Wade Adams Contracting (Cyprus) Ltd ν. Lois Builders Limited, Αρ. Αγωγής: 435/2025, 29/5/2026
print
Τίτλος:
Wade Adams Contracting (Cyprus) Ltd ν. Lois Builders Limited, Αρ. Αγωγής: 435/2025, 29/5/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.

Αρ. Αγωγής: 435/2025

Μεταξύ:

Wade Adams Contracting (Cyprus) Ltd

Ενάγουσας

-και-

 

Lois Builders Limited

Εναγόμενης

                                                                                                                                               

 

Αίτηση ημερ. 2/12/25 για συνοπτική απόφαση

 

Ημερομηνία: 29 Μαΐου , 2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα- Αιτήτρια: κ. Α. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη-Καθ’ ης η αίτηση: κ. Πλατής για Ανδρέας Μ. Κλεάνθους

                                               

           

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται συνοπτική απόφαση εναντίον της  Εναγομένης ως η παράγραφος Α του αιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία ουσιαστικά επιδιώκει την απαγόρευση της Εναγόμενης να καταχωρήσει και προωθήσει αίτηση για εκκαθάριση της Ενάγουσας στη βάση του αμφισβητούμενου χρέους που αναφέρεται στην απαίτηση πληρωμής της Εναγόμενης κατά της Ενάγουσας ημερ. 27/02/2025 (η «Απαίτηση Πληρωμής»).

 

Της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, προηγήθηκε η εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης της Ενάγουσας ημερ. 17/3/2025, στην οποία το παρών Δικαστήριο με απόφαση του οριστικοποίησε την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όμοιου με το τελικό διάταγμα που ζητείται με την Απαίτηση.

 

Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 Μέρος 3, 23 και 24, στον περί Εταιρειών Νόμο άρθρα 209, 211 και 212, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Θεοχάρη Κωνσταντίνου, διευθυντή της Ενάγουσας ο οποίος υιοθετεί, για σκοπούς της παρούσας αίτησης, τις τρείς ένορκες δηλώσεις του οι οποίες υποστήριζαν την αίτηση προσωρινού Διατάγματος. Συνοψίζω τη μαρτυρία ως προκύπτει από αυτές: Η Αιτήτρια είναι εγγεγραμμένη κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο €8.000.000. Μοναδικός μέτοχος και μητρική της εταιρεία είναι η Wade Adams (Middle East) Limited (με έδρα τα British Virgin Islands). Αποτελεί μέλος του διεθνούς κατασκευαστικού Ομίλου Wade Adams, η καθαρή αξία του ενεργητικού (NAV) του οποίου υπερβαίνει τα $200.000.000. Η Αιτήτρια είναι πλήρως φερέγγυα και κερδοφόρα επιχείρηση. Σύμφωνα με τις πρόσφατες ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της (30/09/2024), τα περιουσιακά της στοιχεία υπερβαίνουν τις υποχρεώσεις της κατά €1,8 εκατομμύρια, διατηρώντας ισχυρή κεφαλαιοποίηση με τη συνεχή στήριξη του Ομίλου. Η Καθ’ ης η αίτηση είναι επίσης κυπριακή κατασκευαστική εταιρεία, η οικονομική κατάσταση της οποίας είναι ευρύτερα γνωστή στην αγορά ως επισφαλής, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Πρόσφατα, εργολαβικά της συμβόλαια τερματίστηκαν από εργοδότες λόγω αδυναμίας εκτέλεσης (ενδεικτικά: το έργο στο Λιοπέτρι, Φάση Α' και η Δημοτική Αγορά Λάρνακας). Το Δεκέμβριο του έτους 2020, η Αιτήτρια και η Καθ ης η αίτηση συνέστησαν ομόρρυθμο συνεταιρισμό/κοινοπραξία με την επωνυμία «LOIS BUILDERS LIMITED - WADE ADAMS CONTRACTING (CYPRUS) LIMITED JV» (η «Κοινοπραξία»), με σκοπό την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων. Για κάθε έργο υπογραφόταν παρόμοιου τύπου συμφωνία (Joint Venture Agreement), η οποία καθόριζε ποσοστά συμμετοχής (30%–70%), υποχρεώσεις χρηματοδότησης κεφαλαίου κίνησης και αναλογική κατανομή κερδών/ζημιών. Παράλληλα τα μέρη είχαν συνάψει και αυτόνομες, μη κοινοπρακτικές συμβάσεις (Σύμβαση Υπεργολαβίας, Συμφωνία Συνεργασίας).

 

Η παρούσα διαφορά πηγάζει από το έργο «Κέντρο Επιχειρηματικής Καινοτομίας – Αποκατάσταση και Επέκταση Παλιάς Δημοτικής Αγοράς» του Δήμου Λευκωσίας (το «Έργο»). Αν και το κατασκευαστικό συμβόλαιο υπογράφηκε στο όνομα της Εναγόμενης (λόγω προγενέστερης κατακύρωσης προσφοράς), δυνάμει σχετικής Κοινοπρακτικής Συμφωνίας (11/01/2021), συμφωνήθηκε ρητά ότι το Έργο ανήκει εσωτερικά στην Κοινοπραξία, με ποσοστά συμμετοχής 60% για την Εναγόμενη και 40% για την Ενάγουσα. Στις 27/02/2025, η Εναγόμενη επέδωσε στην Ενάγουσα επιστολή-απαίτηση δυνάμει του Άρθρου 212(α) του Κεφ. 113, αξιώνοντας το ποσό των €639,888.47 ως το 40% της κατ' ισχυρισμό συνολικής ζημιάς του Έργου (€1.599.721,18), απειλώντας με καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός 21 ημερών (ήτοι μέχρι τις 20/03/2025). Η Ενάγουσα απορρίπτει την απαίτηση ως εντελώς αβάσιμη, αντιπαραβάλλοντας τα εξής οικονομικά δεδομένα: Ενώ ο Δήμος Λευκωσίας πλήρωνε την Εναγόμενη, η τελευταία, κατά παράβαση σχετικής δέσμευσης της (ημερ. 02/02/2022), δεν απέδιδε τα ποσά στην Κοινοπραξία. Συγκεκριμένα, εισέπραξε €4.738.031,15, απέδωσε μόλις €1.654.472,02 και κατακράτησε παράνομα €3.083.559,39. Περαιτέρω, η Κοινοπραξία πλήρωσε έξοδα Έργου ύψους €3.729.486, με το ποσό της καθαρής χρηματοδότησης να ανέρχεται σε €2.075.030. Η Εναγόμενη δεν συνεισέφερε τίποτα και η Ενάγουσα κάλυψε εξ ολοκλήρου το ποσό αυτό. Με βάση τα έξοδα που η ίδια η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πλήρωσε (€2.731.442,52) σε σχέση με τα χρήματα που κατακράτησε, βρίσκεται σε θετική ταμειακή ροή (πλεόνασμα €352.116,87). Σύμφωνα με τον όρο 11.1 της συμφωνίας, ο καταμερισμός ζημιών γίνεται αφού ληφθούν υπόψη οι χρηματοδοτήσεις. Συνεπώς, η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα το μερίδιο της ζημιάς που της αναλογεί (€959.832,71) πλέον το αναλογούν ποσό από το πλεόνασμα που κατακράτησε (€352.116,87). Η Εναγόμενη οφείλει επιπλέον εκατομμύρια στην Ενάγουσα λόγω συστηματικής άρνησης χρηματοδότησης της Κοινοπραξίας (οφειλή €4.520.714 βάσει οικονομικών καταστάσεων του 2024, πλέον μεταγενέστερων συνεισφορών). Επίσης οφείλει €307.647,99 δυνάμει ξεχωριστής Σύμβασης Υπεργολαβίας (για το οποίο η Ενάγουσα έχει ήδη επιδώσει απαίτηση στη βάση του άρθρου 212(α) από τις 23/01/2025) και €49.246,87 δυνάμει Συμφωνίας Συνεργασίας.

 

Το χρέος αμφισβητείται καλόπιστα και ουσιαστικά. Η Απαίτηση Πληρωμής εκ μέρους της Εναγόμενης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση αθέμιτης πίεσης ώστε η Ενάγουσα να μην προωθήσει τις δικές της νόμιμες αξιώσεις εκατομμυρίων. Εάν επιτραπεί η καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης κατά της Ενάγουσας, η ζημιά θα είναι μη αποτιμητή σε χρήμα και καταστροφική: Θα παγοποιηθούν αμέσως οι τραπεζικοί της λογαριασμοί, παραλύοντας την καθημερινή κατασκευαστική της δραστηριότητα (πληρωμές μισθών, υπεργολάβων, προμηθευτών). Βάσει του Όρου 63.1 των Δημοσίων Συμβάσεων, οι αναθέτουσες αρχές αποκτούν αυτόματο δικαίωμα τερματισμού των υφιστάμενων συμβολαίων της Ενάγουσας για δημόσια έργα, απλώς και μόνο με την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης (ανεξαρτήτως αν αυτή είναι βάσιμη). Θα πληγεί ανεπανόρθωτα η εμπορική πίστη, η φήμη και η πιστοληπτική ικανότητα τόσο της Ενάγουσας όσο και ολόκληρου του Ομίλου, προκαλώντας αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις (φαινόμενο ντόμινο).

 

 Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας, ως αναφέρει, είναι προφανές πως η Ενάγουσα αμφισβητεί, βάσιμα και καλόπιστα, το ισχυριζόμενο χρέος που αποτελεί το αντικείμενο της Απαίτησης Πληρωμής, και ότι η Εναγόμενη δεν είναι πιστωτής της Ενάγουσας. Περαιτέρω, η Απαίτηση Πληρωμής δεν επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Ενάγουσας. Συνεπώς, σε περίπτωση που καταχωρείτο αίτηση εκκαθάρισης από την Εναγόμενη στη βάση της Απαίτησης Πληρωμής αυτή θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία και, ως τέτοια, θα συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επομένως, είναι ορθό και δίκαιο κατά τη θέση τους όπως εκδοθεί τελικό διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να καταχωρήσει και προωθήσει αίτηση για εκκαθάριση της Ενάγουσας στη βάση της Απαίτησης Πληρωμής. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε υπεράσπιση είτε ως θέμα γεγονότων είτε ως θέμα δικαίου στην Απαίτηση της Ενάγουσας.

 

Πρόσθετα, το ζήτημα της καταχρηστικότητας ενδεχόμενης αίτησης εκκαθάρισης της Ενάγουσας από την Εναγόμενη στη βάση της Απαίτησης Πληρωμής έχει ήδη κριθεί υπέρ της Ενάγουσας στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 17/3/25, και δεν υπάρχει έδαφος για να αποφασιστεί κάτι διαφορετικό σε τελικό στάδιο. Περαιτέρω, η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της Απαίτησης, και δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Αν η Απαίτηση εκδικαζόταν μετά από πλήρη ακρόαση, αυτό θα συνεπαγόταν μια άσκοπη σπατάλη δικαστικών πόρων και χρόνου, καθώς και δικηγορικών εξόδων, καθώς η έκβαση της είναι προδιαγεγραμμένη. Είναι η θέση τους ότι, με βάση τη μαρτυρία, η Εναγόμενη δεν έχει προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της Απαίτησης, και δεν γνωρίζουν άλλο λόγο για τον οποίο η Απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι (διατηρείται η ορθογραφία και η σύνταξη):

1.   Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε εκβιαστικά και/ή για να εξασκήσει πίεση και/ή να ταλαιπωρήσει και/ή εκβιάσει την Καθ’ ης η Αίτηση και/ή η Αιτήτρια καταχράται την δικαστική διαδικασία (abuse of process) για αλλότριο σκοπό.

2.    Δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης δυνάμει του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023:

(α) Δεν αποδεικνύεται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει πραγματικές προοπτικές επιτυχίας στην υπεράσπισή της (real prospect of successfully defending the claim).

(β) Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει ορατή και/ή καμία πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσής της.

(γ) Υπάρχουν άλλοι συναρτώμενοι λόγοι για τη διεξαγωγή πλήρους δίκης.

3.    Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή από αυτή ελλείπει το ορθό νομικό και/ή δικονομικό υπόβαθρο και/ή ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο και/ή τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντινομικά.

4.    Υφίστανται πραγματικά και νομικά αμφισβητούμενα ζητήματα τα οποία χρήζουν πλήρους εκδίκασης, περιλαμβανομένων ζητημάτων λογιστικής φύσεως αναφορικά με τους λογαριασμούς και τα οικονομικά αποτελέσματα της κοινοπραξίας μεταξύ των μερών.

5.    Η συνοπτική διαδικασία δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την εξέταση πολύπλοκων λογιστικών και οικονομικών ζητημάτων τα οποία απαιτούν μαρτυρία εμπειρογνώμονα και/ή λεπτομερή εξέταση των λογαριασμών της κοινοπραξίας.

6.    Το αιτούμενο διάταγμα (anti-suit) το οποίο εμποδίζει την Καθ’ ης η Αίτηση από την άσκηση ή συνέχιση νομικής διαδικασίας αντίκειται στο Άρθρο 30(1) και (3) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη.

7.    Τα ίδια τα δικόγραφα και/ή οικονομικές καταστάσεις και/ή λοιπά έγγραφα της Αιτήτριας αναγνωρίζουν/παραδέχονται οφειλή ύψους €621,476 προς την Καθ’ ης η Αίτηση, γεγονός που υπονομεύει την ίδια την αίτηση για Συνοπτική Απόφαση.

8.    Η Αιτήτρια είναι αναξιόχρεη και/ή αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της και/ή είναι ξεχωριστή νομική οντότητα από άλλες εταιρείες του ομίλου της.

9.    Υπάρχει στη διάθεση της Αιτήτριας διάταγμα επικύρωσης συναλλαγών (validation order) δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το οποίο αποτελεί επαρκή θεραπεία για οποιαδήποτε ανησυχία της Αιτήτριας αναφορικά με μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων ή άλλες πράξεις διαχείρισης εκκρεμοδικίας, καθιστώντας αχρείαστο το διάταγμα που ζητείται.

10.  Το ενδιάμεσο διάταγμα εκδόθηκε με διαφορετικά κριτήρια και χαμηλότερη αποδεικτική οδό, και η οριστικοποίησή του ή/και η έκδοσή του ως συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να βασίζεται στον ίδιο πήχη.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Νικόλαου Λοή, Διευθύνοντα Σύμβουλου της LOIS BUILDERS LTD (Εναγομένης-Καθ’ ης η αίτηση), ο οποίος δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Καθ’ ης η Αίτηση να προβει στην ένορκη δήλωση.

 

Γνωρίζει, ως αναφέρει, προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθότι είναι το πρόσωπο που χειρίζεται αποκλειστικά από πλευράς Εναγόμενης όλα τα ζητήματα που αφορούν την επίδικη Σύμβαση Κοινοπραξίας και τις απορρέουσες εξ αυτής υποχρεώσεις. Όπου αναφέρεται σε νομικά ζητήματα, έχει λάβει τη συμβουλή των νομικών συμβούλων τους.

 

Αρνείται ότι η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Τουναντίον, διατηρεί σοβαρή, ουσιαστική, καλόπιστη και αξιόπιστη υπεράσπιση, η οποία θεμελιώνεται σε έγγραφα, λογιστικά δεδομένα και σε ομολογίες της ίδιας της Ενάγουσας που ανατρέπουν τον πυρήνα της αίτησης.

 

Υιοθετεί, για σκοπούς της παρούσας, ένορκη δήλωση του ημερ. 12.05.2025 η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης στην  αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα, μαζί με τα Τεκμήρια που τη συνοδεύουν, τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του ημερ. 30/6/2025 καθώς και την Υπεράσπιση με τις Προδικαστικές Ενστάσεις. Η μαρτυρία που προσέφερε η Καθ’ ης η αίτηση στα πλαίσια της αίτησης για ενδιάμεσο Διάταγμα συνοψίζεται ως ακολούθως : Οι Αιτητές προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, παρουσιάζοντας τη σχέση τους ως μια απλή σχέση «Εργολάβου – Υπεργολάβου», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για Κοινοπραξία (Joint Venture). Η Συμφωνία Υπεργολαβίας (16.07.2021) έγινε καθαρά για «λογιστική τάξη» και για να νομιμοποιηθεί η παρουσία των Αιτητών στο εργοτάξιο του Δήμου Λευκωσίας (αφού ο Δήμος είχε συμβληθεί μόνο με την Καθ' ης η Αίτηση). Από τον Φεβρουάριο του 2023, οι Αιτητές είχαν τον πλήρη οικονομικό έλεγχο των λογαριασμών της Κοινοπραξίας. Πλήρωσαν €2,5 εκατομμύρια σε τρίτους υπεργολάβους, αλλά σκοπίμως δεν πλήρωσαν ποτέ τους εαυτούς τους για 2-3 χρόνια, κάτι που αποδεικνύει ότι δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους πραγματικούς υπεργολάβους. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές της οφείλουν χρήματα και όχι το αντίθετο. Βάσει της Συμφωνίας Κοινοπραξίας, οι Αιτητές επωμίζονται το 40% των ζημιών και η Καθ' ης η Αίτηση το 60%. Το έργο είχε ζημιά €1.599.721,18, άρα οι Αιτητές οφείλουν άμεσα €639.888,47 στην Καθ' ης η Αίτηση (για την οποία στάλθηκε η Ειδοποίηση Απαίτησης). Η Καθ' ης η Αίτηση παραδέχεται ότι έχει λογιστική οφειλή προς την Κοινοπραξία, αλλά βάσει της συμφωνίας ημερ. 12.05.2023, αυτή η οφειλή δεν είναι άμεσα πληρωτέα (θα ξεκαθαρίσει στο τελικό οικονομικό κλείσιμο του έργου και θα συμψηφιστεί με μελλοντικά κέρδη). Οι οικονομικές καταστάσεις του 2023 και 2024 παρουσιάζουν φαινομενικά ζημιές επειδή οι Αιτητές άλλαξαν αυθαίρετα τη λογιστική πρακτική, παραλείποντας να συμπεριλάβουν μη πιστοποιημένα έσοδα και μελλοντικές διεκδικήσεις από τον Εργοδότη (Δήμο).

 

Η καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης είναι νόμιμο δικαίωμα του πιστωτή. Αν παγώσουν οι λογαριασμοί των Αιτητών, υπάρχει η νομική θεραπεία του Validation Order (Διάταγμα Επικύρωσης Συναλλαγών) από το Δικαστήριο για να συνεχίσει η εταιρεία να λειτουργεί. Ο κίνδυνος να χάσουν οι Αιτητές τα δημόσια έργα είναι ανυπόστατος, διότι συμβαλλόμενοι με το δημόσιο είναι οι Κοινοπραξίες (ξεχωριστά νομικά πρόσωπα) και όχι οι Αιτητές προσωπικά. Η Καθ' ης η Αίτηση απέστελε νόμιμα την ειδοποίηση βάσει του Άρθρου 212(α) του Κεφ. 113. Δεν υπάρχει καμία παράνομη απειλή. Η αρνητική δημοσιότητα ή η ανησυχία στην αγορά αποτελεί φυσικό εμπορικό ρίσκο και όχι «νομικά ανεπανόρθωτη ζημιά». Το διάταγμα που πέτυχαν οι Αιτητές εμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση να προσφύγει στη δικαιοσύνη αφού παραβιάζει κατάφωρα το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο δεν μπορεί σε μια αστική αγωγή να «προαποφασίσει» αν μια μελλοντική αίτηση εκκαθάρισης θα είναι καταχρηστική.

 

Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η Εναγόμενη έχει καταχωρήσει Υπεράσπιση στην οποία εγείρει 4 προδικαστικές ενστάσεις, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν εξουσία έκδοσης αντιαγωγικών διαταγμάτων (anti-suit injunctions) καθώς τέτοια διατάγματα αντίκεινται στα Άρθρα 30(1) και 30(3) του Συντάγματος και στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί προϋποθέσεων έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης στα πλαίσια πλήρους αγωγής, ότι Ενάγουσα δεν διαθέτει αγώγιμο δικαίωμα που να δικαιολογεί την παρούσα απαίτηση και ότι η απαίτηση είναι αόριστη, ασαφής και στερείται νομικής τεκμηρίωσης.

 

Είναι η θέση τους ότι η αιτούμενη θεραπεία, ήτοι οριστικό διάταγμα που να εμποδίζει την Εναγόμενη από την άσκηση του δικαιώματος της να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης, συνιστά αντιαγωγικό διάταγμα (anti-suit injunction) και ότι ως εκ τούτου, ακόμη και αν η παρούσα αίτηση πληρούσε κατά τα λοιπά τα κριτήρια της συνοπτικής απόφασης, η θεραπεία που ζητείται είναι εκ των πραγμάτων ανεπίτρεπτη αφού η οριστική αποστέρηση ενός θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος εκκαθάρισης, χωρίς πλήρη δίκη, αντίκειται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ και δεν μπορεί να εκδοθεί δια συνοπτικής διαδικασίας. Περαιτέρω, ότι σε περίπτωση κατά την οποία θα καταχωρείτο αίτηση εκκαθάρισης, προβλέπεται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 η δυνατότητα λήψης διατάγματος το οποίο επιτρέπει τη διεξαγωγή τραπεζικών συναλλαγών και τη διαχείριση της εταιρείας κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας στη βάση της οποίας ανατρέπεται εντελώς κάθε ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης βλάβης στην Ενάγουσα.

 

Είναι η θέση τους ότι τα κριτήρια για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν ικανοποιούνται στην παρούσα υπόθεση, όπου αμφισβητούνται εκτεταμένα γεγονότα, απαιτείται λογιστική πραγματογνωμοσύνη, η αξιοπιστία των μαρτύρων είναι κεντρική στην έκβαση, και η ίδια η Αιτήτρια ομολογεί στα δικόγραφα της ότι χρωστά το διεκδικούμενο ποσό εφόσον τα στοιχεία είναι ορθά. Καθοριστικής σημασίας, και παντελώς αποσιωπημένο από την Αιτήτρια στην αίτηση και στη δήλωση μάρτυρα που την υποστηρίζει, είναι το γεγονός ότι η ίδια η Αιτήτρια στην Έκθεση Απαίτησης της (παρ. 28) αναγνωρίζει ρητά ότι « το Έργο ήταν ζημιογόνο, και ότι η συνολική ζημιά υπερβαίνει το €1 εκ. Αν τα ποσά που αναφέρονται στο Παράρτημα Α της Απαίτησης Πληρωμής είναι ορθά, προκύπτει ζημιά ύψους €1.599.721,18, και όντως η ζημιά που αναλογεί στην Ενάγουσα ανέρχεται σε €639.888,47.» Σύμφωνα με τη θέση τους η πιο πάνω παραδοχή πλήττει την αίτηση για συνοπτική απόφαση εφόσον η Αιτήτρια ομολογεί ότι ο Έργο ήταν πράγματι ζημιογόνο και άρα η απαίτηση της Εναγόμενης δεν είναι επινοημένη ή φανταστική, ότι αν τα οικονομικά στοιχεία είναι ορθά, η ζημιά που στην Αιτήτρια θα ήταν €639.888,47 (ήτοι το ποσό που ζητά η Καθ’ ης η Αίτηση) και  ότι η μοναδική αμφισβήτηση της αφορά στην ακρίβεια των οικονομικών στοιχείων, ζήτημα που αναπόφευκτα απαιτεί πλήρη ακρόαση.

 

Επιπρόσθετα, ως αναφέρει, οι Αιτητές μέσω της ΕΔ ΘΚ επιβεβαιώνουν ότι οφείλουν ποσό πέραν των €620.000 στην Καθ' ης η Αίτηση για το έργο Καινοτομίας. Οι Αιτητές παραδέχονται ρητώς στην εν λόγω παράγραφο ότι για το έτος που λήγει 30.09.2023 οφείλουν το ποσό των €288.813, ενώ για το έτος που λήγει 30.09.2024 παραδέχονται ότι οφείλουν το ποσό των €149.197. Επομένως, εάν συνυπολογιστεί ότι στα πρακτικά ημερομηνίας 19.04.2023, τα οποία αποτελούν μέρος της Συμφωνίας ημερομηνίας 12.05.2023, οι Αιτητές παραδέχονται την οφειλή τους για το ποσό των €183.466 για το έτος εκείνο, επί της ουσίας, οι Αιτητές παραδέχονται ότι οφείλουν το ποσό των €621.476, για το έργο. Δηλαδή, ποσό το οποίο δεν έχει ουσιαστική διαφορά από το ποσό της ειδοποίησης απαίτησης, που η Καθ' ης η Αίτηση αξιώνει.

 

Προβάλλεται επίσης από τον ομνύοντα ότι το κεντρικό σημείο της παρούσας διαφοράς έγκειται στους λογαριασμούς της Κοινοπραξίας στο Έργο «Κέντρο Επιχειρηματικής Καινοτομίας – Αποκατάσταση Παλιάς Δημοτικής Αγοράς» του Δήμου Λευκωσίας (το «Έργο»). Οι λογαριασμοί αυτοί αμφισβητούνται εκτεταμένα ως προς τον συνολικό όγκο εσόδων που εισπράχθηκαν για λογαριασμό της Κοινοπραξίας αλλά ουδέποτε αποδόθηκαν σε αυτήν, τον ορθό χαρακτηρισμό δαπανών, τη μη απόδοση εσόδων ύψους €3.000.000 περίπου που αναγνωρίζει ρητά η ίδια η Αιτήτρια (παρ. 26 Εκθ. Απαίτησης) και το τελικό χρεωπιστωτικό υπόλοιπο κάθε μέρους. Τα ζητήματα αυτά απαιτούν λεπτομερή ανάλυση λογιστικών δεδομένων, εξέταση τραπεζικών κινήσεων, συμβολαίων εργολαβίας, τιμολογίων, αλληλογραφίας και πραγματογνωμοσύνη από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Η απαίτηση για πραγματογνωμοσύνη από μόνη της αποτελεί επιτακτικό λόγο να απορριφθεί η αίτηση.

 

Επισημαίνει ότι η Αιτήτρια, στην Έκθεση Απαίτησης της (παρ. 27), αναγνωρίζει ότι η Κοινοπραξία εισέπραξε έσοδα ύψους €1.654.456, ενώ κατέβαλε δαπάνες ύψους €3.729.486, ήτοι χρηματοδότησε το Έργο κατά €2.075.030, ποσό και ή χρηματοδότηση που προκύπτει από τα αναφερόμενα της ίδιας της Αιτήτριας ότι πρέπει να αποδοθεί στην Κοινοπραξία ενώ το ίδιο το έργο παρουσίασε κατά κοινή παραδοχή της Αιτήτριας και της Εναγόμενης ζημιά πέραν που €1,500,000 και ως εκ τούτου θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενη  και κατανοητή η ανάγκη χρηματοδότησης του Έργου. Αντίθετα, η Αιτήτρια παρουσιάζει το εν λόγω γεγονός ως ευθύνη ή παράλειψη της Εναγόμενης. Η εκκαθάριση αυτή δεν έχει γίνει, και σε αυτήν σίγουρα προκύπτει σοβαρή αμφισβήτηση, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπολογιστεί κανένα τελικό υπόλοιπο στο στάδιο αυτό. Περαιτέρω, επισημαίνει το γεγονός ότι από τον Φεβρουάριο του 2023, κατόπιν συμφωνίας των μερών, ο πλήρης έλεγχος και η διαχείριση όλων των τραπεζικών λογαριασμών της Κοινοπραξίας (Eurobank) μεταβιβάστηκε αποκλειστικά στους εκπροσώπους της Αιτήτριας. Τούτο σημαίνει ότι για διάστημα άνω των δύο ετών, η Αιτήτρια είχε τον απόλυτο και αποκλειστικό έλεγχο των χρηματικών ροών της Κοινοπραξίας. Σημειώνει ότι το σχετικό έγγραφο (Mandate for Partnership Account / Alteration of Signatories ημερ. 24.02.2023) μαζί με το πρακτικό ημ. 22.02.2023 που αποτελούν καθοριστικό έγγραφο ρύθμισης ή και περιορισμού των ευθυνών των αντίδικων μερών δεν γνωστοποιήθηκε ποτέ από την Αιτήτρια στο Δικαστήριο κατά την αίτηση ενδιαμέσου διατάγματος.

 

Η αλήθεια είναι ότι κατά την περίοδο κατά την οποία η Αιτήτρια κατείχε τον πλήρη έλεγχο του λογαριασμού, η Κοινοπραξία κατέβαλε στους λοιπούς υπεργολάβους του Έργου συνολικό ποσό €2.555.627,26. Παρά ταύτα, η Αιτήτρια ουδέποτε εξόφλησε τον εαυτό της το υπόλοιπο ποσό για τις κατ’ ισχυρισμόν «αμισθί υπηρεσίες» που λέει ότι παρείχε ως «υπεργολάβος». Η εξήγηση είναι προφανής: η σχέση δεν ήταν εργολάβου-υπεργολάβου αλλά κοινοπρακτική, και ως μέρος κοινοπραξίας, η Αιτήτρια δεν δικαιούται άμεση πληρωμή από τον λογαριασμό, αλλά κατανομή κερδών/ζημιών. Εξ αυτού προκύπτει ότι ουδείς κατ’ αρχήν νόμιμος λόγος για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης υφίσταται. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο της συμφωνίας των μερών ημ. 22/2/2023, δεν νοείται συνεισφορά στον τραπεζικό λογαριασμό για ποσό πέραν του €1.000.000, περιορισμό που η Αιτήτρια παραβίασε σε πολλαπλάσιο βαθμό. Επίσης, σύμφωνα και πάλι με το ίδιο το συμφωνητικό, συμφωνήθηκε ότι η Αιτήτρια θα αποζημιώσει την Καθ’ ης η Αίτηση για οποιαδήποτε απώλεια ή ζημία που θα προκύψει αποκλειστικά από τη λειτουργία των λογαριασμών της Κοινοπραξίας.

 

Προσθέτει ότι η Αιτήτρια χρηματοδότησε την Κοινοπραξία εν μέρει μέσω κεφαλαίων που προέρχονται από άλλες εταιρείες του ομίλου της οι οποίες βρίσκονται στο εξωτερικό. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει, την οικονομική της ισχύ ή φερεγγυότητα. Τουναντίον, αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο, ότι, η ίδια η Αιτήτρια, ως ξεχωριστή νομική οντότητα, δεν διέθετε εξ ιδίων τα απαραίτητα κεφάλαια και αναγκάστηκε να βασιστεί σε χρηματοδότηση από άλλη εταιρεία του ομίλου. Η εξάρτηση της Αιτήτριας από κεφάλαια εταιρείας του ομίλου δεν επιβεβαιώνει την οικονομική της επάρκεια. Αντίθετα, αναδεικνύει την αδυναμία της ως αυτόνομης νομικής οντότητας να αντεπεξέλθει στις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι της Κοινοπραξίας. Τα κεφάλαια άλλης εταιρείας του ομίλου δεν ανήκουν στην Αιτήτρια, δεν αποτελούν δικό της ενεργητικό, και δεν μπορούν να αξιολογηθούν ως τεκμήριο της δικής της φερεγγυότητας, με αποτέλεσμα να προκύπτει, ελλείψει άλλων στοιχείων, ότι η Αιτήτρια δεν είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη της.

 

Πέραν των πιο πάνω εισηγείται ότι η φύση του επιζητούμενου οριστικού διατάγματος που να εμποδίζει την Εναγόμενη από την άσκηση του νόμιμου δικαιώματoς της να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης, δεν επιτρέπει συνοπτική εκδίκαση. Αποτελεί οριστική θεραπεία που προϋποθέτει πλήρη και οριστική κρίση επί των ουσιαστικών δικαιωμάτων των μερών. Αντίκειται στη φύση και τον σκοπό της συνοπτικής εκδίκασης, η οποία αποσκοπεί στη διευθέτηση υποθέσεων χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση όχι στην οριστική αποστέρηση νομίμων δικαιωμάτων χωρίς πλήρη ακρόαση. Η αίτηση εκκαθάρισης ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου αποτελεί νόμιμο δικαίωμα κάθε πιστωτή βάσει του Περί Εταιρειών Νόμου. Επί της ουσίας, η μόνιμη αναστολή δικαιώματος εκκαθάρισης χωρεί μόνον εφόσον το δικαστήριο διαγνώσει, μετά από πλήρη ακρόαση, ότι η οφειλή είναι μηδενική ή αβάσιμη σε βαθμό που η υποβολή αίτησης εκκαθάρισης θα αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας και/ή ότι δεν υπάρχει καμία πραγματική διαφορά που να δικαιολογεί δικαστική εξέταση. Κανένα από τα δύο δεν ισχύει εν προκειμένω.

 

Είναι η θέση του ότι για να κριθεί η υποβολή αίτησης εκκαθάρισης ως κατάχρηση διαδικασίας, η αμφισβήτηση του χρέους πρέπει να είναι ουσιώδης, καλόπιστη και με αποδεικτικό υπόβαθρο, και να ανάγεται στην ίδια την ύπαρξη και τη νομική βάση του χρέους, όχι απλώς στο ύψος του. Αμφισβήτηση μόνο του ποσού δεν αρκεί για την αποστέρηση νόμιμου δικαιώματος καταχώρησης αίτησης εκκαθάρισης. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια αναγνωρίζει ρητά στα δικόγραφά της (παρ. 28 Εκθ. Απαίτησης) ότι «αν τα ποσά... είναι ορθά, η ζημιά που αναλογεί στην Ενάγουσα ανέρχεται σε €639.888,47». Αυτό δεν είναι αμφισβήτηση του χρέους, είναι αμφισβήτηση των αριθμητικών στοιχείων. Η νομική βάση της Κοινοπραξίας, η εκτέλεση του Έργου, η ζημιογόνα φύση του και η υποχρέωση καταμερισμού ζημιών είναι, θεωρεί, παραδεκτά. Άρα, η οφειλή υπάρχει απλώς αμφισβητείται το ακριβές ύψος της. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Εναγόμενη, ως πιστωτής της Κοινοπραξίας, ήταν και είναι απολύτως δικαιωμένη να προβεί σε Απαίτηση Πληρωμής δυνάμει του άρθρου 212(α) Κεφ. 113. Η πράξη αυτή δεν αποτελεί κατάχρηση αλλά αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος.

 

Ως ο ομνύων επίσης εισηγείται η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 14/11/2025 εκδόθηκε στη βάση εντελώς διαφορετικού νομικού κριτηρίου και δεν δεσμεύει το Δικαστήριο κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ουδεμία τελεσίδικη κρίση έχει εκδοθεί αναφορικά με τα ουσιαστικά δικαιώματα των μερών ως επίσης και ότι οι ενόρκως δηλούντες δεν έχουν υποβληθεί σε αντεξέταση ούτε επαληθεύτηκε η αξιοπιστία τους. Ουσιαστικά, η Αιτήτρια επιδιώκει να μετατρέψει σε μόνιμη θεραπεία ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς ακρόαση, χωρίς έλεγχο της μαρτυρίας και χωρίς καμία τελεσίδικη κρίση επί των ουσιαστικών δικαιωμάτων των μερών, και μάλιστα δια συνοπτικής διαδικασίας.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη θέση τους υπάρχουν «επιτακτικοί λόγοι» για τους οποίους η υπόθεση πρέπει να εκδικαστεί με πλήρη διαδικασία. Συγκεκριμένα, ότι απαιτείται λογιστική πραγματογνωμοσύνη για τον έλεγχο, την επαλήθευση και τον υπολογισμό των κοινοπρακτικών λογαριασμών, εξέταση και αντεξέταση μαρτύρων για τον  τρόπο με τον οποίο η Αιτήτρια διαχειρίστηκε τα κεφάλαια και τις πληρωμές της Κοινοπραξίας κατά τη διάρκεια αποκλειστικού ελέγχου των λογαριασμών. Περαιτέρω, η αιτούμενη θεραπεία είναι εκ φύσεως οριστική και ανέκκλητη και αν εκδοθεί με συνοπτική απόφαση θα παρακώλυε δια παντός την άσκηση νόμιμου δικαιώματος, εκκρεμεί δε Αίτηση Εκκαθάρισης αρ. 165/2025 ενώπιον του ΕΔ Λευκωσίας, η οποία άπτεται της ίδιας διαφοράς και η παρούσα απαίτηση και η αίτηση εκκαθάρισης αλληλεξαρτώνται άμεσα. Τέλος, η μη γνωστοποίηση κρίσιμων εγγράφων από την Αιτήτρια αποτελεί αυτοτελή επιτακτικό λόγο για πλήρη ακρόαση, ούτως ώστε το Δικαστήριο να αξιολογήσει ολόκληρο το πραγματολογικό πλαίσιο της υπόθεσης

 

Οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου  και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι τόσο με την αίτηση, όσο και την αγόρευση της Αιτήτριας προωθήθηκε μόνο το αιτητικό Α της Απαίτησης.  Απαντήσεις στα διάφορα επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Η Αίτηση βασίζεται στο Μέρος 24 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.  Ανατρέχοντας στον Κανονισμό 24.2, προβλέπονται τα εξής:

 

24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης

(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

(α) κρίνει ότι:

(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Στη βάση του Κανονισμού 24.6. τα διατάγματα τα οποία δύναται να εκδώσει το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, δυνάμει του Μέρους 24 περιλαμβάνουν (α) απόφαση επί της απαίτησης, (β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης, (γ) απόρριψη της αίτησης, (δ) διάταγμα υπό όρους. Το Δικαστήριο δύναται επίσης: (α) να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης· (β) να δώσει περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης. Η διαδικασία για υποβολή αίτησης για συνοπτική απόφαση καθορίζεται στον Κανονισμό 24.3. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση θα πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης προτού ο ενάγοντας να δικαιούται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εκτός αν εξασφαλίσει προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου. Αν καταχωρηθεί δε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον εναγόμενου και ο τελευταίος δεν έχει ακόμη καταχωρίσει υπεράσπιση τότε δεν χρειάζεται να προβεί σε τέτοια καταχώριση πριν από την ακρόαση.

 

Στη βάση του Κανονισμού 24.4(1) η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 και πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία. Στη βάση του Μέρους 23, αν ο αιτητής στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία εμφανίζονται στον φάκελο του δικαστηρίου, τα γεγονότα αυτά αναφέρονται συγκεκριμένα στην αίτηση. Αν ο αιτητής στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία παρατίθενται σε γραπτή μαρτυρία, αυτό αναφέρεται ειδικά στην αίτηση και οι σχετικές ένορκες δηλώσεις ή η γραπτή μαρτυρία προσδιορίζονται και επισυνάπτονται στην αίτηση, (εκτός αν αυτές έχουν ήδη καταχωριστεί στο δικαστήριο στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης). Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας που καταχωρείται επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας (Κ.24.5(5)). Με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 24.4(2) και (3):

 

«(2) Η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή:

(α) προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και

(β) αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

 

(3) Εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5(2).»

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025 ημερ. 11/2/2026, λέχθηκαν τα ακόλουθα με παραπομπή στην απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91:

 

«To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:

 .....................................

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 «Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα. Επιτυγχάνει την αποστολή του. Αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή είναι η κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.»

 

Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Σε σχέση με την εφαρμογή των νέων Κανονισμών που αφορούν το θέμα που απασχολεί στην παρούσα, μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από τον τρόπο εφαρμογής των αντίστοιχων αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR r.24.2) οι οποίοι είναι πανομοιότυποι με τους υπό κρίση Κυπριακούς Κανονισμούς και από την απόφαση στην Διογένους, πιο πάνω.

Στην παράγραφο 24.2.3 του White Book του 2021 αναφέρονται σχετικά τα εξής:

 

«The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:    

 

i)      The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;

ii)     A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];

iii)    In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;

iv)    This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases, it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];

v)     However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;

vi)    Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3;

vii)  On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725.»

 

Το βάρος απόδειξης σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι στους ώμους του αιτητή να αποδείξει ότι η υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας (Βλ. το νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, παρα.34.11, στη σελ.620). Περαιτέρω, στην παράγραφο 24.2.5 του White Book (πιο πάνω) υπό τον τίτλο «Burdens of proof» αναφέρονται τα εξής :

 

«In ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; EWCA 472, it was said that under r24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial [.] If the applicant adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief [.] The language or r. 24.2 ("no real prospect. no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test.  The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]).  In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 a [29]).  However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91).  Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side.  Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep., CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd [1999] 1 All E.R. 1007, per  Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to set aside default judgments).  When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on an application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550, CA).»

 

Προχωρώντας στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης, αρχίζοντας από τις τυπικές προϋποθέσεις σημειώνεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση έχει καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης στις 17.4.25 και πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ρητά ότι, η Ενάγουσα, με βάση τη μαρτυρία, πιστεύει, ότι η Εναγόμενη δεν έχει καμία πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος, για τον οποίο η παρούσα υπόθεση ή τα επίδικα με την Απαίτηση ζητήματα να πρέπει να αποφασιστούν στο πλαίσιο ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει συμμορφωθεί με τις τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 24.

 

Ως προς την ουσία της αίτησης, εκείνο που επιβάλλεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι, υπό το φως της πιο πάνω τεθείσας νομολογίας, κατά πόσον η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν υπάρχει κάποιος άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Και οι δύο πλευρές υιοθέτησαν τη μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 17.3.25 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η μαρτυρία εκτίθεται εκτενώς στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.14.11.25 και συνοψίζεται πιο πάνω.

 

Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας, ο κανόνας που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι σε τέτοιου είδους διαδικασίες εκδίδονται απαγορευτικά διατάγματα που εμποδίζουν την καταχώρηση και προώθηση αίτησης εκκαθάρισης όταν μια τέτοια πιθανή αίτηση θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Η πιθανή αίτηση εκκαθάρισης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία όταν χρέος που αποτελεί το αντικείμενο της τελεί υπό εύλογη και ουσιαστική αμφισβήτηση, ή όπου δεν συντρέχει κάποια άλλη προϋπόθεση της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης (π.χ. όπου η επίδοση της απαίτησης πληρωμής δεν είναι ορθή). Στη βάση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί από την Αιτήτρια, είναι, σύμφωνα με τη θέση του κου Δημητριάδη προφανές πως η Ενάγουσα αμφισβητεί, βάσιμα και καλόπιστα, το κατ’ ισχυρισμό χρέος που αποτελεί το αντικείμενο της Απαίτησης Πληρωμής, και ότι η Εναγόμενη δεν είναι πιστωτής της Ενάγουσας. Περαιτέρω, η Απαίτηση Πληρωμής δεν επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Ενάγουσας, κατά παράβαση των προϋποθέσεων του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση που καταχωρείτο αίτηση εκκαθάρισης από την Εναγόμενη στη βάση της Απαίτησης Πληρωμής αυτή θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία και, ως τέτοια, θα συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Βασική θέση της Αιτήτριας είναι ότι δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης, είτε στη βάση των γεγονότων είτε ως θέμα δικαίου, στην απαίτηση της Ενάγουσας.

 

Ο συνήγορος πρόσθεσε ότι σε Απαιτήσεις ως η παρούσα, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με το ποιος έχει τελικά δίκαιο ως προς το κατά πόσο οφείλεται ή όχι το ισχυριζόμενο χρέος. Ασχολείται μόνο με το κατά πόσο η Ενάγουσα αμφισβητεί το ισχυριζόμενο χρέος καλόπιστα και ουσιαστικά. Αν η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι θετική, τότε το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να εκδώσει την αιτούμενη θεραπεία και να απαγορεύσει την καταχώριση και προώθηση αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της Ενάγουσας στη βάση της Απαίτησης Πληρωμής. Το ζήτημα αυτό, δεν χρειάζεται να αποφασιστεί σε δίκη αφού το υλικό που ήδη υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να εκδοθεί απόφαση συνοπτικά στο παρόν στάδιο. Πρόσθεσε ότι το ζήτημα καταχρηστικότητας ενδεχόμενης αίτησης εκκαθάρισης, έχει ήδη κριθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης Προσωρινού Διατάγματος υπέρ της Ενάγουσας και ότι έχει επίσης ήδη κριθεί το ότι σε περίπτωση που η Εναγόμενη καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης της Ενάγουσας, η ζημιά που θα προκληθεί στην Ενάγουσα θα είναι ανεπανόρθωτη. Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αφού θα μπορεί  να προωθήσει τις αξιώσεις της μέσω πολιτικής αγωγής.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση, από την άλλη, πρόβαλε τη θέση ότι η Εναγόμενη  διαθέτει σοβαρή, ρεαλιστική και πλήρως τεκμηριωμένη υπεράσπιση, βασισμένη σε έγγραφα, λογιστικά δεδομένα και σε ομολογίες της ίδιας της Ενάγουσας ενώ η πολυπλοκότητα και η αμφισβητούμενη φύση των γεγονότων συνιστούν αφ’ εαυτών επιτακτικό λόγο για πλήρη εκδίκαση. Σύμφωνα με τη θέση του η αμφισβήτηση από την Αιτήτρια των υφιστάμενων οικονομικών στοιχείων, συνιστά ζήτημα που απαιτεί πλήρη ακρόαση. Δεχόμενος ότι «η καρδιά της παρούσας διαφοράς έγκειται στους λογαριασμούς της Κοινοπραξίας στο Έργο», οι οποίοι αμφισβητούνται εκτεταμένα από την Ενάγουσα, εισηγήθηκε ότι τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να επιλυθούν στη βάση των ενόρκων δηλώσεων αλλά «απαιτούν λεπτομερή ανάλυση λογιστικών δεδομένων, εξέταση τραπεζικών κινήσεων, συμβολαίων εργολαβίας, τιμολογίων, αλληλογραφίας και πραγματογνωμοσύνη από ανεξάρτητο λογιστή/εμπειρογνώμονα» και ότι «η απαίτηση για πραγματογνωμοσύνη μόνη της αποτελεί επιτακτικό λόγο να απορριφθεί η αίτηση».

 

Θα πρέπει καταρχάς να αναφερθεί ότι τόσο στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας όσο και των αγορεύσεων των μερών η Ενάγουσα αμφισβητεί, βάσιμα και καλόπιστα, το κατ’ ισχυρισμό χρέος που αποτελεί το αντικείμενο της Απαίτησης Πληρωμής.

 

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σε ό,τι αφορά την Εταιρεία G.Paraskevaides(1966) Ltd, Πολιτική Έφεση 2/2024 ημερ.9.3.21 λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά:

 

«Η υπόθεση Re a Company (Νο.003079 οf 1990) and other petitions (1991)BCLC 235,236 βεβαιώνει τα πιο πάνω ως εξής:

 

"It is well established that if an application is made to the court to restrain the presentation of a petition or to restrain advertisement of a petition which has already been presented on the ground that the creditor's debt is disputed, the court will grant the restrain asked for if it is satisfied that the debt is disputed on substantial and bona fide grounds [xxx].

 

Kαι παρακάτω:

 

In my judgment the test which I ought to apply is the test which appears from Stonegate Securities v. Gregory and Mann v. Goldstein, that is to say if I can see now that the petition, if and when it comes on for substantive hearing, is bound to be dismissed because the locus standi of the petitioners is disputed, then it would be appropriate to strike out the petitions and not to leave them on file with a view to their coming back before the court at some future time, when the result will inevitably be the one that I have indicated".

 

Στο Σύγγραμμα Commercial Litigation Pre-emptive remedies”, Thomson, Sweet & Maxwell 2007, A7-073, εξηγείται το βάρος που έχει να καταδείξει ο αιτούμενος τη διαγραφή του Petition για εκκαθάριση.  Είναι αυτό του  "genuine tribal issue", σε ελεύθερη μετάφραση «γνήσιο συζητήσιμο θέμα» ή «καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση», ότι το «χρέος» δεν οφείλεται εύλογα και γνήσια.

 

Όταν λοιπόν καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, δικαιωματικά (as of right), η εταιρεία μπορεί να επιτύχει παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης ή ακόμη και προληπτικά να επιτύχει διάταγμα απαγορευτικό της καταχώρησης τέτοιας Αίτησης (Petition).

 

Στη Stonegate Securities Ltd v. Gregory [1980]1 All E.R. 241 αναφέρονται στην προμετωπίδα, τα εξής:

"Since there was a bona fide dispute whether the money was presently due from the company to the defendant and there was evidence that the defendant was nonetheless threatening to present a petition on the basis that it was so due, the company was entitled as of right to an injunction restraining the defendant from presenting a petition for the winding up of the company on that basis."

 

Και παρακάτω στη σελ.249:

"Winding-up proceedings are not suitable proceedings in which to determine a genuine dispute whether the company owes the sum in question".

 

Eίναι φανερό κατά την κρίση μας, ότι το τελικό συμπέρασμα για το γνήσιο και εύλογο του χρέους ή για το γνήσιο της αμφισβήτησης της απαίτησης προϋποθέτει μια αξιολόγηση συναρτώμενη με την αξιοπιστία μαρτύρων και εν γένει μαρτυρικού υλικού που δεν μπορεί να παραμείνει στα στεγανά μιας αίτησης εκκαθάρισης.  Γι΄αυτό είναι ορθό ο έχων τη βούληση να ενεργήσει ως πιστωτής να καταχωρήσει πρώτα αγωγή και μετά από την υπέρ του εκδοθείσα απόφαση, να προχωρήσει με αίτηση διάλυσης (βλ. New Traveller's Chambers Ltd v. Cheese and Green (1894) 70 LT 271 και Re a Company (1992) 2 All E.R. 797) και Pennington's Company Law, 4th ed.679). »

 

Όσον αφορά την αμφισβήτηση εκ μέρους της αιτήτριας ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι πιστωτής της παραπέμπω στην Χατζηγιάννης ν C.&J. Κyprianou Promotions Ltd (2010) 1(B) A.A.Δ. 991, όπου δόθηκε η ερμηνεία του όρου «πιστωτής» εντός της έννοιας του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ.113. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του άρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του άρθρου 213(ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 213(1) του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224(1) του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων:

"Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει: "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ.1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol.7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen - y -van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)".

 

Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πού παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers’ Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894]70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797).»

 

Ερχόμενη στην υπόθεση της Ενάγουσας κρίνω ότι στη βάση όλων των ενώπιον μου δεδομένων έχει καταδειχθεί εκ πρώτοις όψεως και στον απαιτούμενο βαθμό, ότι δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης, ώστε η πλευρά των Εναγομένων να κληθεί να καταδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η υπεράσπιση που προβάλλουν έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας, αντικρούοντας τα όσα προβάλλονται από την Ενάγουσα στην ένορκη μαρτυρία της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ο πήχης διαπίστωσης της βάσιμης αμφισβήτησης του χρέους δεν είναι ψηλός.

 

 Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε «μίνι-δίκη» ούτε σε τελική εκκαθάριση των λογαριασμών των μερών. Το μόνο που εξετάζει είναι αν η Αιτήτρια αμφισβητεί καλόπιστα και ουσιαστικά το χρέος. Η ύπαρξη εκατέρωθεν απαιτήσεων, η κατακράτηση χρημάτων από την Καθ' ης η αίτηση και η μη συνεισφορά της στα έξοδα, αποδεικνύουν ότι το χρέος των €639.888,47 δεν είναι κοινώς αποδεκτό, αλλά αποτελεί αντικείμενο εύλογης αντιδικίας.

 

Στην υπόθεση ICS Incorporation Ltd v Michael Wilson Partners Ltd (2005) EWHC 404 (Ch) η οποία αφορούσε Εναρκτήρια Αίτηση για την έκδοση διατάγματος παρεμπόδισης καταχώρησης Αίτησης Εκκαθάρισης αποφασίστηκε στην παράγραφο 87 της απόφασης ότι:  «The principles I have to apply are not in doubt. Where there is a substantial dispute as to the whole of the debt (or, in other formulations, a bona fide dispute or a dispute on substantial grounds), the court will not normally make a winding-up order, and I ought to restrain presentation of a winding-up petition, even if (in the context of a summary judgment application) the defence could be regarded as “shadowy”. This is so even if it is otherwise shown that the company is insolvent. »

 

Σχετική με το θέμα που απασχολεί είναι και η απόφαση στην Tallington Lakes Ltd v South Kesteven District Council [2012] EWCA Civ 443, όπου αναφέρθηκε ότι: «It is well established that the threshold for establishing  that a debt is disputed on substantial grounds in the context of a winding up petition is not a high one for restraining the presentation of the winding up petition, and may be reached even if , on an application for summary judgement, the defence could be regarded as “shadowy”» (Βλ. επίσης την υπόθεση Alpha Schools (Holdings)Ltd v Signal Alpha III Fund LP [2024] EWCA 2862(Ch)).

 

Προχωρώ, τώρα, στην εξέταση του πρώτου πυλώνα της προβαλλόμενης υπεράσπισης ο οποίος αφορά τη θέση ότι λόγω της αμφισβήτησης των λογαριασμών από την Ενάγουσα απαιτείται λεπτομερής ανάλυση λογιστικών δεδομένων, εξέταση τραπεζικών κινήσεων, συμβολαίων εργολαβίας, τιμολογίων,  και πραγματογνωμοσύνη από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Η θέση αυτή, με όλο το σεβασμό στο συνήγορο της Καθ’ ης η αίτηση δεν την βοηθά να καταδείξει συζητήσιμο θέμα για να της δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης, αντίθετα, ενισχύει τη θέση της Ενάγουσας ότι η κατ’ ισχυρισμό οφειλή τελεί υπό αμφισβήτηση. Επαναλαμβάνω, ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία όταν εύλογα αμφισβητείται το κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, τότε η ενδεδειγμένη διαδικασία δεν μπορεί να είναι η αίτηση εκκαθάρισης. Έπεται πως ούτε και επιτακτικό λόγο μπορεί να αποτελέσει η θέση της Καθ’ ης η αίτηση για αναγκαιότητα παρουσίασης εμπειρογνώμονα.

 

Προβάλλεται περαιτέρω από την Καθ’ ης η αίτηση ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια έχει προβεί σε ρητή παραδοχή οφειλόμενου ποσού ύψους €621.476 μέσα από τα ίδια της τα δικόγραφα και τις οικονομικές καταστάσεις της Κοινοπραξίας, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Ο ισχυρισμός αυτός στερείται πραγματικού και νομικού ερείσματος και απορρίπτεται. Προσεκτική εξέταση των εγγράφων και των ενόρκων δηλώσεων αποκαλύπτει ότι η αναφορά στο εν λόγω ποσό δεν συνιστά σε καμία περίπτωση ανεπιφύλακτη παραδοχή χρέους που να δικαιολογεί τη λήψη μέτρων εκκαθάρισης. Αντίθετα, το ποσό αυτό αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου, υπό εξέλιξη και έντονα αμφισβητούμενου λογαριασμού μεταξύ των μελών της Κοινοπραξίας. Η Αιτήτρια έχει αποδείξει, σε βαθμό που δεν αφήνει περιθώριο για ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας στην υπεράσπιση της Καθ' ης η αίτηση, ότι οποιαδήποτε λογιστική καταγραφή έγινε υπό την αυστηρή αίρεση της τελικής εκκαθάρισης των λογαριασμών της Κοινοπραξίας και της συμβατικής ερμηνείας του Όρου 11.1 της Συμφωνίας. Η απομόνωση ενός λογιστικού κονδυλίου από την Καθ’ ης η αίτηση και η παρουσίασή του ως δήθεν "αδιαμφισβήτητου χρέους", παραγνωρίζοντας τις ανταξιώσεις, τις χρηματοδοτήσεις που κατέβαλε αποκλειστικά η Αιτήτρια και τη γενικότερη συμβατική υποχρέωση για τελική εκκαθάριση του Έργου, συνιστά εσφαλμένη προσέγγιση.

 

Ερχόμενη στην εισήγηση το επιζητούμενο οριστικό διάταγμα απολήγει στην οριστική αποστέρηση νόμιμων δικαιωμάτων άσκησης της Καθ΄ ης η αίτηση των εξουσιών του άρθρου 212(α) του Κεφ.113, με συνοπτική διαδικασία, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτή δεν ευσταθεί. Σε συμφωνία με τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω η Καθ΄ ης η αίτηση δεν εμποδίζεται να καταχωρίσει πρώτα αγωγή και εφόσον εκδοθεί απόφαση υπέρ της και εξακριβωθεί η ύπαρξη της κατ’ ισχυρισμό οφειλής της Αιτήτριας, να προχωρήσει με αίτηση διάλυσης. Το αιτούμενο διάταγμα απαγορεύει στην Καθ’ ης η αίτηση μόνο να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία της εκκαθάρισης ως μέσο είσπραξης ενός καλόπιστα αμφισβητούμενου χρέους, πρακτική που η πάγια νομολογία χαρακτηρίζει ως κατάχρηση. Συνεπώς, δεν παραβιάζεται κανένα συνταγματικό δικαίωμα, καθώς η δικαστική οδός για την επίλυση της ουσίας της διαφοράς παραμένει ανοικτή.

 

Το κατά πόσο η αιτούμενη θεραπεία αποτελεί αντιαγωγικό Διάταγμα (antisuit injunction) έχει ήδη απαντηθεί στην απόφαση στην ενδιάμεση αίτηση, ημερ. 14.11.25.  Υιοθετώ την ίδια προσέγγιση, ότι δηλαδή η anti suit δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ουδεμία σχέση έχει με το εξεταζόμενο θέμα.

 

Ηγέρθη επίσης ως επιτακτικός λόγος για την εκδίκαση με ακροαματική διαδικασία η εκκρεμούσα αίτηση εκκαθάρισης 165/2025 ενώπιον του ΕΔ Λευκωσίας, η οποία, σύμφωνα με την Καθ’ ης η αίτηση άπτεται της ίδιας διαφοράς με την παρούσα απαίτηση και είναι «αλληλεξαρτώμενη». Με κάθε σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ’ ης η αίτηση ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν έχει τύχει της απαραίτητης τεκμηρίωσης, δεν κρίνεται βάσιμος και απορρίπτεται. Η απλή αναφορά στην ύπαρξη μιας άλλης εκκρεμούσας διαδικασίας, χωρίς την προσκόμιση του σχετικού φακέλου ή της απαραίτητης μαρτυρίας που να καταδεικνύει την ταυτοσημία των επίδικων θεμάτων, των διαδίκων και της νομικής βάσης, στερείται της δέουσας τεκμηρίωσης. Πέραν τούτου, η φύση της παρούσας Αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 επιτάσσει την εξέταση του κατά πόσον η Υπεράσπιση στερείται ρεαλιστικής προοπτικής επιτυχίας στην παρούσα Αγωγή. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι το χρέος επί του οποίου βασίστηκε η Απαίτηση Πληρωμής ημερ. 27/02/2025 τελεί υπό καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση, η εκκρεμότητα οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας δεν δύναται να μεταβάλει την κρίση αυτή, ούτε να προσδώσει ρεαλιστική προοπτική σε μια κατά τα άλλα ανύπαρκτη υπεράσπιση. Η παραπομπή της παρούσας διαφοράς σε δίκη με μόνο έρεισμα την εκκρεμότητα της Αίτησης 165/2025 θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών για ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, συνιστώντας άσκοπη παράταση μιας νομικά προδιαγεγραμμένης διαδικασίας.

 

 Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, και υπό το φως του πρωταρχικού σκοπού των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι του χειρισμού της υπόθεσης κατά τρόπο δίκαιο, κρίνω ότι η Καθ ης η αίτηση δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το αποδεικτικό στους ώμους της βάρος και να αντικρούσει την υπόθεση της Αιτήτριας. Κρίνω, επίσης, πως στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 αφού  η υπεράσπιση δεν έχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας και δεν έχει διαπιστωθεί οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος ώστε το θέμα να οδηγηθεί και να επιλυθεί στο πλαίσιο δίκης.

 

 Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α του αιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης.

 

 Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση. Το ποσό των εξόδων θα καθοριστεί από το Δικαστήριο με συνοπτικό υπολογισμό στη βάση της Κ 39 εδάφιο 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023.

 

 

 

 

 

 

(Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο