης.

Το δικαίωμα αυτό θεωρείται πολύτιμο για την προστασία των εναγομένων γενικώς εφόσον στοχεύει στην πράξη να διασφαλίσει ότι ο ενάγων δεν θα συνεχίζει καταπιεστικά μια αγωγή εναντίον ενός εναγομένου, ο οποίος αποδέχεται την αξίωση και την απαίτηση του.  Αυτό, διότι ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια επί των εξόδων, θα διατάξει τον ενάγοντα που επιμένει να συνεχίσει την αγωγή, αλλά στο τέλος δεν καταφέρνει να λάβει περισσότερα από το ποσό που έχει καταθέσει ο εναγόμενος, να καταβάλει όλα τα έξοδα και των δύο πλευρών που δημιουργούνται μετά την πληρωμή επί Δικαστηρίω. Ιδιαίτερα χρήσιμη αποδεικνύεται η καταβολή ενός ποσού στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο σε  υποθέσεις δυστυχημάτων, όπου η αξίωση μεταφέρει απαίτηση για ειδικές ζημιές, αλλά και γενικές αποζημιώσεις, ούτως ώστε ο ζήλος ενός ενάγοντα να ανακτήσει ενδεχομένως μεγάλα ποσά αποζημιώσεων περιορίζεται από την κίνηση του εναγομένου να προσφέρει ένα ουσιαστικό ποσό στον ενάγοντα, ο οποίος ενδεχομένως δεν θα επιθυμεί να λάβει τον κίνδυνο να προχωρεί με την αγωγή και να εκτεθεί στην πληρωμή όλων των εξόδων μετά την προσφορά. 

 Η πληρωμή επί Δικαστηρίω είναι μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμβιβασμός και, αυστηρώς ομιλούντες, δεν αποτελεί  υπεράσπιση.  Η πληρωμή αυτή ήταν άγνωστη στο κοινοδίκαιο και είναι εξ ολοκλήρου νομοθετικό δημιούργημα.  Αρχίζοντας από το 1834, η πληρωμή επί Δικαστηρίω έγινε δεκτή σε αγωγές επί συμβάσεων, μετά, το 1843, επεκτάθηκε σε αγωγές δυσφήμισης από εφημερίδα και το 1852 επετράπη και σε ορισμένες αγωγές αστικών δικαιωμάτων.  Το 1875 επετράπη  η πληρωμή να κατατίθεται σε όλες τις αγωγές αναφορικά με χρέη ή αποζημιώσεις και είναι επιτρεπτή είτε ο εναγόμενος αποδέχεται, είτε αρνείται ευθύνη. Η πληρωμή επί Δικαστηρίω έχει χαρακτηριστεί από τον Devlin L.J. στην A. Martin French v. Kingswood Hill Ltd (1961) Q.B. 96 ως «. simply an offer to dispose of the claim on terms».  Με την αποδοχή του προσφερθέντος ποσού, η διαφορά επιλύεται ως να λύετο με συμβιβασμό, πλην όμως δεν δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε και υποδεικνύει αποδοχή ευθύνης.  Η προσφορά μεταφέρεται στους τίτλω διαδόχους ή εκχωρητές του εναγομένου (Toprak Emerji Sanayi AS vSale Tilney Technology Plc (1994) 1 W.L.R. 840), ενώ θεωρείται όχι ως συμβατική διευθέτηση, αλλά ως ένα εντελώς διαδικαστικό θέμα, (Cumper vPothecary (1994) 2 K.B. 58).

Λόγω της διαχρονικής αξίας της χρήσης της δυνατότητας προσφοράς πληρωμής στο Δικαστήριο, η όλη φιλοσοφία διατηρήθηκε στους νέους Αγγλικούς Θεσμούς με το Part 36 Offers to Settle and Payments into Court, όπου η διαδικασία επεκτάθηκε και επεξηγήθηκε περαιτέρω, ενώ ρητώς θεσμοθετήθηκε και το ζήτημα των εξόδων, (δέστε Civil ProcedureVolume 1, The White Book Service  2006  Part 36.20 και 36.21, σελ. 995-998).  Ο βασικός τρόπος αντιμετώπισης του θέματος παραμένει ο ίδιος, (Factortame vSecretary of State (2002) EWCA Civ 22).

………………… Η αντίστοιχη πρόνοια στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.22 θ. 7.  Εκείνο το οποίο προνοεί ο θ. 7, είναι ότι δεν επιτρέπεται να μνημονευθεί το γεγονός της καταβολής χρημάτων επί Δικαστηρίω στα δικόγραφα, ούτε και επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί το γεγονός στο Δικαστήριο κατά τη δίκη μέχρις ότου όλα τα ζητήματα ευθύνης και επιδίκασης ποσού χρέους ή αποζημιώσεων, έχουν αποφασισθεί.  Το Δικαστήριο όμως θα λάβει  υπόψη και το γεγονός ότι έχει πληρωθεί ποσό στο Δικαστήριο, καθώς και το ύψος αυτού.  Όπως δε επεξηγείται στο The Supreme Court Practice 1970, Τόμος Ι, σελ. 349-350, κάτω από τον  υπότιτλο «Discretion as to costs», το Δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει δικαστικά ασκώντας την ευχέρεια του ως προς το θέμα των εξόδων έτσι ώστε ένας εναγόμενος που έχει καταβάλει ποσό στο Δικαστήριο που υπερβαίνει το ποσό που έχει επιδικαστεί στον ενάγοντα, να θεωρείται ως επιτυχών διάδικος και ως τέτοιος να δικαιούται στην πληρωμή των δικών του εξόδων από την ημερομηνία της κατάθεσης των χρημάτων στο Δικαστήριο, (Findlay vRailway Executive (1950) 2 All E.R. 969). 

Ο εναγόμενος δεν θα πρέπει να αποστερηθεί των εξόδων του, εκτός επί ορθής αποτίμησης του όλου υλικού κατά τη δίκη ή τη διεξαγωγή αυτής και τη συμπεριφορά των διαδίκων.  Προστίθεται στο σχετικό απόσπασμα ότι η σύγχρονη πρακτική δεν επιβάλλει στο Δικαστήριο να διαχωρίσει μεταξύ των επιδίκων θεμάτων της ευθύνης και των αποζημιώσεων ή να εκδώσει οποιοδήποτε ειδικό  ή συγκεκριμένο διάταγμα αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης επί του οποίου επιτυγχάνει ο ενάγοντας.  Η σύγχρονη λοιπόν πρακτική είναι να εξετάζεται η θέση των διαδίκων στο τέλος της ημέρας  ως προς το κατά πόσο το καταβληθέν χρηματικό ποσό είναι περισσότερο ή λιγότερο από το σύνολο των αξιώσεων του ενάγοντα.  Εάν έχει επιδικαστεί στον ενάγοντα χαμηλότερο ποσό από το πληρωθέν από τον εναγόμενο ποσό, τότε ο ενάγων δικαιούται στα έξοδα του μέχρι την ημερομηνία της πληρωμής και μετά ταύτα ο εναγόμενος δικαιούται στα δικά του έξοδα χωρίς να παρίσταται ανάγκη να γίνει αναφορά επί του θέματος της ευθύνης μετά την ημερομηνία πληρωμής.

 Ενός πρόσθετα επεξηγείται, οι προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν πλέον αυθεντία δεδομένου ότι το όλο θέμα των εξόδων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.  Στη σελ. 350 του Annual Practice  του 1970, γίνεται αναφορά ενός προηγούμενες αυτές αποφάσεις που διαχωρίζουν μεταξύ των επιδίκων θεμάτων ενός ευθύνης και των αποζημιώσεων με παραπομπή στο Annual Practice 1962 σελ. 536, υπό τον τίτλο «General Rules as to Costs», που είναι στην ουσία το ίδιο απόσπασμα  στο οποίο αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο από το Annual Practice 1958.  Το θέμα τίθεται και από τον Odgers, πιο πάνω, ενός σελ. 372-373, ότι ενώ κατά κανόνα ο ενάγων δικαιούται σε όλα τα έξοδα ενός αγωγής εάν ανακτήσει ποσό μεγαλύτερο από αυτό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, θα του αποστερηθούν τα έξοδα μετά την πληρωμή όταν ανακτά χαμηλότερο ποσό από το καταβληθέν στο Δικαστήριο.  Το όλο ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να συνυπολογίσει όλη την ενώπιον του διαφορά και να συνεκτιμήσει κατά πόσο  η αξίωση περιέχει πέραν του ενός επιδίκων θεμάτων επί των οποίων υπάρχουν διακριτά έξοδα τα οποία μπορούν να επιδικαστούν. 

13. Ερχόμενη στην υπό κρίση περίπτωση, προκύπτει ότι έγινε πληρωμή από τους Εναγόμενους στο Δικαστήριο προς ικανοποίηση της απαίτησης του Ενάγοντα για το ποσό των €905, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή και η αγωγή οδηγήθηκε σε Ακρόαση. Με την Απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 15/1/2025 επιδικάστηκε ποσό λιγότερο από την πληρωμή στον Ενάγοντα, ήτοι το ποσό των €890 ως αποζημιώσεις. Σχετικά με τα έξοδα το Δικαστήριο κάλεσε τους δικηγόρους να τοποθετηθούν και γι’ αυτό και το Δικαστήριο εξέδωσε την 20/1/2025 απόφαση σχετικά με τα έξοδα και επιδίκασε τα έξοδα μετά την ημερομηνία όπου έγινε η πληρωμή προς όφελος των Εναγομένων. Όπως επίσης προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ο Ενάγοντας παρόλο που του επιδικάστηκε το ποσό των €890 υπέρ του ως αποζημιώσεις με την Απόφαση του Δικαστηρίου και τα δικηγορικά έξοδα για την περίοδο μεταξύ 26/11/2020 και 19/11/2021, σχεδόν ένα χρόνο μετά την Απόφαση του Δικαστηρίου δεν προχώρησε σε καταχώρηση οποιασδήποτε αίτησης για να πληρωθεί το εξ αποφάσεως χρέος του από το ποσό της κατατεθειμένης πληρωμής αλλά ούτε και καταχώρισε κατάλογο εξόδων για υπολογισμό των εξόδων του από τον Πρωτοκολλητή. Όπως προκύπτει και από την επίδικη Αίτηση, η αδράνεια αυτή εκ μέρους του Ενάγοντα φαίνεται να είναι αυτή που οδήγησε τους Αιτητές/Εναγομένους να καταχωρήσουν την επίδικη Αίτηση και να αξιώσουν την επιστροφή της πληρωμής.

 

14. Η απόσυρση οποιωνδήποτε χρημάτων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο στη βάση της Δ.22, είναι δυνατή μόνο στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται  στην εν λόγω διάταξη, ήτοι δηλαδή κατόπιν αποδοχής της πληρωμής από τον Ενάγοντα (Δ.22 Θ.1 (3)) ή κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου, ως προβλέπεται στην Δ.22 Θ4 και αυτό δεν αμφισβητείται από τις δύο πλευρές. Στην παρούσα είναι  επίσης παραδεκτό ότι η πληρωμή δεν έγινε αποδεκτή από τον Ενάγοντα εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην Δ.22 Θ.1 (3). Συνεπώς το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο στην υπό κρίση, είναι εάν το Δικαστήριο σε αυτό το προχωρημένο στάδιο μετά την έκδοση τελικής Απόφασης, δύναται να επιστρέψει το ποσό της πληρωμής στους Εναγόμενους ή σε περίπτωση που δεν διατάξει την επιστροφή να δώσει οδηγίες για την πληρωμή.

 

15. Η θέση των Αιτητών/Εναγομένων όπως αναπτύσσεται στην γραπτή τους αγόρευση είναι ότι από την στιγμή την οποία ο Ενάγοντας αρνήθηκε να λάβει το ποσό της πληρωμής στο χρόνο που έπρεπε και με την τελική Απόφαση του Δικαστηρίου επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ των Εναγομένων, το ποσό των οποίων ως ισχυρίζονται είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που επιδικάστηκε στον Ενάγοντα μαζί με τα έξοδα του, ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως το Δικαστήριο επιστρέψει την κατατεθειμένη πληρωμή στους δικηγόρους των Εναγομένων, προς κάλυψη βασικά των δικηγορικών τους εξόδων τους. Τουναντίον, η θέση του Ενάγοντα, όπως αναπτύσσεται στην γραπτή του αγόρευση, είναι ότι το κατατεθειμένο ποσό θα πρέπει να του αποδοθεί προς ικανοποίηση της απαίτησης του, διαφορετικά εάν επιστραφεί στους Εναγόμενους θα εκθεμελίωνε τον σκοπό της κατάθεσης της πληρωμής.

 

16. Ξεκινώντας από το ίδιο το λεκτικό της Δ.22 Θ.4, διαπιστώνω ότι αυτό αναφέρει ρητά ότι εάν δεν αποσυρθούν τα χρήματα κατόπιν αποδοχής της πληρωμής από τον Ενάγοντα, τότε η πληρωμή δεν δύναται να αποσυρθεί εκτός εάν είναι για την ικανοποίηση της αξίωσης για την οποία κατατέθηκε και μόνο με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδίδεται πριν ή και μετά την δίκη. Ως εκ τούτου, στην Δ.22 Θ4, στην οποία βασίζεται η επίδικη Αίτηση, ουδεμία αναφορά γίνεται στην κάλυψη των δικηγορικών εξόδων.

 

17. Κατά την κρίση μου, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα αλλά και το όλο πνεύμα της Δ.22 Θ.4, εάν επιτραπεί η απόσυρση της πληρωμής και παραδοθεί στους Εναγόμενους αυτό θα οδηγούσε σε πλήρης εκθεμελίωση του σκοπού για τον οποίο έχει γίνει η πληρωμή, ήτοι για ικανοποιηθεί η όποια τυχόν επιτυχία του Ενάγοντα. Όπως προκύπτει από την Δ.22, όταν κατατεθεί μία πληρωμή στο Δικαστήριο, αυτή δεσμεύει τους διαδίκους ως προς τον σκοπό για τον οποίο έγινε, ήτοι την ικανοποίηση της αξίωσης του Ενάγοντα. Λόγω ακριβώς και της άσκησης του δικαιώματος του Εναγόμενου να δεσμεύσει ένα ποσό προς ικανοποίηση της αξίωσης του Ενάγοντα, ο ίδιος στην ουσία ακόμη και εάν εκδοθεί απόφαση εναντίον του, δικαιούται μετά την έκδοση της Απόφασης να διεκδικήσει τα έξοδα της υπόθεσης του (βλ Πολιτική ¨Έφεση 89/12 πιο πάνω), όπως και έγινε στην παρούσα υπόθεση. ¨Όπως δεν επιτρέπεται σε ένα Ενάγοντα στην πορεία της υπόθεσης του να αλλάξει γνώμη και να δεχτεί την πληρωμή όταν πλέον έχει αντιληφθεί ότι η αγωγή του δεν ήταν όσο δυνατή όσο  νόμιζε και να αποφύγει το γεγονός ότι αρνήθηκε να δεχτεί έγκαιρα την πληρωμή ως τάσσεται στην ίδια την Δ.22 Θ. 1 (3),  το ίδιο άδικο θα ήταν να επιτραπεί στους Εναγόμενους να αποσύρουν το ποσό που κατέθεσαν και βασικά να μην το εισπράξει ο Ενάγοντας προς ικανοποίηση της αξίωσης του.

 

18. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό που προωθούν οι Αιτητές προς υποστήριξη της Αίτησης τους, ήτοι ότι το ποσό των εξόδων που τους επιδικάστηκε είναι περισσότερο από αυτό που επιδικάστηκε στον Ενάγοντα και για αυτό πρέπει να τους επιστραφεί η πληρωμή, σημειώνονται τα εξής.  Μπορεί όντως να επιδικάστηκε ένα ποσό εξόδων στους Εναγόμενους, όμως δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι επιδικάστηκε και προς όφελος του Ενάγοντα το ποσό των €890 ως αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος πλέον δικηγορικά έξοδα για συγκεκριμένη περίοδο από την 26/11/20 μέχρι την 19/11/2021. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου μέχρι σήμερα δεν υπολογίστηκαν τα έξοδα του Ενάγοντα καθότι ο Ενάγοντας δεν καταχώρησε οποιοδήποτε κατάλογο εξόδων. Ως εκ τούτου λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, θεωρώ ότι οι Αιτητές τουλάχιστον στο παρόν στάδιο δεν μπορούν να προωθούν την θέση αυτή, ήτοι ότι το ποσό των εξόδων που τους επιδικάστηκε είναι μεγαλύτερο από το ποσό που επιδικάστηκε συνολικά στον Ενάγοντα για τις αποζημιώσεις και για τα δικηγορικά του έξοδα.

 

19. Σε κάθε περίπτωση όμως ακόμη και να ευσταθεί ο ισχυρισμός τους, το ζήτημα του τρόπου πληρωμής των δικηγορικών εξόδων των Εναγομένων ή ακόμη και του συμψηφισμού τους δεν είναι σχετικό με το επίδικο ζήτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο, αλλά είναι θέμα που άπτεται της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου κατά την τελική Απόφαση του (βλ. Mιχαηλίδης Mιχάλης και Άλλη, (2008) 1 Α.Α.Δ. 1153) και ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική εξουσία εκείνου του Δικαστηρίου και μόνο κατόπιν σχετικής έφεσης μπορεί η εν λόγω κατάληξη να ανατραπεί (βλ. μεταξύ άλλων Nικολάου Aνδρέας ν. Bάσου Bασιλείου (1999) 1 ΑΑΔ 1566). Στην παρούσα υπόθεση, με την τελική Απόφαση του Δικαστηρίου ημ.20/1/2025 εξετάστηκαν οι θέσεις των μερών και δεν κρίθηκε αναγκαίο ούτε και ζητήθηκε να γίνει οποιαδήποτε πρόνοια για αφαίρεση ή συμψηφισμό των δικηγορικών εξόδων των μερών ή να δοθεί οποιαδήποτε προτεραιότητα πληρωμής των επιδικασθέντων ποσών. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Αιτητές/Εναγόμενοι ως λόγο για να τους επιστραφεί η κατατιθέμενη πληρωμή, είναι  ζήτημα που δεν αφορά την παρούσα διαδικασία αλλά αφορά πλέον τις διαδικασίες εκτέλεσης της τελικής Απόφασης.

 

20. Εν συνεχεία με τα ανωτέρω, δεν παραγνωρίζω τα όσα λέχθηκαν από το Εφετείο στην Grigg v Pets (1939) 4 ALL E.R 39 C.A, στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων. Το Εφετείο στην πιο πάνω Απόφαση αποφάσισε ότι ο πρωτόδικος δικαστής θα έπρεπε να είχε διατάξει την καταβολή της κατατεθειμένης πληρωμής στον Ενάγοντα, μόνο υπό τον όρο ότι ο Ενάγων θα καταβάλει τα έξοδα του Εναγομένου που πραγματοποιήθηκαν μετά την κατάθεση. Ωστόσο, αυτό που παραγνωρίζουν οι Αιτητές είναι ότι η εν λόγω διαταγή του Δικαστηρίου έγινε στα πλαίσια της τελικής Απόφασης όπου το Δικαστήριο σε εκείνο το στάδιο είχε εξουσία να αποφασίσει τον τρόπο καταβολής των εξόδων. Στην υπό κρίση περίπτωση, η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στο να δώσει οδηγίες για τον τρόπο διάθεσης του κατατεθέντος ποσού πληρωμής, ως αυτή ρυθμίζεται από την Δ.22 Θ4 και δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα, εξουσία η οποία ανάγεται στο Δικαστήριο κατά την έκδοση της δικαστικής τελικής Απόφασης ως προαναφέρθηκε.

 

 

21. Περαιτέρω, οι Αιτητές προς υποστήριξη των αιτητικών τους προβάλλουν για πρώτη φορά στην αγόρευση τους το γεγονός ότι ο Ενάγοντας είναι Έλληνας υπήκοος και δεν γνωρίζουν εάν έχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Ο εν λόγω ισχυρισμός των Εναγομένων  εκτός του ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι αφορά πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την Αίτηση τους, αφορά και ισχυρισμό ο οποίος δεν είναι σχετικός με το επίδικο θέμα. Επιπλέον, σε ότι αφορά τον ισχυρισμό των Αιτητών που προβάλλεται επίσης για πρώτη φορά στην αγόρευση τους, ήτοι ότι η  Εναγόμενη 2 είναι γνωστή και φερέγγυα εταιρεία και δεν αρνείται να πληρώσει τα όποια χρέη της, αρκεί απλά να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την θεραπεία που επιζητεί από το Δικαστήριο, ήτοι να της επιστραφεί το ποσό που κατέβαλε ως πληρωμή και επί της ουσίας να μείνει ανικανοποίητη η Απόφαση του Ενάγοντα.

 

22. Έχοντας εξετάσει όλα τα ανωτέρω επιχειρήματα προς υποστήριξη της Αίτησης των Αιτητών/Εναγομένων υπό την εμβέλεια της Δ.22 Θ.4,  όπου προνοεί ότι η πληρωμή δεν δύναται να αποσυρθεί εκτός εάν είναι για την ικανοποίηση της αξίωσης για την οποία κατατέθηκε και μόνο με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι το ποσό της πληρωμής των €905 δεν δύναται να επιστραφεί στους Εναγόμενους αλλά θα πρέπει να διατεθεί στον Ενάγοντα προς μερική ικανοποίηση του εξ΄αποφάσεως χρέους  των Εναγομένων, όπου είναι και ο σκοπός που κατατέθηκε επί πληρωμή. Σημειώνεται δε ότι στην πιο πάνω κατάληξη μου,  έλαβα υπόψη μου και το ότι το κατατεθειμένο ποσό είναι ύψους €905 και το ποσό που επιδικάστηκε στον Ενάγοντα ως αποζημιώσεις δυνάμει της Απόφασης είναι το ποσό των €890 πλέον νόμιμο τόκο από την 26/11/2020 μέχρι εξοφλήσεως. Επομένως, με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς στους οποίους προέβη το Δικαστήριο, φαίνεται ότι η κατατεθειμένη πληρωμή δεν επαρκεί για την πλήρης εξόφληση του συνόλου του εξ’ αποφάσεως χρέους του Ενάγοντα.

 

Στ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

23. Ενόψει των ανωτέρω αναφερομένων, δίδονται οδηγίες στο Πρωτοκολλητή όπως το ποσό των €905 που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής πληρωθεί στον Ενάγοντα προς μερική ικανοποίηση του χρέους των Εναγομένων. Ενόψει του ότι από το πιο πάνω ποσό της πληρωμής δεν φαίνεται να απομένει οποιοδήποτε άλλο ποσό, αναγκαστικά τα δικηγορικά έξοδα εκάστης πλευράς θα πρέπει να αναζητηθούν από τους διαδίκους με μέτρα εκτέλεσης.

 

24. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, παρόλο που λαμβάνω υπόψη ότι επιτυχών διάδικος είναι ο Καθ’ ού η Αίτηση/Ενάγοντας, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί από το Δικαστήριο ότι ο λόγος καταχώρησης της επίδικης Αίτησης ήταν η αδράνεια  του Ενάγοντα να διεκδικήσει την κατατεθειμένη πληρωμή και μάλιστα ενώ παρήλθε και χρονικό διάστημα 6 περίπου μηνών από την Απόφαση αλλά και η αδράνεια του ως προς τον υπολογισμό των δικηγορικών του εξόδων. Συνεπώς, συνυπολογίζοντας το γεγονός της αδράνειας εκ μέρους του Ενάγοντα, η οποία οδήγησε τους Αιτητές/Εναγόμενους να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση, θεωρώ ότι το ορθό και δίκαιο είναι η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδα της στην παρούσα διαδικασία.

 

 

 

 (Υπ)………………………

Κ. Κύζη, προσ.Ε.Δ

 

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο