Ανδρέα Κουππάρη ν. Θεόδουλου Θεοδούλου, Αρ. Αγωγής: 705/16, 26/9/2025
print
Τίτλος:
Ανδρέα Κουππάρη ν. Θεόδουλου Θεοδούλου, Αρ. Αγωγής: 705/16, 26/9/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                                                     Αρ. Αγωγής: 705/16

Μεταξύ:

Ανδρέα Κουππάρη

Ενάγοντα

v.

 

Θεόδουλου Θεοδούλου

Εναγομένου

 

 

Ημερομηνία:  26 Σεπτεμβρίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για τον Ενάγοντα: κος Κ. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ

Για τον Εναγόμενο: κος Α. Χρ. Αλεξάνδρου

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

            Ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον του εναγόμενου ποσό ύψους €57.797 πλέον Φ.Π.Α. ως αποζημίωση για τις ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν στο υποστατικό ιδιοκτησίας του, λόγω αμέλειας του εναγόμενου. Η αξίωση του ενάγοντα σε σχέση με οφειλόμενα ενοίκια, έχει εγκαταλειφθεί.

 

            Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης του τεμαχίου 328 στην βιομηχανική περιοχή Δρούσιας, εντός του οποίου ανήγειρε υποστατικά μέρος των οποίων ενοικίαζε στον εναγόμενο δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21.7.12 για περίοδο τριών ετών, από 1.9.12 μέχρι 31.8.15. Σύμφωνα με τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου, ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε το ενοικιαζόμενο υποστατικό ως εργοστάσιο επεξεργασίας και μεταποίησης βιομάζας, ξύλου κλπ για την παραγωγή πέλετς, καρβούνων, ξυλοπριγκετών και άλλων συναφών προϊόντων, για την συσσώρευση και αποθήκευση της χρησιμοποιούμενης πρώτης ύλης, καθώς και σαν έκθεση πώλησης ειδών και αντικειμένων της επιλογής του. Ενώ το υποστατικό βρισκόταν στην κατοχή του εναγόμενου, στις 22.7.13, ξέσπασε σ’ αυτό φωτιά, στο οποίο προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές και απώλειες. Σύμφωνα με τις εκθέσεις ειδικών και/ή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κύπρου και/ή της Αστυνομίας, η φωτιά άρχισε σε σωρό από κάρβουνα πάνω στο πάτωμα εντός του ενοικιαζόμενου υποστατικού, τα οποία αμελώς τοποθέτησε και/ή άναψε ο εναγόμενος και/ή οι υπαλλήλοι του, παραλείποντας και/ή αμελώντας να σβήσουν προτού σχολάσουν και/ή φύγουν από το υποστατικό.  Το ύψος της ζημιάς η οποία προκλήθηκε στο υποστατικό ανέρχεται σε €57.797 και ο ενάγοντας επιδιόρθωσε το ενοικιαζόμενο υποστατικό.

 

            Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του, παραδέχεται την ενοικίαση του υποστατικού καθώς και το γεγονός εκδήλωσης της φωτιάς εντός αυτού στις 22.7.13, αρνούμενος την οποιαδήποτε ευθύνη του αποδίδεται. Ισχυρίζεται επίσης ότι, οι αξιούμενες ζημιές είναι υπερβολικές και γι’ αυτές ο ενάγοντας έχει αποζημιωθεί από την ασφαλιστική εταιρεία η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για το κτίριο. Αποτελεί επίσης θέση του ότι, αμέσως μετά την πυρκαγιά, ο ενάγοντας πρότεινε στον ίδιο να παραδοθεί το ακίνητο και συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε εκατέρωθεν απαίτηση που να προέκυπτε από το ενοικιαστήριο έγγραφο και ο εναγόμενος παρέδωσε το ενοικιαζόμενο υποστατικό στον ενάγοντα. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι ο ενάγοντας αποζημιώθηκε για την όποια ζημιά προκλήθηκε λόγω της φωτιάς και δεν νομιμοποιείται στη διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού εναντίον του, καθώς επίσης υποστηρίζει ότι μετά την επίδοση της αγωγής ο ενάγοντας τον διαβεβαίωσε ότι δεν έχει απαίτηση εναντίον του και θα έδιδε οδηγίες στον δικηγόρο του να αποσύρει την αγωγή η οποία καταχωρήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία.

 

            Ο ενάγοντας με την απάντηση στην υπεράσπιση αρνείται τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης.

 

            Κατά την ακρόαση της αγωγής, από πλευράς ενάγοντα παρουσιάστηκαν έξι μάρτυρες και από πλευράς υπεράσπισης παρουσιάστηκε η μαρτυρία του εναγόμενου. Κατατέθηκαν επίσης οκτώ τεκμήρια.

           

Το σύνολο της μαρτυρίας ως αυτή έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολο της, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η πλήρης καταγραφή της. Ακολούθως θα παραθέσω συνοπτικά το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί ενώ κατά την αξιολόγηση θα αναφερθώ σ’ αυτήν με περαιτέρω λεπτομέρεια.

 

            Ο κος Λ. Λαμπριανού – ΜΕ1, υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως Πυρονόμος στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, ο οποίος μετέβηκε πρώτος στην σκηνή της φωτιάς, όπου αντίκρισε μία μεγάλη αποθήκη από την οποία έβγαιναν καπνοί. Εντόπισαν την πόρτα κλειστή και όχι κλειδωμένη και εσωτερικά υπήρχε πυρκαγιά με ψηλές θερμοκρασίες. Ο ίδιος του, με ακόμα ένα πυροσβέστη, κατάσβεσαν την πυρκαγιά η οποία ήταν σε σωρό από κάρβουνα και σε κάποια μεταλλικά ράφια στα οποία υπήρχαν συσκευασμένα κάρβουνα. Εξήγησε την διαδικασία διερεύνησης πρόκλησης φωτιάς σε συνεργασία με την Αστυνομία και την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία, αναφέροντας ότι μετά από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον κο Σ. Κυριακίδη – ΜΕ3, ο οποίος εξέτασε τα πιθανά αίτια πρόκλησης της φωτιάς, του αναφέρθηκε ότι ο εναγόμενος είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία λέγοντας ότι οι υπάλληλοι του έβγαλαν ζεστά κάρβουνα από το καμίνι, τα οποία τοποθέτησαν εσωτερικά, χωρίς πρώτα να κρυώσουν, με αποτέλεσμα να προκληθεί η πυρκαγιά. Ο ίδιος του ετοίμασε το έντυπο «Αναφορά Πυρκαγιάς» τα οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο 1, στο οποίο έγραψε τις πληροφορίες τις οποίες έλαβε σχετικά με το περιστατικό.

 

            Ο κος Γ. Μακρυδάκης – ΜΕ2, κατέθεσε ως ηλεκτρολόγος μηχανικός ο οποίος ετοίμασε την έκθεση τεκμήριο 2 και έλαβε τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 3, μετά από επιτόπιες εξετάσεις στο υποστατικό όπου εκδηλώθηκε η πυρκαγιά. Ο μάρτυρας προέβηκε στην εκτίμηση των ζημιών εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας και εξήγησε τα συμπεράσματα της έκθεσης του στην οποία καταγράφεται αναλυτικά η κάθε ζημιά και η αξία της, όπου κατέληξε συνολικά στο ποσό των €57.797 πλέον Φ.Π.Α. Ανέφερε επίσης ότι στην έκθεση του επισύναψε το τεκμήριο 1, το οποίο κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 4.

           

Ο κος Σ. Κυριακίδης – ΜΕ3, φέρει τον βαθμό του Πυραγού και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως αξιωματικός υπηρεσίας στον Πυροσβεστικό Σταθμό Πάφου. O μάρτυρας αναγνώρισε το τεκμήριο 1, το οποίο φέρει την υπογραφή του. Υποστήριξε ότι το λεκτικό στο σημείο «Παρατηρήσεις/Σχόλιο» επί του τεκμηρίου 1 καταγράφηκε από τον ίδιο, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την διερεύνηση της φωτιάς. Εξήγησε ότι όταν καίει μία πυρκαγιά αφήνει κάποια ίχνη, τα οποία είναι αδιαμφισβήτητα γιατί τα δημιουργεί η ίδια η πυρκαγιά. Στην προκειμένη περίπτωση, τα δεδομένα τα οποία δημιούργησε η πυρκαγιά ήταν στη σωρό από κάρβουνα, που εντοπίστηκε η εστία της πυρκαγιάς, όπου παρατηρήθηκε η εντονότερη καύση και είχε γίνει η μεγαλύτερη ζημιά, φθορά, καταστροφή. Αποτέλεσε επίσης θέση του, ότι κατά την διερεύνηση ερωτήθηκαν οι υπάλληλοι της επιχείρησης και ο διευθυντής της, όπου του αναφέρθηκε ότι η σωρός με τα κάρβουνα δεν έπρεπε να ήταν εκεί και από λάθος είχαν τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο σημείο. Πρόσθεσε επίσης, ότι δεν είχαν εντοπιστεί στοιχεία, που να δείχνουν ότι η πυρκαγιά είχε τεθεί κακόβουλα. Γνωρίζει επίσης ότι τα αίτια της πυρκαγιάς διερευνήθηκαν και από την Ηλεκτρολογική Υπηρεσία, αποκλείοντας άλλη αιτία για την πρόκληση της πυρκαγιάς, αλλά και από την Αστυνομία και συγκεκριμένα τον Αστυφύλακα 3402, Π. Πολυδώρου – ΜΕ5.

 

            Ο ΜΕ4, κος Κ. Παπαλεοντίου, κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως πολιτικός μηχανικός. Ο μάρτυρας συμμετείχε στην ετοιμασία της έκθεσης τεκμήριο 2, την οποία αναγνώρισε, αναφέροντας ότι για την ετοιμασία της, επιθεώρησε τον χώρο της ζημιάς με σκοπό την καταγραφή, υπολογισμό και εκτίμηση των ζημιών στο κτίριο, εξηγώντας τον τρόπο υπολογισμού της ζημιάς στον βαθμό που τον αφορούσε και καταγράφονται στις σελίδες 5 και 6 του τεκμηρίου 2.

 

            Ο ΜΕ5, Αστ. 3402 Π. Πολυδώρου, υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς, όπου ειδοποιήθηκαν για την πυρκαγιά και ο ίδιος μετέβηκε στον χώρο. Ο ίδιος του έλαβε γραπτή κατάθεση από τον εναγόμενο, στην οποία κατέγραψε την θέση του εναγόμενου σύμφωνα με την οποία ένα φορτίο από κάρβουνα βγήκε από το καμίνι και τοποθετήθηκε σε λάθος σημείο, με αποτέλεσμα να προκληθεί η φωτιά. Την θέση αυτή του εναγόμενου την είχε καταγράψει στην κατάθεση την οποία έλαβε από τον ίδιο, αλλά δεν μπορούσε να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο λόγω του ότι τα έντυπα αυτά καταστρέφονται μετά από ορισμένα χρόνια, αλλά τα στοιχεία βρίσκονται καταχωρημένα στο ηλεκτρονικό σύστημα της Αστυνομίας. Πρόσθεσε επίσης ότι η Αστυνομία διερεύνησε τα αίτια πρόκλησης της πυρκαγιάς σε συνεργασία με άλλες υπηρεσίες και αποκλείστηκε το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας.

 

            Τελευταίος μάρτυρας από πλευράς ενάγοντα, παρουσιάστηκε ο ίδιος, ΜΕ6, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ο ενάγοντας, δηλώνει αρχικά ότι δεν διεκδικεί από τον εναγόμενο τα οφειλόμενα ενοίκια και περιορίζει την αξίωση του στο ποσό των €57.797 πλέον Φ.Π.Α.  ως την ζημιά που υπέστηκε στα υποστατικά του. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5 τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου, ως τεκμήριο 6 αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου, ως τεκμήριο 7 την επιστολή της ασφαλιστικής του εταιρείας ημερομηνίας 15.11.13 και την επιστολή ημερομηνίας 6.12.13 ως τεκμήριο 8, την οποία απέστειλε ο εναγόμενος στην ασφαλιστική εταιρεία αρνούμενος την ευθύνη και το ύψος της ζημιάς. Στην γραπτή του δήλωση περιγράφει τους όρους ενοικίασης και τις συνθήκες πρόκλησης της πυρκαγιάς ως προέκυψε από την διερεύνηση της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας.

 

            Από πλευράς υπεράσπισης, μαρτυρία δόθηκε από τον εναγόμενο, ΜΥ1, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, στις 21.7.12 υπογράφηκε μεταξύ του και του ενάγοντα ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση του υποστατικού ιδιοκτησίας του ενάγοντα, στο οποίο η εταιρεία ECO WOOD CO LTD δραστηριοποιείτο και μεταξύ άλλων παρήγαγε συμπιεσμένα κάρβουνα. Στις 22.7.13 προκλήθηκε πυρκαγιά  για την οποία ο ίδιος ή υπάλληλος της ως άνω εταιρείας, δεν έχουν ευθύνη και δεν ήταν αμελείς. Την ημέρα που προκλήθηκε η πυρκαγιά, όπως ενημερώθηκε από την Αστυνομία, μία από τις πόρτες του υποστατικού βρέθηκε κλειστή αλλά ξεκλείδωτη, ενώ η συγκεκριμένη πόρτα όπως και όλες οι πόρτες, πάντα κλειδώνουν με το κλείσιμο της επιχείρησης. Προφανώς, υπήρχε κάποια επέμβαση από άγνωστο πρόσωπο στο ακίνητο η οποία πιθανότατα να προκάλεσε την πυρκαγιά. Υποστηρίζει επίσης ότι κατά την παραγωγή και επεξεργασία προϊόντων στην επιχείρηση που διατηρούσε, τα κάρβουνα σε καμία περίπτωση δεν ήταν ζεστά σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, αλλά κρύα και στο σημείο όπου είχαν βρεθεί τα κάρβουνα ήταν το μέρος που τοποθετούνταν πάντοτε μετά την παραγωγή τους με σκοπό να συσκευαστούν. Μετά την πυρκαγιά, ο ενάγοντας του είχε ζητήσει να παραδώσει το υποστατικό και συμφώνησαν να μην διεκδικήσει οτιδήποτε, τόσο σχετικά με τα ενοίκια όσο και για τις ζημιές. Ο εναγόμενος αποδέχτηκε την πρόταση του ενάγοντα και συμφώνησαν προφορικά την παράδοση της κατοχής του ακινήτου χωρίς οποιαδήποτε απαίτηση.  Μετά την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, οι δύο τους συναντήθηκαν και ο ενάγοντας τον διαβεβαίωσε ότι δεν έχει απαίτηση εναντίον του, αλλά η αγωγή καταχωρήθηκε από την ασφαλιστική του εταιρεία και θα έδινε οδηγίες στον δικηγόρο του για απόσυρση της.

 

            Πιο πάνω παρέθεσα συνοπτικά την ουσιαστική εκδοχή εκάστου μάρτυρα.  Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο, δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων αλλά και τεκμηρίων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α (2002) 1Α Α.Α.Δ 165).

 

            Ο ΜΕ1, περιέγραψε τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε με συναδέλφους του για την κατάσβεση της φωτιάς. Με πειστικότητα περιέγραψε ότι η πυρκαγιά εντοπίστηκε σε σωρό από κάρβουνα και σε ράφια όπου υπήρχαν συσκευασμένα κάρβουνα, εφόσον ο ίδιος του είχε διαπιστώσει κάτι τέτοιο, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με την διερεύνηση των αιτιών πρόκλησης της πυρκαγιάς. Μετέφερε όμως στο Δικαστήριο τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 1, ως προς την πιθανή αιτία της πυρκαγιάς, ζήτημα για το οποίο  κατέθεσαν άλλοι μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων θα αξιολογηθεί για το σχετικό επίδικο αυτό θέμα.

 

            Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε κατά πόσο ενημέρωσε ότι η πόρτα του υποστατικού δεν ήταν κλειδωμένη, απαντώντας ότι ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας, ΜΕ3, εξέλαβε όμως ότι η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη, χωρίς να γνωρίζει εάν έγιναν περαιτέρω έρευνες για την πόρτα. Όπως διεφάνηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, οι οποίοι παρουσιάστηκαν από πλευράς ενάγοντα, ο εναγόμενος προσπάθησε να συσχετίσει τα αίτια πρόκλησης της πυρκαγιάς με την πόρτα, η οποία δεν ήταν κλειδωμένη. Πέραν του ότι τέτοια θέση δεν εξειδικεύεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης με την απαιτούμενη σαφήνεια, διεφάνηκε ότι για πρώτη φορά τέθηκε τέτοια θέση από πλευράς υπεράσπισης ως ενδεχόμενο κατά την ακρόαση, χωρίς να τεθεί τέτοιος προβληματισμός από τον εναγόμενο στο παρελθόν και χωρίς να ζητήσει ο ίδιος του να διερευνηθεί τέτοιο ενδεχόμενο κατά την διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία, εφόσον όπως ο ίδιος του ανέφερε στην γραπτή του δήλωση είχε ενημερωθεί από την Αστυνομία ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή.

 

            Η ουσιαστική θέση του μάρτυρα, ότι δηλαδή η πυρκαγιά εντοπίστηκε σε σωρό από κάρβουνα δεν έτυχε αμφισβήτησης και γίνεται αποδεκτή, όπως επίσης αποδεκτή γίνεται η μαρτυρία του αναφορικά με τις ενέργειες που λήφθηκαν για κατάσβεση της, οι οποίες επίσης δεν αμφισβητήθηκαν. Τα ως άνω γεγονότα, προκύπτουν από την άμεση γνώση του μάρτυρα. Από την άλλη, τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 1, τα οποία όπως ανέφερε, πληροφορήθηκε από άλλα πρόσωπα, δεν προκύπτουν από έρευνες ή ενέργειες του ιδίου, με αποτέλεσμα για το ζήτημα της αιτίας πρόκλησης της πυρκαγιάς, ως αυτό καταγράφεται στο τεκμήριο 1, θα αξιολογηθούν στο σημείο όπου θα αξιολογηθεί η σχετική μαρτυρία από τα πρόσωπα τα οποία έχουν άμεση γνώση.

 

            Για τα γεγονότα τα οποία πηγάζουν από την προσωπική εμπλοκή του μάρτυρα στην υπόθεση, ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος χωρίς να διαπιστώνονται αντιφάσεις στην μαρτυρία του, η οποία γίνεται αποδεκτή.

 

            Θα εξετάσω στην συνέχεια την μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος σχετίζεται με το ζήτημα της αιτίας πρόκλησης της πυρκαγιάς. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας αυτός εκ της θέσεως του ως Πυραγός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, στην οποία απασχολείται πέραν των 39 ετών, κρίνω ότι διαθέτει την αναγκαία εμπειρία για ζητήματα που αφορούν τις αιτίες πρόκλησης μίας πυρκαγιάς και κρίνω ότι κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, η μαρτυρία του οποίου αξιολογείται σύμφωνα με τις καλά καθιερωμένες αρχές της νομολογίας και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή, (2011) 1 Α.Α.Δ. 2298. Ο πραγματογνώμονας πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που θα τον καθιστούν ως ειδικό να εκφέρει γνώμη για ένα συγκεκριμένο ζήτημα και αφού γίνει αποδεκτός ως τέτοιος από το Δικαστήριο, καθήκον του είναι  να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, να διαμορφώσει τη δική του κρίση.

 

Ο μάρτυρας αυτός ανταποκρίθηκε το βράδυ της πυρκαγιάς μεταβαίνοντας στο υποστατικό λαμβάνοντας μέρος στην κατάσβεση της. Είναι επίσης το πρόσωπο το οποίο έλαβε μέρος στην διερεύνηση των αιτιών πυρκαγιάς και αυτός που συμπλήρωσε στο τεκμήριο 1, το οποίο υπόγραψε, στο σημείο «Παρατηρήσεις/Σχόλιο» τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με κατάθεση στην αστυνομία ο Θ. Θεοδούλου ανέφερε ότι από λάθος το προσωπικό έβγαλε ζεστά κάρβουνα από το μεταλλικό καμίνι και τα άδειασε στο πάτωμα προτού κρυώσουν αντί σε ανοικτό χώρο με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά…»

           

            Πέραν του ότι η λήψη κατάθεσης του εναγόμενου από την Αστυνομία επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του Αστυφύλακα ΜΕ5, ως προς τα αίτια πρόκλησης πυρκαγιάς, ο μάρτυρας ως ειδικός για τέτοια περιστατικά, εξήγησε ότι όταν καίει μία πυρκαγιά, αυτή αφήνει κάποια δεδομένα και ίχνη, τα οποία κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Τα δεδομένα τα οποία προέκυψαν από την πυρκαγιά, όπως εξήγησε, βρίσκονταν στην σωρό από κάρβουνα η οποία εντοπίστηκε η εστία της πυρκαγιάς, όπου παρατηρήθηκε πιο έντονη καύση, δηλαδή η πιο ψηλή θερμοκρασία και προκλήθηκε η μεγαλύτερη ζημιά.  Πρόσθεσε επίσης ότι, με τον εντοπισμό της εστίας της πυρκαγιάς, προέκυπτε το ερώτημα κατά πόσο τα κάρβουνα θα έπρεπε να ήταν στο σημείο εκείνο και αυτό το ερώτημα απαντήθηκε από τα πρόσωπα που διατηρούν την επιχείρηση, διευκρινίζοντας κατά την αντεξέταση του ότι ο εναγόμενος ερωτηθείς εάν έπρεπε να βρίσκονταν εκεί τα κάρβουνα, απάντησε «όχι».

 

            Ο μάρτυρας εξήγησε με επάρκεια και τεκμηριωμένα τις διαδικασίες που ακολουθούνται σε τέτοιες περιπτώσεις σοβαρής πυρκαγιάς, όπου η διερεύνηση γίνεται σε συνεργασία με την Αστυνομία και άλλες εμπλεκόμενες υπηρεσίες. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, πέραν των δικών του διαπιστώσεων, έλαβε ενημέρωση από την Αστυνομία για τα όσα προέκυψαν από την κατάθεση την οποία έλαβε από τον εναγόμενο, εξού και κατέγραψε στο τεκμήριο 1, τα όσα του είχαν αναφερθεί σε σχέση με την θέση την οποία ανέφερε ο εναγόμενος στην Αστυνομία, η οποία σύγκλινε με την διαπίστωση του ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από την σωρό με τα κάρβουνα.

 

            Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε κατά πόσο διερευνήθηκε το γεγονός ότι η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη, απαντώντας ότι δεν έγινε κάποια αναφορά για την πόρτα και απλά αναφέρθηκε αυτό ως διαπίστωση. Για την θέση αυτή της υπεράσπισης επαναλαμβάνονται τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1. Επαναλαμβάνω όμως ότι, δεν είχε τεθεί ποτέ προηγουμένως οποιοσδήποτε ισχυρισμός από μέρους του εναγόμενου για παραβίαση της πόρτας, ούτε καν μαρτυρία από μέρους του, ότι μία ενδεχόμενη παραβίαση συνέβαλε στην πρόκληση της πυρκαγιάς. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, αμφισβητήθηκε επίσης η θέση του ότι ο εναγόμενος είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία αναφέροντας τα όσα κατέγραψε ο ίδιος του στο τεκμήριο 1. Ο μάρτυρας όμως προς τούτο, κρίνεται ειλικρινής και πειστικός, εφόσον επέμενε ότι η πληροφορία αυτή λήφθηκε από την Αστυνομία και συγκεκριμένα τον ΜΕ5 ο οποίος έλαβε την κατάθεση από τον εναγόμενο, χωρίς να εντοπίζεται κάποιος αλλότριος λόγος για τον οποίο ο μάρτυρας θα κατέγραφε κάτι τέτοιο εάν δεν ήταν η πραγματικότητα.

 

            Κατά την μαρτυρία του, ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και κατά την αντεξέταση του δεν παρουσιάζει κάποια αντίφαση ή ανακρίβεια, που θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Εξήγησε τις διαπιστώσεις του τεκμηριώνοντας αυτές, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, κυρίως για την εστία της πυρκαγιάς η οποία βρισκόταν στην σωρό από τα κάρβουνα, όπου κάτι τέτοιο δεν έτυχε αμφισβήτησης, ενώ επαναλαμβάνω η καταγραφή στο τεκμήριο 1 για τα όσα του αναφέρθηκαν από την Αστυνομία, ότι δηλαδή τα κάρβουνα δεν έπρεπε να βρίσκονται στο συγκεκριμένο σημείο, αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία στην οποία σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ. 9, μπορεί να δοθεί βαρύτητα, εφόσον αυτή επιβεβαιώνεται από τον ΜΕ5 ο οποίος έλαβε την κατάθεση από τον εναγόμενο, συσχετίζεται με το δικό του εύρημα για τον εντοπισμό της εστίας της πυρκαγιάς καθώς επίσης η καταγραφή των λεχθέντων του εναγόμενου προς την Αστυνομία στο τεκμήριο 1 έγινε στις 23.7.13, δηλαδή την επομένη της πυρκαγιάς. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του επέμενε και ήταν συγκεκριμένος ότι στην σκηνή είχε ρωτήσει τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης εάν τα κάρβουνα θα έπρεπε να βρίσκονταν στο εν λόγω σημείο, όπου έλαβε αρνητική απάντηση προς τούτο. Δηλαδή, η αιτία της πυρκαγιάς και η εστία αυτής στην σωρό από τα κάρβουνα, δεν επιβεβαιώνεται μόνο από την κατάθεση την οποία ο εναγόμενος έδωσε στον ΜΕ5, την οποία ο εναγόμενος αρνείται, αλλά από τα στοιχεία που ο ΜΕ3 είχε εντοπίσει στην σκηνή αλλά και τις απαντήσεις τις οποίες έλαβε από τον εναγόμενο.

 

            Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο μάρτυρας τεκμηρίωσε επιστημονικά αλλά και πραγματικά τα ευρήματα και διαπιστώσεις του, οι οποίες δεν περιορίστηκαν στα όσα ανέφερε ο εναγόμενος στην Αστυνομία αλλά η αιτία πρόκλησης της πυρκαγιάς από τα ζεστά κάρβουνα τα οποία εντοπίστηκαν εντός του υποστατικού, αποτέλεσε δικό του εύρημα το οποίο προέκυψε από τα στοιχεία τα οποία εντόπισε στην σκηνή. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο, κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.

 

            Ο ΜΕ5, Αστ. 3402, είναι το πρόσωπο το οποίο ως μέλος της Αστυνομίας είχε μεταβεί στο υποστατικό το βράδυ της πυρκαγιάς και το πρόσωπο το οποίο έλαβε κατάθεση από τον εναγόμενο. Ερωτηθείς εάν ο εναγόμενος του ανέφερε πως έγινε η πυρκαγιά απάντησε:

 

«Α. Μάλιστα. Σύμφωνα με τον κύριο Θεοδούλου, ένα φορτίο από κάρβουνα βγήκε από το καμίνι και φαίνεται να τοποθετήθηκε σε λάθος σημείο, με αποτέλεσμα να προκληθεί η φωτιά.»

 

            Τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας ήταν σταθερός στην θέση του ότι ο εναγόμενος στην κατάθεση του ανέφερε τα πιο πάνω, τα οποία συνάδουν πλήρως με τα όσα καταγράφηκαν  στο τεκμήριο 1 από τον ΜΕ3 αλλά και τα όσα ο ΜΕ3 και ΜΕ5 επέμεναν ότι ανέφερε ο εναγόμενος αμέσως μετά την πυρκαγιά. Αν και ο μάρτυρας δεν είχε την εν λόγω κατάθεση για να την καταθέσει στο Δικαστήριο λόγω του ότι αυτή δεν τηρείται στα αρχεία της Αστυνομίας, όπως γίνεται με όλα τα έγγραφα τα οποία καταστρέφονται μετά από κάποια χρόνια, ανέφερε ότι υπάρχει σχετική ηλεκτρονική καταχώρηση στο σύστημα της Αστυνομίας, την οποία δεν παρουσίασε γιατί δεν του είχε ζητηθεί, ούτε όμως κατά την αντεξέταση του υπήρξε συγκεκριμένο και σαφές αίτημα για να παρουσιάσει το έγγραφο αυτό. Ο μάρτυρας επέμενε ότι θυμόταν την αναφορά αυτή του εναγόμενου και κρίνεται ειλικρινής ως προς την θέση του αυτή, εφόσον θυμόταν τον εναγόμενο τον οποίο αναγνώρισε στο Δικαστήριο καθώς επίσης γνώριζε για την ηλεκτρονική καταχώρηση στο σύστημα της Αστυνομίας. Δεν διαπιστώνω δηλαδή ο μάρτυρας για οποιοδήποτε λόγο, να είχε σκοπό να κατασκευάσει την μαρτυρία του, για να βοηθήσει την μία ή την άλλη πλευρά.

 

            Αν και από πλευράς υπεράσπισης αμφισβητήθηκε ότι ο εναγόμενος ανέφερε την αιτία πυρκαγιάς στην κατάθεση του, δεν δημιουργήθηκε οποιαδήποτε σκιά στην μαρτυρία του ΜΕ5, που θα μπορούσε να θέσει σε αμφιβολία την αξιοπιστία του.

 

            Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε επίσης εάν είχε διερευνηθεί το ενδεχόμενο κακόβουλης ενέργειας. Και πάλι όμως, επαναλαμβάνω, τέτοια θέση της υπεράσπισης ουδόλως μπορεί να αποδυναμώσει την μαρτυρία είτε του ΜΕ5, είτε των υπόλοιπων μαρτύρων του ενάγοντα, έχοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος, ουδέποτε ισχυρίστηκε στην Αστυνομία ότι υπήρξε τέτοιο ενδεχόμενο, για το οποίο μόνο ο ίδιος του θα μπορούσε να γνωρίζει ή να υποψιαστεί.

 

            Ο ΜΕ5, ήταν σταθερός καθ’ όλη την μαρτυρία του, με απλό λόγο μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα ο ίδιος γνωρίζει για την υπόθεση και απορρέουν από την προσωπική του εμπλοκή. Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση ή αδυναμία στην μαρτυρία του, ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.

 

            Ο ενάγοντας – ΜΕ6, παραγνωρίζοντας την γραπτή του δήλωση την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Α, με την οποία δήλωσε ότι ζητά απόφαση εναντίον του εναγόμενου για το αξιούμενο ποσό, εξέφρασε κατά την προφορική του μαρτυρία ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τον εναγόμενο, ούτε και επιθυμούσε την προώθηση της αγωγής, παραγνωρίζοντας όμως την δική του σχέση με την ασφαλιστική του εταιρεία, η οποία αποτέλεσε την βάση για την αξίωση του έναντι του εναγομένου. Προσπάθησε επίσης να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος του δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την έγερση της αγωγής, παραγνωρίζοντας όμως και πάλι, ότι υπέγραψε διοριστήριο ενάγοντος διορίζοντας δικηγόρο για την έγερση της αγωγής, με την οποία αρχικά αξίωνε και τα οφειλόμενα ενοίκια καθώς επίσης ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση, η οποία συνόδευε την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο δεσμεύτηκε περιουσία του εναγόμενου. Ο ίδιος του βεβαίως αποζημιώθηκε από την ασφαλιστική του εταιρεία για το ποσό το οποίο αξιώνεται δια της αγωγής. Προσπάθησε όμως να βοηθήσει τον εναγόμενο για να απαλλαγεί από την όποια ευθύνη του για την πληρωμή της αποζημίωσης που έχει καταβληθεί, στηριζόμενος στην απαλλαγή που ο ίδιος, ως ισχυρίστηκε, είχε παραχωρήσει και υποσχεθεί στον εναγόμενο.

 

            Η μαρτυρία του κρίνεται αντιφατική, χωρίς να μπορεί να δοθεί σ’ αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον επαναλαμβάνω στην γραπτή του δήλωση την οποία υιοθέτησε και επανέλαβε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του, αναφέρει την αξίωση του εναντίον του εναγόμενου, ενώ κατά την αντεξέταση του παρουσίασε μία εντελώς διαφορετική εκδοχ,ή προσπαθώντας να απαλλάξει τον εναγόμενο από οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής του ποσού το οποίο έλαβε από την ασφάλεια.

 

            Για τους πιο πάνω λόγους, ο ενάγοντας δεν κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή, πέραν των όσων δεν αμφισβητούνται και αφορούν την συμβατική του σχέση με τον εναγόμενο και το περιεχόμενο των τεκμηρίων 7 και 8 τα οποία κατέθεσε.  

 

            Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία η οποία αφορά το ύψος της ζημιάς η οποία προκλήθηκε ένεκα της πυρκαγιάς, σχετική είναι η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ4, οι οποίοι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες και εφαρμόζονται συνεπώς οι ως άνω αρχές τις οποίες κατέγραψα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ3.

 

            Ο ΜΕ2 κατέθεσε ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, έχει σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Πατρών όπου έλαβε πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανικού το 2008 και κατέχει μεταπτυχιακό του Πανεπιστημίου Κύπρου σχετικά με την αειφόρα και πράσινη ενέργεια. Είναι μέλος του ΕΤΕΚ και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Από το 2010 εργάζεται στην εταιρεία E.N. Manos (Cyprus) Ltd με καθήκοντα εκτιμητή, διακανονιστή ζημιών με εξειδίκευση στην ηλεκτρολογία. Ενόψει των ως άνω προσόντων και εμπειρία του μάρτυρα, κρίνω ότι διαθέτει όλες τις απαιτούμενες γνώσεις, προσόντα και εμπειρία καθιστώντας τον εμπειρογνώμονα.

 

            Ο μάρτυρας αναγνώρισε την έκθεση την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 2, της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο. Η έκθεση όπως εξήγησε ετοιμάστηκε μετά από δύο επισκέψεις οι οποίες έγιναν στο υποστατικό, στις 24 και 25 Ιουλίου 2013, κατά τις οποίες έλαβε τις φωτογραφίες τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήριο 3.

 

            Ο μάρτυρας ενεργούσε κατ’ εντολή της ασφαλιστικής εταιρείας του ενάγοντα, όταν είχε κληθεί για να επιθεωρήσει τις ζημιές. Στο τεκμήριο 2 με λεπτομέρεια καταγράφεται κάθε ζημιά η οποία είχε διαπιστωθεί και η οποία είχε προκληθεί από την φωτιά και εξήγησε ότι στα πλαίσια εκτίμησης της ζημιάς, λήφθηκαν προσφορές όπου αρχικά ανέρχονταν στο ποσό των €91.048. Μετά όμως από εκτίμηση της ζημιάς επί τη βάση των όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου, αλλά και της απόσβεσης της περιουσίας, κατέληξαν στο ποσό των €57.797, πλέον Φ.Π.Α. Εξήγησε επίσης ότι οι ίδιοι τους δεν είχαν εξετάσει τα αίτια της φωτιάς και έλαβαν την έκθεση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, την οποία επισύναψαν στην έκθεση, και κατέθεσε ως τεκμήριο 4 και είναι ουσιαστικά το τεκμήριο 1.

 

            Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ήταν επίσης επεξηγηματικός, περιγράφοντας, τουλάχιστον για τα μέρη της ζημιάς που αφορούν την δική του ειδικότητα, ότι κατόπιν αυτοψίας επιβεβαίωσε ότι προκλήθηκε ζημιά σε όσα καταγράφονται στην έκθεση τεκμήριο 2, όπως για παράδειγμα στις πόρτες και για κάθε ζημιά αποτάθηκε σε ειδικούς για την αποκατάσταση της ζημιάς και το κόστος της κάθε εργασίας, λαμβάνοντας σχετική προσφορά για κάθε ζημιά, την οποία τεκμηρίωσε, εξηγώντας ότι κάθε προσφορά αξιολογήθηκε και συσχετίστηκε με την ζημιά που είχε διαπιστωθεί, καταλήγοντας στο κάθε ποσό που καταγράφεται στο τεκμήριο 2.

 

            Οι απαντήσεις του επίσης αναφορικά με την ζημιά που είχε διαπιστώσει στις πόρτες, κρίνονται τεκμηριωμένες και έχουν συσχετιστεί με τα όσα ο μάρτυρας είχε παρατηρήσει επί τόπου, εφόσον ήταν σε θέση να περιγράψει τις πόρτες που είχε επιθεωρήσει στο υποστατικό και να περιγράψει ότι αυτές είχαν υποστεί ζημιά τόσο οι ίδιες οι πόρτες, δηλαδή η μεταλλική τους κατασκευή όσο και ο μηχανισμός λειτουργίας τους.

 

            Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι κατά την εκτίμηση της ζημιάς, πέραν των όσων γενικά ανέφερε ως προς την διαδικασία που ακολουθείται, ο ίδιος του ασχολήθηκε με την εκτίμηση της ζημιάς που αφορούσε τις τέσσερις ηλεκτρικές πόρτες και την ηλεκτρική εγκατάσταση του κτιρίου. Αν και αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι οι ζημιές στις πόρτες ενέπιπταν στην ειδικότητα του, όπως εξήγησε ο μάρτυρας αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας των ηλεκτρικών πορτών, σαφώς και κρίνω ότι η ζημιά αυτή εμπίπτει στην ειδικότητα του μάρτυρα, ως ηλεκτρολόγου μηχανικού.

            Ο μάρτυρας επίσης τεκμηρίωσε τα ποσά για τα οποία εκτιμήθηκε η ζημιά που αφορούσε την δική του ειδικότητα, εφόσον εξήγησε ότι για κάθε περίπτωση, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες όπως το κόστος επιδιόρθωσης σε συνάρτηση με το κόστος αγοράς ενός νέου αντικειμένου. Όπως και στην προκειμένη περίπτωση, για τις πόρτες συγκεκριμένα, μετά και την έρευνα αγοράς σε σχέση με την επιδιόρθωση ή αντικατάσταση τους, κρίθηκε πιο συμφέρον αλλά και ορθότερο ενόψει της ολοσχερούς καταστροφής τους η αντικατάσταση τους με το ποσό των €15.932, σύμφωνα με τις τιμές που έλαβαν από ειδικούς για τέτοιες εργασίες.

 

            Ο μάρτυρας κρίνω ότι γενικότερα τεκμηρίωσε τον τρόπο με τον οποίο η ασφαλιστική εταιρεία εκτίμησε και υπολόγισε την ζημιά, χωρίς να αποδέχεται τις όποιες αξιώσεις είχαν υποβληθεί αρχικά από τον ενάγοντα αλλά και χωρίς όπως εξήγησε να αποδέχεται αβίαστα κάθε αξία που δόθηκε από τους ειδικούς της αγοράς. Η αξία στην οποία κατέληξε για κάθε ζημιά, τεκμηριώθηκε από τον μάρτυρα εφόσον αυτή συσχετίστηκε με το είδος της ζημιάς την οποία διαπίστωσε επί τόπου και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τους όρους του συμβολαίου αλλά και την φθορά κάθε αντικειμένου το οποίο εκτίμησε.

 

            Η μαρτυρία του κρίνεται επιστημονικά και πραγματικά τεκμηριωμένη, αποτελεί ασφαλή βάση για να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και γίνεται αποδεκτή. Το σύνολο δε της μαρτυρίας του αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.

 

            Ο ΜΕ4, κατέθεσε υπό την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού. Σπούδασε στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Κύπρου από το 1989 μέχρι το 1992, όπου απέκτησε τον τίτλο του πολιτικού μηχανικού και έλαβε επίσης αντίστοιχο τίτλο πολιτικού μηχανικού και δομοστατικού μηχανικού. Κατέχει επίσης μεταπτυχιακό δίπλωμα στη συντήρηση, επιδιόρθωση και ενίσχυση κτιρίων, δρόμων, γεφυρών και κτιρίων που έχουν πληγεί από φωτιά. Από το έτος 1997 εργάζεται σε εργοληπτικές εταιρείες και πλέον διατηρεί το δικό του γραφείο. Με την εταιρεία Manos συνεργάζεται από το 1999 και έχει διεκπεραιώσει πέραν από 2000 υποθέσεις οι οποίες αφορούν εκτίμηση ζημιάς.

 

            Τα ως άνω προσόντα και εμπειρία του μάρτυρα, ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, σύμφωνα με τις αρχές που έχουν αναφερθεί πιο πάνω.

 

            Ο μάρτυρας αναγνώρισε και υιοθέτησε την έκθεση τεκμήριο 2, όπως επίσης αναγνώρισε τις φωτογραφίες τεκμήριο 3, αναγνωρίζοντας ότι στον χώρο εκείνο είχε επιθεωρήσει τις ζημιές. Ο ίδιος του εκτίμησε την αξία της ζημιάς για όλα τα ποσά που αναφέρονται στο τεκμήριο 2, εκτός των δύο τελευταίων για τα οποία μαρτυρία έδωσε ο ΜΕ2.

 

            Ο μάρτυρας εξήγησε τη διαδικασία εκτίμησης των ζημιών και τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στα ποσά που καταγράφονται στο τεκμήριο 2, χωρίς η μαρτυρία του να τύχει αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση, εφόσον τέθηκαν σ’ αυτόν μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις.

 

            Κρίνω ότι ο μάρτυρας τεκμηρίωσε επιστημονικά τα συμπεράσματα του για την αξία κάθε ζημιάς, η μαρτυρία του επίσης συμπληρώνεται και από αυτήν του ΜΕ2. Το κατά πόσο ο ενάγοντας ο οποίος έλαβε την αποζημίωση προέβηκε στην αποκατάσταση των ζημιών ή όχι, γεγονός για το οποίο ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, δεν μπορεί να κριθεί σχετικό με τα επίδικα θέματα κατά τρόπο που η άγνοια του μάρτυρα για το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συνυπολογιστεί ως προς την αξιοπιστία του.

 

            Η θέση του μάρτυρα ότι λήφθηκαν υπόψη οι μέσες τιμές που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην οικοδομική βιομηχανία, κρίνεται τεκμηριωμένη και λογική εφόσον τέτοια προσέγγιση δεν οδηγεί σε αυθαίρετα συμπεράσματα του μάρτυρα, ενώ η αξία της ζημιάς ως εκτιμήθηκε από τον μάρτυρα, δεν θα μπορούσε να επηρεαστεί από το κατά πόσο ο ενάγοντας επιδιόρθωσε ή όχι την ζημιά με χαμηλότερη τιμή, όπως ερωτήθηκε ο μάρτυρας.

 

            Για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ4, κρίνεται επιστημονικά τεκμηριωμένη και γίνεται αποδεκτή, αποτελώντας μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.

            Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία του εναγόμενου, διαπιστώνω ότι αυτή είναι διάχυτη από αντιφάσεις αλλά και έντονη προσπάθεια για αποφυγή της οποιασδήποτε ευθύνης τυχόν τον βαραίνει για την καταβολή του αξιούμενου ποσού. Η δε μνήμη του διεφάνηκε να ήταν επιλεκτική αναλόγως των θέσεων που επιχείρησε να υποστηρίξει.

 

            Για παράδειγμα, ενώ με την υπεράσπιση του δεν αμφισβητεί την κατοχή και δραστηριοποίηση της επιχείρησης του στο επίδικο υποστατικό, για πρώτη φορά με την γραπτή του δήλωση, αναφέρεται στην εταιρεία ECO WOOD CO LTD, ως την εταιρεία που δραστηριοποιείτο στο υποστατικό αλλά και για πρώτη φορά αναφέρεται σε υπαλλήλους της ως άνω εταιρείας και όχι δικούς του, σε μία εμφανή προσπάθεια να αποστασιοποιηθεί προσωπικά από τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

            Στην γραπτή του δήλωση επίσης, όπως και κατά την αντεξέταση του, χωρίς να προβάλλεται τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός, υποστήριξε ότι κάθε βράδυ έφευγε από το υποστατικό με τον υπάλληλο  και πάντα οι πόρτες ήταν κλειδωμένες για να μην έχουν πρόσβαση τρίτα πρόσωπα, ισχυριζόμενος στην γραπτή του δήλωση ότι πιθανόν να υπήρχε επέμβαση αγνώστου προσώπου η οποία προκάλεσε την πυρκαγιά. Η προσπάθεια του όμως να πείσει το Δικαστήριο ότι πιθανόν να υπήρχε επέμβαση τρίτου προσώπου στην έκρηξη της πυρκαγιάς, πέραν του ότι δεν δικογραφείται τέτοια θέση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον ο εναγόμενος, γνωρίζοντας εξ αρχής ότι η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη και ενώ επιμένει ότι πάντα οι πόρτες κλειδώνονταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο ούτε προέβηκε σε καταγγελία για τυχόν παραβίαση της πόρτας ούτε και ζήτησε να διερευνηθεί τέτοιο ενδεχόμενο. Για πρώτη φορά κατασκεύασε ένα τέτοιο σενάριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης και μετά την κατάθεση του τεκμηρίου 1, ενώ ως ανέφερε είχε πληροφορηθεί από την Αστυνομία ότι η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη.

 

            Προβληματισμό επίσης εγείρει η θέση του ως καταγράφεται στην γραπτή του δήλωση, ότι δηλαδή κάθε μέρα έφευγε από το υποστατικό με τον υπάλληλο του, κλειδώνοντας, για ποιο λόγο κατά την επίδικη ημέρα δεν φρόντισε να επιβεβαιωθεί ότι τα κάρβουνα δεν ήταν ζεστά προτού φύγει. Γεγονός, που φανερώνει ότι εκείνη την ημέρα φεύγοντας, δεν είχε ελέγξει την ασφάλεια του υποστατικού. Ούτε και θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι κάθε φορά κλείδωνε τις πόρτες, εφόσον όταν πληροφορήθηκε ότι η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη δεν ζήτησε να διερευνηθεί το γεγονός αυτό, φανερώνοντας έτσι ότι τα όσα παρουσίασε με την μαρτυρία του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις.

 

            Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος δεν τήρησε μία σταθερή θέση ως προς το κατά πόσο έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία. Από τη μία, κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του αυτά τα οποία ισχυρίστηκε ο ΜΕ5, ακολούθως ανέφερε ότι δεν θυμάται και πολλά από την κατάθεση που είχε δώσει, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι δεν θυμάται καν εάν είχε δώσει κατάθεση. Δεν δίστασε επίσης να αφήσει αιχμές προς το πρόσωπο του ΜΕ5, αφού ερωτηθείς εάν υπήρχε κάποιος λόγος για να πει ψέματα ο ως άνω μάρτυρας απάντησε: «Αυτό δεν το είπε κανένας. Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν πάρα πολλές δωροδοκίες στον κόσμο είτε με τον έναν τρόπο είτε με άλλο τρόπο.» Ενώ δηλαδή τρία πρόσωπα, ανεξάρτητα με τα γεγονότα της υπόθεσης και χωρίς να έχουν οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση, ανέφεραν τα όσα ο εναγόμενος κατέθεσε στην Αστυνομία και καταγράφηκαν στο τεκμήριο 1, ο εναγόμενος παραγνωρίζοντας τα πιο πάνω, με σκοπό να ενισχύσει την δική του αξιοπιστία, προσπάθησε να κατηγορήσει τον μάρτυρα για ένα τέτοιο σοβαρό ζήτημα, ήτοι της δωροδοκίας, χωρίς να στηρίζεται σε στοιχεία.

 

            Ως προς το σημείο όπου εντοπίστηκε η σωρός από τα κάρβουνα, ισχυρίστηκε επίσης ότι αυτά τοποθετούνταν πάντα στο ίδιο σημείο και δεν ήταν ζεστά ούτε υπήρχε καμίνι. Η θέση όμως αυτή του εναγόμενου, την οποία σαφώς και προωθεί για να απαλλαγεί από την αποδιδόμενη ευθύνη στον ίδιο, έρχεται σε αντίθεση με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος είχε ρωτήσει τον εναγόμενο εάν έπρεπε τα κάρβουνα να βρίσκονταν εκεί και ο τελευταίος είχε απαντήσει «όχι».

 

            Ερωτηθείς επίσης κατά την αντεξέταση του εάν θυμάται τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 15.11.13, τεκμήριο 7, απάντησε «όχι». Στην συνέχεια βλέποντας το τεκμήριο 7, θυμήθηκε ότι την είχε λάβει προσθέτοντας ότι την είχε πάρει στον δικηγόρο του, αρνούμενος ότι απάντησε ο ίδιος του στην ως άνω επιστολή. Και στο σημείο αυτό ο εναγόμενος κρίνεται αντιφατικός, εφόσον το τεκμήριο 8, αφορά επιστολή ημερομηνίας 6.12.13, την οποία απέστειλε προσωπικά στην ασφαλιστική εταιρεία και στην οποία αναφέρει ότι αρνείται την όποια ευθύνη για την πρόκληση της πυρκαγιάς, το ύψος των ζημιών, ενώ στην ίδια επιστολή αναφέρει «…εισηγούμαι όπως επανεξετάσετε τη θέση σας τόσο για το ζήτημα της ευθύνης όσο και για το ζήτημα των ζημιών, έχοντας υπ’ όψη ότι θα είμαι στη διάθεση σας για να καταλήξουμε μαζί σας σε μια αντικειμενική εκτίμηση της υπόθεσης.»

             

            Η ως άνω εισήγηση του εναγόμενου την οποία μετέφερε στην ασφαλιστική δια του τεκμηρίου 8, καταρρίπτει κάθε ισχυρισμό του εναγόμενου, εφόσον με την ως άνω επιστολή, πρώτο, έλαβε γνώση ότι πλέον η ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα αξιώνει από τον ίδιο την καταβολή του ποσού το οποίο κατέβαλε στον ενάγοντα και κατά δεύτερο, φαίνεται να αναγνωρίζει την υποχρέωση του να καταβάλει κάποιο ποσό στην ασφαλιστική εταιρεία, για το οποίο ζήτησε από την ασφαλιστική εταιρεία να επανεξεταστεί το ζήτημα για να καταλήξουν σε μια αντικειμενική εκτίμηση της υπόθεσης. Δηλαδή, η όποια θέση του συνδεόμενη με την εντύπωση που είχε ότι ο ενάγοντας τον είχε απαλλάξει από την πληρωμή οποιασδήποτε απαίτησης προς τον ενάγοντα, καταρρίπτεται από το γεγονός ότι ο ίδιος του απευθείας είχε αλληλογραφία με την ασφαλιστική ζητώντας από αυτήν να επανεξεταστεί το όλο ζήτημα της απαίτησης της. Πέραν τούτων, ενώ με την επιστολή τεκμήριο 7 είχε ερωτηθεί από την ασφαλιστική εταιρεία εάν ο ίδιος του είχε προβεί σε εκτίμηση της ζημιάς, ο εναγόμενος δεν φαίνεται να προέβηκε σε κάποια εκτίμηση, αμφισβητώντας γενικά και αόριστα το ύψος αυτής ως είχε εκτιμηθεί από την ασφαλιστική εταιρεία.

 

            Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο εναγόμενος δεν κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή.

 

            Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση και λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης αλλά και αυτήν η οποία έγινε αποδεκτή, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση:

 

Ο ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης του τεμαχίου 328 στην Βιομηχανική Περιοχή Δρούσια, εντός του οποίου ανήγειρε οικοδομή μέρος της οποίας ενοικίαζε στον εναγόμενο δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 21.7.12 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος ήταν κάτοχος του εν λόγω υποστατικού.

 

Το υποστατικό το οποίο ενοικίαζε ο εναγόμενος χρησιμοποιείτο ως εργοστάσιο επεξεργασίας και μεταποίησης βιομάζας, ξύλου, υποπροϊόντων ξύλου κλπ για την παραγωγή πέλετς, καρβούνων, ξυλομπριγκετών και άλλων συναφών προϊόντων, για την συσσώρευση και αποθήκευση της χρησιμοποιούμενης πρώτης ύλης, καθώς και σαν έκθεση πώλησης ειδών και αντικειμένων της επιλογής του.

 

Το βράδυ της 22.7.13 ξέσπασε φωτιά στο υποστατικό το οποίο ενοικιαζόταν από τον εναγόμενο. Κλήθηκε η Αστυνομία και η Πυροσβεστική Υπηρεσία, όπου μέλη της μετέβηκαν στην σκηνή προς κατάσβεση της πυρκαγιάς. Η είσοδος στο υποστατικό επιτεύχθηκε από μία πόρτα η οποία ήταν ανοιχτή αλλά όχι κλειδωμένη.

 

Ο ΜΕ3 εντόπισε την εστία της πυρκαγιάς σε σημείο όπου βρισκόταν σωρός από κάρβουνα. Στην κατάθεση του ο εναγόμενος, η οποία λήφθηκε από τον ΜΕ5, ανέφερε ότι από λάθος το προσωπικό έβγαλε ζεστά κάρβουνα από το μεταλλικό καμίνι και τα άδειασε στο πάτωμα προτού κρυώσουν αντί σε ανοικτό χώρο με αποτέλεσμα να προκληθεί η πυρκαγιά.

 

Η πυρκαγιά προκλήθηκε από σωρό ζεστών καρβούνων στο πάτωμα τα οποία τοποθετήθηκαν πριν κρυώσουν από υπάλληλο του εναγόμενου. Φεύγοντας από το υποστατικό στις 22.7.13, ο εναγόμενος δεν έλεγξε εάν τα κάρβουνα είχαν κρυώσει.

 

Το υποστατικό καλυπτόταν από ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει του Συμβολαίου Ασφάλισης το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντα και της Prime Insurance Company Ltd.

 

Η ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €57.797 πλέον Φ.Π.Α. για τις ζημιές τις οποίες υπέστηκε το υποστατικό ένεκα της πυρκαγιάς.

 

Η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία στις 15.11.13 απέστειλε στον εναγόμενο επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε ότι οι ζημιές ανέρχονταν στο ως άνω ποσό, ερωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος του είχε προβεί σε εκτίμηση και κλήθηκε να καταβάλει το ως άνω ποσό εκτίμησης της ζημιάς.

 

Ο εναγόμενος με επιστολή του ημερομηνίας 6.12.13, την οποία απέστειλε προσωπικά στην ασφαλιστική εταιρεία, αρνούμενος τα όσα του αποδίδονται και το ύψος της ζημιάς, εισηγήθηκε επανεξέταση της θέσης της ασφαλιστικής για το ζήτημα της ευθύνης και ζημιών, θέτοντας τον εαυτό του στην διάθεση της ασφαλιστικής για να καταλήξουν σε μία αντικειμενική εκτίμηση.

 

            Αποτελεί ουσιαστική θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση της πυρκαγιάς, το αξιούμενο ποσό δεν αντανακλά την πραγματική ζημιά και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι αυτή κινήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία, ενώ ο ενάγοντας εγκατέλειψε το σύνολο των απαιτήσεων του και είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο ότι δεν θα υπήρξε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του για τις ζημιές.

 

            Θα ξεκινήσω από το ζήτημα της αποδιδόμενης ευθύνης στον εναγόμενο για την πρόκληση της πυρκαγιάς. Με την αγωγή του ο ενάγοντας  αποδίδει ευθύνη στον εναγόμενο ως κάτοχο του μέρους της οικοδομής στην οποία προκλήθηκε η πυρκαγιά. Ο ενάγοντας με την έκθεση απαίτησης του, επικαλείται τόσο τις πρόνοιες του άρθρου 53 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, εφόσον στην παράγραφο 4 δικογραφείται η κατοχή του υποστατικού από τον εναγόμενο και η πρόκληση της φωτιάς αποτέλεσμα της οποίας ήταν η πρόκληση ζημιάς, όσο και το αστικό αδίκημα της αμέλειας για το οποίο στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης δικογραφεί λεπτομέρειες αμέλειας του εναγομένου σχετιζόμενες με την διαχείριση των ζεστών καρβούνων. Με την τελική του αγόρευση, ο ενάγοντας υποστηρίζει ότι αποδείχθηκαν αμφότερες αιτίες αγωγής.

 

Το άρθρο 53 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προνοεί ότι:

 

«Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά κατά την οποία αποδεικνύεται ότι-

 

(α) ότι η ζημιά προκλήθηκε από φωτιά ή λόγω φωτιάς και

 

(β) ότι ο εναγόμενος άναψε τη φωτιά ή ευθύνεται για το άναμμα της φωτιάς ή ήταν ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας ή ο ιδιοκτήτης της κινητής ιδιοκτησίας από την οποία άρχισε η φωτιά, ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με την έναρξη ή την επέκταση της φωτιάς...».

 

            Σύμφωνα με το Σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 2, σελ. 49 ως προς τις περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στην σφαίρα του άρθρου 53 του Κεφ. 148, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Το άρθρο 53 καλύπτει δύο περιπτώσεις: (α) την πρόκληση ζημιάς από φωτιά ή λόγω φωτιάς όπου ο εναγόμενος άναψε την φωτιά ή ήταν υπεύθυνος για το άναμμα της και, (β) την πρόκληση ζημιάς από φωτιά ή λόγω φωτιάς όπου ο εναγόμενος ήταν κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας ή ιδιοκτήτης της κινητής ιδιοκτησίας από την οποία ξεκίνησε η φωτιά.

 

Η πρώτη περίπτωση καλύπτει ζημιές που προκαλούνται ως αποτέλεσμα φωτιάς, ανεξάρτητα από το πού ξεκίνησε η φωτιά. Η δεύτερη περίπτωση αφορά φωτιά που αρχίζει από κινητή ιδιοκτησία καθώς και φωτιά που διαφεύγει από ακίνητη ιδιοκτησία από την οποία άρχισε.»

 

            Παρά τον διαζευκτικό τρόπο προώθησης των δύο αιτιών αγωγής, η πρόθεση του ενάγοντα να στηριχθεί στο άρθρο 53 του Κεφ. 148, ήταν δικογραφικά σαφέστατη, εφόσον επικαλέστηκε την κατοχή του υποστατικού από τον εναγόμενο η οποία δεν αμφισβητήθηκε, όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι στο υποστατικό κατοχής του εναγόμενου ξέσπασε η πυρκαγιά η οποία προκάλεσε ζημιές. Παρά του ότι ο ενάγοντας παρουσίασε μαρτυρία για να αποδείξει την αιτία πρόκλησης της φωτιάς, στα πλαίσια της αποδιδόμενης αμέλειας στον εναγόμενο, τούτο δεν καταργεί την βάση αγωγής στηριζόμενη στο άρθρο 53 του Κεφ. 148, ούτε όμως αναιρεί την υποχρέωση του εναγόμενου για να αποσείσει το δικό του βάρος απόδειξης σύμφωνα με τον άρθρο 53 του Κεφ. 148, για να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής και υπεύθυνος για την έναρξη της φωτιάς, για την οποία ο εναγόμενος απλά δικογράφησε την θέση ότι δεν φέρει καμία ευθύνη ενώ κατά την ακρόαση προσπάθησε να δημιουργήσει σενάρια πιθανής κακόβουλης πράξης, την οποία ουδέποτε κατήγγειλε ούτε δικογράφησε, στηριζόμενος μόνο στο ότι η πόρτα του υποστατικού ήταν ανοιχτή και όχι κλειδωμένη. 

 

Θα πρέπει επίσης να προσθέσω ότι ο ενάγοντας, ξεκίνησε πρώτος την υπόθεση του, λόγω αμφισβήτησης του δικαιώματος του ενάγοντα για να ανακτήσει το ποσό της ζημιάς ένεκα της ισχυριζόμενης συμφωνίας που είχε συνάψει με τον εναγόμενο, αλλά και για την απόδειξη της αξιούμενης ζημιάς του.

 

Σύμφωνα επίσης με τη νομολογία η διττή δικογράφηση των δύο αιτιών αγωγής δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει το αστικό αδίκημα το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 53 του Κεφ. 148, εφόσον το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης περιλαμβάνει τις αναγκαίες λεπτομέρειες που παρέχουν το έδαφος εξέτασης του αδικήματος αυτού και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση ΑΛΕΚΟΥ ΑΛΛΩΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ v. AGROWISE LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 368/2014, 28/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:A113.

 

Ως αναφέρεται πιο πάνω, η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση η οποία προβλέπεται από το άρθρο 53, ήτοι πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της φωτιάς. Το βάρος απόδειξης έχει μεταφερθεί στον εναγόμενο για να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής και δεν ευθύνεται για την έναρξη της φωτιάς. Επαναλαμβάνω ότι δεν αμφισβητείται η κατοχή του υποστατικού εις το οποίο άναψε η φωτιά, από τον εναγόμενο, ο οποίος επίσης δεν αμφισβητεί ότι προκλήθηκε φωτιά εντός αυτού. Έγινε επίσης αποδεκτό ότι η φωτιά ξεκίνησε από σωρό καρβούνων τα οποία αποτελούσαν μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εναγομένου. Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία αναφέροντας ότι εκ λάθους το προσωπικό άφησε ζεστά κάρβουνα στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε η φωτιά, ενώ τα κάρβουνα δεν θα έπρεπε να βρίσκονταν εκεί προτού κρυώσουν. Από την άλλη, η μαρτυρία του εναγόμενου δεν έγινε αποδεκτή, ενώ φέροντας το βάρος απόδειξης για να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που θα μπορούσε να αποδείξει ότι κάποιος τρίτος ή για λόγους ανωτέρας βίας, άναψε η φωτιά.

 

Συνεπώς, ο εναγόμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο έφερε και κρίνω ότι αποδείχθηκε το αδίκημα του άρθρου 53 του Κεφ. 148 και καταλήγω ότι ο εναγόμενος ευθύνεται για την πρόκληση της φωτιάς και την επακόλουθη πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα.

 

Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, εξέτασα επίσης και την αιτία αγωγής στηριζόμενη στο αστικό αδίκημα της αμέλειας.

 

Το άρθρο 51(1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί έχει ως εξής:

 

«51. Αμέλεια συνίσταται-

(α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε Λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή

 

(β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό σννετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής:

 

Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.»

 

 Σύμφωνα με την υπόθεση Στρατμαρκο Λτδ ν Πέτρος Μιχαήλ (1989) 1 Α.Α.Δ. 453:

 

«Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος.

 

Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του "μέσου συνετού ανθρώπου" και του "πλησίον" διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας της οποίας όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια τον καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα».

 

 Σε ότι αφορά το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις ισχυριζόμενης αμέλειας, στην υπόθεση Σοφοκλέους ν Καλογήρου (1997) 1 Α.Α.Δ. 369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρ. 5-22, το ζήτημα του βάρους απόδειξης τίθεται ως πιο κάτω:

 

"Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας, ο οποίος ισχυρίζεται αμέλεια, να αποδείξει το κάθε ένα από τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος. Εναπόκειται επομένως στον ενάγοντα να δώσει μαρτυρία περί των γεγονότων επί των οποίων βασίζει την αξίωση του για αποζημιώσεις. Η μαρτυρία του πρέπει να αποτελείται από γεγονότα είτε αποδειχθέντα ή αποδεκτά, και μετά την συμπλήρωση της εγείρονται δύο ζητήματα:

 

(1)  Κατά πόσο με βάση εκείνη τη μαρτυρία μπορεί εύλογα να συναχθεί αμέλεια, και

 

(2)  Κατά πόσο, υποθέτοντας ότι μπορεί εύλογα να συναχθεί, πράγματι συνάγεται αμέλεια"».

 

Tέλος, στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν Λουκά (2003) 1 Α.Α.Δ 447, επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι, ο ενάγoντας θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμέλειας του εναγόμενου και των ζημιών που έχει υποστεί.

 

Ο ενάγοντας με την έκθεση απαίτησης του αποδίδει στον εναγόμενο ότι εντός του υποστατικού το οποίο ενοικίαζε από τον ενάγοντα, άρχισε φωτιά από κάρβουνα στο πάτωμα εντός του υποστατικού, τα οποία αμελώς τοποθέτησε και/ή άναψε ο ίδιος ή το προσωπικό του, για το οποίο ευθύνεται εκ προστήσεως, παραλείποντας να τα σβήσουν πριν φύγουν από το υποστατικό.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ούτε υποστηρίχθηκε το αντίθετο ότι ο εναγόμενος είχε καθήκον επιμέλειας προς τον ενάγοντα για να χρησιμοποιεί το υποστατικό με τέτοιο τρόπο ώστε να μην προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά σε αυτό, όπως άλλωστε προέβλεπε και ο συμβατικός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ενοικίασης. Ενόψει και της φύσεως της εργασίας του εναγόμενου, όπου δηλαδή επεξαργαζόταν διάφορες ύλες, μεταξύ άλλων και για την παραγωγή καρβούνων, όπου σύμφωνα με τον ίδιο και τα όσα ανέφερε στην Αστυνομία, όπως έγινε αποδεκτό, τα κάρβουνα θα έπρεπε να τοποθετούνται σε ανοικτό χώρο για να κρυώσουν, προκύπτει από τα ως άνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το στάδιο αυτό παραλήφθηκε, με αποτέλεσμα σωρός από ζεστά κάρβουνα να παραμείνουν εντός του υποστατικού και να προκληθεί η φωτιά. Όπως ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερε επίσης, κάθε μέρα έφευγε με τον υπάλληλο του από το υποστατικό. Συνεπώς, όφειλε και κατά την συγκεκριμένη ημέρα να επιβεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να φύγει με τον υπάλληλο του από το υποστατικό, παραλείποντας έτσι να επιβεβαιώσει ότι τα κάρβουνα είχαν κρυώσει στο σημείο που βρίσκονταν με αποτέλεσμα να προκληθεί η φωτιά. Το σύνολο των πιο πάνω στοιχειοθετούν την αμέλεια του εναγόμενου.

 

Οι ζημιές οι οποίες καταγράφηκαν, σύμφωνα με την εκτίμηση τεκμήριο 2, αλλά και τα ευρήματα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, προκλήθηκαν από την φωτιά, έχοντας έτσι ο ενάγοντας αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του εναγόμενου και της προκληθείσας ζημιάς, η οποία καθορίστηκε από τους ΜΕ2 και ΜΕ4 και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο.

 

Συνεπώς, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέδειξε και την βάση αυτή αγωγής, αποδεικνύοντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο εναγόμενος ήταν αμελής για τους πιο πάνω λόγους και η αμέλεια του προκάλεσε ζημιά στον ενάγοντα.

 

Στρεφόμενη τώρα στο ύψος της αξιούμενης ζημιάς, αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ζημιά η οποία προκλήθηκε στο υποστατικό ένεκα της φωτιάς ανέρχεται στο ποσό των €57.797 πλέον Φ.Π.Α, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία την οποία παρουσίασε η πλευρά του ενάγοντα. Συνεπώς καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέδειξε ότι η ζημιά που υπέστηκε συνεπεία της φωτιάς ανέρχεται στο πιο πάνω ποσό.

 

            Έχοντας καταλήξει ως προς την ευθύνη του εναγόμενου για την πρόκληση της φωτιάς και την επακόλουθη πρόκληση της ζημιάς η οποία καθορίστηκε ως ανωτέρω, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ4, θα εξετάσω την θέση της υπεράσπισης με την οποία υποστηρίζει ότι ένεκα της συμφωνίας των διαδίκων, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Η αγωγή βασίζεται στο δικαίωμα του ασφαλιστή να υποκατασταθεί στην θέση του ασφαλισμένου του, όταν ο ασφαλιστής έχει αποζημιώσει πλήρως τον ασφαλισμένο δυνάμει των όσων της ασφαλιστικής σύμβασης, γνωστό και ως «υποκατάσταση - subrogation» (βλ. Castellain v Preston (1883) 11 Q.B.D. 380, Π. Τ. Ασουρανσι Τοκιο Μαριν Ιντονησια ν ΣΗΣΚΟΠ Ναβικεϊσιον Λτδ κ. α. (Αρ. 1) (1999) 1 Α.Α.Δ. 1378). Αν και ακροθιγώς η πλευρά της υπεράσπισης αναφέρει στην τελική της αγόρευση ότι δεν δικογραφείται το πλαίσιο υπό του οποίου εγείρεται η αγωγή, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν κρίνεται αναγκαία η δικογράφηση της αρχής της υποκατάστασης, εφόσον η υποκατάσταση εξυπακούει την απόδειξη της ευθύνης του εναγομένου και δεν αποτελεί την βάση αγωγής.

 

Η αρχή της υποκατάστασης αφορά το δικαίωμα του ασφαλιστή, που έχει αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο του, να μπει στην θέση του και εις το όνομα του για να διεκδικήσει την ανάκτηση του ποσού το οποίο κατέβαλε στον ασφαλισμένο (βλ. Fire Accident and General Insurance Co Ltd (1983) 1 C.L.R. 19 και Gold Seal Shipping Company Ltd ν Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ. α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1552).

 

            Το πλαίσιο επί του οποίου ασκείται το δικαίωμα ενός ασφαλιστή για αποκατάσταση του, επεξηγήθηκε στην υπόθεση Π.Τ. ΑΣΟΥΡΑΝΣΙ ΤΟΚΙΟ ΜΑΡΙΝ ΙΝΤΟΝΗΣΙΑ (βλ. ανωτέρω), ως εξής:

 

«Το δικαίωμα του ασφαλιστή να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ασφαλισμένου (subrogation) πηγάζει και υφίσταται αυτόματα από την ίδια την πληρωμή του προς τον ασφαλισμένο, ανάγεται δε σε αρχές του δικαίου της επιείκιας (ίδε Edwards & Co. v. Motor Union Insurance Co [1922] L.J., K.B. Vol. 91, p.921, Simpson v. Thomson [1873] Aspinall's Maritime Law Cases, Vol 3, p.567, Randal v. Cockran [1748] 1 Ves. sen. 97).  Ως τέτοιο, δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε ειδική εκχώρηση δικαιωμάτων από τον ασφαλισμένο προς τον ασφαλιστή (ίδε Castellain v. Preston [1883] 11 Q.B.D. 380), έστω και αν συγχρόνως γίνεται τέτοια εκχώρηση.  Ας σημειωθεί ότι η αρχή του subrogation έχει και νομοθετική ισχύ στο άρθρο 79 του Αγγλικού Marine Insurance Act, 1906.  Το δικαίωμα που αποκτά ο ασφαλιστής, αποζημιώνοντας τον ασφαλισμένο, εξομοιώνεται προς το δικαίωμα του ασφαλισμένου, έναντι τρίτων όμως ο ασφαλισμένος παραμένει εκείνος που μπορεί να εγείρει την αγωγή στο όνομα του (ίδε: London Assurance Co. v. Sainsbury [1783] 3 Doug. K.B. 245, per Lord Mansfield, C.J. at p. 253, King v. Victoria Insurance Co [1896] 65 L.J. (N.S.) 38, έστω και αν μπορεί να υποχρεωθεί από τον ασφαλιστή να εγείρει την αγωγή, εκτός αν έχει γίνει assignment των αγώγιμων δικαιωμάτων του ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστή οπότε ο ασφαλιστής μπορεί να εγείρει την αγωγή στο δικό του όνομα καθ΄όσον με το assignment αποκτά ίδιο δικαίωμα (ίδε Compania Colombiana de Seguros v. Pacific Steam Navigation Co. [1964] 1 All ER 216, King v. Victoria Insurance Co., ανωτέρω).

 

Τις θέσεις αυτές υιοθετεί και η απόφαση του Σαββίδη, Δ., στην υπόθεση Chellaram & Sons (London) Ltd v. Overtania Shipping Co. Ltd (1982) 1 C.L.R. 699, όπου ο ευπαίδευτος δικαστής κατάληξε ως εξής στη σ. 710, αφού ανασκόπησε τη νομολογία:

 

"If once the claim is paid, then, as a matter of equity, the rights to recover against third persons pass from the assured to the insurer, although the legal right to compensation remains in the assured, and although actions at law must be brought in the name of the assured and not of the insurer - see London Assurance Co. v. Sainsbury and King v. Victoria Insurance Co."»

 

            Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι με την πληρωμή της αποζημίωσης στον ασφαλισμένο, ο ασφαλιστής αυτόματα αποκτά το δικαίωμα για αποκατάσταση, αλλά ο ασφαλισμένος είναι αυτός που μπορεί να εγείρει την αγωγή. Σε περίπτωση δε όπου ο ασφαλισμένος δεν συγκατατίθεται προς τούτο, τότε αυτός μπορεί να υποχρεωθεί να το πράξει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Kelly ν. Νικολάου (1992) 1 ΑΑΔ 463, εξηγώντας ότι εάν ο ασφαλισμένος αρνείτο να καταχωρίσει αγωγή για να αποζημιωθεί η ασφαλιστική του εταιρεία για την κάλυψη που του παρείχε, τότε και σύμφωνα με τους γνωστούς όρους τέτοιων συμβολαίων, η τελευταία θα μπορούσε να ζητήσει από το Δικαστήριο διάταγμα εξαναγκασμού του να συμμορφωθεί προς τον όρο αυτό, για να δανείσει ο ασφαλισμένος το όνομα του ως ενάγων στην αγωγή.

 

            Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ο ενάγοντας φαίνεται να είχε υπογράψει διοριστήριο με το οποίο διόρισε δικηγόρο, γνωρίζοντας την φύση των αξιώσεων του, εφόσον στην έκθεση απαίτησης όχι μόνο περιλήφθηκε το ποσό το οποίο αξιώνεται για τις ζημιές, οι οποίες προκλήθηκαν από την φωτιά, αλλά αξιώνονταν αρχικά και τα οφειλόμενα ενοίκια τα οποία ο ενάγοντας αξίωνε εναντίον του εναγόμενου. Συγκατατέθηκε δηλαδή στην έγερση της αγωγής επιτρέποντας στην ασφαλιστική εταιρεία να τον υποκαταστήσει προς ανάκτηση του ποσού το οποίο κατέβαλε στον ενάγοντα. Το ότι επίσης ορκίστηκε για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δέσμευσης περιουσίας του εναγόμενου προς ικανοποίηση της αξίωσης του, αποτελεί επίσης στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τις πραγματικές αρχικές προθέσεις του ενάγοντα. Το ότι κατά την ακρόαση της αγωγής προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν έχει σχέση με την αγωγή και τις αξιώσεις που αυτή αφορά, δεν απαλλάσσεται από την θέση στην οποία φέρει στην υπόθεση ως ενάγοντας, υπό το πλαίσιο της αρχής της αποκατάστασης. Άλλωστε, το κατά πόσο θα κινείτο η παρούσα αγωγή, δεν αποτελούσε ζήτημα αναγόμενο στην αποκλειστική του επιθυμία και πρόθεση, εφόσον ήταν υποχρεωμένος να το πράξει λόγω της συμβατικής του σχέσης με την ασφαλιστική εταιρεία. Σε περίπτωση δε όπου διαφωνούσε προς τούτο, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η ασφαλιστική εταιρεία είχε την ευχέρεια να ζητήσει από το Δικαστήριο τον εξαναγκασμό του ενάγοντα για να συμμορφωθεί με την συμβατική του υποχρέωση. Ως εκ των πιο πάνω, η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ενάγοντα ως προς το μέρος που αφορά την απαίτηση του εναντίον του εναγομένου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής εφόσον αυτή έχει κινηθεί στα πλαίσια των αρχών της αποκατάστασης, όπου ουσιαστικά η ασφαλιστική εταιρεία έχει δανειστεί το όνομα του ενάγοντα, στου οποίου θα έπρεπε να κινηθεί η αγωγή.

 

            Συνεπώς, ορθά και νόμιμα η αγωγή καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα, ενώ η όποια συμφωνία επικαλούνται ο ενάγοντας και ο εναγόμενος για απαλλαγή του τελευταίου στην καταβολή οποιασδήποτε απαίτησης, ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να δεσμεύσει την ασφαλιστική εταιρεία ούτε όμως να απαλλάξει τον ενάγοντα από τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης την οποία έχει καταρτίσει με την ασφαλιστική εταιρεία.

 

            Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι ο ενάγοντας με την τελική του αγόρευση εισηγείται όπως ο νόμιμος τόκος επιδικαστεί από 22.7.13, ημερομηνία κατά την οποία προκλήθηκε η πυρκαγιά. Διαπιστώνω όμως ότι όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά στον ενάγοντα από τότε, ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε σχεδόν τρία χρόνια αργότερα, χωρίς να δοθεί κάποια εξήγηση προς τούτο. Συνεπώς, ο νόμιμος τόκος θα επιδικαστεί από την καταχώρηση της αγωγής.

 

            Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την αξίωση του εναντίον του εναγόμενου και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €57.797 πλέον Φ.Π.Α, πλέον νόμιμο τόκο από 10.5.16, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού.

 

             

                                                                     (Υπ.)  ………………………………

                         Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

                                                           

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

                                                                                                                              


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο