ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.
Αρ. Αιτ. 467/25
Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113
και
Αναφορικά με την Εταιρεία Hot Pancakes Ltd
Μεταξύ:
1. Άντρη Αντωνίου, υπό την ιδιότητα της ως εκκαθαρίστρια της Hot Pancakes Ltd
2. Μάριος Κοφτερός, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Hot Pancakes Ltd
Αιτητές
KAI
1. Hot Pancakes Ltd (σε εκούσια εκκαθάριση υπό πιστωτών)
2. Αντώνης Κυριακού
3. Τμήμα Αφερεγγυότητας
Καθ’ ων η Αίτηση
Αίτηση ημ. 24/7/2025 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων
Ημερομηνία: 20/1/2025
Εμφανίσεις:
Για Αιτητές: κ. Βασιλείου
Για Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2: κ. Φ. Χατζηχάννας
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Αιτητές αξιώνουν με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, τα εξής διατάγματα:
«1. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 όπως επαναφέρει στο Μητρώο Εκκαθαρίσεων, που τηρεί, τα στοιχεία των νομίμως διορισθέντων εκκαθαριστών, Άντρης Αντωνίου και Μάριου Κοφτερού, τα οποία παράνομα και αυθαίρετα έχουν διαγράφει από το σχετικό Μητρώο του Τμήματος Αφερεγγυότητας («ΤΑ») και να διαγράφει το όνομα του Καθ’ ου η Αίτηση 2 ως εκκαθαριστή της Καθ’ ου η Αίτηση 1.
2. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 όπως προβεί σε δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της διόρθωσης ως προς το πρόσωπο των εκκαθαριστών της Εταιρείας, ως αυτή περιγράφεται στο υπό 1 αιτητικό ανωτέρω.
3. Παρεμπίπτον διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς οποιοσδήποτε απόφασης ή ενέργειας αφορούσας την εκούσια εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας και η οποία έχει ληφθεί από τον Καθ’ ου η Αίτηση 2, ως φερόμενος νέος Εκκαθαριστής, από τις 26/06/2025 (ημερ. του εικαζόμενου διορισμού του κ. Αντώνη Κυριάκου, ήτοι του Καθ’ ου η Αίτηση 2) και εντεύθεν, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο γενικής αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.
4. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή των εξουσιών του φερόμενου ως νέου Εκκαθαριστή της Καθ’ ης η Αίτηση 1 Εταιρείας και/ή που να απαγορεύει σε αυτόν, ήτοι τον Καθ’ ου η Αίτηση 2, να ενεργεί και/ή να συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή να παρουσιάζεται σε τρίτους ως ο νυν Εκκαθαριστής της Καθ’ ης η Αίτηση 1 Εταιρείας, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο γενικής αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.
5. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση 2 από το να διενεργεί και/ή να συμμετέχει και/ή να προωθεί οποιεσδήποτε διαδικασίες εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή να εκπροσωπεί την Καθ’ ης η Αίτηση 1 σε δικαστικές διαδικασίες και/ή εξώδικες διαδικασίες και/ή συνομολόγηση συμβάσεων και/ή να εξουσιοδοτεί νομικούς αντιπροσώπους και/ή δικηγόρους όπως διενεργούν και/ή συμμετέχουν και/ή προωθούν οποιεσδήποτε διαδικασίες εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή όπως αντιπροσωπεύουν αυτήν σε δικαστικές διαδικασίες και/ή να λαμβάνουν χρήματα από την Καθ' ης η Αίτηση 1 για τυχόν υπηρεσίες τους μέχρι πλήρους εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο γενικής αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.
6. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον Καθ’ ου η Αίτηση 2 όπως εντός 7 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος ετοιμάσει και καταχωρήσει στο φάκελο του Δικαστηρίου Ένορκη Δήλωση καταγράφοντας με λεπτομέρεια τα φυσικά και νομικά πρόσωπα με τα οποία επικοινώνησε υπό την φερόμενη ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της εταιρείας, και ποιες ενέργειες έλαβε ή διενήργησε, επισυνάπτοντας όλα τα έγγραφα και επιστολές που έστειλε, ετοίμασε ή έλαβε ως φερόμενος εκκαθαριστής της Εταιρείας.»
Εκδόθηκαν μονομερώς τα διατάγματα υπό στοιχεία (3) και (4), ενώ διατάχθηκε η επίδοση ως προς τα υπόλοιπα αιτητικά. Με την κυρίως αίτηση αξιώνονται μια σειρά διαταγμάτων, με τα οποία ουσιαστικά ζητείται η ακύρωση της απόφασης αντικατάστασης των Αιτητών από τον Καθ’ ου η αίτηση 2, ως εκκαθαριστές της Καθ’ ης η αίτηση 1, η ακύρωση των αποφάσεων και πράξεων του Καθ’ ου η αίτηση 2 ως εκκαθαριστής, αλλά και δήλωση ότι οι Αιτητές παραμένουν ως εκκαθαριστές της Καθ’ ης η αίτηση 1.
Η Αίτηση υποστηρίζεται από εκτενή ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 1. Εκεί εξηγεί ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 τέθηκε σε Εκούσια Εκκαθάριση υπό Μετόχων, την 16/09/2022, και είχε διοριστεί τρίτο πρόσωπο ως εκκαθαρίστρια. Την 27/06/2024, οι Αιτητές αντικατέστησαν την προηγούμενη εκκαθαρίστρια. Την 18/07/2024, προχώρησαν σε σύγκληση συνέλευσης πιστωτών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 271 του Περί Εταιρειών Νόμου, δεδομένου ότι δεν είχαν εξοφληθεί πλήρως οι υποχρεώσεις της Καθ’ ης η αίτηση 1 εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη της εκκαθάρισης. Παρά ταύτα τον Ιούλιο του 2025, ενημερώθηκαν ότι αντικαταστάθηκαν από συνεκκαθαριστές της Καθ’ ης η αίτηση 1, με ψηφίσματα μετόχων και πιστωτών. Έλαβαν την εν λόγω ενημέρωση αρχικά από τον δικηγόρο του κ. Carlo Scevola, μετόχου και πιστωτή της Καθ’ ης η αίτηση 1 και στη συνέχεια από τους Καθ’ ων η αίτηση 3. Οι Αιτητές κρίνουν την ως άνω πράξη ως παράνομη, αφού οι ίδιοι δεν συγκάλεσαν συνέλευση πιστωτών, ενώ αντικατάσταση εκκαθαριστή, κατά τη θέση τους, δύναται να λάβει χώρα μόνο μετά από απόφαση δικαστηρίου και αφού αποδειχθεί λόγος προς τούτο. Προς αποκατάσταση της κατ’ ισχυρισμό παρανομίας, προέβησαν σε διαβήματα στους Καθ’ ων η αίτηση 3, με σειρά επιστολών και συναντήσεων (Τεκμήρια 35 έως 39). Σχετική επιστολή απεστάλη και στον Καθ’ ου η αίτηση 2 (Τεκμήριο 40), χωρίς αυτή να απαντηθεί.
Στη συνέχεια η Αιτήτρια 1, αναφέρεται στις ενέργειες των Αιτητών κατά την εκκαθάριση της Καθ’ ης η αίτηση 1. Σημαντικό κρίνεται ότι την 18/07/2024, οι Αιτητές μετέτρεψαν την εκκαθάριση από εκούσια εκκαθάριση υπό μετόχων (φερέγγυα) σε εκούσια εκκαθάριση υπό πιστωτών (αφερέγγυα), λόγω του ότι η Εταιρεία ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της εντός των δώδεκα μηνών, ως προνοείται από τον Περί Εταιρειών Νόμο και αναφέρεται στη Δήλωση Φερεγγυότητας της Εταιρείας, ημερομηνίας 14/09/2022. Επισυνάπτεται δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα του Κράτους, ως Τεκμήριο 4. Εκεί αναφέρεται ότι οι Αιτητές διορίστηκαν από τον μέτοχο και ο διορισμός τους επικυρώθηκε με τη συνέλευση των πιστωτών ημ. 18/7/2024. Με διάταγμα στα πλαίσια της Αίτησης 648/2023, έλαβαν σειρά δικαιωμάτων σε σχέση με τον χειρισμό των θεμάτων της Καθ’ ης η αίτηση 1 (Τεκμήριο 5).
Καταθέτει η Αιτήτρια 1 ότι οι Αιτητές παραμένουν απλήρωτοι για την εργασία τους ως εκκαθαριστές, για διάστημα πέραν των 12 μηνών, παρόλο που για το θέμα της αμοιβής μας έχει συναφθεί Συμφωνητικό Παροχής Υπηρεσιών τόσο με τον κ. Scevola όσο και με άλλο μέτοχο της Καθ’ ης η αίτηση 1. Επισυνάπτει προς τούτο τη συμφωνία όπως και αντίγραφο τιμολογίου μαζί με το αναλυτικό δελτίο καταγραφής του χρόνου εργασίας, όπου καλύπτουν τους πρώτους 12 μήνες εργασίας των Συνεκκαθαριστών, ως Τεκμήριο 7. Καταδεικνύει επίσης αδυναμία να πληρωθούν νομικοί σύμβουλοι, που εκπροσωπούν την Εταιρεία σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης των διαδικασιών της εκκαθάρισης.
Οι Αιτητές παραδέχονται ότι είχαν προσεγγιστεί και διοριστεί από τον κ. Scevola για την εκκαθάριση της Εταιρείας. Λόγω, όμως, της προσπάθειάς τους να διατηρήσουν ανεξάρτητη και αμερόληπτη στάση ως προς τις υποθέσεις της Εταιρείας, ενόψει και της διαφωνίας μεταξύ της κ. Amber Murphy και τον Scevola ως προς το ποιος είναι ο πραγματικός τελικός δικαιούχος της Εταιρείας. Σχετικές είναι και οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου Κύπρου, στις οποίες παρέπεμψε η ομνύουσα, Τεκμήριο 8. Γίνεται μάλιστα αναφορά στον Κώδικα Δεοντολογίας που διέπει τους Συμβούλους Αφερεγγυότητας, επιχειρηματολογώντας ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 2 δεν θα έπρεπε να αποδεχθεί θέση εκκαθαριστή της Καθ’ ης η αίτηση 1, όντας δικηγόρος της, αφού δεν θα μπορούσε να δράσει ανεξάρτητα και αντικειμενικά.
Στις παραγράφους 14 μέχρι 26 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 1, γίνεται εκτενής αναφορά στην περιουσία της Καθ’ ης η αίτηση 1, με σκοπό οι Αιτητές να καταδείξουν ύποπτες συναλλαγές υπέρ του κ. Scevola, δικαστικές διαμάχες σε διάφορες διαδικασίες, ως προς τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και μη πληρωμή δικηγόρων και υποχρεώσεων από την Καθ’ ης η αίτηση 1 και τον κ. Scevola. Προς τούτο επισυνάφθηκε αλληλογραφία μεταξύ των Αιτητών και της προηγούμενης εκκαθαρίστριας, σε σχέση με αμελείς ενέργειες της τελευταίας (Τεκμήρια 32 έως 34). Ο κ. Scevola και οι εταιρείες που ελέγχονται από τον ίδιο απέτυχαν, όμως, να υποβάλουν έγκυρες ή τεκμηριωμένες επαληθεύσεις χρέους για τα ποσά που ισχυρίζονται ότι τους οφείλει η Καθ’ ης η αίτηση 1, υποστηρίζει η Αιτήτρια.
Παρά το ότι τους είχε ζητηθεί επανειλημμένα να καταχωρήσουν ξεχωριστές επαληθεύσεις χρέους, απέτυχαν να πράξει, με αποτέλεσμα, οι Αιτητές να απορρίψουν τις αξιώσεις τους. Σχετική αλληλογραφία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 22. Ουδέποτε προωθήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο για την ανατροπή της απόφασης των Αιτητών να απορρίψουν τις προαναφερόμενες επαληθεύσεις.
Η ομνύουσα επισυνάπτει επίσης ηλεκτρονικά μηνύματα του κ. Scevola, με τα οποία τους συμβουλεύει να μην ασχολούνται με τις αιτιάσεις της κ. Amber Murphy (Τεκμήριο 11 Α), επιχειρούσε να τους κρατά στο σκοτάδι για την εν λόγω υπόθεση (Τεκμήριο 29) και δεν καταβάλλει λεφτά σε κανένα παρά μόνο όταν διακυβεύονται τα δικά του συμφέροντα ή εξυπηρετείται δικός του σκοπός (Τεκμήριο 31). Γενικότερα περιγράφει μια στάση εχθρική απέναντι τους από τον κ. Scevola, καθώς προσπαθούσαν να παραμείνουν ανεξάρτητοι ως εκκαθαριστές. Αυτή η εχθρική στάση τελικά κορυφώθηκε με την, κατά τη θέση των Αιτητών, παράνομη αντικατάσταση τους, ενώ δύνατο να λάβει άλλα δικονομικά μέτρα.
Οι Καθ’ ων η αίτηση 3 προέβησαν στην κάτωθι δήλωση και δεν προχώρησαν στην καταχώρηση ένστασης:
«Εκ μέρους του Τμήματος Αφερεγγυότητας δηλώνουμε ότι το Τμήμα ενήργησε καταχωρητικά, βάσει των εγγράφων που του υποβλήθηκαν και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που έχει. Το Τμήμα δεν ενήργησε με σκοπό να ωφελήσει ή να αδικήσει οποιαδήποτε πλευρά. Για τον λόγο αυτό, δεδομένου ότι οι Αιτητές εγείρουν ζήτημα εγκυρότητας του διορισμού του Καθ' ου η αίτηση 2, το Τμήμα χωρίς αποδοχή των εναντίον του ισχυρισμών που περιέχονται στις Ένορκες Δηλώσεις των αιτητών που συνοδεύουν την κυρίως και ενδιάμεση αίτηση και χωρίς αποδοχή των αιτητικών των εν λόγω αιτήσεων, δεν προτίθεται να εγείρει ένσταση στη διαδικασία, αφήνοντας αυτή να κριθεί τελεσίδικα από το Δικαστήριο και δηλώνουμε ότι το Τμήμα θα συμμορφωθεί πλήρως με την όποια απόφαση του Δικαστηρίου.»
Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν κοινή ένσταση και ένορκη δήλωση και εκπροσωπήθηκαν από κοινού. Ως λόγους ένστασης ήγειραν συνοπτικά τους ακόλουθους: ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος, αφού οι Αιτητές προβάλλονται δεν είναι εκκαθαριστές της Καθ’ ης η αίτηση 1. Δεν νομιμοποιούνται να προωθήσουν την παρούσα αίτηση καθότι ούτε πιστωτές είναι σύμφωνα με τον νόμο ούτε και έχουν την συγκατάθεση των μετόχων και πιστωτών να ενεργούν ή να παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως εκκαθαριστές της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Οι Αιτητές στηρίζουν την αίτηση τους στο γεγονός ότι ο διορισμός του Καθ’ ου η Αίτηση 2 είναι παράνομος και/ή παράτυπος, τη στιγμή που ο διορισμός αυτός έγινε με ψήφισμα των μετόχων και πιστωτών της Εταιρείας, ήτοι ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που έγινε ο δικός τους διορισμός. Οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα και ειδικότερα το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος πιστωτής της Καθ’ ης η Αίτηση 1 επανειλημμένα τους ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσουν με την εκκαθάριση της Εταιρείας. Απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν καλή βάση αγωγής, καλές πιθανότητες επιτυχίας, ότι η έκδοση των διαταγμάτων θα ήταν προς όφελος της δικαιοσύνης και ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, η οποία δεν δύναται να αποζημιωθεί με χρήμα. Οι θεραπείες της ενδιάμεσης αίτησης είναι ταυτόσημες με την αίτηση.
Στην ένορκη δήλωση του ο Καθ’ ου η αίτηση 2, με την οποία υποστηρίζονται οι λόγοι ένστασης αναφέρεται αρχικά ότι είναι δικηγόρος και σύμβουλος αφερεγγυότητας, έχει γνώση των επίδικων από την προσωπική του εμπλοκή και την πρόσβαση του σε έγγραφα, αλλά και από πληροφορίες από τον μοναδικό μέτοχο και μεγαλύτερο πιστωτή της Καθ'ης η Αίτηση 1, τον κ. Carlo Scevola ο οποίος εκπροσωπεί την CS&P SA.
Ο Καθ’ ου η αίτηση 2 αναφέρει ότι με ειδική απόφαση των μετόχων η Καθ’ ης η αίτηση 1 τέθηκε στις 16.9.2022 σε εκούσια εκκαθάριση από τους μετόχους της. Περί τις 27.6.2024 οι μέτοχοι προχώρησαν με απόφαση τους στην αντικατάσταση της με τους Αιτητές. Η αντικατάσταση έγινε μέσω ειδικού ψηφίσματος (Τεκμήριο ΑΚ 1), χωρίς παρεμβολή ή έγκριση από το Δικαστήριο. Δεν είναι πεπεισμένος για την αναγκαιότητα μετατροπής της εκκαθάρισης υπό των μετόχων σε εκκαθάριση υπό των πιστωτών. Ο λόγος που τούτο ενδεχομένως να μην ήταν αναγκαίο, είναι επειδή είναι παραδεκτό γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 κατέχει μεγάλα κεφάλαια σε καταθέσεις τα οποία σαφώς την καθιστούσαν και την καθιστούν φερέγγυα και συνεπώς ικανή να εξοφλήσει τα χρέη της, παρά την ελλιπή ρευστότητα της κατά το χρόνο της εν λόγω απόφασης.
Κατά το διάστημα όπου οι Αιτητές ενεργούσαν ως συνεκκαθαριστές της Καθ’ ης η αίτηση 1, προέκυψαν έντονες διαφωνίες μεταξύ αυτών και του μετόχου και κύριου πιστωτή, κ. Carlo Scevola ο οποίος εκπροσωπεί την CS&P SA, με αποτέλεσμα αυτός να προβεί σε αντικατάσταση τους. Το σκεπτικό του αποτυπώνεται στο Τεκμήριο ΑΚ 2, όπου κατά τη θέση του ομνύοντα αναδεικνύεται αιτία για παύση των εκκαθαριστών.
Αποδίδει στους Αιτητές ότι δεν καταχώρησαν έκθεση πεπραγμένων ως είχαν ευθύνη και ότι δεν παρουσίασαν πρακτικό της συνέλευσης ημ. 18/7/2024, γιατί θα καταδεικνύετο ταύτιση των προσώπων που έλαβαν την εκεί απόφαση με την υπό αμφισβήτηση, ενώ δεν παρουσίασαν ούτε κατάλογο των επαληθεύσιμων χρεών και πιστωτών. Σκοπός τους, όπως επιχειρεί να καταδείξει ο Καθ’ ου η αίτηση 2, ήταν να αποκρύψουν ότι ο κ. Scevola, ήταν μέτοχος και κύριος πιστωτής της Καθ’ ης η αίτηση 1 και είναι με αυτό τον τρόπο που τον αντιμετώπιζαν. Το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν αιτήθηκαν προηγουμένως για την λήψη της έγκρισης του Δικαστηρίου, σε ότι αφορά τον δικό τους διορισμό τότε, δημιουργεί κώλυμα από μέρους τους στο να επικαλούνται ότι απαιτείται η έγκριση του Δικαστηρίου για την αντικατάσταση τους.
Ο Καθ’ ου η αίτηση 2 αναφέρεται και στις διαφορές των Αιτητών με τον κ. Scevola. Υποστηρίζει ότι οι Αιτητές είχαν προβεί στη σύναψη συμφωνίας δανείου ημερ. 12.9.2024 ύψους €3,025,000, προς ιδίον οφελος παρά το συμφέρον της εκκαθάρισης και των πιστώτων. Θέση του, αφού αναλύει όρους της συμφωνίας, είναι ότι οι Αιτητές αποπειράθηκαν να επιβάλουν την συμφωνία χρηματοδότησης με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση της δικής τους ακαθόριστης αμοιβής. Ο κ. Scevola και η εταιρεία CS&P SA, δεν ενημερώθηκαν για την αίτηση προς χρηματοδότηση, ενώ διαφωνούσαν με αυτήν.
Αναφέρει ακόμη ο Καθ’ ου η αίτηση 2 ότι ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος καθότι κατά την καταχώρηση της Αίτησης, εκκαθαριστής ήταν ο ίδιος. Τα ψηφίσματα των μετόχων και πιστωτών το επιβεβαιώνουν, ενώ το Τμήμα Αφερεγγυότητας ορθά αποδέχθηκε το διορισμό του και την αντικατάσταση των Αιτητών. Ισχύει, ισχυρίζεται, το τεκμήριο της νομιμότητας των αποφάσεων μέχρι ακύρωσης τους. Συνεπώς η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως εκκαθαριστές της Εταιρείας. Δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αίτηση, καθότι ούτε πιστωτές είναι σύμφωνα με τον νόμο αλλά ούτε και έχουν την συγκατάθεση των μετόχων και πιστωτών να ενεργούν ή να παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως εκκαθαριστές.
Η συμφωνία που παρουσίασαν οι Αιτητές είναι με άλλη εταιρεία και όχι την Καθ’ ης η αίτηση 1, ενώ το τιμολόγιο εκδόθηκε από εξ ονόματος κάποιας Corporate Recovery and Insolvency Group Ltd και αποστέλλεται στους Scevola και CS&P SA. Ακολούθως προβαίνει σε νομική ανάλυση της θέσης του ότι η αντικατάσταση των Αιτητών έλαβε χώρα νόμιμα.
Τέλος υποστηρίζει ότι ακόμα και εάν το Σεβαστό Δικαστήριο αποφασίσει ότι θα πρέπει να ακυρωθεί ο διορισμός του, είναι φανερό ότι αυτό θα προσέκρουε στις επιθυμίες των μετόχων και πιστωτών της Εκκαθάρισης και είναι πράγματι αμφίβολο εάν υπό τις περιστάσεις παρέχεται αυτή η ευχέρεια στο Δικαστήριο. Δεδομένης, δε, της έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο των Αιτητών από τους μέτοχους και πιστωτές ,θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη η απομάκρυνση τους ή τουλάχιστον η απαίτηση για απομάκρυνση τους, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αίτησης.
Δόθηκε άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως στους Αιτητές, όπου διευκρινίζεται ότι είχε καταχωρηθεί έκθεση πεπραγμένων σε άλλη διαδικασία και ότι ουδέποτε τέθηκε υπόψη τους η επιστολή Τεκμήριο ΑΚ 2.
Οι συνήγοροι των μερών καταχώρησαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο.
Κατά προτεραιότητα θα εξεταστεί ο ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση για απόκρυψη γεγονότων από του Αιτητές. Η σχετική αρχή ορίζει ότι: δεν είναι η κάθε παράλειψη που οδηγεί στην ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε ex parte. Το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε πρέπει να είναι ουσιώδους σημασίας ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής[1]. Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι’ αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος χωρίς την εξέταση της ουσίας της αίτησης[2]. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτηση[3]. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα[4].
Εν προκειμένω οι Καθ’ ων η αίτηση στην αγόρευση τους εγείρουν ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν: τον αριθμό των πιστωτών και τις απαιτήσεις τους επαληθευμένες και μη, εκθέσεις προόδου και λογαριασμούς, ότι ο κ. Scevola ήταν διευθυντής της Καθ’ ης η αίτηση 1, ότι κανένας διορισμός μέχρι σήμερα δεν έγινε από το Δικαστήριο, τους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης, την έντονη διαφωνία τους με τον κ. Scevola και την τροποποίηση του διατάγματος εκκαθάρισης.
Αρχικά έκθεση πεπραγμένων ή έγγραφο που προσομοιάζει με τέτοια έχει καταχωρηθεί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι Αιτητές με αναφορές στις υποθέσεις της Καθ’ ης η αίτηση 1 κατέδειξαν επίσης την κατάσταση στην οποία αυτή βρίσκεται. Ναι μεν δεν έχουν παρουσιαστεί οι πιστωτές της Καθ’ ης η αίτηση 1, αλλά αυτό δεν αποτελεί ζήτημα ουσιώδες, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο. Ούτε το ότι ο κ. Scevola ήταν διευθυντής της Καθ’ ης η αίτηση 1, είναι κάτι που θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου, αφού από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 1 και τα τεκμήρια που επισύναψε, δόθηκε η εικόνα της ενεργούς εμπλοκής του εν λόγω ατόμου στα της Καθ’ ης η αίτηση 1. Επίδικο στην προκείμενη περίπτωση είναι αν οι Αιτητές αντικαταστάθηκαν παρανόμως και οι συγκυρίες που οδήγησαν στην αντικατάσταση τους.
Ούτε η έλλειψη ανάλυσης στις προηγούμενες διαδικασίες διορισμού εκκαθαριστή αποτελεί ουσιώδη απόκρυψη γεγονότων. Οι Αιτητές αποκάλυψαν ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 τέθηκε σε Εκκαθάριση υπό Μετόχων. Επομένως είχε τεθεί σε ισχύ το άρθρο 268 του Κεφαλαίου 113, όπου ο διορισμός εκκαθαριστή γίνεται χωρίς εμπλοκή του Δικαστηρίου. Αναλόγως διορίστηκαν και οι ίδιοι, όπως αποκαλύπτεται στο Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 1 και όπως αποκαλύπτεται και στο Τεκμήριο ΑΚ 1. Η θέση των Αιτητών είναι ότι η νομική κατάσταση της Καθ’ ης η αίτηση 1 μεταβλήθηκε όταν η εκκαθάριση κατέστη εκκαθάριση πιστωτών αντί μετόχων και δεν ήταν δυνατή η αντικατάσταση τους με τον ίδιο τρόπο, όπως καταγράφεται παραπάνω.
Εξουσία για έκδοση διατάγματος της φύσεως του επίδικου παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/1960). Εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και αν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του Διατάγματος.
Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 θέτει, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην κυρίως αίτηση παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της[5].
Η συζητήσιμη υπόθεση ή το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, είναι αλληλένδετα με την βάση της αγωγής. Η έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» δεν αφορά στη «σοβαρότητα της υπόθεσης», αλλά στο κατά πόσον το δικόγραφο του Αιτητή αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα[6].
Ό,τι ουσιώδες εγείρεται ως προς την πρώτη προϋπόθεση από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 είναι ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθήσουν την παρούσα αίτηση καθότι ούτε πιστωτές είναι σύμφωνα με το νόμο ούτε και έχουν την συγκατάθεση των μετόχων και πιστωτών να ενεργούν ή να παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως εκκαθαριστές της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Αρχικά το άρθρο 290 του Κεφ. 113 επιτρέπει την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο προς απόφαση ζητήματος από εκκαθαριστή ή συνεισφορέα ή πιστωτή. Αρχικά κρίνοντας ως παράνομη την αντικατάσταση τους, οι Αιτητές, υποστηρίζουν ότι ακόμα δεν έχουν απωλέσει την ιδιότητα του εκκαθαριστή. Ακόμα και αν κριθεί ότι οι Αιτητές απέσεισαν την ιδιότητα του εκκαθαριστή, δεν αμφισβητείται ότι δεν έχουν πληρωθεί, δεν καταβλήθηκε το τίμημα της εργασίας τους ως εκκαθαριστές[7]. Το ότι απέστειλαν τιμολόγιο μέσω της εταιρείας CRI και όχι προσωπικά, δεν γεννά το όποιο ζήτημα, καθώς και κατά το διορισμό τους αναφέρθηκε ότι αυτοί ανήκουν στο CRI Group (βλ. Τεκμήριο ΑΚ 1). Κρίνεται λοιπόν, ότι με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου σε αυτό το στάδιο οι Αιτητές νομιμοποιούνται να εγείρουν την Αίτηση.
Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1940, η έννοια της ορατής πιθανότητας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις[8]. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του[9].
Η κύρια θέση των Αιτητών είναι ότι παρανόμως επήλθε η αντικατάσταση τους, ειδικά μετά την μετατροπή της εκκαθάρισης από μελών σε μετόχων. Αφενός προς τούτο υποστηρίζουν ότι ο κ.Scevola, ο οποίος παραδεκτώς υπέγραψε για την αντικατάσταση δεν κατάφερε να προβεί σε επαλήθευση του χρέους της Καθ’ ης η αίτηση 1 προς τον ίδιο και συνεπώς δεν κατέστη πιστωτής της[10]. Επομένως δεν δύνατο να προβεί στην σύγκληση συνέλευσης πιστωτών, την υπογραφή σχετικού ψηφίσματος και μάλιστα ως μοναδικός πιστωτής (βλ. Τεκμήριο ΑΚ 2Β). Δεν αμφισβητείται άλλωστε, ότι ο κ. Scevola δεν αμφισβήτησε μέσω αίτησης στο Δικαστήριο, όπως δικαιούται δυνάμει του άρθρου 290 του Κεφ. 113, ούτε τη μετατροπή της εκκαθάρισης από μελών σε μετόχων, ούτε την απόφαση για να μην γίνει δεκτή η προσπάθεια του για επαλήθευση χρέους. Συνεπώς προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, της κυρίως Αίτηση.
Τα ως άνω αναφέρονται χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, σύμφωνα πάντα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων των μερών. Άλλωστε στο πρώιμο αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αναμένεται ούτε και είναι ορθό να επιλύονται και να αποφασίζονται αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία, για τα οποία θα ακολουθήσει λεπτομερής επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της αγωγής[11].
Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Ακόμη όμως και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού[12]. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη[13]. H αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, σε συνάρτηση με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία[14].
Έχοντας ενώπιον μου όλα τα στοιχεία που παρέθεσαν Αιτητές και Καθ’ ων η αίτηση, αλλά και τα νομικά τους επιχειρήματα, διαφαίνονται τα ακόλουθα:
Α. Παρέχεται στους Αιτητές η ευχέρεια να αποζημιωθούν για την εργασία τους ως εκκαθαριστές μέσω σχετικών διαβημάτων. Όπως ορίζεται στο άρθρο 291 του Κεφαλαίου 113, η αμοιβή του εκκαθαριστή, καταβάλλεται από το ενεργητικό της εταιρείας με προτεραιότητα από όλες τις άλλες απαιτήσεις. Η αμοιβή εκκαθαριστή μάλιστα δύναται να καθοριστεί και από το Δικαστήριο[15]. Οι Αιτητές, λοιπόν, διαθέτουν τα δικονομικά διαβήματα για να λάβουν αποζημίωση για την εργασία τους, να αποζημιωθούν σε χρήμα, κατά προτεραιότητα μάλιστα και με ποσό που δύναται να καθοριστεί από το Δικαστήριο, έστω και αν κάτι τέτοιο δεν επιζητείται με την κυρίως αίτηση. Δεν αμφισβητήθηκε, δε, ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 κατέχει σημαντικά κεφάλαια, ως ο Καθ’ ου η αίτηση 2 κατέδειξε, αν και δεν έχει προς το παρόν ρευστότητα.
Β. Έγνοια των Αιτητών, όπως προκύπτει και από τις αγορεύσεις τους είναι να εξελιχθεί η εκκαθάριση προς όφελος των πιστωτών στο σύνολο τους και όχι προς όφελος του κ. Scevola αποκλειστικά. Πράγματι ο Εκκαθαριστής υπέχει θέσμιο καθήκον έναντι όλων των πιστωτών. Πιθανή παράβαση όμως του εν λόγω καθήκοντος γεννά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκκαθαριστή, ακόμα και μετά τη διάλυση της Εταιρείας[16]. Συνεπώς και οι πιστωτές έχουν ευχέρεια να διεκδικήσουν τα όσα θα τους αποστερήσει τυχόν μεροληπτική στάση του εκκαθαριστή, κατά παράβαση των θέσμιων καθηκόντων του.
Γ. Εκ των ως άνω δηλαδή, προκύπτει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι, μέρη της παρούσας διαδικασία και μη, διαθέτουν διαδικαστικά διαβήματα προς αποκατάσταση της όποιας ζημιάς πιθανόν να δημιουργηθεί εκ του χειρισμού της εκκαθάρισης από τον Καθ’ ου η αίτηση 2. Δεν καταδεικνύεται η όποια επαπειλούμενη ενέργεια ή ζημιά, η οποία θα αποστερήσει, οριστικά και ανεπίστρεπτα, δικαιώματα τους, αφού η κάθε απόφαση του εκκαθαριστή μπορεί να τεθεί στην κρίση του Δικαστηρίου, ως το άρθρο 290 του Κεφ. 113 ορίζει, ενώ τυχόν παραβίαση των θεσμίων καθηκόντων του γεννά και εναντίον του αγώγιμο δικαίωμα. Έτσι παρέχονται τόσο νομοθετικά όσο και νομολογιακά διαβήματα και διαδικασίες για την αναστροφή της όποιας ζημιάς προκύψει σε Αιτητές και πιστωτές, ενώ η Καθ’ ης η αίτηση 2, δεν προκύπτει ότι δεν διαθέτει τα κεφάλαια να τους αποζημιώσει. Δεν πληρείται, λοιπόν, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960.
Στην βάση των ως άνω τα εκδοθέντα την 28/7/2025 διατάγματα ακυρώνονται. Η Αίτηση αναφορικά με τα αιτητικά 1, 2, 5 και 6 απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η κυρίως αίτηση ορίζεται την 11/3/2026, στις 9:00, για οδηγίες. Ένσταση να καταχωρηθεί μέχρι τότε.
(Υπ.)………………………………
Α. Λουκά Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Resola v. Χρίστου [1998] 1 A.A.Δ. 598
[2] Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G v Adeona Holdings Limited, [2015] 1 ΑΑΔ 386
[3] Electromatic Constructions Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας [2009]1Α ΑΑΔ 258, 266.
[4] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 Α.Α.Δ. 248, 266
[5] Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119
[6] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Cybarco Contracting LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. E53/2021, ECLI:CY:AD:2022:A81, 10/2/2022
[7] Βλ. και Re Alfred Priestman & Co (1929) Ltd [1936] 2 All ER 1340, στην οποία παραπέμπει το σύγγραμμα του Δρ. Α. Ποιητή, Η Εκκαθάριση Εταιρειών, 2013, σελ. 393-394, όπου αναγνωρίζεται δικαίωμα υποβολής αίτησης δυνάμει του Άρθρου 290 σε εξασφαλισμένους και ανεξασφάλιστους πιστωτές.
[8] Odysseos v. Pieris Estates and Others [1982] 1 C.L.R. 557
[9] T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation [2002] 1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D. [1999] 1 A.A.Δ. 225
[10] Βλ. BLUE ARROW GENERAL TRADING CO LTD ν. Νικήτα Μικρού [2000] 1 ΑΑΔ 1427
[12] βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co [1997] 1 A.A.Δ. 1791
[13] Κυρίσαββα κ.α ν Χάρη Γεώργιου Κύζη ως Διαχειριστή της περιουσίας της Αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κίζη [2001]1Α.Α.Δ.1245
[14] Όξυνος κ.α. ν. Λου, [2011] 1Β ΑΑΔ 1066
[15] Βλ. Ποιητής, 2013 ο.π.π. υποσημ. 7 σελ. 365 και CM Schmitthoff and others, Palmer’s Company Law (Stevens & Sons, London 1982), Vol. 1, παρ. 86-49.
[16] Smith (James) & Sons (Norwood) Ltd. v. Goodman [1936] 1 Ch. 216 . Lamey v Winram, 1987 S.L.T. 635 και Palmer’ s ο.π.π. παρ. 85-38
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο