ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 513/2019
Μεταξύ:
Bank of Cyprus Public Company Ltd
Ενάγουσα
και
F & P Polis Sandy Coast Ltd Εναγόμενη
Αίτηση Παρακοής εναντίον της εναγόμενης ημερομηνίας 19.10.23
Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την ενάγουσα – αιτήτρια: κα Κ. Ανδρέου για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ LLC
Για την εναγόμενη – καθ’ ης η αίτηση: κος Χ. Σιμιλλίδης για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ και για Π. Νεοφύτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Διευθυντής Καθ’ ης η αίτηση: παρών
ΠΟΙΝΗ
Η καθ’ ης η αίτηση εταιρεία κρίθηκε ένοχη ηθελημένης παρακοής Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.6.22 το οποίο προέβλεπε τα ακόλουθα:
«Α. ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εναγόμενη-καθ'ης η αίτηση μέσω των αξιωματούχων και/ή αντιπροσώπων και/ή εντολοδόχων και/ή εμπιστευματοδόχων και/ή εκδοχέων της ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ να καταθέτει σε νέο δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος θα ανοιχθεί από την ενάγουσα-αιτήτρια σε ένα από τα καταστήματα της στην Κύπρο τα μισθώματα ή ενοίκια τα οποία η εναγόμενη-καθ’ ης η αίτηση εισπράττει ύψους €23.000= το χρόνο από την εκμίσθωση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0111306, Φ/Σχ. 26/49, τεμάχιο 90, το οποίο βρίσκεται στο χωριό Νέο Χωριό της επαρχίας Πάφου, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσης αγωγής.
Β. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η ενάγουσα-αιτήτρια να ανοίξει τον λογαριασμό εντός 20 ημερών από σήμερα και να ενημερώσει γραπτώς και πάραυτα την εναγόμενη-καθ’ης η αίτηση για το άνοιγμα του λογαριασμού και να δώσει γραπτώς στην εναγόμενη-καθ'ης η αίτηση οποιασδήποτε άλλα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για την κατάθεση από την εναγόμενη-καθ'ης η αίτηση των μισθωμάτων.»
Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η τιμωρία της καθ’ ης η αίτηση λόγω ανυπακοής της προς το ως άνω διάταγμα και ο εξαναγκασμός της σε συμμόρφωση.
Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14(Ι)/60 άρθρο 42 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θ. 1 – 5, 7, 9, 13, στη Δ.42Α θ. 1 – 13 και Δ.48 θ. 1 – 4, 8 και 9.
Σύμφωνα με τα γεγονότα εις τα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, η καθ’ ης η αίτηση αδιαφόρησε και αγνόησε την υποχρέωση της να συμμορφωθεί με το ως άνω διάταγμα, αλλά και την υποχρέωση της να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για να συμμορφωθεί με αυτό. Αντιθέτως, υποβαθμίζοντας την υποχρέωση της για συμμόρφωση, επέλεξε συνειδητά και με πρόθεση, να μην συμμορφωθεί με αυτό, προφασιζόμενη τον τερματισμό της ενοικίασης του υποστατικού για την ενοικίαση του οποίου λάμβανε ενοίκια τα οποία όφειλε να καταθέτει στην αιτήτρια, προφασιζόμενη ότι η ενοικίαση τερματίστηκε λόγω του ότι θα ήταν ασύμφορη η συνέχιση της λόγω μείωσης των κερδών, η οποία θα προκαλείτο με την συμμόρφωση προς το διάταγμα. Το Δικαστήριο κατέληξε επίσης ότι ακόμα και να είχε τερματιστεί η συμφωνία ενοικίασης, γεγονός για το οποίο η καθ’ ης η αίτηση δεν έπεισε το Δικαστήριο, αυτό έγινε με μοναδικό σκοπό να μην καταβάλλεται το ποσό των €23.000 ετησίως στην ενάγουσα, εφόσον αυτό δεν ήταν προς το κερδοφόρο συμφέρον της καθ’ ης η αίτηση.
Κατά τον μετριασμό της ποινής, από πλευράς καθ’ ης η αίτηση κατατέθηκε γραπτή αγόρευση στην οποία αναφέρεται ότι αυτή αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες από 10.6.22, οι οποίες συνεχίζουν μέχρι και σήμερα. Η καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει επίσης ότι δεν δραστηριοποιείται οικονομικά. Εισηγείται επίσης ότι δεν θα πρέπει να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή στον διευθυντή της καθ’ ης η αίτηση εφόσον το διάταγμα και η αίτηση δεν επιδόθηκαν σ’ αυτόν προσωπικά, αλλά μόνο στην εταιρεία, ούτε και έχει συνδεθεί ενεργά ο διευθυντής με την παρακοή η οποία αποδόθηκε στην καθ’ ης η αίτηση. Τέλος, η καθ’ ης η αίτηση αντιλαμβανόμενη πλήρως τις συνέπειες των παραλείψεων της να συμμορφωθεί με το εκδιδόμενο διάταγμα, απολογείται και ζητεί κάθε δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί σε σχέση με την θέση της καθ’ ης η αίτηση με την οποία υποστηρίζει ότι δεν θα πρέπει να επιβληθεί τιμωρία στον διευθυντή της. Η εισήγηση αυτή κρίνεται ορθή, εφόσον σύμφωνα με τη νομολογία, για να τιμωρηθεί ο διευθυντής της εταιρείας για παρακοή θα πρέπει το διάταγμα να στρέφεται και εναντίον του ονομαστικά καθώς επίσης, η αίτηση και μαρτυρική κλήση θα πρέπει να επιδοθούν σ’ αυτόν υπό την προσωπική του ιδιότητα και όχι μόνο υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής. Πέραν τούτων, η αίτηση στην προκειμένη περίπτωση δεν περιλάμβανε ζήτημα σχετιζόμενο με την όποια παροχή βοήθειας του διευθυντή προς την καθ’ ης η αίτηση για την διάπραξη της παρακοής, ούτε όμως και το διάταγμα διέτασσε ονομαστικά τον διευθυντή να συμμορφωθεί με αυτό και αυτό έχει την σημασία του ενόψει των δραστικών συνεπειών οι οποίες προκύπτουν από την μη συμμόρφωση, οι οποίες καταγράφονται στην οπισθογράφηση του διατάγματος.
Όπως Αναφέρεται στην υπόθεση Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd (1932) 2 K.B. 87, ότι:
«It is to be noticed that the form of the memorandum is not in any sense a rigid form. It may be altered so long as the effect is in substantial accord with the form. This must give such latitude as is necessary to meet the facts of the particular case. The object of the indorsement is plain-namely, to call to the attention of the person ordered to do the act that the result of disobedience will be to subject him to penal consequences.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
Στην παρούσα υπόθεση ο διευθυντής δεν είναι διάδικος υπό την προσωπική του ιδιότητα ούτε το διάταγμα στρεφόταν εναντίον του προσωπικά. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, στο «Halsbury's Laws of England», 3η έκδοση, τόμος 8, σελίδα 27, παραγρ. 47 αναφέρονται τα ακόλουθα με παραπομπή στην υπόθεση Iberian Trust (βλ. ανωτέρω):
«Directors who are not a party to the action, but are sought to be attached, must be served personally with a copy of the order or judgment to be enforced and the judgment or order must be endorsed with the memorandum prescribed by the Rules of Court addressed to the corporation, and including in it the name of the particular director served.»
Εφόσον στην οπισθογράφηση του διατάγματος δεν αναφερόταν ρητά και ονομαστικά ο διευθυντής, ούτε όμως το διάταγμα και η αίτηση του επιδόθηκαν προσωπικά υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, ως αναφέρουν οι σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης, τότε συμφώνως και των όσων υποστηρίζει η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση, δεν τίθεται ζήτημα τιμωρίας του διευθυντή της καθ’ ης η αίτηση για την κρινόμενη παρακοή η οποία αποδόθηκε στην καθ’ ης η αίτηση εταιρεία.
Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.42Α των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εξουσία για την αντιμετώπιση περιπτώσεων παρακοής παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:
«42. Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε δικαστήριο θα έχει εξουσία να εξαναγκάζει σε υπακοή προς οποιοδήποτε διάταγμα που εκδόθηκε από αυτό, το οποίο διατάζει ή απαγορεύει την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης, με πρόστιμο ή φυλάκιση ή μεσεγγύηση πραγμάτων. Και το δικαστήριο δύναται επιπρόσθετα να επιδικάσει στο πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα τέτοιο ποσό υπό μορφή αποζημίωσης, όπως το δικαστήριο δύναται να θεωρήσει πρέπον.»
Η Δ.42Α ρυθμίζει διαδικαστικά την διαδικασία της παρακοής, προβλέποντας την έκδοση ενταλμάτων (α) δέσμευσης και (β) μεσεγγύησης περιουσίας.
Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεθχεί στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 750, σελ. 762:
«Το ένταλμα δέσμευσης αποτελεί το διαδικαστικό μέσο για την τιμωρία φυσικών και νομικών προσώπων που παραβαίνουν διατάγματα του δικαστηρίου με την επιβολή προστίμου ή φυλάκισης. Και όταν επιδιώκεται η φυλάκιση των διευθυντών της εταιρείας η επίδοση της αίτησης για την έκδοση εντάλματος δέσμευσης στην εταιρεία αποτελεί προϋπόθεση για την τιμωρία τους.»
Ως προς το ένταλμα μεσεγγύησης περιουσίας, σύμφωνα με την Δ.42Α θ.10, καθορίζεται το πότε αυτό μπορεί να εκδοθεί:
«In case the respondent against whom a writ of attachment has issued is not and cannot be found, the Court may make an order that a writ of sequestration be issued against his property. The said writ shall bind his immovable property from the date of the order in the same manner, and to the same extent in every respect, as an order for sequestration in a civil action.»
Με την αίτηση της η αιτήτρια, ζητά ως μέσο τιμωρίας της καθ’ ης η αίτηση, μεταξύ άλλων, την μεσεγγύηση και κατάσχεση περιουσίας.
Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Oικονομίδου Tασούλλα Φ. ν. Ph. Economides Estates Ltd (1999) 1 ΑΑΔ 1145, η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης χωρίς την προηγούμενη έκδοση εντάλματος δέσμευσης και αποτυχίας εκτέλεσης του, δεν μπορεί να επιβληθεί ως μέσο τιμωρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό:
«Είναι νομίζουμε προφανές ότι ορθά κατέληξε το Επαρχιακό Δικαστήριο πως χωρίς την προηγούμενη έκδοση εντάλματος δέσμευσης δεν παρέχεται δυνατότητα έκδοσης εντάλματος μεσεγγύησης. Κι αυτό παρόλον που το Δικαστήριο εσφαλμένα ταύτισε το ένταλμα δέσμευσης με τη σύλληψη ή φυλάκιση. Το ίδιο άλλωστε επανέλαβε και ο συνήγορος της εφεσείουσας ενώπιον μας. Όπως υποδείχθηκε στην Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (ανωτέρω), το ένταλμα δέσμευσης καλύπτει και περιπτώσεις προστίμου. Τα ισχύοντα στην Αγγλία δεν χρειάζεται να τα συζητήσουμε. Διότι εκεί, με την O. 43 r. 6, που σημειώνεται στο περιθώριο έναντι του δικού μας θεσμού ως η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια, βρίσκουμε μια εντελώς διαφορετική ρύθμιση. Την παραθέτουμε για σύγκριση:
"Where any person is by any judgment or order directed to pay money into Court or to do any other act in a limited time, and after due service of such judgment or order refuses or neglects to obey the same according to the exigency thereof, the person prosecuting such judgment or order shall, at the expiration of the time limited for the performance thereof, be entitled, without obtaining any order for that purpose, to issue a writ of sequestration against the estate and effects of such disobedient person. Such writ of sequestration shall have the same effect as a writ of sequestration in Chancery had immediately before November 1, 1875, and the proceeds of such sequestration may be dealt with in the same manner as the proceeds of writs of sequestration were before the same date dealt with by the Court of Chancery."
Στη δική μας πρόνοια, αντίθετα με ό,τι στην αντίστοιχη Αγγλική, η έκδοση εντάλματος μεσεγγύησης περιουσίας τίθεται σαφώς υπό την προϋπόθεση της έκδοσης εντάλματος δέσμευσης και της εν συνεχεία αδυναμίας εκτέλεσης του. Δεν χωρεί παρέκκλιση. Επομένως εδώ, αφού έλειπε αυτή η προϋπόθεση, δεν μπορούσε να εκδοθεί ένταλμα μεσεγγύησης. Προσθέτουμε όμως και ότι, όπως αναγνώρισε ο συνήγορος κατά τη συζήτηση της έφεσης, η εφεσείουσα δεν στερείται δυνατότητας εκτέλεσης της υπό αναφορά δικαστικής απόφασης με άλλο τρόπο. Θα ήταν όμως άτοπο να επεκταθούμε.»
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται ότι χωρίς την προηγούμενη έκδοση εντάλματος δέσμευσης και αδυναμία εκτέλεσης του, τα αιτούμενα διατάγματα για μεσεγγύηση και κατάσχεση περιουσίας δεν δύνανται να εκδοθούν.
Σύμφωνα με το άρθρο 42 του Νόμου 14(Ι)/60, το Δικαστήριο έχει εξουσία τιμωρίας του παραβάτη στοχεύοντας στον εξαναγκασμό σε υπακοή προς το διάταγμα. Με άλλα λόγια, επιβάλλοντας τιμωρία στην καθ’ ης η αίτηση, αυτή δεν θα εξαναγκαστεί ή να διαταχθεί εκ νέου για να συμμορφωθεί με το διάταγμα, αλλά η τιμωρία που θα της επιβληθεί θα πρέπει να είναι τέτοια που να οδηγήσει στην συμμόρφωση της με αυτό.
Στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd (βλ. ανωτέρω), έτυχαν ερμηνείας οι προβλεπόμενες κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν σε περίπτωση ανυπακοής διατάγματος ως αυτές προβλέπονται από την Δ.42Α, ως ακολούθως:
«Είναι γεγονός ότι η Δ.42Α προβλέπει μόνο δυο διαδικαστικά μέσα για την αντιμετώπιση της παρακοής διατάγματος:-
(1) Την έκδοση εντάλματος δέσμευσης (writ of attachment) και
(2) την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης πραγμάτων (writ of sequestration).
Το ένταλμα δέσμευσης αποβλέπει κυρίως στον περιορισμό του ατόμου. Διασαφηνίζεται όμως στον κ. 6 της Δ.42Α ότι αυτή δεν είναι η μόνη κύρωση που μπορεί να επιβάλει το δικαστήριο. Παρέχεται διακριτική ευχέρεια για την τιμωρία του παραβάτη με πρόστιμο αντί της καταδίκης του σε φυλάκιση. Συνεπώς η εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η διαδικασία για την έκδοση εντάλματος δέσμευσης συναρτάται κυρίως με τις περιπτώσεις εκείνες που επιδιώκεται η φυλάκιση φυσικού προσώπου, είναι εσφαλμένη. Το ένταλμα δέσμευσης αποτελεί το διαδικαστικό μέσο για την τιμωρία φυσικών και νομικών προσώπων που παραβαίνουν διατάγματα του δικαστηρίου με την επιβολή προστίμου ή φυλάκισης. Και όταν επιδιώκεται η φυλάκιση των διευθυντών της εταιρείας η επίδοση της αίτησης για την έκδοση εντάλματος δέσμευσης στην εταιρεία αποτελεί προϋπόθεση για την τιμωρία τους. (Βλέπε, Benabo ν. William Jay and Partners Ltd. [1941] Ch. 52. Βλέπε, επίσης Iberian Trust Ltd. v. Founders Trust and Investment Company Ltd. [1932] 2 K.B. 87. Στην ίδια απόφαση (Benabo) υποδεικνύεται ότι επίδοση σε εταιρεία επιτυγχάνεται με τον τρόπο που καθορίζει ο σχετικός νόμος στην περίπτωση της Κύπρου, το άρθρο 372 του Περί Εταιρειών Νόμου - Κεφ. 113.»
Εφόσον συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω αποφάσεις, το διάταγμα μεσεγγύησης δεν μπορεί να εκδοθεί πριν την έκδοση εντάλματος δέσμευσης η εκτέλεση του οποίου να ήταν ανεπιτυχής, ενώ το ένταλμα δέσμευσης αποτελεί το μέσο για την τιμωρία φυσικών και νομικών προσώπων δια της επιβολής φυλάκισης ή προστίμου και στην προκειμένη περίπτωση η καθ’ ης η αίτηση είναι νομικό πρόσωπο, η μόνη επιβαλλόμενη ποινή δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν του προστίμου.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η καθ’ ης η αίτηση έχει κριθεί ότι κατ’ επιλογή της τερμάτισε, ως ισχυρίστηκε, την συμφωνία ενοικίασης από την οποία θα λάμβανε το ποσό το οποίο θα κατατίθετο στην ενάγουσα σύμφωνα με το προσωρινό διάταγμα, λόγω του οτι η συμμόρφωση με το διάταμγα θα ήταν ασύμφορη για την ίδια παραγνωρίζοντας την υποχρέωση της να συμμορφωθεί με αυτό, ενώ το Δικαστήριο δεν αποδέκτηκε ότι όντως η συμφωνία τερματίστηκε, κρίνω ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν τεκμηρίωσε ως ελαφρυντικό παράγοντα τις επικαλούμενες οικονομικές δυσκολίες, εφόσον η θέση της αυτή παρέμεινε μετέωρη και αόριστη. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι η καθ’ ης η αίτηση ουδέποτε επέδειξε διάθεση για συμμόρφωση με το διάταγμα εφόσον ως η ίδια διατείνεται αμέσως μετά την έκδοση του διατάγματος ήτοι στις 10.6.22 την ίδια ακριβώς ημέρα ισχυρίστηκε ότι τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης καταδυκνείοντας έτσι τον μοναδικό της σκοπό για να μην συμμορφωθεί με αυτό.
Το μόνο ελαφρυντικό που μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι η έκφραση της απολογίας της μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της, αναγνωρίζοντας έτσι έστω και στο στάδιο αυτό την υποχρέωση της για να συμμορφωθεί αλλά και να εξεύρει τρόπους να συμμορφωθεί με το διάταγμα.
Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω οτι η ουσία της διαφοράς των δύο πλευρών δεν έχει ακόμα επιλυθεί, επιβάλλεται στην καθ’ ης η αίτηση πρόστιμο ύψους €23.000, το οποίο ισούται με το ποσό το οποίο όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του διατάγματος.
Τα έξοδα της αίτησης μέχρι και την έκδοση της παρούσας απόφασης για την ποινή επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας – αιτήτριας και εναντίον της εναγόμενης – καθ’ ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) .......................................
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο