THE SUNSET BOULEVARD TOURIST AND ESTATE COMPANY LIMITED ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Απαίτηση Αρ.: 477/2024, 23/12/2025
print
Τίτλος:
THE SUNSET BOULEVARD TOURIST AND ESTATE COMPANY LIMITED ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Απαίτηση Αρ.: 477/2024, 23/12/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

                                                                                            Απαίτηση Αρ.: 477/2024 (i-justice)

Μεταξύ:

 

THE SUNSET BOULEVARD TOURIST AND ESTATE COMPANY LIMITED

                                               

                                                                                                                       Ενάγουσας

και

 

 1. ALPHA BANK CYPRUS LTD

 2. SKY CAC LIMITED

 3. ACTINOLITE LIMITED

 4. Αντώνης Βασιλείου, υπό την φερόμενη ιδιότητα του ως παραλήπτης/διαχειριστής της εταιρείας THE SUNSET BOULEVARD TOURIST AND ESTATE COMPANY LTD

 5. ΕΦΟΡΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ

 6. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας

 7. Lomendox Limited

                                                                                                                       Εναγόμενων

 

Αίτηση ημερομηνίας 13/02/2025

 

Ημερομηνία: 23/12/2025

Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χ. Πουτζιουρής για ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΟΥΤΖΙΟΥΡΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.    

Για Εναγόμενο 4 - Καθ’ ου η αίτηση: κ. Π. Πανάγος για ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση καταχωρήθηκε (χωρίς Έκθεση Απαίτησης), στις 24/10/2024. Με αυτή η Ενάγουσα αξιώνει διάφορες αποφάσεις, δηλώσεις, διατάγματα καθώς και αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Συγκεκριμένα αξιώνει:

Αναγνωριστικές Δηλώσεις ότι:

 

§    Το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης με φερόμενη ημερομηνία εκτέλεσης τις 31/10/2018 και η εγγραφή του στις 05/11/2018 από τον Έφορο Εταιρειών είναι εξ υπαρχής άκυρα.

§    Ο φερόμενος διορισμός ως παραλήπτη/διαχειριστή του Εναγόμενου 4 στην Ενάγουσα είναι παράνομος και εξ υπαρχής άκυρος και δεν παράγει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα.

§    Η πώληση και/ή μεταβίβαση της περιουσίας της Ενάγουσας, περιλαμβανομένης και της ακίνητης της περιουσίας [αναφέρονται 3 ακίνητα], από τον Εναγόμενο 4 προς την Εναγόμενη 3, η οποία συστάθηκε και ιδρύθηκε από την Εναγόμενη 2, είναι παράνομη και εξ υπαρχής άκυρη ως αποτέλεσμα δόλου και απάτης και έκδηλης παρανομίας.

§    Οι οποιεσδήποτε αλλαγές μετοχικού κεφαλαίου και/ή αλλαγές των μετόχων και/ή των διευθυντών της Εναγόμενης 3 προς την Εναγόμενη 7 είναι άκυρες και άνευ νομικού αποτελέσματος και είναι προϊόν δόλου και απάτης και έκδηλης παρανομίας προς καταδολίευση της Ενάγουσας.

 

Διατάγματα με τα οποία:

 

§    Να ακυρώνεται οποιαδήποτε εγγραφή και/ή μεταβίβαση και/ή αποξένωση οποιασδήποτε περιουσίας της Ενάγουσας που έγινε κατά ή περί τις 27/09/2024 από τον Εναγόμενο 4 προς την Εναγόμενη 3, διότι είναι αποτέλεσμα δόλου, απάτης και έκδηλης παρανομίας προς καταδολίευση της Ενάγουσας.

§    Να διατάσσεται η Εναγόμενη 3 να επανεγγράψει επ’ ονόματι της Ενάγουσας όλη την περιουσία της, που με δόλο, απάτη και σε συνομωσία με τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 7, αποξενώθηκε από τον Εναγόμενο 4 προς την Εναγόμενη 3 με τελικό δικαιούχο την Εναγόμενη 7.

 

 

 

 

Αποφάσεις και/ή Διατάγματα και/ή Δηλώσεις:

 

§    Ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 δεν δικαιούνται να εκποιήσουν και/ή να πωλήσουν και/ή να αποξενώσουν την επίδικη ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας με οποιοδήποτε άλλο τρόπο από αυτόν που προνοείται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965.

§    Που να αποτρέπουν και/ή απαγορεύουν στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 από του να προωθήσουν και τελεσφορήσουν οποιαδήποτε διαδικασία πώλησης και/ή μεταβίβασης άλλη από αυτή που προβλέπεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, με σκοπό την εκποίηση και/ή πώληση και/ή αποξένωση οποιασδήποτε περιουσίας της Ενάγουσας.

§    Οι οποίες να αναστέλλουν και/ή να παραμερίζουν και/ή να ακυρώνουν οποιαδήποτε διαδικασία έχουν ξεκινήσει ή προώθησαν και/ή ολοκλήρωσαν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 με σκοπό την εκποίηση και/ή πώληση και/ή αποξένωση οποιασδήποτε περιουσίας της Ενάγουσας, η οποία διαδικασία είναι αντίθετη με τη διαδικασία που ορίζει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965.

§    Οι οποίες να αναστέλλουν και/ή να παραμερίζουν και/ή να ακυρώνουν τη διαδικασία πώλησης και/ή τη μεταβίβαση, από τον Εναγόμενο 4, της περιουσίας της Ενάγουσας, προς την Εναγόμενη 3.

 

Τέλος αξιώνει Ειδικές και/ή Γενικές και/ή Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις συνεπεία δόλου, απάτης και παρανομίας και χρήσης δόλιων μεθόδων, κατά παράβαση των προβλεπόμενων διαδικασιών του Νόμου και/ή συνεπεία παράβασης εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4.

 

Την ίδια ημέρα που καταχώρησε την εν λόγω Απαίτηση, η Ενάγουσα, με μονομερή αίτηση της αξίωσε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να εμποδίζεται η «τελεσφόρηση» της πώλησης ακίνητης περιουσίας της, η οποία έγινε από τον Εναγόμενο 4. Αφού το Δικαστήριο άκουσε την αίτηση μονομερώς, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 30/10/2024, έκρινε ότι η αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί και διέταξε την επίδοση  της  σε  όλα  τα  πρόσωπα  τα  οποία  επηρεάζονταν από  τα αιτούμενα διατάγματα. Ακολούθως, αφού η αίτηση επιδόθηκε, καταχωρήθηκαν ενστάσεις από τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 7 και διεξήχθη ακρόαση αυτής, το Δικαστήριο την απέρριψε, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 09/07/2025.

 

Εν τω μεταξύ η Ενάγουσα καταχώρησε, στις 30/01/2025, μονομερή αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση διαφόρων προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του Εναγόμενου 4. Στη συνέχεια, στις 03/02/2025 η Ενάγουσα ζήτησε όπως της δοθεί χρόνος για επίδοση της ως άνω μονομερούς αίτησης. Αυτή εκκρεμεί και είναι ορισμένη για οδηγίες.

 

Ακολούθως, στις 13/02/2025 η Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση εναντίον του Εναγόμενου 4, με την οποία ζητά:  

 

1.    Διάταγμα διατάττον τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση:

 

(i)       του σημειώματος εμφάνισης που καταχωρήθηκε στις 04/11/2024 από το Δικηγορικό Γραφείο Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους του Εναγόμενου 4 και

(ii)      του εντύπου διορισμού δικηγόρου που καταχωρήθηκε στις 04/11/2024 από το Δικηγορικό Γραφείο Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε. εκ μέρους του Εναγόμενου 4 και

(iii)     οποιουδήποτε άλλου δικογράφου, σημειώματος εμφάνισης, διοριστήριου, αίτησης, ένστασης, διαδικασίας, αγόρευσης και/ή παρεμπίπτοντος δικονομικού διαβήματος τυχόν καταχωρηθεί και/ή ληφθεί στο πλαίσιο της παρούσας Απαίτησης εκ μέρους και/ή για λογαριασμό του Εναγόμενου 4 από το Δικηγορικό Γραφείο Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.

 

2.   Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες και/ή περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.

 

Η αίτηση βασίζεται, ως αναγράφει, στους Κανονισμούς 1, 2.3, 4, 6, 7, 10, 12, 20, 22, 23, 25, 32, 38 και 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 και συγκεκριμένα, χωρίς περιορισμό, στους Κανονισμούς 23.1-5, 23.8, 23.12(2), 32.14 και 32.15, στα άρθρα 83-100, 334-344 και 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στα άρθρα 21, 29-32 και 41-43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Κανονισμούς 1 - 4 των περί Εταιρειών Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 23, 30 και 35 του Συντάγματος, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων, στη διακριτική ευχέρεια και στην εγγενή και συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ιωάννου, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας.

 

Ο Εναγόμενος 4 (στο εξής «ο Καθ’ ου η αίτηση) αντέδρασε στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:

 

1.         Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται ή/και δεν έχουν έννομο συμφέρον ή/και τη νομική υπόσταση να προωθούν την αίτηση ή/και δεν παραθέτουν επαρκή μαρτυρία ότι έχουν έννομο συμφέρον να υποβάλουν την αίτηση ή/και καμία εκ των προϋποθέσεων προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων πληρείται.

2.         Τυχόν έγκριση της αίτησης συνιστά ανεπίτρεπτη ή/και αδικαιολόγητη παρέμβαση στα θέματα διαχείρισης και παραβίαση του δικαιώματος του Καθ’ ου η αίτηση για δίκαιη δίκη αφού θα στερηθεί του συνταγματικού του δικαιώματος να εκπροσωπείται από δικηγόρους της επιλογής του.

3.         Δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων των δικηγόρων.

4.         Η αίτηση αποτελεί την επιτομή της κατάχρησης των διαδικαστικών διαδικασιών και κατασπατάληση του πολύτιμου δικαστικού χρόνου.

5.         Δια της αίτησης επιχειρείται η άρση του εταιρικού πέπλου, χωρίς να πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.

6.         Η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα ή/και με υπέρμετρη καθυστέρηση.

7.         Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση είναι γενικοί, αόριστοι και παραπλανητικοί ή/και άσχετοι με το επίδικο ζήτημα ή/και η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της.

8.         Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής ή/και η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και δικονομικά εσφαλμένη.

9.         Δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

 

Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε σε αγορεύσεις των συνηγόρων, στις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα αναφέρθηκαν κατά τις εν λόγω αγορεύσεις και το γραπτό περιεχόμενο αυτών, μελετήθηκαν με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης.

 

Νομική πτυχή

 

Να υπομνησθεί κατ’ αρχάς ότι αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα έκαστου προσώπου, το οποίο κατοχυρώνεται και συνταγματικά (βλ. άρθρο 30(3) του Συντάγματος) να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του. Παρά ταύτα το Δικαστήριο, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω, διατηρεί εγγενή εξουσία να επέμβει στο θέμα του διορισμού δικηγόρου και να απαγορεύσει σε δικηγόρο από του να ενεργεί για ορισμένο πελάτη.

 

Όσον αφορά το θέμα δέον όπως λεχθεί ότι από τη μελέτη μου, έχω διαπιστώσει ότι έχουν εκδοθεί σχετικές αποφάσεις από τα πρωτόδικα Δικαστήρια μας (οι συνήγοροι με έχουν παραπέμψει σε κάποιες εξ αυτών). Δεν έχω όμως εντοπίσει να έχει αποφασισθεί το θέμα επί της ουσίας του, από κάποιο Ανώτερο Δικαστήριο μας. Αναφορά σε αυτό έγινε, χωρίς όμως να αποφασισθεί επί της ουσίας, στην In Re Evand Promotions Ltd (1998) 1Β Α.Α.Δ. 736, στο πλαίσιο Αίτησης για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari προς ακύρωση ενδιάμεσης απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση των Αιτητών – Εναγομένων για έκδοση διατάγματος με το οποίο να αποκλείονται και/ή να παρεμποδίζονται συγκεκριμένοι δικηγόροι και δικηγορικό γραφείο από του να αντιπροσωπεύουν και/ή να ενεργούν ως δικηγόροι του Καθ’ ου η αίτηση -Ενάγοντα σε αγωγή. Το πραγματικό υπόβαθρο της ενδιάμεσης αίτησης ήταν ότι οι εν λόγω δικηγόροι του Ενάγοντα, ως δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 στο παρελθόν, έγιναν κτήτορες εμπιστευτικών πληροφοριών, τις οποίες χρησιμοποίησαν εναντίον των Εναγομένων κατά την έγερση της συγκεκριμένης αγωγής και θα τις χρησιμοποιούσαν κατά τον περαιτέρω χειρισμό αυτής. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό στην In Re Evand Promotions Ltd έγινε αναφορά στη θεμελιακή για το θέμα αγγλική υπόθεση Rakusen v. Ellis Munday & Clarke [1912] 1 Ch. D. 831, όπου αποφασίστηκε ότι δεν υπάρχει γενικός νομικός κανόνας ότι δικηγόρος που ενήργησε για κάποιο πρόσωπο, είτε πριν είτε μετά την έναρξη της δίκης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ενεργήσει για την άλλη πλευρά. Αν, όμως, το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι, σε τέτοια περίπτωση, δυνατόν να προκύψει βλάβη για το εν λόγω πρόσωπο, τότε ο δικηγόρος είναι δυνατόν να εμποδισθεί από του να ενεργήσει για την άλλη πλευρά. Επίσης έγινε αναφορά σε αποφάσεις Δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών, από την ανάγνωση των οποίων, ως λέχθηκε, προκύπτει ότι, όπως και στην Αγγλία, με περισσότερη μάλιστα ευκολία, τα Δικαστήρια συχνά παρεμβαίνουν και απαγορεύουν σε δικηγόρους να χειρίζονται υποθέσεις εκ μέρους ενός διάδικου όταν, λόγω του ότι αυτοί διετέλεσαν δικηγόροι του αντιδίκου ή για παρόμοιο λόγο, περιήλθαν σε γνώση τους εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν ή έχουν σχέση με την υπόθεση του αντιδίκου.

 

Οι νομολογιακές αρχές που καθιέρωσε η Rakusen (ανωτέρω), υιοθετήθηκαν και επεκτάθηκαν στη μεταγενέστερη Bolkiah v. KPMG [1999] 1 All ER 517 (απόφαση της Βουλής των Λόρδων). Εδώ να λεχθεί ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε εταιρεία λογιστών, αλλά η Βουλή των Λόρδων επισήμανε ότι οι ίδιες εκτιμήσεις έπρεπε να ισχύουν σαν να επρόκειτο για δικηγόρο. Ως προκύπτει λοιπόν από την Bolkiah, το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να επέμβει στον διορισμό δικηγόρου και να απαγορεύσει στον δικηγόρο από του να ενεργεί για συγκεκριμένο πελάτη, όταν υφίσταται μια εκ των ακόλουθων περιπτώσεων:

 

1.         Να υπάρχει κίνδυνος διαρροής πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, σχετικών με την υπόθεση άλλου πελάτη.

2.         Να τίθεται ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων.

 

Είναι δε εμφανές από τη σχετική αγγλική νομολογία ότι η ως άνω αναφερόμενη εξουσία επέμβασης του Δικαστηρίου αφορά τις περιπτώσεις εκείνες όπου ένας δικηγόρος εκπροσώπησε δύο πελάτες και ο ένας εξ αυτών επιθυμεί τον τερματισμό της εκπροσώπησης του άλλου από τον ίδιο δικηγόρο, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα του. Δεν εμπίπτει λοιπόν σε αυτές η περίπτωση που ο ίδιος δικηγόρος ενήργησε και προηγουμένως εναντίον κάποιου προσώπου σε δικαστική διαδικασία (βλ. Halsbury's Laws of England, 2024 (Volume 19) παρ. 39 και Glencairn IP Holdings Ltd v. Product Specialities Inc (trading as Final Touch) [2020] EWCA Civ 609).

Ως προς το θέμα της προστασίας εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την Bolkiah: 

 

«In the course of argument, however, he modified his position, accepting that there was no ground on which the court could properly intervene unless two conditions are satisfied: (i) that the solicitor was in possession of information which was confidential to the former client and (ii) that such information was or might be relevant to the matter on which he was instructed by the second client. This makes the possession of relevant confidential information the test of what is comprehended within the expression “the same or a connected matter”. On this footing the Court’s intervention is founded not on the avoidance of any perception of possible impropriety but on the protection of confidential information.

 

My Lords, I would affirm this as the basis on the court’s jurisdiction to intervene on behalf of a former client.”

…………………………………………………………………………………………………………. 

“It is in any case difficult to discern any justification in principle for a rule which exposes a former client without his consent to any avoidable risk, however slight, that information which he has imparted in confidence in the course of a fiduciary relationship may come into the possession of a third party and be used to his disadvantage. Where in addition the information in question is not only confidential but also privileged, the case for a strict approach is unanswerable. Anything less fails to give effect to the policy on which legal professional privilege is based. It is of overriding importance for the proper administration of justice that a client should be able to have complete confidence that what he tells his lawyer will remain secret. This is a matter of perception as well as substance. It is of the highest importance to the administration of justice that a solicitor or other person in possession of confidential and privileged information should not act in any way that might appear to put that information at risk of coming into the hands of someone with an adverse interest.»

 

 

Προκύπτει πάντα από την ίδια απόφαση, ότι το βάρος βρίσκεται στους ώμους του αιτητή να αποδείξει ότι: (α) ο δικηγόρος έχει στην κατοχή του πληροφορίες, οι οποίες είναι εμπιστευτικές για τον αιτητή και στην αποκάλυψη των οποίων ο αιτητής δεν συναινεί και (β) οι πληροφορίες είναι ή πιθανόν να είναι σχετικές με το νέο θέμα για το οποίο το συμφέρον του άλλου πελάτη είναι ή πιθανόν να είναι αντίθετο από αυτό του αιτητή.  Το Δικαστήριο θα πρέπει να παρέμβει εκτός εάν δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος αποκάλυψης. Ο δε κίνδυνος πρέπει να είναι πραγματικός και όχι φανταστικός ή θεωρητικός.

 

Από την ίδια δε υπόθεση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα αναφορικά με το θέμα της προστασίας από σύγκρουση συμφερόντων:

«It is otherwise where the court’s intervention is sought by an existing client, for a fiduciary cannot act at the same time both for and against the same client, and his firm is in no better position. A man cannot without the consent of both clients act for one client while his partner is acting for another in the opposite interest. His disqualification has nothing to do with the confidentiality of client information. It is based on the inescapable conflict of interest which is inherent in the situation.»

 

Σχετικά με το θέμα της σύγκρουσης συμφερόντων είναι και τα ακόλουθα από την απόφαση του αγγλικού Court of Appeal στην υπόθεση Bristol and West Building Society v. Mothew (1998) Ch.1:

 

«A fiduciary who acts for two principals with potentially conflicting interests without the informed consent of both is in breach of the obligation of undivided loyalty; he puts himself in a position where his duty to one principal may conflict with his duty to the other: see Clark Boyce v. Mouat [1994] 1 AC 428 and the cases there cited. This is sometimes described as “the double employment rule”. Breach of the rule automatically constitutes a breach of fiduciary duty.»

 

Εξέταση της αίτησης

 

Προχωρώ στην εξέταση της αίτησης έχοντας υπόψη τις ως άνω νομικές αρχές.

 

Από τη μαρτυρία στην οποία στηρίζεται η αίτηση και τις αγορεύσεις του συνηγόρου της Αιτήτριας, προκύπτει ότι αυτή στηρίζεται αποκλειστικά στη μια εκ των δύο προαναφερόμενων περιπτώσεων και δη στην ύπαρξη σύγκρουσης συμφέροντος και περαιτέρω προβάλλεται ότι λόγω τούτου δεν υπάρχει δίκαιη δίκη για την Αιτήτρια. Προς στοιχειοθέτηση της ύπαρξης σύγκρουσης συμφέροντος, η Αιτήτρια προβάλλει ουσιαστικά ότι η δικηγορική εταιρεία που αναφέρεται στο αιτητικό της αίτησης (στο εξής «η δικηγορική εταιρεία») και εκπροσωπεί τον Καθ’ ου η αίτηση, ως φερόμενο διαχειριστή/παραλήπτη της Αιτήτριας:

 

1.         Εκπροσωπεί τον Καθ’ ου η αίτηση σε όλες τις αγωγές στις οποίες αυτός εμφανίζεται ή καταχωρεί.

2.         Έχει εγγράψει την εταιρεία PV IPPS CYPRUS LTD, η οποία: (i) έχει ως διευθυντή και ένα εκ των μετόχων της, τον Καθ’ ου η αίτηση, (ii) έχει εγγεγραμμένο γραφείο τα γραφεία της εν λόγω δικηγορικής εταιρείας και (iii) έχει ως γραμματέα της την εταιρεία PKGP SERVICES LTD, της οποίας μέτοχος είναι ο Π. Π. αδελφός του Κ. Π., δικηγόρων του Καθ’ ου η αίτηση και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στον ίδιο χώρο και πολυκατοικία που είναι τα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας.

3.         Εκπροσωπεί και την Εναγόμενη 2 σε δικαστικές διαδικασίες.

 

Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι:

 

·                Η δικηγορική εταιρεία ενέγραψε την PV IRPS CYPRUS LTD προς όφελος του Καθ’ ου η αίτηση και του συνεταίρου αυτού, ο οποίος συνέταιρος του έχει καταχωρήσει ένορκες δηλώσεις στην Αγωγή 56/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όπου φαίνεται ότι είναι εμπλεκόμενος στην ισχυριζόμενη διαχείριση της Αιτήτριας.

·                Η PV IPPS CYPRUS LTD έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά και με σκοπό να καταστρατηγεί το Νόμο αναφορικά με τον διορισμό διαχειριστών και παραληπτών εφόσον ο αληθινός διαχειριστής και παραλήπτης των εταιρειών που έχει κατ' ισχυρισμό διορισθεί ο Καθ’ ου η αίτηση είναι η εν λόγω εταιρεία και ο διορισμός αυτού στον Έφορο Εταιρειών είναι εικονικός με σκοπό να μην αποκαλύπτεται ότι είναι η εταιρεία που κάνει τη διαχείριση και εισπράττει λεφτά και εισοδήματα από τις διαχειρίσεις.

·                Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν είναι εγγεγραμμένος προσωπικά στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοεργοδοτούμενος αλλά είναι γραμμένος ως μισθωτός άλλης εταιρείας, δεν εκδίδει τιμολόγια προσωπικά για τα ποσά που λαμβάνει από τις διαχειρίσεις που διορίζεται, ούτε καταβάλλει προσωπικά φόρους ή είναι εγγεγραμμένος στο Τμήμα Φορολογίας με προσωπικά εισοδήματα από τις διαχειρίσεις που τον διορίζουν εφόσον όλα τα εισοδήματα από τις διαχειρίσεις τα εισπράττει η ως άνω εταιρεία, η οποία τον πληρώνει, ως μέτοχο, μερίσματα. Σύμφωνα με το άρθρο 334 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 δεν μπορεί νομικό πρόσωπο να διοριστεί ή να ενεργεί ως διαχειριστής και ο Καθ’ ου η αίτηση παράνομα και εικονικά ενεργεί ως τέτοιος προσωπικά ενώ στην πραγματικότητα πίσω του είναι η εταιρεία που δημιούργησε για αυτό τον σκοπό.

·                Απόδειξη ότι πραγματικός διαχειριστής στην παρούσα υπόθεση είναι η εταιρεία PV IPPS CYPRUS LTD είναι και το γεγονός ότι ασφαλιζόμενος δεν είναι προσωπικά ο Καθ’ ου η αίτηση αλλά η εν λόγω εταιρεία.

·                Άλλη απόδειξη ότι είναι η PV IPPS CYPRUS LTD ο πραγματικός διαχειριστής είναι το ότι ο Καθ’ ου η αίτηση χρησιμοποιεί συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, η οποία ανήκει στην εν λόγω εταιρεία καθώς και το λογότυπο και στοιχεία αυτής.

·                Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση πώλησε τα επίδικα ακίνητα σε εταιρεία του Γ.Ι. (Corantina Homes), ο οποίος σε ένορκη δήλωση παραδέχεται την ιδιοκτησία εταιρειών, μεταξύ των οποίων η Εναγόμενη 7.

·                Ο λόγος που ζητούνται τα επίδικα διατάγματα είναι επειδή μετά την καταχώρηση της ως άνω Απαίτησης και της ενδιάμεσης αίτησης για ενδιάμεσα διατάγματα ήρθαν στη γνώση του ενόρκως δηλούντα γεγονότα που αναφέρει και τα οποία τεκμηριώνουν τη θέση της Αιτήτριας για οργανωμένο σχέδιο υφαρπαγής της περιουσίας της χωρίς η ίδια να οφείλει κανένα ποσό από δικαστική απόφαση ή από δάνειο εφόσον ουδέποτε είχε δάνειο από την Εναγόμενη 1 ή Εναγόμενη 2.

 

Στη δική του ένορκη δήλωση, ο Καθ’ ου η αίτηση προβάλλει τα ακόλουθα:

 

·                Από τις 05/07/2013 μέχρι τις 30/09/2017, διετέλεσε εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου εταιρείας που δραστηριοποιείται στην παροχή ελεγκτικών, λογιστικών, φορολογικών, συμβουλευτικών και υπηρεσιών αφερεγγυότητας. Από την 01/10/2017, όταν και αποχώρησε από την προηγούμενη του εργασία, διετέλεσε εξωτερικός συνεργάτης της εν λόγω εταιρείας μέχρι και τις 31/12/2018. Από την 01/01/2019, είναι εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της PV ΙΡΡS CYPRUS LTD, η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών αφερεγγυότητας.

·                Η δικηγορική εταιρεία που τον εκπροσωπεί στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση ουδέποτε εκπροσώπησε την Αιτήτρια ή τους αξιωματούχους της και ουδέποτε έλαβε και ως εκ τούτου δεν κατέχει οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία που αφορά την Αιτήτρια.

·                Στην αίτηση, περιλαμβάνεται σωρεία ισχυρισμών, οι οποίοι είναι άσχετοι με τo μοναδικό επίδικο ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σύγκρουση συμφέροντος των εν λόγω δικηγόρων.

·                Δεν τίθεται θέμα δίκαιης δίκης ή σύγκρουσης συμφέροντος διότι μία δικηγορική εταιρεία εκπροσωπεί την εταιρεία που ενέγραψε, ούτε και διότι δικηγορική εταιρεία μπορεί να έχει και άλλους πελάτες. Ούτως ή άλλως, αν κάποιος θα μπορούσε να παραπονεθεί για σύγκρουση συμφέροντος, είναι οι πελάτες του δικηγορικού γραφείου και όχι κάποιος άσχετος τρίτος. Σε κάθε περίπτωση, παρά το ότι ουδέν μεμπτό, τα νομικά πρόσωπα αποτελούν ξεχωριστές νομικές οντότητες και μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και υπό προϋποθέσεις επιτρέπεται η άρση του εταιρικού πέπλου που, εν προκειμένω, δεν πληρούνται. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί που αφορούν στη μετοχική σύνθεση των νομικών προσώπων που αναφέρει ο ενόρκως δηλούντας στην αίτηση, δεν δύναται και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Επιπρόσθετα, κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει μία εταιρεία να έχει ως γραμματέα, νομικό πρόσωπο που παρέχει διοικητικές υπηρεσίες, όπως δεν υπάρχει πρόβλημα ο μέτοχος της εν λόγω εταιρείας να κατέχει μετοχές σε άλλη εταιρεία. Κατά τα λοιπά, καμία σύγκρουση συμφέροντος υπάρχει.

·                Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν λειτουργεί μέσω νομικού προσώπου. Έχει διοριστεί παραλήπτης/διαχειριστής της Αιτήτριας προσωπικά, κάτι που προκύπτει ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα από τις γνωστοποιήσεις διορισμού παραλήπτη/διαχειριστή στις Εταιρείες, έντυπο τύπου HE35, που καταχωρήθηκαν στο Τμήμα Αφερεγγυότητας.

·                Οι θέσεις ότι η PV IPPS CYPRUS LTD, στην οποία είναι συνέταιρος ο Καθ’ ου η  αίτηση, έχει ιδρυθεί με σκοπό να καταστρατηγηθούν οι πρόνοιες του Νόμου ή/και ότι ο διορισμός του είναι εικονικός καθώς παραλήπτης/διαχειριστής των υπό διαχείριση Εταιρειών είναι η PV IPPS CYPRUS LTD, δεν ευσταθούν και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και επινοήσεις της Αιτήτριας.

·                Παρά το γεγονός ότι κάτοχος του ασφαλιστηρίου είναι η PV ΙΡΡS CYPRUS LTD, η ασφάλεια καλύπτει προσωπικά, τόσο τον Καθ’ ου η αίτηση όσο και τον συνέταιρο του όσο και τον υπάλληλο τους και όλοι είναι εγγεγραμμένοι σύμβουλοι αφερεγγυότητας. Το γεγονός ότι κάτοχος του ασφαλιστηρίου είναι η PV IPPS CYPRUS LTD, δεν αναιρεί την προσωπική κάλυψη του Καθ’ ου η αίτηση ως λογιστή και σύμβουλου αφερεγγυότητας.

·                Από τη μέρα διορισμού του, οι αξιωματούχοι της Αιτήτριας ήγειραν, επανειλημμένα και ανεπιτυχώς, σωρεία δικαστικών διαδικασιών με σκοπό να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν την εξουσία και δικαίωμα τoυ ως παραλήπτη/διαχειριστή της Αιτήτριας, να ρευστοποιήσει την περιουσία της ή/και να ακυρώσουν ή/και αναστείλουν τον διορισμό του, να περιορίσουν τις εξουσίες του και γενικότερα να τον εμποδίσουν από την εκτέλεση των καθηκόντων τoυ. Όλες οι διαδικασίες που καταχωρίστηκαν εκ μέρους των αξιωματούχων της Αιτήτριας μέχρι σήμερα, επιδιώκουν την επίτευξη του ίδιου στόχου, που δεν είναι άλλος από την απενεργοποίηση των όρων του Ομολόγου και κατ’ επέκταση του διορισμού του Καθ’ ου η αίτηση. Ως εκ τούτου, η αίτηση αποτελεί ακόμη ένα καταχρηστικό μέτρο, αφού, επιχειρείται, για πολλοστή φορά, η παρεμβολή εμποδίων στο έργο του Καθ’ ου η αίτηση μέσω προσπάθειας να του αποστερηθεί το δικαίωμα επιλογής δικηγόρου και μάλιστα των δικηγόρων που εμπιστεύεται και οι οποίοι συνεργάζονται μαζί του στη συγκεκριμένη υπόθεση για περίοδο που υπερβαίνει το ενάμιση έτος.

 

Είναι ουσιαστικά η θέση της Αιτήτριας ότι στο πλαίσιο της παρούσας έχει αποδειχθεί η απαιτούμενη σύγκρουση συμφέροντος που έχει η δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Καθ’ ου η αίτηση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, αυτή προκύπτει από την προσωπική, επαγγελματική και εταιρική σχέση μεταξύ του Καθ’ ου η αίτηση και της δικηγορικής εταιρείας που τον εκπροσωπεί (εκ του ότι η τελευταία είναι η προσωπική του δικηγόρος, η δικηγόρος που ενέγραψε την εταιρεία στην οποία είναι μέτοχος και διευθυντής, ήτοι την PV IPPS CYPRUS LTD - που έχει εγγεγραμμένο γραφείο στα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας - και αυτή που διατηρεί εταιρεία, η οποία είναι γραμματέας της PV IPPS CYPRUS LTD και το εγγεγραμμένο γραφείο της οποίας βρίσκεται στον ίδιο χώρο που είναι τα γραφεία της εν λόγω δικηγορικής εταιρείας) και τη σχέση της τελευταίας με την εταιρεία που διόρισε τον Καθ’ ου η αίτηση ως παραλήπτη/διαχειριστή της Αιτήτριας (δηλαδή την Εναγόμενη 2), της οποίας εξυπηρετεί τα συμφέροντα. Είναι επίσης η θέση της Αιτήτριας ότι υπάρχει σύγκρουση συμφέροντος της εν λόγω δικηγορικής εταιρείας και των συμφερόντων της Αιτήτριας, αφού «υποτίθεται» ότι ο Καθ’ ου η αίτηση εκπροσωπεί την τελευταία και είναι στη βάση αυτής της σχέσης που έχει μεταβιβάσει και αποξενώσει όλη την περιουσία της Αιτήτριας, στην Εναγόμενη 3, η οποία είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης 2, χωρίς η Αιτήτρια να οφείλει κανένα ποσό, προκαλώντας έτσι ζημιά στην τελευταία. Η εν λόγω σχέση και η σύγκρουση συμφέροντος που δημιουργείται από αυτή ουδέποτε αποκαλύφθηκε στην Αιτήτρια ή στους αντιπροσώπους της ή στο Δικαστήριο, κάτι που συνιστά και παραβίαση των περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών του 2002, ως έχουν τροποποιηθεί.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση, ως προς την ουσία της αίτησης, υποστηρίζει ότι στην προκειμένη δεν τίθεται θέμα παράλληλης εκπροσώπησης ούτε και εκπροσώπησης από την ίδια δικηγορική εταιρεία δύο πελατών της, των οποίων τα συμφέροντα να συγκρούονται ή μπορεί να συγκρουστούν. Αυτό καθότι η Αιτήτρια ουδέποτε εκπροσωπήθηκε από τη συγκεκριμένη δικηγορική εταιρεία και η τελευταία ουδέποτε έλαβε οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες από την Αιτήτρια. Ως εκ τούτου το θέμα της εκπροσώπησης του Καθ’ ου η αίτηση, δεν αφορά την Αιτήτρια και δεν επηρεάζει τα νόμιμα συμφέροντα αυτής. Εκείνος που, σύμφωνα με την ίδια θέση, ενδεχομένως να μπορούσε να ζητήσει τον τερματισμό της εκπροσώπησης από την εν λόγω δικηγορική εταιρεία ή/και να παραπονεθεί για σύγκρουση συμφέροντος είναι οι πελάτες της δικηγορικής εταιρείας και όχι κάποιος τρίτος που δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε συνεργασία με αυτή. Σε κάθε περίπτωση, τυχόν παράβαση καθήκοντος από την εν λόγω δικηγορική εταιρεία, δεν αποτελεί ζήτημα που αφορά την Αιτήτρια.

 

Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση προβάλλει ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς εξέταση της ουσίας της καθότι οι αξιωματούχοι της Αιτήτριας δεν έχουν τη νομική υπόσταση (locus standi) ούτε και νομιμοποιούνται να προωθούν την αίτηση ή την Απαίτηση, καθώς ουδέποτε έλαβαν τη συγκατάθεση του ιδίου ως παραλήπτη/διαχειριστή πριν την έγερση της Απαίτησης και ουδέποτε ανέλαβαν ούτε έχουν παράσχει προσωπική υποχρέωση καταβολής των εξόδων ή/και αποζημίωσης σε περίπτωση αποτυχίας της αίτησης. Σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, παρά το ότι δύναται να προβληθεί ο ισχυρισμός πως οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας προς αμφισβήτηση του διορισμού του παραλήπτη/διαχειριστή εάν ο τελευταίος αρνείται να λάβει μέτρα για προώθηση των συμφερόντων της Εταιρείας, να προωθήσουν οι ίδιοι τις σχετικές διαδικασίες, στην υπό κρίση περίπτωση, μετά το διορισμό του παραλήπτη/διαχειριστή καμία υποχρέωση αναλήφθηκε από τους αξιωματούχους της Αιτήτριας ότι θα αναλάβουν να την αποζημιώσουν προσωπικά σε περίπτωση έκδοσης διαταγής εξόδων εναντίον της, όπως δεν παρέθεσαν κανένα στοιχείο ως προς την οικονομική τους ευρωστία.

 

Έχω μελετήσει με προσοχή και έλαβα υπόψη όλα όσα τίθενται στις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών καθώς και τα όσα προβάλλονται προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων στις αγορεύσεις τους.

Κατ’ αρχάς δέον όπως επισημανθεί ότι η εγκυρότητα του σχετικού ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και ο δυνάμει αυτού διορισμός του Καθ’ ου η αίτηση ως παραλήπτη/διαχειριστή της Αιτήτριας καθώς και η οποιαδήποτε στη βάση του εν λόγω διορισμού πώληση και/ή μεταβίβαση περιουσίας της Αιτήτριας, θέματα στα οποία γίνεται αναφορά και προς υποστήριξη της παρούσας, αποτελούν - ως προκύπτει από την ίδια την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση - το κύριο αντικείμενο της Απαίτησης και συναφώς σε καμία περίπτωση δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης των εκατέρωθεν σχετικών ισχυρισμών και της κατάληξης σε οποιοδήποτε συμπέρασμα στο πλαίσιο της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης. Η σχέση του Καθ’ ου η αίτηση με την PV IPPS CYPRUS LTD και η σχέση της δικηγορικής εταιρείας που τον εκπροσωπεί με την εν λόγω εταιρεία δεν φαίνεται να αμφισβητούνται από τον Καθ’ ου η αίτηση. Αμφισβητούνται βέβαια από αυτόν αρκετά άλλα που προβάλλονται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και στη βάση των οποίων του αποδίδονται διάφορες ενέργειες, παρατυπίες και παρανομίες. Αυτά όμως, ως θα διαφανεί από τα όσα θα ακολουθήσουν, δεν είναι θέματα σχετικά που εξετάζονται σε αιτήσεις όπως την υπό κρίση.

 

Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι δεν τίθεται βέβαια ούτε θέμα εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας, μέσω μάλιστα της ένστασης του Καθ’ ου η αίτηση, της νομιμοποίησης των αξιωματούχων της Αιτήτριας να προωθούν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, ως υποστηρίζει ο Καθ’ ου η αίτηση (γιατί σύμφωνα με αυτόν ουδέποτε έλαβαν τη συγκατάθεση του ως παραλήπτη/διαχειριστή ούτε έχουν παράσχει προσωπική υποχρέωση καταβολής των εξόδων), ώστε να προωθήσει τη θέση του που είναι ουσιαστικά ότι κατ’ επέκταση αυτοί δεν νομιμοποιούνται να προωθούν ούτε την παρούσα αίτηση. Πρόκειται για θέμα που προφανώς δεν αποφασίζεται στο πλαίσιο αιτήσεων όπως η υπό κρίση.

 

Των ως άνω λεχθέντων προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης.

 

Ως έχει προαναφερθεί κατά τη παράθεση της νομικής πτυχής, η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να επέμβει στον διορισμό δικηγόρου και να του απαγορεύσει να ενεργεί για συγκεκριμένο πελάτη, που είναι και το μόνο θέμα που εξετάζεται στην παρούσα, αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες ο ίδιος δικηγόρος εκπροσώπησε ή εκπροσωπεί δύο πελάτες και ο ένας εξ αυτών επιθυμεί τον τερματισμό της εκπροσώπησης του άλλου, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα του. Στην προκειμένη, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Καθ’ ου η αίτηση ουδέποτε εκπροσώπησε την Αιτήτρια, ούτε και εξασφάλισε από αυτήν οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες ώστε να υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης συμφέροντος και κατ’ επέκταση βλάβης στα συμφέροντα της Αιτήτριας. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται να επικαλείται τη σχετική εξουσία του Δικαστηρίου και να αιτείται την παρέμβαση αυτού, προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, η οποία αφορά την ουσία της αίτησης και κρίνει μοιραία το αποτέλεσμα αυτής, παρέλκει η εξέταση των λοιπών θεμάτων που εγείρονται με την ένσταση.

 

 Κατάληξη

 

Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Όσον αφορά το θέμα των εξόδων ο συνήγορος της Αιτήτριας, δήλωσε ότι η τελευταία δεν έχει περιουσία, ότι τα δικά του έξοδα καλύπτονται προσωπικά από τους δύο διευθυντές αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αίτησης, αυτά να διαταχθεί όπως πληρωθούν προσωπικά από τους εν λόγω διευθυντές.

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, το ως άνω αποτέλεσμα της αίτησης και τις πρόνοιες των Κανονισμών 39.1 και 39.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται με έκδοση διαταγής όπως τα έξοδα της αίτησης επιδικασθούν υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση – Εναγόμενου 4 και εναντίον των διευθυντών της Αιτήτριας – Ενάγουσας, προσωπικά και συγκεκριμένα εναντίον του κ. Αντρέα Ιωάννου και του κ. Νεόφυτου Ιωάννου, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα.  Νοείται λοιπόν ότι τα εν λόγω έξοδα δεν θα επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία της Ενάγουσας – Αιτήτριας.

 

Όσον αφορά το ύψος των εξόδων, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες των Κανονισμών 39.4 και 39.7(1), έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €4.158 πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει) πλέον €25 πραγματικά έξοδα. Τα εν λόγω έξοδα να μειωθούν κατά 15% δεδομένου ότι ο Καθ’ ου η αίτηση – Εναγόμενος 4 δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον του {(βλ. Κανονισμό 39.9(1)} να υποβάλει κατάλογο εξόδων, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού των εξόδων, χωρίς εύλογη αιτία {(βλ. Κανονισμό 39.9.(2)}.

 

Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 30 ημερών από σήμερα.

 

 

 

 

       (Υπ.)…..……….....……………..…….

             Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο