ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 7266/14
Μεταξύ:
Γερόλεμου Γερολέμου
Ενάγουσας
-και-
Alpha Ασφαλιστική ΛΤΔ
Εναγόμενης
Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 24.4.2019
Μεταξύ:
Γερόλεμου Γερολέμου
Ενάγουσας
-και-
1. Altius Insurance Ltd
2. Alpha Bank Cyprus Ltd
Εναγόμενων
Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κα. Α. Ευσταθίου
Για την Εναγόμενη 1: κα Στέλλα Ερωτοκρίτου, με κ. Στ. Μένταλη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η απαίτηση
Στη βάση των δικογραφημένων, στην Έκθεση Απαίτησης, θέσεων του, ο Ενάγοντας επιδιώκει την επιδίκαση διαφόρων ποσών, εν είδει ωφελημάτων για διαγνωσθείσα ασθένεια του, και για απώλεια εισοδημάτων λόγω ολικής προσωρινής ανικανότητας (συνεπεία της διαγνωσθείσας ασθένειας), αιτίες για την οποίες, ως ισχυρίζεται, καλυπτόταν από ασφαλιστικά συμβόλαια που είχε συνάψει με την Εναγόμενη 1 ασφαλιστική εταιρεία (στο εξής «η Εναγόμενη 1»).
Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, η αγωγή σε σχέση με την Εναγόμενη 2 τράπεζα, στην οποία είχε εκχωρηθεί ένα εκ των επίδικων ασφαλιστικών συμβολαίων, αποσύρθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στη βάση δήλωσης των συνηγόρων του Ενάγοντα και της τελευταίας ότι, στην περίπτωση που ο Ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του σε σχέση με το εν λόγω ασφαλιστικό συμβόλαιο, τότε το όποιο σχετικό επιδικασθέν υπέρ του ποσό θα αποδοθεί στην τελευταία.
Επανερχόμενος στα δικόγραφα του Ενάγοντα, είναι η δικογραφημένη θέση του ότι, από όταν συνομολογήθηκαν τα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια (μεταξύ 2004 - 2006), μέχρι και τον χρόνο που επήλθε ο καλυπτόμενος κίνδυνος (2010 - 2011), στον οποίο αναφορά θα γίνει κατωτέρω, κατέβαλλε ανελλιπώς και κανονικά τα ασφάλιστρά του, με αποτέλεσμα τούτα (όλα τα επίδικα συμβόλαια), κατά την επέλευση του κινδύνου, να βρίσκονται σε ισχύ. Όσο τώρα αφορά στον καλυπτόμενο κίνδυνο, ο Ενάγοντας δικογραφεί ότι, περί τα τέλη του 2010 και Ιανουάριο του 2011, διαγνώστηκε με τη νόσο Hodgkin's (λέμφωμα), για την αντιμετώπιση της οποίας θα έπρεπε να μεταβεί στο εξωτερικό (Αγγλία), με σκοπό να τύχει ειδικής θεραπείας. Μετά την εν προκειμένω διάγνωση, και πριν τη μετάβασή του στην Αγγλία, ενημέρωσε εκπρόσωπο και ή υπάλληλο της Εναγόμενης, και κατά συνέπεια την τελευταία, περί της ασθένειάς του και υπέβαλε σχετική απαίτηση στο πλαίσιο του ενός εκ των επίδικων ασφαλιστικών συμβολαίων (το συμβόλαιο με αριθμό [ ]), απαίτηση η οποία, ως ενημερώθηκε, ακολούθως, απορρίφθηκε από την Εναγόμενη 1. Αφού έτυχε των απαραίτητων θεραπειών, επέστρεψε από την Αγγλία, και υπέβαλε σχετική απαίτηση στην Εναγόμενη 1 στο πλαίσιο και των λοιπών επίδικων ασφαλιστικών συμβολαίων. Η Εναγόμενη 1, κατά παράβαση των όρων των συμβολαίων, δεν έκανε δεκτή της απαίτησή του, με αποτέλεσμα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να επιζητεί τις πιο πάνω αναφερόμενες θεραπείες.
Η υπεράσπιση
Στη βάση των δικογραφήσεων της, στην Υπεράσπιση, η Εναγόμενη 1 ζητεί την απόρριψη της αγωγής προβάλλοντας τη θέση ότι ο Ενάγοντας δεν κατέβαλλε, ανελλιπώς, ως ειδικώς προνοείται στα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια, τα ασφάλιστρα του, τα όποια έπαψε, από το 2009, να καταβάλλει, με αποτέλεσμα, στη βάση των σχετικών όρων των συμβολαίων, τούτα να τεθούν εκτός ισχύος σε χρόνο πριν επέλθει ο καλυπτόμενος κίνδυνος, και κατά συνέπεια, κατά τον χρόνο που τούτος διεγνώσθη με την ανωτέρω νόσο (επέλευση ασφαλιστικού κινδύνου), αλλά και κατά τους επόμενους χρόνους που υπέβαλε τις όποιες απαιτήσεις του, τούτα (τα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια) να μην βρίσκονται σε ισχύ. Επιπροσθέτως, προβάλλει και τη θέση ότι, ο Ενάγοντας, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέβαλε την απαίτηση, στην οποία αναφέρεται στο δικόγραφό του. Επί του τελευταίου, είναι η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης 1 ότι, το μόνο που ο Ενάγοντας έπραξε, μετά την επιστροφή του από την Αγγλία (και όχι προηγουμένως), ήταν να αποστείλει, μέσω της συνηγόρου του, συγκεκριμένη επιστολή, την οποία η Εναγόμενη 1 απάντησε, ενημερώνοντας την τελευταία ότι ουδέποτε παρέλαβε οποιανδήποτε απαίτηση του Ενάγοντα σε σχέση με το καλυπτόμενο ωφέλημα λόγω διάγνωσης της συγκεκριμένης ασθενείας.
Η Απάντηση
Ο Ενάγοντας, μέσω του δικογράφου της Απάντησης, απορρίπτει όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1, επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του στην Έκθεση Απαίτησης, και, επιπροσθέτως, εν είδει απάντησης στον ισχυρισμό της Εναγόμενης 1 περί διακοπής, κατά το 2009, της καταβολής των ασφαλίστρων και της επακόλουθης διακοπής της ισχύος των επίδικων συμβολαίων, σημειώνει ότι, κατά την ημερομηνία επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (τέλη 2010 – Ιανουάριος 2011), τα επίδικα συμβόλαια ήταν σε ισχύ, καθότι «κατέβαλλε ανελλιπώς τα ασφάλιστρα», και ότι δεν «σταμάτησε και/ή διέκοψε την πληρωμή των ασφαλίστρων», πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.
Παραδεκτά γεγονότα
Κατά την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας αγωγής, ως ήδη σημειώθηκε, τούτη αποσύρθηκε αναφορικά με την Εναγόμενη 2, και σε σχέση με την Εναγόμενη 1, οι συνήγοροι του Ενάγοντα και της τελευταίας κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωση παραδεκτών γεγονότων (βλ. Τεκμήριο 1). Στη βάση των παραδεκτών αυτών γεγονότων, αναγνωρίζεται η αρχική ιδιότητα των διαδίκων στη βάση της συνομολόγησης τριών εκ των αναφερόμενων στην Έκθεση Απαίτησης ασφαλιστικών συμβολαίων. Δηλώνεται, επίσης, ότι, εν τελεί, η αγωγή θα προωθηθεί μόνο στη βάση των ασφαλιστικών συμβολαίων με αριθμούς [ ] και [ ][1], καθώς επίσης και ότι ο Ενάγοντας, στις 26.01.2011, διαγνώστηκε με «τη νόσο λεμφώματος/ασθένεια Hodgkin's». Τέλος, πάντα στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, δηλώνεται ότι ο Ενάγοντας, σε ό,τι αφορά στο ασφαλιστικό συμβόλαιο [ ] κατέβαλε για τελευταία φορά ασφάλιστρο στις 20.02.2009, με το οποίο εξόφλησε τη σχετική οφειλή του μέχρι και τις 08.10.2008, ενώ για το ασφαλιστικό συμβόλαιο 712022, η τελευταία πληρωμή του Ενάγοντα έγινε στις 27.07.2009, με την οποία εξόφλησε τη σχετική οφειλή του μέχρι και τις 04.06.2009[2].
Ακροαματική διαδικασία
Ο Ενάγοντας με σκοπό να αποδείξει την υπόθεση του, κατάθεσε, ενόρκως, ο ίδιος και δεν κάλεσε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα. Για σκοπούς αναχαίτισης της αγωγής, η Εναγόμενη κάλεσε έναν μάρτυρα και δη τη Δόξα Αλεξάνδρου (Μ.Υ.1). Στο πλαίσιο των παραδεκτών γεγονότων, και δη στη βάση των εκεί αναφορών, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 1 μέχρι 4, τα οποία αφορούν, στο Τεκμήριο 1 (δήλωση παραδεκτών γεγονότων), στα Τεκμήρια 2.1 και 2.2 (το ασφαλιστικό συμβόλαιο με αριθμό 704833 και η σχετική με αυτό αλληλογραφία των μερών, αντίστοιχα), στα Τεκμήρια 3.1 και 3.2 (το ασφαλιστικό συμβόλαιο με αριθμό [ ] και η σχετική με αυτό αλληλογραφία των μερών, αντίστοιχα) και στα Τεκμήρια 4.1 και 4.2 (το ασφαλιστικό συμβόλαιο με αριθμό [ ][3] και η σχετική με αυτό αλληλογραφία των μερών, αντίστοιχα). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του Ενάγοντα, υιοθετήθηκε από αυτόν η γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο A) και κατατέθηκαν, το Τεκμήριο 5 (δέσμη αποδείξεων καταβολής ασφαλίστρων), το Τεκμήριο 6 (δέσμη ιατρικών πιστοποιητικών σε σχέση με την επίδικη ασθένεια του), το Τεκμήριο 7 (ερωτηματολόγιο, που συμπλήρωσε ο θεράποντας γιατρός του Ενάγοντα, για υποβολή απαίτησης ωφελήματος για 12 σοβαρές ασθένειες) και τα Τεκμήρια 8.1 ‑ 8.7 (αλληλογραφία μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων και ή τους ιδίους του διαδίκους, στην οποία έγινε αναφορά κατά τη διά ζώσης μαρτυρία). Τέλος, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, κατατέθηκαν, το Τεκμήριο 9 (συμφωνία συνεργασίας της Εναγόμενης 1 με συγκεκριμένο ασφαλιστικό σύμβουλο, μέσω του οποίου ο Ενάγοντας υπέβαλε τις προτάσεις για τη συνομολόγηση των επίδικων ασφαλιστικών συμβολαίων), και το Τεκμήριο 10 (κατάσταση πληρωμών που διατηρεί η Εναγόμενη 1 σε σχέση με το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο με αρ. [ ], η οποία φέρεται να αποστάλθηκε προς τον Ενάγοντα).
Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας
Ενάγοντας
Ο Ενάγοντας, τόσο μέσω του Εγγράφου A, όσο και της λοιπής διά ζώσης μαρτυρίας του, προώθησε ισχυρισμούς συμφώνως με την πιο πάνω διαφοροποιημένη, πλέον, εκδοχή του, και δη στη βάση του γεγονότος ότι διέκοψε, από το 2009, να καταβάλλει τα ασφάλιστρα για τα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια. Εν προκειμένω, πρόσθεσε ότι, κατά το 2009, «για λόγους που αφορούν κακή επαγγελματική διαχείριση» βρέθηκε σε οικονομική στενότητα και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην καταβολή των ασφαλίστρων, και ότι ενημερώθηκε, χωρίς να αναφέρει από ποιον και υπό ποιες περιστάσεις, ότι τα συμβόλαια θα πληρώνονταν «δυνάμει του όρου για αυτόματη πληρωμή ασφαλίστρου[4]». Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, μετά τη διάγνωση της ασθενείας του, τελούσε υπό τον φόβο για τη ζωή του, με αποτέλεσμα να επικεντρωθεί στο πώς θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό, και κατά συνέπεια περιορίστηκε, απλώς, στο να ενημερώσει την ασφαλιστικό σύμβουλο που συνεργαζόταν με την Εναγόμενη 1, με την οποία βρισκόταν σε επαφή, περί της εν προκειμένω διάγνωσης και να ζητήσει από αυτήν να μεριμνήσει ώστε να τύχει της δικαιούμενης κάλυψης με βάση τα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια. Την επόμενη μέρα ταξίδεψε στην Αγγλία, όπου και παρέμεινε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και τέθηκε υπό συνεχή παρακολούθηση και θεραπεία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει τον οργανισμό του, και να τον καταστήσει, προσωρινά, ανίκανο για εργασία. Επέστρεψε στην Κύπρο περί το 2012, με εξασθενημένο οργανισμό και διακατεχόμενος ακόμα από φόβους για απώλεια της ζωής του συνεπεία της ασθενείας του. Όταν πλέον ο οργανισμός του, του το επέτρεπε, επιδίωξε να λάβει γνώση ως προς την πορεία της απαίτησης του από την Εναγόμενη 1, και εκεί ενημερώθηκε από την ασφαλιστικό σύμβουλο ότι τούτη (η απαίτησή του) απορρίφθηκε. Θεωρώντας, ο Ενάγοντας, ότι η απόρριψη της απαίτησης του ήταν αδικαιολόγητη, αποτάθηκε στους δικηγόρους του, οι οποίοι άρχισαν να αποστέλλουν επιστολές προς την Εναγόμενη με σκοπό να εξεταστεί το αίτημα του για καταβολή των επίδικων ωφελημάτων, πλην όμως η τελευταία δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του. Προέβαλε, επίσης, τη θέση ότι ουδέποτε η Εναγόμενη 1 τον ενημέρωσε ότι ενεργοποίησε συγκεκριμένο όρο των ασφαλιστικών συμβολαίων (όρος 9), και ότι στη βάση της εν λόγω ενεργοποίησης τα ασφαλιστικά συμβόλαια έπαψαν να ισχύουν. Τουναντίον, ως ισχυρίστηκε, η Εναγόμενη 1 συνέχιζε να του αποστέλλει επιστολές, μέχρι και το 2013, ή ακόμα και το 2015, στη βάση των οποίων τον χαρακτήριζε ως «ασφαλισμένο» και ως «πελάτη», καθώς επίσης, και μέσω τους, τον ενημέρωναν ότι κατέβαλλε κανονικά τα ασφάλιστρα του για όλα τα προηγούμενα έτη (παρά την μη, από πλευράς του, καταβολή τους), περιλαμβάνοντας, στις εν λόγω επιστολές, συγκεκριμένο πίνακα καταβολής ασφαλίστρων, στη βάση του οποίου προέκυπτε ότι, για τα προηγούμενα έτη, και δη σε χρόνο μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, τούτος κατέβαλλε ανελλιπώς τα ασφάλιστρα. Είναι, εν προκειμένω, η θέση του Ενάγοντα ότι, στη βάση των παραστάσεων αυτών, δεν είχε κανένα λόγο να θεωρήσει ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια έπαψαν να ισχύουν, ή ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν σε ισχύ κατά τη μέρα επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Ειδικότερα προτάσσει ότι, η Εναγόμενη, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος έπαψε να καταβάλλει τα ασφάλιστρα από το 2008 ‑ 2009 επέλεξε να διατηρήσει τα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια σε ισχύ, με αποτέλεσμα να κωλύεται από το να αρνείται να καλύψει τον ασφαλιστικό κίνδυνο. Είναι εν προκειμένω η θέση του Ενάγοντα ότι, παρά την, από πλευράς του, παράβαση του όρου των επίδικων συμβολαίων (λόγω πάψης της ανελλιπούς καταβολής των ασφαλίστρων), η Εναγόμενη 1, μέσω της συμπεριφοράς της (τόσο πριν όσο και μετά που επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος), δημιούργησε στον ίδιο την εικόνα ότι τα ασφάλιστρα ήταν πληρωμένα και, κατά συνέπεια τα ασφαλιστικά συμβόλαια, σε ισχύ[5].
ΜΥ1
Η ΜΥ1, από την πλευρά της, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της Εναγόμενης 1. Αφού αρχικώς αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο Ενάγοντας έπαψε να καταβάλλει τα ασφάλιστρα, κάτι που αποτελούσε παράβαση των όρων των επίδικων ασφαλιστικών συμβολαίων, κατ' εφαρμογή των όρων 9 και 10 τούτων, η Εναγόμενη 1 ενεργοποίησε την αυτόματη πληρωμή ασφαλιστηρίων μέσω της αξίας εξαγοράς των ασφαλιστικών συμβολαίων, και με τον τρόπο αυτόν, για κάποιο χρονικό διάστημα εισέπραττε τα οφειλόμενα από τον Ενάγοντα ασφάλιστρα. Ωστόσο, ως, ειδικώς, προνοείται στον όρο 9 των συμβολαίων, η εν προκειμένω αυτόματη πληρωμή μπορούσε να γίνεται για το μέγιστο διάστημα των 12 μηνών, ανεξαρτήτως της όποιας, τυχόν, μεγαλύτερης αξίας εξαγοράς των συμβολαίων, καθότι, με την πάροδο των 12 μηνών αυτόματης πληρωμής, αυτόματα, τα συμβόλαια ακυρώνεται και μετατρέπονται σε ασφαλιστήρια ελεύθερα περαιτέρω πληρωμών, ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στον όρο 10 των ασφαλιστικών συμβολαίων, κάτι που καθιστά τα όποια - πέραν της αξίας εξαγοράς τους - επιπρόσθετα ωφελήματα, άκυρα. Επί τούτου, αφού υπέδειξε ότι ο Ενάγοντας έπαψε να καταβάλλει ασφάλιστρα από το 2009, και αφού παρήλθαν οι 12 μήνες κατά τους οποίους τα μη καταβληθέντα ασφάλιστρα εξοφλούντο μέσω της αυτόματης πληρωμής, σε χρόνο εντός του 2010, τα όποια επίδικα ωφελήματα του Ενάγοντα ακυρώθηκαν, με αποτέλεσμα τον Ιανουάριο του 2011, όταν και επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, τα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια, στον βαθμό που αφορούν τα προνοούμενα εκεί ωφελήματα να μην βρίσκονταν σε ισχύ. Όσο δε αφορά στο γεγονός ότι ουδέποτε η Εναγόμενη 1 απέστειλε στον Ενάγοντα την όποια ειδοποίηση περί ενεργοποίησης του όρου 9 των ασφαλιστικών συμβολαίων, ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε τέτοια, σχετική, συμβατική υποχρέωση, καθότι ο όρος 9 επιλύει το ζήτημα από μόνος του, χωρίς να παρέχει στην Εναγόμενη επιλογή, είτε να αποδεχθεί την όποια παράβαση του, είτε να τερματίσει τη σύμβαση. Προς τούτο παρέπεμψε στη λέξη "αυτόματα", καθώς επίσης και στη φράση «χωρίς οποιανδήποτε άλλη ειδοποίηση», που αναφέρονται στον όρο 9 των ασφαλιστικών συμβολαίων, προτάσσοντας ότι τούτες (λέξη και φράση), καταδεικνύουν ότι η ακύρωση των ωφελημάτων του Ενάγοντα δεν είναι το αποτέλεσμα επιλογής της Εναγόμενης να ακυρώσει τα ασφαλιστικά συμβόλαια στη βάση της παράβασης της συμφωνίας από πλευράς του τελευταίου λόγω μη καταβολής ασφαλίστρων, αλλά της αυτόματης, συνεπεία του όρου 9, ακύρωσης τους, χωρίς να παρέχεται στην Εναγόμενη 1 η οποιαδήποτε επιλογή. Κατά συνέπεια υποστήριξε ότι δεν προέκυπτε η οποιαδήποτε ανάγκη η Εναγόμενη 1 να αποστείλει την όποια σχετική ειδοποίηση στον Ενάγοντα.
Όσο τώρα αφορά στις κατά καιρούς, μετά το 2010, αποσταλείσες, επιστολές της Εναγόμενης 1 προς τον τελευταίο, στη βάση των οποίων τούτος φερόταν να καταβάλλει κανονικά τα ασφάλιστρα του, ισχυρίστηκε ότι τούτο οφειλόταν σε τεχνικό πρόβλημα που παρουσίασε το σχετικό ηλεκτρονικό σύστημα της Εναγόμενης 1, το οποίο, λαθεμένα, συνέχιζε να ετοιμάζει σχετικές επιστολές, οι οποίες και αποστέλλονταν στους πελάτες της, παρά το γεγονός ότι αυτοί έπαψαν να καταβάλλουν, από προηγουμένως, τα ασφάλιστρα τους. Ισχυρίστηκε, εν προκειμένω, ότι, για το πρόβλημα αυτό η Εναγόμενη έλαβε γνώση περί τα τέλη του 2011, όταν και ακολούθως μερίμνησε όπως τούτο διορθωθεί. Σημείωσε δε, επί τούτου, ότι, το λάθος ήταν εξόφθαλμο στον Ενάγοντα, αφού γνώριζε ότι έπαψε να καταβάλλει ασφάλιστρα από πολύ προηγουμένως, και δεν νομιμοποιείται, κατά συνέπεια, να ισχυρίζεται ότι στη βάση του περιεχομένου των επιστολών αυτών τελούσε υπό την πλάνη ότι κατέβαλλε τα ασφάλιστρα του και κατά συνέπεια τα ασφαλιστικά συμβόλαια βρίσκονταν σε ισχύ. Επιπροσθέτως, πάντα όμως συναφώς, παρέπεμψε στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων επιστολών, επί των οποίων καταγράφεται ότι, οι παραλήπτες τους θα πρέπει να εξετάσουν την ορθότητα των πιο πάνω καταγραφών και αν θεωρούν τούτες λανθασμένες να επικοινωνήσουν με την Εναγόμενη 1 με σκοπό να διορθωθούν. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, ο Ενάγοντας, μολονότι λάμβανε τις συγκεκριμένες επιστολές, και μολονότι εξόφθαλμα αντιλαμβανόταν ότι το περιεχόμενο τους είναι λανθασμένο, αφού έπαψε, προ πολλού, να καταβάλλει ασφάλιστρα, δεν επικοινώνησε με την Εναγόμενη 1.
Η νομική βάση επί της οποίας προωθείται η αγωγή και η σχέση της με τις δικογραφημένες σχετικές βάσεις
Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και της μαρτυρίας του Ενάγοντα, αλλά και μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου του, η παρούσα αγωγή προωθήθηκε όχι επί της δικογραφημένης θέσης του πρώτου περί ισχυόντων ασφαλιστικών συμβολαίων συνεπεία ανελλιπούς καταβολής των σχετικών με αυτά ασφαλίστρων, αλλά στη βάση των αρχών της απεμπόλησης (waver) και του κωλύματος (estoppel), και δη επί τη βάσει ότι, παρά την παράβαση των όρων των επίδικων ασφαλιστικών συμβολαίων λόγω της μη καταβολής, σε χρόνο πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, των ασφαλίστρων από τον Ενάγοντα, η Εναγόμενη 1, με τις πράξεις και ή τις παραλείψεις της, αποδέχτηκε, στην ουσία, να διατηρήσει τούτα σε ισχύ. Είναι εν προκειμένω, στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε, η θέση του Ενάγοντα ότι, το ασφαλιστικό συμβόλαιο με αρ. [ ] διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι και τα τέλη Δεκεμβρίου 2011, όταν και η Εναγόμενη 1 ενημέρωσε περί της κατ' ισχυρισμό ακύρωσης του, την οποία, εν πάση περιπτώσει, αμφισβητεί, ενώ το ασφαλιστικό συμβόλαιο με αρ. [ ], διατηρήθηκε σε ισχύ για αρκετά χρόνια ακόμα, παρά το γεγονός ότι έπαψε να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και για τα δύο συμβόλαια από το 2009.
Έχω εξετάσει με πολύ μεγάλη προσοχή και τα δύο δικόγραφα του Ενάγοντα - παρά την περιορισμένη εμβέλεια του δικογράφου της Απάντησης - και είναι αβίαστα που καταλήγω ότι ελλείπει οποιαδήποτε δικογράφηση που να επιτρέπει την εξέταση της παρούσας αγωγής, είτε στη βάση των αρχών του κωλύματος, είτε στη βάση των αρχών της απεμπόλησης. Μολονότι τούτο προκύπτει εξόφθαλμα από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, προκύπτει, έτι περισσότερο, και από τις απαντήσεις που ο Ενάγοντας δίδει στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, στο δικόγραφο της Απάντησης.
Επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό, ότι, η Εναγόμενη 1, μέσω της Υπεράσπισης της, με ξεκάθαρο τρόπο προβάλλει θέση περί διακοπής της καταβολής ασφαλίστρων από πλευράς του Ενάγοντα από το 2009, καθώς επίσης και ότι, συνεπεία τούτης (της διακοπής), τα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια έπαψαν να βρίσκονται σε ισχύ συνεπεία εφαρμογής ρητών ουσιωδών όρων τους. Ο Ενάγοντας, παρά τη δικογραφημένη αυτή θέση της Εναγόμενης 1, στην Απάντηση του, με ειδικό σκοπό να τοποθετηθεί επί του εν προκειμένω ισχυρισμού της, γλαφυρότατα προβάλλει, δις, τη θέση ότι κατέβαλλε ανελλιπώς τα ασφάλιστρα του και ότι, αυτός είναι και ο λόγος που τα επίδικα ασφαλιστικά συμβόλαια βρίσκονταν σε ισχύ.
Ελλείπει, εν προκειμένω, οποιοσδήποτε δικογραφημένος ισχυρισμός, (α) περί του ότι ο ίδιος έπαψε σε οποιοδήποτε στάδιο να καταβάλλει ασφάλιστρα, (β) περί της όποιας τέτοιας γνώσης της Εναγόμενης, (γ) περί της όποιας μετέπειτα συμπεριφοράς της τελευταίας, μέσω της οποίας, (ι) είτε να μετέφερε στον Ενάγοντα την εικόνα ότι θα διατηρήσει, παρά την παύση πληρωμών, τα συμβόλαια σε ισχύ, είτε (ιι) ότι επέλεξε, για οποιονδήποτε λόγο, να πράξει τούτο, ή, εν πάση περιπτώσει, (ιιι) περί οποιασδήποτε παράστασης γεγονότων ή πράξης ή, έστω, παράλειψης της Εναγόμενης 1, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εφαρμογή των αρχών του κωλύματος ή της απεμπόλησης.
Ως έχει επαρκώς και αδιαμφισβητήτως νομολογηθεί, αλλά και αναφερθεί σε σχετικά συγγράμματα, οι νομικές βάσεις του Κωλύματος (estoppel) και της Απεμπόλησης (waiver), για να δύνανται αναπτυχθούν και να αποτελέσουν την βάση για την προώθηση μιας Απαίτησης[6] ή Υπεράσπισης, θα πρέπει τούτες να δικογραφούνται ειδικώς και δεν επιτρέπεται η εξέτασή τους στη βάση μόνο της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Odgers’ Principles of Pleading and Practice, 21st Edition, σελ.184 (ειδικώς) και 107 και 133 (γενικώς)).
Συναφώς, στην υπόθεση Kωνσταντίνος M Πιττάλης κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά. (1997) 1 ΑΑΔ 814, με αναφορά στο γεγονός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τα εγειρόμενα από τους εναγόμενος ζητήματα του Κωλύματος και της Απεμπόλησης, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι: «Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τρία χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής δεν περιέχει κανένα ισχυρισμό για απεμπόληση του δικαιώματος του τερματισμού της σύμβασης είτε ευθέως, είτε διά της συμπεριφοράς των εφεσειόντων (waiver or estoppel by conduct). Είναι καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η δίκη διεξάγεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων οι οποίες είναι δυνατό παραστατικά να χαρακτηρισθούν σαν οι ράγες στις οποίες κινείται ο σιδηροδρομικός συρμός. Έτσι, κάθε παρέκκλιση από τις ράγες, συνιστά εκτροχιασμό της δίκης. (Βλέπε: Homeros Th. Courtis v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons (1971) 1 C.L.R. 134 και Βραχίμη v. Κουλουμπρή (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 836)».
Ομοίως, στην υπόθεση Υπό Εκκαθάριση Εταιρεία Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ, δια του εκκαθαριστού της, του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών Σπύρου Κόκκινου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. αρ. 201/2014, απόφαση ημερομηνίας 19.05.2022, ECLI:CY:AD:2022:D191, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προηγουμένως καταγράφει τη σχετική κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σημειώνει τα εξής:
«Σημείωσε [το πρωτόδικο Δικαστήριο] και τα ακόλουθα: «Η μη συμπερίληψη του κανόνα του κωλύματος στη σχετική δικογραφία δεν αποστερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να εγείρει το θέμα κατά το ακροαματικό στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι τα γεγονότα όπως προκύπτουν από την μαρτυρία, δικαιολογούν την παροχή σχετικής θεραπείας (Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 CLR, 542, 552)». Δεν διευκρινίζει, εάν σημείωσε τα πιο πάνω επειδή η θέση του ήταν ότι τέτοιο κώλυμα εκ συμπεριφοράς δεν δικογραφείται από τον Εφεσίβλητο. Να επαναλάβουμε, πως τα γεγονότα που δικαιολογούν τη θεραπεία, και τα οποία αποδεικνύονται με τη μαρτυρία, θα πρέπει να είναι δικογραφημένα. Δεν αρκεί να προκύπτουν μόνο από την μαρτυρία, όπως καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση[7]. Προφανώς αυτό είναι που ήθελε να πει το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αυτό λέγει και η απόφαση Papacleovoulou (πιο πάνω) στην οποία παραπέμπει.
Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:
«That does not, however, appear to be an insurmountable obstacle provided the pleaded facts and the findings of the Court justify the appreciation of the case in that perspective. In Drane v. Evangelou (1978) 2 All E.R. 437, it was held that the trial Court could raise the issue of trespass notwithstanding the fact that it had not been pleaded so long as the pleaded facts justified a claim for trespass. In another case, Lord Denning pointed out that so long as the material facts giving rise to a claim are pleaded, a party may obtain any remedy warranted thereby, the rule being that he is not precluded from departing from his pleading with regard to the remedies warranted, as a legal consequence of pleaded facts. (See Re Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205 (C.A.)).»
Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992) 1 (A) ΑΑΔ, 400, στην D & G Products v. Αναστασίου (2012) 1(Β) ΑΑΔ, 1400, αλλά και σε πολλές άλλες αποφάσεις, τις οποίες δεν χρειάζεται να παραθέσουμε. Εδώ ο δικογραφημένος ισχυρισμός εκ μέρους του Εφεσίβλητου περί καταβολής στην Εφεσείουσα του ποσού των Λ.Κ.36.501,00, με αποτέλεσμα αυτή να εμποδίζεται «από του να προβάλει οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση», δεν απεκάλυπτε επίκληση κωλύματος εκ συμπεριφοράς (estoppel by conduct).»
Τέλος, στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χρίστη Χατζημιτσή κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 311/2022, απόφαση ημερομηνίας 30.01.2025, πάντα σε σχέση με την αναγκαία δικογράφηση που επιτρέπει εξέταση ζητήματος απεμπόλησης ή κωλύματος, σημειώθηκε ότι: «Στην υπόθεση Πιττάλης Kωνσταντίνος M κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά. (1997) 1 ΑΑΔ 814, αποφασίστηκε ότι ζήτημα κωλύματος εξετάζεται μόνο εφόσον καθίσταται δια της δικογράφησης επίδικο θέμα. Η δε απαιτούμενη δικογράφηση, θα πρέπει να περιλαμβάνει ισχυρισμό για απεμπόληση του δικαιώματος δια της συμπεριφοράς του αιτητή «(waiver or estoppel by conduct)»».
Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, οι οποίες δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ως προς τη αδυναμία του Δικαστηρίου να εξετάσει τέτοια ζητήματα όταν ελλείπει σχετική δικογράφηση, η παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, αφού, ως ήδη σημειώθηκε, τούτη προωθείται αποκλειστικώς στη βάση των πιο πάνω μη δικογραφημένων αρχών.
Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να αποκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Τούτο έγινε μέσω προφορικής δήλωσης της συνηγόρου του Ενάγοντα, με την οποία συμφώνησε και η συνήγορος της Εναγόμενης 1, στη βάση της οποίας εγκαταλείφθηκε η όποια επιζητούμενη, επί των όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου με αρ. 703496, θεραπεία.
[2] Αποφεύγεται εδώ η αναφορά στα οποιαδήποτε παραδεκτά γεγονότα αφορούν στο ασφαλιστικό συμβόλαιο με αρ. [ ], λόγω της δήλωσης της συνηγόρου του Ενάγοντα ότι εγκαταλείπεται η όποια σχετική με το συμβόλαιο αυτό θεραπεία.
[3] Πρόκειται για το ασφαλιστικό συμβόλαιο, που αποτελούσε τη βάση για τις εγκαταληφθείσες επιζητούμενες θεραπείες.
[4] Παράγραφος 5 του Εγγράφου Α.
[5] Παράγραφοι 10 και 11 του Εγγράφου Α.
[6] Για τη δυνατότητα επίκλησης του Κωλύματος ή της Απεμπόλησης ως βάση αγωγής, και όχι ως υπεράσπιση, δείτε Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Τόμος Α, σελ. 195 και έπειτα.
[7] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο