NICOLA JAYNE GIBSON ν. SANDY KARL ADRIAN PRESTON κ.α., Αγωγή: 349/16, 21/8/2025
print
Τίτλος:
NICOLA JAYNE GIBSON ν. SANDY KARL ADRIAN PRESTON κ.α., Αγωγή: 349/16, 21/8/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

Αγωγή: 349/16

 

Μεταξύ:

NICOLA JAYNE GIBSON, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο

                                                                                                                   Ενάγουσα

 

και

 

1.            SANDY KARL ADRIAN PRESTON, από το Ηνωμένο Βασίλειο και    τώρα στην Πάφο

2.            PMC MEDICAL LIMITED HE [  ], από την Πάφο

3.            SUNSHINE RADIO LIMITED HE [   ], από την Λεμεσό

4.            SBI MUSIC AND RADIO PRODUCTION LTD HE [   ], από την Πάφο

                                                                                                                  Εναγόμενοι

 

Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 30/03/2021

 

Μεταξύ:

NICOLA JAYNE GIBSON, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο

        Ενάγουσα

 

και

 

1.            SANDY KARL ADRIAN PRESTON, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα     στην Πάφο

2.            PMC MEDICAL LIMITED HE [   ], από την Πάφο

3.            SUNSHINE RADIO LIMITED HE [   ], από την Λεμεσό

4.            SBI MUSIC AND RADIO PRODUCTION LTD HE [   ], από την Πάφο

        Εναγόμενοι

 

 

 

 

 

ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ:

 

Μεταξύ:

   PMC MEDICAL LIMITED

           Εναγόμενη / Εξ’ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα

 

και

 

1.         NICOLA JAYNE GIBSON, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο

2.         NJ CARE LTD  HE [   ], από την Πάφο

3.         Χρυστάλλα Κυριάκου, από την Πάφο

4.         Παναγιώτη Καραδήμα, από την Πάφο

Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι αρ. 1 έως 4

 

 

Ημερομηνία: 21 Αυγούστου 2025

 

Εμφανίσεις:

 

Για Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα:  κα Ε. Αμοιρίδου με κ. Κ. Κασκάνη και κ. Χ. Ιωάννου για L. Zambartas LLC

Για Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1 και 2:  Καμία Εμφάνιση

Για Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 3 και 4: κα Ειρ. Θεοχάρους για Σωτήρης Αργυρού & Συνεταίροι ΔΕΠΕ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

            H απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων απορρίφθηκε στις 15.11.22 και παρέμεινε προς εκδίκαση η ανταπαίτηση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 – 4. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 2, δεν προώθησαν την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση, η οποία προχώρησε σε απόδειξη γι’ αυτές παράλληλα με την εκδίκαση της ανταπαίτησης για τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3 και 4.

            Με την ανταπαίτηση της η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ως συναδικοπραγούντες, για το ποσό το οποίο θα διαφανεί ότι έχουν οικειοποιηθεί και/ή καταχραστεί με δόλο και/ή απάτη, Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και/ή 2 να αποξενώσουν ή/και κλέψουν με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα να μεταβιβάσει και/ή πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο τις μετοχές που κατέχει η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ήτοι 200 συνήθεις μετοχές χωρίς την συγκατάθεση της και/ή να προβεί σε αλλαγές της μετοχικής σύνθεσης χωρίς την συγκατάθεση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, Διάταγμα εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 – 4 για να παραδώσουν ελευθέρα κατοχή του υποστατικού στην οδό Μιχαλάκη Κυπριανού 56 – 58, Πέγεια, Πάφος, στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα ως τη νόμιμη κάτοχο και δικαιούχο αυτού και αποζημιώσεις εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ως συναδικοπραγούντες για ζημιές τις οποίες η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα υπέστηκε συνεπεία της παράνομης επέμβασης στο ως άνω υποστατικό και/ή καταστροφή εξοπλισμού και/ή ζημιές και/ή βλάβες στην περιουσία της.

 

            Στην ανταπαίτηση, ως αυτή έχει τροποποιηθεί, η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ως αυτοί δικογραφούνται, θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αυτοί λαμβάνονται υπόψη εις τον βαθμό που αφορούν την ανταπαίτηση, εφόσον η απαίτηση της ενάγουσας απορρίφθηκε. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να λεχθεί ότι στα πλαίσια της ανταπαίτησης, η οποία προωθείται από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα εταιρεία, δεν εξετάζονται οι προσωπικές διαφορές ως αυτές δικογραφούνται μεταξύ της ενάγουσας 1 και του εναγόμενου 1, δηλαδή των μετόχων της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ή των εναγόμενων 2 – 4 εταιρειών, εφόσον στα πλαίσια της ανταπαίτησης, αξιώνονται θεραπείες από την εταιρεία στην οποία μέτοχοι και διευθυντές είναι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και ο κος Preston, ο οποίος υπό την προσωπική του ιδιότητα δεν είναι διάδικος.

 

            Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, ο εναγόμενος 1 και η ενάγουσα συνήψαν μεταξύ τους σχέσεις κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011, όπου στην συνέχεια αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Κύπρο, στον τόπο διαμονής του εναγόμενου 1, μαζί με τα τρία παιδιά της ενάγουσας. Η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα εταιρεία, δημιουργήθηκε περί την 29.11.12, κατόπιν μελέτης του επιχειρηματικού πλάνου δραστηριότητας της εταιρείας η οποία θα ασκούσε την επιχείρηση ιατρικού κέντρου. Ο εναγόμενος 1, διέθετε επιχειρηματική εμπειρία και συνέβαλε στην εξεύρεση και διαμόρφωση του χώρου στέγασης της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας.

 

            Με την σύσταση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο, μέτοχοι της είναι ο εναγόμενος 1, κος Preston με 800 μετοχές και η κα Gibson, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, με 200 μετοχές. Αμφότεροι δε, ορίστηκαν διευθυντές της εταιρείας. Μέχρι και σήμερα η ως άνω δομή της εταιρείας δεν έχει διαφοροποιηθεί.  Οι δυο ως άνω διευθυντές και μέτοχοι ενεργούσαν από κοινού στην εταιρεία και είχαν πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και στοιχεία της, μέχρι την έκδοση του προσωρινού διατάγματος τον Μάρτιο του 2016 με το οποίο απαγορεύτηκε στον κο Preston να έχει πρόσβαση σε αυτά.

 

            Η επιχείρηση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας στεγαζόταν στο υποστατικό που βρίσκεται στην οδό Μιχαλάκη Κυπριανού 56 – 58 στην Πέγεια, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.12.12 και με τη σύμφωνη γνώμη της ιδιοκτήτριας – εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα επένδυσε ποσό ύψους €250.500 ανακαινίζοντας το υποστατικό και αγοράζοντας εξοπλισμό, μηχανήματα και έπιπλα ώστε αυτό να λειτουργεί ως ιατρικό κέντρο. Αγόρασε επίσης οδοντιατρική καρέκλα, μηχανές αποστείρωσης και ανάλυσης αίματος καθώς και τηλεοράσεις και σύστημα ήχου. Η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι η ενοικίαση του υποστατικού, η εμπορική εύνοια και ο εξοπλισμός που βρίσκονται σε αυτό ήταν και είναι περιουσιακό της στοιχείο, η απόκτηση του οποίου επιτεύχθηκε μέσω χρηματοδότησης της εναγόμενης 4 προς την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα.

 

            Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και ο κος Preston, συνέχισαν την κοινή διαχείριση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και μετά την λήξη της προσωπικής τους σχέσης η οποία επήλθε περί τον Αύγουστο του 2015, ενώ στη συνέχεια και ένεκα της έκτισης ποινής φυλάκισης η οποία επιβλήθηκε στον κο Preston, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, ενεργούσε αυθαίρετα και παρά τις προσπάθειες του για επικοινωνία μαζί της για να συνεχιστεί η κοινή διαχείριση και διοίκηση της εταιρείας, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, αρνείτο να το πράξει, ενεργώντας αυθαίρετα με αποτέλεσμα να ζημιώσει την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Ταυτόχρονα, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ξεκίνησε την σταδιακή απογύμνωση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, μεταφέροντας στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 εταιρεία τα περιουσιακά στοιχεία, το προσωπικό και πελατολόγιο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, ενώ διοχέτευε όλα τα προσωπικά δεδομένα ασθενών στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 από την ηλεκτρονική βάση δεδομένων της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας.

 

            Κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2017, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, συνωμότησε με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, ιδιοκτήτρια του υποστατικού καταρτίζοντας παράνομη και πλαστή συμφωνία ενοικίασης του υποστατικού με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, προς αντικατάσταση της συμφωνίας που είχε υπογράψει με την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και με την έναρξη της περιόδου ενοικίασης την 1.12.12. Η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ως άνω συμφωνία ενοικίασης είναι προχρονολογημένη και/ή παράνομη και/ή πλαστή ενόψει του ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 εταιρεία, δεν είχε ακόμα συσταθεί. Η συμφωνία δε αυτή είναι προϊόν απάτης και/ή δόλου και/ή πλαστογραφίας και/ή ψευδών παραστάσεων, καθότι η ημερομηνία υπογραφής και έναρξης ήτοι η 1.12.12 είναι η ημερομηνία που φέρει η συμφωνία ενοικίασης για το υποστατικό μεταξύ της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 και της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Ενόψει των ως άνω, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 παράνομα εισήλθε εντός του υποστατικού και σφετερίστηκε και/ή παράνομα έκανε χρήση των εμπορικών σημάτων, επωνυμίας, τηλεφώνων, επαφών, συνεργατών, εξοπλισμού, φήμης και εμπορικής εύνοιας της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, επιτυγχάνοντας να κερδοσκοπήσει εις βάρος της, παραπλανώντας τους πελάτες ότι λάμβαναν υπηρεσίες από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα.

 

            Κατά ή περί την 23.7.18, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ίδρυσε την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 εταιρεία, με εγγεγραμμένο γραφείο την ίδια διεύθυνση με την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και με αποκλειστικό διευθυντή την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, η οποία χωρίς την έγκριση και εν αγνοία του κου Preston, απέλυσε προσωπικό, κατάρτισε νέα συμβόλαια εργοδότητησης και παρέλειπε να καταβάλει εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ΓΕΣΥ. Δεν ετοιμάζονταν επίσης εξελεγμένοι λογαριασμοί για την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, οδηγώντας την σε αδράνεια. Κατά ή περί την 18.5.18, έλαβε χώρα έκτακτη γενική συνέλευση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας την οποία συγκάλεσε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 με σκοπό να απονεμηθούν ευθύνες για την κατάληξη της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας 1 στον κο Preston και μόνο, ο οποίος προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 χωρίς αποτέλεσμα, καθώς επίσης προσπάθησε να συγκαλέσει ετήσια γενική συνέλευση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας στις 2.4.19, χωρίς και πάλι αποτέλεσμα.

 

            Κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2017, ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 συνωμότησε με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, όταν συμφώνησε να υπενοικιάσει το οδοντιατρείο του από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, ενώ γνώριζε ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα ήταν η νόμιμη κάτοχος του υποστατικού. Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 πλήρωνε παράνομα και δόλια το τίμημα χρήσης του οδοντιατρείου του, στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 και όχι στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα από τον Νοέμβριο του 2017 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2020.

 

            Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2020 η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 εγκατέλειψε την Κύπρο και κατόπιν παρότρυνσης της, τον Απρίλιο του 2020 ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 προχώρησε και ενοικίασε απευθείας το υποστατικό από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, ενώ γνώριζε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 ήταν η εταιρεία που η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 δημιούργησε για να καταδολιεύσει την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα από τα περιουσιακά της στοιχεία, γεγονός που τον καθιστά συνεργό.

 

            Τέλος, η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι, μέχρι τον Μάρτιο του 2016, ήταν επιτυχημένη, βιώσιμη και επικερδής επιχείρηση, εργοδοτούσε ιατρούς, οδοντίατρους, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό εξυπηρετώντας πέραν των 12.000 ασθενών. Με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, ενορχήστρωσε σχέδιο οικονομικής διάλυσης της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, απογυμνώνοντας την από τα περιουσιακά της στοιχεία και διοχετεύοντας τα σε τρίτους ή/και στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2 – 4, γεγονός που συνιστά δόλια αποξένωση περιουσιακών στοιχείων και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 – 4 συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να καταδολιεύσουν, σφετεριστούν και καταχραστούν τα περιουσιακά στοιχεία, προσωπικό, την πελατεία και γενικά την εμπορική φήμη της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Η δε εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, παρέβηκε το καθήκον εμπιστοσύνης της ως διοικητική σύμβουλος και/ή διαχειρίστηκε για δικό της όφελος και απέσπασε τα περιουσιακά στοιχεία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, διοχετεύοντας τα στην νεοσυσταθείσα εταιρεία της.

 

            Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 με την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, προβάλλει προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες δεν έχουν προωθηθεί. Αρνούμενη την ανταπαίτηση, ισχυρίζεται ότι στο ενοικιαζόμενο υποστατικό στο οποίο στεγαζόταν το ιατρικό κέντρο PMC Medical, υπήρχε εξοπλισμός, όχι μεγάλης αξίας, ο οποίος καταγράφεται στην παρ. 3.2. Πριν ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4, λειτουργήσει το δικό του ιατρικό κέντρο, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 και ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4, με σχετική ειδοποίηση κάλεσαν τους δικηγόρους του κου Preston, εφόσον αποδείκνυαν την ιδιοκτησία του εξοπλισμού να παραλάβουν αυτόν, αλλά μέχρι σήμερα αυτός αρνείται να παραλάβει.

 

            Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 είχε δηλωθεί ως διευθύντρια, υπέγραψε το ενοικιαστήριο έγγραφο με μάρτυρα τον κο Preston, δια του οποίου η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα ενοικίασε το υποστατικό και στέγασε το ιατρικό κέντρο. Καθ’ όλη την διάρκεια της ενοικίασης, αποκλειστική διευθύντρια του ιατρικού κέντρου εμφανιζόταν η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και αυτή πλήρωνε τα ενοίκια. Ο κος Preston, έδειχνε να διευθύνει μόνο τον ραδιοσταθμό της εναγόμενης 3, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στο πατάρι του υποστατικού και δεν είχε επικοινωνία μαζί της. Περί το 2016 οι σχέσεις της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 και του κου Preston διερρήχθησαν με αποτέλεσμα να εκδοθεί διάταγμα εναντίον του για απομάκρυνση από το υποστατικό και καταγγέλθηκε για σεξουαλική παρενόχληση της ανήλικης θυγατέρας της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, όπου τον Σεπτέμβριο του 2017 είχε καταδικαστεί και φυλακιστεί. Έκτοτε στο υποστατικό βρισκόταν μόνο η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, η οποία κατά ή περί τον Ιούνιο του 2018, ζήτησε από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 να υπογράψει ενοικιαστήριο έγγραφο με νέα ενοικιάστρια την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, το οποίο υπέγραψε αθώα, ανυποψίαστα, καλόπιστα και χωρίς να ζητήσει νομική συμβουλή, θεωρώντας ότι αυτό ήταν αναγκαίο μετά την φυλάκιση του κου  Preston, όπως επίσης της είχε εξηγήσει η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 αλλά και χωρίς να παρατηρήσει την ημερομηνία, ούτε γνωρίζει εάν η εν λόγω ημερομηνία τέθηκε κακόβουλα ή εκ λάθους από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1.

 

            Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2020 η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 με επιστολή της τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης και συνέστησε την ενοικίαση του υποστατικού στον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, εφόσον η ίδια της θα εγκατέλειπε την Κύπρο, όπως και έγινε με το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 1.4.20. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4 ειδοποίησαν τους δικηγόρους του κου Preston για να παραληφθεί ο εξοπλισμός που βρισκόταν στο υποστατικό, χωρίς να το πράξει, ενώ αυτός βρίσκεται αποθηκευμένος σε διαμέρισμα, προκαλώντας ζημιά στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, η οποία αρνείται κάθε ισχυρισμό που τις αποδίδεται για δόλο, απάτη και συνομωσία, ισχυριζόμενη ότι η επιχείρηση του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 4 οικοδομήθηκε επί μηδενικής βάσεως, χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα.

 

            Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4, με την υπεράσπιση του, εγείρει προδικαστικές ενστάσεις τις οποίες δεν έχει προωθήσει. Αρνείται και αμφισβητεί τα όσα του αποδίδονται από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι κατά ή περί το 2013 προσελήφθηκε ως οδοντίατρος επί μισθώσει στο ιατρικό κέντρο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Υπεύθυνη του ιατρικού κέντρου δηλώθηκε προς αυτόν η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 η οποία συμπεριφερόταν ως υπεύθυνη του κέντρου. Μετά την φυλάκιση του κου Preston, το ιατρικό κέντρο εξακολουθούσε να τελεί υπό την διεύθυνση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1. Από τον Αύγουστο του 2018, ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 συνέχισε να εργάζεται ως οδοντίατρος στο ιατρικό κέντρο αλλά ως αυτοτελώς εργαζόμενος με πληρωμή ενοικίου προς την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και/ή εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, την οποία η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 δήλωνε ως εταιρεία της και ενοικιάστρια του κτιρίου. Η αλλαγή στην απασχόληση του έγινε λόγω οικονομικών προβλημάτων του ιατρικού κέντρου. Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2020 η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης και σύστησε τον ίδιο ως προτεινόμενο ενοικιαστή, ο οποίος ενεργώντας καλόπιστα και χωρίς να γνωρίζει τα όσα ισχυρίζεται η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ενοικίασε από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 το υποστατικό δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου και εγκατέστησε στο υποστατικό το ιατρικό κέντρο με την επωνυμία Peyia Health. Ισχυρίζεται επίσης ότι ειδοποιήθηκε ο κος Preston για να παραλάβει τον εξοπλισμό που βρισκόταν στο υποστατικό χωρίς ανταπόκριση καθώς επίσης ισχυρίζεται ότι ο ίδιος του δεν γνώριζε ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα ήταν η νόμιμη κάτοχος του υποστατικού ή ότι η νέα ενοικίαση ήταν αποτέλεσμα δόλου ή πλαστογραφίας, όπως επίσης αρνείται ότι συνωμότησε με οποιονδήποτε με σκοπό να καταδολιεύσει την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η επιχείρηση του οικοδομήθηκε επί μηδενικής βάσης, αρνούμενος ότι επιχείρησε την αναδημιουργία της ταυτότητας του ιατρικού κέντρου με σκοπό την νομιμοποίηση των πράξεων του.

 

            Μετά την τελευταία τροποποίηση των δικογράφων της ανταπαίτησης και καταχώρησης τροποποιημένης υπεράσπισης στην ανταπαίτηση δεν καταχωρήθηκε τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση. Ενόψει όμως του ότι η τροποποίηση αφορούσε προσθήκη θεραπείας συσχετιζόμενη με τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2, χωρίς να διαφοροποιηθούν οι ισχυρισμοί των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4, η απάντηση στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση η οποία καταχωρήθηκε αρχικά από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, λαμβάνεται υπόψη, με την οποία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4.

 

            Προς απόδειξη της ανταπαίτησης, παρουσιάστηκε η μαρτυρία του κου Preston – ΜΑ1, διευθυντή και μετόχου της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, της κας ButchartMA2, πρώην υπαλλήλου της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, του κου Βαφειάδη – ΜΑ3, προσωπικού φίλου και συνεργάτη του ΜΑ1 και του κου Παναγιώτου – ΜΑ4, γραφολόγου. Από πλευράς εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4 παρουσιάστηκε η μαρτυρία των ιδίων, ΜΥ1 και ΜΥ3 αντίστοιχα και του κου Κυριάκου – ΜΥ3, συζύγου της ΜΥ1.

 

            Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μαζί με τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί, εξετάστηκαν από το Δικαστήριο και λήφθηκαν υπόψη στο σύνολο τους. Ακολούθως, θα  καταγράψω συνοπτικά την εκδοχή εκάστου μάρτυρα, ενώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα αναφερθώ με περαιτέρω λεπτομέρεια στα όσα ο κάθε μάρτυρας υποστήριξε (βλ. Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α. (1990) 1 Α.Α.Δ 35).

 

            Ο ΜΑ1, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Στην γραπτή του δήλωση, ο μάρτυρας περιγράφει την εμπειρία του στη διαχείριση επιχειρήσεων και την σχέση του με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, η οποία μετοίκισε στην Πέγεια με τα τρία της παιδιά διαμένοντας στην οικία του μάρτυρα, ο οποίος αποφάσισε να λειτουργήσει την επιχείρηση ιατρικού κέντρου στην Πέγεια, πληρώνοντας στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 τα ενοίκια, έναντι απόδειξης, προτού συσταθεί η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Λόγω του ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη νοσοκόμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και λόγω του ότι θα εργαζόταν στην επιχείρηση, ο ίδιος του αποφάσισε να της παραχωρήσει μετοχικό κεφάλαιο σε ποσοστό 20%. Κατά ή περί την 29.11.12, η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, είχε εγγραφεί ως ιδιωτική εταιρεία. Σύμφωνα με το τεκμήριο 5, ο μάρτυρας κατείχε 800 μετοχές και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, 200 μετοχές και οι δύο τους ορίστηκαν ως διευθυντές.

 

            Σύμφωνα με τον μάρτυρα, την 1.12.12, υπογράφηκε σύμβαση μίσθωσης μεταξύ της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, ιδιοκτήτριας του υποστατικού στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και του ιδίου, ως ισχυρίζεται, για λογαριασμό της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, για την μίσθωση του κτιρίου για δύο χρόνια με αυτόματη ανανέωση για άλλα δύο έτη. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε ως τεκμήριο 6. Μέχρι την 1.12.14, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν απέστειλε ειδοποίηση στο άλλο και η μίσθωση ανανεώθηκε όπως αναμενόταν. Στις 10.12.13, τέθηκε σε λειτουργία ο μοναδικός τραπεζικός λογαριασμός της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, οι καταστάσεις του οποίου κατατέθηκαν ως τεκμήριο 7.

 

            Ο μάρτυρας στη συνέχεια αναφέρεται στις εργασίες οι οποίες απαιτήθηκαν για την διαμόρφωση του χώρου με σκοπό να λειτουργήσει ως ιατρικό κέντρο, με χρηματοδότηση από την εταιρεία που διατηρούσε ο ίδιος, εναγόμενη 4, στην οποία οφείλεται το ποσό των €112.00 πλέον τόκοι. Είχε επίσης συμφωνηθεί μεταξύ του και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, ότι αυτή θα λαμβάνει καθαρό μηνιαίο μισθό ύψους €1.000 ενώ ο ίδιος του δεν θα λάμβανε οποιοδήποτε μισθό.

 

            Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015, ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι η επιχείρηση επεκτάθηκε προσθέτοντας οδοντίατρο και το ιατρικό κέντρο είχε γίνει ευρέως γνωστό, δημιουργώντας συνεργασίες με ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων.

 

            Περί τον Αύγουστο του 2015, η σχέση του με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, είχε καταρρεύσει, εφόσον η ανήλικη κόρη της είχε ψευδώς ισχυριστεί ότι την είχε αγγίξει ανάρμοστα, υποστηρίζοντας ότι όλη αυτή η ιστορία ήταν κατασκευασμένη για να τον παγιδεύσει και να αναλάβει την εταιρεία η ίδια της χωρίς την συμμετοχή του. Περί τον Δεκέμβριο του 2015, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 καθόρισε τον μηνιαίο μισθό της σε €3.500 χωρίς ο ίδιος του να είναι σύμφωνος. Εν τέλει, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 κατήγγειλε τον μάρτυρα στην Αστυνομία περί τον Ιανουάριο του 2016 όταν αυτός βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο και είχε συλληφθεί κατά την άφιξη του στην Κύπρο τον Φεβρουάριο του 2016. Σύμφωνα με το τεκμήριο 13, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, με ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερομηνίας 9.2.16, ECLI:CY:AD:2016:D147 προς τον ελεγκτικό οίκο KPMG, υπέβαλε την παραίτηση της από την θέση της διευθύντριας και δεν παρευρέθηκε στην εργασία της. Ο ίδιος του είχε αποδεχτεί την παραίτηση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 λόγω της αύξησης στον μηνιαίο μισθό της, την οποία είχε καθορίσει αυθαίρετα και επέστρεψε στην εργασία του στο ιατρικό κέντρο στις 19.2.16, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για να αφεθεί ελεύθερους με όρους μέχρι την δίκη του. Ενώ το ιατρικό κέντρο και ο ίδιος του εργάζονταν κανονικά, στις 29.3.16 ενημερώθηκε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 θα μεταβεί στο ιατρικό κέντρο και έτσι ο ίδιος του δεν είχε πάει. Ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων της οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι η παραίτηση της ήταν προϊόν ψυχολογικής πίεσης και ήταν άκυρη, ανακοινώνοντας ότι αυτή θα αναλάβει εκ νέου τον ρόλο της ως διευθύντρια.

 

            Ακολούθησε η έκδοση του προσωρινού διατάγματος το οποίο εξασφάλισε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, δια του οποίου απαγορεύτηκε στον ίδιο η όποια εμπλοκή του με την εταιρεία. Ισχυρίζεται όμως ότι έκτοτε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 οδήγησε την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα σε οικονομική καταστροφή, ενώ μέχρι τον Ιανουάριο του 2016, οι δύο κλινικές τις οποίες διατηρούσε η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα είχαν πέραν των 12.000 ασθενών και ο ετήσιος κύκλος εργασιών μέσω ηλεκτρονικών πληρωμών μόνο, ήταν περίπου €400.000. Μετά από τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος επιτράπηκε στον ίδιο να μεταφέρει από λογαριασμό της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ποσό €2.500 σε λογαριασμό της εναγόμενης 4 για την αποπληρωμή του δανείου το οποίο παραχωρήθηκε προς την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα.

 

            Περιγράφει στην συνέχεια την σταδιακή οικονομική κατάρρευση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, για λόγους τους οποίους αποδίδει στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και τις αυθαίρετες αποφάσεις της για τις οποίες ουδέποτε ενημέρωνε τον ίδιο, με αποτέλεσμα ενώ εξέτιε την ποινή φυλάκισης που του είχε επιβληθεί, να πληροφορηθεί από τους ΜΑ2 και ΜΑ3, ότι είχε ιδρύσει την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 εταιρεία την 1.8.18 και η ίδια της εγκατέλειψε την Κύπρο περί το 2020, αφήνοντας πίσω χρέη και υποχρεώσεις. Πληροφορήθηκε επίσης ότι οι ετήσιες εκθέσεις που αφορούσαν την εταιρεία δεν ετοιμάζονταν εμπρόθεσμα και προς τούτο κατέθεσε το τεκμήριο 23. Παρά τις επιστολές του προς την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και στους δικηγόρους της για την εξεύρεση λύσης ως προς την διοίκηση της εταιρείας, δεν υπήρχε οποιαδήποτε ανταπόκριση. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 20 – 24.

 

            Ως ισχυρίζεται, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 διοχέτευσε όλη την περιουσία και πελατολόγιο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, η οποία συνέχισε να λειτουργεί την επιχείρηση του ιατρικού κέντρου, αφήνοντας εκτεθειμένη την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα στις οικονομικές της υποχρεώσεις, ως φαίνεται στο τεκμήριο 29.  Δημιούργησε επίσης την εντύπωση στο κοινό ότι επρόκειτο για το ίδιο ιατρικό κέντρο, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες τεκμήριο 30. Ο δε εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 ενώ αρχικά ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί μαζί του αναγνωρίζοντας την συνεισφορά του στην δημιουργία της επιχείρησης, ξαφνικά και αυτός είχε σταματήσει την επικοινωνία μαζί του, ως φαίνεται στα τεκμήρια 26 και 28.

 

            Στην συνέχεια από τα στοιχεία που είχε περισυλλέξει, διαπίστωσε ότι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 3 πλαστογράφησαν την μίσθωση του υποστατικού και άλλαξαν το όνομα του ενοικιαστή από αυτό της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας στο όνομα της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 και κατέθεσε προς τούτο το τεκμήριο 31, ενώ η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι η αρχική συμφωνία είχε ακυρωθεί από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Ουδέποτε όμως η συμφωνία μίσθωσης είχε ακυρωθεί από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, η οποία από τον Αύγουστο του 2018 μέχρι σήμερα έχει παρεμποδιστεί από τα δικαιώματα της για την μίσθωση του υποστατικού, επειδή οι κλειδαριές έχουν αλλάξει. Οι δε εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 4 κατέβαλαν παράνομα το υποστατικό ενώ ο τελευταίος από τον Φεβρουάριο του 2020 συνέχισε να κατέχει παράνομα το υποστατικό της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας μέσω των παράνομων συμφωνιών που είχε καταρτίσει η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3. Λόγω έλλειψης στοιχειών που αφορούν την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ο μάρτυρας παρουσίασε την οικονομική κατάσταση μόνο των ετών 2015 – 2017, σύμφωνα με την οποία κατά το 2017 υπήρξε μείωση των εσόδων κατά το ήμισυ, αλλά οι δαπάνες είχαν αυξηθεί, οδηγώντας την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα σε οικονομική καταστροφή εξ υπαιτιότητας την πράξεων και αποφάσεων των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων.

 

            Η ΜΑ2, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Η μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, στην οποία προσλήφθηκε περί τον Ιούνιο του 2014 ως ρεσέψιονιστ. Οι διευθυντές της εταιρείας φάνηκαν να ήταν μία φανταστική ομάδα αφοσιωμένη στο ιατρικό κέντρο και στην οδοντιατρική κλινική. Το ιατρικό κέντρο παρείχε προοδευτικές και σύγχρονες υπηρεσίες και όλοι οι ντόπιοι και παραθεριστές ήταν πανευτυχείς για τις υπηρεσίες που πρόσφερε το κέντρο. Ο ρόλος του ΜΑ1, ήταν κυρίως να διαχειρίζεται την πρόσληψη προσωπικού και προωθούσε την διαφήμιση του κέντρου, χειριζόταν τα τεχνικά θέματα και αποφάσιζε για τις χρεώσεις. Ο ρόλος της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 ήταν να συμβουλεύει τους ασθενείς σε θέματα υγείας, να παραγγέλνει ιατρικές προμήθειες και παρακολουθούσε στενά τους ιατρούς. Ήταν πεπειραμένη νοσοκόμα και δημοφιλής στους ασθενείς, καθώς επίσης φρόντιζε να πληρώνει μερικούς λογαριασμούς. Περί τον Αύγουστο του 2015, είχε αντιληφθεί ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά στην σχέση του ΜΑ1 με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ενώ συνέχισαν την δουλειά τους. Γύρω στον Δεκέμβριο του 2015 κυκλοφόρησαν φήμες για την κατηγορία του ΜΑ1 από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 περί του ότι αυτός είχε συμπεριφερθεί ανάρμοστα στην κόρη της, όπου ακολούθησε η καταγγελία του στην Αστυνομία. Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 τότε δεν πήγαινε πολύ στην δουλειά και ο πρώην σύζυγος της είχε έρθει στην Κύπρο, όπου έστελνε μηνύματα σε πελάτες των επιχειρήσεων του ΜΑ1 σχετικά με τις κατηγορίες. Η ίδια της εκείνο το διάστημα απουσίαζε για τρεις εβδομάδες και πληροφορήθηκε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 είχε παραιτηθεί. Η ίδια της επίσης επισκέφθηκε τον ΜΑ1 στην φυλακή όπου κρατείτο, ο οποίος της επιβεβαίωσε την παραίτηση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 και την καθησύχασε ότι θα επιστρέψει στην επιχείρηση, όπως και έγινε στις 17.2.16, αναθέτοντας της περισσότερα καθήκοντα δίδοντας της προαγωγή στην θέση practice manager, εκπαιδεύοντας την στο λογιστικό σύστημα QuickBooks, προσφέροντας της αύξηση μισθού. Έκτοτε η μάρτυρας είχε πρόσβαση στα ως άνω βιβλία της εταιρείας κάνοντας βασική λογιστική και προέβαινε σε διάφορες πληρωμές. Είχε περιορισμένη πρόσβαση στο σύστημα, δηλαδή μπορούσε να εισάγει δεδομένα αλλά δεν μπορούσε να δει το τραπεζικό υπόλοιπο της εταιρείας ή άλλα ευαίσθητα δεδομένα. Ούτε είχε πρόσβαση σε λογαριασμούς κερδών και ζημιών. Μπορούσε μόνο να εισάγει έσοδα και έξοδα. Στις 29.2.16, ξαφνικά η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε στο ιατρικό κέντρο και θεώρησε ορθό να ενημερώσει προς τούτο τον ΜΑ1, ο οποίος δεν πήγε στο ιατρικό κέντρο και ζήτησε να συναντηθεί με το προσωπικό. Στην εν λόγω συνάντηση ο ΜΑ1 ανέφερε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 είχε παραιτηθεί και απέσυρε κεφάλαια της εταιρείας χωρίς άδεια, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η οικονομική σταθερότητα της εταιρείας. Περί τις 9.3.16, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, επέστρεψε στο ιατρικό κέντρο μετά την εξασφάλιση διατάγματος το οποίο της έδωσε πλήρη έλεγχο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Έκτοτε, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, λάμβανε μετρητά όποτε ήθελε από την εταιρεία, δεν μπορούσε να διαχειριστεί σωστά την εταιρεία και την επιχείρηση, απαιτούσε από το προσωπικό να την συνοδεύει σε βραδινές εξόδους και ενδιαφερόταν περισσότερο για διασκέδαση και τα παιδιά της διέμεναν με τους γονείς της, οι οποίοι την έψαχναν.

 

            Γύρω στον Ιούλιο του 2016 η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, ήρθε σε ρήξη με τον ιατρό του κέντρου, κο Γ. Ανδρεάδη, ο οποίος ήταν απογοητευμένος από τον μονομερή έλεγχο της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, η οποία εν τέλει τον απέλυσε. Η εταιρεία για το έτος 2016 είχε καταφέρει να είναι καλά οικονομικά λόγω των συμφωνιών του ΜΑ1 με ιδιωτικές κλινικές για εισαγωγή ασθενών. Περί το 2017, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 είχε συνάψει σχέσεις με κάποιο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στην φωτογραφία τεκμήριο 1 στην γραπτή της δήλωση, με τον οποίο ξεκίνησαν μία επιχείρηση καλούμενη “Surgery In The Sun”, όπως επίσης είχε προχωρήσει στην δημιουργία ενός άλλου ιατρικού κέντρου και μίας καφετέριας, με άλλο ιατρό από το ιατρικό κέντρο.

 

            Στις 6.11.17, ο ΜΑ1 είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση αλλά μετά από το συμβάν αυτό δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στον αριθμό των ασθενών. Περί το 2017 η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 της είχε ζητήσει να μην εισάγει άλλες πληροφορίες στο ηλεκτρονικό σύστημα και την ενημέρωσε περί τον Απρίλιο του 2018 ότι ο τραπεζικός λογαριασμός της εταιρείας θα έκλεινε, αναφέροντας της ότι, ήταν ενθουσιασμένη γιατί ο ΜΑ1 δεν θα μπορούσε πλέον να παίρνει χρήματα από τον λογαριασμό. Της είχε αναφέρει επίσης ότι η εταιρεία θα λειτουργούσε μόνο με μετρητά, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για άνοιγμα λογαριασμού σε άλλη τράπεζα.

 

            Περί τον Αύγουστο του 2018, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, τους ανακοίνωσε ότι θα συσταθεί η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 εταιρεία, ως την είχαν συμβουλεύσει οι δικηγόροι της. Ως εκ τούτου εγκαταστάθηκε νέο τερματικό πιστωτικών καρτών και τα οφειλόμενα προς την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα εκτράπηκαν προς τη νέα εταιρεία. Άλλαξε επίσης τις συμβάσεις του προσωπικού, αλλά όχι των προμηθευτών, οι οποίοι κάποιοι είχαν πληρωθεί, αλλά πολλοί όχι. Δεν έγινε κάποια αλλαγή στο κτίριο ή στον αριθμό τηλεφώνου. Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη της είχε ζητήσει να φωτοτυπήσει το ενοικιαστήριο έγγραφο και στη συνέχεια χρησιμοποίησε το tipex για να αλλάξει την μίσθωση στο όνομα της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, ζητώντας της στην συνέχεια να μαρτυρήσει για την υπογραφή της. Είχε ρωτήσει εάν υπήρχαν νομικές συνέπειες για την υπογραφή της όπου η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, της απάντησε αρνητικά. Δεν είχε δει την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 ή τον σύζυγο της να υπογράφουν το έγγραφο και παρέμεινε η υπογραφή από την αρχική συμφωνία. Τον Αύγουστο του 2018 πληροφορήθηκε ότι η οδοντιατρική κλινική θα λειτουργούσε αποκλειστικά από τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, πληρώνοντας μηνιαίως το ποσό των €1.200 και τα έσοδα θα πήγαιναν σε αυτόν για τις οδοντιατρικές υπηρεσίες και η μάρτυρας του είχε ανέφερε ότι όλα αυτά της φαίνονταν επιπόλαια. Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 πώλησε επίσης σε άλλο ιατρό του κέντρου το ιατρικό κέντρο που διατηρούσε στον Κόλπο των Κοραλλίων λαμβάνοντας το ποσό των €15.000. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 της είχε ζητήσει δάνειο για το ποσό των €7.000, το οποίο έλαβε για λογαριασμό της. Αναφέρεται στη συνέχεια στην ανησυχία της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 για την εγγραφή του ιατρικού κέντρου στο ΓΕΣΥ, όπου αυτό δεν ήταν εφικτό όπως έλεγε η τελευταία, ενώ η ίδια της, είχε πληροφορηθεί ότι αυτό μπορούσε να γίνει. Υποστήριξε επίσης ότι πάνω από 13.000 ασθενείς ήταν εγγεγραμμένοι στο ιατρικό κέντρο πριν η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 αλλάξει την εταιρεία. Πληροφορήθηκε επίσης ότι κάθε ιατρός θα μπορούσε να εγγράψει έως 2500 ασθενείς λαμβάνοντας περίπου €20.000 μηνιαίως ενώ όσοι ασθενείς τους δεν θα μπορούσαν να εγγραφούν στο ΓΕΣΥ θα παρέμεναν ως ιδιωτικοί ασθενείς. Τότε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 έπρεπε να συνεργαστεί με ιατρό με εγγραφή στο ΓΕΣΥ και συνεργάστηκε με την κα Μαχαιρά. Η μάρτυρας ανέλαβε την διαδικασία εγγραφής των ασθενών στην ως άνω ιατρό, όπου κατέγραψε 600 ασθενείς. Τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του 2019, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 της ανέφερε ότι δεν μπορούσε να πληρώσει τους μισθούς λόγω προβλήματος στις ταμειακές ροές και αυτό θα λυνόταν τον Ιανουάριο. Αντ’ αυτού, κλήθηκε στις 17.1.20, λέγοντας της ότι ο μισθός της ήταν υψηλός και θα έπρεπε να αποχωρήσει ή να μειωθεί ο μισθός της. Η συμπεριφορά της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 ήταν άθλια και στις 23.1.20 έλαβε επιστολή τερματισμού της απασχόλησης της, προσφέροντας της την θέση ρεσέψιονιστ με χαμηλότερο μισθό. Η μάρτυρας δεν αποδέχτηκε την προσφορά και ρώτησε επίσης για την αποπληρωμή του δανείου το οποίο έλαβε για λογαριασμό της, ενώ η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 της είπε «Φύγε τώρα». Τότε η μάρτυρας μετέβηκε στο γραφείο εργασίας και κοινωνικών ασφαλίσεων, όπου πληροφορήθηκε ότι δεν είχαν καταβληθεί οι εισφορές της από τον Αύγουστο του 2019. Έκτοτε δεν είχε επαφή με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και γύρω στα τέλη Ιανουαρίου πληροφορήθηκε ότι η κα Μαχαιρά είχε δημιουργήσει την δική της κλινική. Έμαθε επίσης ότι περί την 15.2.20 η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 είχε εγκαταλείψει την Κύπρο, αφήνοντας πολλά χρέη. Τότε επικοινώνησε με τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, με τον οποίο συμφώνησαν να επικοινωνήσουν με τον ΜΑ1, εφόσον αμφότεροι αναγνώρισαν ότι όλα ανήκουν στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Η ίδια της επίσης, μετά από παράκληση του ΜΑ1, ετοίμασε γραπτό μήνυμα ημερομηνίας 12.3.20 προς τον ΜΑ1 περιγράφοντας του την όλη κατάσταση και τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 στην γραπτή της δήλωση. Στην συνέχεια ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4, αγνοούσε τα μηνύματα της μάρτυρος, ώσπου πληροφορήθηκε ότι ο ίδιος του θα αναλάμβανε το κτίριο.

 

            Ο ΜΑ3, κατέθεσε ως μέρους της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Ο μάρτυρας από το 2015 μέχρι το 2022 εργοδοτείτο από την εναγόμενη 4. Ο μάρτυρας περιγράφει την επαγγελματική του δραστηριότητα και την επαγγελματική του σχέση με τον ΜΑ1, υποστηρίζοντας την εντιμότητα του αλλά και το ότι οι ισχυρισμοί εναντίον του σε σχέση με την καταγγελία που έγινε εναντίον του από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ήταν ψευδής. Κατά την δίκη του ΜΑ1, ο μάρτυρας με άλλο φίλο του ΜΑ1, τον κο Rhodes, ο οποίος διορίστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ΜΑ1 από 26.3.16, ετοιμάστηκαν για το ενδεχόμενο καταδίκης του, όπου θα συνεργάζονταν για τις επιχειρήσεις του ΜΑ1, περιλαμβανομένης και της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Ο κος Rhodes είχε επίσης τους κωδικούς για παρακολούθηση των τραπεζικών λογαριασμών της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Υποστηρίζει ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δυσκολεύει τον ΜΑ1 και έπληξε την ρευστότητα της εναγόμενης 3 και 4. Λίγες μέρες πριν την καταδίκη του ΜΑ1, ο τελευταίος του είχε υποδείξει πληρωμές για μεγάλα ποσά που έγιναν από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, ήτοι σύνολο περίπου €12.500, οι οποίες δεν σχετίζονταν με την φυσιολογική λειτουργία της εταιρείας. Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ανέφερε στον ίδιο, όταν την είχε εντοπίσει τα γραφεία της εναγόμενης 4 τα οποία βρίσκονταν στο πατάρι του ιατρικού κέντρου, ότι θα έκανε ότι ήθελε μετά την καταδίκη του ΜΑ1.

 

            Κατά ή περί την 19.4.18 η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 συγκάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας η οποία προγραμματίστηκε για την 18.5.18. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 37 την εν λόγω επιστολή, από την οποία έλαβε από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του ΜΑ1 στο οποίο είχε πρόσβαση. Ο κος Rhodes επικοινώνησε μέσω του τεκμηρίου 38 με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ζητώντας διευκρινήσεις για την ημερήσια διάταξη και ζητούσε να προστεθεί στην ημερήσια διάταξη την αντικατάσταση του ΜΑ1 ως διευθυντή της εταιρείας. Ο μάρτυρας παρευρέθηκε στην γενική συνέλευση στις 18.5.18, όπου ενημερώθηκε από τον συνήγορο της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, ότι ο τραπεζικός λογαριασμός της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας έχει παγοποιηθεί, υποτίθεται λόγω της φυλάκισης του ΜΑ1, με αποτέλεσμα η εταιρεία να λειτουργεί με ρευστά και λόγω αυτού οι πληρωμές προς την εναγόμενη 4 δεν θα συνεχίζονταν. Ενημερώθηκε επίσης ότι ο σύζυγος της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, κος Χάρης, επέδωσε επιστολή έξωσης στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, χωρίς να παρουσιαστεί τέτοια επιστολή. Κατά την συνάντηση, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 αρνείτο να απαντήσει σε ερωτήσεις και συμπεριφερόταν με έλλειψη επαγγελματισμού.

 

            Ακολούθησαν ηλεκτρονικές επιστολές του ΜΑ1 οι οποίες αποστέλλονταν στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, μέσω του κου Rhodes, οι οποίες δεν απαντήθηκαν ποτέ και ουδέποτε πραγματοποιήθηκε άλλη γενική συνέλευση, ενώ ένα εκ των θεμάτων που είχε προταθεί για την ημερήσια διάταξη ήταν η απομάκρυνση του ΜΑ1 από διευθυντή της εταιρείας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, από τον Ιούνιο του 2018 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020 ο ΜΑ1 μέσω του ιδίου παρακολουθούσε την πρόοδο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, ενώ έκτοτε ο μόνος τρόπος να ενημερώνονται ήταν μέσω της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης Facebook και μέσω κάποιων επισκέψεων τις οποίες ο ίδιος πραγματοποίησε στα υποστατικά της εταιρείας, κατά τις οποίες έλαβε τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 31, τις οποίες αναγνώρισε. Οι δε επιστολές προς την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, τεκμήρια 37 – 39, ουδέποτε απαντήθηκαν. Περί τον Φεβρουάριο του 2020 ο μάρτυρας ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του ΜΑ1 ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 είχε εγκαταλείψει την Κύπρο και ο ΜΑ1 του είχε ζητήσει να μεταβεί στην Πάφο στα γραφεία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Εκεί συνάντησε τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4 με τον σύζυγο της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, όπου ο πρώτος του ανέφερε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 «τα έκανε χάλια» και ο ίδιος του γνώριζε ότι το κτίριο είναι του ΜΑ1. Του ανέφερε επίσης ότι λόγω πολλών χρεών σε προμηθευτές προσπαθούσε να απομακρύνει τον εξοπλισμό από το υποστατικό. Υποστηρίζει ότι ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 κατά την ως άνω συνάντηση του εξέφρασε την επιθυμία να γίνουν τα πράγματα όπως παλιά και θα ήθελε να συναντήσει τον ΜΑ1, ενώ στην συνέχεια δεν ανταποκρινόταν στα τηλεφωνήματα και μηνύματα του και κατέθεσε προς τούτο το τεκμήριο 40. Στις 2.6.20 μετέβηκε εκ νέου στο υποστατικό όπου έλαβε φωτογραφίες, μέρος του τεκμηρίου 31. Μετά την αποφυλάκιση του ΜΑ1, μετέβησαν μαζί στον Δήμο Πέγειας, όπου ενημερώθηκαν ότι το κτίριο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας παρέμεινε εγγεγραμμένο κάτω από την ίδια επωνυμία του ιατρικού κέντρου της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και πως ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 είχε παρευρεθεί με τον σύζυγο της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 για να πληρώσουν λογαριασμούς της εταιρείας σε διάφορες περιπτώσεις. Υποστηρίζει τέλος, ότι όλες οι επιχειρήσεις του ΜΑ1 μετά την φυλάκιση του λειτουργούσαν κανονικά και δεν είχαν επηρεαστεί, ενώ η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 κατά τη διάρκεια αυτή κατάστρεψε την επιτυχημένη εταιρεία.

 

            Ο ΜΑ4, κος Παναγιώτου γραφολόγος, τα προσόντα και εμπειρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, παρουσιάστηκε για να εκφράσει τα συμπεράσματα του αναφορικά με την εξέταση του τεκμηρίου 6, το ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε σε πρωτότυπη μορφή και το οποίο είχε συγκρίνει με το τεκμήριο 32, το οποίο επίσης αποτελεί ενοικιαστήριο έγγραφο σε αντίγραφο. Ο μάρτυρας περιέγραψε τον τρόπο εξέτασης των δύο εγγράφων, υποστηρίζοντας ότι συγκρίνοντας τις δύο υπογραφές στα δύο έγγραφα της Χρυστάλλας Κυριάκου, διαπίστωσε πλήρη ταύτιση των δύο υπογραφών σε όλα τα σημεία, ενώ σύμφωνα με τους κανόνες δικανικής γραφολογίας σε καμία περίπτωση δύο υπογραφές μπορούν να είναι ταυτόσημες και αν παρατηρείται κάτι τέτοιο σημαίνει ότι μία εκ των δύο είναι πλαστή. Κατέληξε επίσης ότι είναι απόλυτα σίγουρος ότι το τεκμήριο 32 είναι πλαστό έγγραφο. Παρατήρησε επίσης ότι στο τεκμήριο 6 στην θέση μάρτυρα υπάρχει ο αριθμός «686814» στο σημείο 2, ενώ κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στο τεκμήριο 32. Όπως επίσης στο σημείο υπογραφής του ενοικιαστή στο τεκμήριο 32, η υπογραφή είναι πολύ διαφορετική από αυτήν του τεκμηρίου 6. Στο τεκμήριο 6 αναφέρεται η χρήση καταστήματος σε “medical center” ενώ στο τεκμήριο 32 αναφέρεται η χρήση του ως “medical offices”. Διαπίστωσε επίσης ότι η ημερομηνία στα δύο έγγραφα είναι η ίδια αλλά γραμμένη εκ νέου εφόσον ο τύπος γραμμάτων δεν είναι ο ίδιος. Διαπιστώνει επίσης στο τεκμήριο 32 τα γράμματα στο σημείο του ενοικίου μικτή γραφή μικρών και κεφαλαίων γραμμάτων στην δεξιά πλευρά τα οποία βρίσκονται εκτός πλαισίου, κάτι που δεν παρατηρείται στο τεκμήριο 6.

 

            Ερωτηθείς κατά πόσο θα  μπορούσε να εκφέρει άποψη για το ότι το τεκμήριο 32 είναι η φωτοτυπημένη εκδοχή του τεκμηρίου 6, στο οποίο παρέμεινε μόνο η υπογραφή της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, απάντησε ότι αυτό μπορεί να συμβεί, θα μπορούσε να είναι το ίδιο ή άλλο έγγραφο και δεν μπορεί να καθορίσει ποιας γενιάς είναι η φωτοτυπία, δηλαδή εάν είναι το πρώτο, δεύτερο, τρίτο κλπ αντίγραφο. Το πρωτότυπο του τεκμηρίου 32 δεν είχε δοθεί στον μάρτυρα γιατί δεν βρισκόταν στην κατοχή της πλευράς της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας.

 

            Από πλευράς υπεράσπισης, πρώτη μάρτυρας παρουσιάστηκε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, η οποία κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Η μάρτυρας είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου το οποίο βρίσκεται στην οδό Μιχαλάκη Κυπριανού αρ. 58 στην Πέγεια το οποίο αποτελείται από δύο καταστήματα, ως φαίνεται στο τεκμήριο 9 φωτογραφίες αρ. 14Α και 14Ε. Ο σύζυγος της είναι το πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται τα εν λόγω καταστήματα και η ίδια της υπογράφει την σύμβαση ενοικίασης. Αν και η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, παρουσιάζει την μάρτυρα ως επαγγελματία ιδιοκτήτρια ακινήτων, η ίδια της υποστηρίζει ότι μόνο τα εν λόγω καταστήματα της ανήκουν, τα οποία ενοικιάστηκαν για πρώτη φορά σε τραπεζικό ίδρυμα και έπειτα στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και το διπλανό κατάστημα ενοικιάστηκε ως φαρμακείο. Οι δε φωτογραφίες του τεκμηρίου 33 απεικονίζουν ως ισχυρίστηκε καταστήματα ιδιοκτησίας των παιδιών της τα οποία εκμεταλλεύονται αυτά, ενώ η ίδια της δεν έχει κάποια σχέση με αυτά. Αναγνώρισε την υπογραφή της στο τεκμήριο 6 το οποίο υπογράφηκε για την ενοικίαση προς την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και εξ όσων θυμάται ουδέποτε υπογράφηκε ανανέωση για την ενοικίαση αυτή. Ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την μετοχική δομή της εταιρείας και έβλεπε την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 στο υποστατικό και είχε πληροφορηθεί από τον σύζυγο της ότι ο ΜΑ1 λειτουργούσε εκεί ραδιοφωνικό σταθμό. Όταν ο ΜΑ1 αντιμετώπιζε ποινική δίωξη, ο σύζυγος της την ενημέρωσε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 τον διαβεβαίωσε ότι το ιατρικό κέντρο θα λειτουργεί κανονικά και θα πληρώνει το ενοίκιο. Θυμάται ότι το καλοκαίρι του 2018 ο σύζυγος της, είχε αναφέρει ότι τον ενημέρωσε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει η ενοικίαση στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα λόγω του ότι ο λογαριασμός της είχε κλείσει και τερμάτισε την ενοικίαση προφορικά. Μετά από κάποιες ημέρες, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ζήτησε από τον σύζυγο της να υπογραφεί νέα συμφωνία, την οποία υπέγραψε, σε έγγραφο το οποίο η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 έδωσε στον σύζυγο της. Αναγνώρισε το τεκμήριο 32, ως το νέο έγγραφο το οποίο υπέγραψε. Εκ των υστέρων και μόλις τον Ιούνιο του 2020, διαπιστώθηκε από αλληλογραφία που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ των δικηγόρων ότι το τεκμήριο 32 φέρει ημερομηνία 1.12.12, την οποία δεν γνωρίζει ποιος είχε αναγράψει. Περί τον Φεβρουάριο του 2020 ενημερώθηκε από τον σύζυγο της ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 εγκατέλειψε την Κύπρο και σύστησε ως νέο ενοικιαστή τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4. Κατέθεσε ως τεκμήριο 41 την επιστολή τερματισμού της ενοικίασης ημερομηνίας 14.2.20. Ο σύζυγος της μάρτυρος αποθήκευσε τον εξοπλισμό και τα έπιπλα του ιατρικού κέντρου σε διαμέρισμα του υιού τους, τα οποία καταγράφονται στην έκθεση υπεράσπισης. Ακολούθως περί την 1.4.20 υπογράφηκε νέα συμφωνία με τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, τεκμήριο 42. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 43 – 47, αλληλογραφία των δικηγόρων των δύο πλευρών, με την οποία γίνεται προσπάθεια παραλαβής του εξοπλισμού από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, με την προϋπόθεση ότι αποδειχθεί η ιδιοκτησία του. Περί τον Νοέμβριο του 2023 είχε διευθετηθεί συνάντηση για παραλαβή του εξοπλισμού στην παρουσία και του συζύγου της και του ΜΑ1, ο οποίος αρνήθηκε να τον παραλάβει, εγκαταλείποντας οριστικά την εν λόγω περιουσία.

 

            Ο σύζυγος της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 – ΜΥ2, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε. Ο μάρτυρας επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα ανέφερε η ΜΥ1, προσθέτοντας κάποια γεγονότα στα οποία ο ίδιος είχε εμπλοκή, όπως την συζήτηση που είχε αρχικά με τον ΜΑ1 και την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 για την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης, αλλά και την κατάρτιση της συμφωνίας ενοικίασης με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, η οποία υπογράφηκε από την ΜΥ1 και τον ίδιο ως μάρτυρα, ενώ το πρωτότυπο είχε δοθεί στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Αναφέρεται επίσης σε ένα συμβάν κατά το οποίο ο ΜΑ3 επισκέφθηκε το κατάστημα απαιτώντας να του δοθούν πληροφορίες για την επιχείρηση λέγοντας του ότι όταν αποφυλακιστεί ο ΜΑ1 θα πρέπει να του παραδοθεί το ακίνητο, εκφοβίζοντας τους επίσης ότι θα βρει τον μπελά του. Μετά από αυτήν την επίσκεψη που έγινε περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2024, δεν υπήρξε άλλη ενόχληση. Αναφέρει επίσης ότι περί το καλοκαίρι του 2020 είχε δει τον ΜΑ3 να βγάζει φωτογραφίες του κτιρίου.

 

            Τέλος, ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 - ΜΥ3, κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Στ. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τον Οκτώβριο του 2012 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με την οικογένεια του και άνοιξε οδοντιατρείο στην Πάφο, το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα, δημιουργώντας το δικό του πελατολόγιο. Περί τον Σεπτέμβριο του 2013, εκδήλωσε ενδιαφέρον για εργοδότηση του από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, όπου και συναντήθηκε με τον ΜΑ1 και την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και μετά από συζήτηση κατέληξαν σε συμφωνία εργοδότησης. Μέχρι και τον Μάρτιο του 2016, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 έδιδε την εντύπωση ότι ήταν η υπεύθυνη του ιατρικού κέντρου και είχε την εποπτεία της διαχείρισης της καθημερινής λειτουργίας και αναγκών του ιατρικού κέντρου. Αρχικά ο ΜΑ1 ήταν αυτός που έδειχνε ότι ασχολείτο με τα οικονομικά ζητήματα και είχαν επικοινωνία μαζί του ως προς το κόστος των υλικών και άλλων αναλώσιμων που χρειαζόταν το οδοντιατρείο. Σε μεταγενέστερο χρόνο και με την δημιουργία ραδιοφωνικού σταθμού, ο ΜΑ1 ασχολείτο κυρίως με αυτόν. Δεν γνώριζε ούτε ενδιαφέρθηκε να μάθει για την εταιρική δομή της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και γνώριζε μόνο ότι ο ΜΑ1 και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ήταν ζευγάρι και είχαν δημιουργήσει το ιατρικό κέντρο στο οποίο εργοδοτήθηκε. Περίπου τον Οκτώβριο του 2014 λόγω του ότι τα έξοδα του οδοντιατρείου ήταν πάρα πολλά σε σχέση με τα έσοδα αποφασίστηκε η αλλαγή του καθεστώτος εργοδότησης από μισθωτοί σε παρόχους υπηρεσιών και αμειβόταν αναλόγως των ημερών που εργαζόταν στο ιατρικό κέντρο, όπου εργαζόταν εναλλάξ με τον άλλο οδοντίατρο που απασχολούσε το κέντρο. Μετά την δίωξη του ΜΑ1, ενημερώθηκαν από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ότι είχε εξασφαλιστεί κάποιο διάταγμα και πλέον η ίδια της θα αναλάμβανε την λειτουργία του ιατρικού κέντρου. Θυμάται ότι όταν έγινε γνωστή η δίωξη του ΜΑ1, πολλοί ασθενείς ακύρωσαν τα ραντεβού τους και ο κύκλος εργασιών του κέντρου είχε πληγεί, ενώ το οδοντιατρείο ουδέποτε επανήλθε στα επίπεδα που είχε  προηγουμένως. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν ο τερματισμός των υπηρεσιών του άλλου οδοντίατρου και ο ίδιος του παρέμεινε ως ο μοναδικός οδοντίατρος. Με την καταδίκη του ΜΑ1, το πελατολόγιο μειώθηκε δραματικά ενώ η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 τους είχε διαβεβαιώσει ότι η ίδια θα συνεχίσει να εργάζεται και να λειτουργεί το ιατρικό κέντρο. Περιγράφει στην συνέχεια την απόφαση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 να γίνονται όλες οι πληρωμές σε μετρητά λόγω παγοποίησης του λογαριασμού περί το Πάσχα του 2018 και την αύξηση των οφειλών σε προμηθευτές λόγω μειωμένης ρευστότητας της εταιρείας, ενώ του ανακοίνωσε ότι δεν θα μπορούσε να τον εργοδοτεί. Μετά από κάποιες ημέρες, του ανέφερε ότι θα δημιουργούσε άλλη εταιρεία και αν επιθυμούσε θα μπορούσαν να συνεργαστούν. Συμφώνησαν όπως από 1.8.18 ενοικιάσει τον χώρο που λειτουργούσε ως οδοντιατρείο από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 έναντι ενοικίου ύψους €1.200, σύμφωνα με το τεκμήριο 48. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2020 ενημερώθηκε από την οδοντιατρική βοηθό, ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 εγκατέλειψε την Κύπρο και άφησε επιστολή τερματισμού ενοικίασης την οποία ζήτησε να δοθεί στον ΜΥ2, προτείνοντας τον μάρτυρα ως ενοικιαστή. Κατά τις επόμενες ημέρες, οι εργοδοτούμενοι δεν μετέβηκαν στο ιατρικό κέντρο, ενώ ο ίδιος του πήγε για κάποιες ημέρες και στη συνέχεια παρείχε τις υπηρεσίες του στο ιατρείο του στην Πάφο. Ακολούθως ερωτήθηκε από τον ΜΥ2 εάν ενδιαφερόταν να ενοικιάσει τον χώρο και ξεκίνησε να το σκέφτεται. Από τον ΜΑ3 είχε μόνο μία επικοινωνία, χωρίς να δεχθεί κάποια άλλη όχληση από αυτόν ενώ για πρώτη φορά τέθηκε ο ισχυρισμός για παράνομη ενοικίαση με την επιστολή των δικηγόρων της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ημερομηνίας 5.5.20 και κατέθεσε σχετική αλληλογραφία των δικηγόρων ως τεκμήρια 49 και 51. Ο εξοπλισμός και τα έπιπλα του ιατρικού κέντρου μεταφέρθηκαν προς αποθήκευση και ο ίδιος του αποφάσισε να ενοικιάσει τον χώρο, ενώ υπήρξαν και άλλοι ενδιαφερόμενοι και έτσι υπογράφηκε η συμφωνία τεκμήριο 42.

 

            Υποστηρίζει ότι από το πελατολόγιο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, οι ασθενείς οι οποίοι συνέχισαν να επισκέπτονται το οδοντιατρείο μετά όπου μαθεύτηκε η ποινική δίωξη του ΜΑ1 και κυρίως μετά την καταδίκη του, ήταν ελάχιστοι. Μετά την συνεργασία του με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 ως αυτοτελώς εργαζόμενος προσπάθησε να δημιουργήσει και να αυξήσει το δικό του πελατολόγιο. Μετά την ενοικίαση του καταστήματος επήλθε το καθολικό κλείσιμο των επιχειρήσεων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και στην συνέχεια λόγω εργασιών ανάπλασης του δρόμου, επηρεάστηκε η εργασία του ενώ σιγά σιγά με την σύζυγο του δημιούργησαν εκ νέου πελατολόγιο. Υποστηρίζει επίσης ότι η ΜΑ2 τον κάλεσε ρωτώντας τον εάν υπήρχε πιθανότητα εργοδότησης της από τον ίδιο, χωρίς αυτός να αποδεχτεί, αρνούμενος ότι υπήρξε μεταξύ τους οποιαδήποτε περαιτέρω επικοινωνία. Θυμάται την επίσκεψη του ΜΑ3, ο οποίος απαιτούσε την παροχή πληροφοριών και τον εκφοβισμό του προς τον ΜΥ2. Κατά τα λοιπά, αρνείται τα όσα του αποδίδονται από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και κυρίως ότι γνώριζε την μετοχική δομή της εταιρείας ή τον ρόλο του ΜΑ1 στην δημιουργία της, υποστηρίζοντας ότι με δικά του χρήματα εγκατέστησε ιατρικό εξοπλισμό και επίπλωση του χώρου ξεκινώντας την επιχείρηση του από την αρχή.

 

            Πιο πάνω παρέθεσα συνοπτικά την ουσιαστική εκδοχή εκάστου μάρτυρα.  Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων αλλά και τεκμηρίων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α (2002) 1Α Α.Α.Δ 165).

 

            Σημειώνω επίσης, ότι παρά του ότι η υπόθεση για τις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 2 προχώρησε σε απόδειξη, αυτό δεν απαλλάσσει την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα από την υποχρέωση να παρουσιάσει πειστική και αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξη των όσων αποδίδει σ’ αυτές. Συνεπώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί αφορά και την μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε και προς απόδειξη της ανταπαίτησης εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι οι ισχυρισμοί οι οποίοι αποδίδονται σ’ αυτές συμπλέκονται με τα όσα αποδίδονται και στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3 και 4, οι οποίοι προώθησαν την υπεράσπιση τους.

 

            Ξεκινώντας την αξιολόγηση από τον ΜΑ1, ο οποίος κατέθεσε ως διευθυντής της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, έχοντας υπόψη το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του το οποίο έχει καταγραφεί εκτενώς πιο πάνω, αντιπαραβάλλοντας αυτό με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του αλλά και το περιεχόμενο των τεκμηρίων, διαπιστώνω ότι ενώ αναμενόταν από το πρόσωπο αυτό να παρουσιάσει στο Δικαστήριο στοιχεία και λεπτομέρειες για τα όσα αποδίδει και διεκδικεί εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων, η μαρτυρία του παρουσιάζει κενά και αδυναμίες, με αποτέλεσμα αυτή να κρίνεται ατεκμηρίωτη, χωρίς να μπορεί να αποδοθεί σ’ αυτήν κάποια βαρύτητα είτε επί των αμφισβητούμενων γεγονότων είτε για τα όσα καλείται να πείσει το Δικαστήριο σχετικά με τα όσα αποδίδει στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους, για τους λόγους τους οποίους θα αναφέρω αμέσως πιο κάτω.

 

            Αποτέλεσε κύρια θέση του μάρτυρα ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 δεν του επέτρεπε να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή με θέματα τα οποία αφορούσαν την εταιρεία, στηριζόμενος στο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 9.3.16, δια του οποίου ως ισχυρίζεται του απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με την εταιρεία. Το προσωρινό όμως διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 9.3.16, απαγόρευε στον μάρτυρα να προβαίνει σε οποιαδήποτε αποξένωση περιουσίας της εταιρείας καθώς και να προβαίνει στην λήψη μονομερών αποφάσεων που να αφορούν την εταιρεία. Τα εν λόγω προσωρινά διατάγματα οριστικοποιήθηκαν στις 11.11.16, με την διαφοροποίηση ότι από τον λογαριασμό της εταιρείας θα γινόταν πληρωμή του δανείου προς την εναγόμενη 4 κάθε μήνα. Από τον Αύγουστο του 2015 μέχρι και την καταδίκη του μάρτυρα σε ποινή φυλάκισης περί το έτος 2017, όπου διατηρούσε το δικαίωμα του για συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων για την εταιρεία, ο μάρτυρας δεν φαίνεται να είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να διευθετηθεί οποιοδήποτε ζήτημα αφορούσε την εταιρεία ή την ενοικίαση του υποστατικού από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3. Η πρώτη φορά όπου διαπιστώνεται ο μάρτυρας να επιχειρεί να συγκαλέσει γενική συνέλευση ή να εκπροσωπηθεί σε αυτήν, είναι κατά το έτος 2018 και ενώ εξέτιε την ποινή φυλάκισης που του είχε επιβληθεί. Δεν μπορεί συνεπώς να κριθεί πειστική η θέση του ότι αποκλείστηκε από την λήψη αποφάσεων της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, εφόσον δεν φαίνεται να προέβηκε σε οποιαδήποτε προσπάθεια για διευθέτηση των θεμάτων που προέκυπταν κατά την διαχείριση της εταιρείας ενώ το μόνο που είχε απαγορευθεί με το προσωρινό διάταγμα είναι η λήψη μονομερών αποφάσεων από μέρους του. Κρίνεται επίσης παράδοξο το γεγονός ότι ενώ, ως ισχυρίζεται ο ΜΑ3, περί το έτος 2016 και προτού επιβληθεί ποινή φυλάκισης στον ΜΑ1, έγιναν διευθετήσεις μεταξύ τους για διαχείριση των επιχειρήσεων του ΜΑ1 σε περίπτωση φυλάκισης του, ο ΜΑ1 προτού φυλακιστεί δεν προέβηκε σε απευθείας διευθέτηση των θεμάτων που προέκυπταν με την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, εφόσον είχε διαπιστώσει ως ισχυρίζεται, ότι εμποδιζόταν να ενεργεί για την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1.

 

            Διαπιστώνω επίσης ότι ενώ υποστήριξε κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος του με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, υπήρξαν ίσοι διευθυντές της εταιρείας, προσδίδοντας έτσι στην τελευταία ίσες εξουσίες και δικαιώματα εις ότι αφορά την διοίκηση της εταιρείας, εκ των υστέρων αμφισβητεί τις πράξεις της, οι οποίες σχετίζονταν με την λειτουργία της επιχείρησης και διαχείριση της εταιρείας. Ένα σημαντικό γεγονός για το οποίο ο μάρτυρας είχε έντονη θέση, αποτέλεσε η υπογραφή της νέας συμφωνίας ενοικίασης με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, την οποία χαρακτήρισε πλαστή και η κατάρτιση της μοναδικό σκοπό είχε την υφαρπαγή της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και της περιουσίας της από τις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 2.

 

            Ο μάρτυρας όμως, φαίνεται να παραγνωρίζει το γεγονός ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 22, το οποίο ο ίδιος του κατέθεσε, η Τράπεζα Κύπρου με επιστολή της ημερομηνίας 13.3.18, ενημερώνει τους δικηγόρους που εκπροσωπούσαν τότε την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, ότι ο λογαριασμός της θα παγοποιηθεί για τον λόγο ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα δεν πληρούσε τα κριτήρια αποδοχής πελατών, χωρίς η παγοποίηση να σχετίζεται με την ρευστότητα της εταιρείας ή την κακοδιαχείριση η οποία αποδίδεται στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Συνεπώς, η όποια πεποίθηση του μάρτυρα ότι θα μπορούσε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 να ανοίξει ένα καινούριο λογαριασμό χωρίς να απαιτείται η σύσταση νέας εταιρείας, όπως υποστήριξε, δεν μπορεί να κριθεί πειστική και λογική. Από το γεγονός δε αυτό, δηλαδή ενόψει του λόγου για τον οποίο παγοποιήθηκε ο λογαριασμός της εταιρείας και ο οποίος οδήγησε στην ανάγκη για σύσταση νέας εταιρείας, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την θέση του μάρτυρα ότι η σύσταση της νέας εταιρείας, ήτοι της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, ήταν πρόφαση για καταδολίευση ή υφαρπαγή της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, σε μία περίοδο όπου ο μάρτυρας βρισκόταν έγκλειστος στην φυλακή. Παρά την έντονη θέση του μάρτυρα ότι ο ίδιος του θα μπορούσε να συμβάλει στην συνέχιση της εταιρείας αλλά και στην δραστηριοποίηση της επιχείρησης μέσω του ΜΕ3, ο οποίος τον εκπροσωπούσε, διαπιστώνω ότι ενώ τα προβλήματα τα οποία προέκυψαν, σύμφωνα και με την ΜΕ2, αφορούσαν την ρευστότητα της εταιρείας ένεκα της  παγοποίησης του λογαριασμού, ο ίδιος του ουδέποτε εξέφρασε την πρόθεση ή την ικανότητα να συμβάλει οικονομικά στην αποκατάσταση της ομαλότητας στην λειτουργία της εταιρείας, ενώ και η ΜΕ2, για όσο εργαζόταν στην εταιρεία διαπίστωνε τα οικονομικά προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε η εταιρεία, λόγω της παγοποίησης του λογαριασμού από τον οποίο δεν μπορούσαν να γίνουν πληρωμές. Χρονικά επίσης, η σύσταση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, τρία σχεδόν χρόνια μετά την ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων, δεν θα μπορούσε να επιβεβαιώσει την θέση του μάρτυρα ότι σκοπός της σύστασης της εταιρείας ήταν η υφαρπαγή των περιουσιακών στοιχείων της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Εάν αυτός ήταν ο σκοπός της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, η σύσταση της νέας εταιρείας θα μπορούσε να γίνει πολύ ενωρίτερα και όχι αμέσως μετά την παγοποίηση του λογαριασμού της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας.

 

            Αποτέλεσε επίσης θέση του μάρτυρα ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο τεκμήριο 6, ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα για να μπορεί να ενοικιαστεί στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Η θέση του όμως αυτή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εφόσον όπως ο ίδιος αναγνώρισε, ο ίδιος του και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ήταν ίσοι διευθυντές στην εταιρεία. Συνεπώς, η απόφαση για τερματισμό της συμφωνίας με την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, προερχόμενη από την διευθύντρια της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, η οποία μέχρι εκείνο το σημείο δεσμευόταν με τις αποφάσεις των διευθυντών της, δεν θα μπορούσε να τεκμηριώσει την θέση του μάρτυρα ότι η ενοικίαση τερματίστηκε παράνομα. Όπως επίσης αναφέρθηκε πιο πάνω, η σύσταση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, δεν φαίνεται από την μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο ΜΑ1, να συνδέεται με κάποιο δόλια ή απατηλή πράξη που να ήθελε να βλάψει την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, η οποία πλέον είχε οικονομικά προβλήματα λόγω της παγοποίησης του λογαριασμού, γεγονός το οποίο κατά λογική συνέπεια επηρέαζε και το καθεστώς ενοικίασης του υποστατικού όπου λειτουργούσε το ιατρικό κέντρο.

 

            Χρονικά η παγοποίηση του λογαριασμού της εταιρείας, ήτοι περί την 13.3.18 σύμφωνα με το τεκμήριο 22, μέχρι τον Ιούλιο του 2018 όπου σύμφωνα με την ΜΕ2, όλες οι πληρωμές γίνονταν με μετρητά, συνάδει χρονικά με την σύσταση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 περί την 1.8.18, σύμφωνα με το τεκμήριο 25. Δηλαδή, εάν σκοπός της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 ήταν, ως υποστήριξε ο ΜΑ1, η διάπραξη δόλου ή απάτης έναντι του ιδίου ή της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, θα μπορούσε να το πράξει πολύ προηγουμένως, ενώ όπως φαίνεται αυτό έγινε μόνο μετά όπου δημιουργήθηκε το πρόβλημα με την παγοποίηση του λογαριασμού της εταιρείας που εμπόδιζε την εύρυθμη λειτουργία της.

 

            Στη συνέχεια, φαίνεται να υπογράφεται το ενοικιαστήριο έγγραφο, τεκμήριο 32 με ενοικιαστή την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Ο ΜΑ1 ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αυτό είναι πλαστό, εφόσον φέρει ημερομηνία έναρξης την 1.12.12 όπως προέβλεπε η αρχική συμφωνία τεκμήριο 6, ενώ έγινε αλλαγή στο όνομα του ενοικιαστή. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι, σύμφωνα με τον ΜΑ4, αν και εξέφρασε την γνώμη ότι λόγω της πανομοιότυπης υπογραφής στο σημείο υπογραφής της ιδιοκτήτριας, το τεκμήριο 32 είναι πλαστό, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι ο ΜΑ4 κατά την κυρίως εξέταση του δεν τοποθετήθηκε μετά βεβαιότητας ότι το τεκμήριο 32 είναι φωτοτυπημένη εκδοχή του τεκμηρίου 6, στο οποίο παρέμεινε μόνο η υπογραφή της ιδιοκτήτριας.

 

            Συνεπώς, το τεκμήριο 32, διαπιστώνω να αποτελεί ένα έγγραφο το οποίο καταρτίστηκε με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, μετά όπου επαναλαμβάνω, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ως διευθύντρια της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης, δεσμεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα.

 

            Εφόσον συνεπώς νόμιμα τερματίστηκε η συμφωνία ενοικίασης, δεσμεύοντας έτσι και τον ΜΑ1 ως έτερο διευθυντή και μέτοχο, ο οποίος δεν ζήτησε όπως απαγορευτεί στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 η μονομερή λήψη αποφάσεων, όπως έπραξε και η ίδια εναντίον του,  αλλά και την ίδια την εταιρεία εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, η όποια θέση του ΜΑ1 για τον παράνομο και δόλια σχεδιασμένο τερματισμό της ενοικίασης, δεν μπορεί να κριθεί πειστικός και να γίνει αποδεκτός.

 

            Δεν μου διαφεύγει ότι στο τεκμήριο 32, η ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης είναι η ίδια με αυτήν του τεκμηρίου 6. Η διαπίστωση όμως αυτή, δεν συσχετίζεται με οποιοδήποτε άλλα αποδεκτό γεγονός που αποδίδεται από τον ΜΑ1 στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 – 3, που θα μπορούσε από μόνη της η διαπίστωση αυτή, να επιβεβαιώσει και τεκμηριώσει κάποια θέση του ΜΑ1, οι οποίες στο σύνολο τους παρέμειναν στην σφαίρα των υποθέσεων.

 

            Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος, ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 συνέχισε ουσιαστικά την επιχείρηση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, στον ίδιο χώρο και με τον ίδιο εξοπλισμό, ο οποίος αφαιρέθηκε από το υποστατικό μόνο μετά την ενοικίαση του χώρου στον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4. Ο ΜΑ1 όμως δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο που να φανερώνει ότι είτε προκλήθηκε υλική ή οικονομική ζημιά στην περιουσία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, η οποία, εις ότι αφορά τον εξοπλισμό, αυτός αποθηκεύτηκε και αρνήθηκε να παραλάβει για τους γενικούς και αόριστους λόγους που παρέθεσε, καθώς επίσης δεν παρουσίασε κάποιο οικονομικό στοιχείο που θα μπορούσε να τεκμηριώσει την θέση του ότι η επιχείρηση συνέχισε να είναι κερδοφόρα και σε ποιο βαθμό.

 

            Η δε μαρτυρία του εις ότι αφορά τα οικονομικά στοιχεία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, μέχρι το έτος 2015, χωρίς άλλο στοιχείο ως προς την οικονομική κατάσταση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ή της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, κρίνεται εντελώς απογυμνωμένη, εφόσον δεν παρουσιάστηκε ίχνος πειστικής και τεκμηριωμένης μαρτυρίας που θα μπορούσε να υποστηρίξει και να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα ήταν εύρωστη και κατέρρευσε οικονομικά λόγω της κακοδιαχείρισης της από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ή ότι η περιουσία της και πελατολόγιο της διοχετεύθηκαν στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, η οποία επωφελήθηκε οικονομικά. Ούτε καν για το πελατολόγιο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία, ενώ όπως υποστήριξε και η ΜΑ2, μετά τις φήμες που διέρρευσαν και αφορούσαν τον ΜΑ1 και την τελική του καταδίκη, το πελατολόγιο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας επηρεάστηκε αρνητικά προκαλώντας δυσκολίες στην λειτουργία του ιατρικού κέντρου. Από την άλλη όμως, ο ΜΑ1 αγνοώντας την παράμετρο αυτή, επέμενε ότι δεν επηρεάστηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο η επιχείρηση του ιατρικού κέντρου, χωρίς όμως να παρουσιάσει στοιχεία προς τούτο. Αν και αποτέλεσε θέση του ότι ο λόγος μείωσης των εσόδων της εταιρείας ήταν η ανάληψη κάποιων ποσών από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 αλλά και η λήψη από μέρους της αυξημένου μισθού, κανένα στοιχείο παρουσιάστηκε προς τούτο που θα μπορούσε να συνδέσει την οικονομική κατάσταση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας με υποτιθέμενες σπατάλες ή αναλήψεις χρημάτων που αποδίδονται στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Τα δε τεκμήρια 7 και 10 – 12, τα οποία αφορούν οικονομικές πληροφορίες και αποδείξεις πληρωμών της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και της εναγόμενης 4 εταιρείας, δεν μπορούν να συσχετιστούν με τις θέσεις του ΜΑ1 με τις οποίες υποστηρίζει ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, λόγω της κακοδιαχείρισης που κατ’ ισχυρισμό ασκούσε στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, προκάλεσε σ’ αυτήν ζημιές, εφόσον ούτε και ο ίδιος του δεν μπορεί να καθορίσει το ύψος τέτοιας ζημιάς. Πόσο μάλλον το Δικαστήριο, να είναι σε θέση να προβεί σε οποιοδήποτε υπολογισμό επί θεωρητικής και υποθετικής βάσης για να καταλήξει σε συγκεκριμένο ποσό ζημιάς. 

 

            Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι ο ΜΑ1, αν και υποστήριξε ότι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4 συνωμότησαν μεταξύ τους δια της κατάρτισης του ενοικιαστηρίου εγγράφου για την παραχώρηση του υποστατικού στον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, ο οποίος ενοικίασε το κατάστημα από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 μετά τον Φεβρουάριο του 2020 όταν η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 εγκατέλειψε την Κύπρο και πάλι δεν διακρίνω από την μαρτυρία του ΜΑ1, να έχει παραθέσει κάποιο πειστικό γεγονός το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ασφαλή βάση για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό αυτό του μάρτυρα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενοικίαση με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 τερματίστηκε στις 14.2.20 σύμφωνα με το τεκμήριο 41, όπου απ’ εκεί και πέρα, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 ήταν ελεύθερη να ενοικιάσει το κατάστημα της. 

 

            Ο μάρτυρας επίσης με τις φωτογραφίες του καταστήματος τις οποίες κατέθεσε, υποστήριξε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 συνέχισε να λειτουργεί παραπλανώντας το κοινό μέσω του ονόματος της και των λογότυπων, ότι επρόκειτο για την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Οι ομοιότητες όμως οι οποίες εμφαίνονται στις φωτογραφίες και οι οποίες θα μπορούσαν να παραπέμψουν στις υπηρεσίες που παρείχε η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, δεν έχουν συσχετιστεί με άλλη μαρτυρία που να αφορά το πελατολόγιο ή τα εισοδήματα της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 που να συνδέει αυτήν με την επιχειρηματική δραστηριότητα της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. 

 

            Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί, ότι ο ΜΑ1, φαίνεται να παραποιεί γεγονότα και να προσπαθεί να τα παρουσιάσει κατά τρόπο που να υποστηρίζουν την εκδοχή του με την οποία κυρίως θέλει την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, να είχε προ πολλού σχεδιάσει την οικονομική του καταστροφή διώχνοντας τον από την επιχείρηση του ιατρικού κέντρου. Στήριξε δε την θέση του αυτή, στην έντονη πεποίθηση του ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 κατασκεύασε την καταγγελία η οποία έγινε εναντίον του για παρενόχληση της ανήλικης θυγατέρας της για να καταφέρει τα πιο πάνω. Σίγουρα η καταδίκη και έκτιση της ποινής φυλάκισης του ΜΑ1 για την ως άνω κατηγορία, δεν κρίνεται στην παρούσα υπόθεση. Από την άλλη όμως, δεν μπορεί το Δικαστήριο να παραβλέψει το γεγονός ότι ενώ ο ΜΑ1 καταδικάστηκε σε φυλάκιση για τις εν λόγω κατηγορίες από αρμόδιο Δικαστήριο, εξακολουθεί να προβάλλει και να υποστηρίζει ότι η καταγγελία ήταν ψευδής με μοναδικό σκοπό την οικονομική του καταστροφή.

 

            Ενόψει όλων των πιο πάνω και κρινόμενη συνολικά η μαρτυρία του ΜΑ1, καταλήγω ότι ο μάρτυρας ουσιαστικά μετέφερε στο Δικαστήριο τις προσωπικές του πεποιθήσεις ως προς την εξέλιξη των γεγονότων, χωρίς να παρουσιάσει επαρκή στοιχεία και μαρτυρία που θα μπορούσε να τεκμηριώσει την εκδοχή του η οποία παρέμεινε γενική και αόριστη. Συνεπώς, ο μάρτυρας δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστος και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται.

 

            Η ΜΕ2, εμφανώς προκατειλημμένη προς την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η τελευταία ευθυνόταν για την οικονομική κατάσταση που επικρατούσε με την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, αποδίδοντας της μάλιστα πράξεις οι οποίες μοναδικό σκοπό είχαν την δημιουργία μίας κακής εικόνας στο Δικαστήριο για την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Όπως για παράδειγμα ότι έβγαινε έξω τα βράδια με το προσωπικό, κοιμόταν με διάφορους άντρες και παραμελούσε τα παιδιά της, ενώ τα γεγονότα αυτά είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα. Ενώ αρχικά μάλιστα φαίνεται να ήταν εναντίον του ΜΑ1 λόγω των κατηγοριών που αντιμετώπιζε, όπως ανέφερε ο ΜΑ1, φαίνεται ουσιαστικά, ότι μετά την διαφωνία της με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ως προς τους όρους εργασίας, στράφηκε εναντίον της και υπέρ του ΜΑ1. Αν και η μάρτυρας απέδωσε επίσης στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 την ευθύνη για την μείωση των εσόδων της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, κανένα στοιχείο παρουσίασε προς τούτο και ουσιαστικά η μαρτυρία της παρέμεινε αστήρικτη από κάθε άλλη μαρτυρία που θα μπορούσε να την επιβεβαιώσει. Το μόνο γεγονός που επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της είναι ότι λόγω της παγοποίησης του λογαριασμού της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, γίνονταν πληρωμές με μετρητά μέχρι την σύσταση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Επιβεβαίωσε δηλαδή, ότι μόνο μετά την σύσταση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, επήλθε η οικονομική ομαλότητα στο ιατρικό κέντρο.

 

            Εις ότι αφορά την υπογραφή του τεκμήριου 32, αν και αποτέλεσε θέση της ότι της είχε ζητηθεί από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 να φωτοτυπήσει το ενοικιαστήριο έγγραφο στο οποίο έγιναν αλλαγές και προσθήκες σε σημεία τα οποία είχαν σβηστεί με τίπεξ, όπως ισχυρίστηκε η μάρτυρας, χωρίς να αλλάξει η υπογραφή της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, η μαρτυρία της προς τούτο δεν μπορεί να κριθεί ειλικρινής. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΑ2, μέχρι του σημείου όπου εργοδοτείτο κανονικά από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, ενώ όπως είπε ο ΜΑ1, αρχικά η ΜΑ1 δεν διατηρούσε επαφή μαζί του, την οποία επιδίωξε να αποκτήσει ξανά μετά όπου τερματίστηκε η απασχόληση της από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η μάρτυρας δεν ανέφερε ότι δέχθηκε πίεση από οποιονδήποτε για να υπογράψει ως μάρτυρας στο τεκμήριο 32, συνεπώς θέτοντας την υπογραφή της επί του εγγράφου αυτού μαρτυρούσε την υπογραφή τόσο της ιδιοκτήτριας όσο και του ενοικιαστή. Εάν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, για ποιο λόγο να υπέγραφε ως μάρτυρας, έχοντας υπόψη ότι η μάρτυρας διεφάνηκε να είναι άτομο με γνώσεις ως προς τις συνέπειες τέτοιας πράξης.

 

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων και έχοντας υπόψη ότι η μάρτυρας υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών επί του τεκμηρίου 32, ως η ίδια της παραδέχτηκε, κρίνω ότι η επιλεκτική της θέση ότι υπέγραψε μόνο ως μάρτυρας για την υπογραφή της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 αλλά και το ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 δεν υπέγραψε, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις σε μία προσπάθεια της να βοηθήσει την υπόθεση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας.

 

            Αντιφατική επίσης προκύπτει να είναι η θέση της ότι αγαπούσε και ενδιαφερόταν για την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ενώ από την άλλη αποδέχτηκε την εργοδότηση της από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, γνωρίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι λόγω των οικονομικών δυσκολιών που προέκυψαν με τον λογαριασμό της εταιρείας, τουλάχιστον μέχρι την εργοδότηση της στην εταιρεία, συμφωνούσε και αποδεχόταν τις ενέργειες της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, χωρίς ποτέ προηγουμένως να διαπιστώνει ότι υπήρξε κακή πρόθεση από μέρους της.  

 

            Η μάρτυρας επίσης αναφέρθηκε σε αριθμό πελατών της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας καθώς και στα έσοδα της αλλά και σε έξοδα τα οποία αχρείαστα η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 προέβαινε, ζημιώνοντας ως ισχυρίζεται την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Η μαρτυρία της όμως για τα πιο πάνω παρέμεινε γενική, αόριστη και χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση, έχοντας παράλληλα υπόψη ότι η ίδια της είχε πρόσβαση σε οικονομικά στοιχεία και πελατολόγιο της επιχείρησης, ενώ δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τα όσα ισχυρίστηκε έστω μέχρι την χρονική περίοδο όπου η ίδια είχε πρόσβαση στον λογαριασμό.

 

            Ενόψει των ανωτέρω, η μάρτυρας δεν μπορεί να κριθεί ειλικρινής και αξιόπιστη και η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή.

 

            Ο ΜΑ3  παρουσιάστηκε ως πρόσωπο το οποίο μαζί με τον ΜΑ1, μέχρι την φυλάκιση του τελευταίου, είχαν εικόνα του λογαριασμού της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και είχαν διαπιστώσει περίεργες συναλλαγές, τις οποίες δεν ήταν σε θέση να περιγράψει ή να αναφερθεί σ’ αυτές με λεπτομέρεια. Αναφερόμενος σε γεγονότα, όπως για παράδειγμα την παρουσία του στην γενική συνέλευση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, παρουσίαζε μία ετσιθελική συμπεριφορά αγνοώντας αιτήματα του ΜΑ1. Από την άλλη όμως, ο ΜΑ3 ενόψει της συνεργασίας του με τον ΜΑ1 δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε οδηγία ή εισήγηση του ΜΑ1 για βελτίωση ή βοήθεια προς την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, που θα μπορούσε να συμβάλει στην ομαλοποίηση της κατάστασης. Ο ΜΑ3 φαίνεται να είχε ρόλο παρακολούθησης ουσιαστικά του καταστήματος του ιατρικού κέντρου, ενώ σε συνεργασία με τον ΜΑ1 και ο ίδιος του προέβαινε σε εικασίες ως προς τα κίνητρα των ενεργειών της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1. Ακόμα και η διαπίστωση του ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 30 ο Δήμος Πέγειας επέβαλλε χρεώσεις μέχρι το 2021 στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, το γεγονός αυτό δεν μπορεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να τεκμηριώσει κάποια θέση που προωθεί η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Άλλωστε, οι χρεώσεις αυτές αφορούν και περίοδο κατά την οποία η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα δεν είχε σχέση πλέον με το υποστατικό.

 

            Ο ΜΑ3, υποστήριξε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 κατά την γενική συνέλευση επέδειξε αντιεπαγγελματική συμπεριφορά και ήταν ανυπόφορη. Δεν παραγνωρίζω ότι η υπόθεση για τις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 2 προχωρεί με απόδειξη. Από την άλλη όμως, ο μάρτυρας δεν παρουσίασε κάποια περαιτέρω μαρτυρία που θα μπορούσε να συνδέσει την συμπεριφορά που αποδίδει στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 με τον δόλο και απάτη που αποδίδεται σ’ αυτές από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα.

 

            Αποτέλεσε επίσης θέση του, ότι ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 του ανέφερε κατά την επίσκεψη του στο κατάστημα περί τον Φεβρουάριο του 2020, ότι αυτός γνώριζε ότι το κτήριο είναι του ΜΑ1 και γνώριζε για τις επενδύσεις που χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί η επιχείρηση, λέγοντας του επίσης ότι θα προσπαθήσει να γίνουν όλα όπως παλιά. Ο μάρτυρας όμως αντεξεταζόμενος επί των ως άνω γεγονότων αλλά και των όσων αποδίδει στον σύζυγο της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι όντως είχαν λεχθεί αυτά στον ίδιο, εφόσον απαντούσε περιοριζόμενος εις το ότι του είχαν λεχθεί, χωρίς να παραθέσει κάποια περαιτέρω λεπτομέρεια ως προς το περιεχόμενο της συζήτησης ή τον τρόπο που αυτός απαντούσε κατά την συζήτηση του με τους πιο πάνω.

 

            Ο ρόλος θεωρώ του μάρτυρα ήταν η εκτέλεση οδηγιών που του δίδονταν από τον ΜΑ1 όταν αυτός βρισκόταν στην φυλακή, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω για τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ προσπάθησε κατά την μαρτυρία του να παρουσιαστεί ως πρόσωπο το οποίο γνώριζε τα γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση, οδηγώντας με στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του είχε μοναδικό σκοπό να ενισχύσει την μαρτυρία και εκδοχή του ΜΑ1, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο.

 

            Ο μάρτυρας δεν μου έδωσε την εντύπωση ενός ειλικρινούς προσώπου που σκοπό είχε να πει στο Δικαστήριο μόνο την αλήθεια και αυτό γιατί ενώ κατέθεσε την γραπτή του δήλωση αποτελούμενη από 13 σελίδες και 52 παραγράφους, κατά την αντεξέταση του διεφάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες για τα όσα κατέγραψε στην δήλωση του, ούτε και να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Αν και η μαρτυρία του εις ότι αφορά τις ενέργειες της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 η οποία δεν εκπροσωπείται στην διαδικασία, παρέμεινε αναντίλεκτη, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα γεγονότα αποδίδει σ’ αυτήν δεν έχουν τεκμηριωθεί εφόσον δεν έχουν συσχετιστεί με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που αποδίδονται σ’ αυτήν από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, για την καταδολίευση της από τις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 2.

 

            Τέλος, ενώ ο μάρτυρας υποστήριξε ότι μέχρι τον Φεβρουάριο 2020 με τον ΜΑ1 παρακολουθούσαν την πρόοδο της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, κάτι τέτοιο κρίνεται αβάσιμο εφόσον, από το 2018 το ιατρικό κέντρο λειτουργούσε μέσω της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2. Εάν συνεπώς, όντως υπήρχε κάποια παρακολούθηση της όλης κατάστασης γιατί δεν είχαν ληφθεί κάποια μέτρα ενωρίτερα. Πέραν τούτου, εάν υπήρξε παρακολούθηση της επιχείρησης, γιατί δεν παρουσιάστηκαν από τον μάρτυρα ή τον ΜΑ1, στοιχεία που θα μπορούσαν με συγκεκριμένο τρόπο να τεκμηριώσουν τα όσα αποδίδουν στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους και κυρίως οικονομικά στοιχεία.

 

            Για τους πιο πάνω λόγους ο ΜΑ3 δεν μπορεί να κριθεί ειλικρινής και αξιόπιστος και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή.

 

            Ο ΜΑ4 παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας, τα προσόντα και εμπειρία του οποίου δεν αμφισβητούνται. Σύμφωνα με την υπόθεση Robert Keith Stark κ.α. v. David Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 233/2019, 6/5/2025:

 

«Η προσέγγιση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας (1982) 1 Α.Α.Δ 41 και Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ 746).

 

Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Σημειώνεται επίσης ότι η εκτίμηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτύρων. Μόνο που η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχει τόση σπουδαιότητα για την διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του.»

 

            O MA4, έχω ικανοποιηθεί από τα προσόντα και εμπειρία του ως γραφολόγος, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, ότι κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Ουσιαστικά ο μάρτυρας κλήθηκε για να εξετάσει κατά πόσο το τεκμήριο 32 είναι πλαστό, συγκρίνοντας το με το τεκμήριο 6. Αποτέλεσε συμπέρασμα του ότι το τεκμήριο 32 είναι πλαστό, στηριζόμενος στο ότι η υπογραφή στο σημείο όπου υπέγραψε η ιδιοκτήτρια, είναι πανομοιότυπη, εξηγώντας ότι είναι αδύνατο δύο υπογραφές με την ίδια ημερομηνία να ταυτίζονται πλήρως. Υποστήριξε επίσης ότι το τεκμήριο 32 είναι σκαναρισμένο σε έγχρωμο εκτυπωτή και η υπογραφή ιδιοκτήτη του τεκμηρίου 32 έχει μεταφερθεί από το έγγραφο τεκμήριο 6.

 

            Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι προβάλλεται ο ισχυρισμός από πλευράς εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ότι το τεκμήριο 32 είναι πλαστό έγγραφο, συγκρίνοντας το με το ενοικιαστήριο έγγραφο τεκμήριο 6. Το μοναδικό δε συμπέρασμα του μάρτυρα επί του οποίου στηρίχθηκε για να καταλήξει ότι το τεκμήριο 32 είναι πλαστό, είναι η ταυτοσημία της υπογραφής της ιδιοκτήτριας και στα δύο έγγραφα. Όμως, η ιδιοκτήτρια του καταστήματος, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι δεν υπέγραψε το τεκμήριο 32. Ναι μεν, τα δύο τεκμήρια 6 και 32 παρουσιάζουν ομοιότητες εις ότι αφορά τους όρους της συμφωνίας ενοικίασης αλλά και την ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης, από την άλλη όμως, το τεκμήριο 32, φαίνεται να αφορά την ενοικίαση του καταστήματος από άλλο πρόσωπο, ήτοι την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, από την οποία υπογράφεται το τεκμήριο 32, καθώς επίσης η ισχυριζόμενη πλαστογραφημένη υπογραφή, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την ιδιοκτήτρια. Πέραν τούτου, διαπιστώνω μία ουσιαστική διαφορά στην μαρτυρία του ΜΑ4 αντιπαραβάλλοντας την με αυτήν της ΜΑ2, ως προς τον τρόπο όπου οι δύο υποστηρίζουν ότι καταρτίστηκε το έγγραφο. Η ΜΑ2 υποστήριξε ότι της είχε ζητηθεί η λήψη αντιγράφου του τεκμηρίου 6, χωρίς να αναφέρει ότι είχε σκανάρει το εν λόγω έγγραφο, ενώ ο ΜΑ4 ανέφερε ότι το τεκμήριο 32 έχει σκαναριστεί. Δηλαδή, ο τρόπος αναπαραγωγής του τεκμηρίου 6, διαφέρει μεταξύ των δύο μαρτύρων, ενώ η ΜΑ2 ήταν το πρόσωπο το οποίο υποτίθεται είχε ιδία γνώση για τον τρόπο με τον οποίο είχε καταρτιστεί. Πέραν τούτου, η ΜΑ2 αναφέρθηκε σε σβήσιμο με τίπεξ επί του αντιγράφου το οποίο ισχυρίζεται ότι έλαβε, ενώ ο ΜΑ4 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αναφορά για κάτι τέτοιο επί του τεκμηρίου 32. Ο ΜΑ4 υποστήριξε επίσης ότι ο γραφικός χαρακτήρας των ημερομηνιών στα δύο έγγραφα διαφέρει.

 

            Πέραν των πιο πάνω, παρά την ταυτοσημία των δύο υπογραφών στα δύο έγγραφα, δεν παραβλέπω ότι αμφότερες υπογραφές αφορούν το ίδιο πρόσωπο, ήτοι την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, η οποία ουδέποτε αμφισβήτησε ότι υπέγραψε το τεκμήριο 32 και ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε κάποιος άλλος χωρίς την εξουσιοδότηση της.

 

            Άλλωστε, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η ΜΑ2, υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών της ιδιοκτήτριας και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, η οποία υπέγραψε εκ μέρους της ενοικιάστριας εταιρείας, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2.

 

            Το σύνολο των πιο πάνω, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι παρά την κατάληξη του ΜΑ4 ότι οι υπογραφές της ιδιοκτήτριας στα τεκμήρια 6 και 32 είναι ταυτόσημες, κανένα άλλο στοιχείο αλλά και μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι το τεκμήριο 32 είναι πλαστό για τον μοναδικό λόγο ότι οι υπογραφές αυτές είναι ταυτόσημες. Ούτε και μπορούσε ο ΜΑ4 να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα μετά βεβαιότητας, εφόσον ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση του αν θα μπορούσε να πει ότι το τεκμήριο 32 είναι φωτοτυπημένη εκδοχή του τεκμηρίου 6, αφήνοντας μόνο την υπογραφή της Χρυστάλλας Κυριάκου, απάντησε ότι μπορεί αυτό να συμβεί και να είναι το ίδιο ή άλλο έγγραφο. Δεν απέκλεισε δηλαδή, ότι τα δύο έγγραφα μπορεί να είναι διαφορετικά. Συνεπώς, με εξαίρεση το τελευταίο συμπέρασμα του μάρτυρα το οποίο δεν γίνεται αποδεκτό, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, όπως η διαδικασία που ακολούθησε για εξέταση των εγγράφων, γίνεται αποδεκτή, χωρίς όμως η μαρτυρία του ως έχει γίνει αποδεκτή, να προσφέρει οτιδήποτε περαιτέρω στα αμφισβητούμενα γεγονότα που θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.

 

            Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από πλευράς εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων, ξεκινώντας από την μαρτυρία της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, η ουσία της εκδοχής της έχει καταγραφεί πιο πάνω. Αντιπαραβάλλοντας τα όσα η μάρτυρας κατέγραψε στην γραπτή της δήλωση με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση της, διαπιστώνω ότι η μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα όσα γνωρίζει για την υπόθεση, χωρίς να διακρίνεται κάποια αντίφαση στα λεγόμενα της ή κάποιο κενό στην μαρτυρία της, που θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Με απλότητα και ειλικρίνεια επέμενε στην θέση της ότι η ίδια της είναι ιδιοκτήτρια μόνο δύο καταστημάτων, χωρίς επιχειρηματική εμπειρία, σε αντίθεση με την επιχειρηματική ιδιότητα την οποία της αποδίδει η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Η ίδια της μάλιστα, δεν φαίνεται να γνωρίζει ιδιαίτερα τον τρόπο διαχείρισης των καταστημάτων της από τον σύζυγο της και ο ρόλος της περιορίζεται στην υπογραφή των εκάστοτε συμφωνιών, όπως έπραξε υπογράφοντας τα τεκμήρια 6 και 32, τα οποία θυμάται αμφότερα να της είχαν δοθεί για υπογραφή. H έλλειψη επιχειρηματικής και νομικής εμπειρίας, την οποία διαπίστωσα στην μάρτυρα, καθιστούν ειλικρινή επίσης την θέση της ότι δεν είχε παρατηρήσει την ημερομηνία έναρξης της συμφωνίας τεκμήριο 32, χωρίς να διαπιστώνεται από μέρους της κάποια σκοπιμότητα προς τούτο.

 

Το δε τελευταίο ενοικιαστήριο έγγραφο, τεκμήριο 32, θυμάται ότι το είχε πάρει για υπογραφή η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Κατέθεσε επίσης το τεκμήριο 41, σύμφωνα με το οποίο όπως είπε, τους το είχε δώσει η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, όταν θα έφευγε από το υποστατικό τερματίζοντας την ενοικίαση, προτείνοντας τον Peter ως ενοικιαστή, δηλαδή τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, τον οποίο καλούσαν και με αυτό το όνομα.

 

            Συνεπώς, η ΜΥ1, κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή.

 

            Εις ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΥ2, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με την επίσκεψη του ΜΑ3, στο κατάστημα δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του, διαπίστωση η οποία περαιτέρω κλονίζει την αξιοπιστία του ΜΑ3, ως προς τα όσα ισχυρίστηκε ότι διαμειφθήκαν μεταξύ τους όταν μετέβηκε στο κατάστημα.

 

            Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε κατά πόσο γνώριζε ότι η ενοικίαση ανανεωνόταν αυτόματα, υποβάλλοντας την θέση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ότι η ενοικίαση μαζί της ουδέποτε είχε τερματιστεί. Ο μάρτυρας όμως, με σταθερότητα και ειλικρίνεια, απάντησε ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 είχε ζητήσει να τερματιστεί, την οποία γνώριζε για τον ενεργό της ρόλο στην εταιρεία και επιχείρηση, χωρίς να προκύπτει από την μαρτυρία του ότι υπήρχε κάποια σκοπιμότητα ή δόλος για την κατάρτιση της νέας συμφωνίας με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, έχοντας παράλληλα υπόψη ότι του είχε λεχθεί ότι λόγω της παγοποίησης του λογαριασμού υπήρχε δυσκολία στην λειτουργία της εταιρείας, όπως επίσης διαπίστωσε και ο ίδιος εφόσον υπήρχαν απλήρωτα ενοίκια.

 

            Η μαρτυρία του επίσης συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΥ1, σύμφωνα με την οποία η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 τους είχε πάρει το ενοικιαστήριο έγγραφο τεκμήριο 32, το οποίο υπέγραψε η ΜΥ1 και ο ίδιος του ως μάρτυρας, χωρίς να γνωρίζει εάν ήταν φωτοτυπία.

 

            Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του κατά πόσο διερωτήθηκε που είναι ο ΜΑ1 σε όλα αυτά που έκαναν με το κατάστημα, απάντησε ότι εφόσον ο ΜΑ1 ήταν φυλακή και είχε ήδη φύγει απ’ εκεί μεταφέροντας και τον ραδιοσταθμό του, χωρίς να τον ξανά δει ή να τον ακούσει, έχοντας πλέον συνεργασία μόνο με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, θεώρησε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα για να κινηθούν υποψίες ως προς τις ενέργειες της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, θέση η οποία κρίνεται εύλογη και λογική υπό τις περιστάσεις εφόσον ουδέποτε ο ΜΑ1 ενημέρωσε τον μάρτυρα ότι απαιτείτο η δική του συναίνεση για την ενοικίαση ή διαχείριση του καταστήματος.  Απ’ εκεί και πέρα και εφόσον η ενοικίαση με την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα είχε τερματιστεί με την απόφαση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 και έγινε αποδεκτή η ενοικίαση από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, δεν διεφάνηκε ότι υπήρξε επίσης κάποια σκοπιμότητα ή δολιότητα στην ενοικίαση του καταστήματος στον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, η οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα έγινε κατόπιν εμπλοκής δικηγόρων, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε το παράνομο ή μεμπτό στην ενοικίαση αυτή.

 

            Ο μάρτυρας επίσης περιέγραψε τον τρόπο αποθήκευσης του εξοπλισμού και επίπλων που υπήρχαν στο κατάστημα πριν την ενοικίαση του στον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, χωρίς η μαρτυρία του αυτή να αμφισβητηθεί. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, μέχρι και σήμερα και αφού η περιουσία αυτή επιθεωρήθηκε από τον ΜΑ1, δεν παραλήφθηκε από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα για τους λόγους που ανέφερε ο ΜΑ1 και οι οποίοι όμως δεν μπορούν να καταδείξουν ότι η εν λόγω περιουσία κρατείται παράνομα εφόσον βρίσκεται στην διάθεση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας.

           

Ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις θέσεις τις οποίες προώθησε, δεν διαπιστώνω αντιφάσεις ή κενά στην μαρτυρία του, με αποτέλεσμα να κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.

 

            Τέλος, ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 – ΜΥ3, η μαρτυρία του οποίου έχει καταγραφεί πιο πάνω, κρίνεται επίσης ειλικρινής μάρτυρας, εφόσον δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία του, τα λεγόμενα του κρίνονται ειλικρινή και δεν έχω αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια.

 

            Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε για την συμφωνία που είχε κάνει με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 για υπενοικίαση του χώρου του οδοντιατρείου υποβάλλοντας του ότι αυτό έγινε εσκεμμένα προς βλάβη της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Τέθηκε επίσης στον μάρτυρα ότι τα ενοίκια τα οποία κατέβαλλε ο ίδιος στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, αποτελούν περιουσία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Ο μάρτυρας όμως, ανέφερε ότι ο ίδιος του δεν γνωρίζει πως ανοίγει και πως κλείνει μια εταιρεία. Γνώριζε όμως ότι υπήρχε πρόβλημα ρευστότητας στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, εξού και του προτάθηκε από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, να υπενοικιάζει τον χώρο, εφόσον δεν μπορούσε να καταβάλλει τον μισθό του, λόγω παγοποίησης του λογαριασμού αλλά και λόγω μείωσης των πελατών, γεγονότα τα οποία ο ίδιος του βίωνε ενώ βρισκόταν στο ιατρικό κέντρο. Όπως επίσης ο ίδιος του διαπίστωνε ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα δεν μπορούσε να πληρώνει τους προμηθευτές, εξού και συμφωνήθηκε όπως ο ίδιος του να προβαίνει σε παραγγελίες και να πληρώνει απευθείας τους προμηθευτές. Το γεγονός ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ίδρυσε την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, με την οποία ο μάρτυρας υπέγραψε το τεκμήριο 48, δεν έχει διαφανεί από την αντεξέταση του μάρτυρα ή την μαρτυρία την οποία παρουσίασε η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ότι οι περιστάσεις αυτές έλαβαν χώρα με σκοπό την καταδολίευση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, έχοντας υπόψη το ευρύτερο πλαίσιο των περιστάσεων όπου έλαβε χώρα η υπενοικίαση του χώρου και η σύσταση της νέας εταιρείας και αφορούσαν τις οικονομικές δυσκολίες στην λειτουργία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, οι οποίες δεν έχουν συσχετιστεί με κάποια πράξη ή παράλειψη της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1. Οι δε θέσεις οι οποίες τέθηκαν στον μάρτυρα ως προς το ότι το πελατολόγιο το οποίο είχε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 αλλά και ο ίδιος μετά όπου συμβλήθηκε για την ενοικίαση του καταστήματος, ανήκε στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, παρέμειναν γενικές και αόριστες εφόσον ουδείς εκ των μαρτύρων της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας γνώριζαν επ’ ακριβώς για το πελατολόγιο και πως αυτό μεταβαλλόταν αναλόγως των γεγονότων και της κατοχής του ιατρικού κέντρου. Ο μάρτυρας επίσης γνώριζε ότι το ιατρικό κέντρο είχε ουσιαστικά πληγεί όταν ο γενικός ιατρός που εργοδοτείτο στο ιατρικό κέντρο και ήταν εγγεγραμμένοι ασθενείς στο όνομα του, λειτούργησε ιατρείο παίρνοντας το μεγαλύτερο μέρος των ασθενών.

 

            Ούτε και προέκυψε από την αντεξέταση του μάρτυρα ή από άλλη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πόσοι πελάτες της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας παρέμειναν στην επιχείρηση την οποία ο μάρτυρας λειτούργησε στο κατάστημα το οποίο ενοικίασε προσωπικά και στο οποίο λειτουργούσε το δικό του ιατρικό κέντρο. Ενόψει συνεπώς των γενικών και ασαφών θέσεων που τέθηκαν στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του και ελλείψει στοιχείων που θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του, η αξιοπιστία του παρέμεινε ακλόνητη.  

 

            Παρά την προσπάθεια της πλευράς της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας να αναδείξει μέσα από την αντεξέταση του μάρτυρα, ότι αυτός με τους υπόλοιπους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους συνωμότησε για να λάβει το κατάστημα και να συνεχίσει την επιχείρηση την οποία ξεκίνησε η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα εις βλάβη της, αυτό δεν έχει επιτευχθεί. Ο μάρτυρας με σταθερότητα, ειλικρίνεια και πειστικότητα, περιέγραψε τις δυσκολίες οι οποίες προέκυψαν από την φυλάκιση του ΜΑ1 και το πλήγμα το οποίο υπέστηκε η επιχείρηση ένεκα του γεγονότος αυτού, όπως άλλωστε ανέφερε και η ΜΑ2. Περιέγραψε επίσης τις προσπάθειες για εξεύρεση διάφορων λύσεων από μέρους της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 για να συνεχίσει το ιατρικό κέντρο την λειτουργία του, ενώ σε όλα τα στάδια ο ΜΑ1 δεν φαίνεται να είχε κάποιο ρόλο ή εισήγηση για βελτίωση της κατάστασης, όπως επίσης δεν υπήρχε μεταξύ τους ακόμα και πριν την φυλάκιση του κάποια επικοινωνία.

 

            Άλλωστε επαναλαμβάνω ότι το καθεστώς εργασίας του ΜΥ3, διαφοροποιήθηκε όταν πλέον η συμφωνία ενοικίασης είχε τερματιστεί με την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα με απόφαση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1. Έκτοτε συνεπώς η κατάρτιση συμφωνίας με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 για υπενοικίαση του οδοντιατρείου δεν αποτελούσε ζήτημα που να αφορά την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Επιπλέον, τρανή επιβεβαίωση της έλλειψης οποιασδήποτε προσυνεννόησης ή προσχεδιασμού με σκοπό την καταδολίευση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, μεταξύ των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1, 3 και 4, είναι το γεγονός ότι ενώ η συμφωνία ενοικίασης με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 τερματίστηκε με το τεκμήριο 41 στις 14.2.20, η συμφωνία με τον μάρτυρα υπογράφηκε την 1.4.20, τεκμήριο 42. Δεν υπήρξε δηλαδή άμεση ανάληψη της κατοχής του καταστήματος από τον μάρτυρα, ενώ ολόκληρη η περιουσία που βρισκόταν στον χώρο μετακινήθηκε για σκοπούς αποθήκευσης, χωρίς ο ίδιος του να την εκμεταλλευτεί.

 

            Παρά την θέση επίσης της πλευράς της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, με την οποία έθεσε στον μάρτυρα ότι έλαβε την επιχείρηση ως αυτή είχε στηθεί από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα χωρίς αντάλλαγμα, πέραν του ότι από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία για ποια περιουσία της επιχείρησης αναφέρεται η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ο μάρτυρας περιγράφοντας την εξέλιξη των γεγονότων με αποκορύφωμα την φυγή της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 από την Κύπρο και ενώ το κατάστημα ήταν πλέον χωρίς ενοικιαστή αλλά και χωρίς εξοπλισμό εφόσον αυτός μετακινήθηκε για να αποθηκευτεί, λογικά αλλά και ειλικρινά μετέφερε στο Δικαστήριο την γνήσια του πεποίθηση ότι μπορούσε νόμιμα να ενοικιάσει το κατάστημα χωρίς να ευνοηθεί από την προϋπάρχουσα κατάσταση. Επαναλαμβάνω επίσης ότι κανένα συγκεκριμένο στοιχείο τέθηκε στον μάρτυρα υπόψη που θα μπορούσε να καταδείξει ότι ο ίδιος του επωφελήθηκε από περιουσία ή την εμπορική εύνοια της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, η οποία επαναλαμβάνω μέσω της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, είχε τερματίσει την ενοικίαση.

 

            Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες περαιτέρω επισημάνσεις που να αξίζουν αναφοράς από το Δικαστήριο για την αξιολόγηση του μάρτυρα, πέραν των όσων αναφερθήκαν πιο πάνω. Επαναλαμβάνω ότι ο μάρτυρας με τις ειλικρινείς αλλά και λογικές του απαντήσεις και τοποθετήσεις, μετέφερε στο Δικαστήριο την κατάσταση που επικρατούσε στο ιατρικό κέντρο από το 2013 όπου εργοδοτήθηκε μέχρι την 1.4.20 όπου ο ίδιος του ξεκίνησε να ενοικιάζει το κατάστημα ασκώντας την δική του δραστηριότητα. Κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.

 

            Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει αποδεκτά αλλά και τα όσα δεν έχουν αμφισβητηθεί, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση.

 

Περί το 2011 ο κος Preston – ΜΑ1 και η κα Gibson – εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, σύναψαν σχέσεις και ακολούθως εγκαταστάθηκαν και συγκατοίκησαν στην οικία του ΜΑ1, στην Πάφο. Ο ΜΑ1, είχε ήδη ιδρύσει από το 2010 την εναγόμενη 4 εταιρεία.

 

Περί την 29.11.12, εγγράφηκε ως ιδιωτική εταιρεία η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, με σκοπό να λειτουργήσει την επιχείρηση ιατρικού κέντρου. Μέτοχοι της εταιρείας ήταν και παραμένουν μέχρι σήμερα ο ΜΑ1 με 800 μετοχές και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 με 200 μετοχές. Αμφότεροι επίσης ήταν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι διευθυντές της εταιρείας.

 

Για σκοπούς λειτουργίας της επιχείρησης του ιατρικού κέντρου, ενοικιάστηκε το κατάστημα στην οδό Μιχαλάκη Κυπριανού 56 – 58, στην Πέγεια, ιδιοκτησίας της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3. Η προκαταβολή για την ενοικίαση του ακινήτου καταβλήθηκε από τον ΜΑ1 και ακολούθως τα ενοίκια πληρώνοντας από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Για την ενοικίαση του καταστήματος, η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία ενοικίασης με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, με ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης την 1.12.12, η οποία θα ίσχυε για δύο έτη με δικαίωμα ανανέωσης εκτός εάν ένα εκ των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το άλλο μέρος ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση της. Στο πατάρι του καταστήματος, ο ΜΑ1 λειτουργούσε ραδιοσταθμό μέσω των εταιρειών του, με τον οποίο ασχολείτο περισσότερο. Η λειτουργία και διοίκηση του ιατρικού κέντρου ασκείτο από κοινού από τους δύο διευθυντές και μετόχους της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Στο ιατρικό κέντρο, εργοδοτείτο η ΜΑ2, ως ρεσέψιονιστ και ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 ως οδοντίατρος από το 2013.   

 

Περί τον Αύγουστο του 2015 η προσωπική σχέση των δύο μετόχων της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας είχε λήξει και συνεχίστηκε η λειτουργία του ιατρικού κέντρου, όπως και προηγουμένως.

 

Περί τον Ιανουάριο του 2016, ο ΜΑ1 είχε καταγγελθεί από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, για παρενόχληση της ανήλικης θυγατέρας της καθώς επίσης εκδόθηκε από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα στις 9.3.16, ECLI:CY:AD:2016:D147 δια του οποίου απαγορευόταν στον ΜΑ1 να προβαίνει σε αποξένωση περιουσίας και να λαμβάνει μονομερώς αποφάσεις που να αφορούν την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα. Ακολούθως το διάταγμα είχε τροποποιηθεί προβλέποντας την πληρωμή μηνιαίας δόσης από την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα προς την εναγόμενη 4 έναντι του δανείου το οποίο της είχε παραχωρήσει η τελευταία.

 

Περί τον Νοέμβριο του 2017, ο ΜΑ1, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, ενώ είχε ήδη μετακινήσει τον ραδιοσταθμό του από το κατάστημα και ο ίδιος του επίσης δεν μετέβαινε στο ιατρικό κέντρο, ούτε είχε κάποια σχέση με αυτό. Το πελατολόγιο και έσοδα του ιατρικού κέντρου, είχαν επηρεαστεί αρνητικά λόγω της καταγγελίας που είχε γίνει εναντίον του ΜΑ1 και της επακόλουθης φυλάκισης του.

 

Το ιατρικό κέντρο εξακολουθούσε να λειτουργεί και η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα εκπροσωπείτο από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1. Ο μοναδικός λογαριασμός τον οποίο η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα διατηρούσε και από τον οποίο γίνονταν οι πληρωμές και καταθέσεις της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, παγοποιήθηκε από την τράπεζα στις 2.4.18 λόγω του ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα δεν πληρούσε τα κριτήρια αποδοχής πελατών. Ένεκα του γεγονότος αυτού, οι πληρωμές μπορούσαν να γίνουν μόνο με μετρητά και σε συνδυασμό με την μείωση των εισοδημάτων της εταιρείας, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ως διευθύντρια της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης, εφόσον δεν μπορούσαν να πληρωθούν τα ενοίκια και σύστησε την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, η οποία ενοικίασε το κατάστημα περί το καλοκαίρι του έτους 2018, συνεχίζοντας την λειτουργία του ιατρικού κέντρου. Περί τον Αύγουστο του 2018, ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4, υπενοικίασε τον χώρο που λειτουργούσε το οδοντιατρείο στο κατάστημα από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, λόγω οικονομικών δυσκολιών της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 να καταβάλλει τον μισθό του και να πληρώνει τα αναλώσιμα που αφορούσαν το οδοντιατρείο, ένεκα της μείωσης των εισοδημάτων του ιατρικού κέντρου η οποία δημιουργήθηκε προγενέστερα.

 

Περί τον Φεβρουάριο του 2020, με επιστολή της η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 ημερομηνίας 14.2.20, ενημέρωσε την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, ότι θα εγκαταλείψει το κατάστημα, τερματίζοντας την ενοικίαση και πρότεινε τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4 ως νέο ενοικιαστή.

 

Την 1.4.20, ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4, ενοικίασε το κατάστημα από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, υπογράφοντας ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 1.4.20.

 

Ο εξοπλισμός και τα έπιπλα που βρίσκονταν στο ιατρικό κέντρο, αποθηκεύτηκαν και ο ΜΑ1 κλήθηκε για να επιβεβαιώσει την ιδιοκτησία τους και να τα παραλάβει. Μετά την επιθεώρηση τους από τον ΜΑ1, αυτός αρνήθηκε να τα παραλάβει.

 

            Η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, φέρει το βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης της και των όσων αποδίδει στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους. Σε κάθε περίπτωση, όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, 1868:

 

«Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).[.]»

           

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, το κριτήριο για την απόσειση του βάρους απόδειξης το οποίο φέρει ένας διάδικος, εξετάζεται υπό το φως της πειστικής και αποδεκτής μαρτυρίας την οποία παρουσιάζει προς απόδειξη της εκδοχής του και όχι κατά πόσο αυτή είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, για τις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 2, όπου η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη, δεν σημαίνει ότι η απουσία υπεράσπισης από μέρους τους ή η απουσία αντίκρουσης της μαρτυρίας της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, οδηγεί χωρίς άλλο στην αποδοχή της εκδοχής της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αποσείσει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της με πειστική, αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία.

 

            Είναι δεδομένο ότι μόνο αποδεκτή μαρτυρία μπορεί να κλείνει την πλάστιγγα του ισοζυγίου των πιθανοτήτων υπέρ της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Όπως όμως προκύπτει από την ως άνω αξιολόγηση αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η εκδοχή της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας παρέμεινε ατεκμηρίωτη χωρίς να αποδειχθεί για οποιονδήποτε εκ των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων. Η κύρια αιτία της ανταπαίτησης που έχει προωθηθεί είναι η απάτη και ο δόλος, συναρτώμενα με τον ισχυρισμό ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα εκδιώχθηκε από το ενοικιαζόμενο υποστατικό και απογυμνώθηκε από τα περιουσιακά της στοιχεία, την εμπορική της φήμη και εύνοια, καθώς και η συνωμοσία η οποία κατ’ ισχυρισμό συντελέστηκε σε βάρος της από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους.

 

            Όπως όμως το Δικαστήριο κατέληξε, η συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 1.12.12, τεκμήριο 6, νόμιμα τερματίστηκε από μέρους της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1, υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και ως είχε εξουσία να πράξει. Πέραν τούτου, οι συνθήκες υπό τις οποίες η ενοικίαση τερματίστηκε, ήτοι μετά την παγοποίηση του λογαριασμού της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας γεγονός που την είχε καταστήσει δυσλειτουργική και ανίκανη να ανταποκριθεί στις πληρωμές και οικονομικές της υποχρεώσεις, καθιστώντας την λειτουργία της δυσχερή, καταρρίπτουν κάθε ισχυρισμό της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας για δόλο ή απάτη που αποδίδει στις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 2. Από την άλλη, η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε πειστική μαρτυρία που θα μπορούσε να καταδείξει ότι η σύσταση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, η οποία ενοικίασε το υποστατικό στο οποίο στεγαζόταν το ιατρικό κέντρο μετά τον τερματισμό της ενοικίασης με την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, αφορούσε πράξη που ενείχε δόλο ή απάτη. Ούτε και παρουσιάστηκε συγκεκριμένη μαρτυρία που θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση για να αποδειχθεί ποια ήταν η συνολική περιουσία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας αλλά και τα έσοδα και έξοδα της, μέχρι την ανάληψη της κατοχής του ιατρικού κέντρου από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 και πως αυτή διαμορφώθηκε στην συνέχεια. Όπως επίσης, δεν παρουσιάστηκε ίχνος μαρτυρίας σχετιζόμενης με την ισχυριζόμενη εμπορική εύνοια της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Το μόνο δεδομένο είναι ότι ο εξοπλισμός και επίπλωση που βρίσκονταν στο ιατρικό κέντρο, αποθηκεύτηκαν για να παραδοθούν στην εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα με απόδειξη τις ιδιοκτησίας, ενώ ο ΜΑ1 αρνήθηκε για δικούς του λόγους να παραλάβει.

 

            Συνεπώς, η αποτυχία της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας να αποδείξει ότι παράνομα τερματίστηκε η ενοικίαση του υποστατικού, ότι παράνομα η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 έλαβε κατοχή αυτού αλλά και το ότι ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 4 ενήργησε δόλια για να λάβει κατοχή του υποστατικού το οποίο νόμιμα ενοικίασε από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3, αλλά και η αποτυχία της να αποδείξει ότι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι προέβηκαν σε οποιαδήποτε συμφωνία και σχεδιασμό των πράξεων τους, για να βλάψουν την εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, οδηγεί σε απόρριψη της ανταπαίτησης επί όλων των προωθούμενων αιτιών αγωγής. Κατ’ επέκταση, η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε αξιούμενη θεραπεία, ενώ σε περίπτωση ανατροπής της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου, κρίνω επίσης ότι ελλείψει οικονομικών στοιχείων και σχετικής μαρτυρίας αναφορικά με την ισχυριζόμενη ζημιά την οποία υπέστηκε η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα και πάλι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό ως αποζημιώσεις, οι οποίες δεν καθορίστηκαν με το δικόγραφο της ανταπαίτησης, ενώ με την τελική αγόρευση της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, γίνονται αυθαίρετοι υπολογισμοί της ζημιάς χωρίς στέρεη βάση γεγονότων και στοιχείων.

 

            Καταλήγω συνεπώς ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων αναφορικά με όλους τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους.

 

            Ενόψει των πιο πάνω, η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4 και εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ένα σετ εξόδων να υποβληθεί ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4. Καμία διαταγή για έξοδα αναφορικά με τις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 2 και προηγούμενες διαταγές εξόδων σε σχέση με αυτές, ακυρώνονται.

 

 

 

 

                                                (Υπ.)  …………………………………

                                                          Χρ. Χατζηγεωργίου,  Α.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο