ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 489/2024 (i)
Μεταξύ:
S.A.K. REAL ESTATES AND DEVELOPMENTS LTD
Ενάγουσα
1. KARMA EDUCATION LTD
2. MT FOR EDUCATIION LTD
3. AMERICAN UNIVERSITY OF CYPRUS (AUCY) LTD
Εναγόμενες
Αίτηση Ημερομηνίας 17.03.2026
Ημερομηνία: 29.05.2026.
Εμφανίσεις:
Για τις Εναγόμενες - Αιτήτριες: κα Π. Δανιήλ για Α. Καρράς.
Για την Ενάγουσα – Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Κ. Δαμιανός για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 13.08.2025 εκδόθηκε συνοπτική απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 – 3 δυνάμει του Μέρους 24 των ΚΠΔ. Η απόφαση περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, διάταγμα εκκένωσης και παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/1211, Τεμάχιο αρ. 742, Φ/Σχ.41/42W2 (στο εξής «το ακίνητο») εντός 60 ημερών από την επίδοση του διατάγματος.
Οι Εναγόμενες (στο εξής «Αιτήτριες») με την υπό κρίση αίτηση αξιώνουν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«A. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 13/08/2025, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 489/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, μέχρι την 31/12/2027 ή μέχρι νεωτέρας απόφασης του Δικαστηρίου.
Και/ή
Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλονται όλα τα μέτρα εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης περιλαμβανομένης της εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής με αρ. 12/2026, το οποίο αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3/1211, Τεμάχιο αρ. 742, Φ/Σχ.41/42W2, μέχρι την 31/12/2027 ή μέχρι νεωτέρας απόφασης του Δικαστηρίου.
Και/ή
Γ. Διάταγμα ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται (set aside) και/ή αναστέλλεται το διάταγμα με το οποίο δόθηκε άδεια για την έκδοση του πιο πάνω εντάλματος ανάκτησης κατοχής, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 489/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, μέχρι την 31/12/2027 ή μέχρι νεωτέρας απόφασης του Δικαστηρίου.»
Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση ισχυρίζονται, ανάμεσα σε άλλα, ότι πρόθεσή τους είναι η συμμόρφωση με την απόφαση περιλαμβανομένης και της παράδοσης της κατοχής του ακινήτου.
Το διάταγμα παράδοσης της κατοχής του ακινήτου επιδόθηκε δεόντως περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2025. Το ακίνητο, ωστόσο, εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κατέχεται και να χρησιμοποιείται από την Αιτήτρια 3.
Η Αιτήτρια 3 ασκεί εντός του ακινήτου τις επαγγελματικές δραστηριότητές της ως αδειοδοτημένο πανεπιστήμιο. Στο πλαίσιο άσκησης των δραστηριοτήτων της εργοδοτεί σήμερα περί τα 70 άτομα, ενώ στο πανεπιστήμιο φοιτούν περίπου 2.500 φοιτητές.
Λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων της Αιτήτριας 3, οι Αιτήτριες απευθύνθηκαν προς την Ενάγουσα (στο εξής «Καθ΄ ης η αίτηση») ζητώντας αναστολή των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την 31.12.2027. Ο λόγος για την αιτούμενη αναστολή συνίσταται στις προσπάθειες μετεγκατάστασης του πανεπιστημίου. Η μετεγκατάσταση ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος αποτελεί σύνθετη διαδικασία, καθώς απαιτείται η εξασφάλιση κατάλληλων εγκαταστάσεων οι οποίες να πληρούν τις προδιαγραφές της σχετικής νομοθεσίας. Μέσα στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται να μεταφερθούν με ομαλότητα οι δραστηριότητες της Αιτήτριας 3 και να παραδοθεί το ακίνητο με τάξη και χωρίς να προκληθούν ζημιές ή άλλες δυσχέρειες.
Οι Αιτήτριες ενεργώντας καλόπιστα έκδωσαν στις 09.03.2026 τραπεζική επιταγή (banker’s draft) ύψους €600.000 προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντα της Καθ΄ ης η αίτηση. Το εν λόγω ποσό καλύπτει πλήρως τη χρήση του ακινήτου μέχρι και την 31.12.2027. Η προαναφερόμενη τραπεζική επιταγή, μαζί με το αίτημα των Αιτητριών για την παράταση του χρόνου κατοχής του ακινήτου, κοινοποιήθηκε προς την Καθ΄ ης η αίτηση και τους δικηγόρους της στις 10.03.2026.
Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στις Αιτήτριες και θα επέλθουν δυσμενείς επιπτώσεις σε αυτές, αφού θα επηρεαστεί άμεσα η λειτουργία της επιχείρησής τους και η εκτέλεση των δραστηριοτήτων τους. Αντιθέτως, η Καθ΄ ης η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά πέραν της χρονικής καθυστέρησης στην εκτέλεση της απόφασης και την παράδοση του ακινήτου.
Κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιόν του ουσιώδη πραγματικά γεγονότα. Συγκεκριμένα, μετά την έκδοση της απόφασης προέκυψαν νέες περιστάσεις οι οποίες αφορούν τόσο τον αριθμό των εργαζομένων, όσο και τον αριθμό των φοιτητών του πανεπιστημίου. Περαιτέρω, μετά την έκδοση της απόφασης λήφθηκαν από τις Αιτήτριες διαβήματα για την ομαλή μετεγκατάσταση των δραστηριοτήτων της Αιτήτριας 3. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν είχαν τεθεί οι ιδιαιτερότητες που αφορούν τη λειτουργία ενός πανεπιστημίου.
Οι Αιτήτριες, μέσω της πληρωμής του ποσού των €600.000 η οποία έλαβε χώρα στις 27.10.2025, έχουν καταβάλει όλα τα ενοίκια του ακινήτου μέχρι και τον Ιούλιο του 2026. Παράλληλα, με την έκδοση της επιταγής ημερομηνίας 09.03.2026 για το ποσό των €600.000, θα καλυφθούν τα ενοίκια μέχρι και την 31.12.2027. Οι πιο πάνω ενέργειες των Αιτητριών δεικνύουν ότι ενεργούν καλόπιστα και δεν επιδιώκουν τη ματαίωση της απόφασης του Δικαστηρίου. Αυτό το οποίο ζητούν είναι εύλογο χρονικό διάστημα για να ολοκληρωθεί η διαδικασία μετεγκατάστασής τους και να συμμορφωθούν με την εκδοθείσα απόφαση.
Η Καθ΄ ης η αίτηση εκδήλωσε τη διαφωνία της καταχωρώντας ένσταση. Επικαλείται 8 λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορεί να συνοψιστούν ως ακολούθως:
· Η αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά ανυπόστατη.
· Τα αιτητικά της αίτησης αφορούν γεγονότα και ζητήματα τα οποία έχουν κριθεί και αποφασιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
· Η αίτηση είναι καταχρηστική, καθώς καταχωρήθηκε με καθυστέρηση.
Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι η συνοπτική απόφαση κατέστη τελεσίδικη εφόσον δεν καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της.
Η επιταγή για το ποσό των €600.000 παραλήφθηκε από την Καθ΄ ης η αίτηση στις 27.10.2025 άνευ βλάβης και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Το προαναφερόμενο ποσό είναι ανεπαρκές, καθώς δεν καλύπτει τους τόκους της απόφασης και τα έξοδα τα οποία προκαλούνται από διαδικασίες οι οποίες εγείρονται εξ υπαιτιότητας των Αιτητριών οι οποίες μέχρι και σήμερα δεν έχουν συμμορφωθεί με την απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού δεν αναιρεί, ούτε και μπορεί να τροποποιήσει το διάταγμα παράδοσης της κατοχής του ακινήτου.
Τυχόν επιτυχία της επίδικης αίτησης θα προκαλούσε αδικία στην Καθ΄ ης η αίτηση. Αυτό, διότι η ακύρωση ή η αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος παράδοσης της κατοχής θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου την προηγηθείσα δικαστική διαδικασία.
Αμφότεροι οι διάδικοι άσκησαν το δικαίωμα τους για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
Οι Αιτήτριες στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή τους ισχυρίζονται ότι τα δικηγορικά έξοδα που αφορούν τη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης καταβλήθηκαν αμέσως μετά την έκδοσή της.
Το συνολικό ποσό που οφείλεται δυνάμει της απόφασης για την περίοδο από 17.01.2024 μέχρι και 31.12.2027 ανέρχεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Αιτητριών, στο €1.178.808. Ενόψει των πληρωμών που έχουν ήδη γίνει και εφόσον ληφθεί υπόψη και η τραπεζική επιταγή εκ ποσού €600.000 η οποία εκδόθηκε στις 09.03.2026, το οφειλόμενο υπόλοιπο για την περίοδο μέχρι και τις 31.12.2027 ανέρχεται σε €2.378. Οι Αιτήτριες είναι πρόθυμες και σε θέση να καταβάλουν άμεσα το εν λόγω ποσό ή οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ότι θα πρέπει να καταβληθεί προς πλήρη εξόφληση της απόφασης ή για σκοπούς εγγύησης.
Η μη παράδοση του ακινήτου δεν οφείλεται σε πρόθεση παρακοής του διατάγματος, αλλά σε αντικειμενικές και πρακτικές δυσχέρειες που συνδέονται με τη λειτουργία του πανεπιστημίου, την παρουσία φοιτητών και προσωπικού και την ανάγκη εύλογου χρόνου μετεγκατάστασης.
Η Καθ΄ ης η αίτηση στη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση ισχυρίζεται ότι το ποσό των €600.000 της τραπεζικής επιταγής ημερομηνίας 09.03.2026 δεν καταβλήθηκε στην Καθ΄ ης η αίτηση, καθώς η τελευταία αρνήθηκε την παραλαβή της εν λόγω επιταγής.
Οι υπολογισμοί που περιλαμβάνονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητριών και οι οποίοι καταλήγουν σε οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €2.378 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Η Καθ΄ ης η αίτηση ουδέποτε δημιούργησε στις Αιτήτριες την εύλογη προσδοκία περί διευθέτησης της υπόθεσης μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης. Αντιθέτως, η θέση της Καθ΄ ης η αίτηση παραμένει σταθερή για άμεση εφαρμογή της απόφασης περιλαμβανομένου του διατάγματος παράδοσης του ακινήτου.
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους, ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των επιχειρημάτων των συνηγόρων.
Συμπεράσματα
Η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η επίδικη αίτηση αποτελείται από τα Μέρη 3.1(2)(α) και (στ), 3.1(8), 23.13(1) και 47.1(11) των ΚΠΔ. Περαιτέρω, η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 47 του Ν.14/60.
Η συμπερίληψη του Μέρους 23.13(1) στη νομική βάση έγινε, προφανώς, εκ λάθους. Το Μέρος 23.13 ρυθμίζει τα της ακρόασης ενδιάμεσων αιτήσεων. Από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητριών και συγκεκριμένα από την παράγραφο Β στη σελίδα 3 της αγόρευσης, προκύπτει ότι η δικονομική διάταξη που οι Αιτήτριες επιθυμούν να επικαλεστούν είναι το Μέρος 23.14(1).
Η προαναφερόμενη διάταξη προβλέπει για τη δυνατότητα παραμερισμού ή διαφοροποίησης διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Εν προκειμένω, μονομερώς εκδόθηκε το ένταλμα ανάκτησης κατοχής του ακινήτου. Όπως προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, το εν λόγω ένταλμα εκδόθηκε στις 26.01.2026. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο Στ της αίτησης, το ένταλμα επιδόθηκε στις 25.02.2026.
Το Μέρος 23.14(3) προβλέπει ότι αίτηση για παραμερισμό ή διαφοροποίηση διατάγματος υποβάλλεται εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσής του. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 17.03.2026 καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα εφόσον κατά την ημερομηνία καταχώρησής της είχε ήδη παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία των 10 ημερών.
Παραμένουν, επομένως, προς εξέταση τα Μέρη 3.1(2)(α) και (στ), 3.1(8), 47.1(11) και το άρθρο 47 του Ν.14/60. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιές τους:
«3.1. (2) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται:
(α) να παρατείνει ή σμικρύνει προθεσμία συμμόρφωσης με οποιονδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα (ακόμη και αν αίτηση για παράταση υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης)·
…………………………………………………………………………………………………….
(στ) να αναστέλλει όλη ή μέρος οποιασδήποτε διαδικασίας ή απόφασης γενικά ή μέχρι καθορισμένη ημερομηνία ή καθορισμένο συμβάν·
…………………………………………………………………………………………………….
(8) Η εξουσία του δικαστηρίου, δυνάμει των παρόντων κανονισμών προς έκδοση διατάγματος περιλαμβάνει και εξουσία διαφοροποίησης, παραμερισμού ή ακύρωσης του διατάγματος.»
«47.1(11) Διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση ή διάταγμα, δύναται να αιτηθεί στο δικαστήριο αναστολή εκτέλεσης ή άλλη θεραπεία εναντίον της απόφασης με βάση γεγονότα τα οποία ανέκυψαν πολύ αργά για να δικογραφηθούν· και το δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοια θεραπεία και με τέτοιους όρους ως κρίνει δίκαιο.
Νοείται ότι το Δικαστήριο πριν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης μεριμνά για την καταβολή των εξόδων που έχουν προκύψει ή αναμένεται να προκύψουν σε σχέση με κατάσχεση.»
«Άρθρο 47, Ν/14/1960:
Η απόφασις οιονδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσoμέvης oιασδήπoτε εν αυτή περιεχoμέvης αvτιθέτoυ διαταγής και ασχέτως του γεγovότoς ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υπoβoλής εγγράφων πρoτάσεωv ή εμφανίσεως οιονδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αύτη εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριov υπό του oπoίoυ εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριov έχov δικαιoδoσίαv να εκδικάση κατ' έφεσιν την τoιαύτηv απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόvov, εάν θεωρήση τoύτo πρέπov, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής, να διατάξη όπως ανασταλή η εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως, διά τoσoύτov χρovικόv διάστημα και υπό τoιoύτoυς όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει oρθόv το τoιoύτov δικαστήριov.»
Οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι, μετά την έκδοση της απόφασης, προέκυψαν γεγονότα και περιστάσεις τα οποία δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσής της και κατ΄ επέκταση την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης της κατοχής του ακινήτου. Επίσης, ισχυρίζονται, ότι τα πιο πάνω γεγονότα και περιστάσεις δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους 47.1(11) των ΚΠΔ. Το τελευταίο προβλέπει για τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης απόφασης στη βάση γεγονότων τα οποία ανέκυψαν πολύ αργά για να δικογραφηθούν.
Περαιτέρω, εφαρμογή έχει και το άρθρο 47 του Ν.14/60, το οποίο παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης, εάν το Δικαστήριο «θεωρήσει τούτο πρέπον».
Από την άλλη, τα Μέρη 3.1(2)(α) και (στ) και 3.1(8) δεν εφαρμόζονται, κατά την κρίση μου, στα γεγονότα της επίδικης αίτησης. Τούτο, διότι το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του Μέρους 3.1, νοουμένου ότι δεν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στους ΚΠΔ (βλ. Μέρος 3.1(2) και Civil Procedure, Vol. 1, σελ. 68 παράγραφος 3.1.8). Εν προκειμένω, υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη. Ως υποδείχθηκε πιο πάνω, το Μέρος 47.1(11) προβλέπει ειδικά για τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης απόφασης στη βάση γεγονότων που ανέκυψαν μεταγενέστερα.
Επανέρχομαι στα ισχυριζόμενα νέα γεγονότα, τα οποία συνίστανται, κατά τις Αιτήτριες, στα κάτωθι:
Πρώτον, στο ότι επί του παρόντος εργοδοτούνται στο πανεπιστήμιο 70 άτομα και ταυτόχρονα φοιτούν σε αυτό περί των 2.500 φοιτητών. Επομένως, η εκτέλεση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής και η άμεση παράδοση του ακινήτου θα έχουν σοβαρές συνέπειες σε μεγάλο αριθμό τρίτων προσώπων.
Δεύτερον, οι Αιτήτριες βρίσκονται σε διαδικασία μετεγκατάστασης του πανεπιστημίου. Η εν λόγω διαδικασία είναι ιδιαίτερα σύνθετη, καθώς θα πρέπει να ικανοποιηθούν διάφορες προϋποθέσεις και προδιαγραφές που τίθενται από την οικεία νομοθεσία προκειμένου να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες άδειες από τις αρμόδιες αρχές για τη λειτουργία του πανεπιστημίου.
Τρίτον, οι Αιτήτριες έχουν ουσιαστικά συμμορφωθεί με το χρηματικό μέρος της απόφασης, καθώς, αφενός έχουν ήδη εξοφλήσει μεγάλο μέρος του επιδικασθέντος ποσού και, αφετέρου, έχουν εξασφαλίσει την καταβολή των μελλοντικών οφειλών μέχρι και την 31.12.2027.
Θεωρώ ότι όλα τα προαναφερόμενα δεν αποτελούν γεγονότα τα οποία ανέκυψαν πολύ αργά για να δικογραφηθούν, ως η σχετική πρόνοια του Μέρους 47.1(11).
Ξεκινώ από το ζήτημα του επηρεασμού τρίτων προσώπων. Οι Αιτήτριες στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 21.02.2025, η οποία υποστήριξε την ένσταση τους στην αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δήλωσαν ότι στο πανεπιστήμιο φοιτούν περί τους 500 φοιτητές. Επί του παρόντος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αιτητριών, φοιτούν στο πανεπιστήμιο περί τους 2.500 φοιτητές.
Ο πενταπλασιασμός του αριθμού των φοιτητών, ακόμη και αν ευσταθεί, δεν αποτελεί ένα γεγονός το οποίο ανέκυψε πολύ αργά. Αντιθέτως, πρόκειται για γεγονός που τροχοδρομήθηκε από τις Αιτήτριες. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο αριθμός των φοιτητών του πανεπιστημίου αφορά ξεκάθαρα ζήτημα το οποίο βρισκόταν στη σφαίρα ελέγχου των Αιτητριών. Οι τελευταίες, εφόσον γνώριζαν από τις 13.08.2025 (ημερομηνία έκδοσης της απόφασης) ότι εντός 60 ημερών από την επίδοση του διατάγματος θα έπρεπε να παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου, όφειλαν να λαμβάνουν τέτοιες αποφάσεις οι οποίες, αν μη τι άλλο, δεν θα προκαλούσαν εμπόδια στην εκτέλεση της απόφασης.
Αντ’ αυτού αποφάσισαν ή επέτρεψαν την αύξηση του αριθμού των φοιτητών από 500 σε 2.500. Επομένως, δεν μπορούν να επικαλούνται ως λόγο αναστολής εκτέλεσης της απόφασης τις δικές τους πράξεις, οι οποίες προφανώς έλαβαν χώρα είτε εκκρεμούσης της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, είτε μεταγενέστερα.
Όσον αφορά τον ισχυριζόμενο επηρεασμό των 2.500 φοιτητών από την εκτέλεση του εντάλματος κατοχής, παρατηρώ ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στις ένορκες δηλώσεις ως προς το κατά πόσο απαιτείται η φυσική παρουσία των εν λόγω φοιτητών στους χώρους του πανεπιστημίου για σκοπούς διδασκαλίας ή στο κατά πόσο οι εν λόγω φοιτητές ή πόσοι εξ αυτών παρακολουθούν εξ αποστάσεως τα προγράμματα του πανεπιστημίου. Είναι φανερό, ότι εάν δεν απαιτείται η φυσική παρουσία των φοιτητών, διότι για παράδειγμα τα προγράμματα είναι εξ αποστάσεως ή τα μαθήματα παραδίδονται διαδικτυακά, τότε, οι οποιεσδήποτε δυσχέρειες αναφορικά με την παράδοση της κατοχής του ακινήτου περιορίζονται δραστικά.
Σε σχέση, τώρα, με τα 70 άτομα που κατ΄ ισχυρισμό εργοδοτούνται στο πανεπιστήμιο, σημειώνω και τα ακόλουθα. Στις ένορκες δηλώσεις των Αιτητριών δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει ότι, όντως, εργοδοτείται ο συγκεκριμένος αριθμός ατόμων στο πανεπιστήμιο. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο κατά πόσο ο αριθμός των εργοδοτουμένων αυξήθηκε μετά την έκδοση της απόφασης ή εν πάση περιπτώσει μετά την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης.
Προχωρώ, στο δεύτερο ισχυριζόμενο νέο γεγονός, δηλαδή στο ζήτημα των διαδικασιών που θα πρέπει να ακολουθηθούν για τη μετεγκατάσταση του πανεπιστημίου. Θεωρώ, ότι δεν πρόκειται για γεγονός το οποίο δεν ήταν εξ αρχής στο πεδίο γνώσης των Αιτητριών. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις των Αιτητριών, εντός του ακινήτου λειτουργεί αδειοδοτημένο πανεπιστημιακό ίδρυμα. Αυτό το γεγονός, στην απουσία άλλης εξήγησης, συνεπάγεται ότι οι Αιτήτριες γνώριζαν όλες τις διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθηθούν. Εξού και εξασφάλισαν άδεια λειτουργίας του πανεπιστημίου εντός του ακινήτου.
Κατά συνέπεια, οι διαδικασίες που απαιτούνται για τη μετεγκατάσταση και την εξασφάλιση αδειών, δεν αποτελούν νέα γεγονότα τα οποία περιήλθαν προοδευτικά στην αντίληψή τους μετά την έκδοση της απόφασης. Σημειώνεται, ότι στις ένορκες δηλώσεις δεν δίδονται λεπτομέρειες των διαδικασιών που θα πρέπει να ακολουθηθούν ή των άδειων που θα πρέπει να ληφθούν, έτσι ώστε να μπορεί και το Δικαστήριο να διαμορφώσει άποψη για την ισχυριζόμενη δυσχέρεια. Ούτε και προβάλλεται η θέση ότι υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή της νομοθεσίας ή ότι έχουν εισαχθεί επιπρόσθετες πρόνοιες σε σύγκριση με το καθεστώς που υπήρχε κατά τον χρόνο απόκτησης των αδειών λειτουργίας του πανεπιστημίου στο ακίνητο.
Τέλος, η ισχυριζόμενη συμμόρφωση των Αιτητριών με το χρηματικό μέρος της απόφασης και η παροχή εξασφάλισης προς την Καθ΄ ης η αίτηση μέχρι τις 31.12.2027, δεν αποτελεί γεγονός το οποίο είναι ικανό για να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης και του εντάλματος ανάκτησης κατοχής. Η συμμόρφωση των Αιτητριών με τις πρόνοιες της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί υποχρέωσή τους και όχι νέο γεγονός το οποίο ανέκυψε αργά για να δικογραφηθεί. Θα ήταν σχήμα οξύμωρο η συμμόρφωση με ένα μέρος της απόφασης να αποτελεί λόγο αναστολής της εκτέλεσης άλλου μέρους της απόφασης.
Έρχομαι στο άρθρο 47 του Ν.14/60. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επιπροσθέτως, σημειώνω και τα ακόλουθα:
Τυχόν έγκριση της αίτησης, ενόψει της διαπίστωσης περί απουσίας γεγονότων που ανέκυψαν μεταγενέστερα, θα οδηγούσε επί της ουσίας σε αναθεώρηση της απόφασης ενός ομόβαθμου Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά τον καθορισμό του χρονικού διαστήματος συμμόρφωσης με το διάταγμα παράδοσης κατοχής του ακινήτου. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) κατά την έκδοση της συνοπτικής απόφασης είχε υπόψη του ότι εντός του ακινήτου λειτουργεί πανεπιστημιακό ίδρυμα με ικανό αριθμό φοιτητών. Αξιολογώντας το πιο πάνω δεδομένο, έκρινε ως εύλογο χρόνο για τη συμμόρφωση με το διάταγμα παράδοσης κενής και ελεύθερης της κατοχής του ακινήτου το διάστημα των 60 ημερών από την επίδοσή του. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη σελίδα 33 της απόφασης:
«Αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα υπό (Α) της αίτησης, με το οποίο ζητείται η εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του επίδικου Ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίδικο Aκίνητο λειτουργεί ως Πανεπιστημιακό ίδρυμα καθώς επίσης τη θέση των συνηγόρων της Ενάγουσας κατά την προφορική τους αγόρευση ότι ενόψει τούτου είναι διατεθειμένοι να παραχωρήσουν χρόνο για την αποχώρηση των Εναγομένων από το ακίνητο, κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση εύλογου χρόνου, ήτοι 60 ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς, για σκοπούς συμμόρφωσης τους.»
Περαιτέρω, οι Αιτήτριες στην αρχική ένορκη δήλωση ισχυρίστηκαν ότι εντός των επόμενων δύο εβδομάδων θα υπογραφόταν συμφωνία από την Αιτήτρια 3 σε σχέση με το ακίνητο στο οποίο θα μετεγκατασταθεί το πανεπιστήμιο (βλ. παράγραφος 12). Υπενθυμίζω, ότι η πιο πάνω ένορκη δήλωση υπογράφηκε στις 17.03.2026. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία υπογράφηκε στις 22.04.2026 μετά παρέλευση ενός και πλέον μήνα, ουδεμία αναφορά γίνεται στην εν λόγω συμφωνία. Επομένως, ο ισχυρισμός των Αιτητριών περί εύρεσης ακινήτου για μετεγκατάσταση παρέμεινε μετέωρος, αφήνοντας κατ’ επέκταση μετέωρη και τη θέση τους περί ολοκλήρωσης των διαδικασιών εξασφάλισης αδειών και μετεγκατάστασης μέχρι τις 31.12.2027.
Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί και το εξής το οποίο, κατά την άποψή μου, συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Συγκεκριμένα, η απόφαση εκδόθηκε στις 13.08.2025 και σε αυτήν συμπεριλαμβανόταν χρόνος συμμόρφωσης με το διάταγμα παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου για περίοδο 60 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης. Οι επιδόσεις της απόφασης στις Αιτήτριες ολοκληρώθηκαν στις 24.09.2025. Συνεπώς, η περίοδος εντός της οποίας όφειλαν να παραδώσουν την ελεύθερη κατοχή του ακινήτου εξέπνευσε στις 23.11.2026. Παρά ταύτα, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση στις 17.03.2026, μετά πάροδο δηλαδή 7 και 4 μηνών από την έκδοση της απόφασης και τις επιδόσεις αντίστοιχα. Σημειώνω, ότι ουδεμία εξήγηση δόθηκε στις ένορκες δηλώσεις για την αδράνεια που επέδειξαν οι Αιτήτριες, ενώ γνώριζαν για τις δυσχέρειες που θα αντιμετώπιζαν στη συμμόρφωσή τους με το διάταγμα.
Τέλος, σημειώνω ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητριών παραπέμπει στην αγόρευσή της δεν διαφοροποιεί την κατάληξη του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, στην Νικολάου ν. Πολυδώρου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1422, τα γεγονότα ήταν διαφορετικά καθώς αφορούσαν τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης στο πλαίσιο αίτησης για ακύρωση απόφασης που εκδόθηκε ερήμην. Στις δε υποθέσεις Αυξεντίου ν. Σάββα (2003) 1 Α.Α.Δ. 1963 και Γρηγορίου εμπορευόμενη υπό την επωνυμία G.M.G. Special Interest Tourism ν. ASTARTI Development PLC, Πολ. Έφεση αρ. Ε212/2015, ημερ. 09.05.2023, ECLI:CY:AD:2023:A160, η παράταση χρόνου συμμόρφωσης χορηγήθηκε για να μην εξουδετερωθεί το εκδοθέν διάταγμα και όχι για να διευκολυνθούν οι Εναγόμενοι.
Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, πρέπον να ανασταλεί η απόφαση και το ένταλμα ανάκτησης κατοχής του ακινήτου.
Κατάληξη
Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης αίτηση και εναντίον των Αιτητριών. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων στη βάση του Μέρους 39.7 των ΚΠΔ. Σημειώνω, ότι οι συνήγοροι κατά παράβαση του Μέρους 39.9(1) των ΚΠΔ, δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.
Ως εκ των ανωτέρω, ο υπολογισμός θα γίνει χωρίς τον κατάλογο εξόδων των διαδίκων. Έχοντας υπόψη μου τις εμφανίσεις που πραγματοποιήθηκαν, τις διαταγές για έξοδα και την κλίμακα εξόδων της απαίτησης, τα έξοδα έχουν υπολογιστεί συνοπτικά στο ποσό των €3.806 πλέον Φ.Π.Α, εάν υπάρχει, τα οποία θα καταβάλει η Αιτήτρια στην Καθ’ ης η αίτηση μειωμένα, όμως, κατά 15% ενόψει της μη συμμόρφωσης της Καθ’ ης η αίτηση με το Μέρος 39.9(1) των ΚΠΔ (βλ. Μέρος 39.9(2) των ΚΠΔ).
Υπ. ..…………….…………..
Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο