ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ALM TELECOM SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4413/15, 21/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ALM TELECOM SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4413/15, 21/5/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 4413/15

Μεταξύ:

 

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ

 

Ενάγουσας

v.

1.  ALM TELECOM SERVICES LTD

2.  CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD

3.  Κρις Παύλου, ως Ειδικός Διαχειριστής της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD

4.  BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD

Εναγόμενων

 

ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26/09/2024

Μεταξύ:

 

                              ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ

 

Ενάγουσας

v.

1.  ALM TELECOM SERVICES LTD

2.  Αυγουστίνος Παπαθωμά, υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD

3. Κρις Παύλου ως Ειδικός Διαχειριστής της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD

4.  BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD

Εναγόμενων

 

---------------------------------

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:  21 Μάιου, 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Ενάγουσα: κ. Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι  Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενη 1: Καμία εμφάνιση

Για τον Εναγόμενο 2: κ. Παναγιώτου με κα Ρένου για Τορναρίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενη 4: κ. Κόκκινος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει από όλους τους Εναγόμενους το ποσό των €505.000 και από την Εναγόμενη 1 το επιπρόσθετο ποσό των €159.550 με νόμιμο τόκο. Το αγώγιμο δικαίωμα αφορά εγγυητική επιστολή, η οποία είχε εκδοθεί από την Λαϊκή Τράπεζα, μετά από αίτημα της Εναγόμενης 1, προς όφελος της Ενάγουσας, η οποία ανανεωνόταν μέχρι και τις 02/05/2013. 

 

Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης δυνάμει συμφωνίας ημερ. 15/11/2010, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, η Εναγόμενη 1 είχε αναλάβει, έναντι ανταλλάγματος, όπως προωθήσει και πωλήσει από ειδικά τερματικά σημεία πώλησης την ηλεκτρονική αναπλήρωση χρόνου της υπηρεσίας «So Easy». Τα προϊόντα θα προμηθεύονταν στην Εναγόμενη 1 επί πιστώσει. Η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε με τραπεζική εγγύηση τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, αρχικά μέχρι το ποσό των €15.000, το οποίο αυξήθηκε σταδιακά με τις ανανεώσεις της εγγυητικής στο ποσό των €505.000 με ημερομηνία λήξης την 02/05/2013. Κατά η περί την 02/05/2013 η Εναγόμενη 1 όφειλε στην Ενάγουσα το ποσό των €505.000, το οποίο η Ενάγουσα απαίτησε σύμφωνα με τους όρους της εγγυητικής επιστολής, η οποία είχε ανανεωθεί στις 29/03/2013, ημερομηνία κατά την οποία οι εργασίες της Εναγόμενης 2 είχαν αναληφθεί από την Εναγόμενη 4 σύμφωνα με τις πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 104/2013. Η συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 συνεχίστηκε μέχρι τον Αύγουστο 2014, με την Εναγόμενη 1 να καταβάλλει προσπάθειες ανανέωσης ή έκδοσης νέας εγγυητικής χωρίς επιτυχία και με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να αυξηθεί στις €664.550,72. Απαιτήθηκε από την Ενάγουσα, δυνάμει της εγγυητικής, το ποσό των €505.000 το οποίο οι Εναγόμενες 2, 3 και 4 δεν κατέβαλαν ενώ η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλε το συνολικό ποσό των €664.550,72. 

 

Η Εναγόμενη 1 επέλεξε να μην εμφανιστεί. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε τροποποιημένη Υπεράσπιση στην οποία πρόβαλε προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή εναντίον της είναι χωρίς αντικείμενο γιατί έχει καταχωριστεί εναντίον πιστωτικού ιδρύματος το οποίο υπόκειται σε εξυγίανση και ότι έχει μεταβιβάσει, δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013, τα περιουσιακά στοιχεία, τους τίτλους ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 28 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/13 η Εναγόμενη 2, τέθηκε υπό εκκαθάριση την 31/05/2022 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στην συγκεκριμένη αγωγή γιατί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα θα πρέπει να απευθυνθεί εναντίον του Αποκτώντος Προσώπου, ήτοι της Εναγόμενης 4.

 

Επιπρόσθετα προωθεί την Υπεράσπιση ότι η οποιαδήποτε εγγυητική δόθηκε ή εκδόθηκε προς όφελος οποιουδήποτε πελάτη της, πριν την έναρξη της εξυγίανσης, είχε δοθεί έναντι σχετικών ανταλλαγμάτων ή/και συμφωνιών με τον πελάτη της συμπεριλαμβανομένων και συμφωνιών δανεισμού ή/και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων ή/και υποθηκών προς όφελος της Εναγόμενης 2 ή/και εμπράγματων βαρών τα οποία έχουν μεταβιβαστεί και εκχωρηθεί στην Εναγόμενη 4. Οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ του πελάτη της Εναγόμενης 2 και της ίδιας της Εναγόμενης 2 είχε τερματιστεί εκ των πραγμάτων ή/και έχει παύσει να ισχύει από την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης της.   

 

Η Εναγόμενη 4 στην δική της  Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλει προδικαστική ένσταση, η οποία αφορά την Κ.Δ.Π. 104/13 ημερομηνίας 29/03/2013 και τα διατάγματα που ακολούθησαν ήτοι Κ.Δ.Π. 133/2013, Κ.Δ.Π. 156/2013, Κ.Δ.Π. 276/2013 και Κ.Δ.Π. 462/2013 καθώς και τη Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων ημερομηνίας 14/05/2013 με την οποία συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 2 μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη 4 υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των συγκεκριμένων Διαταγμάτων. Η συγκεκριμένη απαίτηση της Ενάγουσας δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Εναγόμενη 4 από την Λαϊκή Τράπεζα, όπως φαίνεται και από τους ρητούς όρους των διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 104/2013, Κ.Δ.Π. 133/2013, Κ.Δ.Π. 1562013, Κ.Δ.Π. 276/2013 και Κ.Δ.Π. 462/2013 καθώς και τη Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων ημερομηνίας 14/05/2013.

 

Περαιτέρω προωθείται η Υπεράσπιση ότι δεν είναι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκε αλλά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία καταγράφονται ρητά στα εν λόγω Διατάγματα και στα οποία δεν περιλαμβάνεται η επίδικη εγγυητική επιστολή. Η εγγυητική επιστολή δεν παρουσιάζεται στα συστήματα ή/και στα βιβλία της Εναγόμενης 4 αλλά παρουσιάζεται στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας. Επιπρόσθετα, γίνεται παραδοχή ότι το απαιτητό ποσό δεν καταβλήθηκε στην Ενάγουσα για το λόγο ότι η επίδικη εγγυητική επιστολή ουδέποτε περιήλθε, βάσει των σχετικών Διαταγμάτων, στην Εναγόμενη 4

 

Η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 3 είχε απορριφθεί στις 18/12/2018.

 

Κατά την ακρόαση πλείστα γεγονότα κατατέθηκαν ως παραδεκτά.  Κατατέθηκε ως Έγγραφο Α δήλωση παραδεκτών γεγονότων, στην οποία καταγράφηκαν τα ακόλουθα: Ότι η Ενάγουσα είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου που ιδρύθηκε και λειτουργεί δυνάμει του Κεφ.302, ως τροποποιήθηκε. Ότι η επίδικη τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €505.000 με αρ.56476/153/2010, αρχικής ημερομηνίας 02/12/2010, ανανεωνόταν με τελευταία ημερομηνία ανανέωσης την 29/03/2013 και λήξη τις 02/05/2013. Η Ενάγουσα προέβη σε απαίτηση στην Λαϊκή Τράπεζα στις 02/05/2013 πλην όμως δεν έχει πληρωθεί γιατί κατά τον σχετικό χρόνο ήταν εκτός ισολογισμού ενδεχόμενη υποχρέωση (off balance sheet contingent liability) της Λαϊκής Τράπεζας η οποία δεν καλυπτόταν από εξασφάλιση με μετρητά. Ότι η ημερομηνία μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου, σύμφωνα με τις σχετικές Κ.Δ.Π. που εκδόθηκαν, ήταν η 14/05/2013 ως αυτά εμφανίζονται στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας την 31/03/2013. Ότι την 14/05/2013 υπογράφτηκε συμφωνία με τίτλο «Transfer of Assets and Liabilities Agreement» μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου και στην συγκεκριμένη Συμφωνία περιλαμβάνεται περιγραφή των υποχρεώσεων που αποτελούν τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας οι οποίες μεταφέρονται στην Τράπεζα Κύπρου και σ’ αυτές δεν περιλαμβάνεται η επίδικη επιστολή.    

 

Κατατέθηκε ως Έγγραφο Β ακόμη ένα παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη τραπεζική εγγύηση με αρ.56476/153/2010 αρχικής ημερομηνίας 02/12/2010, η οποία ανανεωνόταν με τελευταία ημερομηνία ανανέωσης την 29/03/2013, για το ποσό των €505.000 με λήξη στις 02/05/2013 εμφανιζόταν στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας κατά την 31/03/2014.   

 

 Για να προωθήσει τις θέσεις της η Ενάγουσα κάλεσε τον Στέφανο Στεφάνου, Μ.Ε.1, ο οποίος κατά την επίδικη περίοδο ήταν Προϊστάμενος του Τμήματος Εξωτερικών Καναλιών Πώλησης το οποίο, μεταξύ άλλων, διαχειρίζεται τις συνεργασίες μεταπώλησης ηλεκτρονικής αναπλήρωσης χρόνου ομιλίας της υπηρεσίας «So Easy». Η γραπτή του δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο 1. Καταγράφει ότι γνωρίζει  προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, λόγω της θέσης και των καθηκόντων που είχε κατά τον επίδικο χρόνο. Δηλώνει ότι η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ότι στις 15/11/2010 είχε υπογράψει Συμφωνία Συνεργασίας με την Εναγόμενη 1 εταιρεία.  Λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 αγόραζε από την Ενάγουσα επί πιστώσει, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας ημερ. 15/11/2010, ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει ανέκκλητη και χωρίς όρους τραπεζική εγγύηση προς όφελος της Ενάγουσας. Η τραπεζική εγγύηση θα ισούτο με τις οφειλές της Εναγόμενης 1, θα ίσχυε για τουλάχιστον 6 μήνες και θα ανανεωνόταν για περιόδους μέχρι 6 μήνες κάθε φορά. Προς υλοποίηση της συγκεκριμένης Συμφωνίας η Εναγόμενη 2 απέστειλε σειρά τραπεζικών εγγυήσεων, συνολικά 12 ανανεώσεις, μέχρι και τις 29/03/2013. Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 02/05/2013, σύμφωνα με τους όρους της εγγυητικής επιστολής, απαίτησε από την Εναγόμενη 2 το ποσό των €505.000 που η Εναγόμενη 1 της όφειλε. Στην συγκεκριμένη απαίτηση σημειώθηκε ότι αν η εγγυητική επιστολή ανανεωνόταν για ακόμη 3 μήνες η απαίτηση για πληρωμή θα αποσυρόταν. Η συγκεκριμένη εγγυητική ανανεώθηκε μέχρι τις 02/05/2013, που η Εναγόμενη 4 είχε αναλάβει τις εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας.  Η συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 συνεχίστηκε μέχρι τον Αύγουστο του 2014 με τον όρο ότι η Ενάγουσα θα επέκτεινε για κάποιο χρονικό διάστημα την πιστωτική διευκόλυνση προς την Εναγόμενη 1 και αυτή θα κατέβαλλε σταδιακά τις οφειλές της δυνάμει χρονοδιαγράμματος. Η Εναγόμενη 1 πρόβηκε μόνο σε ορισμένες πληρωμές με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανέλθει στις €664.650,72. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 χρωστούν το ποσό των €505.000 δυνάμει της εγγυητικής επιστολής, το οποίο οφείλουν να καταβάλουν στην Ενάγουσα. 

 

Καταγράφει ότι η Ενάγουσα εξασφάλισε άδεια για συνέχιση της υπό κρίση αγωγής στις 15/05/2024 και στις 05/11/2025 καταχώρησε τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα. Υποβλήθηκε στον Εκκαθαριστή της Εναγόμενης 2 αίτηση επαλήθευσης χρέους για το συνολικό ποσό των €15.031.889,64, το οποίο αφορούσε τις €505.000 καθώς και το ποσό των €15.031.889,64 που σχετίζεται με την Αγ. Αρ.7449/14. Ο Εκκαθαριστής ενημέρωσε ότι έγινε αποδεκτή η επαλήθευση χρέους για το ποσό των €15.031.889,64 όμως σε σχέση με το ποσό των €505.000 απέρριψε την αίτηση λόγω του ότι δεν υπήρξε έγκυρη απαίτηση πληρωμής πριν την λήξη της εγγυητικής. Καταλήγει, ότι η ζημιά της Ενάγουσας ανέρχεται στις €664.550,72.

 

            Κατατέθηκαν, από τον Μ.Ε.1, χωρίς ένσταση τα ακόλουθα Τεκμήρια: Ως Τεκμήριο 1 το νενομισμένο πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9, ως  Τεκμήριο 2 η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της CYTA και της ALM, ως  Τεκμήριο 3 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 02/10/2010, ως Τεκμήριο 4 η εγγυητική επιστολή 02/02/2011, ως Τεκμήριο 5 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 21/04/2011, ως Τεκμήριο 6 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 04/10/2011, ως Τεκμήριο 7 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 11/11/2011, ως Τεκμήριο 8 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 19/12/2011, ως Τεκμήριο 9 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 25/10/2012, ως Τεκμήριο 10 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 28/11/2012, ως Τεκμήριο 11 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 24/12/2012, ως Τεκμήριο 12 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 31/01/2013, ως Τεκμήριο 13 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 28/02/2013, ως Τεκμήριο 14 η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 29/03/2013, ως Τεκμήριο 15 επιστολή της CYTA προς τη Λαϊκή Τράπεζα ημερομηνίας 02/05/2013, ως Τεκμήριο 16 επιστολή προς τη CYTA από την Eναγόμενη 1 εταιρεία ημερομηνίας 20/11/2013, ως  Τεκμήριο 17 καρτέλα πελάτη για την περίοδο 01/01/2013 μέχρι 31/12/2013, ως Τεκμήριο 18 καρτέλα πελάτη για την περίοδο 01/01/2014 ‑ 31/10/2014, ως Τεκμήριο 19 ενημέρωση από τον Εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την αίτηση για επαλήθευση χρέους και ως Τεκμήριο 20 η απάντηση του Εκκαθαριστή ημερομηνίας 27/03/2023.

 

     Ενώπιον του Δικαστηρίου, με αναφορά στα Τεκμήρια 17 και 18, εξήγησε ότι η Εναγόμενη 1 παρά την μη ανανέωση της εγγυητικής συνέχισε να συνεργάζεται με την Ενάγουσα και της παραχωρήθηκε μία παράταση χρόνου και μία επιπρόσθετη πιστωτική δυνατότητα για να μπορέσει να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό των €505.000. Η συμφωνία ήταν ότι η Eναγόμενη 1 θα αποπλήρωνε καταβάλλοντας το ποσό των €5.000 μηνιαίως. Κατέβαλε οκτώ φορές το ποσό των €5.000, το οποίο διαφαίνεται στα Τεκμήρια 17 και 18.  Το οφειλόμενο ποσό τελικά αυξήθηκε γιατί είχε παραχωρηθεί μία επιπλέον πιστωτική διευκόλυνση στην εταιρεία για να μπορέσει να συνεχίσει τις δραστηριότητες της και ως εκ τούτου πέραν των €505.000 παρέμεινε ένα επιπρόσθετο υπόλοιπο ύψους €164.000. Προώθησε τη θέση ότι οι €505.000 ήταν καλυμμένες από την εγγυητική της τράπεζας και αυτό οφείλεται από την τράπεζα. Υποστήριξε, ότι ο Εκκαθαριστής πρόβαλε ότι δεν έγινε έγκυρη απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής όμως αυτό, κατά τη δική του άποψη, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί την ημέρα που έληγε υποβλήθηκε απαίτηση πληρωμής στην Λαϊκή Τράπεζα.

 

Αντεξετασθείς από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2 υποστήριξε ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν από την Εναγόμενη 1 δεν επηρεάζουν το σύνολο της απαίτησης γιατί το ποσό της απαίτησης καλύπτετο από το ποσό της εγγυητικής, η οποία ανανεώθηκε από τις 29/03/2013 και ίσχυε μέχρι τις 02/05/2013. Ερωτηθείς προώθησε τη θέση ότι η Ενάγουσα ενημερώθηκε, εκ των υστέρων, ότι στις 29/03/2013 δεν υπήρχε Λαϊκή Τράπεζα. Όταν έλαβε την ανανέωση της εγγυητικής στις 29/03/2013 θεώρησε ότι ίσχυε κανονικά όπως και οι υπόλοιπες. Ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 14 είχε παραληφθεί από την Ενάγουσα από την Λαϊκή Τράπεζα και όχι από την Τράπεζα Κύπρου και γι΄ αυτό, στις 02/05/2013, απευθύνθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα για να υποβάλουν απαίτηση, η οποία Λαϊκή Τράπεζα λειτουργούσε κανονικά χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ότι ήταν ανύπαρκτη. 

 

Αντεξετασθείς από τον συνήγορο της Εναγόμενης 4 υποστήριξε ότι η εγγυητική επιστολή της Λαϊκής Τράπεζας ήταν προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1. Παραδέχθηκε ότι τις τελευταίες δύο με τρεις ανανεώσεις της εγγυητικής η ισχύς της ήταν για ένα μήνα μόνο και όχι για έξι μήνες που προβλεπόταν στο συμβόλαιο, γεγονός το οποίο έγινε αποδεκτό από την Ενάγουσα αφού και πάλι θα ήταν εξασφαλισμένη. Ως μπορούσε ο ίδιος να αντιληφθεί υπήρχε κάποιο θέμα οικονομικό μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας, το οποίο η Ενάγουσα ήταν αναγκασμένη να αποδεχθεί. Όσον αφορά την τελευταία ανανέωση ήταν η δική του θέση ότι θα άρχετο στις 02/05/2013. Παραδέχθηκε ότι η επιστολή της Ενάγουσας, με ημερομηνία 02/05/2013, είχε απευθυνθεί προς την Λαϊκή Τράπεζα για απαίτηση καταβολής του ποσού των €505.000. Επίσης παραδέχθηκε ότι στην συγκεκριμένη σημειωνόταν ότι στην περίπτωση που η εγγυητική επιστολή ανανεωνόταν για περαιτέρω τρεις μήνες, τότε η απαίτηση πληρωμής θα αποσυρόταν. Όμως ούτε η εγγυητική επιστολή ανανεώθηκε αλλά ούτε και το ποσό καταβλήθηκε. Ο ίδιος δεν είχε λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση αλλά αργότερα ενημερώθηκε προφορικά ότι η Λαϊκή δεν προτίθετο να τιμήσει την εγγυητική επιστολή.  Εξήγησε, ότι η Ενάγουσα στην προσπάθεια της να ανακτήσει κάποια από τα ποσά που της οφείλονταν από την Εναγόμενη 1 συνέχισε την συνεργασία της μαζί της για περαιτέρω 1½ χρόνο έτσι ώστε να αποπληρώσει το χρέος της με δόσεις.

 

Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι το Τμήμα του ήταν ενήμερο για τα γεγονότα του Μαρτίου 2013. Υποστήριξε ότι η αποστολή της επιστολής απαίτησης της εγγυητικής συνιστούσε απόφαση του Τμήματος, το οποίο θεώρησε ορθό να αναμένει μέχρι την τελευταία στιγμή την πιθανή ανανέωση της και στην περίπτωση που αυτή δεν ανανεωνόταν τότε να υποβληθεί η οποιαδήποτε απαίτηση. Λόγω του ότι η εγγυητική είχε εκδοθεί από την Λαϊκή Τράπεζα, ο ίδιος  προσωπικά είχε επισκεφθεί τα γραφεία της Λαϊκής Τράπεζας, τα οποία λειτουργούσαν κανονικά, όπου και συνάντησε τον υπάλληλο της Λαϊκής που εξυπηρετούσε την Ενάγουσα και του παρέδωσε την απαίτηση. Ο συγκεκριμένος υπάλληλος παρέλαβε την απαίτηση, την υπέγραψε και την σφράγισε και παράλληλα του παρέδωσε αντίγραφο. Τον δεδομένο χρόνο δεν γνώριζε ότι η Λαϊκή Τράπεζα βρισκόταν υπό καθεστώς διαχείρισης. Υποστήριξε ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε γραπτή απάντηση στην συγκεκριμένη επιστολή αλλά ούτε και είχε γίνει οποιαδήποτε επικοινωνία, τηλεφωνικά, προφορικά ή άλλως πως. 

 

Ήταν η δική του θέση ότι η Ενάγουσα αιτήθηκε την επαλήθευση του χρέους των €505.000 από τον Εκκαθαριστή πλέον της Λαϊκής Τράπεζας, ο οποίος όμως αρνήθηκε να το καταβάλει λόγω του ότι «δεν έγινε έγκυρη απαίτηση», γεγονός με το οποίο η Ενάγουσα διαφωνεί.  Υποστήριξε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν έτυχε αναφοράς, σε σχέση με την εγγυητική, μέχρι τις 02/05/2013 ούτε και γνώριζε για την απαίτηση πληρωμής. Μήτε και η Ενάγουσα γνώριζε ότι η Τράπεζα Κύπρου θα είχε οποιαδήποτε σχέση με την συγκεκριμένη εγγυητική.

 

Κατατέθηκε εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 22, έγγραφο με τίτλο «Transfer of Assets and Liabilities Agreement» με ημερομηνία 14/05/2013 με την διευκρίνηση ότι οι συγκεκριμένες σελίδες συνιστούν απόσπασμα του συγκεκριμένου εγγράφου.  

 

Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για τους Εναγόμενους 2.   Για την Εναγόμενη 4 μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Παντελάκη Παντελίδη, Μ.Υ.1, ο οποίος τον Μάρτιο του 2013 ήταν Διευθυντής του Τμήματος Εμπορικών Συναλλαγών της Τράπεζας Κύπρου, πόστο το οποίο κατέχει μέχρι σήμερα. Με αναφορά στο Τεκμήριο 22 ισχυρίστηκε ότι αφορά τις υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν από την Λαϊκή Τράπεζα προς την Τράπεζα Κύπρου και ότι ολόκληρη η Συμφωνία εκτείνεται σε 260 σελίδες. Ερωτηθείς κατά πόσο η εγγυητική επιστολή με αρ. 56476/153/2010 περιλαμβάνεται στον κατάλογο των υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας που είχαν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου ήταν η δική του θέση ότι δεν περιλαμβάνεται. Υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 22 είχε συνταχθεί και συμφωνηθεί μεταξύ των δύο Τραπεζών και μετουσιώθηκε σε Κανονιστική Διοικητική Πράξη. 

 

Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της συγκεκριμένης συμφωνίας έγιναν όλες οι μεταφορές, οι οποίες περιγράφονται στο Τεκμήριο 22.  Οι όποιες εγγυητικές που ήταν εκτός του ισολογισμού και θα μεταβιβάζονταν είναι καταγραμμένες μέσα στην Συμφωνία. Συμφώνησε ότι το θέμα της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων από την Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου αποτυπώθηκε σε σειρά Κ.Δ.Π. και στην Συμφωνία. Όταν του υποβλήθηκε ότι στα περιουσιακά στοιχεία που μεταφέρθηκαν θα έπρεπε να περιλαμβάνεται και η συγκεκριμένη εγγυητική ισχυρίστηκε ότι η Κ.Δ.Π. μιλά ξεκάθαρα για τις εκτός ισολογισμού υποχρεώσεις τις οποίες καταγράφει μία προς μία. Επέμενε στη θέση του ότι η συγκεκριμένη Συμφωνία τηρήθηκε ακριβώς όπως έχει υπογραφτεί και ότι δυνάμει της Συμφωνίας η συγκεκριμένη εγγυητική δεν έπρεπε να μεταβιβαστεί. Ο ίδιος ανέφερε ότι πιθανών να έπρεπε να ήταν μέρος του ισολογισμού όλων των υποχρεώσεων που είχε η Λαϊκή, όμως δεν βρισκόταν στην κατάσταση που συμπλήρωνε την Συμφωνία ως υποχρέωση που έπρεπε να μεταβιβαστεί.  

 

Και οι τρείς ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις καθώς και δια ζώσης διευκρινήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο όλων των αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ΄αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των  Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273.

 

Όσον αφορά την μαρτυρία που προσκομίστηκε αξιολογώντας την με βάση τα νομολογημένα κριτήρια το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Μ.Ε.1 παρέθεσε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα είχε αντιληφθεί. Παρά το γεγονός ότι γνώριζε για τα συμβάντα του Μαρτίου 2013 μετέβη ο ίδιος στην Λαϊκή Τράπεζα, στις 02/05/2013 και παρέδωσε επιστολή θεωρώντας ότι λειτουργούσε κανονικά γιατί είχε εξυπηρετηθεί. Η θέση αυτή καθώς και ο ισχυρισμός του ότι κατά τον δεδομένο χρόνο δεν γνώριζε ότι η Λαϊκή Τράπεζα βρισκόταν υπό διαχείριση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Παρά την παραδοχή του ότι η απαίτηση είχε απευθυνθεί προς την Λαϊκή Τράπεζα κατά τη δική του άποψη η εγγυητική έπρεπε να πληρωθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Οι θέσεις του δεν μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο αφού το ζήτημα προς επίλυση συνιστά θέμα νομικό και όχι θέμα αντίληψης των γεγονότων από την κάθε πλευρά. 

 

Ο Μ.Υ.1 ήταν πιο πειστικός αφού οι θέσεις του βασίστηκαν στις εκδοθείσες Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις και όχι σε δικές του προσωπικές θέσεις. Ήταν ειλικρινής δηλώνοντας ότι οι όποιες εγγυητικές που ήταν εκτός ισολογισμού και θα μεταβιβάζονταν καταγράφηκαν στην Συμφωνία και ότι οι εκτός ισολογισμού υποχρεώσεις καταγράφηκαν μια προς μία. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να απορρίψει την μαρτυρία του αφού υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο των Κ.Δ.Π. καθώς και της Συμφωνίας.

 

Ως εκ τούτου τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα ζωγραφίζονται κατά κύριο λόγο από τα παραδεκτά γεγονότα και τεκμήρια. Η εγγυητική με αριθμό 56476/153/2010 είχε εκδοθεί, στις 02/12/2010, από την Λαϊκή Τράπεζα, μετά από αίτημα της Εναγόμενης 1 και προς όφελος της Ενάγουσας. Ανανεωνόταν μέχρι το 2013 και το ποσό αυξανόταν σταδιακά μέχρι που τον Μάρτιο 2013 έφθασε στο ποσό των €505.000. Ανανεώθηκε για τελευταία φορά στις 29/03/2013 με ημερομηνία λήξης 02/05/2013. Κατά την λήξη της η Ενάγουσα απαίτησε την πληρωμή της από την Λαϊκή Τράπεζα χωρίς όμως να ικανοποιηθεί το αίτημα προφανώς γιατί συνιστούσε εκτός ισολογισμού ενδεχόμενη υποχρέωση η οποία δεν καλυπτόταν από μετρητά. Όμως στις 31/03/2013 η συγκεκριμένη εγγυητική εμφανιζόταν στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας. Λόγω των γεγονότων του Μαρτίου 2013 εκδόθηκαν οι Κ.Δ.Π. με τις οποίες μεταβιβάστηκαν περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα καθώς και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου, ως αυτά εμφανίζονταν στα βιβλία της στις 31/03/2013. Στις 14/05/2013 υπογράφτηκε μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου συμφωνία με την οποία συγκεκριμενοποιήθηκαν και περιεγράφηκαν οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, που υπήρχαν στην μορφή εγγυητικών επιστολών, που θα μεταφέρονταν και η επίδικη δεν συμπεριλαμβανόταν σ΄αυτές. Η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης και όταν επιχειρήθηκε η επαλήθευσή της ο Εκκαθαριστής, το 2023 αρνήθηκε να την επαληθεύσει.      

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Το θέμα που χρήζει απόφασης στην υπό κρίση αγωγή αφορά σε θέμα νομικό και όχι σε διαπίστωση γεγονότων. Το ότι υπήρχε μια εγγυητική επιστολή της Λαϊκής Τράπεζας προς όφελος της Ενάγουσας ύψους €505.000 είναι αποδεκτό από όλες τις πλευρές. Το ότι η πληρωμή της απαιτήθηκε μόνο από την Λαϊκή Τράπεζα είναι επίσης γεγονός. Το ερώτημα προς απάντηση είναι αν υπάρχει ευθύνη καταβολής του ποσού της εγγυητικής και αν ναι από ποιον θα πρέπει να καταβληθεί. Η Ενάγουσα υποστηρίζει, μέσω του συνηγόρου της, ότι τα εκδοθέντα Διατάγματα, ήτοι οι Κ.Δ.Π.104/13, Κ.Δ.Π. 133/13, Κ.Δ.Π.156/13, Κ.Δ.Π. 276/13 και Κ.Δ.Π. 462/13 περιγράφουν επακριβώς ποια στοιχεία μεταβιβάζονται στην Εναγόμενη 4 και η μεταβίβασή τους δεν εξαρτάται από την συναίνεση των Τραπεζών ή το περιεχόμενο οποιασδήποτε μεταξύ τους συμφωνίας. Περαιτέρω προωθεί τη θέση ότι όπου η Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων αντιβαίνει των Διαταγμάτων υπερισχύουν οι πρόνοιες των Διαταγμάτων.

 

Η Εναγόμενη 4 μέσω του συνηγόρου της προώθησε τη θέση ότι η Συμφωνία Πώλησης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων ημερομηνίας 14/05/2013 αποτελεί αχώριστο μέρος της Κ.Δ.Π. 156/13, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν και δεν μπορεί να ιδωθεί ως μια ιδιωτική συμφωνία ανεξάρτητη από την ΚΔΠ156/13. Κατά τη δική του άποψη εξειδικεύει, η Συμφωνία, και καταγράφει όλες τις εκτός ισολογισμού υποχρεώσεις, δικαιώματα, τίτλους και περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής που δεν είχαν μεταφερθεί δυνάμει των προηγηθείσων Διαταγμάτων. 

 

Αναφοράς χρήζει το άρθρο 2 της Κ.Δ.Π.156/2013 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Mεταβιβαζόμενα τη 14η Μαΐου 2013 Περιουσιακά Στοιχεία και Υποχρεώσεις» σημαίνει τα διαλαμβανόμενα στο Παράρτημα IΙΙ περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας όπως ειδικότερα περιγράφονται στη Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων·

       

«Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων» σημαίνει τη συμφωνία μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και του Αποκτώντος προσώπου που συνάφθηκε κατά ή περί τη 14η Μαΐου 2013 και με την οποία συνομολογείται η μεταβίβαση από τη Λαϊκή Τράπεζα στο Αποκτών πρόσωπο ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων».

 

Στο Παράρτημα ΙΙΙ διευκρινίζεται:

 

« Β. Εκτός Ισολογισμού Υποχρεώσεις:

Ενδεχόμενες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, αναφορικά με ενέγγυες πιστώσεις και εγγυητικές επιστολές που έχουν εκδοθεί από καταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας στην Κυπριακή Δημοκρατία.».

 

Εξετάζοντας την Συμφωνία με τίτλο «Transfer of Assets and Liabilities Agreement», Τεκμήριο 22, και το Μέρος 2 με τίτλο «Transferred Liabilities» διαπιστώνεται ότι προσδιορίζονται με ακρίβεια οι εγγυητικές και οι εγγυητικές επιστολές που μεταφέρονται από την Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου και περιορίζονται σ’ αυτές που καλύπτουν ποσά μέχρι €50.000.

 

Ανάγνωση του περιεχομένου τόσο της ΚΔΠ 156/13 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της Συμφωνίας το οποίο προσδιορίζει με ευκρίνεια ποιες εγγυητικές μεταφέρονται δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο περιθώριο ευελιξίας. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εφαρμοστούν οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων όπως αυτοί διατυπώνονται μέσα από τη νομολογία. Στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλωριούτου (1992) 1 Α.Α.Δ. 168, λέχθηκε ότι η ερμηνεία εγγράφου είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις των μερών δεν είναι αποδεκτή, αλλά ούτε και είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για να αποδείξει ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών είναι όπως εκφράστηκε στο έγγραφο, βλ.Chitty on Contracts, 25η έκδοση, παρ. 802 και Chitty on Contracts, 32η έκδοση παρα.13-045, 13-051- 13-052.

 

Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. 1. Α. Κωσταντίνου κ.ά (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2067, με αναφορά στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματική Ετ. Νέμεσις Λτδ (1991) 1  Α.Α.Δ. 407, λέχθηκε ότι το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων (βλ. Chitty on Contracts, 25η έκδοση, παρ. 782).

 

Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. v. Liberty Life Insurance Public Company Ltd (2011) 1(Γ)Α.Α.Δ. 1739, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

«Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Saab κ.ά. v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499, Θεοχάρους v. Παστελλή (1993) 1 Α.Α.Δ. 240, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, Αλεξάντρου v. Κωμοδρόμου κ.ά. (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 576, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις).» .

 

Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο. Όπου πρωτίστως το αναγνωστικό κοινό είναι το ευρύ κοινό τότε η ερμηνεία πρέπει να αντικατοπτρίζει τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων ως γίνεται κατανοητή από ένα λογικό και εγγράμματο άνθρωπο βλ. μεταξύ άλλων R (MD (Angola) & Ors) v. SSHD & Anor [2011] EWCA Civ.1238, R(CX1) v. Secretary of State for Defence [2024] EWHC 94 (Admin).

 

Διαβάζοντας τις πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 156/13 προβάλλει ξεκάθαρα ότι η εφαρμογή της είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων η οποία φαίνεται να προσδιορίζει τις εγγυητικές ή/και εγγυητικές επιστολές που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου από την Λαϊκή Τράπεζα και αυτές αφορούσαν εγγυητικές επιστολές των οποίων η αξία δεν ξεπερνούσε τις €50.000. Το Παράρτημα 1, του Μέρους 2, του Τεκμηρίου 22, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν χωρεί άλλης ερμηνείας αφού διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Letters of guarantee and letters of credit of the Seller in Cyprus (as per the listings attached hereto).». Στο Schedule 1, Part 2(1) καταγράφονται επιγραμματικά οι εγγυητικές ή/και οι εγγυητικές επιστολές που μεταφέρονται στην Εναγόμενη 4 και η εγγυητική επιστολή της Ενάγουσας δεν φαίνεται να συμπεριλαμβάνεται ή να μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτές. Προφανώς δεν μεταφέρθηκε η συγκεκριμένη υποχρέωση στην Εναγόμενη 4 για την οποία, σημειωτέων, δεν υπήρχε οποιαδήποτε εξασφάλιση σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα. Παρέμεινε στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας. Ως εκ τούτου η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 4 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφού η αποπληρωμή της δεν συνιστά υποχρέωση της Τράπεζας Κύπρου.

 

Η Ενάγουσα απαίτησε την εξόφληση της εγγυητικής από την Λαϊκή Τράπεζα, Τεκμήριο 15 στις 02/05/2013. Παρόλο που δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση δεν απευθύνθηκε ποτέ στην τότε Διαχειρίστρια της Λαϊκής Τράπεζας παρά μόνο πολύ αργότερα, τον Μάρτιο 2023, Τεκμήριο 20, προώθησε επαλήθευση χρέους η οποία απορρίφθηκε. Είναι παραδεκτό ότι η συγκεκριμένη εγγυητική εμφανιζόταν στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας και ως εκ τούτου θα μπορούσε να επαληθευτεί. Προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο κατά της απόφασης του Εκκαθαριστή να απορρίψει την αξίωση της Ενάγουσας, η οποία είναι παραδεκτή και από τον συνήγορο του Εναγόμενου 2 στην γραπτή του αγόρευση. Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι της Λαϊκής Τράπεζας και για αυτό το λόγο η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 είναι επιτυχής.    

 

Όσον αφορά την Εναγόμενη 1 παρά το γεγονός ότι της επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα αυτή επέλεξε να μην εκπροσωπηθεί. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια που έχουν προσκομιστεί από την Ενάγουσα προκύπτει ότι οφείλει το ποσό των €664,550 στην Ενάγουσα για το οποίο και εκδίδεται απόφαση, Τεκμήρια 17 και 18.  

 

Των πιο πάνω λεχθέντων είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ποσό των €505.000 οφείλεται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα από τους Εναγόμενους 1 και 2 και το επιπρόσθετο ποσό των €159.550 μόνο από την Εναγόμενη 1. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €505.000 πλέον νόμιμο τόκο από 14/09/2015. Επιπρόσθετα εκδίδεται εναντίον της Εναγόμενης 1 απόφαση για το ποσό των  €159.550 με νόμιμο τόκο από 14/09/2015.

 

Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα.

 

Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της και εναντίον της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

        (Υπ.)……………….…………

Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο