Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Αρ. Αγωγής: 3020/2019
Μεταξύ:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΡΑΤΟΥΡΑΣ ΛΤΔ
Ενάγουσας και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης
-και-
Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Εναγόμενου και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα
Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη – Καθ’ ης η Αίτηση: κα Τσιαννή
Για Εναγόμενο και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα – Αιτητή: κα Κωνσταντίνου
Ενδιάμεση Απόφαση στην Αίτηση για Εκπρόθεσμη Καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ημερομηνίας 8.07.2025
Με αυτή την αίτηση ο Εναγόμενος και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας - Αιτητής αιτείται:
(Α) Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του/της οποίου/ας να επιτρέπεται η εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή.
(Β) Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται παράταση 15 ημερών για την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, από την ημερομηνία σύνταξης του Διατάγματος.
Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.21 Θ.14-15, Δ.26 Θ12, Δ.48 Θ.1-4, Δ.57 Θ.2-4, Δ.64, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Μέρος 1 (πρωταρχικός σκοπός), 2 (Εφαρμογή και Ερμηνεία των Κανονισμών), Μέρος 3 (Εξουσίες δικαστηρίου να διαχειρίζεται υποθέσεις), στο Μέρος 30 (Συνήθεις Απαιτήσεις) και Μέρος 60 (Παλιές Δικαστικές Διαδικασίες) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο δίκαιο της επιείκειας, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται Αίτηση βασίζονται στην ένορκη δήλωση της Κωνσταντίνας Μαγείρου ημερ. 8/7/2025 (Ε/Δ, Κ/Μ) και στον φάκελο του Δικαστηρίου .
Η ομνύουσα είναι, ως αναφέρει Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός, εργάζεται στο αρχείο αγωγών της Νομικής Υπηρεσίας και γνωρίζει τα στοιχεία και έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης που τηρείται στο εν λόγω αρχείο καθώς επίσης και από πληροφορίες που λαμβάνει από την δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Δηλώνει δε δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση. Όπου τα γεγονότα δεν είναι στην προσωπική της γνώση είναι ορθά και αληθινά εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και αναφέρει την πηγή των πληροφοριών της.
Ως αναφέρει, η παρούσα αγωγή αφορά σε εκατέρωθεν απαίτηση της Ενάγουσας και ανταπαίτηση του Εναγομένου-Αιτητή σε σχέση με τον τερματισμό της Σύμβασης που αφορά τον ανοικτό διαγωνισμό υπ’ αρ. PS/C/708 με αντικείμενο τη «Βελτίωση Τμήματος του παρακαμπτήριου δρόμου Πελενδρίου» και τις συνέπειες αυτού.
Το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 27/9/2019 και έπειτα στις 29/6/2020 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 31/3/2025, επιτράπηκε η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου, η οποία καταχωρήθηκε στις 6/5/2025 και δόθηκαν οδηγίες όπως η Ενάγουσα καταχωρήσει εντός 30 ημερών τροποποιημένη Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 5/6/2025 την τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Με την παράγραφο 18 της τροποποιημένης Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα έχει εγείρει για πρώτη φορά προδικαστική ένσταση, ενώ με την προσθήκη των νέων παραγράφων 26-30 αλλά και των νέων υποπαραγράφων (Α),(Β),(Γ) και (Δ) στην παράγραφο 16, έχουν τεθεί επιπρόσθετα σημεία και ισχυρισμοί σε σχέση με τα νέα γεγονότα που προέκυψαν.
Η ετοιμασία και εμπρόθεσμη καταχώρηση εκ μέρους του Εξ’ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα της Απάντησης του στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση δεν κατέστη δυνατή, λόγω του ότι για να επιτευχθεί τούτο απαιτείται η μελέτη των στοιχείων και υλικού που αφορά την υπό εξέλιξη διαδικασία συμπλήρωσης του Έργου, για τα οποία πρέπει να ληφθούν οι απόψεις και θέσεις των αρμόδιων λειτουργών, γεγονός που αντικειμενικά δεν ήτο δυνατό να ολοκληρωθεί εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, ένεκα του βεβαρημένου προγράμματος και φόρτου εργασίας της δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν κατέστη δυνατό να προβεί στην έγκαιρη καταχώρηση της παρούσας για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης του Εξ’ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση.
Με σκοπό την αποφυγή της προώθησης της παρούσας, ο Αιτητής απέστειλε σχετική ειδοποίηση προς την Καθ’ ης η Αίτηση για σκοπούς λήψης συγκατάθεσης ως προς την εκπρόθεσμη καταχώρηση της, ωστόσο, η Καθ’ ης η Αίτηση αρνήθηκε να πράξει τούτο. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 τη σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερ. 2/7/2025.
Είναι η θέση της ότι η παρούσα αίτηση γίνεται καλόπιστα και τυχόν έγκριση της δεν θα επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Καθ’ ης η Αίτηση ούτως ώστε η τελευταία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σε κάθε περίπτωση η έγκριση της παρούσας αίτησης είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η διαδικασία. Εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτούμενου διατάγματος.
Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η ένσταση είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι (διατηρείται η ορθογραφία και η σύνταξη):
1. Δεν προνοείται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας η παρούσα διαδικασία και συνεπώς δεν δικαιολογείται η αίτηση του αιτητή.
2. Υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης η οποία καταχωρήθηκε την 8/7/25 ενώ η τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Τροποποιημένη Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 5/6/25. Oι λόγοι τους οποίους επικαλείται ο αιτητής για την αιτούμενη παράταση και/ή εκπρόθεσμοι καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της Καθ’ ης η Αίτηση δεν εδράζονται στην αλήθεια
3. Προβαίνει σε ένορκη δήλωση που στηρίζει την παρούσα αίτηση όχι ο Εναγόμενος αλλά γραμματειακή λειτουργός από το γραφείο του δικηγόρου του Εναγόμενου χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο.
4. Δεν αποκαλύπτεται στο Δικαστήριο η πλήρης αλήθεια αναφορικά με το περιεχόμενο της τροποποιημένης Υπεράσπισης της Ενάγουσας - Καθ’ής η αίτηση.
5. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή στηρίζεται σε ελλιπή ή/και ανεπαρκή στοιχεία και επιχειρεί να καθυστερήσει τη διαδικασία.
7. Η προσθήκη των νέων παραγράφων στην τροποποιημένη υπεράσπιση του Ενάγοντα – Καθ-ου η αίτηση που επικαλείται ο αιτητής, τέθηκαν στην ειδοποίηση ένστασής του Ενάγοντα - Καθ’ού η αίτηση στην αίτηση του αιτητή ημερ. 12/12/24 και δεν περιλαμβάνουν νέους ισχυρισμούς επειδή περιλήφθηκαν στην Τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση της Ενάγουσας- Καθ’ης η αίτηση στην ανταπαίτηση. Επίσης το περιεχόμενο της προδικαστικής ένστασης της Καθ’ής η αίτηση- Ενάγουσας δεν περιέχει κανένα νέο ισχυρισμό από αυτούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του στις παραγράφους 19 - 26.
9. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος
10. Παραβιάζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα της Καθ’ης η Αίτηση να ακουστεί εντός ευλόγου χρόνου η αγωγή της
11. Δεν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Η ένσταση βασίζεται στις Δ.19 , Δ.21 Θ.1-6, Δ.30, Δ.48 Θ.1-6, Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 2 και 29(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ως αυτά τροποποιήθηκαν, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως αυτά τροποποιήθηκαν έως και σήμερα, στις αρχές του κοινού δικαίου, στις αρχές της επιείκειας, την σχετική Νομολογία, στις Γενικές και Συμφύεις Εξουσίες του Δικαστηρίου.
Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Aντώνη Στρατουρά, διευθυντή της Ενάγουσας/εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης (Καθ΄ης η αίτηση) ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφορικά δε με οποιαδήποτε νομικά ζητήματα, έχει λάβει συμβουλή από τους δικηγόρους του.
Είναι η θέση του ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και ότι καταχωρήθηκε με καθυστέρηση αφού η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των αιτητών από την Καθ’ης η αίτηση καταχωρήθηκε στις 5/6/25 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 8/7/25.
Πέραν των ανωτέρω αναφέρει ότι η γραμματειακή λειτουργός που ορκίζεται δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση γιατί προέβη η ίδια στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος λειτουργός του επίδικου έργου. Εν πάση όμως περιπτώσει διαφωνεί με το περιεχόμενο της και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή.
Αρνείται ότι η Αιτήτρια δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία και ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διότι όλοι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση της στην Ανταπαίτηση του Ενάγοντα προϋπήρχαν στο αρχικό δικόγραφο της Υπεράσπισης της στην εν λόγω Ανταπαίτηση και ο Αιτητής θα μπορούσε να τους απαντήσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και χωρίς την παρούσα αίτηση προς το συμφέρον της οικονομίας του Δικαστικού χρόνου και της δικαιοσύνης.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας στην παράγραφο 5 ότι με την παράγραφο 18 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα εγείρει για πρώτη φορά προδικαστική ένσταση είναι η θέση του ότι αυτό έγινε στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση του Αιτητή ημερ. 12/12/24 και η προδικαστική ένσταση δεν έχει διαφορετικό περιεχόμενο από το περιεχόμενο των παραγράφων 19-26 της αρχικής Υπεράσπισης της Καθ’ ης η Αίτηση στην ανταπαίτηση του Αιτητή.
Επίσης στις παραγράφους 5 και 6 της ενόρκου δηλώσεως στην αίτηση, οι ισχυρισμοί σε σχέση με το ότι η Ενάγουσα με τις νέες παραγράφους 26,27,28,29 και 30 και των νέων υποπαραγράφων (Α) μέχρι και (Δ) στην παράγραφο 16 στα τροποποιημένα της έγγραφα θέτει επιπρόσθετα σημεία και ισχυρισμούς, ως αναφέρει ήδη οι ίδιοι ισχυρισμοί προβλήθηκαν στην Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης στην αίτηση ημερ. 12/12/24 και στην γραπτή αγόρευση της Ενάγουσας. Επομένως είναι φανερό, ότι ισχυρίστηκε η Ενάγουσα ήταν σε γνώση του αιτητή για αρκετούς μήνες προτού καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Στις θέσεις που υποστήριξε με την αγόρευση στην προηγούμενη αίτηση του δεν ισχυρίστηκε ότι η Καθ’ης η Αίτηση προέβαλε νέους ισχυρισμούς ή επιπρόσθετα στοιχεία ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν νέα στοιχεία και οι ισχυρισμοί της δεν διέφεραν από τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στην αρχική της Απαίτηση, Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση.
Αφού λοιπόν ή οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Ενάγουσας ήταν σε γνώση του Αιτητή από τις 20/1/25 δεν δικαιολογείται και η θέση του αιτητή στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως ότι δεν ήταν εφικτό από τους αρμόδιους λειτουργούς του έργου να απαντήσουν τους ισχυρισμούς αυτούς στα πλαίσια των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αντίθετα με αυτά που ισχυρίζονται προκύπτει από τα δικόγραφα που υπάρχουν στον φάκελο του Δικαστηρίου ότι είχαν κάποιους μήνες να διερευνήσουν και να απαντήσουν τους όποιους ισχυρισμούς της Ενάγουσας.
Είναι η θέση του, ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, ότι ο μόνος λόγος που ο Αιτητής υποβάλλει την παρούσα αίτηση είναι για να παρατείνει τον χρόνο για την μη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης καθ’ ότι θα μπορούσε στα πλαίσια της Ακροαματικής διαδικασίας να απαντήσει σε όλους τους ισχυρισμούς που αιτείται να απαντήσει με την παρούσα αίτηση του χωρίς κανένα κώλυμα αφού οι νέες προσθήκες δεν τον παρεμποδίζουν να το πράξει και θα μπορούσε να εξοικονομηθεί πολύτιμος Δικαστικός χρόνος.
Στη βάση των πιό πάνω εισηγείται ότι ο αιτητής δεν έχει δείξει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε καλό και πειστικό λόγο για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Προσθέτει ότι παραβιάζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα της Καθ’ ης η Αίτηση να ακουστεί εντός ευλόγου χρόνου η αγωγή της.
Με τις εμπεριστατωμένες τους αγορεύσεις οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές και τα επιχειρήματα των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
Προχωρώ στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης:
Πρωτίστως, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο λόγο ένστασης της Καθ’ ης η Αίτηση που αφορά το πρόσωπο το οποίο προέβη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, σύμφωνα με τον οποίο μια γραμματειακή λειτουργός δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Επισημαίνω ότι η υπό κρίση αίτηση αίτηση είναι καθαρά δικονομικής φύσεως και ότι τα γεγονότα που την στηρίζουν προκύπτουν άμεσα κυρίως από τον δικαστικό φάκελο. Στην πρόσφατη απόφαση Κτηματικές Επιχειρήσεις Χάρης Ερωτοκρίτου ΛΤΔ και Κωνσταντίνου Θεοδώρου Κουλά, Πολ. Εφ. Ε64/2019, Ημερ.16.7.24, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα που απασχολεί:
«Στη Σύγγελου v. Λοίζου κ.α. Πολ. Έφ. Ε120/2013 ημερ. 21/12/2017 ECLI:CY:AD:2017:A480 το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο εκεί ενόρκως δηλών συμμορφούμενος με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ανέφερε τις πηγές γνώσεις του και ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Το εφετείο συμφώνησε ότι η δήλωση του ομνύσαντα ότι ήταν «δεόντως εξουσιοδοτημένος» ήταν αρκετή για να θεμελιώσει την εξουσιοδότηση του να προβεί στην ένορκη δήλωση και θεώρησε τη λέξη «δεόντως» ως υποδηλούσα την τήρηση των αναγκαίων ως προς τη κατοχή της εξουσιοδότησης του από τον εφεσείοντα. Περαιτέρω λέχθηκε ότι «η μη κατοχή προσωπικής γνώσης κάποιων γεγονότων δεν επηρεάζει το σύννομο και την εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης, εφόσον ο ομνύων για τα γεγονότα αυτά αποκαλύπτει την πηγή άντλησης της πληροφόρησης του».
Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογίαν και στην παρούσα υπόθεση όπου η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη και ότι για οποιαδήποτε γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της. Συνεπώς ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Προσθέτω ότι η ομνύουσα είναι λειτουργός που έχει πρόσβαση στο φάκελο που τηρείται στη Νομική Υπηρεσία και ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση περίπλοκα ουσιαστικά γεγονότα που απαιτούν προσωπική γνώση της επίδικης διαφοράς ώστε να απαιτείται να ορκιστεί λειτουργός που σχετίζεται με το επίδικο έργο, ως ήταν η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ’ ης η Αίτηση εισηγήθηκε επίσης ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία εφόσον η ανταλλαγή των δικογράφων «σταματά κανονικά στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αφού είναι το τελευταίο δικόγραφα που προβλέπεται ρητά». Η υφιστάμενη νομολογία έχει δώσει την απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα. Η συμπλήρωση της δικογραφίας σε περιπτώσεις όπου καταχωρείται Ανταπαίτηση ολοκληρώνεται με την καταχώρηση Απάντησης από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα. Η πιο πάνω προσέγγιση ακολουθήθηκε από την Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) στην υπόθεση SILIN κ.α. ν. SFORZESCO HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 155/2018, 16/7/2018, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Επιστρέφοντας στο ζήτημα για το στάδιο που τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα εν τη εννοία της Δ.26, θ.11 λέω, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο συνήγορος της Εναγόμενης, ότι αυτό συντελείται με την καταχώρηση Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση και την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για τυχόν Απάντηση από την Εναγόμενη. Εν προκειμένω η Κλήση για Οδηγίες από μέρους των Εναγόντων κατεχωρήθη στις 19/4/18 και χωρίς προηγουμένως να μεσολαβήσει η προβλεπόμενη περίοδος για τυχόν Απάντηση από μέρους της Εναγόμενης. Επισημαίνεται ότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης κατεχωρήθη στις 25/4/18 και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.»
Η Δ.26,θ 11. αναφέρει: «Where a pleading subsequent to reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of the defence or reply (if any); or, where a pleading subsequent to reply is ordered, and the party who has been ordered or given leave to deliver the same fails to do so within the period limited for that purpose, then, at the expiration of the period so limited, the pleadings shall be deemed to be closed and material statements of fact in the pleading last delivered shall be deemed to have been denied and put in issue:»
Η πιο πάνω πρόνοια αντιστοιχεί στην O.27, r.13 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών.
Στα σχετικά σχόλια στο Annual Practice 1958, σελ.614, αναφέρονται τα ακόλουθα :
"The effect of the Rule is that the pleadings close either
(a) seven days after defence or reply, if any, or
(b) if a pleading subsequent to reply is ordered to be delivered and is not delivered within a certain time, then at the close of that time".
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χαραλάμπους v. Γεωργίου v. Αντωνίου Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2017, ημερ. 18/4/18, ECLI:CY:AD:2018:A173 λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Ο χρόνος κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα ήταν το ορόσημο και στην αρχική Διαταγή 30 («Such summons shall be taken out within 10 days from the time when the pleadings shall be deemed to be closed.»).
Η έννοια δε του όρου «συμπλήρωση των δικογράφων» στη Δ.30 οριζόταν πάντοτε[1] από τα προβλεπόμενα στη Δ.26, κ.11, με αναφορά στους αρχικούς διαδίκους: «Where a pleading subsequent to reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of defence or reply (if any)»
Εξ ου και στην Οδηγία Πρακτικής ημερ. 28.7.2017 διευκρινίστηκε ότι τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα εν τη εννοία της Δ.30, κ.(1)(α), ώστε να αρχίσει να τρέχει η προνοούμενη προθεσμία, όταν τα δικόγραφα συμπληρωθούν υπό την έννοια που προβλέπεται από τη Δ.26, κ.11 για όλους τους εναγόμενους».
Με όλο το σέβας, στη βάση των πιο πάνω η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ’ ης η Αίτηση δεν ευσταθεί.
Η εξουσία για παράταση χρόνου παρέχεται από τη Δ.57 Κ.2 η οποία προνοεί ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ο οποίος καθορίζεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας υπό τέτοιους όρους που ενδεχομένως να απαιτεί το δίκαιον της υπόθεσης, ακόμα και αν η αίτηση έχει υποβληθεί μετά τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας υπό τον όρο ότι τα έξοδα της αίτησης θα τα επωμιστεί ο αιτών την παράταση. Η νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την εφαρμογή της Δ.57 Κ.2. Οι αρχές έχουν εύστοχα παρατεθεί περιεκτικά στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας (2000) 1(Α) Α.Α.Δ.364 ως ακολούθως:
«Το θέμα της παράτασης της προθεσμίας στην κρινόμενη περίπτωση διέπεται από την Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θεσμός αυτός παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς. Έχει επανειλημμένα εξεταστεί από τη νομολογία μας.
Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές:
1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis (1968) 1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α. (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic (1981) 3 C.L.R. 271).
2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης v. Χρίστου (1996) 1(B) A.A.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1348 και Βαρδιάνου ν. Richards (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 698). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή (1993) Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 1108).
3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R. 904).
4. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ. 143. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά., (2000) 1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 257).»
Αποτέλεσε εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή ότι στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης η αιτούμενη άδεια για εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση όχι μόνο δικαιολογείται πλήρως, αλλά επιβάλλεται από το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πρότεινε επίσης ότι η διαδικαστική εξέλιξη της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η ανάγκη για πρόσθετο χρόνο δεν οφείλεται σε αμέλεια ή ολιγωρία εκ μέρους του Αιτητή.
Στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας η παρούσα αγωγή αφορά σε εκατέρωθεν απαίτηση της Ενάγουσας και ανταπαίτηση του Εναγομένου-Αιτητή σε σχέση με τον τερματισμό της Σύμβασης που αφορά ανοικτό διαγωνισμό με αντικείμενο τη «Βελτίωση Τμήματος του παρακαμπτήριου δρόμου Πελενδρίου» και τις συνέπειες αυτού. Το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 27/9/2019, ενώ η αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 29/6/2020. Ακολούθως, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/3/2025, επιτράπηκε η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου – Αιτητή, η οποία καταχωρήθηκε στις 6/5/2025. Σε συνέχεια των πιο πάνω η Ενάγουσα και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη καταχώρησε στις 5/6/2025 τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, με την παράγραφο 18 της οποίας εγέρθηκε για πρώτη φορά προδικαστική ένσταση, ενώ με την προσθήκη νέων παραγράφων 26 έως 30, καθώς και νέων υποπαραγράφων στην παράγραφο 16, εισήχθησαν νέα πραγματικά και νομικά ζητήματα, τα οποία δεν αποτελούσαν αντικείμενο της αρχικής ανταπαίτησης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ετοιμασία της Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από πλευράς του Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα κατέστη αντικειμενικά δυσχερής εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 7 ημερών από τις 5/6/2025. Όπως ρητά αναφέρεται στην Ε/Δ ΚΜ για την ουσιαστική και υπεύθυνη απάντηση στα νέα δικογραφημένα ζητήματα απαιτήθηκε η μελέτη εκτεταμένου υπηρεσιακού υλικού που αφορά την υπό εξέλιξη διαδικασία συμπλήρωσης του έργου, καθώς και η λήψη απόψεων και θέσεων από αρμόδιους κρατικούς λειτουργούς. Περαιτέρω, εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος, και συγκεκριμένα πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ο Αιτητής ενήργησε καλόπιστα, αποστέλλοντας στις 2/7/2025 σχετική ειδοποίηση προς την Καθ’ ης η Αίτηση με σκοπό την εξασφάλιση της συγκατάθεσης της για την εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησης, προκειμένου να αποφευχθεί η παρούσα διαδικασία. Η συγκατάθεση αυτή δεν παραχωρήθηκε, γεγονός που κατέστησε αναπόφευκτη την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
Η Καθ’ ης η Αίτηση εισηγείται ότι η αίτηση είναι έκδηλα, υπέρμετρα και αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
Εν προκειμένω, η υπό κρίση Αίτηση υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και λιγότερο από 1 μήνα μετά τη λήξη της δικονομικής προθεσμίας για καταχώρηση της (12/6/2025 έληγε η προθεσμία των 7 ημερών από τις 5/6/2025, ημερομηνία καταχώρησης της Τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση από την Ενάγουσα). Έχοντας υπόψη ότι στις 2/7/2025 απάντησε η Ενάγουσα μέσω της δικηγόρου της ότι θα ενίστατο στην εκπρόθεσμη καταχώρηση και ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε μετά από 4 εργάσιμες μέρες, στις 8/7/2025, κρίνω ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή εκτροχιασμός της διαδικασίας, που να δύνανται να αποστερήσουν στον Αιτητή το δικαίωμα να θέσει δισκογραφικά τη θέση του. Η καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί, έχοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης, την εμπλοκή αρμόδιων κρατικών λειτουργών στην άντληση πληροφοριών, των εξηγήσεων περί φόρτου εργασίας της συνηγόρου, δεν είναι τέτοια που να υποδηλώνει κακοπιστία. Ειδικότερα, θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω ότι η προσπάθεια εξασφάλισης συγκατάθεσης εκ μέρους του Αιτητή συνιστά ένδειξη καλής πίστης και προσπάθειας εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου, γεγονός που καταρρίπτει τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτησης περί αδιαφορίας και κακοπιστίας του Αιτητή. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το διάστημα αυτό δεν είναι υπερβολικό, ούτε καταδεικνύει πρόθεση κωλυσιεργίας.
Η Καθ’ ης η Αίτηση εισηγείται επίσης ότι οι ισχυρισμοί στους οποίους επιχειρεί να απαντήσει ο αιτητής ήταν ήδη γνωστοί σε αυτόν καθώς και ότι αυτοί θα μπορούσε να απαντηθούν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Πρώτον, το γεγονός ότι συγκεκριμένες θέσεις είχαν προβληθεί στο πλαίσιο ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης ή γραπτής αγόρευσης σε άλλη ενδιάμεση αίτηση του Αιτητή που προηγήθηκε για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, δεν αναιρεί το δικαίωμα του Αιτητή να απαντήσει σε αυτές όταν ενσωματώνονται σε τροποποιημένο δικόγραφο. Αντιθέτως, η αρχή της δίκαιης δίκης και της πληρότητας των δικογράφων επιβάλλει την καταχώριση Απάντησης, ώστε να προσδιοριστούν με σαφήνεια τα επίδικα ζητήματα. Δεύτερον, ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η Αίτηση ότι οι εν λόγω θέσεις θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία δεν ευσταθεί καθότι η δικονομική τάξη και πάγια νομολογία επιβάλλει όπως τα επίδικα ζητήματα προσδιορίζονται πλήρως μέσω των δικογράφων (βλ. μεταξύ άλλων Καθητζιώτης v. Μέλιος & Παφίτης (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 252, και Τσαγγάρη v. Γαβριηλίδου κ.ά. (2003) 1(Α) Α.Α.Δ.472).
Στη βάση των πιο πάνω διαφαίνεται ότι η ανάγκη για Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση κρυσταλλώθηκε ως δικονομικό δικαίωμα αμέσως μετά την καταχώρηση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης της Καθ’ ης η Αίτηση στις 05/06/2025. Το γεγονός ότι ο Αιτητής επιδιώκει τώρα να απαντήσει σε ισχυρισμούς που η ίδια η Καθ’ ης η Αίτηση επέλεξε να συμπεριλάβει στο τροποποιημένο δικόγραφο της, αποτελεί θεμιτή δικονομική αντίδραση και όχι κατάχρηση. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η Αίτηση περί κακοπιστίας επαναλαμβάνω ότι δεν έχω εντοπίσει στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων ότι ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση ενεργεί κακόπιστα και δεν έχει καταδειχθεί ότι η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει τέτοια ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Αντιθέτως, η απόρριψη της αίτησης θα απέκλειε την απάντηση σε ισχυρισμούς που η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση επέλεξε να θέσει εντός της δικογραφίας. Η επιθυμία ενός διαδίκου να απαντήσει σε νέους ισχυρισμούς που τέθηκαν με τροποποιημένο δικόγραφο της άλλης πλευράς, αποτελεί άσκηση νόμιμου δικονομικού δικαιώματος.
Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Δίδεται παράταση 15 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του Διατάγματος για την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο