Aram Meem Services Limited κ.α. ν. Dmitriy Nortenko, Αρ. Απαίτησης 1110/2024, 12/1/2026
print
Τίτλος:
Aram Meem Services Limited κ.α. ν. Dmitriy Nortenko, Αρ. Απαίτησης 1110/2024, 12/1/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης 1110/2024

(i-Justice)

 

Μεταξύ:

 

1. Aram Meem Services Limited, από τη Λεμεσό

                  2. Αram Meem LLC, από τη Σαουδική Αραβία

 

Εναγουσών

-και-

 

Dmitriy Nortenko

                       Εναγόμενου

----------------------------------------

 

Αίτηση ημερ. 02/04/2025 από τον εναγόμενο για παραμερισμό της Απαίτησης και του Διατάγματος ημερ.05/02/2025 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης και/ή της επίδοσης

 

Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για τον Εναγόμενο – Αιτητή: κα. Λ. Παπακωνσταντίνου για κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για τις Ενάγουσες – Καθ’  ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Α. Γεωργιάδης για κ.κ. Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.  

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι Ενάγουσες 1 και 2 καταχώρησαν την παρούσα Απαίτηση στις 05/11/2024 εναντίον του Εναγόμενου, με την οποία αξιώνουν το ποσό των 3.459.787,00 Δολαρίων Αμερικής ως αποζημιώσεις λόγο δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παρανομίας και/ή συνομωσίας και/ή συνομωσίας προς καταδολίευση και/ή πρόκλησης παράβασης σύμβασης και/ή πρόκλησης παράβασης ρήτρας διαιτησίας και/ή αθέτησης σύμβασης και/ή παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης και/ή επιμέλειας. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ή διαδοχικά αξιώνουν γενικές και/ή επαυξημένες και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις.

 

Οι Ενάγουσες 1 και 2 καταχώρησαν στις 04/12/2024 Αίτηση με την οποία αξίωναν διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση στον εναγόμενο του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα που να επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση στον εναγόμενο. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στις 05/02/2025 ενέκρινε την εν λόγω Αίτηση και εξέδωσε, μεταξύ άλλων, α) Διάταγμα το οποίο επιτρέπει την επίδοση στον Εναγόμενο του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και β) Διάταγμα το οποίο επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση στον Εναγόμενο του εντύπου απαίτησης, της αίτησης, της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει, του διατάγματος και τις μεταφράσεις των εν λόγω εγγράφων στην Αγγλική γλώσσα και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Εναγόμενου: dinort@qamadness.com και στην ηλεκτρονική διεύθυνση των Ουκρανών δικηγόρων του: denysiuk@axon.partners.  

 

Στις 19/02/2025 πραγματοποιήθηκε η επίδοση στις πιο πάνω ηλεκτρονικές διευθύνσεις συμφώνως του Διατάγματος του Δικαστηρίου.

 

Στις 19/03/2025 ο Εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης, στο οποίο σημείωσε τις ενδείξεις ότι προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Κατά την ίδια ημερομηνία οι Ενάγουσες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης τους.

 

ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ

 

Στις 02/04/2025, ο Εναγόμενος (από τώρα και στο εξής ο «Αιτητής») καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία αξιώνει ως ακολούθως:

 

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό κα τίτλο Απαίτησης στην ολότητα της και/ή του Εντύπου Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 05/11/2024 λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να εξετάσει και να αποφασίσει τα εγειρόμενα, στην εν λόγω Απαίτηση, ζητήματα εναντίον του Εναγόμενου και/ή λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου.

 

Β.  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/02/2025, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 04/12/2024, δια του οποίου διατάχθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατη επίδοση του εντύπου απαίτησης, της αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 04/12/2024, της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει, του διατάγματος ημερομηνίας 05/02/2025 και τις μεταφράσεις των εν λόγω εγγράφων στην Αγγλική γλώσσα και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στον Εναγόμενο και/ή ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της ίδιας της επίδοσης ημερομηνίας 18/02/2025 των ως άνω αναφερόμενων εγγράφων στον Εναγόμενο.

 

       ………………………………………………………………………………………………... .»

 

Η Αίτηση στηρίζεται στα Μέρη 1,2,3.1 – 3.8, 6.8, 6.10, 6.11, 6.13, 6.14, 10.1, 12, 22, 23.1 – 23.5, 23.8, 23.10, 23.11, 23.13, 23.14, 25.1, 25.2, 25.3, 32 και 39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60) άρθρο 21, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (ΚΕΦ.6) άρθρο 3 και στα άρθρα 1-9 του Περί της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (Κυρωτικός) Νόμος του 2005.

 

Η Αίτηση, επίσης, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 02/04/2025 του κ. Γιάννη Ιωάννου, δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο των Δικηγόρων που εκπροσωπούν τον Αιτητή. Στις 20/06/2025, επίσης, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ίδιου πιο πάνω αναφερόμενου προσώπου.

 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευρά Αιτητή, η θέση του είναι ότι η παρούσα αγωγή στηρίζεται σε δύο Συμφωνίες παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Λιθουανικής εταιρείας QA Madness (QAM) και των Καθ’  ων η Αίτηση. Η Πρώτη Συμφωνία είναι ημερομηνίας 16/07/2017 και συνάφθηκε μεταξύ της QAM και της Καθ’  ης η Αίτηση 2 και η Δεύτερη Συμφωνία είναι ημερομηνίας 24/05/2022 και συνάφθηκε μεταξύ της QAM και της Καθ’  ης η Αίτηση 1 (βλ. τεκμήρια 1 και 2).

Στην Πρώτη Συμφωνία αναφέρεται ρητά ότι η Καθ’  ης η Αίτηση 2 επιθυμούσε να ξεκινήσει μια νέα επιχειρηματική δραστηριότητα στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας και προσέλαβε την QAM για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών εντός του εδάφους του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας. Στην παράγραφο 19 της Πρώτης Συμφωνίας προβλέπεται κατά τρόπο ρητό και σαφή ότι οι νόμοι της Σαουδικής Αραβίας θα διέπουν την εγκυρότητα της Πρώτης Συμφωνίας, την ερμηνεία των όρων της και την ερμηνεία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών της. Οποιαδήποτε διαφωνία προκύψει από τους όρους της ή την ερμηνεία της θα επιλύεται στο Μπαχρέιν σύμφωνα με τους κανονισμούς του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Μπαχρέιν για την Επίλυση Διαφορών / της Αμερικανικής Ένωσης Διαιτησίας. 

 

Στη Δεύτερη Συμφωνία, η οποία αποτελούσε συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών σχετιζόμενων με την ανάπτυξη λογισμικού και άλλων συναφών υπηρεσιών, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ τους στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, θα επιλυθεί στα πλαίσια διαμεσολάβησης και στην περίπτωση μη επίλυσης της εντός καθορισμένου χρονικού πλαισίου, θα επιλυθεί αποκλειστικά και οριστικά στα πλαίσια διαιτησίας, η οποία θα διεξαχθεί στην Λεμεσό σύμφωνα με τους κανονισμούς του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA).

 

Η απαίτηση των Καθ’  ων η Αίτηση στηρίζεται σε ισχυριζόμενα λανθασμένα τιμολόγια και υπερτιμολογήσεις σε τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν από την QAM προς την Καθ’  ης η Αίτηση 2 από τον Ιούλιο του 2017 έως το Δεκέμβριο του 2021 και από τον Ιανουάριο του 2022 έως τον Μάιο του 2022 και σε ισχυριζόμενα τιμολόγια και υπερτιμολογήσεις σε τιμολόγια, τα οποία εκδόθηκαν από την QAM προς την Καθ’  ης η Αίτηση 1 από τον Ιούνιο του 2022 έως το Νοέμβριο του 2022.

 

Οι Καθ’  ων η Αίτηση ενεργοποίησαν τον μηχανισμό της διαμεσολάβησης δυνάμει της παραγράφου 14 της Δεύτερης Συμφωνίας. Μετά την υποβολή του σχετικού αιτήματος από τον δικηγόρο των Καθ’  ων η Αίτηση στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας στο Λονδίνο, ο Αιτητής ενημέρωσε τόσο το Δικαστήριο όσο και τον δικηγόρο των Καθ’  ων η Αίτηση ότι δεν ενεργούσε πλέον ως διευθύνων σύμβουλος της QAM και δεν μπορούσε να την εκπροσωπήσει στα πλαίσια διαμεσολάβησης καθότι η QAM είχε διαγραφεί από τον Έφορο Εταιρειών της Λιθουανίας και δεν αποτελούσε πλέον εγγεγραμμένη οντότητα καθότι είχε εκκαθαριστεί. Ενόψει τούτου, η εν λόγω διαδικασία αποσύρθηκε.

 

Αποτελεί θέση του Αιτητή, ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση επιχειρούν να κατασκευάσουν το αγώγιμο δικαίωμα τους εναντίον του Αιτητή με την έγερση ανυπόστατων ισχυρισμών στις παραγράφους 18 και 19 της Ε/Δ ΟΓ περί την απόκτησης και διάθεσης από τον Αιτητή των περιουσιακών στοιχείων της QAM και της πρόκλησης της εκκαθάρισης και «εσπευσμένης διάλυσης της QAM» και παραπέμπουν στο τεκμήριο ΣΤ. Ουδεμία αναφορά στο τεκμήριο ΣΤ δεν στοιχειοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς των Καθ’  ων η Αίτηση, οι οποίοι παραμένουν χωρίς πραγματικό υπόβαθρο και έρεισμα. Οι Καθ’  ων η Αίτηση δεν αναφέρουν ποια ήταν τα περιουσιακά στοιχεία της QAM και η αξία αυτών και με ποιο τρόπο είχαν αποκτηθεί από τον Αιτητή καθώς και τον τρόπο διάθεσης τους. Οι Καθ’  ων η Αίτηση προβαίνουν στην παράγραφο 20 της Ε/Δ της Ο/Γ σε ισχυρισμούς δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παρανομίας, συνομωσίας, καταδολίευσης, παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης και επιμέλειας εκ μέρους του Αιτητή. Οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι γενικόλογοι, αόριστοι και δεν στοιχειοθετούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τους Καθ’  ων η Αίτηση, οι οποίοι προβαίνουν σε απλή αναφορά των ανωτέρω χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένες ενέργειες και δηλώσεις / παραστάσεις του Αιτητή προς αυτούς.

 

Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ουδεμία από τις προϋποθέσεις που τάσσουν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας ικανοποιείται για την χορήγηση άδειας για επίδοση του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας, επεξηγώντας τη θέση του στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση του. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει καλή αιτία αγωγής εναντίον του Αιτητή.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έχει τεκμηριωθεί από τους Καθ’  ων η Αίτηση, η ανάγκη για έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για τις ενέργειες που οι Καθ’  ων η Αίτηση προέβησαν για να εντοπίσουν τη διεύθυνση κατοικίας του Αιτητή και αυτό δεν έγινε κατορθωτό όπως ισχυρίστηκαν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση τους. Παρά τα μέσα που οι Καθ’  ων η Αίτηση είχαν για να εντοπίσουν την διεύθυνση του Αιτητή, επέλεξαν να αξιώσουν την χορήγηση άδειας από το Δικαστήριο για υποκατάσταση επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κατά παράβαση των άρθρων του Περί της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (Κυρωτικού) Νόμου του 2005.        

 

 

ΕΝΣΤΑΣΗ

 

Οι Ενάγουσες 1 και 2 (οι «Καθ’  ων η Αίτηση»), καταχώρησαν ένσταση στις 10/06/2025, με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

 

«1. Τα Διατάγματα ημερ. 05/02/2025 είναι σύννομα, έγκυρα και δικαιολογημένα, και πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης τους.

2. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία επί της παρούσας απαίτησης επειδή αφορά στο αστικό αδίκημα της πρόκλησης παράβασης σύμβασης συνεπεία της οποίας επήλθε ζημιά των εναγόντων εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή η απαίτηση εγείρεται σε σχέση με τις συμβάσεις ημερ. 16/07/17 και/ή 24/05/22, οι οποίες διέπονται από το Κυπριακό δίκαιο.

3.  Η επίδοση της παρούσας απαίτησης στον εναγόμενο ήταν σύννομη και/ή σύμφωνη με τα Διατάγματα ημερ. 05/02/25.

4.  Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων και/ή δεν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων ή οποιουδήποτε από αυτά και/ή ο εναγόμενος δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σφάλμα κατά την έκδοση των Διαταγμάτων ημερ. 05/02/25 και/ή την επίδοση της απαίτησης στον ίδιο και/ή ότι η έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.

5.  Η έγκριση των ζητούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει καθυστέρηση και/ή έξοδα και/ή πολλαπλότητα διαδικασιών και/ή η αίτηση έγινε και/ή προωθείται χωρίς καλή πίστη και/ή για αλλότριο σκοπό και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.

6. Χωρίς βλάβη στους προηγούμενους λόγους ένστασης, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ή διαδοχικά, ο εναγόμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος ότι το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων ή οποιουδήποτε από αυτά.

7. Χωρίς βλάβη στους προηγούμενους λόγους ένστασης, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ή διαδοχικά, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης οποιουδήποτε σφάλματος έχει σημειωθεί στις διαδικασίες που προηγήθηκαν.»

 

Η ένσταση των Καθ’  ων η Αίτηση, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10/06/2025 της κας Ελένης Λεντζιου, δικηγόρου. Επίσης, στηρίζεται στις ένορκες δηλώσεις της κας Ορθοδοξίας Γεωργίου ημερομηνίας 03/12/2024 και 23/01/2025, παράγραφοι 5-28 και 4-12 αντίστοιχα, οι οποίες βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και όπως προκύπτει υποστήριξαν την αίτηση για την έκδοση των διαταγμάτων για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης. Περαιτέρω, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26/02/2025 της κας Χρυστάλλας Χριστοφόρου, που επίσης βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, παράγραφοι 3 – 4, η οποία επιβεβαίωσε την επίδοση.

 

Οι Καθ’  ων η Αίτηση, στηρίζουν την ένσταση τους στα γεγονότα τα οποία αποκαλύφθηκαν και στήριξαν την Αίτηση τους για άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση και περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής διατηρούσε καίριο ρόλο στην εταιρεία QAM, καθώς ήταν ο κύριος μέτοχος της και ασκούσε πλήρη έλεγχο επί των δραστηριοτήτων της. Αναφέρονται στην διερεύνηση της διαδικασίας εκκαθάρισης της QAM στη Λιθουανία, στην οποία προέβησαν μέσω δικηγόρου, και στα όσα αυτός τους πληροφόρησε, τα οποία συνηγορούν ότι ο Αιτητής είτε από μόνος του είτε σε συμπαιγνία με τον εκκαθαριστή προχώρησαν σε ταχύτατη εκκαθάριση και διάλυση της QAM χωρίς να ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις των Καθ’  ων η Αίτηση.

 

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνεται αναγκαίο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης να τις αναπαράγω. Θα αναφερθώ στις εισηγήσεις και θέσεις των μερών κατά την εξέταση της αίτησης, αν τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

 

 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 

 

Σύμφωνα με την Αίτηση, ζητείται ο παραμερισμός της παρούσας Απαίτησης, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος. Επιζητείται, επίσης, ο παραμερισμός της επίδοσης του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας και/ή μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του Αιτητή και των δικηγόρων του στην Ουκρανία. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, τα αιτητικά της παρούσας Αίτησης είναι εν μέρει αλληλένδετα, αφού για να εκδοθεί διάταγμα για να παραχωρηθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση, προϋποθέτει την ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να εκδικάσει την διαφορά. Από εκεί πέρα και σε περίπτωση ύπαρξης μιας τέτοιας δικαιοδοσίας, παραμένει η εξέταση της ορθότητας του τρόπου με τον οποίο διατάχθηκε η επίδικη επίδοση.

 

Το ζήτημα της δικαιοδοσίας και το δικαίωμα του εναγόμενου να το αμφισβητήσει εξετάζεται κατά προτεραιότητα, με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Εναγόμενος ο οποίος αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστήριο για να εκδικάσει την απαίτηση, δύναται να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του (βλ. Μέρος 12(1)). Για να δύναται να ασκήσει αυτό το δικαίωμα του, ο εναγόμενος θα πρέπει, πρώτα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση του αυτή (βλ. Μέρος 12(2)) και ακολούθως να υποβάλει αίτηση εντός 14 ημέρων από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης, η οποία να υποστηρίζεται από μαρτυρία (βλ. Μέρος 12(3)).

 

Δεν αμφισβητείται στην παρούσα περίπτωση, ότι ο εναγόμενος έχει συμμορφωθεί με τις πιο πάνω δικονομικές πρόνοιες και/ή δεν εγείρεται οποιονδήποτε άλλο δικονομικό ζήτημα από την πλευρά των Καθ’  ων η Αίτηση. Δεν παραβλέπω ότι στο Σημείωμα Εμφάνισης σημειώνεται και η ένδειξη ότι ο Αιτητής προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση, πέραν από την ένδειξη ότι θα αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία. Είναι ορθό να επισημανθεί ότι στις περιπτώσεις που εναγόμενος επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία θα πρέπει να ακολουθήσει πιστά τις δικονομικές πρόνοιες, καθότι σε αντίθετη περίπτωση ενδέχεται να θεωρηθεί ότι αυτός έχει αποδεχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Hoddinot v. Persimmon Homes (Wessex) Ltd [2008] 1 WLR 806 και Burns – Anderson Independent Network Plc v. Wheeler [2005] EWHC 575). Βέβαια, η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να κριθεί ότι η σημείωση και της ένδειξης στο Σημείωμα Εμφάνισης, ότι ο Αιτητής θα αμφισβητήσει την απαίτηση αποτελεί κώλυμα σε αυτόν να προχωρήσει και να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εντός του τασσόμενου χρονικού διαστήματος των 14 ημερών και χωρίς να έχει ληφθεί οποιαδήποτε άλλο δικονομικό μέτρο από τον Αιτητή που να υποδηλώνει ότι ο Αιτητής έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία (βλ. Massey v. Glover [2006] EWHC 2323 (Ch) ).

 

Πέραν των πιο πάνω, το Μέρος 12(6) προνοεί ότι διάταγμα το οποίο περιέχει αναγνωριστική δήλωση ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή ότι δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μπορεί επίσης να περιέχει περαιτέρω πρόνοιες, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, παραμερισμό του εντύπου απαίτησης και της επίδοσης αυτού. 

 

O Aιτητής, επίσης, επιζητεί τον παραμερισμό του εντύπου απαίτησης, λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος. Ο Κανονισμός 3.3 (2)(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο, αν διαπιστώσει ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης. Ανάλογη πρόνοια, περιλαμβανόταν και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στην Δ.27, Θ.3. Σύμφωνα με τη νομολόγια επί της παλαιάς Διαταγής, η διαγραφή δικογράφου, συνιστούσε εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείτο μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείτο νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή ήταν αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων (2004) 1Γ Α.Α.Δ. 1852) και Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1Β Α.Α.Δ. 1316). Τέτοιου είδους αιτήσεις, κρίνονταν αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του δικογράφου, ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία τις υποστήριζε και μια τέτοια μαρτυρία δεν γινόταν αποδεκτή (βλ. Halsburys Laws of England, 4th edition, vol. 37, para 436).

 

Με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, προκύπτει, η προσκόμιση μαρτυρίας σε τέτοιου είδους αιτήσεις να μην απαγορεύεται, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 23(4) και (5). H πιο πάνω πρόνοια δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί από το Εφετείο, αναφορικά με τον τρόπο που θα πρέπει να εφαρμόζεται. Άντληση καθοδήγησης, όμως, μπορεί να γίνει από την Αγγλική νομολογία η οποία έχει ερμηνεύσει αντίστοιχη πρόνοια που βρίσκεται στους CPR, r.3.4(2)(a). Στο σύγγραμμα BLACKSTONES CIVIL PRACTICE 2018, para. 33.8, p. 581, αναφέρονται τα εξής:

 

According to Potter LJ in Partco Group Ltd v. Wragg [2002] EWCA Civ. 594, [2002] 2 Lloyd’s Rep 343 at [46], cases where striking out under CPR, R.3.4(2)(a), is appropriate include:

 

(a)Where the statement of case raises an unwinnable case where continuing the proceedings is without any possible benefit to the respondent and would waste resources on both sides (Harris v Bolt Burdon [2000] CPLR9); and

(b)Where the statement of case does not raise a valid claim or defence as a matter of law (Price Meats Ltd v Barclays Bank plc [2000] 2 All ER (Comm) 346)”   

 

Όταν, όμως, υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν ή όταν εγείρεται νομικό σημείο το οποίο δεν δύναται να απαντηθεί ξεκάθαρα και δεν είναι ξεκάθαρη η νομολογία επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να διαγράφεται το δικόγραφο αλλά θα πρέπει να αφήνονται να αποφασιστούν στη δίκη (βλ. Hughes v Colin Richards & Co [2004] EWCA Civ. 266 και D v East Berkshire Community Health NHS Trust [2005] UKHL 23, [2005] AC 373).

 

Περαιτέρω, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίζει διατάγματα τα οποία εκδίδονται μονομερώς, με βάση τις πρόνοιες του Μέρους 23.14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Η παρούσα Αίτηση, επιζητεί και τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 05/02/2025, το οποίο εξουσιοδοτούσε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και επιτρεπόταν η υποκατάστατη επίδοση του εντύπου απαίτησης και των συναφών δικαστικών εγγράφων. Σύμφωνα με το Μέρος 23.14(3) των Κανονισμών, “Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, αίτηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να υποβάλλεται εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος στο πρόσωπο το οποίο υποβάλλει την αίτηση.”

 

Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, μαζί με το έντυπο απαίτησης και τα συναφή δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν στον Αιτητή, στις 19/02/2025 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 02/04/2025. Ο συνήγορος των Καθ’  ων η Αίτηση ισχυρίζεται στην αγόρευση του ότι η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη, διότι καταχωρήθηκε πέραν των 10 μερών. Κατ’ αρχάς δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ένστασης για το ζήτημα αυτό, ο οποίος ρητός να δείχνει την αντίθεση των Καθ’  ων η Αίτηση αναφορικά με το χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αίτησης. Τούτο, θα είχε ως συνέπεια ο Αιτητής να λάβει γνώση για το ζήτημα το οποίο εγείρεται και να είναι σε θέση να απαντήσει ή λάβει οποιοδήποτε άλλο διάβημα επιθυμούσε. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η τήρηση των Κανονισμών και των χρονοδιαγραμμάτων που τάσσουν θα πρέπει να τηρούνται και είναι καθήκον και υποχρέωση των διαδίκων. Πέραν τούτου, όμως, οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Κανονισμούς δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος (βλ. Μέρος 3.8(1)). Το Μέρος 3.8(2) προνοεί ως εξής:

 

«Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:

(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και

(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.»

 

Η παρούσα Αίτηση, όσο αφορά το σκέλος του παραμερισμού του διατάγματος ημερομηνίας 05/02/2025, καταχωρήθηκε 31 ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας των 10 ημερών, που τάσσουν οι Κανονισμοί. Πέραν της καθυστέρησης αυτής, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι υπόλοιπες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Ο Αιτητής ενέταξε το αίτημα του αυτό στην Αίτηση του για αναγνώριση ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, συμμορφούμενος με τις σχετικές πρόνοιες των σχετικών με το ζήτημα αυτό Κανονισμών, ως αναφέρεται ανωτέρω. Δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε άλλο δικονομικό μέτρο και η απαίτηση δεν έχει προχωρήσει περαιτέρω. Οι Καθ’  ων η Αίτηση, επίσης, δεν έχουν καταδείξει με οποιονδήποτε τρόπο ότι μπορούν να επηρεαστούν δυσμενώς από την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι δεν εξυπηρετείται ο πρωταρχικός σκοπός με τον παραμερισμό του αιτητικού αυτού. Αντιθέτως, εξυπηρετείται ο σκοπός αυτός με την εξέταση της ουσίας και αυτού του αιτητικού στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Εξοικονομείται χρήμα και χρόνος. Ειδικότερα, δεν προκαλείται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αγωγής λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο το οποίο βρίσκεται και την εκκρεμότητα της παρούσας Αίτησης, στην οποία θα πρέπει να αποφασιστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια και σε περίπτωση που το Αιτητικό αυτό της αίτησης έχει επιτυχή κατάληξη το Δικαστήριο δύναται, υπό τις περιστάσεις, να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

 

Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, περιλαμβάνονται στο Μέρος 6.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας χωρίς να χρειάζεται η αναπαραγωγή τους στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σε ότι την αφορά, όμως, σχετικές είναι οι πρόνοιες ότι επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εντύπου απαίτησης μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο όταν εγείρεται απαίτηση για την οποία το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δυνάμει της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (6.8(α)), όταν εγείρεται απαίτηση σε σχέση με σύμβαση, όταν η σύμβαση διέπεται από το κυπριακό δίκαιο (6.8(η)(iii) ή όταν εγείρεται απαίτηση για αστικό αδίκημα όταν επήλθε ή θα επέλθει η ζημιά εντός της δικαιοδοσίας ή η ζημιά η οποία επήλθε ή θα επέλθει προκύπτει από πράξη η οποία διαπράχθηκε ή πιθανόν να διαπραχθεί εντός της δικαιοδοσίας (6.8(κ)(i) και (ii) ).

 

Η αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εντύπου απαίτησης σε εναγόμενο εκτός Κύπρου γίνεται σύμφωνα με το Μέρος 23 και υποστηρίζεται από μαρτυρία, η οποία ικανοποιεί το δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και δηλώνει τον τόπο ή χώρα στην οποία ο εν λόγω εναγόμενος βρίσκεται ή ενδέχεται να βρίσκεται, και κατά πόσον ο εν λόγω εναγόμενος είναι Κύπριος πολίτης ή όχι, και τους λόγους για τους οποίους καταχωρίζεται η αίτηση, και καμία τέτοια άδεια δεν παραχωρείται εκτός αν καταστεί επαρκώς εμφανές στο δικαστήριο ή στον δικαστή ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου, δυνάμει του παρόντος Μέρους (6.10(1) ).

 

Στην περίπτωση παραχώρησης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ο εναγόμενος θεωρεί ότι δεν έπρεπε να είχε παραχωρηθεί, μπορεί να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τις πρόνοιες του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

Αίτηση για παραμερισμό της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αποφασίζεται με αναφορά στη θέση που ίσχυε κατά το χρόνο που παραχωρήθηκε μια τέτοια άδεια και όχι με αναφορά σε περιστάσεις κατά το χρόνο εξέτασης της αίτηση για παραμερισμό, αν και μετέπειτα γεγονότα μπορούν να ρίξουν φως στους λόγους που ήταν σχετικοί κατά το χρόνο εκείνο (βλ. BLACKSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018, para.19.3, p. 430 και Erste Group Bank AG London Branch v. JSC VMZ Red October [2015] 1 CLC 706).

Σύμφωνα με την παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27, Θ.1, το Δικαστήριο είχε εξουσία να προβαίνει σε προδικασμό σημείων, τα οποία ήταν αμιγώς νομικά σημεία και η βάση των γεγονότων επί των οποίων θα αποφασίζονταν ήταν παραδεκτή. Σε περίπτωση που υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα ή όταν το σημείο που εγειρόταν ήταν εν μέρει νομικό και εν μέρει πραγματικών γεγονότων, δεν εκδιδόταν διαταγή για προδικασμό. Διαταγή για προδικασμό εκδιδόταν με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικά καθαρές περιπτώσεις (βλ. Pavlou v. Hellenic Bank Ltd (1990) 1 A.A.Δ. 483, ΚΟΤ v. Philippa Estates Ltd κ.α. (1999) 1 (B) A.A.Δ. 1431, Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 949 και Malactou v. Armeftis (1984) 1 C.L.R. 548). 

 

Με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το Δικαστήριο σε ενδιάμεσες διαδικασίες, ανάλογα με τη φύση τους, μπορεί να εφαρμόσει συγκεκριμένα «τεστ» για να αποφασίσει, όπως αυτό που αναφέρθηκε ανωτέρω και αφορά τη διαδικασία παραμερισμού του εντύπου απαίτησης λόγω μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής. Άλλο παράδειγμα, είναι η αίτηση για συνοπτική απόφαση, όπου το τεστ είναι η ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης (real prospect of success) σε αντίθεση από την ύπαρξη μιας φαντασιώδους (fanciful) προοπτικής (βλ. Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91), χωρίς όμως το Δικαστήριο να προβαίνει στη διεξαγωγή μικρής δίκης (mini trial) και σε βάθος αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων. Γενικότερα, όμως, όπως προκύπτει, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε ενδιάμεσες διαδικασίες να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών.

 

Σε ότι αφορά ζητήματα δικαιοδοσίας, αυτά κατά βάση αποφασίζονται επί των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Στην περίπτωση, αιτήσεων για να επιτραπεί η επίδοση του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση ότι η απαίτηση εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες, για τις οποίες επιτρέπεται η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της (βλ. Αltimo Holdings and Investments Ltd v. Kyrgyz Mobil Tel Ltd [2001] UKPC 7, [2012] 1 WLR 1804). Στο σύγγραμμα BLACSTONES CIVIL PRACTICE 2018, para.16.43, p. 385 αναφέρεται ότι το τεστ για το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είναι το ίδιο με αυτό που εφαρμόζεται για την συνοπτική απόφαση, δηλαδή “whether there is a real (as opposed to a fanciful) prospect of success (e.g. Carvill America Inc v Camperdown UK Ltd [2005] EWCA Civ. 645, 2 Lloyd’s Rep 457). Where a question of law goes to the existence of jurisdiction, the court will normally decide it, rather than treating it as a question of whether there is a good arguable case, unless the facts are not clear (on the basis of the pleaded case) or the point of law is exceptionally difficult and doubtful (Lungowe v Veranda Resources plc [2017] EWCA Civ. 1528, LTL 02/11/2017).

 

Αναφορικά με το τεστ για την «καλή συζητήσιμη υπόθεση» αναφέρεται: “Ιn this context, good arguable case has been held to mean that one side has a much better argument than the other (Canada Trust Co v. Stolzenberg (No.2) [1998] 1 WLR 547, [2002] 1 AC; Bols Distilleries BV v Superior Yacht  Services Ltd [2006] UKPC 45, [2007] 1 WLR 12).

 

Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας η οποία έχει προσκομιστεί από αμφότερες τις πλευρές και τα κάτωθι γεγονότα, προκύπτει να αποτελούν κοινό έδαφος:

 

-       Η ενάγουσα αρ. 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Κύπρο και με έδρα τη Λεμεσό. Η ενάγουσα αρ. 2 είναι, επίσης, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας με έδρα το Riyadh.

-       Ο εναγόμενος διαμένει μόνιμα στην Ουκρανία και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο κύριος μέτοχος της UABAmitera(“QAM”) , εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ήταν εγγεγραμμένη στη Λιθουανία και η οποία συναλλασσόταν με την επωνυμία «QA Madness» και η οποία πλέον έχει διαλυθεί.

-       Η ενάγουσα 2 και η QAM σύνηψαν συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών στις 16/07/2017 (Πρώτη Συμφωνία), σύμφωνα με την οποία η τελευταία θα παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες στην πρώτη σε σχέση με την ανάπτυξη λογισμικού και συναφή θέματα, για περίοδο 12 μηνών, έως τις 15 Ιουλίου του 2018. Οι εν λόγω υπηρεσίες θα παρέχονταν εντός του εδάφους του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας.

-       Η ρήτρα 19 της Πρώτης Συμφωνίας, προέβλεπε ότι αυτή θα διέπεται από τους νόμους της Σαουδικής Αραβίας και ότι οποιαδήποτε διαφωνία προκύψει από τους όρους της ή την ερμηνεία τους θα επιλύονταν στο Μπαχρέιν σύμφωνα με τους Κανονισμούς του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Μπαχρέιν για την Επίλυση Διαφορών / της Αμερικάνικης Ένωσης Διαιτησίας.

-       Η QAM παρείχε υπηρεσίες και τιμολόγησε την ενάγουσα αρ. 2 από τον Αύγουστο του 2017 έως τον Ιούλιο του 2018. Στη συνέχεια, η QAM συνέχισε να προσφέρει υπηρεσίες στην ενάγουσα αρ. 2 βάσει της συμφωνίας του 2017 και τιμολόγησε την ενάγουσα αρ.2 από τον Αύγουστο του 2018 έως τον Αύγουστο του 2019.

-       Κατά την 24/05/2022, η ενάγουσα αρ.1 και η QAM συνήψαν συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών (Δεύτερη Συμφωνία), σύμφωνα με την οποία η τελευταία θα παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες στην πρώτη σε σχέση με την ανάπτυξη λογισμικού και συναφή θέματα.

-       Η ρήτρα 14 της πιο πάνω συμφωνίας προέβλεπε ότι οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ τους στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, θα επιλυθεί στα πλαίσια διαμεσολάβησης και στην περίπτωση μη επίλυσης της, θα επιλυθεί αποκλειστικά και οριστικά στα πλαίσια διαιτησίας, η οποία θα διεξαχθεί στη Λεμεσό σύμφωνα με τους κανονισμούς του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA) με εφαρμοστέο δίκαιο αυτός της Κυπριακής Δημοκρατίας.

-       Μετά από διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου, οι ενάγουσες διαπίστωσαν ότι τα ποσά των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την QAM προς την ενάγουσα αρ. 2 (από τον Ιανουάριο του 2022 έως τον Μάιο του 2022) και προς την ενάγουσα αρ.1 (από τον Ιούνιο του 2022 έως τον Νοέμβριο του 2022) ήταν εσφαλμένα και τερμάτισαν τη συμβατική σχέση μεταξύ ενάγουσας αρ.1 και της QAM τον Ιανουάριο του 2023.

-       Οι ενάγουσες έδωσαν στην QAM ειδοποίηση αμφισβήτησης με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με ημερομηνία 26/01/2023, ισχυριζόμενοι ότι η QAM τους είχε υπερτιμολογήσει με το ποσό των 2.004.451 δολαρίων ΗΠΑ. Περαιτέρω, εσωτερικός έλεγχος αποκάλυψε ότι η QAM είχε επίσης υπερτιμολογήσει την ενάγουσα αρ.2 με 1.272.578.000 δολάρια ΗΠΑ, σε τιμολόγια που εκδόθηκαν από τον Ιούλιο του 2017 έως τον Δεκέμβριο του 2021 και την ενάγουσα αρ.1 με 182.758,00 δολάρια ΗΠΑ σε τιμολόγιο που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2022 και έδωσαν στην QAM συμπληρωματική ειδοποίηση αμφισβήτησης με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με ημερομηνία 13/02/2023. Η QAM δεν τοποθετήθηκε στις ειδοποιήσεις αμφισβήτησης και το συνολικό ισχυριζόμενο ποσό υπερχρεώσεων ανέρχεται στα 3.459.787,00 δολάρια ΗΠΑ.

-       Η πιο πάνω διαφορά δεν επιλύθηκε φιλικά και οι ενάγουσες ζήτησαν όπως αυτή υποβληθεί σε διαδικασία διαμεσολάβησης στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του LCIA, δυνάμει της ρήτρας 14 της Δεύτερης Συμφωνίας. Στην εν λόγω ρήτρα προβλέπεται επίλυση διαφορών με διαμεσολάβηση κα ακολούθως διαιτησία στην Κύπρο, Λεμεσό.

-       Στην ρήτρα 12 της Δεύτερης Συμφωνίας προνοείται ότι η QAM αναγνωρίζει, δηλώνει και δεσμεύεται ότι οι όροι της εν λόγω Συμφωνίας του 2022 θα ισχύουν και για τη συμβατική σχέση με την ενάγουσα αρ.2 και θα διέπουν αυτήν από τις 16/07/2018 έως την ημερομηνία της συμφωνίας του 2022.

-       Μετά την υποβολή του πιο πάνω αιτήματος από το δικηγόρο των εναγουσών, ο εναγόμενος ενημέρωσε τόσο το Δικαστήριο όσο και το δικηγόρο των εναγουσών ότι δεν ενεργούσε πλέον ως διευθύνων σύμβουλος (Chief Executive Officer) της QAM και δεν μπορούσε να την εκπροσωπήσει στα πλαίσια της διαμεσολάβησης καθότι η QAM είχε διαγραφεί από τον Έφορο Εταιρειών της Λιθουανίας και δεν αποτελούσε πλέον εγγεγραμμένη νομική οντότητα καθότι είχε εκκαθαριστεί. Κατόπιν τούτου, η διαδικασία διαμεσολάβησης αποσύρθηκε.

 

 

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ Ή ΚΑΛΗ ΑΙΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ

 

Οι Καθ’  ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής, είχε τον απόλυτο έλεγχο της QAM και ενεργούσαν ως μια οντότητα. Ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής απέκτησε και διέθεσε δόλια και κατά παράβαση των δικαιωμάτων των Καθ’  ων η Αίτηση όλα τα περιουσιακά στοιχεία της QAM και προκάλεσε την εκκαθάριση και εσπευσμένη διάλυση της. Επικαλούνται σχετική αλληλογραφία και το τεκμήριο ΣΤ, το οποίο επισύναψαν στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 03/12/2024 για εξασφάλιση άδειας για επίδοση του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας. Εδράζουν την αξίωση τους εναντίον του Αιτητή στο αστικό αδίκημα της πρόκλησης παράβασης σύμβασης και ειδικότερα εκκαθαρίζοντας και διαλύοντας την QAM, της οποίας είχε τον απόλυτο έλεγχο προκάλεσε την παράβαση των προνοιών της ρήτρας 14 της Δεύτερης Σύμβασης προκαλώντας ζημιά στις Καθ’  ων η Αίτηση. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η απαίτηση τους εγείρεται σε σχέση με σύμβαση και αποτελεί απαίτηση αποκατάστασης.

 

Η θέση που προβάλλεται από τον Αιτητή είναι ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση, επιχειρούν να κατασκευάσουν το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Αιτητή με την έγερση ανυπόστατων ισχυρισμών περί της απόκτησης και διάθεσης από τον Αιτητή των περιουσιακών στοιχείων της QAM και της πρόκλησης της εκκαθάρισης και εσπευσμένης διάλυσης της QAM. Ισχυρίζεται ότι το τεκμήριο ΣΤ, στο οποίο γίνεται παραπομπή ουδεμία αναφορά υπάρχει που να στοιχειοθετεί τους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι παραμένουν χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση δεν αναφέρουν ποια ήταν τα περιουσιακά στοιχεία της QAM και η αξία αυτών και με ποιο τρόπο είχαν αποκτηθεί από τον Αιτητή καθώς και τον τρόπο διάθεσης τους. Ο Αιτητής, ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι ισχυρισμοί δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παρανομίας, συνομωσίας, καταδολίευσης, παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης και επιμέλειας εκ μέρους του Αιτητή, είναι γενικόλογοι, αόριστοι και δεν στοιχειοθετούνται.

 

Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του Αιτητή, στην αγόρευση του προβάλλει τη θέση ότι ο Αιτητής δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στις αναφερόμενες συμφωνίες, ουδεμία συμβατική ή άλλη υποχρέωση υπέχει έναντι των Καθ’  ων η Αίτηση και δεν αποτελεί μέρος οποιασδήποτε πράξης της οποίας είναι μέρος η ίδια η εταιρεία. Η εταιρεία QAM αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα από τους μετόχους και διευθυντές της, οι οποίοι δεν δύναται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι της. Επίσης, δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αποδεικνύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η ισχυριζόμενη σχέση αντιπροσώπευσης της εταιρείας από τον Αιτητή καθώς και ισχυριζόμενες δόλιες κτλ ενέργειες τις οποίες οι Καθ’  ων η Αίτηση συνδέουν με τις ως άνω αναφερόμενες συμφωνίες.  Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν δύναται η ρήτρα 12 της Δεύτερης Συμφωνίας, η οποία προνοεί ότι οι όροι της θα εφαρμόζονται και σε σχέση με την Καθ’  ης η Αίτηση 2, να είναι δεσμευτική και να εφαρμόζεται καθότι η Καθ’  ης η Αίτηση 2 δεν ήταν συμβαλλόμενος μέρος σε εκείνη τη Συμφωνία.

 

Ακόμα, συνεχίζει, και με την Έκθεση Απαίτησης των Καθ’  ων η Αίτηση, οι «λεπτομέρειες» που έχουν παρουσιάσει είναι επιφανειακές θεωρίες και σε ουδεμία περίπτωση ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που επιτάσσουν οι κανόνες δικογράφησης για τις αξιώσεις απάτης και δόλου, όπως ορίζει ο Κανονισμός 13 του Μέρους 16 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Έχω λάβει υπόψη μου ολόκληρη τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από αμφότερες τις πλευρές και την Έκθεση Απαίτησης των Καθ’  ων η Αίτηση. Έχω υπόψη τον τρόπο που θα πρέπει να αποφασίζεται το ζήτημα ύπαρξης ή μη εύλογης αιτίας αγωγής, με βάση του Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ως σκιαγραφήθηκε ανωτέρω. Εν προκειμένω προκύπτει οι Καθ’  ων η Αίτηση να επικαλούνται δόλια συμπεριφορά του Αιτητή με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στους Καθ’  ων η Αίτηση. Δηλαδή, ενώ προκύπτει από τις επίδικες συμφωνίες οι Καθ’  ων η Αίτηση και η QAM να είχαν μια συνεργασία από την οποία στην πορεία προέκυψε διαφορά – υπερτιμολόγηση – και ενώ υπήρχε ρήτρα διαιτησίας στη Δεύτερη Συμφωνία για επίλυση των διαφορών τους, οι Καθ’  ων η Αίτηση, δεν κατέστη δυνατό να επιλύσουν τις διαφορές τους με την QAM σε διαιτησία, καθότι, όπως οι Καθ’  ων η Αίτηση ισχυρίζονται ο Αιτητής προκάλεσε την εκκαθάριση και διάλυση της QAM. Είναι επ’ αυτών των ισχυρισμών που στήριξαν την αίτηση τους για να τους παραχωρηθεί άδεια για επίδοση του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας. Στην ένορκη δήλωση, επίσης, που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ’  ων η Αίτηση, προκύπτει να παρατίθενται περισσότερες λεπτομέρειες της αρχικής θέσης που πρόβαλαν στο Δικαστήριο και οι οποίες, κρίνω ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη καθότι ρίχνουν φως στους αρχικούς τους ισχυρισμούς.

 

Όπως αναφύεται από τους ισχυρισμούς των Καθ’  ων η Αίτηση, αποδίδεται στον Αιτητή δόλος, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, συνωμοσία προς καταδολίευση, πρόκληση παράβασης σύμβασης. Στην ουσία προβάλλεται η θέση ότι χρησιμοποιήθηκε η QAM για να καταδολιεύσουν τους Καθ’  ων η Αίτηση και όταν διαπίστωσαν την υπερτιμολόγηση και επιχείρησαν να παραπέμψουν τη διαφορά σε διαιτησία, ο Αιτητής, όντας κατά τους ισχυρισμούς των Καθ’  ων η Αίτηση, ο κύριος μέτοχος και έχοντας τον πλήρη έλεγχο της QAM προχώρησε σε διαδικασία εκκαθάρισης την οποία επίσπευσε με αποτέλεσμα η τελευταία να διαλυθεί, αποκτώντας και ο ίδιος ο Αιτητής περιουσιακά της στοιχεία, διαθέτοντας άλλα και αποκρύβοντας στοιχεία που αφορούσαν αξιώσεις των Καθ’  ων η Αίτηση εναντίον της QAM. Υπάρχουν, επίσης, ισχυρισμοί από τις Καθ’  ων η Αίτηση ότι η QAM εξέδιδε τιμολόγια προς την Καθ’  ης η Αίτηση 1 από τον Ιούνιο του 2022 έως τον Ιανουάριο του 2023. Δόθηκαν ειδοποιήσεις αμφισβήτησης των τιμολογίων από τις Καθ’  ων η Αίτηση στις 26/01/2023 (τεκμήριο Γ) και στις 13/02/2023 (τεκμήριο Δ) και στις 19/05/2023 δόθηκε ειδοποίηση για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Με το τεκμήριο ΣΤ προκύπτει, με βάση τις αναφορές του Αιτητή, ότι η QAM διαλύθηκε και δεν είναι πλέον εγγεγραμμένη στο Λιθουανικό Μητρώο εταιρειών.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία αναφορικά με το πότε ξεκίνησε η διαδικασία εκκαθάρισης και εν τέλει διαλύθηκε η QAM. Παρόλα αυτά, προκύπτει ξεκάθαρα από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι μέχρι και τον Ιανουάριο του 2023, η QAM τιμολογούσε την Καθ’  ης η Αίτηση 1, απεστάλησαν ειδοποιήσεις αμφισβήτησης της τιμολόγησης και όταν ζητήθηκε η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία τον Μάιο του 2023, ο εναγόμενος με απάντηση του ημερομηνίας 05/06/2023 ενημέρωσε ότι αυτή έχει εκκαθαριστεί με διαδικασίες εκτός Δικαστηρίου it was liquidated due to bankruptcy in an out-of-court procedure»).

 

Στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία και μαρτυρία ικανά, για σκοπούς του σταδίου αυτού να καταδείξουν εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του Αιτητή. Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι αυτός ενέργησε δόλια προχωρώντας τάχιστα στην διάλυση της QAM και προκαλώντας την παράβαση σύμβασης προκαλώντας ζημιά στις Καθ’  ων η Αίτηση, αφού κατά αυτό τον τρόπο τους στέρησε το δικαίωμα τους να προχωρήσουν σε διαιτησία στη βάση της σχετικής ρήτρας και να διεκδικήσουν τις αξιώσεις τους εναντίον της QAM. Ενέργειες και πράξεις οι οποίες συνιστούν το αστικό αδίκημα του Άρθρου 34 του Κεφ. 148. Λαμβάνω υπόψη μου τη θέση του Αιτητή ότι αυτός ήταν ο Chief Executive Officer της εταιρείας, η οποία είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και ότι δεν υπέχει οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη καθώς και ότι ουδεμία συμβατική σχέση είχε με τους Καθ’  ων η Αίτηση. Παρόλα αυτά, δεν έχει προσκομιστεί από την πλευρά του οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει την ιδιότητα του αυτή και ότι αυτός ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες της QAM. Αντιθέτως, με βάση τους ισχυρισμούς των Καθ’  ων η Αίτηση, αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος και το άτομο το οποίο είχε τον απόλυτο έλεγχο της εταιρείας και ενεργούσε και ενέργησε δόλια μέσω της εν λόγω εταιρείας με σκοπό να αποσπά χρήματα. Δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να προβώ σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Αρκεί να αναφέρω ότι με τους ισχυρισμούς των Καθ’  ων η Αίτηση και τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί μέχρι στιγμής καταδεικνύεται προοπτική επιτυχίας της αξίωσης και εύλογη αιτία αγωγής.

Έχω λάβει υπόψη μου και το επιχείρημα της πλευράς του Αιτητή, ότι η Καθ’  ης η Αίτηση 2 δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Δεύτερη Συμφωνία και κατ’ επέκταση δεν την δεσμεύει ο όρος που αφορά τη διαμεσολάβηση και διαιτησία. Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι το αιτητικό της παρούσας αίτησης αφορά την έλλειψη δικαιοδοσίας και απόρριψη της αγωγής καθ’ ολοκληρία και όχι μέρος αυτής που αφορά την αξίωση της Καθ’  ης η Αίτηση 2. Πέραν τούτου, παρατηρείται ότι μέρος της αξίωσης αφορά και σχετίζεται με τη Δεύτερη Συμφωνία, στην οποία αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν στην παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία με εφαρμοστέο το Κυπριακό δίκαιο. Δεν παραγνωρίζω τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Αιτητή σε σχέση με την Καθ’  ης η Αίτηση 2 και ότι αυτή δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Δεύτερη Συμφωνία και ότι με βάση τη Πρώτη Συμφωνία, οι υπηρεσίες θα παρέχονταν στην Σαουδική Αραβία με ρήτρα διαιτησίας στη χώρα εκείνη. Προκύπτει, όμως, ότι η Πρώτη Συμφωνία ήταν διάρκειας ενός έτους, δηλαδή μέχρι 15/07/2018 αλλά η συνεργασία συνεχίστηκε και μετά την πιο πάνω ημερομηνία και η QAM συνέχισε να τιμολογεί την Καθ’  ης η Αίτηση 2. Όταν συνάφθηκε η Δεύτερη Συμφωνία με την Καθ’  ης η Αίτηση 1, περιλήφθηκε ο όρος 12, ο οποίος προνοούσε ότι η σχέση της QAM με την Καθ’  ης η Αίτηση 2, θα διέπετο από την Δεύτερη Συμφωνία από τις 16/07/2018 και μετέπειτα. Κρίνω ότι χρειάζεται να ακουστεί περαιτέρω μαρτυρία για να μπορεί να αποφασιστεί κατά πόσο εν τέλει η Δεύτερη Συμφωνία δεσμεύει ή όχι την Καθ’  ης η Αίτηση 2. Εγείρεται νομικό σημείο το οποίο δεν κρίνεται πρόσφορο να αποφασιστεί στο στάδιο αυτό με την υπάρχουσα μαρτυρία και αυτό θα μπορεί να γίνει σε μεταγενέστερο χρόνο όταν θα αποκρυσταλλωθούν τα γεγονότα.

 

Δεδομένου λοιπόν του αιτητικού της αίτησης, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, το ότι μέρος της αξίωσης αφορά ή σχετίζεται με τη Δεύτερη Συμφωνία και στην βάση των όσων αποκαλύπτονται δεν κρίνεται πρόσφορο στα στάδιο αυτό να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό που εγείρεται από τον Αιτητή και αφορά την Καθ’  ης η Αίτηση 2. Εκ πρώτης όψεως, όμως, φαίνεται ότι αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και καλή αιτία αγωγής και από την Καθ’  ης η Αίτηση 2 εναντίον του Αιτητή.

 

 

 

 

 

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ   

 

Οι Καθ’  ων η Αίτηση στηρίζουν την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου στη βάση του ότι η απαίτηση αφορά αξίωση που σχετίζεται με σύμβαση και αξίωση για αποκατάσταση που διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο καθώς και σε απαίτηση για αστικό αδίκημα από το οποίο προήλθε ζημιά στην Κύπρο. Ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος προκάλεσε την παράβαση των προνοιών της ρήτρας 14, δηλαδή ότι είναι ένοχος αστικού αδικήματος σε σχέση με την εν λόγω σύμβαση και επιπρόσθετα ότι η διάπραξη του αστικού αδικήματος προκάλεσε ζημιά στους ενάγοντες εντός της δικαιοδοσίας, εξουδετερώνοντας τη ρήτρα διαιτησίας και συνεπώς την προοπτική έκδοσης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης για ανάκτηση των οφειλόμενων προς τους ενάγοντες.

 

Η αναφορά στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας «για απαίτηση που σχετίζεται με σύμβαση» δεν σημαίνει ότι αυτή θα πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση, ούτε προϋποθέτει ότι η απαίτηση θα πρέπει να αφορά τα μέρη μιας σύμβασης. Στο σύγγραμμα BLACTSTONES CIVIL PRACTICE 2018, para.16.50, p. 390 αναφέρονται τα εξής σχετικά:

 

“Τhe words “in respect of a contract” in PD 6B, para 3.1(6) do not require that the claim arose under the contract. They require only that the claim relates to or is connected with the contract. The rule therefore includes a claim in restitution for recovery of alleged overpayments under an oral agreement (Αlbon v Naza Motor Trading Sdn Bhd [2007] EWHC 9 (Ch), [2007] 1 WLR 2489)…………There is no requirement that the claim has to be in respect of a contract between the claimant and the defendant, because that would be adding words to the rules which are not there (Greene Wood and McLean v Templeton Insurance Ltd [2009] EWCA Civ. 65, [2009] 1 WLR 2013).  

 

Η απαίτηση στην παρούσα υπόθεση εναντίον του εναγόμενου αφορά αξίωση που σχετίζεται με σύμβαση, όπως η φράση ερμηνεύεται. Αφορά αξίωση για υπερτιμολόγηση της QAM με βάση τις συμφωνίες παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών που διατηρούσε με τις ενάγουσες 1 και 2. Ο εναγόμενος, ως ο κύριος μέτοχος και ο έχων τον απόλυτο έλεγχο της QAM, δολίως προχώρησε σε εκκαθάριση και εσπευσμένη διάλυση της, με αποτέλεσμα να αποστερήσει από τις ενάγουσες το δικαίωμα τους για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Σύμφωνα με τη ρήτρα 14 της Δεύτερης Συμφωνίας, η διαιτησία θα λάμβανε χώρα στη Λεμεσό και θα εφαρμοζόταν το Κυπριακό Δίκαιο. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, κρίνω ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση προβάλλουν καλύτερο επιχείρημα σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας από τον Αιτητή, δηλαδή ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα διαφορά. Απορρέει από την πιο πάνω ρήτρα διαιτησίας και το δίκαιο το οποίο θα εφαρμοζόταν και η αξίωση σχετίζεται με σύμβαση.

 

Πέραν των πιο πάνω, η αξίωση εδράζεται και επί του αστικού αδικήματος της πρόκλησης παράβασης σύμβασης και της ρήτρας διαιτησίας. Το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσο η ζημιά από την κατ’ ισχυρισμό διάπραξη αυτού του αστικού αδικήματος έχει προκληθεί στην Κύπρο και εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα BLACKSTONE’S, para. 16.51, p. 391 αναφέρεται ότι “Jurisdiction may be founded either on the basis of damage being suffered in England or through the tortious act being committed in England. It is sufficient if damage has been or will be, sustained within the jurisdiction. ………In Booth v Phillips [2004] EWHC 1437 (Comm), [2004] 1 WLR 3292, the court considered the meaning of the word ‘damage’ in what is now PD 6B, para. 3.1(9) and stated that it should be given its natural and ordinary meaning. It referred to harm which had been sustained by the claimant, whether physical or economic, and it was sufficient if some damage (not necessarily all of the damage) was sustained within the jurisdiction. There was no requirement that the damage sustained within the jurisdiction should be that which completed the cause of action.” 

 

Kρίνω ότι στοιχειοθετείται δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, για σκοπούς της παρούσας αίτησης, και στη βάση του αστικού αδικήματος της πρόκλησης παράβασης σύμβασης από τον εναγόμενο. Ο Αιτητής, κατ’ ισχυρισμό ενέργησε δόλια προκαλώντας την διάλυση της QAM, με αποτέλεσμα οι ενάγουσες να στερηθούν του δικαιώματος τους να ανακτήσουν την κατ’ ισχυρισμό ζημιά τους και τα ποσά από την υπερτιμολόγηση, με την έννοια ότι η αξίωση τους αυτή θα μπορούσε να λάβει χώρα στην Κύπρο σε αρμόδιο διαιτητικό Δικαστήριο με εφαρμογή το Κυπριακό Δίκαιο. Κατ’ επέκταση έχουν υποστεί οικονομική ζημιά από τις ενέργειες και πράξεις του Αιτητή και ο τόπος ανάκτησης της ήταν η Κύπρος. Επίσης, η Καθ’  ης η Αίτηση 1 είναι Κυπριακή εταιρεία, με έδρα τη Λεμεσό.

 

 

ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ FORUM (FORUM CONVENIENS)

 

O Aιτητής στην παρούσα, αμφισβητεί την ορθότητα του διατάγματος με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση του εντύπου απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας και ζητεί τον παραμερισμό του. Επικαλείται έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, κάτι το οποίο κριθεί ανωτέρω. Παρόλα αυτά, στην Αίτηση δεν επιζητείται η ενεργοποίηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για αναστολή (stay) της παρούσας διαδικασίας λόγω του ότι η Κύπρος δεν είναι το πλέον κατάλληλο forum για να εκδικάσει τη διαφορά. Η συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευση της, όμως, αναφέρεται και στο ότι η Κύπρος δεν είναι τα κατάλληλο forum. Ισχυρίζεται ότι με βάση τα γεγονότα η Κύπρος δεν συνιστά κατάλληλο forum προς εκδίκαση της παρούσας αγωγής καθότι ελλείπει στο στοιχείο του στενότερου και εγγύτερου δεσμού, όπως καθορίζεται από την νομολογία. Ο Αιτητής διαμένει στην Ουκρανία και η εκδίκαση της παρούσας διαφοράς στην Κύπρο τον επηρεάζει δυσμενώς. Δημιουργεί ουσιαστική δυσχέρεια στην παρουσίαση μαρτυρίας στην Κύπρο εφόσον ο ίδιος διαμένει στην Ουκρανία και η διαδικασία εκκαθάρισης της QAM λαμβάνει χώρα στην Λιθουανία, γεγονός το οποίο διογκώνει ουσιαστικά και τα έξοδα που δημιουργούνται για την υπεράσπιση του στα πλαίσια της αγωγής.

 

Παρά το ότι, όπως έχει αναφερθεί, δεν επιζητείται η αναστολή της παρούσας αγωγής λόγω ακαταλληλότητας forum και όπως θα διαφανεί κατωτέρω, δεν προβάλλεται ρητώς και ξεκάθαρα κάποιο άλλο καταλληλότερο forum, θα προχωρήσω να εξετάσω και αυτή την πτυχή του ζητήματος.

 

Έχει αναφερθεί ανωτέρω, ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση, έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και παρουσιάσει καλύτερο επιχείρημα στο ότι η Κύπρος έχει δικαιοδοσία για να εκδικάσει την παρούσα διαφορά, στα πλαίσια του σταδίου αυτού. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι είναι και το καταλληλότερο forum ένεκα της ύπαρξης στην επίδικη συμφωνία ρήτρας διαιτησίας στην Κύπρο και εφαρμογή του Κυπριακού δικαίου, παράγοντας ιδιαίτερα σημαντικός.

 

Για να ανασταλεί μια αγωγή λόγω του forum non conveniens, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει κάποιο άλλο forum το οποίο ξεκάθαρα είναι καταλληλότερο και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου (βλ. Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd [1987] AC 460 και The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV και Άλλος (1990) 1 Α.Α.Δ. 219).  Στο πιο πάνω σύγγραμμα BLACKSTONE’S, para. 16.72, p. 404 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι “The burden of proof rests on the defendant to show there is some other clearly more appropriate forum. If there is no other more suitable forum, the stay should usually be refused.”

 

Κατά την εξέταση κατά πόσο υπάρχει άλλο καταλληλότερο forum για εκδίκαση της διαφοράς, το Δικαστήριο θα αναζητήσει την χώρα με την οποία η αγωγή έχει την πιο ουσιαστική σύνδεση (the most real and substantial connection) (βλ. The Αbidin Daver [1984] AC 398). Ο τόπος όπου διαμένουν και δραστηριοποιούνται τα μέρη, λαμβάνεται, επίσης, υπόψη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του τη διαθεσιμότητα της μαρτυρίας, πραγματικής και επιστημονικής, το δίκαιο που διέπει τη διαφορά και κατά πόσο τα μέρη έχουν προβεί σε επιλογή δικαιοδοσίας (jurisdiction clause) και/ή δικαίου (choice of Law). Σημειώνεται, ότι η επιλογή δικαιοδοσίας ή δικαίου αποτελούν παράγοντες με αυξημένη βαρύτητα που συνηγορούν στην άρνηση της αναστολής της διαδικασίας.

 

Εφόσον καταδειχθεί η ύπαρξη άλλου καταλληλότερου forum, δεν σημαίνει ότι αυτόματα το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην παραχώρηση της αναστολής της διαδικασίας. Θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως για παράδειγμα κατά πόσο σε εκείνο το forum θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη (Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση παραπέμπω στην Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd (ανωτέρω), Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1 Β Α.Α.Δ. 1316 και Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd (1999) 1 A.A.Δ. 1168).

 

Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει κριθεί ανωτέρω, οι Καθ’  ων η Αίτηση έχουν καταδείξει, στα πλαίσια του σταδίου αυτού, ότι υπάρχει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου για να εκδικάσει την παρούσα διαφορά. Ο Αιτητής θα πρέπει, στο στάδιο αυτό, να προβάλει καλύτερο επιχείρημα καταδεικνύοντας ότι υπάρχει άλλο forum, εκτός από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καταλληλότερο και να πείσει ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί ή ακόμη και να παραμεριστεί το έντυπο απαίτησης και το διάταγμα με το οποίο επιτρεπόταν η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.

 

Έχω λάβει υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και τις εισηγήσεις του συνηγόρου του Αιτητή. Εκείνο το οποίο προκύπτει, είναι ότι ο Αιτητής επιχειρηματολογεί υπέρ της έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος του Δικαστηρίου, χωρίς όμως να υποδεικνύει κάποιο άλλο καταλληλότερο forum για να εκδικάσει τη διαφορά κατά σαφή και ουσιαστικό τρόπο. Έχω αναφερθεί στις αναφορές του ανωτέρω, από τις οποίες, όμως, δεν προκρίνει κάποιο συγκεκριμένο άλλο forum, το οποίο είναι καταλληλότερο έτσι ώστε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις για να αποφασίσει το ζήτημα. Ισχυρίζεται ότι είναι κάτοικος Ουκρανίας ενώ ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι η μαρτυρία που αφορά την διαδικασία εκκαθάρισης της QAM βρίσκεται στην Λιθουανία. Στη βάση αυτή και μόνο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει ότι δεν είναι το καταλληλότερο forum για να εκδικάσει τη διαφορά και το αίτημα του δεν μπορεί να έχει επιτυχία.

 

Ανεξάρτητα των πιο πάνω και/ή διαζευκτικά, έχω εξετάσει όλες τις αναφορές του. Τονίζεται ότι η Δεύτερη Συμφωνία περιείχε ρήτρα διαιτησίας η οποία θα διεξαγόταν στην Κύπρο. Η αναφορά περί ενεργοποίησης της ρήτρας αυτής, είναι κατά την κρίση μου άσχετη αφού η ουσία της αγωγής είναι ότι ο Αιτητής εμπόδισε τις Καθ’  ων η Αίτηση από τον να την ενεργοποιήσουν. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος δεν ήταν μέρος των επίδικων συμφωνιών και η απαίτηση σχετίζεται με σύμβαση και το αστικό αδίκημα της πρόκλησης παράβασης σύμβασης. Σημαντικό, επίσης, είναι ότι ο όρος 14 της Δεύτερης Συμφωνίας, περιείχε επιλογή δικαίου και αυτό θα ήταν το Κυπριακό. Παράγοντας με ιδιαίτερη βαρύτητα. Περαιτέρω, η ενάγουσα 1 είναι Κυπριακή εταιρεία. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Αιτητής είναι κάτοικος Ουκρανίας, αλλά αυτό από μόνο του δεν μπορεί να έχει καταλυτική συνέπεια υπέρ της αναστολής της διαδικασίας. Προκύπτει να δραστηριοποιείτο μέσω Λιθουανικής Εταιρείας και να παρείχε υπηρεσίες τόσο στη Σαουδική Αραβία, όσο και σε Κυπριακή εταιρεία. Η θέση ότι η μαρτυρία που αφορά την εκκαθάριση βρίσκεται στην Λιθουανία, δεν αναφύεται να αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα αφού η απαίτηση δεν αφορά σε αυτή καθαυτή την εκκαθάριση αλλά στην ενέργεια ή ενέργειες του Αιτητή, να προχωρήσει στην εσπευσμένη διάλυση της και στο δόλιο τρόπο με τον οποίο έδρασε. Ακόμα, όμως, και να θεωρηθεί η πλέον σχετική, η θέση αυτή για την ύπαρξη της μαρτυρίας στη Λιθουανία δεν συνάδει με τη θέση του ότι αυτός είναι κάτοικος Ουκρανίας. Δηλαδή, αν προκρίνεται η Λιθουανία ως καταλληλότερο forum, τότε πάλι πρόκειται για άλλο forum εκτός του χώρου διαμονής του Αιτητή. Δεν έχει προσκομιστεί και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους του στο στάδιο αυτό που να εξηγεί τους λόγους εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρείας στο χρόνο που αυτή έλαβε χώρα και με τον τρόπο που οι Καθ’  ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ενέργησε. Αν η θέση του Αιτητή, είναι ότι η Λιθουανία είναι το καταλληλότερο forum – που δεν προκύπτει κάτι τέτοιο – αυτή είναι αντιφατική και με τη θέση του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία στην απαίτηση που αφορά την Καθ’  ης η Αίτηση 2. Η εισήγηση του αυτή παραπέμπει στους όρους της Πρώτης Συμφωνίας, στην οποία περιέχεται ρήτρα για επίλυση των διαφορών των μερών στο Mπαχρέιν. Κατά συνέπεια παραπέμπει στο ότι κατάλληλο forum είναι το Μπαχρέιν, κάτι το οποίο, όμως, δεν προβάλλει και δεν επικαλείται ως το καταλληλότερο forum. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, όμως, το forum αυτό είναι εκτός του χώρου διαμονής του Αιτητή.

 

Η ουσία, με βάση τα γεγονότα, όπως αποκαλύπτονται στο στάδιο αυτό, είναι ότι με βάση τις συμφωνίες, με τις οποίες σχετίζεται η απαίτηση και/ή τη Δεύτερη Συμφωνία, η οποιαδήποτε διαφορά θα επιλυόταν στην Κύπρο – μέσω διαιτησίας, η οποία εμποδίστηκε κατά τους ισχυρισμούς, από τον Αιτητή, ένεκα της διάλυσης της QAM – με εφαρμοστέο το Κυπριακό δίκαιο και οι ενέργειες και πράξεις του επέφεραν ζημιά στις Καθ’  ων η Αίτηση στην Κύπρο. Σημειώνεται, επίσης, ότι η Καθ’  ης η Αίτηση 1 είναι και Κυπριακή εταιρεία. Από την άλλη ο Αιτητής διαμένει στην Ουκρανία. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να διασυνδέει τις επίδικες διαφορές με την Ουκρανία. Όσον αφορά τη Λιθουανία, είναι η χώρα στην οποία ήταν εγγεγραμμένη η QAM και στην οποία ενεργοποιήθηκαν οι διαδικασίες εκκαθάρισης της. Αν και είναι σχετική η μαρτυρία που θα πρέπει να προσαχθεί σε σχέση με τη διαδικασία αυτή, δεν είναι η μόνη μαρτυρία που θα απαιτηθεί στην παρούσα υπόθεση. Υπενθυμίζω ότι η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση που σχετίζεται με σύμβαση και υπερτιμολόγηση και αποδίδεται στον Αιτητή η διάπραξη αστικών αδικημάτων και δόλιες ενέργειες, μέσω της QAM και που εν τέλει την οδήγησε στη διάλυση.  

 

Κρίνω ότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει, πάντοτε για σκοπούς του σταδίου αυτού, ότι υπάρχει κάποιο άλλο forum καταλληλότερο από το παρών Δικαστήριο για να εκδικάσει τη διαφορά και δεν τίθεται ζήτημα το βάρος απόδειξης να μεταφερθεί στους Kαθ’ ων η αίτηση για να αποδείξουν άλλες περιστάσεις ή ότι δεν θα ήταν ουσιαστικά ή δικονομικά δίκαιο να εκδικαστεί η διαφορά σε εκείνο το άλλο forum. Πέραν τούτου, θα πρέπει να αναφερθεί  ότι ακόμα και στην περίπτωση που δε διαφαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το forum, όπου, δηλαδή, δεν υπάρχει τόπος που να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής  (βλ. European Asian Bank A.G. v. Punjab and Sind Bank [1982] 2 Lloyds Rep. 356)

 

Η κατάληξη στη βάση των πιο πάνω, είναι ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση έχουν καταδείξει καλή αιτία αγωγής και καλή και συζητήσιμη υπόθεση ότι το παρών Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα απαίτηση, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Επίσης, δεν έχει καταδειχθεί, με τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει κάποιο άλλο forum καταλληλότερο για να εκδικάσει την παρούσα απαίτηση. Επισημαίνεται βεβαίως πως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, κάτι το οποίο θα γίνει κατά την ακρόαση της ουσίας της επίδικης διαφοράς και το θέμα της δικαιοδοσίας δύναται να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

 

 

ΟΡΘΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ

 

Απομένει η εξέταση του κατά πόσο ορθώς διατάχθηκε η υποκατάστατη επίδοση στον εναγόμενο. Οι Καθ’  ων η Αίτηση με την Αίτηση τους για υποκατάστατη επίδοση, ανάφεραν ότι γνωρίζουν ότι ο Αιτητής διαμένει στην Ουκρανία αλλά δεν γνωρίζουν την διεύθυνση του. Τόσο πριν όσο και μετά την καταχώριση του εντύπου απαίτησης έγιναν προσπάθειες ανεύρεσης της διεύθυνσης του, οι οποίες κατέστησαν άκαρπες. Οι Καθ’  ων η Αίτηση δεν κατόρθωσαν να εντοπίσουν τη διεύθυνση κατοικίας του Αιτητή, ο οποίος γνωρίζουν ότι κατά πάσα πιθανότητα διαμένει στην Ουκρανία, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το γεγονός του διορισμού Ουκρανών δικηγόρων για την εκπροσώπηση του. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκαν ότι ακόμη και να γνώριζαν τη διεύθυνση του Αιτητή στην Ουκρανία, η επίδοση μέσω της διπλωματικής οδού, είναι χρονοβόρα και ως αποτέλεσμα της έκρυθμης κατάστασης στην Ουκρανία, οι υπηρεσίες ταχυμεταφορών ενδέχεται να έχουν και απρόβλεπτες καθυστερήσεις στις υπηρεσίες τους.

 

Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση απέτυχαν να τεκμηριώσουν την ανάγκη έκδοσης διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης καθότι παρά τα μέσα που είχαν για να εντοπίσουν τη διεύθυνση του Αιτητή, επέλεξαν να προχωρήσουν με υποκατάστατη επίδοση. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση παρά το γεγονός ότι είχαν τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις τόσο του Αιτητή όσο και των δικηγόρων του, εντούτοις δεν επικοινώνησαν μέσω αυτών για τη λήψη της διεύθυνσης διαμονής του. Ουδέν ηλεκτρονικό μήνυμα ή άλλο στοιχείο παρουσιάζεται ως τεκμήριο στην Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας από το οποίο να διαφαίνεται ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση προσπάθησαν ανεπιτυχώς να εντοπίσουν τη διεύθυνση διαμονής του Αιτητή στην Ουκρανία. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα είναι ότι παρά τα μέσα που οι Καθ’  ων η Αίτηση είχαν για να εντοπίσουν τη διεύθυνση του Αιτητή στην Ουκρανία, επέλεξαν να αξιώσουν την υποκατάστατη επίδοση αυτών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κατά παράβαση των άρθρων του Περί της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (Κυρωτικού Νόμου) του 2005.

 

Η υποκατάστατη επίδοση του εντύπου απαίτησης ή εγγράφων εκτός του εντύπου απαίτησης και η αίτηση που υποβάλλεται για το σκοπό αυτό, προνοείται στο Μέρος 6.13 και 6.14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Σύμφωνα με το Μέρος 6.13(1):

 

“Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο με τον οποίο προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος Μέρους, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιονδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σε αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης και επίδοσης ή παράδοσης μέσω τηλεμοιότυπου (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στη διεύθυνση επίδοσης και δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή, ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία, τρόπο.

………………………………………………………………………………………..”

 

Παρόμοια πρόνοια υπήρχε και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1765 λέχθηκαν στα εξής:

 

«Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Western etc. Building Society και Karim, πιο πάνω).

……………………………………………………………………………………………

Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2.

 

Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg (1915) 1 K.B. 857). ΄Οπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου.»

 

Ο Περί της Συµφωνίας µεταξύ της Κυπριακής Δηµοκρατίας και της Ουκρανίας για Νοµική Συνεργασία σε Αστικά Θέµατα (Κυρωτικός) Νόµος του 2005, N. 8(iii)/2005, προνοεί για την δικαστική συνεργασία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας σε αστικά θέματα και ορίζονται Κεντρικές Αρχές από τα Συμβαλλόμενα Μέρη για την παροχή δικαστικής συνδρομής (Άρθρο 2). Ο σκοπός της Συμφωνίας, με βάση το προοϊμιο του Νόμου είναι η «προώθηση των µεταξύ τους φιλικών σχέσεων και την παροχή αµοιβαίας συνδροµής σε αστικά θέµατα µε βάση τις αρχές της εθνικής κυριαρχίας, της ισότητας δικαιωµάτων και της µη ανάµειξης στα εσωτερικά θέµατα». Το Άρθρο 8 του πιο πάνω Νόμου, προνοεί για τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται για την επίδοση δικαστικών εγγράφων. Η αίτηση για επίδοση δικαστικών εγγράφων θα πρέπει να αναγράφει την πλήρη διεύθυνση του προσώπου στο οποίο θα γίνει η επίδοση. Αν το πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση δεν εντοπίζεται στην αναγραφόμενη διεύθυνση, η αιτούµενη αρχή πρέπει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για εξακρίβωση της ορθής διεύθυνσης. Αν είναι αδύνατη η εξακρίβωση, το αιτούµενο Συμβαλλόμενο Μέρος θα πληροφορήσει το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος και θα του επιστρέψει τα έγγραφα.

 

Αναφύεται από το πιο πάνω, ότι για να εφαρμοστεί ο τρόπος επίδοσης δικαστικών εγγράφων, μέσω του πιο πάνω Νόμου, θα πρέπει να είναι γνωστή η διεύθυνση του προσώπου στο οποίο θα πρέπει να γίνει η επίδοση.

Σύμφωνα με το Μέρος 6.13(1), ως ανωτέρω έχει παρατεθεί, προϋπόθεση για να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση είναι να φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ και ΙΙΙ. Προκύπτει δηλαδή, ότι εκείνο το οποίο απαιτείται είναι να καταδειχθεί οποιαδήποτε αιτία για το μη εφικτό της επίδοσης με τους προβλεπόμενους τρόπους σε συνάρτηση με το χρόνο που πρέπει να γίνει η επίδοση. Στην Αγγλία περιλαμβάνεται ως προϋπόθεση έκδοσης διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ο όρος «good reason» (βλ. CPR r. 6.15(1) και 6.27) σε αντιδιαστολή με τον δικό μας Κανονισμό που αναφέρεται μόνο σε οποιαδήποτε αιτία. Σε κάθε περίπτωση, η Αγγλική νομολογία έχει ερμηνεύσει τον όρο “good reason” και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Έχει κριθεί ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση το γεγονός ότι είναι αδύνατη (impractical) η επίδοση σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Είναι αρκετό να καταδειχθεί “καλός λόγος”. To Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει “καλός λόγος” θα λάβει υπόψη του και τον πρωταρχικό σκοπό (overriding objection) και κατά πόσο με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος επιτυγχάνεται η δίκαιη αντιμετώπιση της υπόθεσης και εξοικονομείται χρόνος και χρήμα. Εφόσον ικανοποιηθεί για την ύπαρξη καλού λόγου, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά των διαδίκων (βλ. Αlbon v. Naza Motor Trading Sdn Bhd (No.2) [2007] EWHC 327 (Ch), [2007] 1 All ER (Comm) 813).

 

Το Μέρος 6.13(1) και η εξουσία του Δικαστηρίου εφαρμόζεται και ασκείται και στις περιπτώσεις όπου η επίδοση θα γίνει εκτός δικαιοδοσίας. Παρόλα αυτά, στην περίπτωση που, μεταξύ άλλων, υπάρχει διακρατική συμφωνία για τον τρόπο επίδοσης, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται η υποκατάστατη επίδοση για να ανατρέπει τις πρόνοιες μιας τέτοιας Συμφωνίας (βλ. Cecil v. Bayat [2011] EWCA Civ. 135, [2011] 1 WLR 3086). Η έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση, σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις. Το γεγονός ότι μια δικαστική διαδικασία θα γνωστοποιηθεί πιο γρήγορα στον εναγόμενο με υποκατάστατη επίδοση αντί μέσω της διακρατικής Συμφωνίας, αν και παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, γενικά δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Παράκαμψη των προνοιών της διακρατικής Συμφωνίας και έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση, μπορεί να δικαιολογηθεί από γεγονότα τα οποία αφορούν συγκεκριμένα τον εναγόμενο, όπως όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι θα αποφύγει την προσωπική επίδοση, αν ο τρόπος αυτός αποτελεί τον μοναδικό τρόπο επίδοσης που προβλέπεται από το αλλοδαπό δίκαιο ή από γεγονότα που σχετίζονται με τη διαδικασία, όπως για παράδειγμα η γνωστοποίηση ενός προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Η απλή επιθυμία για γρήγορη επίδοση δεν μπορεί να αποτελεί καλό λόγο. Παραθέτω, το κάτωθι σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση στην Cecil v. Bayat (ανωτέρω):

 

65. In modern times, outside the context of the European Union, the most important source of the consent of states to service of foreign process within their territory is to be found in the Hague Convention (in relation to the state parties to it) and in bilateral conventions on this matter. Because service out of the jurisdiction without the consent of the state in which service is to be effected is an interference with the sovereignty of that state, service on a party to the Hague Convention by an alternative method under CPR r 6.15 should be regarded as exceptional, to be permitted in special circumstances only.

66. It follows, in my judgment, that while the fact that proceedings served by an alternative method will come to the attention of a defendant more speedily than proceedings served under the Hague Convention is a relevant consideration when deciding whether to make an order under CPR r 6.15, it is in general not a sufficient reason for an order for service by an alternative method.

 

67. Quite apart from authority, I would consider that in general the desire of a claimant to avoid the delay inherent in service by the methods permitted by CPR r 6.40, or that delay, cannot of itself justify an order for service by alternative means. Nor can reliance on the overriding objective. If they could, particularly in commercial cases, service in accordance with CPR r 6.40 would be optional; indeed, service by alternative means would become normal. In fact this view is supported by authority: see the judgment of the court in Knauf UK GmbH v British Gypsum Ltd [2002] 1 WLR 907, para 47:

 

“It was argued by [the second defendant] before the judge that the Hague Convention and the Bilateral Convention were a ‘mandatory and exhaustive code of the proper means of service on German domiciled defendants’, which therefore excluded alternative service in England. The judge did not accept that submission, pointing out that those Conventions were simply not concerned with service within the English jurisdiction. [The second defendant] did not repeat that submission on its appeal. Nevertheless, it follows in our judgment that to use CPR r 6.8 as a means for turning the flank of those Conventions, when it is common ground that they do not permit service by a direct and speedy method such as post, is to subvert the Conventions which govern the service rule as between claimants in England and defendants in Germany. It may be necessary to make exceptional orders for service by an alternative method where there is ‘good reason’: but a consideration of what is common ground as to the primary method for service of English process in Germany suggests that a mere desire for speed is unlikely to amount to good reason, for else, since claimants nearly always desire speed, the alternative method would become the primary way.”

 

68. Service by alternative means may be justified by facts specific to the defendant, as where there are grounds for believing that he has or will seek to avoid personal service where that is the only method permitted by the foreign law, or by facts relating to the proceedings, as where an injunction has been obtained without notice, or where an urgent application on notice for injunctive relief is required to be made after the issue of proceedings. In the present case, the only reason for urgency in serving the defendants arose from the claimants’ delay in seeking and in seeking and obtaining their permission to serve out of the jurisdiction: a delay resulting in part from their decision not to proceed with their claim until they had obtained funding for the entire proceedings. Furthermore, their application for permission to serve out was not particularly complicated.

 

69. This does not mean that a claimant cannot bring proceedings to the attention of a defendant by e-mail, fax or other more speedy means than service pursuant to CPR r 6.40. The claimants could have done so in the present case. But, as I have indicated, service is more than this. In my view, the judge confused this possibility with service itself.

 

70. It follows that in my judgment there was no good reason for an order granting permission to serve the defendants by alternative methods.»

 

Ο Αιτητής, εκείνο το οποίο ισχυρίζεται, στην προσπάθεια του να ανατρέψει το βάθρο επί του οποίου βασίστηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το υπό κρίση διάταγμα, είναι ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση, μπορούσαν να λάβουν μέτρα για να εντοπίσουν τη διεύθυνση του Αιτητή στην Ουκρανία και να ακολουθηθεί η διπλωματική οδός για επίδοση των δικαστικών εγγράφων. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο κατά την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος είχε ικανοποιηθεί ότι δικαιολογείτο και ότι παρά τις προσπάθειες των Καθ’  ων η Αίτηση για να εντοπίσουν τη διεύθυνση του Αιτητή και να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες της Σύμβασης, τούτο δεν κατέστη εφικτό.

 

Είναι κοινό έδαφος ότι ο Αιτητής στην παρούσα υπόθεση διαμένει στην Ουκρανία και εφόσον υπάρχει διακρατική Συμφωνία, αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται, αναφορικά με τον τρόπο επίδοσης, ο οποίος, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω θα πρέπει να γίνεται δια της διπλωματικής οδού. Το ερώτημα το οποίο ανακύπτει, είναι κατά πόσο ήταν εφικτή η επίδοση μέσω της διπλωματικής οδού και κατά πόσο οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης ή το εν λόγω διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί.

 

Οι Καθ’  ων η Αίτηση υποστήριξαν κατά την αίτηση τους για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση ότι τόσο πριν όσο μετά την έγερση της απαίτησης έγιναν προσπάθειες για ανεύρεση της διεύθυνσης του εναγόμενου, οι οποίες κατέστησαν άκαρπες. Είναι αυτή η γενική αναφορά των Καθ’  ων η Αίτηση, που κατά τον Αιτητή δεν δικαιολογούσε την παράκαμψη των προνοιών της διακρατικής Συμφωνίας.

 

Έχω λάβει υπόψη μου τη μαρτυρία και τους ισχυρισμούς του Αιτητή, με τους οποίους επιχειρούν να καταδείξουν ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση είχαν τρόπο και μέσα για να μάθουν την διεύθυνση του Αιτητή και δεν το έπραξαν με σκοπό, κατ’ ουσία, να παρακάμψουν τις πρόνοιες της διακρατικής Συμφωνίας. Οι θέσεις που προβάλλονται είναι ότι γνώριζαν τη ηλεκτρονική διεύθυνση του Αιτητή αλλά και αυτή των δικηγόρων του και ουδέποτε αποτάθηκαν σε αυτούς για να μάθουν την ταχυδρομική του διεύθυνση. Αν το έπρατταν, ισχυρίζεται, θα λάμβαναν γνώση αυτής. Κατ’ αρχάς το γεγονός και μόνο ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση γνώριζαν την ηλεκτρονική διεύθυνση του Αιτητή, δεν σημαίνει αυτόματα ότι αν αποτείνονταν σε αυτόν, θα μάθαιναν την διεύθυνση κατοικίας του. Δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία που να συνηγορεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι υπάρχουν ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν προκύπτει να αμφισβητούνται, ότι παρά την αποστολή των ειδοποιήσεων αμφισβήτησης των τιμολογίων που τους απόστελλε η QAM, κύριος μέτοχος της οποίας ή έστω όπως ο ίδιος ο Αιτητής αναφέρει ως Chief Executive Officer, ουδέποτε ανταποκρίθηκε σε αυτές. Ανταποκρίθηκε μόνο όταν έλαβε την ειδοποίηση για διαιτησία, αποστέλλοντας σχετικό e-mail στο Διαιτητικό Δικαστήριο για να πει ότι η QAM δεν υφίσταται και δεν μπορεί να την εκπροσωπεί. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και τις ενέργειες που του καταλογίζονται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αν οι Καθ’  ων η Αίτηση του απόστελλαν σχετικό e-mail στη ηλεκτρονική του διεύθυνση ζητώντας από αυτόν να τους πει τη διεύθυνση κατοικίας του για να του επιδώσουν την αγωγή που θα καταχωρούσαν ή καταχώρησαν εναντίον του στην Κύπρο, αυτός θα ανταποκρινόταν.

 

Όσον αφορά τη θέση ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση θα μπορούσαν να αποταθούν με ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους του Αιτητή στην Ουκρανία και να ζητήσουν από αυτούς να τους γνωστοποιήσουν τη διεύθυνση του Αιτητή, ούτε αυτή έχει καταδειχθεί να αποτελεί άλλο τρόπο με τον οποίο οι Καθ’  ων η Αίτηση θα μπορούσαν να μάθουν τη διεύθυνση του Αιτητή. Κατ’ αρχάς, ακόμη και να αποτείνονταν οι Καθ’  ων η Αίτηση στους εν λόγω δικηγόρους, οι τελευταίοι θα έπρεπε να λάβουν οδηγίες από τον Αιτητή για να πράξουν κάτι τέτοιο. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία, ότι οι εν λόγω δικηγόροι γνώριζαν ή γνωρίζουν και θα μπορούσαν να δώσουν τη διεύθυνση του Αιτητή στους Καθ’  ων η Αίτηση για να στραφούν εναντίον του δικαστικά, στην Κύπρο. Κατά δεύτερο, πουθενά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του Αιτητή, υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ή μαρτυρία για την ακριβή διεύθυνση του Αιτητή και κατά πόσο οι δικηγόροι του στην Ουκρανία την γνωρίζουν. Υπάρχει αναφορά στην παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσης, στην οποία αναφέρεται ότι από ενημέρωση από τη δικηγορική εταιρεία Axon Partners, οι οποίοι είναι οι δικηγόροι του Αιτητή, ότι ο τελευταίος διαμένει στην περιοχή Κιέβου και συγκεκριμένα στην περιφέρεια Brovary. Πουθενά δεν αναφέρεται ποια είναι η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας του Αιτητή. Ούτε ο ίδιος ο Αιτητής αναφέρει συγκεκριμένα ποια είναι η διεύθυνση του και ότι ήταν έτοιμος να την γνωστοποιήσει στους Καθ’  ων η Αίτηση. Πέραν τούτου, δεν έχει παρατεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση γνώριζαν την διεύθυνση του Αιτητή ή ότι μπορούσαν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να την εντοπίσουν και δεν τον έπραξαν.

 

Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η παράλειψη των Καθ’  ων η Αίτηση να προβούν στις πιο πάνω ενέργειες, ανατρέπει την όλη βάση επί της οποίας βασίστηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το υπό κρίση διάταγμα. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ή ικανοποιητική μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση γνώριζαν ή θα μπορούσαν να γνωρίζουν ή να μάθουν τη διεύθυνση διαμονής του Αιτητή και δεν το έπραξαν. Ακόμα και μέχρι σήμερα και στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, δεν αποκαλύπτεται η διεύθυνση διαμονής του Αιτητή, πέραν από γενικές αναφορές σε σχέση με την περιοχή που διαμένει, για να βοηθηθεί το επιχείρημα του ότι θα μπορούσε να του γίνει επίδοση μέσω της διακρατικής Συμφωνίας αφού εκεί δεν διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις.

 

Στην βάση των πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Καθ’  ων η Αίτηση επιχείρησαν να παρακάμψουν τη διακρατική Συμφωνία παρουσιάζοντας ψευδή γεγονότα με σκοπό να εξασφαλίσουν διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση. Δεδομένης, λοιπόν, της απουσίας συγκεκριμένης διεύθυνσης του Αιτητή, είναι άγνωστο πού αυτός διαμένει και/ή έστω στην Ουκρανία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ενεργοποιηθεί η διαδικασία της διακρατικής Συμφωνίας. Κατ’ ακολουθία, αποκαλύπτεται αιτία για το λόγο που δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες της εν λόγω Συμφωνίας, με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορούσε και προχώρησε με την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση. Η παραπομπή στην γνωμάτευση Ουκρανής δικηγόρου (τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση) ότι σε περίπτωση που οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν τη διεύθυνση του εναγόμενου, προβαίνουν σε σχετική αναφορά τους στην αγωγή και τα Ουκρανικά Δικαστήρια έχουν την εξουσία να λάβουν αυτεπάγγελτα μέτρα για τον προσδιορισμό της τοπικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων εντός της Ουκρανίας, είναι, κατά την κρίση μου άσχετη με το ζήτημα που εξετάζεται στην παρούσα. Η εν λόγω αναφορά, αφορά προφανώς τις διαδικασίες στην Ουκρανία και δεν έχει καμία σχέση με την εφαρμογή της διακρατικής Συμφωνίας, η οποία απαιτεί την ύπαρξη διεύθυνσης του εναγόμενου για να επιδοθεί μέσω της διπλωματικής οδού.

 

Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου, παρέλκει η εξέταση της θέσης ότι η διαδικασία μέσω της διπλωματικής οδού είναι χρονοβόρα, πολλές φορές αναποτελεσματική και ενδέχεται να υπάρχουν και απρόβλεπτες καθυστερήσεις λόγω της έκρυθμης κατάστασης. Σημειώνεται ότι αυτή ήταν μια θέση που οι Καθ’  ων η Αίτηση προέβαλαν κατά το στάδιο έκδοσης του υπό κρίση διατάγματος και όχι ότι δεν εφαρμόζεται η επίδικη διακρατική Συμφωνία. Και τούτο, σε περίπτωση που αυτοί γνώριζαν την διεύθυνση του Αιτητή.

 

Στην βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε η επίδοση είναι σύννομος. Αυτή έλαβε χώρα δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, το οποίο είχε εξουσία να εκδώσει και εκδόθηκε στην βάση των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και αφού ικανοποιήθηκε ότι ο Αιτητής, με τον τρόπο αυτό θα λάμβανε και όντως έλαβε γνώση της παρούσας διαδικασίας και μπορεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του. Περαιτέρω, δεν εγείρεται οποιοδήποτε άλλο ζήτημα σε σχέση με τον τρόπο που επιτεύχθηκε η υπό κρίση επίδοση. Δεν διαβλέπω, οποιοδήποτε λόγο, υπό τις περιστάσεις, για τον οποίο θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Ο Αιτητής έλαβε γνώση όλων των εγγράφων της διαδικασίας και δεν έχει καταδειχθεί ότι έχει επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς.

 

Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατάληξη είναι ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών - Καθ’  ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €6,000 πλέον Φ.Π.Α.

 

Συμφώνως του Μέρους 12(7) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το σημείωμα εμφάνισης παύει να ισχύει και ο εναγόμενος δύναται να καταχωρήσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών από σήμερα και σε τέτοια περίπτωση, να προχωρήσει με την καταχώρηση και επίδοση της υπεράσπισης του στην απαίτηση, εντός του χρονοδιαγράμματος που προνοείται στους Κανονισμούς.

                                   

 

 

                                                                 

                                                                                     (Υπ.) ………………………….……….

                                                                                     Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο,

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο