ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ
Αρ. Απαίτησης (Μέρος 8): 352/2024
ΜΕΤΑΞΥ:
Δημήτριος Λίτσης
Ενάγων
ΚΑΙ
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΟΠΟΒΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
2. Τμήμα Φορολογίας
3. ARSHALINK ULIKHANYAN
4. ΓΙΑΜΙΑΔΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
5. ΜΑΧΑΙΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
6. ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΙΖΟΛΝΤΑ
7. ΠΟΠΟΒΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
8. ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
9. ΙΩΣΗΦΙΔΗ ΕΛΕΝΗ
10. ΚΟΤΣΙΔΟΥ ΜΙΛΕΝΑ
11. ΑΚΡΙΒΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
12. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED,
13. CAC CORAL LIMITED
14. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ
Εναγόμενων
Ημερομηνία: 9/4/2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: κα. Λ. Δικωμίτη
Για Εναγόμενους 13: κ. Α. Χατζηγεωργίου
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Ενάγων αξιώνει τα κάτωθι διατάγματα:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρατείνει τη χρονική περίοδο για την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας της Σύμβασης Πωλήσεως ημερομηνίας 19/05/2014 που συνάφθηκε μεταξύ του Δημήτριου Λίτση και Γεωργίου Ποποβίδη Λίμιτεδ εκ Λευκωσίας για την αγορά διαμερίσματος που αποτελεί ή και έχει ανεγερθεί επί τον τίτλο εγγραφής με αρ. 0/14817, Φ/Σχ.30/05νν2 , τοποθεσία Άσπρες, Ενορία Άγιος Βασίλειος, Δήμος Στροβόλου, Λευκωσία, στην οδό Παρμενίδη που αποτελούν τμήμα του οικοδομικού συγκροτήματος που φέρει το όνομα “ΠΟΠΟΒΙΔΗΣ COURT”
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον Αιτητή να προβεί στην κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας της Συμβάσεως Πωλήσεως ημερομηνίας 19/05/2014 που συνάφθηκε μεταξύ του Δημήτριου Λίτση και Γεώργιου Ποποβίδη Λίμιτεδ εκ Λευκωσίας για την αγορά διαμερίσματος που αποτελεί ή και έχει ανεγερθεί επί τον τίτλο εγγραφής με αρ. 0/14817, Φ/Σχ.30/05νν2 , τοποθεσία Άσπρες, Ενορία Άγιος Βασίλειος, Δήμος Στροβόλου, Λευκωσία, στην οδό Παρμενίδη που αποτελούν τμήμα του οικοδομικού συγκροτήματος που φέρει το όνομα “ΠΟΠΟΒΙΔΗΣ COURT”»
Κύρια νομική βάση της αίτησης του είναι τα άρθρα 3,12,16,16Α του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011. Με ένορκη του δήλωση ο Ενάγων αναφέρει ότι την 19/05/2014 υπεγράφη μεταξύ του και της εταιρείας Γεώργιου Ποποβίδη Λίμιτεδ σύμβαση πώλησης (Τεκμήριο 1) για την αγορά συγκεκριμένου διαμερίσματος, όπως περιγράφεται και στα αιτητικα. Το ακίνητο αγοράστηκε για το ποσό των €53.000 ποσό το οποίο κατεβλήθηκε. Με συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο Ενάγων επισύναψε αποδείξεις πληρωμής, τόσο προς την αντισυμβαλλόμενη εταιρεία, όσο και προς πρόσωπα που του υποδείχθηκαν από τον διευθυντή της.
Περί τον Αύγουστο του 2024 τον ενημέρωσαν από την Γεώργιος Ποποβίδης Λίμιτεδ ότι δεν προχώρησαν στην κατάθεση της σύμβασης πώλησης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, ως η τότε συνεννόηση τους με αποτέλεσμα το ακίνητο που αγόρασε να παραμένει εγγεγραμμένο μέχρι και σήμερα στην εταιρεία Γεώργιος Ποποβίδης Λίμιτεδ. Αμέσως έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να προχωρήσουν με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.
Από έρευνα στα κτηματολογικά μητρώα (Τεκμήριο 2) προέκυψε ότι επί του ακινήτου υπάρχει αριθμός εμπράγματων βαρών, έτσι η αίτηση επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη
Υποστηρίζει ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα που του παρέχει το μέρος VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) ως έχει τροποποιηθεί για να αποταθεί στον Διευθυντή του Κτηματολογίου και να ζητήσει την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας και μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει άμεσος κίνδυνος το ακίνητο να εκποιηθεί εφόσον βαρύνεται με αριθμό υποθηκών προς όφελος των ενδιαφερομένων μερών 12, 13 και 14.
Η μόνη Εναγόμενη που ενίσταται στην αίτηση είναι η Εναγόμενη 13. Εγείρει μια σειρά λόγων ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στους εξής: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος 81(Ι)/2011, για επιτυχία της αίτησης, λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης, δεν καταδεικνύεται από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν γιατί η εκπρόθεσμη κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου είναι εύλογη και δίκαιη και δεν καταδεικνύεται η εγγραφή του επίδικου ακινήτου στα κτηματολογικά μητρώα. Εγείρουν ακόμα ότι η αίτηση δεν έχει επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ο νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ και το πωλητήριο δεν φέρει υπογραφή όλων των συμβαλλομένων μερών.
Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Χαραλάμπους. Ο τελευταίος είναι λειτουργός εταιρείας που ενεργεί δια λογαριασμό της ενιστάμενης Εναγόμενης. Εξηγεί με λεπτομέρεια ότι η Εναγόμενη 13 ανέλαβε υποθήκες της πωλήτριας Εταιρείας Εναγόμενης 1, ενώ εκδόθηκε Διάταγμα για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό της Υποθήκης αρ. 9264/08 ημερομηνίας 26/06/2008, η οποία βαρύνει το επίδικο ακίνητο. Τούτα τα δικαιώματα της Εναγόμενης 13, τα οποία διασφάλισε μέσω των ως άνω διαδικασιών υποστηρίζει ότι θα πληγούν με τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Ως προς την υπό εξέταση αίτηση ο κ. Χαραλάμπους υποστηρίζει ότι ο Ενάγων καθυστέρησε 10 έτη να επιχειρήσει κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, ενώ ο νόμος προβλέπει κατάθεση του σε 6 μήνες και τούτο είναι παραδεκτό. Δεν εξήγησε, δε, τον λόγο αυτής της υπέρμετρης καθυστέρησης, ενώ δεν καταδείχθηκε το εύλογο και δίκαιο της κατάθεσης.
Ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει εγγραφή στο όνομα του πωλητή για το επίδικο διαμέρισμα. Δεν αμφισβητείται όμως ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί έρευνα για το επίδικο ακίνητο και επ’ αυτού μόνος ιδιοκτήτης είναι η πωλήτρια εταιρεία Εναγόμενη 2. Είναι δε σαφές από το Τεκμήριο 2 ότι δεν έχει γίνει εγγραφή των διαμερισμάτων, αφού το επίδικο ακίνητο φέρεται ως οικόπεδο, ενώ έχουν κατατεθεί σειρά πωλητηρίων για διαμερίσματα επ’ αυτού, πράγμα που επιδιώκει να πράξει και ο Ενάγων με την υπό κρίση αίτηση.
Επιπλέον ο κ. Χαραλάμπους εγείρει ότι δεν διευκρινίζεται σε ποιον ανήκει η υπογραφή και η μονογραφή επί του Πωλητηρίου Εγγράφου, ούτε φέρει σφραγίδα της πωλήτριας εταιρείας. Έτσι, καταλήγει, το Πωλητήριο Έγγραφο δεν είναι υπογεγραμμένο από τα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά φαίνεται να υπογράφεται εκ μέρους του Πωλητή από άλλο τρίτο πρόσωπο, διάφορο των συμβαλλομένων μερών ως αυτά αναφέρονται στο σώμα της σύμβασης. Δεν αποδεικνύεται, δε, κατά τη θέση του η αποπληρωμή του τιμήματος για την αγορά του διαμερίσματος.
Οι συνήγοροι των μερών με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν τα επιχειρήματα τους. Αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο.
Το άρθρο 3 του Νόμου 81(Ι)/2011 ορίζει ότι η κατάθεση σύμβασης στο αρμόδιο τμήμα γίνεται αποδεκτή, μόνο όταν υπάρχει εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία. Δύναται, δε, να γίνει κατάθεση μεταξύ άλλων όταν στην εγγραφή περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης.
Οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι δεν καταδείχθηκε εγγραφή στο όνομα του πωλητή για το επίδικο διαμέρισμα. Διαφωνώ, καθώς στο Τεκμήριο 2 ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου καταγράφεται η πωλήτρια εταιρεία Εναγόμενη 1. Το ότι δεν εμφαίνεται ως εγγεγραγραμμένη ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου διαμερίσματος, αλλά ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια όλου του ακινήτου λίγη σημασία έχει για 2 λόγους. Πρώτον γιατί ο νόμος επιτρέπει την κατάθεση όταν υπάρχει εγγραφή στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, όπως και εν προκειμένω, όπου το διαμέρισμα περιλαμβάνεται στο οικόπεδο και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οποίου είναι η πωλήτρια εταιρεία Εναγόμενη 1.
Δεύτερον, γιατί όπως είναι προφανές από το Τεκμήριο 2 που κατέθεσε ο Ενάγων, δεν έχουν ακόμη εγγραφεί τα διαμερίσματα, το ακίνητο περιγράφεται ως οικόπεδο και υπάρχουν κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα για διαμερίσματα, όπως ο Ενάγων επιχειρεί να επιτύχει με την παρούσα. Θα ήταν παράλογο λοιπόν, από τη στιγμή που δεν υπάρχει ξεχωριστός τίτλος ή εγγραφή για το επίδικο διαμέρισμα να επιζητείται τέτοια εγγραφή για να γίνει κατάθεση του πωλητηρίου, ειδικά με δεδομένο ότι επί του ακινήτου υπάρχουν σωρεία εμπράγματων βαρών, κάποια από αυτά υπέρ της Εναγόμενης 13. Συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 3 του Νόμου 81(Ι)/2011 πληρείται.
Η δεύτερη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου απαιτεί την ύπαρξη γραπτής σύμβασης, η οποία να περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, αναφέρει το αντάλλαγμα και είναι υπογεγραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Η Εναγόμενη 13 ισχυρίζεται ότι αφενός η συμφωνία Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα δεν είναι υπογεγραμμένη από αρμόδιο πρόσωπο και δεν φέρει σφραγίδα της εταιρείας και αφετέρου ότι δεν προκύπτει ότι η συμφωνία είναι σε ισχύ. Μάλιστα στην αγόρευση τους κάνουν ευρεία αναφορά στο βάρος απόδειξης που κατά τη θέση τους φέρει ο Ενάγων για να αποδείξει τα ως άνω στοιχεία, ήτοι την υπογραφή της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του και την ισχύ της.
Αρχικά οφείλω να αναφέρω ότι οι Εναγόμενοι 1 ουδεμία ένσταση έφεραν στις αξιώσεις του Ενάγοντα. Ως οι μόνοι έχοντες άμεσο έννομο συμφέρον από αυτή δεν καταχώρησαν ένσταση παρά την επίδοση της Απαίτησης, δεν αμφισβήτησαν το επίδικο πωλητήριο έγγραφο, ούτε αναφέρθηκαν στον όποιο τερματισμό του ή παύση της ισχύος του. Τουναντίον ο Ενάγων κατέθεσε μέσω της ένορκης του δήλωσης θετική μαρτυρία ότι το Τεκμήριο 1 είναι υπογεγραμμένο από την πωλήτρια εταιρεία την Εναγόμενη 1. Το ότι δεν φέρει τη σφραγίδα της, δεν αποτελεί προαπαιτούμενο σε σύμβαση που συνάπτεται από εταιρεία, όπως εξάγεται και από το λεκτικό του άρθρου 33 (1) (α) του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ.113)[1]. Το κρίσιμο είναι να τεθεί υπογραφή, από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί μετά από ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση της εταιρείας[2], πράγμα που κατά τον Ενάγοντα φαίνεται να έλαβε χώρα.
Όπως παρατηρείται στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, κάτω από την αναγραφόμενη ιδιότητα του πωλητή φαίνεται υπογραφή προσώπου, ενώ και η πρώτη από τις δύο σελίδες φαίνεται να μονογράφεται εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας. Η απόδειξη μιας υπογραφής είναι δυνατόν να γίνει από πρόσωπο (ή και εξ ακοής μαρτυρία που προέρχεται από πρόσωπο) που ήταν παρόν κατά την υπογραφή του εγγράφου[3].
Εν προκειμένω ο Ενάγων δεν αμφισβητείται ότι ήταν παρόν κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 και έτσι αποδεικνύει την υπογραφή του αντισυμβαλλόμενου του. Ο αντισυμβαλλόμενος του, δε, η Εναγόμενη 1, ως το μόνο άλλο συμβεβλημένο πρόσωπο στο Τεκμήριο 1, δεν εγείρει αντίθετο ισχυρισμό. Η Εναγόμενη 13, απλώς αμφισβητεί την υπογραφή της Εναγόμενης 1, χωρίς όμως να προσφέρει θετική μαρτυρία ως προς τυχόν πλαστογραφία της ή παρατυπία ως προς αυτής. Τέτοια, ατεκμηρίωτη αμφισβήτηση, τη στιγμή που παρόντας κατά την υπογραφή βεβαιώνει για την υπογραφή της Εναγόμενης 1, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί και να ανατρέψει τη θετική μαρτυρία για υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου Τεκμήριο 1 από την αντισυμβαλλόμενη του Ενάγοντα. Τέλος η εν λόγω σύμβαση, εν τη απουσία μαρτυρίας ότι τερματίστηκε, παρέμενε ισχύουσα[4].
Συμπερασματικά δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον μου που να υποστηρίζει υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 1 από τρίτο διάφορο των συμβαλλομένων πρόσωπο ή ότι έχει τερματιστεί, ώστε να μην βρίσκεται σε ισχύ, ως η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει. Τουναντίον ο Ενάγων επιβεβαίωσε με θετική μαρτυρία ότι το Τεκμήριο 1 υπεγράφη από την πωλήτρια εταιρεία. Συνεπώς κρίνεται ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 3 του Νόμου 81(Ι)/2011.
Ως προς την τρίτη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου, την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου εντός 6 μηνών, είναι παραδεκτό ότι τέτοια κατάθεση στο ως άνω χρονικό διάστημα δεν έλαβε χώρα. Το άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/2011, όμως, ορίζει ότι το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος.
Όπως ήδη αποφασίστηκε το πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 1 παραμένει σε ισχύ. Το Δικαστήριο παρέχει την ως άνω αναφερόμενη θεραπεία όταν κρίνει δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή[5]. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου, παρέχεται τόσο σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν μετά την θέσπιση του Ν81(Ι)/2011 όσο και πριν[6]. Η νομολογία απαιτεί την επίδοση της αίτησης σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, πράγμα που φαίνεται να έχει λάβει χώρα εν προκειμένω αφού η Απαίτηση επιδόθηκε σε 14 Εναγόμενους και δεν προκύπτει άλλο ενδιαφερόμενο μέρος από την ενώπιον μου μαρτυρία[7].
Ως προς τις ανησυχίες της Εναγόμενης 13 ότι θα πληγούν τα δικαιώματα της αν επιτύχει η αίτηση, ως αυτά εκπηγάζουν από το εγγεγραμμένο εμπράγματο βάρος επί του επίδικου ακινήτου, χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στην PHAR LAP ESTATES LTD v. MUZYKAEV ADNAN, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2019, 9/12/2024 ως ακολούθως:
«Υπενθυμίζουμε ότι μοναδική προϋπόθεση, τιθέμενη από το Άρθρο 12 (ανωτέρω), είναι να κριθεί πως είναι δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή. Δεδομένων των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αυτό έκρινε πως «Η ύπαρξη της υποθήκης στο επίδικο ακίνητο από 18/10/12, προς όφελος συγκεκριμένου Συνεργατικού, είναι ένα δεδομένο. Όμως αυτό δεν αλλάζει θεωρώ την ουσία του πράγματος και το γεγονός ότι ο αιτητής είναι χωρίς αμφιβολία ο νόμιμα δικαιούμενος σε εγγραφή της κατοικίας δυνάμει αγοράς και επιδιώκει να διασφαλίσει τα δικαιώματα του. Πρόκειται δε για διαδικασία που αφορά τα μέρη της συμφωνίας που συνομολογήθηκε και το ζητούμενο στο τέλος της ημέρας είναι κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή να δοθεί η ζητούμενη άδεια για κατάθεση». Κρίνουμε ορθό και εύλογο το προαναφερόμενο πρωτόδικο συμπέρασμα. Προσθέτουμε δε πως, στο πλαίσιο της δυνατότητας που θα έχει ο εφεσίβλητος για καταχώριση αγωγής, για ειδική εκτέλεση, και που προφανώς θα συναντήσει την «αντίδραση» είτε των εφεσείοντων είτε οποιουδήποτε προσώπου έχει εγγράψει υποθήκη, επί της κατοικίας που αγόρασε ο εφεσίβλητος, τότε είναι το κατάλληλο στάδιο για να κριθούν όλα τα ζητήματα που τυχόν επηρεάζουν κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, οπότε το εκδικάσαν τέτοια αγωγή Δικαστήριο θα αξιολογήσει καθετί που θα τεθεί ενώπιον του. Δεν θα ήταν όμως δίκαιο να στερηθεί ο εφεσίβλητος της εν λόγω δυνατότητας.»
Στη βάση των ως άνω κρίνω ορθό και εύλογο να εκδοθούν τα εξαιτούμενα διατάγματα για τους κάτωθι λόγους:
Α. Δεν αποστερούνται τα όποια δικαιώματα της Εναγόμενης 13, η οποία έχει την ευχέρεια σε όποια μελλοντική διαδικασία λάβει χώρα να θέσει τους προβληματισμούς της και να υπεραμυνθεί των δικαιωμάτων της.
Β. Προκύπτει ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε το τίμημα για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Προσκόμισε προς τούτο αποδείξεις. Η αναγραφή διαφορετικών ονομάτων επί των αποδείξεων δεν στερεί από την αποδεικτική τους αξία, αφού εξηγήθηκε ότι ο αντισυμβαλλόμενος του Ενάγοντα του έδιδε οδηγίες ποιον θα πλήρωνε κάθε φορά.
Γ. Η καθυστέρηση στην κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου Τεκμήριο 1 προέκυψε όχι εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα, αλλά λόγω της μη κατάθεση από τον πωλητή, όπως τα μέρη είχαν συμφωνήσει. Η σχετική υποχρέωση της πωλήτριας εταιρείας, προκύπτει και από το σώμα της συμφωνίας Τεκμήριο 1, όπως την κατέθεσε ο Ενάγων.
Δ. Ο Ενάγων αγόρασε το επίδικο ακίνητο, υπέγραψε σύμβαση προς τούτο και κατέβαλε το σχετικό τίμημα. Μη κατάθεση του πωλητηρίου, ειδικά μετά την καταβολή όποιου ποσού ο Ενάγων όφειλε, θα γενούσε μεγάλη αδικία για τον τελευταίο και δεν θα ήταν εύλογη. Αν σταθμιστεί, δε, ότι δεν επηρεάζονται τα όποια δικαιώματα των Εναγομένων από την εν λόγω κατάθεση, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, καθίσταται ορθό και δίκαιο να επιτύχει η αίτηση.
Εκδίδονται διατάγματα ως το (Α) και (Β) της Απαίτησης. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της απαίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 13. Το ποσό καθορίζεται στα €1000 πλέον ΦΠΑ ως ο συνοπτικός υπολογισμός στον οποίο προέβη το Δικαστήριο (Βλ. Κανονισμοί 39.4 (1) (α) και 39.7), καταβλητέα αμέσως. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι οι διάδικοι δεν καταχώρησαν σχετικό κατάλογο ως ήταν καθήκον τους και ο Θεσμός 39.9 ορίζει.
(Υπ.)………………………………
Α. Λουκά Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Eλληνική Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. ET Autospares Enterprises Ltd. κ.ά. [1998] 1 ΑΑΔ 843
[2] Άρθρο 33 (1) (β) του Κεφ. 113
[3] ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ v. ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 314/2013, 20/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A156
[4] Mackay ν. AM Stasis Estates Co. Ltd κ.ά. (1995) 1 ΑΑΔ 421
[5] ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ v. ΑΘΑΝΑΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 370/2019, 16/10/2025
[6] Γεωργιάδη κ.ά. ν. Πιερέττη, Πολιτική Έφεση Αρ. 146/21, ημερομηνίας 16.4.2024
[7] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 68/2019, 8/5/2020, ECLI:CY:AD:2020:A144
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο