Νικόλας Κυθρεώτης, ως διαχειριστής της περιουσίας του Θεοφάνη Κυθρεώτη κ.α. ν. Bank of Cyprus κ.α., Αρ. Αγωγής: 3209/15, 15/5/2026
print
Τίτλος:
Νικόλας Κυθρεώτης, ως διαχειριστής της περιουσίας του Θεοφάνη Κυθρεώτη κ.α. ν. Bank of Cyprus κ.α., Αρ. Αγωγής: 3209/15, 15/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 3209/15

Μεταξύ:

1. Νικόλας Κυθρεώτης, ως διαχειριστής της περιουσίας του Θεοφάνη Κυθρεώτη

2.  Κυριακή (Κούλλα) Κυθρεώτη

Ενάγοντες

v.

1.  Bank of Cyprus

2.  Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου

3.  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας

Εναγόμενων

---------------------------------

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:  15 Μαΐου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγοντες: κ. Κ. Χατζηϊωάννου για Α.Κ. Χατζηϊωάννου & Σία

Για Εναγόμενη 1: κα Κλ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξίωσαν ποσό που υπερβαίνει τα €2 εκατομμύρια, αρχικά και από τους τρείς Εναγόμενους, επικαλούμενοι δόλο ή/και απάτη ή/και ψευδείς ή/και αναληθείς παραστάσεις ή/και αμελείς συμβουλές εκ μέρους των Εναγόμενων αναφορικά με την απόκτηση χρεογράφων και αξιογράφων.  Αξίωσαν παράλληλα και δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, έκδοσης του 2011, είναι άκυρα ή/και ακυρώσιμα.  Απαίτησαν και αποζημιώσεις ύψους €2.068.882, πλέον τόκους για παράβαση συμφωνίας ή/και για αδικαιολόγητο πλουτισμό ή/και ως αντάλλαγμα που απέτυχε καθώς και άλλες παρεμφερείς θεραπείες.  

 

Τελικά η αγωγή προωθήθηκε μόνο εναντίον της Εναγόμενης 1. Με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης τους οι Ενάγοντες κατέγραψαν ότι η αξίωση προωθείται εκ μέρους της περιουσίας του Θεοφάνη Κυθρεώτη, ο οποίος διατηρούσε εμπρόθεσμες καταθέσεις στην Εναγόμενη 1, οι οποίες εξασφάλιζαν δάνεια και άλλες διευκολύνσεις που παραχωρούσε η Εναγόμενη 1 προς τις εταιρείες του αλλά και προς τον ίδιο. Οι συγκεκριμένες καταθέσεις μετατράπηκαν σε αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου, ήτοι το 2007 αγοράστηκαν αξιόγραφα ύψους €1.366.882, με ημερομηνία πρώτης εξαγοράς το 2012, το 2009 αξιόγραφα αξίας €702.000 με ημερομηνία πρώτης εξαγοράς το 2013 με 2018 και το 2011 αξίας €2.068.882 τα οποία ήταν αορίστου χρόνου.  Τα αξιόγραφα του 2007 και του 2009 μετατράπηκαν στις 03/05/2011 σε αορίστου χρόνου, ενώ το 2012 αξιόγραφα (ΜΑΕΚ) αξίας €168.882 μετατράπηκαν σε 225.176 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Τα συγκεκριμένα αξιόγραφα δεσμεύτηκαν προς εξασφάλιση των δανείων και των διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί στις εταιρείες του αποβιώσαντα Κυθρεώτη. Τον Ιούνιο 2012 το σύνολο των δανείων του αποβιώσαντα Κυθρεώτη και των εταιρειών του  ανερχόταν στο €1.473.500,00. Στις 29/03/2013 οι Ενάγοντες 1 και 2 κατείχαν αξιόγραφα έκδοσης του 2011(ΜΑΕΚ) αξίας €1.900.000 και 230.364 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου εκ €1 έκαστη. 

 

Προωθείται η θέση ότι το 2007 υπάλληλοι της Τράπεζας, γνωστοί στον αποβιώσαντα Κυθρεώτη, ενεργώντας εκ μέρους και για λογαριασμό της, επισκέπτονταν τον αποβιώσαντα στο κατάστημα του και σε κάποιες περιπτώσεις και την Ενάγουσα 2 στην οικία τους προτρέποντας και συμβουλεύοντας τους να μετατρέψουν τις εμπρόθεσμες καταθέσεις τους σε αξιόγραφα, τα οποία περιέγραφαν ως συμφέροντα λόγω του ψηλότερου επιτοκίου που απολάμβαναν καθώς και του γεγονότος ότι ο τόκος θα πληρωνόταν κάθε τρεις μήνες ενώ θα ήταν εξασφαλισμένα για πέντε χρόνια. Ο αποβιώσαντας, αλλά και η Ενάγουσα 2, είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στους υπαλλήλους της Τράπεζας, τους οποίους γνώριζαν για χρόνια, αφού δεν είχαν γνώσεις για χρηματοοικονομικά προϊόντα ή για το τι αφορούν τα αξιόγραφα κεφαλαίου ή ενισχυμένου κεφαλαίου ή μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου. Από τα όσα τους λέχθηκαν οι ίδιοι αντιλήφθηκαν ότι θα προέβαιναν σε μία άλλου είδους εμπρόθεσμη κατάθεση διάρκειας πέντε ετών, ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να την σπάσουν χάνοντας μόνο τους τόκους και ότι θα μπορούσαν να αποσύρουν το κεφάλαιο και να το διαθέσουν έναντι των δανείων τους.  Το 2011 οι ίδιοι υπάλληλοι έπεισαν τους Ενάγοντες να μετατρέψουν τα αξιόγραφα τους σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) επικαλούμενοι το σταθερό ψηλό επιτόκιο. Στις  παραστάσεις και διαβεβαιώσεις που τους δόθηκαν προστέθηκε το γεγονός ότι μέχρι και το 2009 και μετά, το 2011, πληρώνονταν οι τόκοι αξιογράφων του 2007 και από το 2009 και μετά πληρώνονταν οι τόκοι κανονικά. Προωθείται ο ισχυρισμός ότι ούτε το 2007, ούτε το 2008 με 2009 αλλά ούτε και το 2011 δεν τους εξηγήθηκε από τους υπαλλήλους της Τράπεζας τι ήταν τα αξιόγραφα ή το δευτεροβάθμιο κεφάλαιο, ούτε και τους αναφέρθηκε ότι τα αξιόγραφα θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο προς διαπραγμάτευση ή ότι δεν θα μπορούσαν να αποσύρουν το ποσό που επένδυαν ή ότι στα πέντε χρόνια η Τράπεζα διατηρούσε το δικαίωμα να εξαγοράσει τα χρεόγραφα. Ούτε και τους εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που ενείχαν τα προϊόντα του είδους ενώ δεν τους παραδόθηκε οποιοδήποτε Ενημερωτικό Δελτίο. Τον Ιούνιο του 2012 συγκατατέθηκαν στην μετατροπή ΜΑΕΚ αξιογράφων έκδοσης του 2011 αξίας €168.882 σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου μετά από προτροπές και πάλι των υπαλλήλων της Τράπεζας. Τον Ιούνιο του 2012, με την αναστολή της καταβολής των τόκων, οι Ενάγοντες άρχισαν να αντιλαμβάνονται τι ήταν τα αξιόγραφα και τότε ανησύχησαν για την ικανότητα τους να ανταποκρίνονται στα δάνεια και στους τόκους των δανείων τους και επιδίωξαν να διαθέσουν τα αξιόγραφα προς εξόφληση τους. Η συγκεκριμένη πρόταση δεν έγινε αποδεκτή από την Τράπεζα.  Ισχυρίζονται ότι η σύμβαση αγοράς των επίδικων αξιογράφων είναι ακυρώσιμη γιατί εξαπατήθηκαν ή/και παραπλανήθηκαν από την Τράπεζα ή/και τους αντιπροσώπους ή/και τους υπαλλήλους της, οι οποίοι τους παρέστησαν ψευδώς ότι τα συγκεκριμένα ήταν ένα ασφαλές καταθετικό προϊόν που διασφάλιζε την ακεραιότητα του κεφαλαίου τους και την απόδοση τόκων ως είχαν συμφωνηθεί. Υποστηρίζουν ότι η συμπεριφορά της Τράπεζας ή/και των υπαλλήλων της ή/και των αντιπροσώπων της εμπίπτει στην κατηγορία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σύμφωνα με τον περί Παροχής Επενδυτικών Συμβουλών Νόμο. Ζητούν την επιστροφή του ποσού του κεφαλαίου τους ύψους €2.068.882, πλέον τόκους γιατί τα αξιόγραφα είναι άκυρα αλλά και γιατί η Τράπεζα ή/και οι αντιπρόσωποί της ή/και οι υπάλληλοί της παρέβηκαν τα θέσμια ή/και τα εκ του Νόμου απορρέοντα καθήκοντά τους. 

 

Διαζευκτικά, προωθούν τη θέση ότι δικαιούνται αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που υπέστησαν από τις παραβάσεις των θέσμιων ή/και των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων που η Τράπεζα είχε προς αυτούς κατά τον χρόνο παραχώρησης ή/και προώθησης των επίδικων αξιογράφων. Ως λεπτομέρειες των παραβάσεων των θέσμιων ή/και των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Τράπεζας καταγράφουν τα ακόλουθα: Ότι εφάρμοσε διαδικασίες που δεν διασφαλίζουν την παροχή της αντικειμενικής και ορθής πληροφόρησης. Ότι προσέγγιζε σε οργανωμένη βάση ιδιώτες μετόχους και καταθέτες, όπως τους Ενάγοντες, που δεν είχαν γνώση και εμπειρία στα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Ότι σύστηνε τα αξιόγραφα ως κατάλληλα για επένδυση.  Ότι δεν έλαβε μέτρα για παροχή αντικειμενικής πληροφόρησης για τα αξιόγραφα. Ότι οι υπάλληλοι ή/και αντιπρόσωποι της Τράπεζας δεν ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένοι ή/και δεν κατείχαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.  Ότι το Ενημερωτικό Δελτίο δεν παραχωρείτο και δεν επεξηγούνταν λεπτομερώς οι όροι και οι κίνδυνοι. Ότι η Τράπεζα, μέσω των υπαλλήλων της, επικοινωνούσε προσωπικά με τους επενδυτές με σκοπό να τους πείσει για την αγορά των αξιογράφων. Ότι επέλεξε καταθέτες ή κατόχους αξιογράφων συστήνοντας το γεγονός ότι η αγορά αξιογράφων γινόταν μόνο για σκοπούς επένδυσης, χωρίς να εξηγήσει τους κινδύνους που περιείχαν τα αξιόγραφα. Ότι δεν έλαβε μέτρα ώστε να διασφαλιστεί η μη παροχή επενδυτικής συμβουλής. Ότι ανέλαβαν την ευθύνη συμβούλου επενδύσεων χωρίς να είναι αρμόδιοι και παρά την σύγκρουση συμφερόντων. Ότι καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη που επεδείκνυε ο Ενάγοντας 1 στους τραπεζικούς υπαλλήλους και ότι του έδωσαν λανθασμένες περιγραφές και συμβουλές σε σχέση με τα αξιόγραφα αδιαφορώντας για την ορθότητα τους. 

 

Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή/και της βαριάς αμέλειας ή/και του δόλου ή/και της απόκρυψης γεγονότων ή/και της απάτης της Τράπεζας παρατίθενται τα ακόλουθα: Ότι η Τράπεζα ή/και οι αντιπρόσωποι ή/και οι υπάλληλοι της παρουσίασαν ή/και έδωσαν λεπτομέρειες μέσω του Ενημερωτικού Δελτίου που δεν παραχώρησαν στους Ενάγοντες ή/και μέσω των Ετήσιων Εκθέσεών τους ή/και ανακοινώσεών τους οι οποίες ήταν ανακριβείς, παραπλανητικές ή/και ασαφείς ή/και δεν αποκάλυπταν την ακριβή εικόνα της Τράπεζας. Ότι είχαν καθήκον ή/και ήταν υπόχρεοι όπως παρέχουν προς τους επενδυτές ακριβή, σαφή και μη παραπλανητική πληροφόρηση σε ότι αφορά το επενδυτικό προϊόν. Ότι δεν παρείχαν την ορθή και ακριβή πληροφόρηση και έδιναν έμφαση σε πιθανά οφέλη από μία επενδυτική υπηρεσία ή ένα χρηματοοικονομικό μέσο, χωρίς να παρέχουν παράλληλα μια δίκαιη και εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο. Ότι η πληροφόρηση δεν ήταν επαρκής και παρουσιαζόταν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην είναι κατανοητή από τους αγοραστές στους οποίους απευθυνόταν. Ότι η πληροφόρηση απέκρυπτε ή υποβάθμιζε ή συγκάλυπτε σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις σε σχέση με την εξασφάλιση του κεφαλαίου. Ότι δεν αναφέρθηκαν ή/και παρουσιάστηκαν ή/και επεξηγήθηκαν οι οποιοιδήποτε σχετικοί κίνδυνοι που αφορούσαν το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο. Ότι δεν παρασχέθηκε στους Ενάγοντες οποιαδήποτε πληροφόρηση αναφορικά με την κατηγοριοποίηση των αξιογράφων, ως η υποχρέωση της Τράπεζας.  Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε δημιουργηθεί μεταξύ των Εναγόντων και της Τράπεζας σχέση εμπιστοσύνης και τιμιότητας και ήταν καθήκον της  να αποφύγει ή/και να δηλώνει προς τους πελάτες της και ειδικότερα προς τους Ενάγοντες την πιθανή ή/και την πραγματική σύγκρουση συμφερόντων που υπήρχε κατά την προώθηση των αξιογράφων. Ότι οι υπάλληλοι ή/και οι αντιπρόσωποι της Τράπεζας λάμβαναν προμήθεια ή/και αυξήσεις ή/και μπόνους από την πώληση των αξιογράφων. Ότι σκόπιμα ή/και αμελώς απεκρύβη από το επενδυτικό κοινό καθώς και τους Ενάγοντες η πραγματική οικονομική κατάσταση της Τράπεζας. Ότι το Ενημερωτικό Δελτίο, οι Ετήσιες Εκθέσεις της Τράπεζας αλλά και οι ανακοινώσεις που κατά καιρούς εξέδιδε περιείχαν παραπλανητική πληροφόρηση ή/και απέκρυπταν σημαντικά στοιχεία με αποτέλεσμα να υπάρχει μία διαστρεβλωμένη εικόνα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Τράπεζας. Ότι η Τράπεζα ψευδώς ή/και παραπλανητικά παρίστανε και διέδιδε ότι ήταν μία δυνατή τράπεζα με επαρκή κεφάλαια και ενισχυμένη κεφαλαιακή βάση. Ότι απέκρυψε ή/και παραπλάνησε ή/και παρουσίαζε ψευδή στοιχεία αναφορικά με τις υποβαθμίσεις της από τους οίκους αξιολόγησης. Ότι απέκρυψε ή/και παράστησε ψευδώς ή/και παραπλάνησε τους Ενάγοντες σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των επίδικων αξιογράφων με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να βασιστούν σε αυτές τις παραστάσεις. Ότι ανέλαβε την ευθύνη συμβούλου επενδύσεων χωρίς  να είναι αρμόδια και παρά την σύγκρουση συμφερόντων. Ότι καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που επεδείκνυε ο αποβιώσαντας Ενάγοντας 1 στους υπαλλήλους ή/και αντιπροσώπους της Τράπεζας και ότι τους έδωσαν λανθασμένες περιγραφές και συμβουλές αδιαφορώντας για την ορθότητά τους. 

 

Η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπισή της παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 ή/και οποιοσδήποτε από αυτούς στις 29/06/1991 είχαν αγοράσει μετατρέψιμα χρεόγραφα αξίας €1.810 και €200 αντίστοιχα. Ότι το 1996 προέβηκαν στην αγορά μετατρέψιμων χρεογράφων αξίας €10.000 και €1.000, αντίστοιχα, στις 19/12/2007 αγόρασαν αξιόγραφα κεφαλαίου νέας έκδοσης αξίας €800.000, στις 24/07/2008 προέβηκαν στην αγορά μετατρέψιμων χρεογράφων αξίας €702.000, τα οποία στις 29/05/2009 μετέτρεψαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου και στις 17/05/2011 τα μετέτρεψαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου συνολικής αξίας €2.068.882. Αρνούνται όμως τους υπόλοιπους ισχυρισμούς και ειδικότερα τις λεπτομέρειες που συνοδεύουν τις παραγράφους που αφορούν τον δόλο ή/και την παρανομία ή/και την παραπλάνηση ή/και την καταδολίευση των Εναγόντων στην απόκτηση των συγκεκριμένων αξιογράφων. 

 

Προωθεί την θέση ότι όλες οι εκδόσεις χρεογράφων ή/και αξιογράφων προσφέρθηκαν στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς, η οποία διενεργήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, Ν.114(Ι)/2005.  Ότι όλες οι εκδόσεις χρεογράφων ή/και αξιογράφων συνοδεύονταν από Ενημερωτικό Δελτίο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, στο οποίο παρατίθεντο με λεπτομέρεια οι όροι έκδοσης των συγκεκριμένων αξιογράφων καθώς και οι παράγοντες κινδύνου σχετικά με τον εκδότη αλλά και το υπό έκδοση χρηματοοικονομικό μέσο. Τα Ενημερωτικά Δελτία είχαν εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στις 25/06/2008, στις 30/04/2009 και στις 05/04/2011 αντίστοιχα χωρίς να εκφραστεί οποιαδήποτε ανησυχία. Ότι τα Ενημερωτικά Δελτία όλων των εκδόσεων χρεογράφων ή/και αξιογράφων ήταν αναρτημένα στην ιστοσελίδα της Τράπεζας και στις ιστοσελίδες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αθηνών και ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορούσε να τα προμηθευτεί από οποιοδήποτε κατάστημα της Τράπεζας. Ότι σε όλες τις εκδόσεις χρεογράφων ή/και αξιογράφων είχαν σταλεί ταχυδρομικώς στους μετόχους και κατόχους επιλέξιμων αξιών σχετικές επιστολές παραχώρησης μαζί με Ενημερωτικό Πληροφοριακό Σημείωμα στο οποίο γινόταν εκτενής αναφορά στους όρους έκδοσης των συγκεκριμένων αξιογράφων, μεταξύ άλλων, και στην ακύρωση του τόκου και την υποχρεωτική μετατροπή σε μετοχές καθώς και στους παράγοντες κινδύνου που έπρεπε να ληφθούν υπόψη από τον κάθε ενδιαφερόμενο επενδυτή. Ότι στην αίτηση που έπρεπε να συμπληρωθεί και υπογραφεί από τον πελάτη σε κάθε έκδοση περιλαμβανόταν σχετικό λεκτικό βεβαίωσης αποδοχής των όρων και των κινδύνων και αντίστοιχο λεκτικό υπήρχε και στις εκδόσεις των ΜΑΚ του 2009 και των ΜΑΕΚ του 2011. Ότι όλες οι διαφημίσεις που είχαν χρησιμοποιηθεί για τα συγκεκριμένα χρεόγραφα ή/και αξιόγραφα έτυχαν ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με το άρθρο 30 του Νόμου, ενώ είχαν εγκριθεί επίσης από την Κεντρική Τράπεζα ως η εποπτική αρχή της Τράπεζας.  Ως εκ τούτου υπήρξε πλήρης συμμόρφωση από την Τράπεζα σε σχέση με τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Προσφοράς Νόμου, η οποία συμμόρφωση φαίνεται να έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, η οποία είναι η αρμόδια Εποπτική Αρχή για την εφαρμογή – συμμόρφωση με τις πρόνοιες της συγκεκριμένης νομοθεσίας. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε παρείχε ικανοποιητική πληροφόρηση και διασφάλιζε την προστασία του κάθε ενδιαφερόμενου επενδυτή, ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης ή την εμπειρία του σε σχέση με επενδυτικά θέματα. 

 

Αρνείται ότι είχε οποιεσδήποτε ευθύνες ή/και υποχρεώσεις αφού ουδέποτε είχε πρόθεση ή σκοπό την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας ή/και επενδυτικής συμβουλής.  Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος, Ν.144(Ι)/2007, ο οποίος ρυθμίζει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, δεν τυγχάνει εφαρμογής στα υπό κρίση γεγονότα αφού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε επενδυτική συμβουλή προς τους πελάτες της.  Αντίθετα η Εναγόμενη 1, σε σχέση με την έκδοση ΜΑΚ 2009, είχε οργανώσει ενημερωτικές παρουσιάσεις στις 18/05/2009 στις οποίες κλήθηκαν οι διευθυντές καταστημάτων, BCs και CBCs όπου τους παραχωρήθηκαν έγγραφα στα οποία γινόταν ιδιαίτερη μνεία ότι το προσωπικό της Τράπεζας θα μπορούσε να απαντά στους πελάτες σε ερώτηση που έχει σχέση με τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων ή/και σε βασικές απορίες όμως σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να δίδονται συμβουλές στους πελάτες και πως αν οι πελάτες επιθυμούσαν πληροφόρηση για εξειδικευμένα θέματα θα έπρεπε να παραπέμπονται στην υπηρεσία Private Banking. Ότι σε σχέση με τα ΜΑΕΚ 2011, ο Γενικός Διευθυντής Αγορών του Συγκροτήματος είχε αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους αξιωματούχους της Τράπεζας ενημερώνοντας τους για τον τρόπο διάθεσης των ΜΑΕΚ, ο οποίος είχε συμφωνηθεί σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον αρμόδιο αξιωματούχο της Κεντρικής Τράπεζας για θέματα MiFID. Λόγω της απόφασης της Τράπεζας να μην παρέχει οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή η παραπομπή σε προσωπικό που να κατέχει πιστοποιητικό ΕΠΕΥ δεν επιβαλλόταν.  Παρά το γεγονός αυτό, λόγω των αυστηρότερων όρων που περιείχαν τα ΜΑΕΚ 2011, η Τράπεζα έκρινε ότι για να υπάρξει ικανοποιητική επεξήγηση των όρων και ταυτόχρονη διασφάλιση ως προς την μη παροχή επενδυτικής συμβουλής θα ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιηθεί ειδικό τηλεφωνικό κέντρο, το οποίο να λειτουργείται από κατόχους πιστοποιητικού ΕΠΕΥ. 

 

Σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ 2011 είχαν εκδοθεί, επιπρόσθετα από τις ανακοινώσεις και τα Ενημερωτικά Δελτία, οι Γενικές Εγκύκλιοι 2011/049 και 2011/066 με τίτλο «Υποβολή Αιτήσεων Εγγραφής Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» στις οποίες περιγράφονται οι ενέργειες και οι διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθούνται από τα καταστήματα σχετικά με την έκδοση.  Πραγματοποιήθηκαν και ενημερωτικές παρουσιάσεις στις οποίες κλήθηκαν οι διευθυντές των καταστημάτων, οι BCs και οι CBCs.  Τονίστηκε η θέση ότι δεν θα έπρεπε να δοθούν συμβουλές στους πελάτες. Επιπρόσθετα, η Τράπεζα προχώρησε στην δημιουργία ειδικού τηλεφωνικού κέντρου, υπό τον συντονισμό και επίβλεψη του Κυπριακού Οργανισμού Επενδύσεων και Αξιών (CISCO) και όλες οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με το εν λόγω τηλεφωνικό κέντρο ηχογραφούνταν. Η δημιουργία του τηλεφωνικού κέντρου αποσκοπούσε καθαρά στην παροχή επεξηγήσεων σε σχέση με τους όρους της έκδοσης και όχι συμβουλών σε πιθανούς επενδυτές. Στην αίτηση παραχώρησης των συγκεκριμένων αξιών, η οποία έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από τον πελάτη, περιλαμβανόταν συγκεκριμένο λεκτικό σε σχέση με την παραχώρηση βεβαίωσης ότι οι δικαιούχοι αντιλαμβάνονταν και αποδέχονταν τους όρους της έκδοσης.  Είχε ληφθεί από την Τράπεζα και σχετική νομική συμβουλή, τόσο από τους νομικούς της συμβούλους στην Κύπρο καθώς και στην Ελλάδα, σύμφωνα με την οποία επιβεβαιώθηκε ότι η απλή ενημέρωση εκ μέρους της Τράπεζας, σε σχέση με τους όρους έκδοσης των εν λόγω χρεογράφων ή/και αξιογράφων, δεν αποτελεί την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας και ειδικότερα της υπηρεσίας της λήψης και διαβίβασης εντολών. Είχαν υιοθετηθεί ικανοποιητικές διαδικασίες και δικλίδες ασφάλειας.

 

Προωθείται η θέση ότι οι Ενάγοντες κωλύονται (are estopped) να υποστηρίζουν οποιοδήποτε ισχυρισμό γιατί έχουν αναγνώσει, υπογράψει και ως εκ τούτου αποδεχθεί κάθε έναν εκ των όρων των αιτήσεων, Ενημερωτικών Δελτίων και λοιπών σχετικών εγγράφων. Οι Ενάγοντες με τις αιτήσεις τους είχαν επιβεβαιώσει εγγράφως ότι είχαν την γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσης τους, ότι αποδέχθηκαν τους σχετικούς όρους και ότι δεν τους παρασχέθηκε επενδυτική συμβουλή από την Εναγόμενη 1. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ακόμα και αν δεν μετατρέπονταν οι καταθέσεις των Εναγόντων σε αξιόγραφα αυτές θα απομειώνονταν λόγω των γεγονότων της 16/03/2013 και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν ως αποτέλεσμα των συγκεκριμένων γεγονότων. Συνακόλουθα, ακόμη και αν ισχύουν οι ισχυρισμοί των Εναγόντων δεν έχουν υποστεί τη ζημιά που ισχυρίζονται αφού οι καταθέσεις τους θα απομειώνονταν. 

 

            Κατατέθηκε σωρεία παραδεκτών γεγονότων, τα οποία αποτυπώθηκαν στα Έγγραφα Α, Β, Γ και Δ. Τα παραδεκτά γεγονότα συνοδεύονται από δέσμη εγγράφων τα οποία έχει συμφωνηθεί όπως κατατεθούν από κοινού. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 το Διάταγμα Διαχείρισης που αφορά τον μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 2 η αίτηση για εγγραφή ημερομ.26/09/1991 για παραχώρηση Μετατρέψιμων Χρεογράφων, ως Τεκμήριο 3 το πιστοποιητικό παραχώρησης Μετατρέψιμων Χρεογράφων, ημερομηνίας 01/07/1991 στο όνομα Κυριακή Βονιάτη, ως Τεκμήριο 4 η αίτηση ημερομηνίας 29/10/1997 για μετατροπή των Χρεογράφων σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ως Τεκμήριο 5  η αίτηση για εγγραφή για παραχώρηση Χρεογράφων ημερομηνίας 01/07/1991 η οποία υπεβλήθη από την Ενάγουσα 2, ως Τεκμήριο 6 το πιστοποιητικό παραχώρησης Μετατρέψιμων Χρεογράφων προς την κα Κούλα Κυθρεώτη, ημερομηνίας 01/07/1991, ως Τεκμήριο 7 η αίτηση ημερομηνίας 29/10/1997 για την μετατροπή των Χρεογράφων σε μετοχές, ως Τεκμήριο 8 η αίτηση ημερομηνίας 02/12/1996 για παραχώρηση Χρεογράφων στην κα Κυριακή Βονιάτη, ως Τεκμήριο 9 ο τίτλος παραχώρησης ημερομηνίας 03/12/1996 των Χρεογράφων της κας Κυριακής Βονιάτη, ως Τεκμήριο 10 ειδοποίηση ημερομηνίας 10/11/1999 μετατροπής χρεογράφων σε μετοχές της κας Κυριακής Βονιάτη, ως Τεκμήριο 11 αίτηση ημερομηνίας 02/12/1999 για εγγραφή για απόκτηση Μεταρέψιμων Χρεογράφων με ημερομηνία λήξης 2003 της κας Κούλας Κυθρεώτη η οποία δεν φέρει ημερομηνία, φέρει σφραγίδα 2 Δεκεμβρίου του 1996, ως Τεκμήριο 12 ο τίτλος Μετατρέψιμων Χρεογράφων της κας Κούλας Κυθρεώτη ημερομηνίας 03/12/1996, ως Τεκμήριο 13 ειδοποίηση μετατροπής Χρεογράφων σε μετοχές ημερομηνίας 10/11/1999, ως Τεκμήριο 14 η αίτηση ημερομηνίας 29/06/1991 για παραχώρηση χρεογράφων που αφορά τον μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 15 το πιστοποιητικό έκδοσης των Χρεογράφων ημερομηνίας 01/07/1991 που αφορά τον μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 16 η αίτηση για μετατροπή Χρεογράφων σε μετοχές, ως Τεκμήριο 17 η αίτηση ημερομηνίας 02/12/1996 για παραχώρηση Μετατρέψιμων Χρεογράφων λήξης 2003 του μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 18 επιστολή παραχώρησης Μετατρέψιμων Χρεογράφων του 2003, ως Τεκμήριο 19 τον τίτλο Χρεογράφων του μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη ημερομηνίας 03/12/1996, ως Τεκμήριο 20 ειδοποίηση ημερομηνίας 10/11/1999 για μετατροπή των χρεογράφων σε μετοχές, ως Τεκμήριο 21 η αίτηση ημερομηνίας 20/12/2007 για παραχώρηση Αξιογράφων Κεφαλαίου προς την κα Κούλα Κυθρεώτη και τον μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 22 η αίτηση για απόκτηση Μετατρέψιμων Χρεογράφων συνολικής αξίας €702.000, του μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη και της κας Κούλας Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 23 αίτηση ημερομηνίας 28/05/2009 για απόκτηση  Μετατρέψιμων Χρεογράφων Κεφαλαίου από τον μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη και την κα Κούλα Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 24 αίτηση για απόκτηση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου συνολικής αξίας €2.068.882,00 με την ανταλλαγή των Αξιογράφων 2007 και των ΜΑΚ 2009, ως Τεκμήριο 25 αίτηση ημερομηνίας 19/03/2012 με την οποία οι Ενάγοντες μετέτρεψαν ΜΑΕΚ αξίας €168.882 σε 225.176 μετοχές της Τράπεζας, ως Τεκμήριο 26 ενημερωτική επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 08/08/2013 με την οποία οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι τα ΜΑΕΚ και οι μετοχές τους είχαν μετατραπεί σε 21.303 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας, ως Τεκμήριο 27 ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας  11/07/2008 για την έκδοση Χρεογράφων του 2008, ως Τεκμήριο 28 ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 18/05/2009 για την έκδοση ΜΑΕΚ 2009 και ως Τεκμήριο 29 ενημερωτική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 20/04/2011 για την έκδοση ΜΑΕΚ 2011. Το Πληροφοριακό Μνημόνιο που αφορά Αξιόγραφα Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 30, ως Τεκμήριο 31 κατατέθηκε το συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 12/06/2008, ως Τεκμήριο 32 κατατέθηκε το Δελτίο Παρουσίασης Εκδότη ημερομηνίας 21/05/2008, ως Τεκμήριο 33 το Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου ημερομηνίας 25/06/2008, ως Τεκμήριο 34 το Περιληπτικό Σημείωμα ημερομηνίας 25/06/2008, ως Τεκμήριο 35 το Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30/04/2009 για την έκδοση των ΜΑΚ 2009, ως Τεκμήριο 36 το Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας για την έκδοση των  ΜΑΕΚ 2011, ως Τεκμήριο 37 η αίτηση για απόκτηση Χρεογράφων ημερομηνίας 28/11/1987 της Ενάγουσας 2, ως Τεκμήριο 38 η δεύτερη αίτηση ημερομηνίας 28/11/1987 του μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 39 η αίτηση ημερομηνίας 05/03/1986 για εγγραφή απόκτησης Μετατρέψιμων Χρεογράφων του μ. Θεοφάνη Κυθρεώτη, ως Τεκμήριο 40 σημειώνεται η αίτηση για εγγραφή απόκτησης Μετατρέψιμων Χρεογράφων της Ενάγουσας 2 ημερομηνίας 05/03/1986, ως Τεκμήριο 42 η επιστολή ημερομηνίας 18/11/2011, ως Τεκμήριο 43 η ανακοίνωση της Τράπεζας Κύπρου, ημερομηνίας 15/06/2012, ως Τεκμήριο 44  ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 02/07/2012, ως Τεκμήριο 45 επιστολή του αποβιώσαντα ημερομηνίας 02/08/2012 προς την Γενική Διεύθυνση της Τράπεζας, ως Τεκμήριο 46 επιστολή αποβιώσαντα με ημερομηνία 27/05/2013 προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου, ως Τεκμήριο 47 επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 04/07/2013, ως Τεκμήριο 48 επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 14/05/2015, ως Τεκμήριο 49 έγγραφο που τιτλοφορείται «Ερωτήσεις και Απαντήσεις», ως Τεκμήριο 50 δέσμη εγγράφων που τιτλοφορείται «Ερωτήσεις και Απαντήσεις» σε σχέση με τα ΜΑΚ και το δεύτερο έγγραφο αφορά άλλο έντυπο που τιτλοφορείται «Ερωτήσεις και Απαντήσεις για την έκδοση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου», ως Τεκμήριο 51 δέσμη από δύο έγγραφα που τιτλοφορείται «Ερωτήσεις και Απαντήσεις σε σχέση με τα ΜΑΕΚ» ημερομηνίας 28/02/2011, ως Τεκμήριο 52 αντίγραφο του Πορίσματος της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 17/10/2012, ως Τεκμήριο 53 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 11/04/2013, ως Τεκμήριο 54 αντίγραφο επιστολής της Κεντρικής Τράπεζας προς το Υπουργείο Οικονομικών ημερομηνίας 10/05/2013, ως Τεκμήριο 55 έγγραφο που αφορά Ερωτοαπαντήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς, MiFID, ημερομηνίας 03/11/2009, ως Τεκμήριο 56 έγγραφο Ερωτοαπαντήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς με ημερομηνία 19/04/2010, ως Τεκμήριο 57 έγγραφο Ερωτοαπαντήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών, ημερομηνίας 29/07/2010 και ως Τεκμήριο 58  ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου των Εναγόντων ημερομηνίας 10/04/2024 συνοδευόμενο από μία δήλωση μάρτυρα, η οποία δεν είναι υπογεγραμμένη.

 

Δόθηκε προφορική μαρτυρία από τρείς μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Κωνσταντίνος Φραγκούδης, Μ.Ε.1, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 1.  Κατέγραψε ότι ήταν διευθυντής του Επιχειρηματικού Κέντρου της Τράπεζας Κύπρου στον Στρόβολο, θέση από την οποία αφυπηρέτησε στις 07/08/2013. Μεταξύ των πελατών του Κέντρου ήταν μ. Θεοφάνης Κυθρεώτης και οι εταιρείες του. Το συγκεκριμένο Κέντρο δεν ήταν υποκατάστημα τράπεζας και γι΄ αυτό το λόγο οι ταμειακές πράξεις διενεργούντο από το μ. Κυθρεώτη σε άλλο υποκατάστημα της Τράπεζας.  Τον είχε γνωρίσει, μέσω της επαγγελματικής σχέσης που είχαν και ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος είχε τυφλή εμπιστοσύνη και αφοσίωση στις τράπεζές του λόγω των σχέσεων που είχε αναπτύξει με τα διευθυντικά στελέχη της Τράπεζας που τον είχαν βοηθήσει στις οικονομικές του δραστηριότητες. Διατηρούσε ένα λογαριασμό υπερανάληψης της εταιρείας του με πολύ ψηλό όριο και είχε όρια πιστώσεων για εισαγωγές,  εγγυητικές επιστολές και δάνεια τόσο προσωπικά όσο και της εταιρείας του και μίας άλλης εταιρείας στην οποία ήταν μέτοχος. Οι υποχρεώσεις του εξασφαλίζονταν με δέσμευση Αξιογράφων της Τράπεζας Κύπρου, υποθήκες, προσωπικές εγγυήσεις και καταθέσεις. Παρά τον ψηλό δανεισμό της εταιρείας του, σε σχέση με τις χαμηλές οικονομικές επιδόσεις της, η Τράπεζα δεν ανησυχούσε γιατί οι παρεχόμενες εξασφαλίσεις κάλυπταν ικανοποιητικά τον συγκεκριμένο δανεισμό. Ο ίδιος είχε συζητήσει αρκετές φορές μαζί του, αναφορικά με τον ενδεχόμενο να μειωθεί το όριο υπερανάληψης, το οποίο δεν δικαιολογείτο, με την μετατροπή μέρους του σε δάνειο το οποίο να αποπληρωθεί σταδιακά. Ο ίδιος όμως ήταν απρόθυμος αφού το όριο υπερανάληψης καλυπτόταν από τους τόκους των Αξιογράφων. Το 2008 ή/και το 2009 η Τράπεζα θα προέβαινε σε έκδοση Χρεογράφων και Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου (ΜΑΚ) και επεδίωκε να προσελκύσει τους καταθέτες να επενδύσουν στο συγκεκριμένο προϊόν. Επισκέφθηκαν το Κέντρο υπάλληλοι του Τμήματος Private Banking της Τράπεζας ζητώντας όπως έρθουν σε επαφή με τους καταθετικούς πελάτες, για τους οποίους είχαν εικόνα μέσω των συστημάτων της Τράπεζας, για να τους πωλήσουν το προϊόν. Ένας από αυτούς ήταν ο μ. Θεοφάνης Κυθρεώτης, ο οποίος δέχθηκε να τους συναντήσει. Ο ίδιος είχε εισηγηθεί στους υπαλλήλους του Private Banking ότι θα ήταν ορθότερο να μην μετατραπούν όλες οι καταθέσεις του σε αξιόγραφα λόγω των υψηλών χρηματοδοτήσεων που υπήρχαν για να μπορούν να καλυφθούν οι διευκολύνσεις από τις καταθέσεις  όμως η εισήγησή του δεν εισακούστηκε. Το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε το 2011 κατά την έκδοση των ΜΑΕΚ κατά την οποία, πέραν της άντλησης κεφαλαίου, επιδιώχθηκε και η μετατροπή των Αξιογράφων του 2007 και των Μετατρέψιμων Αξιογράφων του 2009 σε ΜΑΕΚ. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στις συναντήσεις και επαφές του μ. Κυθρεώτη με τους υπαλλήλους που τον συνάντησαν, ούτε και είχε εξιδεικευμένες γνώσεις ή την ικανότητα ή την αρμοδιότητα να παρουσιάσει ή να τοποθετηθεί σε σχέση με τα νέα προϊόντα. Ο υιός του μ. Κυθρεώτη έχει παράπονο από τον ίδιο γιατί δεν απέτρεψε τον πατέρα του από του να επενδύσει στα συγκεκριμένα προϊόντα. 

 

Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι είχε προσληφθεί το 1977 και είχε τοποθετηθεί αρχικά σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, είχε μεταφερθεί στην Διεύθυνση Μεγάλων Επιχειρήσεων στα Κεντρικά γραφεία της Διοίκησης και το 2008 είχε μεταφερθεί στο Business Center της Τράπεζας στον Στρόβολο.  Τα επιχειρηματικά κέντρα της Τράπεζας Κύπρου κατά τον δεδομένο χρόνο είχαν την ευθύνη παρακολούθησης ενός χαρτοφυλακίου μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ήτοι που πληρούσαν κάποια κριτήρια σε ότι αφορά τις εισπράξεις τους.  Δεν υπήρχε ταμείο εξυπηρέτησης και μεταξύ των καθηκόντων τους ήταν ο έλεγχος των αιτήσεων, η αναθεώρηση λογαριασμών και η επιθεώρηση της συναλλακτικής συμπεριφοράς του πελάτη με την Τράπεζα. Ο ίδιος γνώριζε τον μ. Κυθρεώτη ως ιδιοκτήτη και διευθυντή των εταιρειών του και οι λογαριασμοί των εταιρειών του ήταν μεταξύ των λογαριασμών που παρακολουθούσε το Business Center είτε αυτοί ήταν καταθετικοί, είτε τρεχούμενοι όψεως ή/και οποιοσδήποτε λογαριασμός διατηρείτο από τον πελάτη στην Τράπεζα Κύπρου. Είχε συχνές επαφές με τους πελάτες τόσο κατά την υποβολή αιτημάτων όσο και κατά την ετήσια αναθεώρηση των λογαριασμών τους και πολλές φορές όταν μ. Κυθρεώτης επισκεπτόταν το κατάστημα ανέβαινε για να πει μία καλημέρα. Σε σχέση με τις καθημερινές συναλλαγές του εξυπηρετείτο από το κατάστημα της λεωφόρου Στροβόλου.

 

Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο μ. Κυθρεώτης ήταν ένας ευγενέστατος άνθρωπος και πολύ συχνά τον επισκεπτόταν αναφέροντας του ότι είχε βοηθηθεί αρκετά στις δραστηριότητες του από την Τράπεζα Κύπρου. Προώθησε τη θέση ότι ο συγκεκριμένος είχε εμπιστοσύνη στην κρίση των τραπεζιτών του, οι οποίοι του είχαν αποδείξει, δια μέσου των χρόνων, ότι μπορούσε να τους εμπιστεύεται. Ήταν η θέση του ότι σε μία ή δύο περιπτώσεις, κατά την αναθεώρηση των λογαριασμών του, λόγω του ότι η εταιρεία διατηρούσε ένα πολύ ψηλό όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό, όταν είχαν αρχίσει να επηρεάζονται αρνητικά από την κρίση οι εργασίες του και ο ίδιος τον συμβούλευσε να μειώσει το χρέος έτσι ώστε να συνάδει με τον κύκλο εργασιών του. Ο ίδιος αρνήθηκε να το πράξει παρόλο που έκρινε σωστή την υπόδειξη γιατί με την παραχώρηση δανείου θα είχε να αντιμετωπίσει δόσεις και ψηλούς τόκους ενώ με τον τρεχούμενο λογαριασμό δεν είχε.  Αναγνώρισε ότι από τους τόκους των Αξιογράφων εξοφλούνταν οι τόκοι του τρεχούμενου λογαριασμού αφού, σε κάποια φάση, ήταν αρκετά ψηλοί.  

 

Ισχυρίστηκε ότι οι επισκέψεις ατόμων του Private Banking με σκοπό να διενεργήσουν συναντήσεις για προώθηση των αξιών είχαν γίνει το 2008 – 2009.  Οι συγκεκριμένοι λειτουργοί της Τράπεζας Κύπρου είχαν ήδη τις πληροφορίες τους για καταθέτες της Τράπεζας οπόταν είχαν εντοπίσει πιθανούς πελάτες προς τους οποίους θα προωθούσαν τα συγκεκριμένα προϊόντα και ένας από αυτούς ήταν ο μ. Κυθρεώτης.  Ερωτηθείς ανέφερε ότι πράγματι ο μ. Κυθρεώτης είχε αποκτήσει Αξιόγραφα σειράς Α το 2007 αξίας ενός σημαντικού ποσού.  Δεν μπορούσε να θυμηθεί επ΄ ακριβώς το ποσό. Ο ίδιος προώθησε τη θέση ότι είχε ενημερώσει τους λειτουργούς του Private Banking για τις ψηλές χρηματοδοτήσεις που διατηρούσε ο μ. Κυθρεώτης και μετέφερε την εισήγηση του, αν ήταν δυνατόν, να μην επενδυθεί ολόκληρο το ποσό των καταθέσεων σε τέτοιας μορφής προϊόντα ούτως ώστε ένα μέρος του να μεταφερθεί έναντι των υποχρεώσεων του.  Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν κατείχε το αντικείμενο και δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις επί των συγκεκριμένων προϊόντων.  Τα όσα ανέφερε στον μ. Κυθρεώτη και στους λειτουργούς του Private Banking  είχαν προέλθει από την υπερκάλυψη των δανείων του μ. Κυθρεώτη. Ερωτηθείς κατά ποσό ο μ. Κυθρεώτης τελικά προχώρησε στην απόκτηση αξιών ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των αιτήσεων για απόκτηση των συγκεκριμένων προϊόντων, ούτε και γνώριζε τι είχε λεχθεί στον μ. Κυθρεώτη για να υπογράψει τις συγκεκριμένες αιτήσεις.

 

Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η σύζυγος του αποβιώσαντα Κυριακή (Κούλα) Κυθρεώτη, Μ.Ε.2, η οποία κατέγραψε τις θέσεις της σε έγγραφο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 2.  Στην γραπτή της δήλωση κατέγραψε ότι ο σύζυγος της ήταν έμπορος υφασμάτων και ρουχισμού και είχε αρχίσει να εργάζεται με την αποφοίτηση του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο.  Διατηρούσε κατάστημα στην Αμμόχωστο και μετά το 1974 επαναδραστηριοποιήθηκε στην Λευκωσία. Παράλληλα ασχολείτο με αγοραπωλησίες γης και με την ανάπτυξη ακινήτων. Την δεκαετία του 1980 και αρχές της δεκαετίας του 1990 η επιχείρηση του συζύγου της ανθούσε και είχε καταφέρει να αποταμιεύσει σημαντικά ποσά, τα οποία είχε κατατεθειμένα κυρίως στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και την Λαϊκή Τράπεζα επ΄ ονόματι και των δύο τους. Είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με διευθυντικά στελέχη των Τραπεζών, οι οποίοι τον βοηθούσαν στην επιχειρηματική του δραστηριότητα και τον συμβούλευαν.  Τους είχε τυφλή εμπιστοσύνη και τον κολάκευε το γεγονός ότι θεωρείτο ένας από τους καλύτερους πελάτες της Τράπεζας. Με τις συμβουλές των φίλων του τραπεζιτών απέκτησε μετοχές και των δύο Τραπεζών. Περί το τέλος της δεκαετίας του 1990 οι δουλειές άρχισαν να μειώνονται και ξεκίνησε ο δανεισμός από τις τράπεζες.  Δεν ανησυχούσε γιατί τα χρέη του και οι τόκοι τους υπερκαλύπτονταν από τις καταθέσεις και τους τόκους τους.  Από την δεκαετία του 1980 μέχρι και την κρίση του 2013 πολλές φορές της είχε ζητήσει, ο αποβιώσαντας, να μεταβεί στην Τράπεζα ή στο υποκατάστημα του για να υπογράψει για την ανανέωση των γραμματίων, στην παρουσία πάντοτε  υπαλλήλων της Τράπεζας.  Δεν θυμόταν τα ποσά για τα οποία ανανεώνονταν τα γραμμάτια. Μπορούσε να θυμηθεί όμως την τελευταία φορά γιατί οι τραπεζικοί υπάλληλοι είχαν επισκεφθεί το σπίτι της και συνομίλησαν εκεί με τον μακαρίτη σύζυγο της. Η ίδια μπαινόβγαινε όμως τους άκουγε που συζητούσαν για τόκους και δάνεια.  Στη συνέχεια την φώναξε ο αποβιώσας για να υπογράψει μία φόρμα.  Όταν ρώτησε της αναφέρθηκε ότι ήταν για την ανανέωση καταθέσεων ύψους €2 εκατομμυρίων. Ο αποβιώσαντας της είχε αναφέρει ότι αφορούσε μακροχρόνια ανανέωση με πολύ καλό τόκο.  Τον επόμενο χρόνο, πριν την κρίση του 2013, ο αποβιώσαντας ήταν αγχωμένος και ανέφερε ότι είχε ξεγελαστεί αφού δεν είχε λάβει τόκους. Τότε ήταν η πρώτη φορά που άκουσε την λέξη «αξιόγραφα». Μετά την κρίση του 2013 κλήθηκαν από την Τράπεζα να υποθηκεύσουν ακίνητα, γιατί τα χρέη του αποβιώσαντα και των εταιρειών του δεν είχαν επαρκή κάλυψη. Το 2015, λόγω συνεχούς αύξησης των χρεών και των τόκων, μετά από προτροπές των παιδιών τους συμφώνησαν με την Τράπεζα όπως της μεταβιβάσουν κάποια ακίνητα προς πλήρη εξόφληση. Η ίδια πληροφορήθηκε μετά το κούρεμα των καταθέσεων ότι διέθετε μαζί με τον αποβιώσαντα αξιόγραφα τα οποία κουρεύτηκαν και μετατράπηκαν σε μετοχές.  Δεν γνώριζε τότε τι ήταν τα αξιόγραφα. Εκείνο που γνώριζε ήταν ότι διέθετε με τον σύζυγο της μακροχρόνιες καταθέσεις οι οποίες απέδιδαν ψηλό τόκο.  Η ίδια πώλησε τις μετοχές της μετά από προτροπές του υιού της. Μεταξύ του αποβιώσαντα και του υιού τους Νικόλα υπήρχαν, κατά καιρούς, έντονες συζητήσεις γιατί ο υιός τους προέτρεπε τον αποβιώσαντα να ξοφλήσει τα χρέη του και να κλείσει την επιχείρηση αντί να ανανεώνει τις καταθέσεις του. 

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε την υπογραφή της στα Τεκμήρια 21 και 24 αλλά όχι στα Τεκμήρια 22 και 23.  Ήταν σίγουρη ότι στα Τεκμήρια 22 και 23 δεν ήταν η δική της υπογραφή γιατί είναι αριστερόχειρας και τα γράμματα της είναι καλλιτεχνικά. Υποστήριξε ότι όταν υπέγραφε τα Τεκμήρια 21 και 24 νόμιζε ότι αφορούσαν την ανανέωση των καταθέσεών τους στην Τράπεζα. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι σήμερα ζει με την σύνταξη χηρείας του συζύγου της και το ΕΕΕ, ενώ την βοηθά οικονομικά και ο υιός της.

 

Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι πράγματι ο αποβιώσας σύζυγος της ήταν επιχειρηματίας και διατηρούσε διάφορα είδη λογαριασμών στην Τράπεζα συντηρώντας πολύ καλές σχέσεις με τους τραπεζίτες του.  Υποστήριξε ότι λόγω της δουλειάς του, εισαγωγέας υφασμάτων, είχε πολλές σχέσεις με τους τραπεζίτες και την Τράπεζα. Ερωτηθείσα προώθησε τη θέση ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα στις διαβουλεύσεις του αποβιώσαντα συζύγου της με την Τράπεζα και ότι η ίδια δεν ανακατευόταν στις δουλειές του.  Γνώριζε, σε σχέση με τα τραπεζικά θέματα, αυτά που της μετέφερε ο αποβιώσαντας σύζυγος της και υπέγραφε τα έγγραφα που της ζητούσε να υπογράψει, έχοντάς του εμπιστοσύνη, αφού γνώριζε ότι δεν ήταν ο άνθρωπος που σκορπούσε τα λεφτά του. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και δεν ρωτούσε  ποτέ τι υπέγραφε.  Όσον αφορά τα έγγραφα που σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση γεγονότα η ίδια τα υπέγραψε στην παρουσία τραπεζικού υπαλλήλου χωρίς να της εξηγηθεί οτιδήποτε.  Παραδέχθηκε ότι η ίδια βασιζόταν στα όσα της είχε αναφέρει ο σύζυγος της και όχι στην Τράπεζα.

 

Ήταν η θέση της ότι από το 1985 μέχρι το 1999, όπως της είχε αναφέρει ο αποβιώσαντας, είχε αγοράσει κάποιες μετοχές ενώ είχε κληρονομήσει και η ίδια κάποιες άλλες, αλλά ποτέ δεν ασχολείτο με αυτές. Η ίδια του είχε ζητήσει να πωλήσει τις δικές της μετοχές γιατί ήθελε να κάνει κάτι στο σπίτι. Όταν της υποδείχθηκε ένα έγγραφο του 1987 η ίδια δεν αναγνώρισε ούτε τη δική της υπογραφή αλλά ούτε και του συζύγου της. Υποστήριξε ότι η ίδια δεν γνώριζε λεπτομέρειες σε σχέση με τις δοσοληψίες του συζύγου της.  Αυτό που γνώριζε ήταν ότι υπέγραφε για την ανανέωση των λογαριασμών όπως της υποδείκνυε ο σύζυγος της στην παρουσία των υπαλλήλων της Τράπεζας. Αρνήθηκε ότι θα μπορούσε να είχε υπογράψει ο σύζυγός της για την ίδια και υποστήριξε ότι είναι κακή πλαστογραφία.

 

Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 37 υποστήριξε ότι δεν το είχε υπογράψει και ότι ήταν πλαστογραφημένο. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 και το Τεκμήριο 5 καθώς και το Τεκμήριο 8 αναγνώρισε τις υπογραφές της στα συγκεκριμένα έγγραφα.  Επίσης αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 11, όμως επέμενε στη θέση της ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες, ήτοι ότι ήταν έγγραφα με τα οποία αγοράζονταν χρεόγραφα. Η ίδια θεωρούσε ότι υπέγραφε για τους λογαριασμούς που διαχειριζόταν ο ίδιος ο σύζυγος της αφού έτσι της έλεγε. Προώθησε τη θέση ότι υπέγραφε πάντοτε ενώπιον υπαλλήλων της Τράπεζας, οι οποίοι της  υποδείκνυαν σε ποια σελίδα να υπογράψει και πού να τοποθετήσει την μονογραφή της και ότι δεν ρώτησε ποτέ τους υπαλλήλους να της εξηγήσουν τι υπέγραφε. 

 

Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 21 υποστήριξε ότι είχε υπογραφτεί στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου είτε στην οδό Κυριάκου Μάτση ή στην Λεωφόρο Στροβόλου. Ισχυρίστηκε ότι  υπέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο χωρίς να το διαβάσει.  Όμως προώθησε τη θέση ότι κανένας δεν της είχε αναφέρει ότι θα πρέπει να γνωρίζει τι υπογράφει ούτε και την ενημέρωσε οποιοσδήποτε για το τι υπέγραφε.  Με αναφορά στο Τεκμήριο 22 ήταν η θέση της ότι δεν ήταν η υπογραφή της και δεν γνώριζε ποιος είχε υπογράψει εκ μέρους της.  Όταν της ζητήθηκε να τοποθετηθεί σε σχέση με την εξαπάτηση την οποία κατ΄ ισχυρισμό της υπέστη από την Τράπεζα ήταν η δική της θέση ότι εξαπατήθηκε γιατί δεν ενημερώθηκε, παρά το γεγονός ότι η υπογραφή δεν ήταν δική της.  Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε πώς είχαν μετατραπεί οι αξίες σε Αξιόγραφα Κεφαλαίου το 2009 ούτε και πώς είχαν αποκτηθεί τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου το 2011. Παρά το γεγονός ότι είχε υπογράψει το Τεκμήριο 24 δεν είχε ενημερωθεί ότι με το συγκεκριμένο έντυπο συγκατατίθετο στην μετατροπή των Αξιογράφων που κατείχε σε ΜΑΕΚ.  Σε σχέση με το Τεκμήριο 25, το οποίο αφορά την εθελοντική ανταλλαγή των μετατρέψιμων αξιογράφων αξίας €2 εκατομμυρίων, ήταν η δική της θέση ότι τους επισκέφθηκαν στο σπίτι τους τρεις τραπεζικοί υπάλληλοι, δύο άντρες και μία γυναίκα, οι οποίοι συνομίλησαν με τον σύζυγο της και στην συνέχεια ο αποβιώσαντας της ζήτησε να υπογράψει τη φόρμα αναφέροντας της ότι αφορούσε μία μακροχρόνια ανανέωση με πολύ καλό τόκο. Την υπέγραψε χωρίς να την διαβάσει.  Η ίδια γνώριζε ότι λάμβαναν ένα σεβαστό ποσό ως τόκους γιατί είχαν αρκετές αποταμιεύσεις.  Από όσα γνώριζε η ίδια ο σύζυγος της ήταν ευχαριστημένος με το συγκεκριμένο σχέδιο. Υποστήριξε ότι τα παράπονα ξεκίνησαν το 2013 όταν αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν περιουσία.

 

Ερωτηθείσα ανέφερε ότι οι συζητήσεις αναφορικά με τα οικονομικά της επιχείρησης γίνονταν μεταξύ του συζύγου και του υιού της.  Παραδέχθηκε ότι ο υιός της ήταν μορφωμένος και πολύ καλός γνώστης των οικονομικών θεμάτων ενώ ο σύζυγος της δεν ήταν μορφωμένος αλλά είχε την πείρα του παζαριού. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η ίδια, υπογράφοντας τα συγκεκριμένα έγγραφα, είχε αντιληφθεί την επένδυση και τους κινδύνους που η συγκεκριμένη επένδυση ενείχε.  Παραδέχθηκε ότι δεν της προσφέρθηκε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα καθώς και ότι οι αποφάσεις της στηρίζονταν σε αυτά που της έλεγε ο αποβιώσαντας σύζυγος της και ο υιός της. 

 

Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Νικόλας Κυθρεώτης, Μ.Ε.3, ο οποίος επίσης κατέγραψε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 3. Καταγράφει ότι είναι κάτοχος πτυχίου νομικής και μεταπτυχιακού στις Διεθνείς Σχέσεις. Το 2001 είχε μεταβεί στη Ρουμανία για να διαχειριστεί εταιρεία η οποία είχε ιδρυθεί από τον πατέρα του και κάποιους άλλους. Έμεινε στην Ρουμανία, όπου ίδρυσε και δεύτερη εταιρεία, μέχρι και το 2019 όταν και εργοδοτήθηκε στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.  Υποστήριξε ότι ο πατέρας του είχε μία ειδική σχέση με τις τράπεζες προς τις οποίες έδειχνε αμέριστο σεβασμό και σχεδόν τυφλή εμπιστοσύνη. Τον ίδιο σεβασμό επέδειχναν και οι τράπεζες προς τον αποβιώσαντα. Η συγκεκριμένη σχέση οφειλόταν στην φιλία που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του αποβιώσαντα πατέρα του και των τραπεζιτών του, οι οποίοι τον είχαν βοηθήσει ιδιαίτερα μετά το 1974. Το 1999 ο αποβιώσαντας κατείχε, μαζί με την μητέρα του, σημαντικό αριθμό μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας. Η αξία των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, κατά τον δεδομένο χρόνο, ξεπερνούσε Λ.Κ.1.000.000. Το 1999 τόσο ο ίδιος καθώς και τα αδέλφια του αλλά και η μητέρα του τον προέτρεπαν να πωλήσει τις μετοχές όμως ο ίδιος αρνείτο υποστηρίζοντας ότι οι φίλοι του οι τραπεζίτες καθώς και υψηλόβαθμα στελέχη της Τράπεζας ισχυρίζονταν συνέχεια ότι η αξία της μετοχής θα αυξανόταν πάρα πολύ.  Παράλληλα, αισθανόταν ότι θα πρόσβαλλε και θα πρόδινε τους τραπεζίτες φίλους του, αν αυτοί διαπίστωναν ότι αυτός πωλούσε τις μετοχές του λόγω της αύξησης της αξίας τους. Ο αποβιώσαντας δεν είχε γνώσεις χρηματιστηρίου και τελικά πώλησε κάποιες μετοχές σε μεταγενέστερο χρόνο και σε πολύ χαμηλότερη τιμή. Λόγω της φθίνουσας πορείας της επιχείρησης του αποβιώσαντα στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αναγκάστηκε να καταφύγει στον δανεισμό χρησιμοποιώντας, ως εξασφάλιση των δανείων, σημαντικές καταθέσεις που υπήρχαν στο όνομα του και στο όνομα της συζύγου του. Ο ίδιος ξεκίνησε να γίνεται έντονος προς τον πατέρα του σε σχέση με την ανάγκη εξόφλησης των χρεών και κλεισίματος της επιχείρησης, η οποία ήταν πολύ ζημιογόνα. Ο ίδιος είχε υπολογίσει, το 2008, ότι αν ο πατέρας του πωλούσε τις μετοχές που κατείχε θα εξοφλούνταν όλα τα χρέη ενώ θα παρέμειναν άθικτες οι καταθέσεις των γονιών του. Ο αποβιώσαντας πατέρας του όμως αρνήθηκε όταν του το εισηγήθηκε. Την ίδια περίοδο ο κ. Φραγκούδης είχε προτρέψει τον αποβιώσαντα να μειώσει το χρέος της εταιρείας του είτε με τη χρήση καταθέσεων ή με την μετατροπή του χρέους σε δάνειο που να αποπληρώνεται σταδιακά.  Ο αποβιώσαντας και πάλι αρνήθηκε εξηγώντας του ότι με την διαφορά του δανειστικού από το καταθετικό επιτόκιο καλύπτονταν οι τόκοι και παρέμενε και κάποιο επιπλέον ποσό αφού οι καταθέσεις ήταν πολύ μεγαλύτερες από τα χρέη. Έλπιζε ότι η επιχείρηση θα ανέκαμπτε και θα εξοφλούσε τα χρέη της. Ο αποβιώσαντας πάντοτε επεδίωκε ψηλό επιτόκιο στις καταθέσεις του γιατί το θεωρούσε ως τη πιο σίγουρη εξασφάλιση μακροχρόνιου εισοδήματος. Αυτή του η επιθυμία για αύξηση των εισπραχθέντων τόκων έγινε πιο έντονη λόγω της αύξησης των χρεών της επιχείρησης.  Ο ίδιος προσωπικά αισθανόταν ότι όλη η οικογένεια ήταν εκτεθειμένη λόγω του ότι ήταν εγγυητές των δανείων και είχε αρχίσει να πιέζει πιο έντονα τον αποβιώσαντα πατέρα του. Περί το τέλος του 2009 ο αποβιώσαντας του αποκάλυψε ότι είχε δεσμεύσει τις καταθέσεις σε πολυετή γραμμάτια, τα οποία ονομάζονταν χρεόγραφα ή αξιόγραφα μακροχρόνιας διάρκειας που έφεραν υψηλό επιτόκιο και που δεν μπορούσε να τα σπάσει για να εξοφλήσει τα χρέη του αφού θα έχανε τον υψηλό τόκο που του απέδιδαν. Το 2011 είχαν πλησιάσει τον αποβιώσαντα υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου για να αποκτήσει ΜΑΕΚ προβάλλοντας το υψηλό επιτόκιο ως πλεονέκτημα. Εκείνη την περίοδο ο ίδιος βρισκόταν στην Κύπρο και είχε προτρέψει έντονα τον πατέρα του να μην προχωρήσει αλλά να συμψηφίσει τα χρέη με τα γραμμάτια. Μετά από δύο – τρεις εβδομάδες, παρά την επιβεβαίωση του αποβιώσαντα ότι δεν θα προχωρούσε στην μετατροπή των δεσμευμένων καταθέσεων σε ΜΑΕΚ, τελικά το έπραξε γιατί οι υπάλληλοι της Τράπεζας τον είχαν διαβεβαιώσει ότι τα ΜΑΕΚ ήταν σαν καταθέσεις αλλά μακροχρόνιες και του προσέφεραν πολύ ψηλότερο επιτόκιο. Λόγω αυτού του γεγονότος ο ίδιος συγκρούστηκε με τον πατέρα του και οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν. Τον Νοέμβριο του 2011, όταν ο ίδιος βρισκόταν στην Κύπρο, είχε αναφέρει στον αποβιώσαντα ότι υπήρχε ενδεχόμενο η Τράπεζα να μην πληρώσει τους τόκους στα ΜΑΕΚ πλην όμως ο αποβιώσαντας δεν φάνηκε να ανησύχησε ιδιαίτερα και τον κατηγόρησε ότι είναι καταστροφολόγος και συνωμοσιολόγος. Οι τόκοι των ΜΑΕΚ πληρώθηκαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου με αρχές Ιανουαρίου του 2012. Ο ίδιος εντατικοποίησε τις προσπάθειες του για αποπληρωμή των χρεών την άνοιξη του 2012 πλην όμως η Τράπεζα δεν συμφώνησε με τις εισηγήσεις του ενώ ο αποβιώσαντας θύμωσε, για τις μονομερής ενέργειές του, γιατί θεώρησε ότι ήταν προσβλητικές τόσο προς το πρόσωπο του όσο και προς τις τράπεζες.  Τον Ιούνιο του 2012 η Τράπεζα ανέστειλε την πληρωμή των τόκων στα ΜΑΕΚ και στην προσπάθειά του να περιορίσει τις απώλειες είχε διαπιστώσει ότι τα χρέη του αποβιώσαντα ανέρχονταν στις €770.000 στον τρεχούμενο λογαριασμό, στις €85.000 η υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού ενώ υπήρχαν και άλλα δάνεια ύψους €723.500, ήτοι συνολικό οφειλόμενο ποσό €1.473.500,00, για τα οποία χρέη ήταν δεσμευμένα τα Αξιόγραφα. Ακολούθως ο ίδιος ζήτησε συνάντηση με λειτουργούς της Τράπεζας Κύπρου, η οποία και διενεργήθηκε στις 04/07/2012. Ο αποβιώσαντας θορυβημένος και κατανοώντας ότι τα ΜΑΕΚ δεν ήταν αυτό που νόμιζε στις 22/08/2012 απέστειλε επιστολή προς την Γενική Διεύθυνση της Τράπεζας ενώ ακολούθησε και δεύτερη επιστολή στις 27/05/2013. Ο αποβιώσαντας ουδέποτε αντιλήφθηκε τι είναι τα αξιόγραφα ή τα χρεόγραφα. Πίστευε ότι ήταν δεσμευμένα γραμμάτια πενταετούς διάρκειας με υψηλό επιτόκιο τα οποία όμως μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να λάβει ισόποσο ποσό σε δανεισμό.

 

Καταγράφει ότι σύμφωνα με τα όσα του έλεγε ο αποβιώσαντας για να πειστεί να αποκτήσει τα χρεόγραφα, ακολούθως τα ΜΑΚ και στην συνέχεια τα ΜΑΕΚ του γίνονταν παραστάσεις ότι βοηθούσε την Τράπεζα, ότι ήταν εξασφαλισμένα και δεν υπήρχε πιθανότητα να χάσει λεφτά, ότι μπορούσε να δανείζεται με αυτά ως εξασφάλιση, ότι ήταν σαν κατάθεση αλλά μακροχρόνια, ότι η Τράπεζα θα μπορούσε να τα συμψηφίσει με τα δάνεια όπως και τις καταθέσεις, ότι ο τόκος θα πληρωνόταν κανονικά κάθε έξι μήνες, ότι θα μπορούσε να τα σπάσει χάνοντας μόνο τους τόκους, ότι στα ΜΑΕΚ το χρεωστικό επιτόκιο που θα πλήρωνε στα χρέη θα ήταν μόνο  κατά 0,5% ψηλότερο από αυτό που θα λάμβανε σε πιστωτικό λογαριασμό, ότι μπορούσε, αν το επιθυμούσε, να τα μετατρέψει σε μετοχές και ότι τα αξιόγραφα θα συμψηφίζονταν στην ονομαστική τους αξία με τα χρέη όταν αυτό απαιτείτο. Δεν του επεξηγήθηκε κανένας κίνδυνος. Ο αποβιώσαντας αντιλήφθηκε, για πρώτη φορά, ότι τα ΜΑΕΚ δεν είναι καταθέσεις και ότι υπήρχαν σοβαροί κίνδυνοι από την κατοχή τους περί τα τέλη Ιουνίου το 2012, όταν δεν καταβλήθηκαν οι οφειλόμενοι τόκοι. Μετά την καταστροφή τόσο ο ίδιος καθώς και ο πατέρας του προέβησαν σε διαπραγματεύσεις με την Τράπεζα Κύπρου για εξόφληση των χρεών μέσω πώλησης και ανταλλαγής ακινήτων, διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε το 2015. Ο πατέρας του ανέκαθεν είχε τυφλή εμπιστοσύνη, απόλυτο σεβασμό και πίστη στις τράπεζες και δεν είχε τις γνώσεις να αντιληφθεί τι αποκτούσε, αφού πίστευε ότι ήταν ουσιαστικά δεσμευμένες καταθέσεις μακράς διαρκείας με κάποιους περιορισμούς ρευστοποίησης. Ούτε ο αποβιώσαντας, αλλά ούτε και η μητέρα του είχαν λάβει ορθή πληροφόρηση, έτσι ώστε να κατανοήσουν πόσο πολύπλοκο επενδυτικό προϊόν ήταν τα ΜΑΕΚ. Κατά τη δική του άποψη η Τράπεζα δεν ακολούθησε τη σωστή διαδικασία ενώ οι τραπεζίτες που ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υπογραφής των αιτήσεων απλά συμβούλεψαν την μητέρα του ότι ήταν τυπικές διαδικασίες ανανέωσης των λογαριασμών και των καταθέσεων τους. Η σκληρή δουλειά του πατέρα του και μετρητά περίπου ύψους €2 εκατομμυρίων σε κάθε Τράπεζα εξαφανίστηκαν εν μία νυκτί. Ξεγελάστηκε και προδόθηκε από τις Τράπεζες στις οποίες είχε τυφλή εμπιστοσύνη και κατέληξε να πεθάνει φτωχός. Όσον αφορά την μητέρα του λαμβάνει ΕΕΕ και την βοηθά και ο ίδιος αφού όλη της η περιουσία έχει εξαφανιστεί. Ο ίδιος έχει την άποψη ότι αν η μητέρα του γνώριζε τους κινδύνους των αξιογράφων θα διαφωνούσε και δεν θα υπέγραφε οποιαδήποτε αίτηση από αυτές που υπέγραψε αφού έχει και αιτήσεις που δεν υπέγραψε. Οι υπάλληλοι της Τράπεζας εκμεταλλεύτηκαν την καλοσύνη του πατέρα του και τον παραπλάνησαν για να τον πείσουν να αποκτήσει τα Χρεόγραφα – Αξιόγραφα.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος είχε μεταβεί μετά τις σπουδές του στην Ρουμανία για να διαχειριστεί μία εταιρεία η οποία είχε δημιουργηθεί από τον πατέρα του. Περί το 2001 ξεκίνησε να πηγαίνει παροδικά στην Ρουμανία και στη συνέχεια, προς το τέλος του 2001, μετακόμισε μόνιμα. Δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις επιχειρήσεις του πατέρα του στην Κύπρο εκείνη την περίοδο αλλά επικεντρώθηκε στο να αναλάβει πλήρως την εταιρεία στην Ρουμανία. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε επαφές με τράπεζες στην Ρουμανία γιατί εκτελούσε καθήκοντα εκτελεστικού διευθυντή και έπρεπε να υπογράφει διάφορα έγγραφα.  Όμως δεν χρειάστηκε να προβεί σε μεγάλο δανεισμό και ως εκ τούτου δεν είχε τις υψηλές επαφές στην τράπεζα που είχε ο πατέρας του. 

 

Ερωτηθείς ανέφερε ότι γνώριζε τον κ. Φραγκούδη, ο οποίος ήταν τοποθετημένος στο Business Center της Τράπεζας Κύπρου. Γνώριζε επίσης ότι ο συγκεκριμένος σχετιζόταν με τον δανεισμό της εταιρείας του πατέρα του καθώς και κάποιες επιλογές για αναδιάρθρωση του. Σε ερώτηση που του τέθηκε υποστήριξε ότι ο πατέρας του δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για το πώς λειτουργούσε το χρηματιστήριο και γι΄ αυτό το λόγο όταν οι μετοχές που είχε αγοράσει, σε ανύποπτο χρόνο, είχαν αποκτήσει μεγάλη αξία μιλούσε με τον φίλο του τον κ. Παντζιαρή που ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου και μπορούσε να τον συμβουλέψει. Ο ίδιος με την μητέρα του πίεζαν τον πατέρα του να τις πουλήσει ή να πουλήσει ένα μέρος τους αλλά ο ίδιος ένοιωθε ασφαλής να λάβει την συμβουλή του φίλου του, του κ. Παντζιαρή, ο οποίος δεν πούλησε τις δικές του μετοχές. Ο ίδιος προσωπικά, παρόλο που δεν αντιλαμβανόταν πολλά πράγματα σε σχέση με το χρηματιστήριο, αντιλήφθηκε ότι ο πατέρας του είχε βρεθεί να κατέχει μετοχές αξίας πολλών εκατομμυρίων και γι΄ αυτό θεωρούσε ότι έπρεπε ένα μέρος τους να πωληθεί και να τύχει διαφορετικής εκμετάλλευσης. Πίεζε τον πατέρα του να ξοφλήσει τα χρέη του με τα λεφτά που διατηρούσε σε καταθέσεις.  Η τελευταία ευκαιρία να το πράξει ήταν το 2008 αλλά το αρνήθηκε γιατί ένοιωθε ασφαλής λόγω του ότι είχε τις καταθέσεις, οι οποίες λάμβαναν περισσότερους τόκους από τον δανεισμό. 

 

Παραδέχθηκε ότι ο πατέρας του ήταν ένα άτομο που είχε την δική του έντονη άποψη για το πώς να διαχειριστεί τόσο τις επιχειρήσεις του όσο και τα χρήματα του.  Ήταν μίας άλλης γενιάς και άκουγε τις συμβουλές που του δίδονταν αλλά τελικά έκανε αυτό που ο ίδιος νόμιζε σωστό.  Λάμβανε διάφορες απόψεις και τελικά κατέληγε στα δικά του συμπεράσματα.  Όταν ένοιωθε ότι κάτι δεν τον σύμφερε τότε δεν το έπραττε. Όταν ο κ. Φραγκούδης του εισηγήθηκε να ξοφλήσει τα χρέη του δεν ήταν σε θέση να το καταλάβει, λόγω του ότι ένοιωθε ασφαλισμένος με τις καταθέσεις του. Όμως, δεν συνειδητοποίησε ποτέ ότι κινδύνευε να χάσει τα χρήματα του, ότι τα ΜΑΕΚ ήταν ένα πολύ επικίνδυνο προϊόν και αυτό προκύπτει και από το περιεχόμενο των επιστολών που ο ίδιος απέστειλε στην Τράπεζα στην συνέχεια. Ο ίδιος τον προέτρεπε να κάνει αυτό που ο ίδιος θεωρούσε σωστό όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για τους υπόλοιπους τους, που ήταν εγγυητές των χρεών τα οποία αυξάνονταν.

 

Ερωτηθείς ανέφερε ότι στον πατέρα του τα χρεόγραφα και τα αξιόγραφα είχαν παρουσιαστεί ως γραμμάτια ή/και ως καταθέσεις δεσμευμένες για μεγάλο χρονικό διάστημα με πολύ ψηλότερο επιτόκιο από ότι θα του πρόσφερε μία απλή κατάθεση.  Παραδέχθηκε ότι ο πατέρας του το 2009 του είχε αποκαλύψει ότι είχε αποκτήσει χρεόγραφα το 2008 αλλά και ο ίδιος ήταν με την εντύπωση ότι είχε καταθέσεις και δεσμευμένα γραμμάτια. Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της αίτησης απόκτησης χρεογράφων και δεν γνώριζε με ακρίβεια τι είχε λεχθεί. Μόνο μία φορά είχαν πάρει τηλέφωνο τον πατέρα του, στην παρουσία του, για να του πουν ότι έχουν τα ΜΑΕΚ, τα οποία ήταν καλά προϊόντα.  Τότε έγινε μεταξύ τους μεγάλος καβγάς.  Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι το 2009 ο πατέρας του είχε προχωρήσει στην μετατροπή των Χρεογράφων σε ΜΑΕΚ.  

 

Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρών όταν υπάλληλοι της Τράπεζας είχαν πλησιάσει τον πατέρα του για να αποκτήσει τα ΜΑΚ αλλά τον ενημέρωσε η μητέρα του ότι ήταν δύο άντρες και μία γυναίκα. Του είχε αναφέρει ότι υπήρχε μία συνεχής πίεση προς τον πατέρα του για να αγοράσει τα συγκεκριμένα προϊόντα. Προώθησε τη θέση ότι παρά τις έντονες δικές του συμβουλές και τις υποσχέσεις του πατέρα του ότι θα εξοφλούσε τα χρέη στη συνέχεια, ο πατέρας του, άλλαξε γνώμη και προχώρησε στην υποβολή των αιτήσεων για αγορά των συγκεκριμένων προϊόντων. Όμως ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο ο πατέρας του, υπογράφοντας τις συγκεκριμένες αιτήσεις, κατανοούσε τα συγκεκριμένα πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Εκείνη την περίοδο ο πατέρας του ήταν 80 ετών. Το γεγονός ότι δεν κατανόησε καθόλου το ρίσκο φαίνεται από το ότι ο δανεισμός τον οποίο είχε ο ίδιος προσωπικά αλλά και η εταιρεία συνδεόταν με τα συγκεκριμένα προϊόντα, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν υποθήκες και προσωπικές εγγυήσεις. 

 

Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο πατέρας του, το 2011, είχε τηλεφωνήσει της κας Ευτυχίας στο Business Center, η οποία τον πληροφόρησε πως τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν συνιστούν κατάθεση. Η συγκεκριμένη πράξη, ήτοι το τηλεφώνημα, ήταν για να αποδείξει στον ίδιο ότι δεν υπήρχαν κίνδυνοι από την συγκεκριμένη επένδυση. Δυστυχώς, ο πατέρας του κατάλαβε πολύ αργά ότι όλοι αυτοί οι κίνδυνοι, για  τους οποίους ο ίδιος είχε συνεχείς προστριβές μαζί του, ήταν υπαρκτοί.

 

Με αναφορά στο Τεκμήριο 45 προώθησε την άποψη ότι τα άτομα τα οποία είχαν μεταβεί για να πουλήσουν τα συγκεκριμένα προϊόντα στον πατέρα του δεν ήταν εξιδεικευμένα. Υποστήριξε ότι το γεγονός αυτό φαίνεται και μέσα από το περιεχόμενο της επιστολής που στη συνέχεια διαβίβασε ο ίδιος ο πατέρας του προς την Τράπεζα, ότι δεν είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο. Κατά τη δική του κρίση αν τα συγκεκριμένα άτομα εξηγούσαν στον πατέρα του τι ήταν τα συγκεκριμένα προϊόντα και ότι υπήρχε κίνδυνος να χάσει τα χρήματα του τότε ο πατέρας του δεν θα προχωρούσε στο να τα αγοράσει.  Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν γνώριζε από ποιον είχαν γίνει οι ψευδείς παραστάσεις προς τον πατέρα του.  Παραδέχθηκε ότι ο μηδενισμός της αξίας των αξιογράφων είχε προέλθει ως αποτέλεσμα της έκδοσης των διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας το 2013.

 

Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για τους Ενάγοντες η Εναγόμενη 1 επέλεξε να μην προσκομίσει μαρτυρία. Η επιλογή αυτή είναι σεβαστή και παρέλκει οποιοσδήποτε σχολιασμός βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου (2014) 1 Α.Α.Δ. 2287.

 

Η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την διαβίβαση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων καθώς επίσης και με την δια ζώσης προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων. Η γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου των Εναγόντων επικεντρώθηκε σε τρείς άξονες, τον δόλο και την απάτη που ασκήθηκε στον αποβιώσαντα Κυθρεώτη, στο γεγονός ότι παρασχέθηκε στους Ενάγοντες επενδυτική υπηρεσία από τους τραπεζικούς υπαλλήλους και στην παραβίαση των θέσμιων καθηκόντων της Εναγόμενης 1. Σημειώνεται το γεγονός ότι αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με το τι είχε λεχθεί στον μ. Κυθρεώτη για να πεισθεί να αγοράσει τις συγκεκριμένες αξίες. Ανοίγεται μια παρένθεση για να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την νομολογία οι δηλώσεις του δικηγόρου δεσμεύουν τον διάδικο βλ. Θεμιστοκλέους ν. Sunrise Clothing Industrie Ltd (2000) 1Α Α.Α.Δ. 547.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 1 προώθησε την θέση ότι ένα μεγάλο κομμάτι της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι εξ ακοής και ότι ακόμη και η Ενάγουσα 2 είχε παραδεχθεί ότι δεν γνώριζε τι είχε διαμειφθεί πριν την υπογραφή των αιτήσεων για απόκτηση των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Εισηγήθηκε ότι εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (estoppel by deed). Επεξήγησε τη θέση της ότι τα επίδικα χρεόγραφα και αξιόγραφα είχαν εκδοθεί κατά τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο και ότι ο τρόπος προώθησής τους δεν αποτελούσε επενδυτική υπηρεσία, ως αυτή ερμηνεύεται από τον Ν.144(Ι)/2007. Κατά τη δική της άποψη το ζήτημα της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής θα πρέπει να κριθεί σύμφωνα με τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και τις ιδιομορφίες της. Κατέληξε, ότι οι Ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν στους ώμους τους.            

 

Το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ΄αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. Δέον να σημειωθεί ότι και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέπεμψαν σε σωρεία πρωτόδικων αποφάσεων καθώς και την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία κ.α. Πολ. Εφ. 294/19 ημερ. 12/04/2024 προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.   

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη (1995) 1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 462:

 

«Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη.

Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th  Edition, par.4-38 και Αθανασίου  κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)».

 

Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια.

 

Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των  Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου,  (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273.

 

Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους τρείς μάρτυρες των Εναγόντων ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητά της και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν.

 

Ο Μ.Ε.1 αφυπηρετείσας υψηλόβαθμος υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με τα θέματα για τα οποία είχε ιδία γνώση, όπως το γεγονός ότι το όριο υπερανάληψης των λογαριασμών του Ενάγοντα 1 καλυπτόταν από τους τόκους που του επέφεραν οι συγκεκριμένες αξίες. Ωστόσο δεν είχε οποιαδήποτε γνώση σε σχέση με την αγορά των συγκεκριμένων αξιών από τον μ. Κυθρεώτη και κυρίως δεν είχε γνώση τι είχε οδηγήσει τον μ. Κυθραιώτη στην αγορά των συγκεκριμένων αξιών. Δήλωσε με ειλικρίνεια ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στις επαφές του μ. Κυθρεώτη με τους λειτουργούς της Τράπεζας. Γνώριζε όμως καλά τον χαρακτήρα του αφού η άποψη που εξέφρασε ήταν σε αρμονία με την περιγραφή που είχε δώσει τόσο η σύζυγός του, Μ.Ε.2 καθώς και ο υιός του Μ.Ε.3. Αποκάλυψε ότι ο μ. Κυθρεώτης είχε αποκτήσει αξιόγραφα σειράς Α από το 2007 αξίας ενός σημαντικού ποσού από μόνος του. Τον περιέγραψε ως ευγενέστατο άνθρωπο με εμπιστοσύνη στους τραπεζίτες του αλλά και με δυνατή άποψη σε ότι σχετιζόταν με τα οικονομικά του. Υπέδειξε ότι παρά το γεγονός ότι ο ίδιος τον είχε συμβουλέψει, σε δύο περιπτώσεις, να μειώσει το χρέος του, το οποίο είχε αυξηθεί σημαντικά λόγω της πτώσης των εργασιών της εταιρείας του, με δανεισμό ο ίδιος είχε αρνηθεί γιατί στον τρεχούμενο λογαριασμό δεν υπήρχαν τόκοι ενώ στο δάνειο θα είχε να αντιμετωπίσει τους τόκους. Τον ζωγράφησε ως ένα άνθρωπο με δικές του θέσεις σε σχέση με τα οικονομικά του και κυρίως σε σχέση με τους τόκους που λάμβανε. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του, η οποία όμως είναι περιορισμένης σημασίας ως προς τα θέματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν.     

 

Η Μ.Ε.2, σύζυγος του μ. Κυθρεώτη και πλήρως εξαρτώμενη από αυτόν από κάθε άποψη, δεν μπόρεσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο με την μαρτυρία της αφού δεν γνώριζε τίποτα σε σχέση με την απόκτηση των συγκεκριμένων αξιών. Δήλωσε ότι δεν ήταν παρούσα στις διαβουλεύσεις του συζύγου της με την Τράπεζα και ότι δεν ανακατευόταν. Υπέγραφε όταν και όπου της ζητείτο από τον σύζυγό της και λειτουργούς της Τράπεζας χωρίς να ρωτήσει οτιδήποτε και χωρίς να διαβάσει οτιδήποτε αφού είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον σύζυγό της και βασιζόταν σε αυτά που της έλεγε εκείνος και όχι στην Τράπεζα. Παρά την συγκεκριμένη θέση στην συνέχεια δήλωσε ότι κανένας δεν της είπε να διαβάσει τα έγγραφα πριν τα υπογράψει. Όμως, ως έχει νομολογηθεί, ένα πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο έχει την ευθύνη του σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, βλ. μεταξύ άλλων Νίκος Κέττηρος ν. L.A.G. Trading Ltd Πολ. Εφ. 160/17 ημερ. 09/09/2025.   

 

Υποστήριξε ότι ο σύζυγός της είχε την πείρα του «παζαριού», ήταν επιχειρηματίας, και ότι κύριο μέλημά του ήταν να φροντίζει έτσι ώστε οι αποταμιεύσεις τους να λαμβάνουν το ψηλότερο ποσοστό τόκου. Ερωτηματικά γεννά η θέση της ότι εξαπατήθηκε γιατί δεν ενημερώθηκε για τους κινδύνους ενώ παράλληλα ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή σε τρείς  αιτήσεις, Τεκμήρια 22, 23 και 37 δεν ήταν δική της. Διερωτάται κάποιος γιατί να πλαστογραφηθεί ένα έγγραφο, έτσι ώστε να αποκτήσει η ίδια και ο σύζυγός της τις συγκεκριμένες αξίες από τις οποίες να επωφελούνται ένα σεβαστό ποσό ως τόκο από το 1987. Καταλυτική η θέση της ότι οι δικές της αποφάσεις στηρίζονταν σ΄ αυτά που της έλεγε ο σύζυγός της και ο υιός της και όχι οι τραπεζίτες καθώς και η παραδοχή της ότι δεν της είχε προσφερθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή.

 

Ο Μ.Ε.3, υιός του μ. Κυθρεώτη προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ο πατέρας του ξεγελάστηκε στην αγορά των συγκεκριμένων αξιών. Προφανώς λησμόνησε ότι έγινε παραδεκτό γεγονός ότι τόσο ο πατέρας του καθώς και η μητέρα του είχαν ξεκινήσει την αγορά χρεογράφων της Τράπεζας Κύπρου από το 1985 με την απόκτηση Μετατρέψιμων Χρεογράφων καθώς και το 1987 με την απόκτηση χρεογράφων. Ήταν η δική του θέση ότι το 1999 οι γονείς του κατείχαν μετοχές της Τράπεζας Κύπρου των οποίων η αξία ξεπερνούσε τις Λ.Κ. 1 εκατομμύριο. Ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τις συγκεκριμένες αξίες δεν φτιάχνει χαρτοφυλάκιο Λ.Κ.1 εκατομμυρίου το 1999. Τα όσα ανέφερε για τις συνδιαλέξεις του και τις συγκρούσεις του με τον πατέρα του, σε σχέση με την αποπληρωμή των χρεών, ενδυναμώνουν την θέση του Μ.Ε.1 ότι ο μ. Κυθρεώτης είχε τη δική του έντονη άποψη σε ότι αφορούσε τα λεφτά του. Άκουγε μεν αλλά έπραττε αυτό που ήθελε ο ίδιος δε. Ένδειξη αυτού η θέση του ότι ενώ ο πατέρας του του είχε υποσχεθεί ότι δεν θα προχωρούσε με την επένδυση σε ΜΑΕΚ τρείς βδομάδες αργότερα είχε επενδύσει ένα σεβαστό ποσό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως διαφάνηκε ο μ. Κυθρεώτης ήταν ικανός επιχειρηματίας αφού διατηρούσε και δύο εταιρείες στην Ρουμανία.  

 

Όσον αφορά τις θέσεις του που σχετίζονται με τις διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί από λειτουργούς της Τράπεζας στον πατέρα του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Δεν ήταν παρών και δεν γνώριζε τι είχε λεχθεί ή τι είχε διαμειφθεί. Αντεξεταζόμενος το παραδέχθηκε. Πολύ χαρακτηριστική και καταλυτική η θέση του ότι ο πατέρας του ήταν ένα άτομο που είχε τη δική του έντονη άποψη για το πως να διαχειριστεί τόσο τις επιχειρήσεις του όσο και τα χρήματά του και ότι άκουγε τις συμβουλές που του δίνονταν αλλά τελικά έκανε αυτό που ο ίδιος νόμιζε σωστό αφού κατέληγε στα δικά του συμπεράσματα. Ακόμη και για τα χρέη του αρνείτο να ακολουθήσει την οποιαδήποτε εισήγηση για την αποπληρωμή τους. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή προς απόδειξη των θεμάτων που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση αφού, σε μεγάλο βαθμό, είναι εξ’ ακοής ή συμπερασματική.     

                 

Από τα από κοινού κατατεθέντα παραδεκτά γεγονότα, Έγγραφα Α, Β, Γ και Δ και την αξιολόγηση της δια ζώσης μαρτυρίας το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο αποβιώσαντας μ. Κυθρεώτης από το 1985 αγόραζε για τον εαυτό του και για την σύζυγό του, Ενάγουσα 2, Μετατρέψιμα Χρεόγραφα τα οποία το 1996 μετέτρεψε σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Οι συναλλαγές του συνεχίστηκαν με την αγορά Μετατρέψιμων Χρεογράφων το 1997, τα οποία αντάλλαξε σε μετοχές το 1999 και στην συνέχεια το 2007 αγόρασε Αξιόγραφα Κεφαλαίου ύψους €1.366.881,15, το 2008 αγόρασε Μετατρέψιμα Χρεόγραφα ύψους €702.000. Το 2009 αντάλλαξαν τα Χρεόγραφα του 2008 αποκτώντας Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου ύψους €702.000 και στην συνέχεια αντάλλαξαν τα Αξιόγραφα του 2007 και τα ΜΑΚ του 2009 για να αποκτήσουν Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συνολικής αξίας €2.068.882,00. Μέχρι τις 31/12/2011 λάμβαναν τόκους σε σχέση με τις συγκεκριμένες αξίες. Το 2013 μετέτρεψαν ΜΑΕΚ 2011 αξίας €168.882 σε 225.176 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου τα οποία στην συνέχεια μετατράπηκαν σε 21.303 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας. Για κάθε μία από τις συγκεκριμένες αξίες η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε Πληροφοριακό Μνημόνιο και Συμπληρωματικό Δελτίο ή Ενημερωτικό Δελτίο, ανάλογα, τα οποία είχαν εγκριθεί από την αρμόδια εποπτική αρχή, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο, Ν.114(Ι)/2005 και την Οδηγία 2003/71/ΕΚ. Οι συγκεκριμένες αξίες αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα εντός της έννοιας του Ν.144(Ι)/07.

 

Διαφάνηκε ότι ο μ. Κυθρεώτης, επιχειρηματίας με μεγάλη πείρα στο εμπόριο αφού ήταν εκτός από έμπορος ήταν και πωλητής ακινήτων ενώ διατηρούσε και επιχειρήσεις στο εξωτερικό, είχε δημιουργήσει φιλίες με υψηλόβαθμους λειτουργούς της Τράπεζας Κύπρου τους οποίους συμβουλευόταν για την επένδυση των αποταμιεύσεών του χωρίς όμως να ακολουθεί τη συμβουλή τους αφού σε σχέση με τις αποταμιεύσεις του στόχευε πάντοτε στην μεγιστοποίηση των τόκων. Αγόραζε χρηματοοικονομικά προϊόντα από το 1987, που ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό, τα οποία αξιοποίησε στο μέγιστο αυξάνοντας την κινητή του περιουσία, στην Εναγόμενη 1, στα €2 εκατομμύρια. Λειτουργοί της Τράπεζας παρουσίαζαν τα νέα, περίπλοκα, χρηματοοικονομικά προϊόντα σε πελάτες με σεβαστές καταθέσεις το 2007 με 2008, ως διαφάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Ε.1. Ο ίδιος ο μ. Κυθρεώτης επένδυσε το συγκεκριμένο ποσό αγοράζοντας ΜΑΚ και ακολούθως ΜΑΕΚ, τα οποία έφεραν μεγαλύτερο ποσοστό τόκου. Ακόμη και το 2011 η έγνοια του ήταν η καταβολή των τόκων και όχι η επικινδυνότητα του επενδυτικού προϊόντος, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.3. Με τους τόκους από τις συγκεκριμένες αξίες κάλυπτε τις ανάγκες της επιχείρησής του, η οποία είχε φθίνουσα πορεία. Η πτώση των εργασιών της εταιρείας του τον οδήγησε στο δανεισμό, τον οποίο αρνείτο να μειώσει με την πώληση των αξιών ή με άλλο τρόπο. Όταν παρουσιάστηκαν οι επίδικες αξίες δεν δίστασε να επενδύσει πλην όμως η κρίση του 2013 τον οδήγησε στην απώλεια της επένδυσής του.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Στην  υπό εξέταση περίπτωση, ο υιός του αποβιώσαντα Ενάγοντα 1 αποδίδει την απόκτηση των συγκεκριμένων κινητών αξιών σε ψευδείς παραστάσεις κ.ο.κ., από λειτουργούς της Τράπεζας οι οποίοι τον επισκέφθηκαν στο σπίτι του. Επίσης προωθείται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 1 παραβίασε τα νόμιμα καθήκοντά της.

 

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι όλη η μαρτυρία περί παρουσίασης των συγκεκριμένων αξιών από λειτουργούς της Τράπεζας με ψευδείς παραστάσεις είναι εξ’ ακοής. Ο, κατ΄ισχυρισμό, επηρεασθείς από τις ψευδείς παραστάσεις έχει αποβιώσει ενώ η Ενάγουσα 2 δήλωσε ότι δεν της έγιναν οποιεσδήποτε παρατάσεις. Σημειώνεται ότι κανένας από τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία δεν ήταν παρών κατά την συνάντηση στην οποία έγινε η προώθηση των συγκεκριμένων αξιών. Συνακόλουθα είναι άγνωστο τι λέχθηκε μεταξύ των Τραπεζικών λειτουργών και του αποβιώσαντα Ενάγοντα 1.  

 

Απαραίτητη προϋπόθεση για να κριθεί μια σύμβαση έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 10(1) του Κεφ.149, είναι όπως αυτή καταρτισθεί με ελεύθερη συναίνεση. Στο άρθρο 14 του ιδίου Νόμου ορίζεται ότι η συναίνεση θεωρείται ότι δόθηκε ελεύθερα, όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση και πλάνη. Σε περίπτωση κατά την οποία η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε μετά από εξαναγκασμό, απάτη ή ψευδή παράσταση, τότε, η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με αυτόν τον τρόπο, άρθρο 19(1) του Κεφ.149.

 

Ο ορισμός του όρου ψευδής παράσταση δίδεται στο άρθρο 18 του Κεφ.149. Ερμηνεύεται ως εξής:

 

«Ψευδής παράσταση περιλαμβάνει-

(α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές

(β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού

(γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής».

 

Για την απόδειξη των ψευδών παραστάσεων δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 18(α) του Κεφ.149, η ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης βλ. Μούντης ν. Παπαχριστοφόρου κ.ά. (2012) 1Γ Α.Α.Δ. 2637.  Περαιτέρω, στο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract & Specific Relief Acts, 15th ed, σελ. 419, αναφέρονται τα ακόλουθα για τη διαφορά της απάτης και της ψευδούς παράστασης:

 

"The principal difference between fraud and misrepresentation is that in one case the person making the suggestion does not believe it to be true and in the other he believes it to be true, though in both cases it is a misstatement of fact which misleads."

 

Όμως δεν υπάρχει μαρτυρία για την οποιαδήποτε θετική βεβαίωση κάποιου γεγονότος προς τον μ. Κυθρεώτη που να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή στα πραγματικά γεγονότα. Λείπει η μαρτυρία, που θα συνιστούσε τον συνδετικό κρίκο, ως αποτέλεσμα της οποίας ο μ. Κυθρεώτης είχε οδηγηθεί στο να συνομολογήσει τη σύμβαση με το μέρος που έχει προβεί στην αναληθή παράσταση, ήτοι την Τράπεζα.

 

Τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογούν συμπέρασμα περί ύπαρξης ψευδών παραστάσεων ή δόλου ή απάτης. Οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις αποδίδονται, κατά κύριο λόγο, σε τρείς λειτουργούς της  Εναγόμενης 1 οι οποίοι δεν κατονομάστηκαν. Δεν υπάρχει ωστόσο αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το περιεχόμενο της συζήτησης των συγκεκριμένων λειτουργών με τον αποβιώσαντα Ενάγοντα 1. Επίσης, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία, ούτε και σε σχέση με το περιεχόμενο της συνάντησης του Ενάγοντα 1 με τους τρείς λειτουργούς.

 

Επομένως, οι Ενάγοντες 1 και 2, οι οποίοι έφεραν και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν τις ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις. Αυτό που απεδείχθη από την μαρτυρία της Ενάγουσας 2 και του Μ.Ε.3 είναι ότι ο μ. Κυθρεώτης ανεξάρτητα από το τι συμβουλή του παρεχόταν από τους λειτουργούς της Τράπεζας ο ίδιος θα προχωρούσε με την επιλογή που θα του προσέφερε το μέγιστο κέρδος. Συνακόλουθα, η συγκεκριμένη αίτια αγωγής δεν είναι βάσιμη αφού δεν έχει προωθηθεί στον απαιτούμενο βαθμό με αξιόπιστη μαρτυρία.

 

Η απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1 προωθείται, ως ήδη αναφέρθηκε και στη βάση της παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος και συγκεκριμένα της παράβασης διατάξεων του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, Ν.144(I)/2007 καθώς και της Δήλωσης Πολιτικής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών της Κεφαλαιαγοράς. Σύμφωνα με το άρθρο 143(1) του Ν.144(I)/2007, οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση των προνοιών του εν λόγω Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (204/39/ΕΚ) υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή/και τα δύο.

 

Εξετάζοντας τη δεύτερη αιτία αγωγής, ήτοι την παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος της Εναγόμενης 1, καταγράφεται στην παράγραφο 22 της Έκθεσης Απαίτησης, ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 1 παραβίασε, μεταξύ άλλων, τις πρόνοιες του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή την οδηγία που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων. Η συγκεκριμένη αιτία αγωγής, θεωρώ ότι καλύπτεται δικογραφικά, έστω κι αν δεν εξειδικεύονται οι διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου και/ή της οδηγίας. Στην υπόθεση  Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 2134, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:


«Αν στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται ισχυρισμός για παράβαση θεσμίου καθήκοντος, η άλλη πλευρά μπορεί πάντα να ζητήσει λεπτομέρειες. Διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές, έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού (Κουρσουμά, ανήλικος ν. Κοσμά (1991) 1 ΑΑΔ 973
 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44).».


           Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, ευρίσκετο σε ισχύ ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Ν.144(1)/07, ο οποίος θεσπίστηκε προς εναρμόνιση της εσωτερικής έννομης τάξης με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερ. 21/04/2004 για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (MiFID), Τεκμήρια 55, 56 και 57. Τόσο η MiFID, όσο και ο Ν.144(Ι)/07, περιλαμβάνουν ρυθμίσεις για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα. Στο άρθρο 4 του συγκεκριμένου Νόμου καταγράφονται περιοριστικά τα πρόσωπα που επιτρέπεται να παρέχουν ή να παρουσιάζονται ότι παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκούν ή να παρουσιάζονται ότι ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία. Μέσα σε αυτά τα πρόσωπα συγκαταλέγονται και οι τράπεζες (άρθρο 4(2)(δ)). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/07 και την ερμηνεία του όρου «χρηματοπιστωτικός τομέας», οι Τράπεζες, μαζί με τις ΕΠΕΥ, περιλαμβάνονται στις επιχειρήσεις που, μεταξύ άλλων, αποτελούν τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

 

Οι Τράπεζες μπορούν να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες καταγράφονται στα άρθρα 118‑121 του συγκεκριμένου Νόμου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 118, για να παρέχει μια Τράπεζα επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες αρκεί η άδεια λειτουργίας που της χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή από αρμόδιες Αρχές άλλων κρατών‑μελών. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι η Τράπεζα Κύπρου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αδειοδοτημένη για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, Παραδεκτά Γεγονότα Έγγραφο Δ.  

 

Όμως, ο συγκεκριμένος Νόμος προέβλεψε και για την αστική ευθύνη των παραβατών οποιωνδήποτε εκ των διατάξεών του στο άρθρο 143. Το άρθρο 143(1), διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«143.-(1) Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006: Νοείται ότι τυχόν ποινική ευθύνη ή ευθύνη από διοικητική παράβαση δεν απαλλάσσει τον παραβάτη από τυχόν αστική ευθύνη.».

 

Με τα πιο πάνω κατά νου θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το άρθρο 143 του Ν.144(Ι)/07 εφαρμόζεται στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, για να αποφασιστεί κατά πόσο παραβιάστηκαν  οι πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων  1 και 2  προωθεί την άποψη ότι παραβιάστηκαν γιατί η Εναγόμενη 1 παρείχε στους Ενάγοντες επενδυτικές συμβουλές σε σχέση με την αγορά των αξιογράφων, γιατί οι συγκεκριμένες επενδυτικές συμβουλές ήταν παραπλανητικές αφού δεν παρείχαν επαρκή ή/και ορθή και ακριβή πληροφόρηση για τους κινδύνους που ενείχε η συγκεκριμένη επένδυση καθώς και πολλούς άλλους ισχυρισμούς.        

 

            Για να επιτύχει η αξίωση των Εναγόντων 1 και 2 στη νομική αυτή βάση, θα πρέπει να έχει αποδειχθεί σωρευτικά ότι: Πρώτον, υπήρξε παροχή επενδυτικών υπηρεσιών οπόταν τυγχάνει εφαρμογής η Οδηγία MiFID, ο Νόμος και η Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας. Δεύτερον, υπήρξε παράβαση του Νόμου ή των Οδηγιών ή του Κανονισμού από την Εναγόμενη 1 και τρίτον, ότι υπήρξε ζημιά ή απώλεια κέρδους από την εν λόγω παράβαση.

 

Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο παρασχέθηκε επενδυτική συμβουλή κατά κύριο λόγο στον Ενάγοντα 1 για την αγορά των συγκεκριμένων αξιογράφων από την Εναγόμενη 1. Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα 2 δήλωσε ευθαρσώς ότι η ίδια δεν έλαβε οποιαδήποτε συμβουλή από τους λειτουργούς της Τράπεζας και ότι υπέγραψε τα έγγραφα λόγω του ότι της είπε ο αποβιώσαντας σύζυγός της. Ενώ επιπρόσθετα ανέφερε ότι δεν θα βασιζόταν σε οτιδήποτε της ελέγετο από τους λειτουργούς της Τράπεζας γιατί θα έπραττε αυτό που της έλεγε ο σύζυγός της. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 είναι άγνωστο τι του είχε λεχθεί και δεν μπορούν να γίνουν οποιεσδήποτε εικασίες. Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι κάποιοι λειτουργοί της Τράπεζας  επισκέφθηκαν στο σπίτι του τον Ενάγοντα 1  όπου υπογράφτηκαν κάποια έγγραφα. Δεν υπάρχει μαρτυρία τι πραγματικά υπογράφτηκε στην συγκεκριμένη επίσκεψη και πότε είχε γίνει. Ενώ είναι άγνωστο κατά πόσο παραχωρήθηκε επενδυτική συμβουλή σ ΄εκείνη την επίσκεψη. Από τις εικασίες δεν μπορούν να συναχθούν  οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα.

 

            Στην απόφαση Khorassani v. Pflanz, C-678/15, 14/07/2017 κρίθηκε ότι:

 

«40. Ειδικότερα, η υπηρεσία των επενδυτικών συμβουλών συνίσταται, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 4, της οδηγίας 2004/39, στην παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, όσον αφορά συναλλαγές σχετικές με χρηματοπιστωτικά μέσα. Η αιτιολογική σκέψη 81 της οδηγίας 2006/73 καθιστά σαφές ότι γενικές συμβουλές σχετικά με κάποιο είδος χρηματοπιστωτικού μέσου δεν συνιστούν επενδυτικές συμβουλές για τους σκοπούς της οδηγίας 2004/39, αφού ως τέτοιες νοούνται μόνον όσες αφορούν συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως προβλέπεται λεπτομερέστερα και στο άρθρο 52 της οδηγίας 2006/73. Άρα ούτε η προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη ούτε το άρθρο αυτό έχουν οποιαδήποτε επιρροή ως προς το περιεχόμενο της επενδυτικής υπηρεσίας στην οποία αναφέρεται το παράρτημα Ι, τμήμα Α, σημείο 1, της οδηγίας 2004/39.

41. Ο σκοπός της οδηγίας 2004/39 δεν επιβάλλει διαφορετική ερμηνεία της διατάξεως αυτής. Ομολογουμένως, όπως προκύπτει ειδικότερα από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 31 της ως άνω οδηγίας, ένας από τους στόχους της είναι η διασφάλιση της προστασίας των επενδυτών (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Genil 48 και Comercial Hostelera de Grandes Vinos, C-604/11, EU:C:2013:344, σκέψη 39).».

 

Έγινε από κοινού αποδεκτό η Εναγόμενη 1 απευθυνόταν στο ευρύ κοινό και παρουσίαζε τις κινητές της αξίες με τα Ενημερωτικά Δελτία. Όποιος ενδιαφερόταν, στη βάση της δημόσιας προσφοράς, μπορούσε να αγοράσει τις κινητές αυτές αξίες, Παραδεκτά Γεγονότα Μέρος Δ, παράγραφοι 1 και 3. Αυτή κάθε αυτή, δηλαδή, η δημόσια προσφορά δεν θα μπορούσε να αποτελεί επενδυτική συμβουλή. Με αυτή την θέση είναι σύμφωνο το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ως έχει προλεχθεί δεν γνωρίζει το ρόλο που διαδραμάτισαν οι τρείς λειτουργοί της Τράπεζας που  επισκέφθηκαν τον Ενάγοντα 1. Συγκεκριμένα δε αποκαλύφθηκε από την μαρτυρία κατά πόσο είχαν δοθεί προσωπικές συστάσεις αναφορικά με τις συναλλαγές που σχετίζονταν με τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Ούτε και γνωρίζει το Δικαστήριο κατά πόσο δόθηκαν γενικές συμβουλές σχετικά με την επένδυση στα συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα, οι οποίες γενικές συμβουλές δεν συνιστούν επενδυτικές συμβουλές για τους σκοπούς της Οδηγίας 2004/39.

 

Όλα αυτά τα κενά στην μαρτυρία δεν μπορούν να πληρωθούν με την «εξ ακοής μαρτυρία», αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, παρά την περί αντιθέτου άποψη του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων όπως αυτή εκφράστηκε στην γραπτή του αγόρευση. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τόσο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 καθώς και το περιεχόμενο ανυπόγραφης γραπτής δήλωσης του κ. Α. Λιβέρα, Τεκμήριο 58 στην οποία επίσης περιέχεται εξ’ ακοής μαρτυρία. Προκύπτει σε σχέση με το Τεκμήριο 58 και το περιεχόμενο του η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ’ ακοής μαρτυρίας υπόκειται στις παραμέτρους που εκτίθενται κατά τρόπο μη εξαντλητικό στο άρθρο 27 του Κεφ.9. Με γνώμονα τα κριτήρια που καταγράφονται στο άρθρο 27 του Κεφ. 9 σίγουρα το περιεχόμενο ενός ανυπόγραφου εγγράφου δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Σχετική αναφορά γίνεται στην απόφαση Muskita Alumininm Industries Ltd κ.α.v. Alsako Aluminium Ltd κ.α. (Αρ.2) (2009) 1 Α.Α.Δ. 1481 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Από τις πρόνοιες του Άρθρου 26 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 32(I)/04, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η χειρόγραφη σημείωση που αποδιδόταν στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία για το αληθές του περιεχομένου της. Το Αρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν. 32(I)/04, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με το Ν. 32(I)/04. Επομένως ορθά το δικαστήριο δεν επέτρεψε την εν λόγω μαρτυρία.».

 

Όσον αφορά το περιεχόμενο της μαρτυρίας της Μ.Ε.2 και του Μ.Ε.3 επαναλαμβάνεται ότι δεν είχαν γνώση αναφορικά με το τι αναφέρθηκε στον Ενάγοντα 1 από τους τραπεζικούς λειτουργούς. Ούτε τα ονόματά τους γνώριζαν αλλά ούτε και το τι είχε λεχθεί. Τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί να αποδείξει την αξίωση που προβλήθηκε. Η ολότητα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε δεν μπόρεσε να αποκαλύψει το τι πραγματικά είχε συμβεί.      

 

Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, οι Ενάγοντες  1 και 2 απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

                                                        ( Υπ.) …………………….

Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο