R. ST. ESTATE LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Απαίτησης: 1481/25, 6/4/2026
print
Τίτλος:
R. ST. ESTATE LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Απαίτησης: 1481/25, 6/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον:  Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.

                                                                                              Αρ. Απαίτησης: 1481/25

 

Μεταξύ:

1. R. ST. ESTATE LIMITED,

2. Χάρης Σταυράκης

Εναγόντων

και

 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

Εναγόμενων

Αίτηση της κ. Στέλλας Παπαμιχαήλ, ημ. 20/1/2026, για να προστεθεί ως Εναγόμενη στη διαδικασία.

 

Ημερομηνία: 6/4/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια: κ. Γ. Κολοκασίδης

Για Καθ’ ων η αίτηση- Ενάγοντες: κ. Δ. Καλλής

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την αίτηση επιζητούνται τα ακόλουθα διατάγματα:

«Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να χορηγείται άδεια για προσθήκη της Αιτήτριας, ήτοι της Στέλλας Παπαμιχαήλ (Α.Δ.Τ.[ ]) ως νέος διάδικος και/ή ως Εναγόμενη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση ή/και

Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Έντυπου Απαίτησης, διά της προσθήκης της Στέλλας Παπαμιχαήλ (Α.Δ.Τ.[ ]), ως νέος διάδικος ή/και ως Εναγόμενη ή/και

Γ. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να καθορίζεται το χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο πρέπει να καταχωρηθεί το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και/ή οποιοδήποτε άλλο τροποποιημένο δικόγραφο, και/ή το χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο κρίνει ορθό και/ή εύλογο και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις»

Είναι κρίσιμο για τους σκοπούς της παρούσας να

Η Ενάγουσα αξιώνει ποσό €31.778,29 ως επιστρεπτέους φόρους. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο Έφορος Φορολογίας παράνομα και/ή κατά παράβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας συμψήφισε το αξιούμενο ποσό, με ποσά φόρου που είχε βεβαιώσει (για φόρο εισοδήματος και έκτακτη εισφορά για την άμυνα) αναφορικά με τα έτη 1997, 1998, 1999, 2000 και 2001. Τις εν λόγω φορολογίες  αμφισβήτησε η Ενάγουσα με ένσταση εμπρόθεσμα και όπως προνοεί ο Νόμος. Αποδίδει έτσι στη Δημοκρατία τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης περιουσίας, της ιδιοποίησης περιουσίας, της παράνομης επέμβασης και της αμέλειας. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά καταλογίζει στον Εναγόμενο στέρηση και/ή περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, αθέμιτο πλουτισμό σε βάρος της και ζημιογόνο άδικη πράξη κατά παράβαση του Άρθρου 172 του Συντάγματος. Για τα ως άνω αξιώνει αποζημιώσεις.

Ως προς τα γεγονότα στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι κατά ή περί την 11/6/2018, ο Έφορος Φορολογίας απέστειλε στην Ενάγουσα αναθεωρημένες φορολογίες (για φόρο εισοδήματος και έκτακτη εισφοράς για την άμυνα) αναφορικά με τα έτη 1997, 1998 και 1999, 2000 και 2001. Κατά των Φορολογιών η Ενάγουσα υπέβαλε στις 27/7/2018 ένσταση. Ο Έφορος παρέλαβε την Ένσταση και αναγνώρισε τη λήψη της με σφράγιση αντιγράφου της (Ένστασης) με τη σχετική σφραγίδα του (τμήματος του). Στη συνέχεια και παρά τις επιστολές της Ενάγουσας ο Έφορος φορολογίας προέβη σε συμψηφισμούς Επιστρεπτέων Φόρων (προς την Ενάγουσα), με ποσά φόρου που είχε βεβαιώσει με τις Φορολογίες. Τούτους τους συμψηφισμούς είναι που η Ενάγουσα χαρακτηρίζει ως παράνομους και αξιώνει το ως άνω ποσό.

Στο σημείωμα εμφάνισης του Εναγόμενου, δεν δηλώνεται ότι θα αμφισβητηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην Υπεράσπιση, όμως, μια από τις προδικαστικές ενστάσεις καταγράφει τα εξής:

«το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, καθότι αφορά και/ή σχετίζεται με ενέργειες και/ή πράξεις, οι οποίες συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις που προσβάλλονται μόνο με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου κατά την άσκηση της αναθεωρητικής τους δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, οι αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης, συναρτώνται με την αναθεώρηση διοικητικών πράξεων που ανάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου.»

 

Με άλλες δύο προδικαστικές ενστάσεις αιτιάται πρώτον ότι η Απαίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και άνευ νομικού υπόβαθρου στρέφεται εναντίον της Εναγομένης, ενώ δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Δεύτερο εγείρεται ότι η Ενάγουσα προέβη στην καταχώρηση της Προσφυγής με αρ. 578/2024 προς επιδίωξη όμοιων σκοπών δια διαφορετικών ένδικων μέσων προκαλώντας έτσι πολλαπλότητα των διαδικασιών.

Δεν αμφισβητεί τα όσα αναφέρθηκαν και αφορούν την επιβολή φόρου στην Καθ’ ης η αίτηση και τον συμψηφισμό. Υποστηρίζει, όμως, ότι ο συμψηφισμός Επιστρεπτέου Φόρου με φόρο εισοδήματος, ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, αποτελούν αποφάσεις οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου 118(Ι)/2012 και του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεων Φόρων Νόμου 4/1978.

Προσθέτει ότι η επιβολή φορολογίας για τα επίδικα έτη 1997 - 2001 αποτέλεσε αντικείμενο της Ιεραρχικής Προσφυγής 2/20207 ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου, η οποία απορρίφθηκε, πλην ενός σημείου που αφορούσε τους τόκους. Την 08/04/2011, η Ενάγουσα καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την προσφυγή με αρ. 459/2011 με την οποία αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου, στο βαθμό που αυτή αφορούσε την απόφαση να μην επιτραπεί η αναίρεση των τόκων που διεκδικούσε. Την 09/01/2012, η Ενάγουσα, απέσυρε την ως άνω αναφερόμενη προσφυγή.

Κατά ή περί την 11/06/2018, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή και αναθεωρημένες φορολογίες του Εφόρου Εισοδήματος και Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα για τα φορολογικά έτη 1997 μέχρι 2011, εφαρμόζοντας τις οδηγίες της Απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου. Κατά ή περί την 27/07/2018, η Ενάγουσα υπέβαλε ένσταση κατά των αναθεωρημένων φορολογιών φόρου εισοδήματος και αμυντικής εισφοράς για τα επίδικα έτη 1997 – 2001, η οποία απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν επιδεχόταν ένστασης η εν λόγω απόφαση. Ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι οι φορολογίες που εκδόθηκαν και αποστάληκαν στην Καθ’ ης η αίτηση μέσω της επιστολής ημερομηνίας 11/06/2018, ήτο τελικές και πληρωτέες και ως εκ τούτου, ο Έφορος Φορολογίας, είχε την εξουσία να προχωρήσει στην είσπραξη μέσω συμψηφισμού με φόρους επιστρεπτέους.

Ακολούθησε αλληλογραφία ως προς τις νομικές θέσεις των μερών σε σχέση με την επιβολή της ως άνω αναφερόμενης φορολογίας. Την 05/02/2024 ο Έφορος Φορολογίας απέστειλε στην Ενάγουσα, απαντητική επιστολή με την οποία επαναλαμβει τις θέσεις του και ειδικότερα ότι η απόφαση ημερομηνίας 11/06/2018 είναι τελική και δεσμευτική και παρείχε το δικαίωμα στην είσπραξη των φορολογικών οφειλών. Έτσι ο Αιτητής αρνείται τη διάπραξη αστικών αδικημάτων αλλά και των όσων άλλων της καταλογίζονται από την καταλογίζονται από την Καθ’ ης η αίτηση.

Με την Απάντηση της Καθ’ ης η αίτηση δεν αμφισβητείται το πραγματικό πλαίσιο που καταγράφεται στην Υπεράσπιση. Παρά μόνο δίδεται η απάντηση επί των νομικών ζητημάτων που άπτονται αφενός των προδικαστικών ενστάσεων και αφετέρου της επιβολής φόρου και του συμψηφισμού.

Στο Ερωτηματολόγιο του ο Αιτητής αναφέρει ότι πιστεύει πως δικαιοδοσία να επιδικάσει την Απαίτηση έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Επιπλέον εκφράζεται η πρόθεση για καταχώρηση αίτησης προς:

«παραμερισμό της αγωγής  και/ή  απαίτησης,  λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει τις αξιώσεις της Ενάγουσας, καθότι τα επίδικα ζητήματα και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται στην  αγωγή  συνιστούν  εκτελεστικές  διοικητικές  πράξεις και/ή  αίτηση  λόγω κατάχρηση της διαδικασίας καθότι, η Ενάγουσα προέβηκε στην καταχώρηση της Προσφυγής με αρ. 578/2024 προς επιδίωξη όμοιων σκοπών δια διαφορετικών ένδικων μέσων προκαλώντας έτσι πολλαπλότητατων διαδικασιών»

Στην συνεδρία διαχείρισης ημ. 15/10/2025 δόθηκαν οδηγίες όπως καταχωρηθεί τέτοια αίτηση. Έτσι καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, όπως και η ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση.

Εγείρονται ενδεικτικά οι εξής λόγοι ένστασης: δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα και δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε λόγος, ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει στην Καθ' ης η Αίτηση οικονομική ζημιά και βλάβη, εφόσον θα επιτρέψει στον Αιτητή να συνεχίσει την παράνομη κατακράτηση και/ή αποστέρηση της περιουσίας της Καθ’ ης η Αίτηση με αποτέλεσμα να μην μπορεί να την αξιοποιήσει. Δεν είναι ορθό να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού ο Αιτητής παρέλειψε να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή που να δηλώνει την πρόθεση του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου σύμφωνα με τον Κανονισμό 12.1(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και να υποβάλει την παρούσα αίτηση εντός 14 ημερών από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης.

Τα μέρη καταχώρησαν και ένορκες δηλώσεις υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Η κα. Κωνσταντίνα Μαγείρου εκ μέρους του Αιτητή, καταγράφει στην ένορκη της δήλωση τις λεπτομέρειες της εργασίας της στη Νομική Υπηρεσία και το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης. Ό,τι προστίθεται στις δικογραφημένες θέσεις του Αιτητή είναι η αναφορά σε προσφυγή που καταχώρησε η Ενάγουσα στο Διοικητικό Δικαστήριο με αρ. 578/2024, με την οποία αιτείται την ακύρωση του περιεχομένου της επιστολής ημερομηνίας 05/02/2023, υποστηρίζοντας ότι αυτή συνιστά απόφαση και, συνεπώς, εκτελεστή διοικητική πράξη. Η θέση του Αιτητή μεταξύ άλλων, είναι ότι η εν λόγω επιστολή δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική απόφαση διοικητικού οργάνου και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε αναθεωρητικό έλεγχο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

Στη συνέχεια αναπτύσσει τις, νομικές, θέσεις της, ως προς το γιατί το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και γιατί δεν υφίσταται προοπτική επιτυχίας της αγωγής. Για το πρώτο υποστηρίζει ότι επιβολή των επίδικων φορολογιών τα έτη 1997, 1998,1999, 2000 και 2001, αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη και ο μεταγενέστερος επίδικος συμψηφισμός συνακόλουθη πράξη. Με την αγωγή λοιπόν επιδιώκεται να αποφασιστεί ζήτημα που ανάγεται στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου και, η επιβολή φορολογίας, θα μπορούσε να προσβληθεί με προσφυγή.

Ως προς το δεύτερο επιχειρηματολογεί ότι ακόμη και εάν επιχειρηθεί να χαρακτηριστεί ο συμψηφισμός ως ζήτημα ιδιωτικού δικαίου, πρόκειται στην πράξη για ενέργεια η οποία στηρίζεται σε τελικές και εκτελεστές αποφάσεις διοικητικού οργάνου σχετικά με εισπρακτέους φόρους. Οι αποφάσεις αυτές ουδέποτε ακυρώθηκαν από το Διοικητικό Δικαστήριο και, κατά τούτο, τεκμαίρονται νόμιμες και δεσμευτικές. Συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν δύναται, έστω και παρεμπιπτόντως, να τις καταστήσει άκυρες ή ανενεργές. Είναι πασιφανές δηλαδή ότι οι δύο λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής ζητεί απόρριψη της Απαίτησης συμπλέκονται.

Για την Καθ’ ης η αίτηση κατέθεσε ένορκη δήλωση ο κ. Σταύρος Μαριάννης, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την πρώτη. Εκεί απαντά στη θέση της κας. Μαγείρου ότι η επιστολή ημ. 5/2/2024 δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική απόφαση διοικητικού οργάνου, με αναφορά μάλιστα σε νομολογία. Επιχειρεί να διαχωρίσει το αντικείμενο της εδώ Απαίτησης με την Προσφυγή με αρ. 578/2024, αναφέροντας ότι η πρώτη βασίζεται σε σωρεία αστικών αδικημάτων και ότι ο Αιτητής έχει ευθύνη έναντι της Καθ’ ης η Αίτηση για τους συμψηφισμούς, οι οποίοι συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας της Καθ’ ης η Αίτηση, αθέμιτο πλουτισμό σε βάρος της Καθ’ ης η Αίτηση και συνιστούν ζημιογόνο άδικη πράξη σε βάρος της Καθ’ ης η Αίτησης κατά παράβαση του Άρθρου 172 του Συντάγματος.

Επιπλέον θέτει μια σειρά επιχειρημάτων ως προς τις παράνομες πράξεις του Εφόρου Φορολογίας, οι οποίες γέννησαν αγώγιμο δικαίωμα. Τέλος επικεντρώνεται στις πρόνοιες του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΔΠ), για να εξηγήσει ότι ο Αιτητής με την μη σημείωση του επί του σημειώματος εμφάνισης ότι προτίθεται να αμφισβητήσει τη διαδικασία και τη μη καταχώρηση αίτησης σε 14 μέρες από την εμφάνιση του, αποδέχτηκε τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

Οι συνήγοροι των μερών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, αναπτύσσοντας τα επιχειρήματα τους με εκτενή αναφορά σε νομολογία. Παραπομπή στις αγορεύσεις των μερών θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο. Οι όποιες αναφορές, εκατέρωθεν, στην προσφυγή 578/24 και ειδικότερα το αν αυτή αφορά εκτελεστή διοικητική πράξη ή τις πιθανότητες επιτυχίας της, δεν άπτονται του επίδικου ζητήματος και θα αγνοηθούν.

Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει δύο αλληλένδετα ζητήματα. Αν στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπόθεσης και αν δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της Απαίτησης. Όπως προαναφέρθηκε τα δύο θέματα συμπλέκονται αφού και η θέση του Αιτητή, όπως καταγράφεται στην αγόρευση του είναι ότι απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό κρίση αγωγή απαιτεί απόφανση επί της νομιμότητας διοικητικών πράξεων και των αποτελεσμάτων τους. Τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί να γίνει στην πολιτική διαδικασία, έστω και παρεμπιπτόντως. Επομένως απόφανση περί του αν υπέχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Απαίτηση το Δικαστήριο, ουσιαστικά αποφασίσει και το έτερο ζήτημα.

Αναφορικά, λοιπόν, με το ζήτημα της δικαιοδοσίας, θέση της Καθ’ ης η αίτηση είναι ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αφενός δεν σημειώθηκε επί του σημειώματος εμφάνισης η επιλογή που υποδηλώνει την πρόθεση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας (Κανονισμός 12.2 των ΚΔΠ) και αφετέρου δεν καταχωρήθηκε αίτηση σε 14 μέρες από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης (Κανονισμός 12.3). Επομένως, υποστηρίζει η Καθ’ ης η αίτηση, ο Εναγόμενος θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και δεν δύναται να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του (Κανονισμός 12.4).

Οι ως άνω θέσει της Καθ’ ης η αίτηση είναι ορθές. Αυτά προβλέπονται στους Κανονισμούς 12.2 και 12.3, επομένως ο Κανονισμός 12.4 τίθεται σε ισχύ. Πλην όμως ο Κανονισμός 12.5 των ΚΔΠ ορίζει ότι «Η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου.» Αξίζει να αναφερθεί ότι η εν λόγω πρόνοια είναι κυπριακής προέλευσης και δεν συναντάται στους ανάλογους αγγλικούς Κανονισμούς. Φρονώ ότι τούτη η ιδιαιτερότητα των κυπριακών Κανονισμών προέκυψε ως αναγκαιότητα αφενός του νομικού μας συστήματος και αφετέρου της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το κυπριακό θεωρείται ως μεικτό δικαιικό σύστημα με το ιδιωτικό δίκαιο να ακολουθεί σχεδόν κατά πόδας το κοινοδίκαιο και το δημόσιο να έλκει ρίζες και από το ηπειρωτικό δίκαιο[1]. Στη νομολογία τονίζεται άλλωστε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα του δικαίου[2]. Συνεπώς προκύπτει η ανάγκη εξειδίκευσης των κανόνων που ρυθμίζουν τον διαχωρισμό μεταξύ δικαιοδοσιών στην Κύπρο.

Επίσης, σε αντίθεση με την Αγγλία στην Κύπρο άλλα Δικαστήρια[3] έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης υποθέσεων, δεδομένο που γεννά συχνά ζητήματα δικαιοδοσίας μεταξύ των εγχώριων Δικαστηρίων, ενώ οι ανάλογοι αγγλικοί Κανονισμοί, αφορούν κυρίως την κατά τόπο δικαιοδοσία, την καταχώρηση υπόθεσης παρά την ύπαρξη συμφωνίας για διαιτησία και την ελαττωματική επίδοση[4]. Οφείλω, δε, να σημειώσω ότι ακόμα και με την πιο αυστηρή, αγγλική προσέγγιση, έχει αποφασιστεί ότι ανά περίπτωση το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την ευχέρεια του και να αποφασίσει ως προς τη δικαιοδοσία, ακόμα και σε περιπτώσεις που ο Εναγόμενος απέτυχε να εφαρμόσει τους σχετικούς Κανονισμούς, με αποτέλεσμα διαδικαστικά να αποδεχτεί δικαιοδοσία[5].  Προκύπτει λοιπόν ανάγκη στους κυπριακούς Κανονισμούς, σε αντίθεση με τους αγγλικούς, όπως δοθεί η ευχέρεια στο Δικαστήριο, ακόμη και αυτεπάγγελτα να ελέγξει αν έλκει δικαιοδοσία εκδίκασης μιας υπόθεσης. Αυτό άλλωστε ορίζει και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έχει καθιερωθεί ως αρχή ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως και δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται[6].

Το Δικαστήριο, λοιπόν, έχει καθήκον να εξετάσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, έστω και αν η καταχώρηση της αίτησης έγινε καθυστερημένα. Παράλειψη του να το πράξη, έστω λόγω παράβασης των όσων προνοούνται στους Κανονισμούς, ελλοχεύει τον κίνδυνο εκδίκασης χωρίς δικαιοδοσία και την συνακόλουθη ακύρωση της όποιας του απόφασης[7]. Η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξετάζεται και οριοθετείται από την έκθεση απαιτήσεως και από τα όποια αποδεκτά γεγονότα[8]. Η Απαίτηση και οι ένορκες δηλώσεις των μερών δηλαδή, αποτελούν τον οδηγό, ορίζουν το υπόβαθρο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαφαίνεται απόκλιση ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, το οποίο θα ληφθεί υπόψη για να αποφασιστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας.

Η Καθ’ ης η αίτηση, όπως προκύπτει και από την ένορκη δήλωση του κ. Μαριάννου και την αγόρευση της, στηρίζει την υπόθεση της στη θέση ότι ο Έφορος Φορολογίας προχώρησε στην πράξη του συμψηφισμού των επιβληθέντων με επιστρεπέο φόρο, αυθαίρετα και κατά παράβαση των ρητών προνοιών της νομοθεσίας περί αναστολής κάθε διαδικασίας είσπραξης φόρων που προκύπτουν από υπό ένσταση φορολογίες. Η ενέργεια του αυτή γεννά σωρεία αστικών αδικημάτων και παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα της Καθ’ ης η αίτηση. Εστιάζονται οι παραβάσεις νομοθετικών θέσμιων από τον Έφορο Φορολογίας στο ότι κατά παράβαση του άρθρου 20(6) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεων Φόρων Νόμου (Νόμος 4 του 1978 όπως αυτός τροποποιήθηκε) πριν την πάροδο των τριών (3) ετών από την ημέρα που υποβλήθηκε η ένσταση ο Έφορος έπρεπε να εκδώσει απόφαση επί της Ένστασης ημερ. 27/07/2018. Ο Έφορος απάντησε στην Ένσταση ημερ. 27/07/2018 κατά ή περί τις 05/02/2023. Επίσης του καταλογίζεται δεν είχε εξουσία να προχωρήσει σε συμψηφισμό, αφού με βάση το άρθρο 6 Δ του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμο (Ν. 31 του 1962, όπως τροποποιήθηκε) ο Έφορος δεν έχει εξουσία να λαμβάνει μέτρα είσπραξης και/ή εκτέλεσης στις περιπτώσεις όπου, μεταξύ άλλων, εκκρεμεί ένσταση και/ή προσφυγή κατά της φορολογίας και/ή δεν έχουν τελεσίδικα ολοκληρωθεί αυτές οι διαδικασίες.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η ισχυριζόμενη παρανομία των ως άνω πράξεων, ήτοι της επιβολής φορολογίας στην Καθ’ ης η αίτηση και συμψηφισμού της με επιστρεπτέο φόρο, δύνανται να αποφασιστούν από το παρόν Δικαστήριο. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τον Αιτητή παρέπεμψε στην απόφαση του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ναθαναήλ, στην Best Leisure International Ltd, μέσω του Εκκαθαριστή της Βασιλη Χατζηβασιλειου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 171/2011, 31/10/2012. Από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι η επιβολή της φορολογίας αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και ο συμψηφισμός με επιστρεπτέο φόρο πράξη που ανακοινώνει στο διοικούμενο τα δεδομένα προς συμμόρφωση. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε με την Best Leisure International Ltd μέσω του εκκαθαριστή της Βασίλη Χατζηβασιλείου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας [2016] 3 ΑΑΔ 99, ECLI:CY:AD:2016:C92, όπου αναφέρεται ότι ο συμψηφισμός, ως πράξη αποπληρωμής φόρου, αποτελεί πράξη εκτέλεσης και όχι εκτελεστή διοικητική πράξη.

Στην Takis P. Makrides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα Της Δημοκρατίας [1997] 1 Α.Α.Δ. 1424, αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της.»

Είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρου 146, ότι παρέχεται στο Διοικητικό Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου[9]. Όταν οι ζημιογόνες άδικες πράξεις του Κράτους ή των Λειτουργών του ενέχουν χαρακτήρα εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης εκτέλεσης δημοσίου καθήκοντος, η απαίτηση εμπίπτει στη σφαίρα του ΄Αρθρου 146.1 και δεν νοείται παράλληλη θεραπεία κάτω από το Άρθρο 172[10].

Εφαρμόζοντας τις ως άνω αρχές στην υπό εξέταση περίπτωση προκύπτει ότι η επιβολή φορολογίας και ο μεταγενέστερος συμψηφισμός με επιστρεπτέο φόρο, αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη και πράξη εκτέλεσης αντίστοιχα. Ως τέτοιες εμπίπτουν στο φάσμα του δημόσιου δικαίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. Ακόμα και αν κριθεί ότι οι αποφάσεις αυτές λήφθηκαν κατά παράβαση νόμου, όπως εισηγείται η Καθ’ ης η αίτηση, τούτη την παράβαση έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να την αποφασίσει έχει το Διοικητικό Δικαστήριο και όχι το πολιτικό. Δεν δύναται, δηλαδή, το παρόν Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση νομιμότητας μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης ή της πράξης εκτέλεσης της, αφού αποκλειστική αρμοδιότητα προς τούτο έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Έπεται, δε, το αν η όποια παράνομη πράξη της διοίκησης παραβίασε συνταγματικά δικαιώματα ή αν προκύπτουν εξ αυτής αστικά αδικήματα, αφού δεν νοείται παράλληλη εξέταση των άρθρων 146.1 και 172 του Συντάγματος.

Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης. Συνακόλουθα παραμερίζεται το Έντυπο Απαίτησης ως η εξουσία που ο Κανονισμός 12.6 (α) παρέχει, αφού δεν δύναται να εκδικαστεί το αντικείμενο της Απαίτησης από πολιτικό Δικαστήριο.

Ως προς τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος αυτά να μην έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με την Αίτηση. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας στο ποσό των €900, ως ο συνοπτικός υπολογισμός στον οποίο προέβη το Δικαστήριο (Βλ. Θεσμό 39.4 (1) (α) και 39.7). Το ποσό αυτό αφορά το σύνολο της Απαίτησης. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι ο Εναγόμενος δεν καταχώρησε σχετικό κατάλογο ως ήταν καθήκον του και ο Θεσμός 39.9 ορίζει.

 

 

 (Υπ.)………………………………

Α. Λουκά Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 



[1] Hatzimihail, N. (2013). Cyprus as a mixed legal system. J. Civil Law Studies, vol. 6

[2] Λανίτης Λτδ κ.ά ν Γεν. Εισαγγελέα [1991] 1 Α.Α.Δ. 225

[3] Βλ. Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, Οικογενειακό Δικαστήριο και Διοικητικό Δικαστήριο

[4] BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, σελ. 445

[5] Βλ. Cook v Virgin Media Ltd, [2015] EWCA Civ 1287, 2015 WL 8131796

[6] Κούρου Ελευθέριος ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου [2014] 1 ΑΑΔ 2192, Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ν. Ορέστη Σοφοκλέους [2016] 1 ΑΑΔ 105 και          Κεραμοποιεία Παλαίκυθρου «Ο Γίγας» Λτδ ν. Χαλίλ Μουσταφά και Άλλων [2016] 1 ΑΑΔ 1590

[7] ΠΟΠ v. Ευτυχιου, Πολιτική Έφεση ΑΡ. E205/2014, 6/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:A334, ECLI:CY:AD:2020:A334

[8] Κούρου v. Κόνου [2014] 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192

[9] Λανίτης, πιο πάνω

[10] Πελαγια κ.α. V. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 166/2012, 15/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:A458, ECLI:CY:AD:2021:A458


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο