C.A. PAPAELLINAS LTD ν. YAKUMO ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 1962/14, 29/4/2026
print
Τίτλος:
C.A. PAPAELLINAS LTD ν. YAKUMO ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 1962/14, 29/4/2026

EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ

Αρ. Αγωγής: 1962/14 

 

ΜΕΤΑΞΥ:

 

C.A. PAPAELLINAS LTD

 

Εναγόντων

 

και

 

YAKUMO ENTERPRISES LTD

 

Εναγόμενων

 

Ημερομηνία:  29/4/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες: κ. Χ. Μίτσιγκας

Για Εναγόμενους: κ. Ν. Παναγιώτου

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Εισαγωγή

 

Οι Ενάγοντες εισηγούνται ότι παραβιάστηκαν εμπορικά τους σήματα από τους Εναγόμενους και ότι οι τελευταίοι μέσω της πώλησης προϊόντων που συνδέθηκαν με τους πρώτους διέπραξαν το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Ζητούν προς τούτο απαγορευτικά διατάγματα, ώστε να μην επιτρέπεται στους Εναγόμενους να πωλούν τα εν λόγω προϊόντα. Έχει ξεκαθαριστεί από τους Ενάγοντες ότι επιζητούν θεραπείες σχετικές με εμπορικά σήματα για όσα εμπορικά σήματα είχαν εγγεγραμμένα τον επίδικο χρόνο, πριν την έγερση της αγωγής. Για προϊόντα της ίδιας οικογένειας, κατά τη θέση τους, που πωλούνταν από τους Εναγόμενους και οι Ενάγοντες δεν είχαν εγγράψει εμπορικό σήμα τον επίδικο χρόνο, η αξίωση τους περιορίζεται στη νομική βάση του αθέμιτου ανταγωνισμού Η απαίτηση τους για αποζημιώσεις δεν έχει προωθηθεί, όπως ξεκαθαρίστηκε και κατά τις διευκρινίσεις.

 

Οι Εναγόμενοι, με εκτενή καταγραφή του ιστορικού των επίδικων προϊόντων και σημάτων στο δικόγραφο της Υπεράσπισης τους, αντιτείνουν ότι η συμφωνία μέσω της οποία οι Ενάγοντες αγόρασαν τα εμπορικά σήματα αποτελεί συμφωνία οριοθέτησης, περιέχει όρους εδαφικής κατανομής, θεσπίζοντας παράνομα, περιοριστικούς του εμπορίου όρους. Έτσι υποστηρίζουν ότι η ως άνω αναφερόμενη συμφωνία είναι άκυρη, αφού προσκρούει στις ενωσιακές αρχές και διατάξεις για ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων και ζητούν μέσω ανταπαίτησης την ακύρωση της συμφωνίας. Επιπλέον υποστηρίζουν ότι υφίσταται εμπορική σχέση των Εναγόντων με την εταιρεία από την οποία οι Εναγόμενοι εισήγαγαν τα προϊόντα με αποτέλεσμα τα σήματα σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα, να έχουν αναλωθεί. Για κάποια από τα προϊόντα που πωλούσαν οι Εναγόμενοι, οι Ενάγοντες  δεν κατείχαν εμπορικό σήμα, ενώ τα προϊόντα πωλούνταν στην Κύπρο από τη δεκαετία του 1980. Τέλος οι Εναγόμενοι επιζητούν μέσω ανταπαίτησης σειρά δηλώσεων αναφορικά με τις πιο πάνω θέσεις τους.

 

2.    Παραδεκτά

 

Οι συνήγοροι των μερών έσπευσαν να συμφωνήσουν ένα παραδεκτό πλαίσιο γεγονότων. Αυτό το πλαίσιο γεγονότων καθίσταται χρήσιμο να τεθεί αυτολεξεί, αφού αρχικά σκιαγραφεί τα πραγματικά γεγονότα, σχεδόν στο σύνολο τους, και περιορίζει ουσιαστικά τα επίδικα. Το κείμενο των παραδεκτών γεγονότων, Έγγραφο Α, με τις διορθώσεις τις οποίες έγιναν κατά καιρούς έχει ως εξής:

 

«1. Οι Ενάγοντες είναι και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και έχουν την έδρα τους στην Λεωφ. Γιάννου Κρανιδιώτη 179, στα Λατσιά, Λευκωσία.

 

2.            Οι Ενάγοντες, μεταξύ άλλων, ασχολούνται και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ασχολούνταν με την διανομή και πώληση προϊόντων βρεφικής φροντίδας, φροντίδας ενηλίκων, προσωπικής φροντίδας, χαρτικά συμπεριλαμβανομένου υγρών μωρομάντηλων, βρεφικών και παιδικών πανών και πανών για ενήλικες.

 

3.            Οι Εναγόμενοι είναι και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και έχουν την έδρα τους στην Τρικώμου 3, Δάλι 2540, Λευκωσία και καθ' όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους διατηρούσαν και διατηρούν 2 Υπεραγορές Τροφίμων που βρίσκονται η μια στην Ανθούπολη στην Λευκωσία και η άλλη στην Λάρνακα.

 

4.         Κατά το έτος 2008, οι Ενάγοντες δυνάμει γραπτής συμφωνίας, αγόρασαν από την Κυπριακή εταιρεία LINETTE LTD αρ. έγγραφης 21524 από Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Βιομηχανική Περιοχή Λατσιών, έναντι του ποσού των €4.000.000, τα πιο κάτω εμπορικά σήματα που ήσαν ήδη εγγεγραμμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο ΚΕΦ. 268 ή εκκρεμούσαν αιτήσεις για εγγραφή τους επ' ονόματι της εν λόγω εταιρείας ως επίσης και την εμπορική εύνοια αυτών των σημάτων. Τα εν λόγω εμπορικά σήματα είναι τα ακόλουθα:

1) Nannys Fresh Αριθμός Εμπορικού Σήματος (αρ. εμ.σημ.) 46513, Κλάση 3, 2) Nannys Genius αρ. εμ. σημ. 48016, Κλάση 16, 3) Tender Linette & Label αρ. εμ. σημ. 40324, Κλάση 5, 4) Tender Pads αρ. εμ. σημ. 47838, Κλάση 5, 5) Nannys Genius αρ. εμ. σημ. 48409, Κλάση 5, 6) Nannys Genius αρ. εμ. σημ. 48410, Κλάση 25, 7) Nannys Fresh αρ. εμ. σημ. 48411, Κλάση 16, 8) Tender Linette αρ. εμ. σημ. 48413, Κλάση 16, 9) Tender Pads αρ. εμ. σημ. 48414, Κλάση 16, 10) Nannys Flexicare αρ. εμ. σημ. 65637, Κλάση 5, 11) Nannys Flexicare αρ. εμ. σημ. 65638, Κλάση 16, 12) Nannys Flexicare αρ. εμ. σημ. 65639, Κλάση 25, 13) Nannys Easy Wear Pants αρ. εμ. σημ. 66077, Κλάση 5, 14) Nannys Easy Wear Pants αρ. εμ. σημ. 66078, Κλάση 16, 15) Nannys Easy Wear Pants αρ. εμ. σημ. 66079, Κλάση 25, 16) Nanny's Baby Love Diapers αρ. εμ. σημ. 71926, Κλάση 5, 17) Nanny's Baby Love Diapers αρ. εμ. σημ. 71927, Κλάση 16 και 18) Nanny's Baby Love Diapers αρ. εμ. σημ. 71928, Κλάση 25.

 

5.            Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας κατατέθηκε εκ συμφώνου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην διαδικασία.

 

6.            Με την εξαγορά των πιο πάνω εμπορικών σημάτων όλα τα αναφερόμενα εμπορικά σήματα εκχωρήθηκαν στους Ενάγοντες και έκτοτε αποτελούν ιδιοκτησία των Εναγόντων. Εκ συμφώνου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην διαδικασία αντίγραφο της επιστολής του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών (Κλάδος Πνευματικής Ιδιοκτησίας) Εμπορικά Σήματα, ημερ. 16/4/2013 με την οποία, ενημερώνει τους δικηγόρους των Εναγόντων που ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν την εκχώρηση των προαναφερόμενων εμπορικών σημάτων, ότι η εκχώρηση όλων των πιο πάνω σημάτων, από τις 29/5/2008, στους Ενάγοντες έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Εμπορικών Σημάτων.

 

7.            Περαιτέρω, ως μέρος της προαναφερόμενης συμφωνίας ο κ. Μιχάλης Ιωαννίδης, διευθυντής και μέτοχος της κυπριακής εταιρείας LINETTE LTD, κατά τις 29/5/2008 εκχώρησε στους Ενάγοντες το εμπορικό σήμα Nannys Baby Diapers αρ. εγγραφής 48415, Κλάση 5 και Nannys Baby Diapers αρ. εγγραφής 48416, Κλάση 16 με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να καταστούν ιδιοκτήτες και αυτών των εμπορικών σημάτων. Εκ συμφώνου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 στην διαδικασία αντίγραφο της επιστολής του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών (Κλάδος Εμπορικής Ιδιοκτησίας) Εμπορικά Σήματα, ημερ. 5/3/2010 με την οποία ενημερώνει τους δικηγόρους των Εναγόντων που χειρίστηκαν εκ μέρους τους την διεκπεραίωση της εκχώρησης των εν λόγω εμπορικών σημάτων, ότι η εκχώρηση αυτών των εμπορικών σημάτων, από τις 29/5/2008, στους Ενάγοντες έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Εμπορικών Σημάτων.

 

8.         Με την εξαγορά και εκχώρηση των πιο πάνω εμπορικών σημάτων οι Ενάγοντες κατέστησαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες στην Κύπρο μόνο, όλων των εμπορικών σημάτων που περιέχουν την ονομασία Nannys, τα οποία μέχρι το έτος 2008 ανήκαν στην κυπριακή εταιρεία LINETTE LTD η οποία μέχρι τότε διένεμε και πωλούσε στην κυπριακή αγορά υγρά μωρομάντηλα, πάνες για βρέφη και παιδιά η συσκευασία των οποίων έφεραν τα προαναφερόμενα εμπορικά σήματα. Εκ συμφώνου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στην διαδικασία το μέρος του διαδικτυακού ηλεκτρονικού αρχείου του Κλάδου Διανοητικής Ιδιοκτησίας του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας όπου φαίνεται η ημερομηνία εγγραφής όλων των πιο πάνω εμπορικών σημάτων, το όνομα του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη τους και η ισχύς τους και οι διάδικοι αποδέχονται ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους τα εν λόγω εμπορικά σήματα ήταν και είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι των Εναγόντων και έχουν ισχύ ως εμφαίνονται επί του Τεκμηρίου 4 ως επίσης είναι εγγεγραμμένα για υπηρεσίες και προϊόντα στις κλάσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 4.

 

9.            Από τον Μάιο του 2008, λόγω της πιο πάνω εξαγοράς και εκχωρήσεων, οι Ενάγοντες απέκτησαν την πλήρη ιδιοκτησία των πιο πάνω εμπορικών σημάτων ως επίσης και την εμπορική εύνοια τους και άρχισαν να διανέμουν και να πωλούν ανά το παγκύπριο, τα υγρά μωρομάντηλα και πάνες που έφεραν πάνω στην συσκευασία τους τα εμπορικά σήματα που περιέχουν το σήμα Nannys.

 

10.         Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες διανέμουν και πωλούν στην κυπριακή αγορά τα πιο κάτω προϊόντα που φέρουν το σήμα Nannys:

 

α) Υγρά μωρομάντηλα που φέρουν επί της συσκευασίας τους το εγγεγραμμένο εμπορικό τους σήμα Nannys Fresh με αρ. εγγραφής 46513 Κλάση 3 και αρ. εγγραφής 48411 Κλάση 16.

β) Πανάκια για βρέφη και παιδία που φέρουν επί της συσκευασίας τους το εγγεγραμμένο εμπορικό τους σήμα Nannys Flexicare με αρ. εγγραφής 65637 Κλάση 5 και αρ. εγγραφής 65638 Κλάση 16. Όμως, τέλη του έτους 2014 οι Ενάγοντες σταμάτησαν να πωλούν πανάκια μ' αυτή την ονομασία.

γ) Πανάκια για βρέφη και παιδία που φέρουν επί της συσκευασίας τους το εγγεγραμμένο εμπορικό τους σήμα Nannys Baby Love Diapers με αρ. εγγραφής 71926 Κλάση 5 και με αρ. εγγραφής 71927 Κλάση 16.

δ) Πανάκια για βρέφη και παιδία η συσκευασία των οποίων φέρει επ' αυτών το εμπορικό σήμα των Εναγόντων Nannys Sensitive για το οποίο οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση εγγραφής στις 13/3/2014 στην Κλάση 5. Εκ συμφώνου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 στην διαδικασία αντίγραφο της αίτησης και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 στην διαδικασία αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής με αριθμό εγγραφής εμπορικού σήματος 82548 και της ανανέωσης του.

 

11.         Φωτογραφικές απεικονίσεις των μωρομάντηλων Nannys Fresh και των πανών Nannys Baby Love και Nannys Sensitive που διανέμουν και πωλούν στην Κύπρο ως επίσης και των Nannys Flexicare κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 στην διαδικασία. Επίσης, εκ συμφώνου κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 στην διαδικασία ορισμένα προϊόντα των Εναγόντων που απεικονίζονται στο Τεκμήριο 7.

 

12.       α) Τα μωρομάντηλα Nannys Fresh των Εναγόντων τα παράγει και τα παρασκευάζει, για λογαριασμό των Εναγόντων και κατόπιν παραγγελιών τους, οι εταιρείες Tropicale Degil Cosmetic Industries Ltd και Wetnaps Ltd από το Ισραήλ και οι οποίες, τις παραγγελθείσες ποσότητες, τις αποστέλλουν στους Ενάγοντες στην Κύπρο.

β) Τις πάνες Nannys Sensitive των Εναγόντων τις παράγει και τις παρασκευάζει, για λογαριασμό των Εναγόντων και κατόπιν παραγγελιών των Ενάγοντων, η Ελληνική εταιρεία Mega Disposables S.A και τις παραγγελθείσες ποσότητες τις αποστέλλει στους Εναγόντες στην Κύπρο.

γ) Τις πάνες Nannys Baby Love των Εναγόντων, μέχρι τον Μάρτιο του 2016 τις παρήγαγε και τις παρασκεύαζε, για λογαριασμό τους και κατόπιν παραγγελιών τους, η εταιρεία Hogla - Kimberly Marketing Ltd από το Ισραήλ και τις παραγγελθείσες ποσότητες τις απόστελνε στους Ενάγοντες στην Κύπρο. Από τον Μάρτιο του 2016 μέχρι τον Οκτώβριο του 2017 αυτές τις πάνες, τις παρήγαγε για λογαριασμό και κατόπιν παραγγελιών των Εναγόντων η εταιρεία Lintette Ltd και από τον Νοέμβριο του 2017 και μέχρι τον Μάρτιο του 2021 τις παρήγαγε για λογαριασμό και κατόπιν παραγγελιών των Εναγόντων η ελληνική εταιρεία Mega Disposables S.A. Από τον Μάρτιο του 2021, αυτές τις πάνες τις παράγει για λογαριασμό και κατόπιν παραγγελιών των Εναγόντων η Κυπριακή εταιρεία Linette Trading Ltd.

 

13.         Εκ συμφώνου κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 στην διαδικασία αντίγραφο πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών με το οποίο πιστοποιεί ότι το όνομα NANNYS BABY DIAPERS αποτελεί από τις 10/06/2008 εμπορική επωνυμία εγγεγραμμένη στο όνομα των Εναγόντων.

 

14.         Προς τα τέλη του Μάρτη 2014 περιήλθε στην αντίληψη των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι, διέθεταν στις Υπεραγορές τους προς πώληση προς το καταναλωτικό κοινό υγρά μωρομάντηλα η συσκευασία των όποιων φέρει τα εμπορικά σήματα Nannys Fresh. Δείγμα των μωρομάντηλων που πωλούσαν οι Εναγόμενοι στο καταναλωτικό κοινό κατατέθηκε εκ συμφώνου ως ΤΕΚΜΗΡΙ010 στην διαδικασία.

 

15. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι, στις εν λόγω Υπεραγορές τους, διέθεταν προς πώληση προς το καταναλωτικό κοινό της Κύπρου βρεφικά πανάκια η συσκευασία των οποίων έφερε επ' αυτών εμπορικό σήμα Nannys Baby Wish[1]. Δείγμα των παιδικών πανών που πωλούσαν οι Εναγόμενοι στο καταναλωτικό κοινό κατατέθηκε εκ συμφώνου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 στην διαδικασία.»

 

Τα ως άνω, ως παραδεκτά και αναντίλεκτα, καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

3.    Επίδικα

 

Παραμένουν λοιπόν, ως επίδικα, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα και την επ’ ακροατηρίω μαρτυρία τα εξής:

 

Α. Αν η συμφωνία Τεκμήριο 1 είναι άκυρη, ως εισηγούνται οι Εναγόμενοι, αφού κατά τη θέση τους περιέχει όρους εδαφικής κατανομής, θεσπίζοντας παράνομα, περιοριστικούς του εμπορίου όρους και διέσπασαν την κοινή ευρωπαϊκή αγορά. Τούτο είναι κυρίως νομικό ζήτημα και ό,τι καθίσταται κρίσιμο ως προς τα γεγονότα είναι η ερμηνεία της ίδιας της σύμβασης Τεκμήριο 1. Οι Ενάγοντες υπεραμύνονται του νόμιμου της συμφωνίας Τεκμήριο 1, αφού με αυτή απλώς αγόρασαν υφιστάμενα εμπορικά σήματα.

 

Β. Αν έχουν αναλωθεί τα δικαιώματα των Εναγόντων στα σήματα σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα. Προς τούτο οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι υφίσταται οικονομική σχέση και ή συμφωνίες διανομής και ή άλλες συμφωνίες, μεταξύ των Εναγόντων και της παραγωγού Εταιρείας Linette Ltd, και ή της Ελληνικής Εταιρείας ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. Οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι καμία οικονομική τους σχέση ή δεσμός δεν έχει αποδειχθεί.

 

Γ. Τέλος επίδικο παραμένει το ζήτημα του αθέμιτου ανταγωνισμού με τα μέρη να διαφωνούν αν οι Ενάγοντες συνέδεσαν το όνομα τους με τα επίδικα προϊόντα.

 

4.    Μαρτυρία

 

Δεν θα παρατεθούν με λεπτομέρεια τα όσα ισχυρίστηκε ο κάθε μάρτυρας, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και τα έχω υπόψη μου. Έχω αναγνώσει τις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων και αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Ως μάρτυρες στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία κατέθεσαν η κα. Καρολίνα Λοίζου, οικονομική διευθύντρια των Εναγόντων (ΜΕ 1), ο κ. Μάριος Χρυσοστόμου, διευθυντής των Εναγομένων (ΜΥ 1), ο κ. Σωτήρης Χρίστου (ΜΥ 2) και ο κ. Ανέστης Κιοσέογλου, εργαζόμενος στο τμήμα πληροφορικής της Εναγόμενης (ΜΥ 3).

 

Προχωρώ στην ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά, καθοριστικά για το αποτέλεσμα, γεγονότα[2]. Ως είναι νομολογιακά καθιερωμένο η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα[3]. Η ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει ανά επίδικο ζήτημα, με αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων, με αναφορά στα Τεκμήρια ώστε να εξαχθούν σχετικά ευρήματα, ενώ θα αξιολογηθεί κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, ως και η νομολογία εισηγείται[4]. Δεδομένης της φύσης κάθε επίδικου και του ότι αυτό άπτεται συνδυασμού μαρτυρίας όσων κατέθεσαν στο Δικαστήριο, θα διαπιστώνεται το πραγματικό υπόβαθρο κάθε αμφισβητούμενου γεγονότος σχετικό με τα επίδικα και αυτό θα υπάγεται στις νομικές αρχές που θα ακολουθήσουν σε νέο κεφάλαιο.

 

 

 

4.1.               Θέση των Εναγόμενων και ιστορικό

 

Θέση των Εναγόμενων είναι ότι με τις ως άνω περιγραφόμενες συμφωνίες, αλλά και την πρακτική που οι εταιρείες ακολουθούσαν προέβησαν σε εδαφικό γεωγραφικό διαχωρισμό της κοινής αγοράς της Ευρώπης. Οι Εναγόμενοι τόσο στην Υπεράσπιση τους, όσο και με τη γραπτή δήλωση του ΜΥ 1, Έγγραφο Γ, κάνουν εκτενή αναφορά στο ιστορικό της εγγραφής των σημάτων αυτών και την πώληση των εν λόγω προϊόντων σε Κύπρο και Ελλάδα. Οι σχετικές θέσεις τους έχουν ως εξής:

Η Linette Ltd, ήταν η δικαιούχος της εμπορικής εύνοιας και πρώτη παραγωγός των προϊόντων «NANNYS». Περί το 1986 επέκτεινε τις δραστηριότητες της στην Ελλάδα όπου συνέστησε την θυγατρική της Εταιρεία ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε, στην οποία κατείχε την συντριπτική πλειοψηφία του μετοχικού της κεφαλαίου[5]. Τα κύρια προϊόντα της ελληνικής εταιρείας ήταν τα υγρά μαντηλάκια και παιδικές πάνες. Το 1996 η Linette Ltd ενέγραψε στο όνομα της στην Κύπρο, το εμπορικό σήμα «NANNYS FRESH», σχετικά με υγρά μωρομάντηλα, (αρ. σήματος 46513), χωρίς δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της λέξης «Fresh», και το 1997 το εμπορικό σήμα «NANNYS FRESH», σχετικά με είδη από χαρτί, (αρ. σήματος 48411,) χωρίς δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της λέξης «Fresh». Το 1998, έδωσε την άδεια της στη ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε, να αιτηθεί και να εγγράφει στο δικό της όνομα στην Ελλάδα, και πιθανόν και σε άλλες χώρες κράτη μέλη της Ε.Ε., το ίδιο ακριβώς εμπορικό σήμα «NANNYS FRESH», επίσης για μωρομάντηλα.

Περί το έτος 2000, με την άδεια πάντοτε από τη Linette Ltd, τα σήματα «NANNYS BABY'S WISH», αναφορικά με πάνες ακράτειας, εγγράφονται στην Ελλάδα, στο όνομα της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. Με τον ίδιο τρόπο, ακολούθησε η εγγραφή και άλλων προϊόντων φερόντων την λέξη «NANNYS» στο όνομα ελληνικής εταιρείας. Έτσι η Linette Ltd διέθετε προϊόντα με την επωνυμία NANNYS από της ιδρύσεως της και NANNYS FRESH από την εγγραφή του σήματος, μέχρι που τα πώλησε στους Ενάγοντες.

Οι Ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν το ως άνω ιστορικό, πλην όμως κατέθεσαν τη βεβαίωση Τεκμήριο 16 με την οποία ο Διοικητικός Σύμβουλος και Γραμματέας της Linette Limited βεβαιώνει ότι η εν λόγω εταιρεία δεν έχει οποιοδήποτε μετοχικό ή οικονομικό δεσμό με την ελληνική εταιρεία ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, από το 2005. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά λοιπόν, συμπεριλαμβανομένου και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 16 γίνονται αποδεκτά και καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.

Είναι στη βάση των πιο πάνω η θέση των Εναγόμενων ότι η Linette Ltd ναι μεν αποχώρησε από την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ το 2005, αλλά ο ιδιοκτήτης της ήταν το πρόσωπο που ενορχήστρωσε την εναρμονισμένη πρακτική των συγκεκριμένων εταιρειών για να απέχουν αυτές από τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες και η ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, ακολούθησαν εναρμονισμένη και αμοιβαία πρακτική να μην εμπορεύεται η μια στη χώρα που βρίσκεται η άλλη. Παρά τον εν λόγω ισχυρισμό δεν προσφέρθηκε καμία συγκεκριμένη, άμεση μαρτυρία ως προς την εν λόγω ενορχήστρωση και δεν εξηγήθηκε πως ο διευθυντής της Linette Ltd ήταν ο εγκέφαλος πίσω από τον διαχωρισμό των αγορών, από την στιγμή που από το 2005 δεν είχε καμία σχέση με την ελληνική εταιρεία, ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ. Η νομική όμως θέση, αν δηλαδή τα ως άνω γεγονότα σε συνδυασμό και με άλλα που θα εκτεθούν κατωτέρω αποδεικνύουν εναρμονισμένη πρακτική θα αποφασιστεί αφού εκτεθούν οι σχετικές νομικές αρχές.

 

4.2.               Μαρτυρία που αφορά την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, πλέον ΝΑΝΝΥΣ ΑΕ.

Δυνητικά οι θέσεις της ελληνικής εταιρείας θα υποβοηθούσαν σημαντικά στην απόφανση επί των επιδίκων. Δεν παρουσιάστηκε όμως μαρτυρία της στο Δικαστήριο, παρά μόνο δύο επιστολές και μια βεβαίωση. Στο Τεκμήριο 17, επιστολή που κατέθεσε η ΜΕ 1, ημερομηνίας 11/7/2023 και αποστέλλεται προς τους Ενάγοντες. Εκεί, κοντολογίς, απορρίπτουν ισχυρισμούς τρίτης εταιρείας, της CSP Xontriki Ltd, αναφέρουν ότι δεν έχουν καμία σχέση μαζί της και αναφέρουν ρητώς ότι δεν της έδωσαν άδεια να χρησιμοποιεί τα εμπορικά τους σήματα ή μέρος τους. Τέλος αναφέρουν ότι αναγνωρίζουν τα καταχωρημένα εμπορικά σήματα των Εναγόντων και δεν σκοπεύουν να παραβιάσουν τα δικαιώματα τους.

Η επόμενη επιστολή της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, κατατέθηκε από τον ΜΥ 2 διευθυντή και ιδιοκτήτη της εταιρείας CSP Xontriki Ltd, ως μέρος του Τεκμηρίου 37. Σε αυτή την επιστολή ημερομηνίας 19/7/2024, αναφέρεται ότι ανέτρεξαν στα αρχεία τους και δεν βρήκαν έγγραφο αναφορικά με το θέμα της παράβίασης εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων από τους Ενάγοντες. Αν και αναφέρονται σε από μέρους τους εγγραφή ευρωπαϊκών σημάτων σε κανένα σημείο δεν υποστηρίζουν την όποια παραβίαση από τους Ενάγοντες.

Τέλος στην βεβαίωση, μέρος του ίδιου του Τεκμηρίου 37, η ίδια η ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, πλέον ΝΑΝΝΥΣ ΑΕ, αναφέρει ότι τα διατάγματα εναντίον των Εναγόμενων  εξουδετερώνουν την ύπαρξη τους με τον γεωγραφικό διαχωρισμό και απόσπαση ή και διαίρεση, με αποξένωση της αγοράς της Κύπρου, από την υπόλοιπη ενιαία αγορά σε όλη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περιέχεται μάλιστα εξουσιοδότηση στον ΜΥ 2 δια λογαριασμό της ελληνικής εταιρείας να «υποστηρίξει, διαμαρτυρηθεί και αντιταχθεί προς πάσα κατεύθυνση και αρχή όσο αφορά τα πλήρη, απόλυτα και αδιαίρετα, ενιαία σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης νόμιμα και αποκλειστικά δικαιώματα που απορρέουν από τα εθνικά και Ευρωπαϊκά εν ισχύ σήματα διανοητικής και πνευματικής ιδιοκτησίας τους».

Η αντίφαση μεταξύ της βεβαίωσης μέρος του Τεκμηρίου 37 και της επιστολής Τεκμήριο 17 είναι πασιφανής. Ενώ στην τελευταία η ελληνική εταιρεία αναγνωρίζει τα καταχωρημένα εμπορικά σήματα των Εναγόντων, στην βεβαίωση εξουσιοδοτούν πρόσωπο για να τα αμφισβητήσει. Και όχι οποιοδήποτε πρόσωπο, αλλά τον διευθυντή της Εταιρείας, που στο Τεκμήριο 17 αναφέρουν ότι δεν έχουν καμία σχέση μαζί της. Στη βάση των πιο πάνω οι αντιφατικές θέσεις της εν λόγω ελληνικής εταιρείας, όπως εκφράστηκαν μέσω τεκμηρίων που παρουσίασαν τα μέρη και δεν διευκρινίστηκαν με μαρτυρία της ίδιας της Εταιρείας, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και απορρίπτονται.

 

4.3.               Η συμφωνία Τεκμήριο 1

 

Γενικώς η θέση των Εναγομένων είναι ότι μέσω του Τεκμηρίου 1 οι Ενάγοντες με την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, μέσω της Linette Ltd, διαχώρισαν τις αγορές Κύπρου και Ελλάδος. Οι Ενάγοντες αντιτείνουν ότι η συμφωνία Τεκμήριο 1 σκοπό είχε την αγορά και εκμετάλλευση εμπορικών σημάτων και σε σχέση με αυτά τα εμπορικά σήματα δύνανται να είναι οι αποκλειστικοί πωλητές των επίδικων προϊόντων στην Κύπρο.

Το Τεκμήριο 1 τιτλοφορείται ως Συμφωνία Πώλησης Εμπορικών Σημάτων. Ως πωλητής αναφέρεται η εταιρεία Linette Ltd και ως αγοραστές οι Ενάγοντες. Η πρώτη εταιρεία στο προοίμιο παρουσιάζεται ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης εμπορικών σημάτων και/ή ο αιτητής για τέτοια εγγραφή για την γεωγραφική επικράτεια της Κυπριακής και της Ελληνικής Δημοκρατίας. Οι Ενάγοντες παρουσιάζονται, επίσης στο προοίμιο, ως να επιθυμούν να καταστούν αποκλειστικός ιδιοκτήτης εμπορικών σημάτων στη γεωγραφική επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και να συνεχίσουν την διανομή των προϊόντων, τα οποία προηγουμένως διένειμαν οι πωλητές. Με την συμφωνία Τεκμήριο 1 η Linette Ltd πώλησε στους Ενάγοντες εμπορικά σήματα, όπως και την εμπορική εύνοια αυτών, δεσμεύτηκε να τα μεταβιβάσει στους τελευταίους και συμφωνήθηκε ως συνολικό τίμημα αυτό των €4.000.000. Λίστα με τα εν λόγω εμπορικά σήματα επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 1 και το επισυνημμένο αναφέρει τα όσα καταγράφονται πιο πάνω στην παράγραφο 4 των παραδεκτών γεγονότων.

Επί του Τεκμηρίου 1 υπάρχει ειδικό κεφάλαιο με τον τίτλο Ανταγωνισμός. Εκεί ο πωλητής αναλαμβάνει ότι δεν θα προμηθεύσει ή εμπορευθεί προϊόντα υπό τα επίδικα εμπορικά σήματα σε οποιοδήποτε πρόσωπο στην γεωγραφική περιοχή, αλλά δύναται να το πράξει εκτός γεωγραφικής περιοχής. Αν μάλιστα οποιοδήποτε πρόσωπο εμπορευθεί τέτοια προϊόντα, ο Πωλητής συμφώνησε να παράσχει πλήρη υποστήριξη και βοήθεια στους Ενάγοντες, ώστε αυτή η δραστηριότητα του τρίτου προσώπου να τερματιστεί. Συμφωνήθηκε τέλος όπως η συμφωνία Τεκμήριο 1 κοινοποιηθεί στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και αν αυτή η συμφωνία κηρυσσόταν ως ασύμβατη με τις απαιτήσεις της ανταγωνιστικής αγοράς ή άκυρη, προβλέπονταν διαβήματα που οι Ενάγοντες μπορούσαν να λάβουν.  Ως Τεκμήριο 18 κατατέθηκαν και τρεις συμφωνίες εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των ίδιων μερών, της Linette Ltd και των Εναγόντων. Με αυτές οι πρώτοι συμφωνούν όπως πωλούν προϊόντα στους Ενάγοντες. Απαγορεύεται στους πωλητές να πωλούν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα σε άλλα πρόσωπα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αν και η ερμηνεία της σύμβαση είναι έργο στο οποίο θα προβεί το Δικαστήριο, η ΜΕ 1 απάντησε σε σειρά σχετικών ερωτήσεων. Συγκεκριμένα η ΜΕ 1 εξήγησε ότι η Linette Ltd δεν είχε σχέση με την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ το 2008, έτσι δεν γνωρίζει γιατί αναγράφηκε στο Τεκμήριο 1 ότι κατέχει εμπορικά σήματα στην Ελληνική Δημοκρατία. Μάλιστα πρόσθεσε ότι είναι η ελληνική εταιρεία που είχε εγγεγραμμένα στο όνομα της τα σήματα και όχι η Linette Ltd. Έτσι θεωρεί ότι είναι εκ λάθους που αναγράφεται στο προοίμιο του Τεκμηρίου 1 ότι η εν λόγω εταιρεία έχει εγγεγραμμένα εμπορικά σήματα στην Ελληνική Δημοκρατία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη αναφορά του προοιμίου αφορά γενικά εμπορικά σήματα και δεν διευκρινίζει αν εννοεί τα επίδικα ή άλλα σήματα. Απλώς αναφέρεται η Linette Ltd ως ιδιοκτήτρια ή αιτήτρια προς εγγραφή εμπορικών σημάτων, γενικώς, στην Ελληνική Δημοκρατία. Επιπλέον η ΜΕ 1 αναφέρει ότι η ίδια δεν βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων το 2008 και δεν γνωρίζει πως θα μπορούσε η Linette Ltd να βοηθήσει στην παύση πώλησης συγκεκριμένων προϊόντων στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως το Τεκμήριο 1 προβλέπει. Ξεκαθάρισε τέλος ότι οι Ενάγοντες δεν έκαναν καμία συμφωνία με την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ.

Οι αρχές της ερμηνείας των όρων συμβάσεων επιτάσσουν όπως το Δικαστήριο μέσα από το λεκτικό, αναζητά τις προθέσεις των συμβαλλομένων, με κριτήριο πάντοτε να είναι η έννοια την οποία μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο[6]. Οι όροι της σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζονται απομονωμένοι από το όλο πνεύμα της σύμβασης και την πρόθεση των συμβαλλομένων, αλλά να δίδεται η ερμηνεία η οποία οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο το οποίο εξετάζεται ως ενιαίο σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση[7]. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές[8].

Εν πρώτοις είναι πάγια νομολογημένο ότι ο τίτλος της σύμβασης ή το όνομα που τα μέρη δίνουν στη συναλλαγή είναι στοιχεία σχετικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτελούν παράγοντα αποφασιστικής σημασίας και ούτε δεσμεύουν το δικαστήριο[9]. Και από το σώμα της σύμβασης όμως, του Τεκμηρίου 1, προκύπτει ότι εκείνο που σκοπείται είναι η πώληση εμπορικών σημάτων και της εμπορικής εύνοιας αυτών. Επί της σύμβασης είναι λογικό να γίνεται αναφορά στα γεωγραφικά όρια όπου οι Ενάγοντες μπορούσαν να απολαύσουν τα υπό αγορά σήματα, αφού τέτοια προϊόντα πωλούνταν από κατόχους ανάλογων σημάτων και σε άλλες χώρες. Ουδεμία αναφορά δεν υπονοείται ή γίνεται σε διαχωρισμό με την ελληνικά αγορά. Οι σχετικές διατάξεις που άπτονται της προστασίας από άλλον που θα επιχειρήσει να πωλήσει προϊόντα με τα επίδικα σήματα, δεν προσφέρει τίποτα περισσότερο από την προστασία που ο ίδιος ο Νόμος παρέχει. Το Τεκμήριο 1, περιείχε ειδική διάταξη για απόφανση από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, σε σχέση με το αν η συμφωνία ήταν ασύμβατη με τις απαιτήσεις της ανταγωνιστικής αγοράς. Σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένο και ξεκαθαρίστηκε και από το Τεκμήριο 16 ότι η Linette Ltd δεν είχε καμία σχέση με την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 1, συνεπώς δεν είχε την ευχέρεια, τη δυνατότητα να ενορχηστρώσει τέτοια εναρμονισμένη πρακτική ή διαχωρισμό αγορών. Εκείνο που έκανε ήταν να πωλήσει τα εμπορικά της σήματα με σημαντικό μάλιστα αντάλλαγμα, χωρίς να προκύπτει ακυρότητα της εν λόγω συμφωνίας Τεκμήριο 1. Από το σώμα, δε, της ίδιας της σύμβασης δεν προκύπτει αφ’ εαυτής η προσπάθεια διαχωρισμού της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς, αλλά το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί και στη βάση του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας κατά την ανάλυση των σχετικών νομικών αρχών.

 

4.4.               Τα επίδικα προϊόντα

Όπως καταδεικνύεται και από τα παραδεκτά γεγονότα έχουν κατατεθεί μωρομάντηλα και βρεφικές πάνες που πωλούσαν τόσο οι Ενάγοντες (Τεκμήριο 8) όσο και οι Εναγόμενοι (Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα). Σε όλα τα προϊόντα των Εναγόντων στο μπροστινό μέρος φαίνονται τα εγγεγραμμένα σήματα τους, Nannys Fresh σε ότι αφορά τα μωρομάντηλα. Στο πίσω μέρος, στα 6 από τα 7 κουτιά που κατατέθηκαν φαίνεται το λογότυπο και τα στοιχεία των Εναγόντων μόνο. Σε ένα από αυτά, όπως και στο Τεκμήριο 19, το οποίο κατέθεσαν οι Εναγόμενοι, φαίνονται και τα στοιχεία της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, ως εισαγωγέα. Στο κουτί με τα μωρομάντιλα Τεκμήριο 10, το οποίο πωλούσαν οι Εναγόμενοι, φαίνεται το ίδιο σήμα Nannys Fresh, είναι διαφορετικό το στόμιο της συσκευασία και στο πίσω μέρος φαίνονται μόνο τα στοιχεία της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ. Στο Τεκμήριο 11, το κουτί με τις πάνες που πωλούσαν οι Εναγόμενοι φαίνεται το σήμα Nannys Baby Wish και πίσω επίσης τα στοιχεία της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ. Αρχικά δεν αμφισβητείται η ποιότητα των προϊόντων που πωλούσαν οι Εναγόμενοι, ούτε ότι εισάχθηκαν από την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ. Οι Ενάγοντες, μέσω της ΜΕ 1, υποστηρίζουν ότι η αναγραφή των στοιχείων και της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ στο ένα κουτί μορομαντήλων που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 8 και στο Τεκμήριο 19, είναι ότι ο παρασκευαστής των δύο εταιρειών είναι κοινός και έγινε λάθος από τον παρασκευαστή στο πακετάρισμα.

Θέση των Εναγομένων μέσω του ΜΥ 1, όπως αυτή καταγράφεται στο Έγγραφο Γ είναι ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτελούσαν κοινή παραγγελία των ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ A.Ε, Ενάγουσας και Λινέτ ΛΤΔ. Η παραγγελία έγινε από τη ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε μέσω του γραμμικού κωδικού της, που ξεκινά με τους αριθμούς 520 που αναφέρονται στην Ελλάδα, προς την εταιρεία που λειτουργούσε το εργοστάσιο στο Ισραήλ όπου αυτά κατασκευάζονταν. Αυτή η κοινή παραγγελία η οποία υπεβλήθη από την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε, έγινε κατόπιν συνεννόησης, συντονισμού και σύμπραξης μεταξύ των αναγραφόμενων επί της συσκευασίας εταιρειών, οι οποίες ανεγράφησαν επί της συσκευασίας στα πλαίσια αυτής της συνεννόησης και σύμπραξης. Τα εν λόγω κοινώς παραγγελθέντα προϊόντα είχαν κοινές προδιαγραφές ποιότητας, και κατόπιν της κατασκευής τους, μία ποσότητα εστάλη στην Κύπρο για πώληση εντός της Κύπρου από την Ενάγουσα, και άλλη ποσότητα εστάλη στην Ελλάδα για διάθεση από την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. Αυτή του την ενημέρωση ο ΜΥ 1 αναφέρει ότι την αντλεί από πηγές προερχόμενες από τη ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε, τις οποίες δεν αποκαλύπτει.

Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από τους Ενάγοντες ότι ενημέρωσαν τους προμηθευτές τους για το συγκεκριμένο λάθος, παρά το γεγονός ότι η ΜΕ 1 ανέφερε ότι πήραν «μεθοδικές ενέργειες άμεσα για να αφαιρεθεί οτιδήποτε έχει να κάμει με τη ΛΙΝΕΤ Α.Ε». Ούτε οι Εναγόμενοι παρουσίασαν απτή, πραγματική μαρτυρία σχετικά με την κατά τη θέση τους κοινή παραγγελία που έγινε μεταξύ Εναγόντων και ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε, πέραν των ισχυρισμών των ΜΥ 1 και 2. Και τούτο ενώ και μέσω υποβολής στην ΜΕ 1 αλλά και μέσω του ΜΥ 1 ανέφεραν έλαβαν την πληροφορία από τη ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε, και θα παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο[10].

Το Δικαστήριο λοιπόν δεν μπορεί να στηριχθεί σε εικασίες περί λάθους ούτε σε ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες. Είναι γεγονός όμως ότι μια παρτίδα από τα μωρομάντηλα που πώλησαν οι Ενάγοντες περιείχε τα στοιχεία της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και μάλιστα καλούσε τους καταναλωτές να επικοινωνήσουν μαζί τους σε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας. Στο πίσω μέρος φαίνονταν οι σημαίες της Κύπρου και της Ελλάδος, η ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ φαινόταν ως ο εισαγωγέας και σε άλλο σημείο του πίσω μέρους της συσκευασίας φαινόταν και το σήμα των Εναγόντων. Είναι, δε, παραδεκτό ότι το εργοστάσιο που προμήθευε με μωρομάντηλα τις δύο εταιρείες είναι το ίδιο. Τούτα είναι στοιχεία που θα ληφθούν υπόψη, για να κριθεί αν έχει τεκμηριωθεί οικονομικός δεσμός μεταξύ Εναγόντων και ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε, σε τελικό στάδιο.

4.5.               Η μαρτυρία σε σχέση με τον ισχυρισμό για αθέμιτο ανταγωνισμό

 

Όπως προαναφέρθηκε για όσα σήματα με την ονομασία NANNYS δεν ήταν εγγεγραμμένα από τους Ενάγοντες και χρησιμοποιήθηκαν από τους Εναγόμενους, οι πρώτοι εισηγούνται ότι οι δεύτεροι διέπραξαν το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Με τη μαρτυρία της η ΜΕ 1 εξήγησε αναλυτικά τα ποσά που ξόδεψαν για προώθηση προϊόντων με εμπορικό σήμα ΝΑΝΝΥS από το 2008 μέχρι το 2024 ξοδεύοντας 5ψήφιο κάθε χρόνο ποσό. Κατέγραψε επίσης στη γραπτή της δήλωση Έγγραφο Β τις πωλήσεις των Nannys Fresh, Nannys Baby Diapers, Nannys Baby Love Diapers, Nannys Flexicare, Nannys Sensitive και Nannys κατά το ίδιο διάστημα με τις πωλήσεις να κυμαίνονται τις περισσότερες χρονιές από 1 έως 3 εκατομμύρια. Κατέγραψε στο Έγγραφο Β και τα σημεία όπου πωλούνται τα εν λόγω προϊόντα. Τα ως άνω δεν αμφισβητήθηκαν και καθίστανται εύρημα του Δικαστηρίου.

Η ΜΕ 1 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έχουν αποκτήσει τεράστια φήμη στην κυπριακή αγορά και το καταναλωτικό κοινό τους έχει συνδέσει με τα μωρομάντηλα και τις πάνες υπό το εμπορικό σήμα NANNYS, ενώ τους ανήκει αποκλειστικά και η εμπορική εύνοια του εμπορικού σήματος NANNYS. Η διανομή προϊόντων με πολύ παρόμοια συσκευασία από τους Εναγόμενους (Τεκμήρια 10 και 11), χωρίς την συγκατάθεση των Εναγόντων, στοιχειοθετεί το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού δεδομένου ότι το καταναλωτικό κοινό πιστεύει ότι τα προϊόντα αυτά ανήκουν στους Ενάγοντες, ισχυρίζονται οι τελευταίοι.

Στη ως άνω νομική θέση οι Εναγόμενοι αντιτείνουν ότι τα εν λόγω προϊόντα βρίσκονται στην αγορά εδώ και δεκαετίες και προσφέρονταν από άλλες εταιρείες, όπως καταγράφεται πιο πάνω στο ιστορικό[11]. Εισηγούνται επίσης ότι η εισαγωγή και η πώληση των επιδίκων αντικειμένων εντάσσεται στα νόμιμα πλαίσια του παράλληλου εμπορίου, η οποία δεν απαγορεύεται και είναι καθόλα θεμιτή και νόμιμη σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές Αρχές του Ελεύθερου Ανταγωνισμού.

Η νομική βάση του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού θα αναλυθεί πιο κάτω και εκεί θα κριθεί πως επηρεάζει την εμπορική εύνοια το ιστορικό πώλησης των εν λόγω προϊόντων αλλά και το ζήτημα του παράλληλου εμπορίου.

 

4.6.               Ισχυρισμοί εκτός δικογράφων/ Αντιφατική μαρτυρία/ Αξιολόγηση ΜΥ 2 και ΜΥ 3

 

Πάγια νομολογία επιτάσσει όπως θέματα που δεν δικογραφούνται δεν θεωρούνται επίδικα και δεν εξετάζονται από το Δικαστήριο[12]. Επιπλέον τα παραδεκτά γεγονότα αποτελούν μέρος της μαρτυρίας και αδιαμφισβήτητο γεγονός που ανάγεται σε δεδομένο, δίχως να επιτρέπει διατύπωση ευρημάτων που να την αντιστρατεύονται[13].

Σωρεία μαρτυρίας των Εναγομένων, κυρίως των ΜΥ 2 και 3, δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και έρχεται σε αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα δεν δικογραφείται ότι οι Εναγόμενοι κατέθεσαν αίτηση ακυρότητας σημάτων των Εναγόντων, ούτε ότι αυτά ενεγράφησαν κακόπιστα, ως ο ΜΥ 2 κατέθεσε. Τουναντίον κατέστη παραδεκτό γεγονός η αγορά και εγγραφή από τους Ενάγοντες σειράς εμπορικών σημάτων. Ούτε ο ισχυρισμός επίσης του ΜΥ 2 ότι οι Ενάγοντες απομιμήθηκαν προϊόντα περιέχεται σε δικόγραφο. Υπάρχουν και μια σειρά άλλων ισχυρισμών του ΜΥ 2, οι οποίοι αντιφάσκουν με ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια που κατατέθηκαν από κοινού όπως οι εξής: Ότι η σύμβαση Τεκμήριο 1 δεν  συμπεριλάμβανε ουδεμία εύνοια, εμπορική φήμη, ισχυρισμός που αντιφάσκει με το ίδιο το σώμα του Τεκμηρίου 1, ότι δεν έχει παρουσιαστεί κύκλος εργασιών των Εναγόντων σε σχέση με τα επίδικα σήματα, ενώ η ΜΕ 1 αναντίλεκτα τον καταγράφει λεπτομερώς στο Έγγραφο Β και ότι οι Ενάγοντες εισάγουν από την Κίνα τα προϊόντα τους κάτι που αντιφάσκει με την παράγραφο 12 των παραδεκτών γεγονότων.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν δικογραφηθεί και αντιστρατεύονται τα παραδεκτά γεγονότα με τρόπο που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί.

Εκείνο όμως που προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση στο Δικαστήριο είναι ότι ο ΜΥ 2 προώθησε θέσεις που αντιφάσκουν και με την ευρύτερη θέση των Εναγόμενων. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι οι Ενάγοντες και η ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, στην πράξη μέσω της συμπεριφοράς τους είχαν διαχωρίσει την ευρωπαϊκή αγορά σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα, συμφωνώντας να μην αντιπαρατεθούν και δικαστικώς παραγνωρίζοντας τις ιδιότητες της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς[14]. Σε πλήρη αντίθεση με τον ως άνω καίριο ισχυρισμό των Εναγόμενων, ο ΜΥ 2 υποστήριξε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την ελληνική εταιρεία, ώστε να αμφισβητήσει τα κακοβούλως εγγεγραμμένα σήματα των Εναγόντων. Επισυνάπτει ακόμα και σχετική βεβαίωση της ελληνικής εταιρείας, μέσω της οποίας τον εξουσιοδοτούν να αντιταχθεί εκ μέρους τους στην εγγραφή των σημάτων από τους Ενάγοντες. Τούτη η θέση του ΜΥ 2 αντιφάσκει και με την θέση των Εναγόμενων ότι υφίσταται οικονομικός δεσμός μεταξύ της ελληνικής εταιρείας και των Εναγόντων, αφού εκφεύγει της λογικής το ότι η ελληνική εταιρεία επιχειρεί μέσω του ΜΥ 2 να «διαμαρτυρηθεί και αντιταχθεί» εναντίον εμπορικών σημάτων που έχουν εγγεγραμμένα οι Ενάγοντες και επικρίνει τα διατάγματα που αυτοί έλαβαν, ενώ διατηρούν μεταξύ τους οικονομικό δεσμό.

Πέραν των ως άνω αντιφάσεων η μαρτυρία του ΜΥ 2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για ένα άλλο λόγο. Συγγένεια και φιλία, αν και αποτελούν αξιολογήσιμους παράγοντες, δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν λόγο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας μάρτυρα[15]. Στην υπό κρίση περίπτωση ο ΜΥ 2 όχι μόνο είναι κουμπάρος του ΜΥ 1, αλλά η εταιρεία ιδιοκτησίας του αντιμετωπίζει τους Ενάγοντες σε σειρά δικαστικών διαδικασιών. Ελέω των ως άνω ο ΜΥ 2 αντιδρούσε έντονα και απαντούσε με συναισθηματισμό, με αποτέλεσμα να διακρίνεται τόσο η εμπάθεια του προς τους Ενάγοντες όσο και η προσπάθεια να υποβοηθήσει την υπόθεση της εταιρείας του φίλου του ΜΥ 1. Σε κάθε περίπτωση οι πλείστοι ισχυρισμοί και θέσεις του δεν περιλαμβάνονταν στα δικόγραφα, έρχονταν σε αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα και όπως προαναφέρθηκε αντίφασκαν ακόμη και με τις κύριες θέσεις των ίδιων των Εναγομένων, οι οποίοι τον παρουσίασαν. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΥ 2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο.

Αναλόγως και ο ΜΥ 3, προσήλθε στο Δικαστήριο με τον αποκλειστικό σκοπό να παρουσιάσει έρευνά μου έγινε στο διαδίκτυο στον Παγκόσμιο Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας W. I. P. O. Οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, συνεπώς και η μαρτυρία του ΜΥ 3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

4.7.               Αξιολόγηση ΜΕ 1 και ΜΥ 1

H ME 1 μέσω Τεκμηρίων αλλά και στηριζόμενη στα παραδεκτά γεγονότα απέδειξε τους περισσότερους από τους ισχυρισμούς της. Αν και επιχειρήθηκε να της αποδοθεί ότι είπε ψέματα ως προς τα ποια σήματα είχαν εγγραφεί προς όφελος των Εναγόντων, τελικώς καταδείχθηκε ότι ειλικρινώς αποκάλυψε για ποια σήματα είχε γίνει αίτηση και ποια είχαν μέχρι την ημερομηνία της καταχώρησης της αγωγής εγγραφεί. Ξεκαθαρίστηκε άλλωστε ότι για όσα σήματα δεν είναι εγγεγραμμένα προς όφελος των Εναγόντων επιζητείται διάταγμα λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού. Είχε ξεκάθαρη θέση περί του ότι αφενός δεν υφίσταται οικονομικό δεσμός με την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και αφετέρου ότι δεν διαχωρίστηκε η αγορά με το Τεκμήριο 1, αλλά απλώς αγοράστηκαν εμπορικά σήματα και η εμπορική τους εύνοια. Τεκμηρίωσε με το Τεκμήριο 16 ότι η Linette Ltd δεν συμμετέχει, ούτε έχει τον όποιο δεσμό με τη ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ από το 2005, ενώ παρουσίασε και επιστολή της τελευταίας εταιρείας, Τεκμήριο 17, με την οποία καταρρίπτονταν επιχειρήματα της εταιρείας ιδιοκτησίας του ΜΥ 2. Οι αναφορές της, δε, σε σχέση με τις πωλήσεις και τη διαφήμιση των επίδικων προϊόντων από τους Ενάγοντες παρέμειναν αναντίλεκτες. Η μαρτυρία της ΜΕ 1, λοιπόν, γίνεται αποδεκτή. Δεν μπορούσε να απαντήσει, παρά μόνο να εικάσει σε σχέση με τη συσκευασία μωρομάντηλων, μέρος του Τεκμηρίου 8 και Τεκμήριο 19, η οποία φέρει και τα στοιχεία της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, μαζί με το σήμα των Εναγόντων, με τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να αποδεκτεί τους σχετικούς της ισχυρισμούς.

Ο ΜΥ 1, μέσω του Εγγράφου Γ έθεσε μια σειρά νομικών ισχυρισμών. Πέραν αυτών έθεσε το ιστορικό της πώλησης των επίδικων προϊόντων στην Κύπρο, το οποίο έγινε αποδεκτό. Σε ότι αφορά την εμπλοκή κάποιου Μιχάλη Ιωαννίδη, ειλικρινώς παραδέχθηκε ότι δεν ήταν ο ίδιος μέτοχος της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, αλλά η Linette Ltd, με τον Ιωαννίδη να είναι ο ιδιοκτήτης της τελευταίας εταιρείας. Παραδέχτηκε, δε, ότι δεν υφίσταται εμπλοκή της Linette Ltd στην ελληνική εταιρεία από το 2005. Ξεκαθάρισε ότι σε σχέση με το Τεκμήριο 19 και μέρος του Τεκμηρίου 8, δεν γνωρίζει ποιος παράγγελνε για την ελληνική εταιρεία και τους Ενάγοντες, αλλά από το Ισραήλ παράγγελλαν το προϊόν και οι δύο. Περιορίστηκε δηλαδή στο παραδεκτό του κοινού εργοστασίου παραγωγής μωρομάντηλων και όχι στον αρχικό του ισχυρισμό ότι κοινή παραγγελία έθετε η ελλαδική εταιρεία. Εξήγησε δε, τεκμηριωμένα ότι το προϊόν φέρει ελληνικό κωδικό. Κατέδειξε επίσης ότι τα προϊόντα που πωλούσαν οι Εναγόμενοι δεν ήταν υποδεέστερης ποιότητας. Γενικά παρά τις ατυχείς αναφορές στο Έγγραφο Γ σε ψέματα της ΜΕ 1 και σε άλλα τεχνικά ζητήματα, ο ΜΥ 1 υπήρξε ειλικρινής, παραδέχθηκε σωρεία ζητημάτων που του τέθηκαν χωρίς να έχει απόλυτες θέσεις και προσέδωσε στο Δικαστήριο το ιστορικό της πώλησης των επίδικων προϊόντων σε Κύπρο και Ελλάδα. Δεν κατάφερε να αποδείξει τον οικονομικό δεσμό Εναγόντων και ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, ενώ οι αναφορές του σε σχέση με πληροφορία ότι η ελλαδική εταιρεία έθετε την κοινή παραγγελία παρέμειναν ατεκμηρίωτες και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.

 

5.    Νομική Βάση

 

5.1.               Άρθρο 101 της ΣΛΕΕ

Οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι η από τους Ενάγοντες άσκηση των δικαιωμάτων τους στα επίδικα σήματα έγινε προκειμένου να παρεμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία και εμπορία των επίδικων προϊόντων, αποβλέπει έκδηλα στην ματαίωση της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου των συμπράξεων και ή στον αποκλεισμό του ενδοσηματικού ανταγωνισμού με αποτέλεσμα το διαμοίρισμα της αγοράς, την εναρμονισμένη κατανομή και διαχωρισμό των αγορών Κύπρου και Ελλάδα και οδηγεί στην εφαρμογή διακρίσεων ως προς την τιμή και, κατ' επέκταση στον αποκλεισμό των παράλληλων εισαγωγών εις βάρος του καταναλωτή και ως εκ τούτου, εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85(1) της ΣυνθΕΟΚ, νυν 101 της ΣΛΕΕ.

Το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι:

«Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς».

Σύμφωνα με το άρθρο 105 ΣΛΕΕ, πρώην 85 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή μεριμνά για την πραγμάτωση των αρχών που καθορίζονται στα άρθρα 101 και 102. Εξετάζει, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή αυτεπαγγέλτως, συνεργαζομένη με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που οφείλουν να της παρέχουν τη συνδρομή τους, τις περιπτώσεις εικαζομένων παραβάσεων των ανωτέρω αρχών. Αν διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως, προτείνει τα κατάλληλα μέτρα για τον τερματισμό της.

Σε ότι αφορά το πως αλληλεπιδρούν τα εμπορικά σήματα που είναι εγγεγραμμένα σε κράτη μέλη με τα άρθρα 101 μέχρι 105 της ΣΛΕΕ, στην C 9/91[16], αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«όταν επιχειρήσεις, ανεξάρτητες η μία της άλλης, προβαίνουν σε μεταβιβάσεις σήματος κατόπιν συμπράξεως σχετικά με την κατανομή των αγορών, ισχύει η επιβαλλομένη από το άρθρο 85 απαγόρευση των θιγουσών τον ανταγωνισμό συμφωνιών, πράγμα που έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των μεταβιβάσεων που αποτελούν το μέσο για την επίτευξη της συμπράξεως. Ωστόσο, όπως ορθώς έχει υπογραμμίσει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο κανόνας αυτός και η κύρωση από την οποία συνοδεύεται δεν μπορούν να εφαρμόζονται κατά τρόπο μηχανικό για κάθε μεταβίβαση. Για να χαρακτηριστεί μια μεταβίβαση σήματος ως μέσον για την επίτευξη μιας απαγορευμένης από το άρθρο 85 συμφωνίας απαιτείται η ανάλυση του σχετικού πλαισίου, των ενυπαρχουσών στη μεταβίβαση δεσμεύσεων, της προθέσεως των μετεχουσών στη συμφωνία επιχειρήσεων και του υποσχεθέντος ανταλλάγματος.»

Απολύτως σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Kerly's Law of Trade Marks and Trade Names 17η έκδοση, παράγραφος 19-019, ως εξής:

«The Court of Justice has made it clear that any assignment of a trade mark for part of the Internal Market only should not in itself be viewed as having the effect of partitioning the market. Nevertheless, an assignment of a mark (or an agreement to assign) for part of the market alone may fall within art.101(1) in certain circumstances. As a practical matter, however, it cannot vest in the assignee absolute protection of the countries for which they have taken an assignment. The assignee may be exposed to parallel imports from the remainder of the Internal Market. If, however, the parties go further than a mere assignment, and actively (either by terms of the agreement or by their conduct) seek to partition the Internal Market, then there will be a breach of art.101(1). Indeed an attempt to enforce a trade mark to prevent parallel imports with knowledge of the competition rules may increase the gravity of the breach.»

Σε σχέση με την μαρτυρία που χρειάζεται για να αποδειχθεί εναρμονισμένη πρακτική και κατανομή αγορών στην T-56/02[17], αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαιτήσει όπως παρουσιαστεί μαρτυρία που να συνιστά «αμάχητη απόδειξη» ορισμένης παράβασης. Η νομολογία απαιτεί απλώς την προσκόμιση επαρκών αποδείξεων. Στην ανάλογη διαδικασία που ακολουθήθηκε εκεί κρίθηκε ότι η Επιτροπή οφείλει να συλλέξει τα στοιχεία που αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη περιστατικών που στοιχειοθετούν παράβαση. Η ύπαρξη αμφιβολίας του δικαστή είναι υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση που διαπιστώνει παράβαση. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπεράνει ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη της επίδικης παραβάσεως, εφόσον διατηρεί ακόμη αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό, ενώ αναφέρθηκε ότι ισχύει και το σχετικό άρθρο 6 (2) της ΕΣΔΑ και το τεκμήριο αθωότητας για της υπό εξέταση επιχειρήσεις.

Εφαρμόζοντας τις ως άνω νομικές αρχές στα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, καταδεικνύεται ότι στην όψη της η συμφωνίες Τεκμήρια 1 και 18, δεν διαχωρίζουν την ευρωπαϊκή αγορά ούτε έχει αποδειχθεί η όποια εναρμονισμένη πρακτική. Δεν έχουν παρουσιαστεί επαρκείς αποδείξεις που να αποδεικνύουν επαρκώς τους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Όπως εξηγήθηκε και πιο πάνω[18] με τη σύμβαση Τεκμήριο 1 πωλούνται εμπορικά σήματα. Η αναφορά σε γεωγραφικά όρια όπου οι Ενάγοντες μπορούσαν να απολαύσουν τα υπό αγορά σήματα, άπτεται του ότι οι πωλητές, η Linette Ltd, τον χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας δεν είχαν καμία σχέση με την ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ (βλ. Τεκμήριο 16) και τα σήματα που της ανήκουν στην Ελλάδα. Δεν θα μπορούσε δηλαδή η πωλήτρια εταιρεία, ούτε να εμπορευτεί πόσω μάλλον να διαχωρίσει την πώληση προϊόντων μεταξύ των δύο χωρών. Ουδεμία αναφορά δεν υπονοείται ή γίνεται σε διαχωρισμό της κυπριακής με την ελληνικά αγορά, ούτε και θα μπορούσε να γίνει αφού καμία από τις δύο συμβεβλημένες στο Τεκμήριο 1 εταιρείες, δεν είχε ιδιοκτησία ή έστω εμπλοκή τον επίδικο χρόνο με την ιδιοκτήτρια των ελληνικών εμπορικών σημάτων.

Εκείνο που πραγματεύεται η συμφωνία Τεκμήριο 1 είναι την πώληση των εμπορικών σημάτων με σημαντικό μάλιστα αντάλλαγμα. Σαφώς και δεν μπορεί να ληφθεί ως μαρτυρία με την οποία αποδεικνύεται εναρμονισμένη πρακτική το γεγονός ότι αμφότερες η κυπριακή και η ελληνική εταιρεία ιδιοκτήτες των σημάτων δεν εμπορεύονταν προϊόντα τους στη γεωγραφική περιοχή όπου δεν είχαν εγγεγραμμένο σήμα. Ο σεβασμός δηλαδή στο νομίμως και αδιαφιλονίκητα εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα, θα έπρεπε να είναι δεδομένος και δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία διαχωρισμού αγορών.

Αξίζει να υπομνησθεί ότι οι Εναγόμενοι παρουσίασαν μαρτυρία που αντενδείκνυται των επιχειρημάτων τους. Συγκεκριμένα κατέθεσαν το Τεκμήριο 37, μέρος του οποίο αποτελούν επιστολές και βεβαιώσεις της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ. Μέσω αυτών εκφράζεται η πρόθεση της τελευταίας εταιρείας να αμφισβητήσει τα εμπορικά σήματα που ενέγραψαν οι Ενάγοντες. Ενώ δηλαδή οι Εναγόμενοι κατηγορούν τους Ενάγοντες για διαχωρισμό αγορών και εναρμονισμένη πρακτική με τη ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, μέσω της μαρτυρίας που οι ίδιοι παρουσίασαν φέρουν την ελληνική εταιρεία ως να αμφισβητεί τα εμπορικά σήματα της κυπριακής εταιρείας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μέσω αυτού του Τεκμηρίου δηλαδή, καταδεικνύουν κάθε άλλο παρά διαχωρισμό αγορών, καταδεικνύουν διεκδίκηση της κυπριακής αγοράς από την ίδια την ελληνική εταιρεία.

Στη βάση των ως άνω δεν έχει προσφερθεί επαρκής, αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η σύμβαση Τεκμήριο 1 ή η όποια συμπεριφορά των Εναγόντων και της  ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ εμπίπτουν εντός των όσων το άρθρο 101 ΣΛΕΕ ορίζει.

 

5.2.               Εμπορικά Σήματα

To εμπορικό σήμα αποτελεί ιδιοκτησία, η οποία προστατεύεται και από το άρθρο 1 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ[19]. Ενόσω ισχύει η εγγραφή, ισχύει και το δικαίωμα των ιδιοκτητών του εμπορικού σήματος. Έλεγχος της νομιμότητας της εγγραφής δεν χωρεί παρά μόνο στο πλαίσιο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος[20].

Εν προκειμένω έχει δηλωθεί η εγγραφή των εμπορικών σημάτων. Έτσι εφαρμόζονται οι αρχές του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου (ΚΕΦ.268). Θέση των Εναγόμενων είναι ότι τα εμπορικά σήματα των Εναγόντων έχουν αναλωθεί. Υποστηρίζουν ότι έχουν ισχύ Άρθρα 34-35 εντός του Τρίτου Μέρους, Κεφάλαιο 3, της ΣΛΕΕ.

Στην C-10/89[21] αποφασίστηκε ότι:

«Δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ η εθνική νομοθεσία που επιτρέπει σε μια επιχείρηση, κάτοχο δικαιώματος επί σήματος εντός κράτους μέλους, να εμποδίζει την εισαγωγή από άλλο κράτος μέλος ομοειδών προϊόντων επί των οποίων έχει τεθεί νομίμως στο τελευταίο αυτό κράτος το ίδιο σήμα ή ένα σήμα που δημιουργεί σύγχυση με το προστατευόμενο σήμα, ακόμη και όταν το δικαίωμα επί του σήματος υπό το οποίο εισάγονται τα επίμαχα προϊόντα ανήκε αρχικά σε θυγατρική εταιρία της επιχειρήσεως που εμποδίζει τις εισαγωγές, κατόπιν δε της απαλλοτριώσεως της θυγατρικής αυτής εταιρίας περιήλθε σε τρίτη επιχείρηση.»

Το άρθρο 15 (1) του Κεφαλαίου 268, αντιγράφει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ όπου αναφέρεται ότι:

«Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στο δικαιούχο του να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί υπό το σήμα αυτό μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τον ίδιο το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.»

Οι Εναγόμενοι εδράζουν τις θέσεις τους στο λεκτικό της απόφασης C‑291/16[22], η οποία ερμηνεύει το ως άνω άρθρο, υπό το πρίσμα του άρθρου 36 ΣΛΕΕ. Εκεί αποφασίστηκε ότι δεν επιτρέπεται σε δικαιούχο εθνικού σήματος να αντιτίθεται στην εισαγωγή ομοειδών προϊόντων που φέρουν το ίδιο σήμα και προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, εντός του οποίου το σήμα αυτό, το οποίο ανήκε αρχικώς στον ίδιο δικαιούχο, ανήκει πλέον σε τρίτο ο οποίος απέκτησε τα σχετικά δικαιώματα από μεταβίβαση, όταν, μετά τη μεταβίβαση αυτή,

–        ο δικαιούχος, μόνος του ή συντονίζοντας τη στρατηγική του ως προς το σήμα με τον εν λόγω τρίτο, εξακολούθησε να προωθεί ενεργά και σκόπιμα την ενιαία και συνολική εμφάνιση ή εικόνα του σήματος, δημιουργώντας ή ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό σύγχυση στο ενδιαφερόμενο κοινό όσον αφορά την εμπορική προέλευση των φερόντων το σήμα αυτό προϊόντων,

ή

–        υφίστανται οικονομικοί δεσμοί μεταξύ του δικαιούχου και του εν λόγω τρίτου, υπό την έννοια ότι συντονίζουν τις εμπορικές πολιτικές τους ή συμφωνούν για τον από κοινού έλεγχο της χρήσεως του σήματος, ώστε να έχουν τη δυνατότητα άμεσου ή έμμεσου καθορισμού των προϊόντων επί των οποίων τίθεται το σήμα ή ελέγχου της ποιότητάς τους.

Ως προς την έννοια των οικονομικών δεσμών, όπως η C‑291/16 τη θέτει έχει ακολουθήσει η έκδοση της απόφαση στη C-736/18[23], όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

« 35      It suffices to note, in that regard, that the Court held, in paragraph 46 of the judgment of 20 December 2017, Schweppes (C‑291/16, EU:C:2017:990), that the concept of ‘economic links’, for the purposes of Directive 2008/95, refers to a substantive, rather than formal, criterion, which is in no way confined to situations in which the goods in question have been put into circulation by a licensee, by a parent company, by a subsidiary of the same group, or by an exclusive distributor and which, in particular, is also fulfilled where, following the division of national parallel trade marks resulting from a territorially limited assignment, the proprietors of those marks coordinate their commercial policies or reach an agreement in order to exercise joint control over the use of those marks, so that it is possible for them to determine, directly or indirectly, the goods to which those marks are affixed and to control the quality of those goods.

36      It has not therefore been held that the existence of an economic link presupposes a particular order between the undertakings concerned. On the contrary, as EUIPO submits, it may be sufficient in that regard that there is a single point of control within a group of operators in respect of the goods manufactured by one of them and distributed by another, thus ruling out any likelihood of confusion as to the commercial origin of those goods

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί συντονισμένη στρατηγική μεταξύ των Εναγόντων και όποια άλλη εταιρείας. Εγέρθηκε όμως ότι οι Ενάγοντες και η ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, έχουν οικονομικό δεσμό. Βάση της επιχειρηματολογίας αυτής ήταν το Τεκμήριο 19 και άλλο κουτί με μωρομάντηλα μέρος του Τεκμηρίου 8, όπου στο πίσω μέρος τους φαίνονται στοιχεία των Εναγόντων και της ελληνικής εταιρείας. Έχει διαπιστωθεί ότι μια παρτίδα από τα μωρομάντηλα που πώλησαν οι Ενάγοντες περιείχε και τα στοιχεία της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και μάλιστα καλούσε τους καταναλωτές να επικοινωνήσουν μαζί τους σε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας. Στο πίσω μέρος φαίνονταν οι σημαίες της Κύπρου και της Ελλάδος, η ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ φαινόταν ως ο εισαγωγέας και σε άλλο σημείο του πίσω μέρους της συσκευασίας φαινόταν και το σήμα των Εναγόντων. Είναι, δε, παραδεκτό ότι το εργοστάσιο που προμήθευε με μωρομάντηλα τις δύο εταιρείες είναι το ίδιο.

Το ως άνω δεδομένο όμως, δεν δημιουργεί οικονομικό δεσμό, ως η νομολογία του ΔΕΕ, ορίζει αφού: δεν καταδείχθηκε να υπάρχει σημείο ελέγχου που να καθορίζει τον δεσμό των δύο εταιρειών, δεν καταδείχθηκε ποια είναι η φύση του κατ’ ισχυρισμό δεσμού, δεν καταδείχθηκαν οι όποιες εμπορικές πολιτικές των δύο εταιρειών, δεν καταδείχθηκε τέλος ούτε πως επιδιώκουν να ελέγχουν τα εν λόγω σήματα. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι από τα 8 κουτιά μωρομάντηλων, διαφορετικών ειδών που πωλούσαν οι Ενάγοντες και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, μόνο το ένα έφερε τα στοιχεία της ΛΙΝΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, στο πίσω μέρος του. Τα υπόλοιπα έφεραν μόνο τα στοιχεία των Εναγόντων, ενώ τα μωρομάντηλα που πωλούσαν οι Εναγόμενοι έφεραν μόνο τα στοιχεία της ελληνικής εταιρείας. Ακόμα, δηλαδή και αν για συγκεκριμένο προϊόν έγινε μια κοινή παραγγελία, αυτό δεν καταδεικνύει οικονομικό δεσμό των εν λόγω εταιρειών και σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που να συντονίζει εμπορικές πολιτικές ή να συμφωνεί κοινό έλεγχο της χρήσης του σήματος. Επομένως οι σχετικοί ισχυρισμοί των Εναγομένων δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και απορρίπτονται.

Οι Ενάγοντες είχαν εγγράψει εμπορικά σήματα, τα οποία οι Εναγόμενοι παραβίασαν. Το Δικαστήριο το οποίο διαπιστώνει προσβολή δικαιώματος εμπορικού σήματος ή εμπορικής επωνυμίας δύναται να διατάξει τον παραβάτη να μην επαναλάβει την εν λόγω προσβολή στο μέλλον, ως προβλέπεται πλέον στο άρθρο 80 του Κεφαλαίου 268 (πρώην άρθρο 53Α). Συνεπώς επιτυγχάνει η αγωγή των Εναγόντων στον βαθμό που αφορά εγγεγραμμένα πριν την καταχώρηση της αγωγής εμπορικά σήματα και τα σχετικά απαγορευτικά διατάγματα που επιζητούν.

 

5.3.               Αθέμιτος Ανταγωνισμός

 

Το άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:

«35. Πρόσωπο το οποίο αποµιµούµενο την επωνυµία, το χαρακτηρισµό, το σήµα ή την επιγραφή αγαθών ή άλλως πως, προκαλεί ή αποπειράται να προκαλέσει ώστε οποιαδήποτε αγαθά να εκληφθούν ως αγαθά άλλου προσώπου, µε τρόπο ο οποίος ενδέχεται να οδηγήσει συνήθη αγοραστή στην πεποίθηση ότι αγοράζει αγαθά του άλλου αυτού προσώπου, διαπράττει αστικό αδίκηµα κατά του άλλου αυτού προσώπου:

Νοείται ότι κανένας δεν διαπράττει αστικό αδίκηµα για µόνο το λόγο ότι χρησιµοποιεί τη δική του επωνυµία σε σχέση µε την πώληση αγαθών».

Κρίνεται χρήσιμο να παρατεθεί και το αυθεντικό αγγλικό κείμενο, με την υποσημείωση ότι το συγκεκριμένο άρθρο δεν τροποποιήθηκε.

«35. Any person who by imitating the name, description, sign, label or otherwise causes or attempts to cause any goods to be mistaken for the goods of another person, so as to be likely to lead an ordinary purchaser to believe that he is purchasing the goods of such other person, shall commit a civil wrong against such other person:

Provided that no person shall commit a civil wrong by reason only that he uses his own name in connection with the sale of any goods».

Για να τύχει προστασίας ο ιδιοκτήτης του σήματος και το θύμα του αθέμιτου ανταγωνισμού δεν είναι απαραίτητο η απομίμηση να είναι απόλυτη αρκεί, να είναι τέτοια που να μπορεί να προκαλέσει σύγχυση ως προς την προέλευση των εμπορευμάτων[24]. Τόσο η προστασία του εμπορικού σήματος όσο και το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού, έχουν ως αντικείμενο την καθιέρωση χρηστών εμπορικών ηθών[25]. Για τη στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος, που προβλέπει το Άρθρο 35, απαιτείται η χρήση του σήματος σε βαθμό και έκταση, που το καταναλωτικό κοινό να ταυτίσει το σήμα με τα εμπορεύματα, ώστε η χρήση του από τρίτους να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σύγχυση ή λάθος ως προς την προέλευση των εμπορευμάτων[26].

Στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 19ο αιώνα όρισε το εν λόγω αστικό αδίκημα ως εξής:

«The basic underlying principle of such an action was stated in 1842 by Lord Langdale MR in Perry v Truefitt 6 Beav 66 at 73, 49 ER 749 at 752 to be: 'A man is not to sell his own goods under the pretence that they are the goods of another man … »[27]

Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού έχουν καθοριστεί από την αγγλική νομολογία ως τα εξής: 1. Την ύπαρξη εμπορικής εύνοιας και φήμης (goodwill), 2. Την σύγχυση του κοινού από τον Εναγόμενο (ηθελημένη ή μη) (misrepresentation) και 3. Τη δημιουργία ζημιάς στον Ενάγοντα (damage)[28]. Παρά ταύτα στην κυπριακή νομολογία έχει επικρατήσει η θέση ότι η ζημιά δεν είναι αναγκαία και τεκμαίρεται στην απουσία μαρτυρίας περί του αντιθέτου, γιατί λόγω της απομίμησης, ο συνήθης αγοραστής δυνατό να συγχυσθεί για την προέλευση των προϊόντων[29].

Η εμπορική φήμη και εύνοια μπορεί να μεταβιβαστεί μέσω σύμβασης και αν μεταβιβαστεί αγώγιμο δικαίωμα για αθέμιτο ανταγωνισμό έχει το πρόσωπο που έλαβε την άδεια να χρησιμοποιεί το σήμα.

Σχετική είναι Quantum Advisory Ltd v Quantum Actuarial LLP [2024] EWCA Civ 247, παρ. 47 και 48, με αναφορά σε νομολογία και βιβλιογραφία, καταγράφονται τα κάτωθι:

«It is the parties' contractual agreement, and not some extrinsic legal fiction or equitable doctrine, which operates to vest the goodwill in the licensor, unless otherwise agreed, because no other outcome is consistent with the ordinary licensor-licensee relationship.»

Παρά δηλαδή το γεγονός ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν τα εμπορικά σήματα NANNYS και πωλούσαν προϊόντα για 6 χρόνια πριν την έγερση της αγωγής, ενώ τέτοια προϊόντα κυκλοφορούσαν στην αγορά για σχεδόν 30 χρόνια, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο Τεκμήριο 1 για να εξετάσουμε αν τους μεταβιβάστηκε η εμπορική εύνοια. Ξεκάθαρα στον όρο 3.1 της συμφωνίας Τεκμήριο 1 μεταξύ των όσων αγοράζονται από τους Ενάγοντες είναι και η εμπορική εύνοια των εμπορικών σημάτων. Είναι συνεπώς οι Ενάγοντες που έχουν αγώγιμο δικαίωμα για αθέμιτο ανταγωνισμό, ως οι ιδιοκτήτες της εμπορικής εύνοιας και οι αδειούχοι χρήσης των εν λόγω εμπορικών σημάτων. Προστίθεται ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι αφενός ξόδεψαν μεγάλα ποσά για να αγοράσουν και να διαφημίσουν τα εν λόγω προϊόντα και αφετέρου πώλησαν σωρεία αυτών των προϊόντων από το 2008 μέχρι το 2014 και μετά. Έτσι έχουν και στο διάστημα αυτό συνδέσει το όνομα τους με τα εν λόγω προϊόντα[30].

Σε ότι αφορά τη σύγχυση στο κοινό, το κριτήριο για την πιθανότητα εξαπάτησης είναι η εντύπωση που θα δημιουργηθεί σε ένα συνηθισμένο καταναλωτή και όχι στον ειδικό και έμπειρο αγοραστή.

Όπως αναφέρθηκε στην United Biscuits v Asda [1997] RPC 513:

«There is authority that a customer need not know or care about the name of the manufacturer who owns the goodwill, provided that the customer knows that there is such a person and cares that goods which he buys are made by that person. This point was clearly expressed by a famous American judge, Learned Hand J., in a passage in Crescent Tool Co. v. Kilborn & Bishop Co. (1917) 247 F. 290 at page 300 quoted by Jacob J. in Hodgkinson & Corby Ltd. v. Wards 15 Mobility Services Ltd [1994] 1 W.L.R. 1564 at page 1573,

«It is an absolute condition to any relief whatever that the plaintiff in such cases show that the appearance of his wares has in fact come to mean that some particular person - the plaintiff may not be individually»

Ανάλογη αρχή υφίσταται και στην κυπριακή νομολογία, στην HADJIKYRIACOS CO ν. UNITED BISCUITS [1979] 1 CLR 689.

Εν προκειμένω είναι σαφές ότι μπορούσε να προκληθεί σύγχυση από την πώληση των επίδικων προϊόντων από τους Εναγόμενους. Τα κουτιά των προϊόντων που πωλούσαν οι Εναγόμενοι έφεραν το σήμα NANNYS, γραμμένο με τον ίδιο τρόπο που είναι εγγεγραμμένο ή εμφαίνεται στα προϊόντα που οι Ενάγοντες πωλούν. Το χαρακτηριστικό σήμα NANNYS πωλείτο εδώ και χρόνια και τη σχετική εμπορική εύνοια απέκτησαν και επένδυσαν σε αυτήν οι Ενάγοντες. Συνέδεσαν το όνομα τους με την πώληση των εν λόγω προϊόντων και ο καταναλωτής ανέμενε ότι οι Ενάγοντες είναι υπεύθυνοι για την προέλευση τους. Οι Εναγόμενοι φαίνεται να γνώριζαν ότι οι Ενάγοντες είχαν αγοράσει εμπορικά σήματα και πωλούσαν ευρέως προϊόντα NANNYS. Η υπεράσπιση τους έγκειτο στο ότι δεν περιορίζονταν από την πώληση αυτών των προϊόντων, έστω και αν οι Ενάγοντες τα πωλούσαν αποκλειστικά για χρόνια. Αξίζει να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι οι Ενάγοντες θα έχαναν την αποκλειστικότητα στην πώληση προϊόντων NANNYS απολήγει σε ζημιά σύμφωνα με την αγγλική νομολογία[31]. Τέλος το γεγονός ότι το προϊόν που πωλούσαν οι Εναγόμενοι δεν υστερεί σε ποιότητα, δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αστικού αδικήματος, ούτε επενεργεί σε αυτά.

 

6.    Κατάληξη

Η Αγωγή των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων επιτυγχάνει. Εκδίδονται τα εξής διατάγματα:

Απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους μέσω των διευθυντών ή υπαλλήλων ή διανομέων ή αντιπρόσωπων τους, από του να προωθούν, διαφημίζουν, προμηθεύουν, πωλούν ή εμπορεύονται κατά οποιονδήποτε τρόπο στην Κύπρο, μωρομάντηλα ή πάνες ή άλλα προϊόντα που φέρουν επ’ αυτών ή επί της συσκευασίας τους τα υπ’ αριθμούς 46513 και 48411 εγγεγραμμένα εμπορικά σήματα των Εναγόντων και τα εγγεγραμμένα σήματα των Εναγόντων ως το Τεκμήριο 4 (σχετικό Πίνακας επισυνάπτεται) περιλαμβανομένου του εμπορικού σήματος NANNYS FRESH και τα εμπορικά σήματα ή επιγραφές NANNYS  ή Nannys Baby’s Wish ή Nannys Baby Diapers ή Nannys Baby Love Diapers ή Nannys Flcxicare ή Nannys Genius ή Nannys easy wear pants και λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού.

Επιδικάζονται επιπλέον έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

(Υπ.)………………………………

Α. Λουκά Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εικονιστική

Παράσταση

 

Όνομα Εμπορικού

Σήματος

Αρ. Εγγραφής και ημερομηνία

   Εγγραφής

 

Κλάση

 

Προϊόντα και Υπηρεσίες

1.   

 

 

 

 

Nannys Fresh

46513

30/10/1996

3

Υγρά μωρομάντηλα.

2.   

 

 

Nannys Genius

48016

3/6/1997

16

Πανάκια για βρέφη και παιδιά.

3.   

 

 

 

 

Nannys Genius

48409

21/7/1997

5

Υγιεινολογικά παρασκευάσματα που εμπίπτουν στην κλάση αυτή.

4.   

 

 

Nannys Fresh

48411

21/7/1997

16

Είδη από χαρτί που εμπίπτουν στην κλάση αυτή.

5.   

 

 

 

 

Nannys BABY DIAPERS

48415

21/7/1997

5

Υγιεινολογικά παρασκευάσματα που εμπίπτουν στην κλάση αυτή.

 

 

 

6.   

 

 

Nannys BABY DIAPERS

48416

21/7/1997

 

16

Πανάκια για βρέφη και παιδιά.

 

 

7.   

 

 

 

 

Nannys BABY DIAPERS

48417

21/7/1997

25

Είδη ένδυσης, παιδικά είδη ένδυσης.

8.   

 

Nannys Flexicare

65637

18/2/2003

5

Υγιεινολογικά παρασκευάσματα που εμπίπτουν στην κλάση αυτή.

9.   

 

Nannys Flexicare

65638

18/2/2003

16

Παννάκια για βρέφη και παιδιά.

10.    

 

Nannys Flexicare

65639

18/2/2003

25

Είδη ένδυσης, παιδικά είδη ένδυσης.

11.    

 

Nannys easy wear pants

66077

20/3/2003

5

Υγιεινολογικά παρασκευάσματα που εμπίπτουν στην κλάση αυτή.

12.    

 

Nannys BABY LOVE DIAPERS

71926

7/12/2005

5

Υγιεινολογικά παρασκευάσματα που εμπίπτουν στην κλάση αυτή.

13.    

 

Nannys BABY LOVE DIAPERS

71927

7/12/2005

16

Πανάκια για βρέφη και παιδιά (όχι από ύφασμα).

14.    

 

Nannys BABY LOVE

71928

7/12/2005

25

Είδη ένδυσης, παιδικά είδη ένδυσης.

15.    

 

Nannys

82543

18/3/2014

3

Μωρομάντηλα.

16.    

 

Nannys

82544

18/3/2014

5

Πανάκια για βρέφη και παιδιά. 

17.    

 

 

 

Nannys BABY'S WISH

82546

18/3/2014

5

Πανάκια για βρέφη και παιδιά. 

18.    

 

 

 

Nannys sensitive

82548

18/3/2014

5

Πανάκια για βρέφη και παιδιά.

19.    

 

 

Nannys

83521

10/3/2015

3

Λευκαντικά παρασκευάσματα, αλοιφές για παιδιά, αλοιφές για το σώμα, αντηλιακά λοσιόν, απορρυπαντικά, απορρυπαντικό πλυντηρίου ρούχων, απορρυπαντικό ρούχων για οικιακό καθαρισμό, αποσμητικά και αντί-ιδρωτικά, αφρόλουτρο, αφρόλουτρο σε μορφή ζελέ, έλαια για μωρά, έλαια μπάνιου, είδη αρωματοποιίας, κρέμες για δέρματα, καλλυντικά, κρέμες ενυδάτωσης, λάδι για μωρά, λοσιόν για μωρά, λοσιόν για περιποίηση προσώπου και σώματος, μαλακτικά για την περιποίηση μαλλιών, μαλακτικά μαλλιών για μωρά, πούδρα για μωρά, πούδρες σώματος, προστατευτικές κρέμες, προστατευτικές κρέμες για μωρά, σαμπουάν για μωρά, σαμπουάν με μορφή αφρού για βρέφη, υγρά σαπούνια για το μπάνιο, οδοντόκρεμες.

 

20.    

 

Nannys

83522

10/3/2015

5

Βρεφικές και παιδικές τροφές, συμπληρώματα διατροφής.

 

 



[1] Έγινε διόρθωση των παραδεκτών την 30/5/2024.

[2] Barry Wyne v. David Costaki Mavronicola [2009] 1 ΑΑΔ 1138

[3] Χριστίνα Ρασποπουλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171

[4] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα [1992] 1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa Mossa (Mussa) Mohammed ν. Ανδρέα Κακουρή και Άλλων [2002] 1 ΑΑΔ 165

[5] 81% μέχρι το 2005, όπως φαίνεται και στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 22

[6] Χατζησωτηρίου Γιολάντα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ [2011] 1 ΑΑΔ 1406

[7] Δ. Κυθρεώτης & Συνεργάτες ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Πολιτική Έφεση αρ. 352/2014, 16/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:A104 και MARK ASHLEY SAUL κ.α. v. NICOS DEMETRIOU FINANCE AND CONSTRUCTION LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2015, 4/6/2024

[8] Amethyst Distributors Ltd ν. Iεράς Mονής Kύκκου [2011] 1 ΑΑΔ 199

[9] Θεοδούλου Στέλιος ν. Aσπίς Πρόνοια Aνώνυμη Aσφαλιστική Eταιρεία Ζωής [1997] 1 ΑΑΔ 1551

[10] Βλ. σελίδα 43, γρ. 3 των πρακτικών ημ. 11/6/2024.

[11]             Βλ. ενότητα 4.1.

[12]Βλ. μεταξύ άλλων  Κουφτερού ν. Παναγίδη [2009] 1 Α.Α.Δ. 2147 και   Investylia Public Company Ltd ν. Κώστα Παπαδόπουλου [2013] 1 ΑΑΔ 2505

[13] Αντρέα και Αλλων ν Αστυνομίας [1999] 2 ΑΑΔ 498), Αθλητικό Σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας ν Αριστοκλέονς [2011] 1(B) ΑΑΔ 1349 και Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση σελ. 281

[14] Βλ. και παρ. 48 του Εγγράφου Γ

[15] Το Δίκαιο της Απόδειξης”, Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ. 140-141

[16] C-9/93, IHT Internationale Heiztechnik GmbH, Uwe Danziger v. Ideal-Standard GmbH, Wabco Standard GmbH, [I994] ECR 1-2789, παρ. 59

[17] T-56/02, Bayerische Hypo- und Vereinsbank AG v Commission of the European Communities, 27/9/2006, παρ. 58-61

[18] Βλ. ενότητα 4.3.

[19] ANHEUSER-BUSCH INC. v. Πορτογαλίας 73049/01, 11/01/2007, παρ. 78

[20] Mitsios Trading Limited ν. Swipe Limited [1999] 1 ΑΑΔ 648

[21] C-10/89 SA CNL-Sucal NV v. HAG GF AG, 17/10/1990.

[22] C291/16, Schweppes SA κατά Red Paraleia SL και Red Paralela BCN SL, 20/12/2017

[23] C-736/18, Gugler France SA v Gugler and EUIPO, 23/4/2020, παρ. 35 και 36

[24] Adidas v. Jonitexo Ltd [1987] 1 C.R.L 383

[25] Μ & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α V The Timberland Co [1997] 1 A.A.A. 1791

[26] Α/φοι Μυλωνά κ.α ν Michalakis Avramides & Co Ltd [1998] 1 A.A.A 1513

[27] Reckitt and Colman Products Ltd v Borden Inc [1990] 1 All ER 873

[28] Ο.π.π.

[29] Adidas ν. The Jonitexo Ltd [1987] 1 CLR 383 και Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, 1η Έκδοση, σελ 118.

[30] Phones 4U Ltd v Phone4u.co.uk Internet Ltd [2006] EWCA Civ 244

[31] Provident Financial plc v Halifax Building Society (1993) IP & T Digest 37


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο