Αναφορικά με τον Φίλιππο Φιλίππου, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 15/2024, 15/10/2025
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον Φίλιππο Φιλίππου, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 15/2024, 15/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.    

                                                                           Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 15/2024

 

Αναφορικά με τον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Aπαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015

και

 

Αναφορικά με τον Φίλιππο Φιλίππου, Α.Δ.Τ. [   ], εκ Πάφου

                                                                                                             Χρεώστη

 

Αίτηση ημερομηνίας 12.8.24 εκ μέρους του χρεώστη για επιβολή του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής

 

Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για τον Αιτητή – Χρεώστη: κος Χ. Γ. Σιαηλής

Για την Καθ' ης η Αίτηση – Πιστωτή: Στέλιος Στυλιανίδης & Σια ΔΕΠΕ

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο χρεώστης εξασφάλισε μονομερώς στις 16.2.24 προστατευτικό διάταγμα και στη συνέχεια ζητήθηκε από την καθ’ ης η αίτηση πιστωτή Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, ο παραμερισμός του ως άνω διατάγματος. Η αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου. Εκκρεμούσης της ως άνω αίτησης, ο χρεώστης καταχώρησε την παρούσα αίτηση μονομερώς, με την οποία ζητά την επιβολή του ΠΣΑ στους πιστωτές του. Λόγω του ότι εκκρεμούσε η αίτηση της καθ’ ης η αίτηση για παραμερισμό του προστατευτικού διατάγματος, διατάχθηκε η επίδοση της υπό κρίση αίτησης στους πιστωτές.

 

Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο Νόμο 65(Ι)/15 άρθρα 72 – 75 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του χρεώστη στην οποία αναφέρει τα διαβήματα στα οποία προέβηκε ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας σε σχέση με την ετοιμασία του ΠΣΑ και την σχετική ενημέρωση των πιστωτών, οι οποίοι απέστειλαν την επαλήθευση χρέους όπου ακολούθησε ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας σε σχέση με την επαλήθευση την οποία απέστειλαν οι πιστωτές για τις οποίες υπήρξε διαφωνία. Στις 28.6.24 κατά τη Συνέλευση Πιστωτών, οι πιστωτές κλήθηκαν σε ψηφοφορία, όπου και οι τρεις πιστωτές απέρριψαν το Σχέδιο. Συνεπώς, ο χρεώστης, υποστηρίζει ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 72 του Νόμου για επιβολή του ΠΣΑ. Υποστηρίζει ότι η αγοραία αξία της κύριας κατοικίας του εκτιμήθηκε σε €78.000, η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του ανέρχεται σε €0 σύμφωνα με την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχειων του, τεκμήριο 21. Αποτελεί επίσης θέση του, ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του, λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί απο το 2009 και εντεύθεν και πριν την έκδοση προστατευτικού διατάγματος και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος του κατά τουλάχιστον 25%. Κατέθεσε προς τούτο ως τεκμήριο 22, καταστάσεις κοινωνικών ασφαλίσεων στις οποίες  ως υποστηρίζει φαίνεται η μείωση ποσοστού 25%. Κατά το έτος 2009 το ετήσιο εισόδημα του ήταν €11.640, κατά το έτος 2011 μειώθηκε σε €6.398, είχε δηλαδή μείωση 45% σε σχέση με το 2009. Στη συνέχεια το 2012 απώλεσε όλα τα εισοδήματα του. Η μείωση των εισοδημάτων τον έθεσε εκτός προγράμματος αποπληρωμής με αποτέλεσμα να είναι αφερέγγυος, ενώ με την συμμετοχή του στο ΠΣΑ υπάρχει εύλογη προοπτική να καταφέρει να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του και να καταστεί φερέγγυος αποφεύγοντας την πτώχευση αλλά και την απώλεια της οικείας τους.

 

Η καθ’ ης η αίτηση με την ένσταση της, υποστηρίζει μεταξύ άλλων, ότι το ΠΣΑ δεν είναι δεκτικό επιβολής, οι πρόνοιες του είναι παράνομες και/ή αυθαίρετες, δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει εύλογη προοπτική με την συμμετοχή του χρεώστη στο ΠΣΑ να καταστεί φερέγγυος, δεν τεκμηριώθηκε η ικανότητα του χρεώστη να ολοκληρώσει επιτυχώς το ΠΣΑ, δεν έχει αποδειχθεί ότι το ΠΣΑ θέτει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση απο αυτή στην οποία θα βρισκόταν εάν η περιουσία του αιτητή διατεθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5, το ΠΣΑ περιέχει οφειλές απο τις οποίες ο χρεώστης έχει απαλλαχθεί, η επιβολή του ΠΣΑ θα βλάψει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της καθ’ ης η αίτηση και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Κ. Κεφάλα, λειτουργού στην καθ’ ης η αίτηση, με την οποία επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Μεταξύ άλλων, ο ομνύον, υποστηρίζει κυρίως ότι, την 2.5.11 εκδόθηκε εναντίον του χρεώστη διάταγμα παραλαβής, κυρήχθηκε σε πτώχευση και αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως την 7.11.15. Μετά την αποκατάσταση του, τα εισοδήματα του, εξαιρουμένου του έτους 2016, ξεπερνούν κατά πολύ αυτά του έτους 2009 και παραμένουν υψηλά μέχρι και πριν την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος. Αρνείται επίσης ότι ο λόγος μη πληρωμής των χρεών του είναι η μείωση των εισοδημάτων του, εφόσον όπως φαίνεται στο τεκμήριο 5, καταστάσεις λογαριασμών του χρεώστη, ο χρεώστης δεν προβαίνει στις απαιτούμενες αποπληρωμές από επιλογή, αφού τα εισοδήματα του απο το 2017 μέχρι σήμερα ήταν υψηλότερα απο κάθε άλλη περίοδο, χωρίς να συζητήσει πιθανές λύσεις ούτε προέβηκε σε αποπληρωμές για τα χρέη του. Υποστηρίζει επίσης ότι, με το ΠΣΑ ο χρεώστης, ο οποίος έχει ήδη πτωχεύσει και αποκατασταθεί, επιχειρεί να μεταχειριστεί και να αποπληρώσει οφειλές από τις οποίες έχει ήδη απαλλαχθεί.

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους.

 

Ο Νόμος 65(Ι)/15, σκοπό έχει την ρύθμιση των χρεών ενός χρεώστη έξω από το πλαίσιο της συμβατικής σχέσης πιστωτή – χρεώστη. Ο Νόμος θεσπίστηκε ως ένα από τα μέτρα που κλήθηκε η Βουλή να λάβει προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και με σκοπό, ως αναφέρεται στο Προοίμιο: «να επιλυθούν οξύτατα προβλήματα που προέκυψαν μέσα σε εξαιρετικές συνθήκες και μεγάλες τραπεζικές ζημιές που έπληξαν το χρηματοπιστωτικό τομέα, με απώτερο στόχο να αποφευχθεί η κατάρρευση της οικονομίας, να προφυλαχτεί η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και να εξασφαλιστεί προστασία του δημοσίου συμφέροντος·».

 

Το άρθρο 72 του Νόμου απαριθμεί τα κριτήρια επιλεξιμότητας για την επιβολή ενός μη συναινετικού ΠΣΑ, ως η υπό κρίση περίπτωση, τα οποία θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Ένα από τα κριτήρια αυτά περιέχεται στο εδάφιο (1)(ε) του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με το οποίο ο χρεώστης καλείται να καταδείξει ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και έπειτα και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος που είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος του κατά τουλάχιστον 25% ή περισσότερο. 

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιόν μου, διαπιστώνω και κρίνω ότι ο χρεώστης δεν πληροί σωρευτικά τα κριτήρια επιλεξιμότητας, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 72 του Νόμου και συγκεκριμένα δεν έχει καταδείξει ότι εμπίπτει στις πρόνοιες του ως άνω άρθρου 72(1)(ε).

 

Η πρόνοια του ως άνω άρθρου είναι ρητή. Η μείωση των εισοδημάτων ενός χρεώστη θα πρέπει να καταδειχθεί σε μια συνεχή περίοδο από το 2009 μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, στην προκειμένη περίπτωση μέχρι την 14.2.24. Η δε μείωση των εισοδημάτων του χρεώστη εξετάζεται συνολικά κατά την χρονική περίοδο που προβλέπει ο Νόμος και όχι αποσπασματικά σε σχέση με μεμονομένες χρονικές περιόδους.

 

Δεν μου διαφεύγει επίσης, ότι ο χρεώστης φέρει το βάρος να αποδείξει ότι μετά τη θέσπιση του Νόμου, η μείωση των εισοδημάτων του οφείλεται σε καταστάσεις εκτός του δικού του ελέγχου. Στο άρθρο 72(2) του Νόμου προβλέπεται ότι: «Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1), τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.»

 

            Προκύπτει συνεπώς ότι για τα έτη 2012 μέχρι το 2015, δημιουργείται τεκμήριο το οποίο επενεργεί υπέρ του χρεώστη σύμφωνα με το οποίο τεκμαίρεται ότι η μείωση στα εισοδήματα του οφείλεται στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει το αντίθετο. Απ’ εκεί και πέρα όμως, δηλαδή από το έτος 2015 μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, ο χρεώστης φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η μείωση των εισοδημάτων του οφείλεται σε καταστάσεις και γεγονότα τα οποία ο ίδιος του δεν μπορούσε να ελέγξει.

 

            Εξέτασα με την απαιτούμενη προσοχή τα στοιχεία τα οποία ο χρεώστης  παρέθεσε προς υποστήριξη της θέσης τoυ ότι τα εισοδήματα του  έχουν μειωθεί κατά 25% από το 2009 και συγκεκριμένα έλαβα υπόψη τις ασφαλιστέες  αποδοχές από το 2009 μέχρι το 2023 καθώς και την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων (ΚΠΟΣ).  

           

            Όπως προκύπτει από την κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού, ο χρεώστης το 2009 έλαβε ετήσια εισοδήματα €11.640, το 2010 €13.639, το 2011 €6.398, το 2012 είχε μηδενικά εισοδήματα, το 2013 €5.078, το 2014 €4.171, το 2015 είχε μηδενικά εισοδήματα, το 2016 €4.987, το 2017 €13.693 και κατά τα έτη που ακολούθησαν τα ετήσια εισοδήματα του αυξάνονταν μέχρι το 2023 όπου το ετήσιο εισόδημα του ανήρθε στο ποσό των €16.562.

 

            Στην ένορκη του δήλωση ο χρεώστης υποστηρίζει ότι από το 2009 μέχρι την υποβολή της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, τα εισοδήματα του μειώθηκαν, ενώ το 2012 απώλεσε όλα του τα εισοδήματα, καθώς επίσης η μείωση των εισοδημάτων του ήταν ο λόγος που τέθηκε εκτός προγράμματος αποπληρωμής.

 

            Οι ως άνω θέσεις όμως του χρεώστη, δεν επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια τα οποία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ’ αρχάς ο χρεώστης δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του στο γεγονός της πτώχευσης του περί το έτος 2011, από την οποία αποκαταστάθηκε το 2015. Προκύπτει όμως από το γεγονός αυτό ότι κατά την ως άνω περίοδο, οι μειωμένες απολαβές του χρεώστη για εκείνη την περίοδο οφείλονταν στην πτώχευση του. Από το έτος 2015 όμως, ο χρεώστης είναι επιφορτισμένος να αποδείξει ότι η επικαλούμενη μείωση των εισοδημάτων του οφείλεται σε γεγονότα που δεν μπορούσε ο ίδιος να ελέγξει, εφόσον δεν ισχύει από το έτος αυτό το τεκμήριο της μείωσης των εισοδημάτων λόγω της οικονομικής κρίσης. Μετά την αποκατάσταση του, ο χρεώστης λαμβάνει κατά το έτος 2016 ετήσιο εισόδημα €4.987. Έκτοτε όμως, δηλαδή από το 2017, τα εισοδήματα του σε σχέση με το έτος 2009 αυξάνονται κατά αρκετές χιλιάδες ετησίως. Συνεπώς, δεν ευσταθεί η θέση του χρεώστη ότι το 2012 έχασε όλα του τα εισοδήματα, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στα έτη που ακολούθησαν. Η δε μείωση η οποία παρατηρείται, αφορά τα έτη από το 2009 μέχρι το 2016, χρονική περίοδο κατά την οποία ο χρεώστης, ως πτωχεύσας από το 2011 μέχρι το 2015, ήταν όντως αφερέγγυος εφόσον η μη πληρωμή των χρεών του τον οδήγησε σε πτώχευση.

 

            Από τα πιο πάνω δεν προκύπτει μία συνεχής τάση μείωσης των εισοδημάτων του χρεώστη. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια από το 2017 παρατηρείται αυξητική τάση, χωρίς να μπορεί να υπολογιστεί στο ποσοστό της μείωσης απομονωμένα η περίοδος από το 2011 μέχρι το 2016.

 

            Η δε αύξηση των εισοδημάτων του χρεώστη τα τελευταία οκτώ έτη, χωρίς να γίνει προσπάθεια διευθέτησης των χρεών του, ενώ για πρώτη φορά επικαλείται τις πρόνοιες του Νόμου με τις δραστικές συνέπειες του για την παρεμπόδιση των πιστωτών να λάβουν μέτρα είσπραξης των χρεών, όταν τα εισοδήματα του ήταν αυξημένα, καταδυκνείουν στο σύνολο τους ότι, ο λόγος για τον οποίο δεν αποπληρώνονται τα χρέη του, δεν είναι η μείωση των εισοδημάτων του. Δηλαδή, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο Νόμος, σκοπό έχει να παρέχει προστασία σε οφειλέτες οι οποίοι κατά τη σύναψη ενός δανείου, λάμβαναν εισοδήματα και πλήρωναν τα χρέη τους, ενώ λόγω της οικονομικής κρίσης, μειώθηκαν τα εισοδήματα τους με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις.

 

            Η αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του χρεώστη δεν συνδέεται επίσης με την μείωση των εισοδημάτων του ένεκα της οικονομικής κρίσης ή άλλων περιστάσεων που δεν μπορούσε να ελέγξει, λόγω γεγονότων που είχαν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν, εφόσον όπως φαίνεται από τα έγγραφα του τεκμηρίου 5, το οποίο κατατέθηκε με την ένσταση, ο χρεώστης τουλάχιστον κατά τα έτη 2001, 2004 και 2005, λόγω μη πληρωμής των χρεών του, εκδοθήκαν εναντίον του διαιτητικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα η αδυναμία αποπληρωμής των χρεών να μην έχει συσχετιστεί με τις απαιτήσεις του Νόμου που θα τον ενέτασσαν στο πλαίσιο προστασίας το οποίο παρέχεται από αυτόν.

 

            Με βάση τις ως άνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ο χρεώστης δεν εμπίπτει στις πρόνοιες αυτές του Νόμου, εφόσον, επαναλαμβάνω, κατά τα τελευταία οκτώ έτη, όχι μόνο δεν έχουν μειωθεί τα εισοδήματα του, αλλά αντιθέτως, διαπιστώνεται για τα συνεχή έτη από το 2017 μέχρι το 2023 να λαμβάνει αυξημένα εισοδήματα σε σχέση με το 2009.

 

            Ενόψει της ως άνω κατάληξης, κρίνω ότι, ο χρεώστης δεν έχει καταδείξει ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον 25%.

 

            Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος το οποίο εγείρεται από αμφότερες τις πλευρές.

 

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, η αιτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

 

(Υπ.) ..............................................

                                                                 Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ                               

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ                                                 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο