Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παναγιώτης Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αίτησης: 64/2025, 19/1/2026
print
Τίτλος:
Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παναγιώτης Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αίτησης: 64/2025, 19/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ.

Αρ. Αίτησης: 64/2025

Μεταξύ:

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας

Αιτητής – Καθ’ ου η Αίτηση (στην Αίτηση 18.9.25)

-και-

1. Παναγιώτης Μιχαήλ

2. PAG MOTORS LTD

Καθ’ ων η Αίτηση – Αιτητές (στην Αίτηση 18.9.25)

Αίτηση ημερομηνίας 18.9.25, υπό των 1. Παναγιώτη Μιχαήλ και 2. PAG MOTORS LTD

Ημερομηνία:                                                                        19η Ιανουαρίου, 2026

Εμφανίσεις:

Για Καθ’ ων η Αίτηση – Αιτητές 1 και 2:           κος. Β. Ακάμας

Για Αιτητή – Καθ’ ου η Αίτηση:                           κα. Α. Κωνσταντίνου

Απόφαση

Εισαγωγή

Στις 5.3.25, το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, εξέδωσε Διάταγμα Δέσμευσης του ποσού των €243,950 ως περιουσία των εδώ Αιτητών (το «Διάταγμα Δέσμευσης»).

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Αιτητές απευθύνονται στο Δικαστήριο γι’ ακύρωση του Διατάγματος Δέσμευσης ημερομηνίας 5.3.25, καθότι την 26.3.25 καταχώρισαν σχετική προς τούτο Αίτηση (η «Πρώτη Αίτηση»). Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο, συνεχίζοντας υπό άλλη σύνθεση, εξέδωσε σχετική Απόφαση στις 15.10.25 με την οποία απέρριψε την Πρώτη Αίτηση (η «Πρώτη Απόφαση»).

Η Αίτηση ημερομηνίας 18.9.25

Η παρούσα υπό κρίση δεύτερη Αίτηση καταχωρίστηκε στις 18.9.25, εν αναμονή δηλαδή της έκδοσης της Πρώτης Απόφασης. Η Αιτητές ζητούν διάταγμα ακύρωσης του Διατάγματος Δέσμευσης, ακύρωση του διορισμού του Αρχηγού Αστυνομίας ως παραλήπτη της περιουσίας που δεσμεύτηκε σύμφωνα με το Διάταγμα Δέσμευσης και διάταγμα όπως η δεσμευμένη περιουσία επιστραφεί στους Αιτητές.

Η νομική βάση της Αίτησης αποτελείται από πρόνοιες του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007 (Ν.188(Ι)/2007), τους παλαιούς θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τους νέους Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας και Άρθρα του Συντάγματος.

Πραγματικό έρεισμα για την Αίτηση παρέχει η ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 (η «ΕΔΑ»). Συνοψίζω τα όσα παραθέτει: Ο ίδιος είναι και Διευθυντής και Γραμματέας της Αιτήτριας 2 εταιρείας. Παραθέτει το ιστορικό από τ’ οποίο πρόκυψε το υπό κρίση ζήτημα. Ισχυρίζεται ότι η δεσμευμένη χρηματική περιουσία ανήκει στην Αιτήτρια 2 κι αναφέρεται και σε άλλα αντικείμενα που κατασχέθηκαν κατόπιν εκτέλεσης τριών ενταλμάτων έρευνας. Επισυνάπτει σχετικές καταθέσεις που ο ίδιος και ο γιος του παρέδωσαν στην Αστυνομία, κατόπιν επανειλημμένων αιτημάτων των δικηγόρων τους να ληφθούν από αυτούς καταθέσεις. Προσθέτει ότι τα δύο εντάλματα έρευνας που εκτελέστηκαν, δυνάμει των οποίων κατασχέθηκαν η περιουσία και τ’ αντικείμενα, ακυρώθηκαν με αντίστοιχες Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ από το τρίτο ένταλμα δεν κατασχέθηκε οτιδήποτε. Λόγω της ακύρωσης, οι δικηγόροι των Αιτητών απευθύνθηκαν στις Αρχές για επιστροφή των αντικειμένων και των χρηματικών ποσών. Ορισμένα αντικείμενα καθώς και το χρηματικό ποσό των €9000 επιστράφηκαν, αλλ’ όχι τα υπόλοιπα χρηματικά ποσά, αφήνοντας έτσι δεσμευμένο το ποσό των €234,950. Κατά τον ομνύσαντα, βάση για την παρούσα υπό κρίση δεύτερη Αίτηση αποτελεί η καθυστέρηση της έναρξης ποινικής διαδικασίας εναντίον των Αιτητών, κι όχι οι λόγοι για τους οποίους καταχωρίστηκε η Πρώτη Αίτηση. Συγκεκριμένα παραπονείται ότι – μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της Αίτησης – παρήλθαν 8 μήνες από την κατάσχεση της περιουσίας κι 6 μήνες από την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης. Καταλογίζει ολιγωρία και κωλυσιεργία στην Αστυνομία, μια και – εκ των αναφορών της πλευράς της στην ένορκη δήλωση που στήριξε την ένσταση στην Πρώτη Αίτηση – προκύπτει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης είναι απλή κι επομένως η καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη, αναγόμενη τοιουτοτρόπως σε κατάχρηση διαδικασίας και παραβίασης συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Περιγράφει έπειτα και την επίδραση του Διατάγματος Δέσμευσης στην λειτουργία της Αιτήτριας 2, ενώ συνδυάζει και το καταλυτικό αποτέλεσμα των Αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς τη νομιμότητα των διαδικασιών βάσει των οποίων η εν λόγω περιουσία περιήλθε στα χέρια της Αστυνομίας.

Η Ένσταση του Γενικού Εισαγγελέα

Με δέκα λόγους ο Γενικός Εισαγγελέας ενίσταται στην χορήγηση των αιτούμενων από τους Αιτητές 1 και 2 θεραπειών. Αυτοί αφορούν κυρίως την ουσία των όσων προβάλλονται καθότι προωθούν ότι οι λόγοι που οι Αιτητές 1 και 2 προβάλλουν δεν δικαιολογούν τα αιτήματά τους, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει η περίοδος που παρήλθε είναι λογική εν όψει και της περιπλοκότητας του διερευνώμενου αδικήματος. Αποτελούν επίσης λόγους ένστασης το ότι δεν πληρείται οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε ν’ ακυρώσει το Διάταγμα Δέσμευσης με αναφορά στον Ν.188(Ι)/2007, αλλ’ ούτε και παραβιάζεται το Συνταγματικό Δικαίωμα των Αιτητών 1 και 2 στην περιουσία τους, μια η επέμβαση σ’ αυτό δικαιολογείται από το νόμιμο του σκοπού της.

Η Ένσταση στηρίζεται με ένορκη δήλωση της Δήμητρας Σταύρου (η «ΕΔΕ»), η οποία είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Η ομνύσασα αναδεικνύει ότι οι 18 πρώτες παράγραφοι της ΕΔΑ είναι πανομοιότυπες μ’ εκείνες που περιλήφθηκαν στην ένορκη δήλωση που στήριξε την Πρώτη Αίτηση. Παραδεχτό δε είναι το πλαίσιο γεγονότων που παρουσιάζονται στις παραγράφους 18 έως και 24 της ΕΔΑ.

Διαφωνεί ως προς το ζήτημα της λήψης καταθέσεων από τον Αιτητή 1, τη σύζυγο και το γιο του κι αναφέρει ότι στην πραγματικότητα οι τρεις κλήθηκαν γι’ ανάκριση κι αντί απαντήσεων στις ερωτήσεις προσκόμισαν τις καταθέσεις τους οι οποίες διερευνώνται.

Η ομνύσασα αναφέρεται έπειτα στο ζήτημα του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος. Είναι η θέση της ότι τα διερευνόμενα αδικήματα είναι τέτοιας φύσεως που απαιτείται διασταύρωση στοιχείων προερχόμενων από πολλές πηγές και η έρευνα απαιτεί χρόνο. Κατά το προηγούμενο διάστημα λήφθηκαν άλλες 5 καταθέσεις, ο ίδιος ο Αιτητής 1 με τη δήλωσή του έθεσε ζητήματα κι αναφέρθηκε σε πρόσωπα, τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Ελλείψει σαφούς εικόνας και χωρίς την ολοκλήρωση του ερευνητικού έργου, η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να προχωρήσει να προσάψει κατηγορίες, ενώ το πολυσχιδές εγχείρημα απαιτεί, αφενός, εις βάθος οικονομική έρευνα κι αφετέρου δεν ενδείκνυται η ονομαστική αποκάλυψη των μαρτύρων. Ως προς τα ζητήματα που άχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την Πρώτη Αίτηση κι έτυχαν κρίσης με την Πρώτη Απόφαση, η ομνύσασα αναφέρει ότι δεν είναι δυνατόν να εξεταστούν εκ νέου, αλλά κι εξάλλου η δέσμευση των αντικειμένων έγινε κατόπιν έκδοσης του Διατάγματος Δέσμευσης κι επομένως είναι νόμιμη. Οι επόμενες παράγραφοι της ΕΔΕ περιέχουν νομική κυρίως επιχειρηματολογία.

Αγορεύσεις

            Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών 1 και 2 διαπιστώνει ότι η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα επικαλείται, άνευ – κατά την άποψή του - ικανοποιητικών λεπτομερειών, την πολυπλοκότητα της υπό διερεύνηση υπόθεσης. Ο ισχυρισμός, προτείνεται, προτάσσεται για πρώτη φορά, ενώ στην ένσταση στην Πρώτη Αίτηση η θέση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν ότι απέμενε να ληφθούν 6 καταθέσεις κι έκτοτε παρήλθαν σχεδόν 8 μήνες. Αντιπαραβάλλει τ’ ότι οι Αρχές, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ΕΔΕ, λαμβάνουν 1½ κατάθεση το μήνα, ενώ το τίμημα για τηβ Αιτήτρια 2 είναι να μην μπορεί να διεξάγει εργασίες και επαπειλείται να κατηγορηθεί για παράλειψη καταβολής φόρων και ΦΠΑ. Η δε αναφορά σ’ εναπομείναν ανακριτικό έργο γίνεται γενικά, χωρίς σαφή πλέον προσδιορισμό, πρακτική που συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και παραβίαση της δίκαιης δίκης. Με αναφορές στην Νομολογία, ο συνήγορος, εισηγείται ότι ο εύλογος χρόνος στην προκείμενη περίπτωση ξεκινά από την ημερομηνία που ενημερώθηκαν οι Αιτητές 1 και 2 για την πιθανότητα ποινικής δίωξης, ενώ ενυπάρχει και το στοιχείο του δυσμενούς επηρεασμού ένεκα της καθυστέρησης. Συνεχίζει αναλύοντας τα στοιχεία της πολυπλοκότητας, της σημασίας της διαδικασίας για τους Αιτητές 1 και 2 καθώς και της συμπεριφοράς τους και της στάσης των αρχών. Καταληκτικά εισηγείται ότι όλα τα στοιχεία αποτιμώμενα στο σύνολο των περιστάσεων, καταδεικνύουν ότι έχει εξ αντικειμένου παρατηρηθεί υπαίτια κωλυσιεργία εκ μέρους των αρχών, η οποία ανάγεται σε καταχρηστική καθυστέρηση, ενώ το ζήτημα για τους Αιτητές είναι φλέγον.

            Εξ αντιθέτου η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται ότι καμία δυσανάλογη καθυστέρηση δεν έχει υπάρξει και παραπέμπει στην εκ φύσεως πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Πέραν τούτου, επαναλαμβάνει ότι λήφθηκαν μέχρι στιγμής άλλες 5 καταθέσεις, τα ζητήματα που ανέκυψαν εξετάζονται από εξειδικευμένους λογιστές της Αστυνομίας, ενώ εξετάζονται οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής 1 έδωσε στη δική του κατάθεση και οι οποίοι εμπλέκουν κι άλλα πρόσωπα οι καταθέσεις των οποίων κατέστησαν αναγκαία την ακόμα περαιτέρω λήψη καταθέσεων. Καλεί το Δικαστήριο να κρίνει την υπό κρίση περίπτωση με γνώμονα το κατά πόσο η Αστυνομία παρέμεινε αδρανής από την ημέρα δέσμευσης. Εισηγείται, στο πλαίσιο των πιο πάνω, ότι δεν μπορούν οι Αιτητές να επικαλούνται γενικώς παραβίαση Συνταγματικών δικαιωμάτων και αορίστως πρόκληση ζημιάς, ενόψει του ότι, αφενός, το δικαίωμά τους στην περιουσία περιορίζεται με νόμιμο μέτρο στο πλαίσιο Νομοθεσίας – και δη εναρμονιστικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας – κι αφετέρου επειδή η δέσμευση δεν αποτελεί κατάλυση του επίμαχου δικαιώματος.

Νομοθετικές Πρόνοιες

            Οι σχετικές πρόνοιες του Άρθρου 14 του Ν.188(Ι)/2007, έχουν ως εξής:

(6) Το διάταγμα δέσμευσης-

(α) Δύναται να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί αναφορικά με την περιουσία που επηρεάζεται˙*

(β) ακυρώνεται μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται˙

(γ) ακυρώνεται αν αίτηση δυνάμει του άρθρου 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή του άρθρου 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) δεν υποβληθεί σε εύλογο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου χρόνο.

[…]

(12) Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού-

(α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία˙ ή*

(β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώσει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει την εν λόγω διαδικασία ή αίτηση.

            Ενώ στο Άρθρο 16(1) του Ν.188(Ι)/2007 προνοείται ότι:

(1) Το δικαστήριο ακυρώνει διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 και 15, αν η επικείμενη ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο* ή μέσα στη χρονική περίοδο την οποία το δικαστήριο όρισε το ίδιο το διάταγμα.

            *Εμφάσεις δοθείσες.

Κρίση Δικαστηρίου

Το κρίσιμο ενώπιον μου ζήτημα είναι σαφώς περιορισμένο, εν όψει της Πρώτης Απόφασης. Οριοθετήθηκε άλλωστε κι από τους ίδιους του Αιτητές 1 και 2. Το Δικαστήριο καλείται μόνον ν’ αποφασίσει, εκ των όσων τέθηκαν ενώπιον του, εάν η περίοδος από την έκδοση του Διατάγματος Δέσμευσης μέχρι και σήμερα θεωρούνται λογική περίοδος, αλλά να συνυπολογίσει και τ’ ότι η ποινική διαδικασία δεν έχει ακόμη καταχωριστεί.

Από τα αδιαμφησβήτητα ενώπιον μου γεγονότα προκύπτει ότι η κατάσχεση του χρηματικού ποσού έγινε στις 21.1.25 κατόπιν εκτέλεσης ενταλμάτων έρευνας. Έχει έκτοτε παρέλθει περίπου ένα έτος. Το ερώτημα είναι κατά πόσο ο χρόνος τούτος είναι λογικός εντός του συνόλου των περιστάσεων.

Ευθύς αναφέρω ότι, ως έχει κριθεί, η καθυστέρηση από μόνη της, είτε αιτιολογείται είτε όχι, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, σε συμπέρασμα κατάχρησης[1]. Το Δικαστήριο εξετάζει το σύνολο των παραγόντων που συναποτελούν το ενώπιον του ζήτημα. Σχετική επί του κατά πόσο ο χρόνος είναι λογικός είναι η υπόθεση Χαραλαμπίδης ν Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 330 στην οποία, με αναφορές στην Μενελάου ν Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 223, επαναλήφθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής:

«Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος […]

Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη.

Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο.13), αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά στην κάθε υπόθεση. Και αυτή ποικίλλει. Ειδικότερα, στο σύγγραμμα των D.J.Harris, M.O΄ Boyle, C.Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, διαβάζουμε τα εξής: […]

Σε μετάφραση:

Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο στις ποινικές όσο και μη ποινικές υποθέσεις, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι, η εξέταση πρώτα των παραγόντων ξεχωριστά και μετά να υπολογιστούν οι σωρευτικές τους επιπτώσεις. Μολονότι, ειδικές περιπτώσεις αργοπορίας που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να μη φαίνονται εύλογες, δυνατόν να κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν εφαρμόζεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αρχή αναφορικά με το χρονικό τούτο διάστημα, τουλάχιστον ρητά, όταν υπολογίζεται το εύλογο του χρόνου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά υπολογίζει το ίδιο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Όταν δε το κάνει αυτό, πρέπει να έχει υπόψη του ότι το Άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια ταχύτητα η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της Δικαιοσύνης».

Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα γεγονότα της ενώπιον μου υπόθεσης ξεκινώ από το εγειρόμενο ζήτημα επηρεασμού της λειτουργίας της Αιτήτριας 2. Εκ του Τεκμηρίου 17 διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια 2 αιτήθηκε, στις 29.4.24, δια μέσου των λογιστών της την παράταση του χρόνου καταχώρισης σχετικών δηλώσεων στην υπηρεσία ΦΠΑ. Δεν φαίνεται να έχει επ’ αυτού υπάρξει απάντηση, αλλ’ ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε διαδικασία που να κινήθηκε εναντίον της Αιτήτριας 2 σε σχέση με οποιαδήποτε παράλειψη. Αν και κάποια ανησυχία εκ μέρους των ιθυνόντων της είναι δικαιολογημένη, τα πιο πάνω γεγονότα δεν φανερώνουν ότι εξ αντικειμένου η Αιτητρία 2 και οι ιθύνοντες της αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο να βρεθούν υπόλογοι για ποινικά αδικήματα, ένεκα της αδυναμίας συμμόρφωσής τους. Προσθέτω ότι η αδυναμία τούτη εκφράστηκε μόνο δια μέσου των ισχυρισμών του Αιτητή 1, χωρίς να παρουσιάζεται οτιδήποτε απτό που να καταδεικνύει, έστω κι εκ πρώτης όψεως, ότι ο μοναδικός τρόπος η Αιτήτρια 2 να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της έναντι των φορολογικών αρχών είναι δια της αποδέσμευσης του εναπομείναντος ποσού.

Τα πιο πάνω βεβαίως δεν εξετάζονται κατ’ απομόνωση, αλλά στο σύνολο των περιστάσεων που συνθέτουν την εικόνα της δημιουργηθείσας κατάστασης. Οφείλω να πω ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να δεικνύει ότι οι Αιτητές από πλευράς τους έπραξαν οτιδήποτε που να συνέτεινε στην καθυστέρηση των Αρχών να εκκινήσουν την ποινική διαδικασία. Τα όσα τους καταλογίζονται, δηλαδή ότι δεν ήταν εξ ιδίας πρωτοβουλίας, ως ο δικός τους ισχυρισμός, που κατέθεσαν στις Αστυνομικές Αρχές, τοποθετούνται στο παρελθόν και δεν θα μπορούσαν βάσιμα να υποστυλώσουν επιχείρημα περί συνδρομής τους στην όποια καθυστέρηση, ανεξάρτητα από την όποια κατάληξη θα έχει η εν εξελίξει διερεύνηση.

Έρχομαι τώρα στη στάση των Αρχών, ζήτημα που, εν όψει και της ενώπιον μου επιχειρηματολογίας, συμπλέκεται αναπόδραστα μ΄ εκείνο της πολυπλοκότητας της υπό εξέταση υπόθεσης. Η πλευρά των Αιτητών, με αναφορά στα όσα τέθηκαν από τις Αρχές στην Πρώτη Αίτηση, ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση δεν είναι δυνατό να αιτιολογηθεί. Τούτη η θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το ότι οι μέχρι τότε ενδείξεις των Αρχών ήταν εκείνες που καταγράφηκαν δεν αποκλείει αυτομάτως και την πιθανότητα η διερεύνηση να επέφερε την ανάγκη για περαιτέρω εξετάσεις, οι οποίες ν’ απαιτούν εν τέλει περισσότερο χρόνο απ’ ότι αρχικά υπολογίστηκε. Πέραν τούτου, μέσα από τα όσα παρουσιάζονται στην ΕΔΕ, διαφαίνεται ότι η υπό διερεύνηση υπόθεση, εκ φύσεως, δεν είναι απλή, καθότι απαιτείται η διασταύρωση στοιχείων κι ο εντοπισμός και διερεύνηση της εμπλοκής διαφόρων προσώπων και συναλλαγών. Προσθέτω ότι δεν θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, λογικό οι Αρχές ν’ αποκαλύπτουν, σ’ αυτό το στάδιο, την κατεύθυνση των ερευνών τους, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει ότι το λογικό του χρόνου που αυτές καταλαμβάνουν παραμένει ανέλεγκτο. Ούτε θα μπορούσε η διάρκεια της διερεύνησης ν’ αποτιμηθεί μαθηματικώς. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, φρονώ, σε ανεπίτρεπτο καθορισμό του χρονικού διαστήματος και θα παραγνώριζε την πολυπλοκότητα της κάθε υπόθεσης. Εκείνο που αναμένεται είναι να επεξηγηθεί ο λόγος που οι έρευνες καταλαμβάνουν το χρονικό διάστημα που καταλαμβάνουν, ούτως ώστε να διασκεδαστεί το ενδεχόμενο ζημιογόνας ολιγωρίας, σε βαθμό που αυτή ν’ ανάγεται πλέον σε παραβίαση δικαιωμάτων στην ταχεία διεκπεραίωση της διαδικασίας.

Εντός του πιο πάνω πλαισίου, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι το διαρρεύσαν ένα έτος από την ημέρα κατάσχεσης του ποσού αποτελεί κάποια καθυστέρηση. Παρά ταύτα, στο σύνολο των περιστάσεων, δεν θεωρώ ότι αυτή υπερβαίνει του λογικού και δεν διαπιστώνω ότι απουσιάζει εξ αντικειμένου η όποια αιτιολογία γι’ αυτή, ούτως ώστε να ενεργοποιήσω την εξουσία του Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 16(1) του Νόμου 188(Ι)/2007. Όπως καθίσταται αντιληπτό, πρόκειται για τη διερεύνηση σοβαρών αδικημάτων, που απαιτούν εξειδικευμένη ενασχόληση και συνδυασμό ενεργειών από διάφορα τμήματα της Αστυνομίας.

Καταλήγω, για τους πιο πάνω λόγους ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, θα πρέπει στο παρόν στάδιο ν’ ασκηθεί κατά τρόπο που να επιτρέπει την ολοκλήρωση των ερευνών και την αποκρυστάλλωση των εξεταζόμενων ζητημάτων, χωρίς τον επηρεασμό που πιθανώς να επιφέρει η αποδέσμευση του εναπομείναντος ποσού.

Προτού όμως εγκαταλείψω την Απόφασή μου, θα προέτρεπα τις Αρχές να προβούν χωρίς χρονοτριβή στις περαιτέρω αναγκαίες ενέργειες, προς διαφύλαξη αφενός των δικαιωμάτων των Αιτητών κι αφετέρου της ίδιας της διαδικασίας.

Η Αίτηση απορρίπτεται.

 

……………………….

Π. Αγαπητός

Επαρχιακός Δικαστής

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

            

 

 

       

        

  

       

 



[1] ΒλAlibrahim v Asturion Foundation [2020] EWCA Civ 32στην παράγραφο 47όπου αναφέρεται: «it is well established that mere delay in pursuing a claim, however inordinate and inexcusable, does not without more constitute an abuse of process: see Icebird Ltd v Winegardner [2009] UKPC 24 at [7] (Lord Scott of Foscote delivering the judgment of the Privy Council).»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο