Αναφορικά με την αίτηση της Susan Maria Demetriou ν. Timothy Koncar, Αίτηση Εγγραφής Αλλοδαπής Απόφασης: 5/24, 14/10/2025
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την αίτηση της Susan Maria Demetriou ν. Timothy Koncar, Αίτηση Εγγραφής Αλλοδαπής Απόφασης: 5/24, 14/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

Αίτηση Εγγραφής Αλλοδαπής Απόφασης: 5/24

 

Αίτηση του Timothy Koncar από το Ηνωμένο Βασίλειο με αριθμό Διαβατηρίου 145259948 για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της Απόφασης υπ’ αριθμό KOOHF212 ημερομηνίας 5.3.24 του County Court at Hertford του Ηνωμένου Βασιλείου.

 

Αναφορικά με την αίτηση της Susan Maria Demetriou, εκ Πάφου

                                                                                                                        Αιτήτρια

και

                                               

Timothy Koncar

                                                                                                            Καθ’ ου η αίτηση

 

Αίτηση παραμερισμού Διατάγματος ημερομηνίας 4.7.24 για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου.

 

Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2025

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια: A.P. Pavlou LLC

Για Kαθ’ ου η αίτηση: κος Μ. Σιαηλής για κο Ευριπίδη Χαραλάμπους

                                   

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης (στο εξής η κυρίως αίτηση) εκδόθηκε στις 4.7.24 διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται και κηρύσσεται ως εκτελεστή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας η απόφαση του County Court at Hertford ημερομηνίας 5.3.24 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της απαίτησης KOOHF212.

 

Στις 3.10.24 η αιτήτρια, καθ’ ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 4.7.24 και να κηρύσσεται η αλλοδαπή δικαστική απόφαση ως μη αναγνωρίσιμη και/ή ως μη εκτελεστή στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Η αίτηση, μεταξύ άλλων, στηρίζεται στα άρθρα 1 – 6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000, Νόμος 121(Ι)/2000, στο άρθρο 3 του Κεφ. 7, στα άρθρα 3 – 6,  9 και 10 του Κεφ. 10 και στη Σύμβαση της Χάγης.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Κοτζιά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων, οι οποίοι εκπροσωπούν την αιτήτρια. Όπως αναφέρει, είναι εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα από μελέτη των εγγράφων της υπόθεσης και ενημέρωση που έλαβε από τον δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση.  Ως προς τα γεγονότα, αναφέρει ότι η αιτήτρια με τον πρώην σύζυγο της είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό HD101094 το οποίο βρίσκεται στο Hertfordshire του Ηνωμένου Βασιλείου (τεκμήριο 1), επί του οποίου υφίσταται επιβάρυνση ημερομηνίας 31.3.06 προς όφελος τραπεζικού οργανισμού. Η αιτήτρια ενοικίασε το ως άνω ακίνητο στον καθ’ ου η αίτηση κατά ή περί τις 3.11.14  μέχρι 2.11.16 (τεκμήριο 2). Λίγο πριν την λήξη του ενοικιαστηρίου συμβολαίου ο καθ’ ου η αίτηση πρότεινε στην αιτήτρια να αγοράσει το ακίνητο. Είχαν γίνει κάποιες συζητήσεις χωρίς όμως αποτέλεσμα και επισύναψε προς τούτο σχετική αλληλογραφία ως τεκμήριο 3. Ο καθ’ ου η αίτηση για συνεχείς μήνες δεν πλήρωνε το ενοίκιο και κατέθεσε προς τούτο τις επιστολές τεκμήριο 4. Υποστηρίζει επίσης ότι η αιτήτρια έπαψε να διαμένει στο ακίνητο από τον Ιούνιο του 2007 και έκτοτε κατοικεί στην Κύπρο μόνιμα γεγονός το οποίο γνώριζε ο καθ’ ου η αίτηση. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 5 κάρτα κοινωνικής ασφάλισης ημερομηνίας 3.12.15 και ως τεκμήριο 6 επιστολή για την εργοδότηση της από το 2015 μέχρι το 2018 στην Κύπρο. Αποτελεί κύρια θέση της ότι στην απαίτηση του καθ’ ου η αίτηση την οποία κατέθεσε στο Αγγλικό Δικαστήριο αναφέρεται ως διεύθυνση της το ακίνητο στην Αγγλία το οποίο ενοικίαζε σ’ αυτόν με αποτέλεσμα η απαίτηση να μην της έχει επιδοθεί και έλαβε γνώση γι’ αυτήν κατά ή περί την 5.9.24 όταν έλαβε αντίγραφο της, το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο 7, σύμφωνα με το οποίο ο καθ’ ου η αίτηση εξασφάλισε διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία δικαιούται να πωλήσει το ακίνητο. Ο καθ’ ου η αίτηση γνώριζε ότι η αιτήτρια βρίσκεται στην Κύπρο εφόσον μεταξύ των ετών 2014 με 2016 υπήρξε επικοινωνία μεταξύ τους και δεν αποκάλυψε τα ουσιώδη έγγραφα και γεγονότα. Η αιτήτρια κατά ή περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2024, είχε εκφράσει στην τράπεζα στο Ηνωμένο Βασίλειο την επιθυμία της να παραδώσει οικειοθελώς το ακίνητο ενόψει της επιβάρυνσης που υπήρχε  επί του ακινήτου προς όφελος της τράπεζας. Με επιστολή της η τράπεζα ημερομηνίας 16.2.24 ενημέρωσε την αιτήτρια για τις επιλογές της (τεκμήριο 9). Τα σχετικά έγγραφα στάληκαν στην τράπεζα στις 8.3.24 (τεκμήριο 10 και 11). Στις 19.3.24 η αιτήτρια απέστειλε επίσης στην τράπεζα τα κλειδιά του ακινήτου (τεκμήριο 12) και στις 26.3.24 έστειλε εκ νέου τα αναγκαία έντυπα στην τράπεζα λόγω του ότι αυτά είχαν χαθεί (τεκμήρια 13 και 14). Αποτελεί επίσης θέση της ότι ο καθ’ ου η αίτηση δολίως και με απάτη εξασφάλισε απόφαση ερήμην της αιτήτριας και ενήργησε κακόπιστα αφού ενώ γνώριζε πως η αιτήτρια διέμενε στην Κύπρο απέκρυψε το γεγονός αυτό και σημείωσε στην απαίτηση ως διεύθυνση διαμονής της αυτήν του ακινήτου στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση του ανέφερε ότι η αιτήτρια διαμένει στην Κύπρο. Υποστηρίζει επίσης ότι η κυρίως αίτηση καταχωρήθηκε σε λανθασμένο έντυπο και δεν ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία. Τέλος, υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα της αιτήτριας, εφόσον στερήθηκε του δικαιώματος της να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί την απαίτηση του καθ’ ου η αίτηση αλλά και να ακουστεί στην αίτηση του για έκδοση του επίδικου διατάγματος. 

 

Η αιτήτρια κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κου Γιάννη, δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία η οποία εκπροσωπεί την αιτήτρια. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, η αιτήτρια στις 30.10.24 έλαβε γνώση μέσω των δικηγόρων, τους οποίους διόρισε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ότι στις 28.10.19 εκδόθηκε ερήμην απόφαση στην υπόθεση F12YM970 του County Court Money Claims Centre εναντίον της αιτήτριας και υπέρ του καθ’ ου η αίτηση για το ποσό των £216.856,30. Η αγωγή όμως αυτή δεν είχε επιδοθεί στην αιτήτρια κατά παράβαση των Αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, καθότι η αιτήτρια διέμενε στην Κύπρο όπως και γνώριζε ο καθ’ ου η αίτηση, χωρίς να προβεί σε διαδικασία επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Η επιστολή των δικηγόρων της αιτήτριας κατατέθηκε ως τεκμήριο 16. Η δε έκδοση της απόφασης η οποία ενεγράφη με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.7.24, είναι άκυρη εφόσον στηρίχθηκε στην απόφαση η οποία εκδόθηκε το 2019 στα πλαίσια της αγωγής η οποία ουδέποτε της είχε επιδοθεί εφόσον ο καθ’ ου η αίτηση είχε δηλώσει διεύθυνση της αιτήτριας στο Ηνωμένο Βασίλειο ενώ αυτή βρισκόταν μόνιμα στην Κύπρο. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στην απόφαση η οποία αφορά το επίδικο διάταγμα καταγράφεται το ποσό το οποίο καλείται η αιτήτρια να πληρώσει μέχρι 14.3.24 ενώ σε διαφορετική περίπτωση ο καθ’ ου η αίτηση θα μπορούσε να προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου. Δηλαδή η απόφαση που είχε αναγνωριστεί αφορούσε μόνο την επιβάρυνση επί του ακινήτου την οποία εξασφάλισε ο καθ’ ου η αίτηση, ενώ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση αναφέρθηκε μόνο το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο.

 

            Ο καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με την οποία υποστηρίζει ότι ορθά και νόμιμα εκδόθηκε το διάταγμα εγγραφής, αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης, ενδεχόμενη ακύρωση του διατάγματος θα συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η αιτήτρια είχε ειδοποιηθεί δεόντως για την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει ζητήματα που θα μπορούσαν να εγερθούν στο Δικαστήριο της χώρας προέλευσης.

           

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου του καθ’ ου η αίτηση με την οποία ουσιαστικά υποστηρίζει ότι αναγκάστηκε τον Οκτώβριο του 2016 να εγκαταλείψει το ακίνητο λόγω απειλών που είχε δεχθεί από άγνωστα πρόσωπα για να παραδώσει το ακίνητο. Αφού είχε εμπλακεί η Αστυνομία είχε διαπιστωθεί ότι η αιτήτρια ήταν εμπλεκόμενη και καταχωρήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 1 το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 21.6.20, στο οποίο η αιτήτρια επιβεβαιώνει ότι ζήτησε από τον καθ’ ου η αίτηση να αποστέλλει όλη την αλληλογραφία στην διεύθυνση του ακινήτου στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αιτήτρια αναφέρει ότι γνώριζε για τις δικαστικές διαδικασίες όπως επίσης η ίδια της δηλώνει ότι θα αποδεχθεί επίδοση στο ακίνητο στο Ηνωμένο Βασίλειο το οποίο ενοικίαζε στον καθ’ ου η αίτηση. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο καταχωρήθηκε από τον καθ’ ου η αίτηση η διεύθυνση του ακινήτου στο Ηνωμένο Βασίλειο ως διεύθυνση της αιτήτριας. Υποστηρίζει επίσης ότι εσκεμμένα η αιτήτρια παραχώρησε το ακίνητο στην τράπεζα για να εμποδίσει τον ίδιο να λάβει την κατοχή του. Σύμφωνα επίσης με το τεκμήριο 2, επιστολή ημερομηνίας 28.3.24, η αιτήτρια γνώριζε για όλες τις δικαστικές διαδικασίες στην Αγγλία εφόσον η ίδια της με το ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων της αναγνωρίζει την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 5.3.24.

           

Ο καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε επίσης απαντητική ένορκη δήλωση στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία κατατέθηκε από πλευράς αιτήτριας, με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα όσα τέθηκαν με την αρχική ένορκη δήλωση.

           

Πιο πάνω κατέγραψα όσο πιο συνοπτικά ήταν δυνατόν, τις ουσιαστικές θέσεις αμφοτέρων πλευρών. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι ένορκες δηλώσεις οι οποίες συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση είναι αχρείαστα μακροσκελείς και περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενους ισχυρισμούς αλλά και επιχειρηματολογία.

           

Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, όπου υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία

           

Η ουσία της αίτησης της αιτήτριας είναι μία, ότι ουδέποτε έλαβε γνώση για οποιαδήποτε διαδικασία εκκρεμούσε εναντίον της στο Ηνωμένο Βασίλειο εφόσον από το 2007 διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, από το 2016 δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον καθ’ ου η αίτηση, ενώ για πρώτη φορά έλαβε γνώση της απαίτησης του καθ’ ου η αίτηση όταν έλαβε το προσβαλλόμενο Διάταγμα. Υποστηρίζει επίσης ότι ουδέποτε της είχε επιδοθεί η αρχική διαδικασία της αγωγής F12YM970, στην οποία εκδόθηκε ερήμην της απόφαση για την πληρωμή του ποσού των £216.856,30.

           

Το υπόβαθρο όμως επί του οποίου η αιτήτρια στηρίζει το αίτημα της για ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 4.7.24 και αφορά τις ως άνω ουσιαστικές της θέσεις, κρίνεται εντελώς αναξιόπιστο για τους λόγους τους οποίους θα αναφέρω αμέσως πιο κάτω.

           

Κατ’ αρχάς διαπιστώνω ότι ενώ η αιτήτρια υποστηρίζει ότι από το έτος 2007 διαμένει μόνιμα στην Κύπρο (παρ. 9 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 3.10.24), στο ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 3.11.14, το οποίο κατατέθηκε από πλευράς της ως τεκμήριο 2, αναφέρεται ως διεύθυνση της η οδός [   ], καθώς επίσης καταγράφηκε ακόμα μία άλλη διεύθυνση και πάλι στο Ηνωμένο Βασίλειο.

           

Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από πλευράς αιτήτριας καταρρίπτεται από τα τεκμήρια 1 και 2 τα οποία καταχωρήθηκαν με την ένορκη δήλωση του κου Χαραλάμπους ημερομηνίας 2.4.25. Σύμφωνα με το τεκμήριο 1, ηλεκτρονικό μήνυμα της αιτήτριας ημερομηνίας 21.6.20 το οποίο στάληκε προς τον καθ’ ου η αίτηση, αυτή επιβεβαιώνει ότι έλαβε τις επιστολές του ημερομηνίας 25.5.20 τονίζοντας του ότι όπως του είχε αναφέρει, θα πρέπει να στέλλει όλη την αλληλογραφία στην ίδια, στην διεύθυνση του ακινήτου [   ] και όχι στην οικία των γονέων της. Αναφέρει επίσης ότι «Your paperwork and court action is not valid until you deliver court proceedings to me at The Willows where I have notified you I will accept service». Στο σημείο επίσης του ως άνω ηλεκτρονικού μηνύματος, καταγράφεται ως θέμα: «Non-payment of judgment order for claim number F12YM970-£216,856.30». Δηλαδή η αιτήτρια είχε ζητήσει από τον καθ’ ου η αίτηση να επιδίδονται σ’ αυτήν όλα τα έγγραφα στην διεύθυνση του ακινήτου το οποίο ο καθ’ ου η αίτηση φαίνεται να δήλωσε στα δικαστικά έγγραφα, όπως φαίνεται και στην διαταγή του Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την διαταγή η οποία εγγράφηκε με το προσβαλλόμενο Διάταγμα. Σε χρόνο μάλιστα όπου, ψευδώς όπως φαίνεται, η αιτήτρια ισχυρίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ότι βρισκόταν μόνιμα στην Κύπρο.

           

Στο τεκμήριο 2, το οποίο επίσης επισυνάπτεται στην ως άνω ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, φαίνεται ότι στις 28.3.24, οι δικηγόροι της αιτήτριας απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση, λέγοντας ότι είχαν οδηγίες από την αιτήτρια, πελάτιδα τους, εναγόμενη στην διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.2.24 στην απαίτηση KOOHF212 εκδοθείσα από το County Court at Hertford, για να ενημερώσουν ότι η αιτήτρια δεν συμφωνεί στην παράδοση της κατοχής στον καθ’ ου η αίτηση και ήδη είχε παραδώσει τα κλειδιά του ακινήτου στην τράπεζα.

 

Όπως προκύπτει κατά ξεκάθαρο τρόπο από τα πιο πάνω, η αιτήτρια πάντοτε γνώριζε για τις δικαστικές διαδικασίες που λάμβανε ο καθ’ ου η αίτηση εναντίον της, όπως επίσης η ίδια της βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνοντας και απαιτώντας όπως οι επιδόσεις γίνονται στην ως άνω διεύθυνση, ενώ ψευδώς και παραπλανητικά ισχυρίζεται στα πλαίσια της παρούσας ότι από το 2007 βρισκόταν στην Κύπρο και ότι ουδέποτε της επιδόθηκε ή είχε γνώση της διαδικασίας που βρισκόταν σε εξέλιξη εναντίον της από τον καθ’ ου η αίτηση.

           

Ενώ επίσης γνώριζε για την αγωγή F12YM970 όπως φαίνεται στο ως άνω τεκμήριο 1 και πάλι επιχειρώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ισχυρίστηκε με την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ότι για πρώτη φορά έμαθε για την διαδικασία αυτή στις 30.10.24 μετά που έλαβε επιστολή των δικηγόρων της από το Ηνωμένο Βασίλειο.

           

Τα πιο πάνω δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο να αποδεχθεί οποιαδήποτε θέση της αιτήτριας επί των γεγονότων των οποίων παρουσίασε στο Δικαστήριο. Κρίνεται επίσης σημαντικό να τονίσω ότι η αιτήτρια δεν αμφισβήτησε τα ως άνω τεκμήρια 1 και 2, το περιεχόμενο των οποίων καθιστούν την μαρτυρία της πλήρως αναξιόπιστη και ψευδή. Τα όσα προκύπτουν επίσης από τα ως άνω τεκμήρια, σε συνδυασμό με το ότι ουδέποτε διεφάνηκε η αιτήτρια να έχει ζητήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο τον παραμερισμό της αρχικής απόφασης αλλά και του διατάγματος ημερομηνίας 15.2.24, καταδεικνύουν ότι τα όσα υποστηρίζει με την υπό κρίση αίτηση αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της, με τις οποίες αρνείται να συμμορφωθεί όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του ως άνω τεκμηρίου 2, με το οποίο οι δικηγόροι της εκφράζουν την διαφωνία της για να παραδώσει το ακίνητο στον καθ’ ου η αίτηση.

           

Θα πρέπει επίσης να τονίσω ότι ενώ διατείνεται ότι διόρισε δικηγόρο μετά όπου έλαβε γνώση της διαδικασίας εδώ στην Κύπρο για να εξακριβωθούν τα γεγονότα, όπως διεφάνηκε είχε διορίσει δικηγόρους πολύ πιο πριν, οι οποίοι μετέφεραν τις θέσεις της σε σχέση με το εκδοθέν διάταγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Μάρτιο του 2024.

           

Συνεπώς κάθε γεγονός το οποίο προβάλλει η αιτήτρια κρίνεται αναληθές.

           

Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο Κεφ. 10. Στο άρθρο 6 προβλέπονται οι περιπτώσεις κατά τις oπoίες εγγεγραμμέvες απoφάσεις πρέπει, ή δυvατό, vα παραμεριστoύv, ως ακολούθως:

 

«6.-(1) Με σχετική αίτηση για τo σκoπό αυτό πoυ υπoβάλλεται καvovικά από oπoιoδήπoτε διάδικo εvαvτίov τoυ oπoίoυ εγγεγραμμέvη απόφαση δύvαται vα εφαρμoστεί, η εγγραφή της απόφασης-

(α) παραμερίζεται αv τo Δικαστήριo εγγραφής ικαvoπoιείται-

(i) ότι η απόφαση δεv είvαι απόφαση στηv oπoία εφαρμόζεται τo Μέρoς αυτό τoυ Νόμoυ αυτoύ ή δεv είvαι απόφαση πoυ γράφτηκε κατά παράβαση τωv πρoηγoύμεvωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή

(ii) ότι τα Δικαστήρια της χώρας τoυ αρχικoύ Δικαστηρίoυ δεv είχαv δικαιoδoσία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ή

(iii) o εξ απoφάσεως oφειλέτης πoυ είvαι o εvαγόμεvoς στη διαδικασία στo αρχικό Δικαστήριo, (αvεξάρτητα τoυ ότι δυvατό vα έχει επιδoθεί δεόvτως σε αυτόv κλήση σύμφωvα με τo δίκαιo της χώρας τoυ αρχικoύ Δικαστηρίoυ) δεv έλαβε ειδoπoίηση της διαδικασίας αυτής τόσo εμπρόθεσμα ώστε vα μπoρέσει vα υπερασπιστεί τov εαυτό τoυ κατά τη διαδικασία και δεv εμφαvίστηκε ή

(iv) ότι η απόφαση λήφθηκε με δόλo ή

(v) ότι η εφαρμoγή της απόφασης θα ήταv αvτίθετη πρoς τη δημόσια πoλιτική στη χώρα τoυ Δικαστηρίoυ εγγραφής ή

(vi) ότι τα δικαιώματα βάσει της απόφασης δεv περιέρχovται στo πρόσωπo από τo oπoίo έγιvε η αίτηση για εγγραφή

(β) δύvαται vα παραμεριστεί αv τo Δικαστήριo εγγραφής ικαvoπoιείται ότι τo θέμα υπό αμφισβήτηση στη διαδικασία στo αρχικό Δικαστήριo κατέστη πριv από τηv ημερoμηvία της απόφασης στo αρχικό Δικαστήριo τo αvτικείμεvo τελεσίδικης απόφασης από Δικαστήριo πoυ έχει δικαιoδoσία στo θέμα.»

           

Η αιτήτρια επικαλείται ως λόγο για παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής, το γεγονός ότι δεν έλαβε γνώση της διαδικασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι η απόφαση εξασφαλίστηκε με δόλο. Η μη αποδοχή όμως της μαρτυρίας της για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω καταρρίπτει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 6(1)( iii) και (iv).

 

Η αιτήτρια, πέραν των πιο πάνω, επικαλείται επίσης ως λόγο παραμερισμού του διατάγματος, το γεγονός ότι ο καθ’ ου η αίτηση είχε ζητήσει την εγγραφή του διατάγματος επιβάρυνσης μόνο, με το οποίο το ακίνητο είχε ήδη περιέλθει στην κατοχή του καθ’ ου η αίτηση.

           

Όπως προκύπτει από το ιστορικό των διαδικασιών που έλαβε ο καθ’ ου η αίτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο και το οποίο δεν είχε τεθεί ολοκληρωμένα ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση για εγγραφή της απόφασης, ο καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε την απαίτηση υπ’ αριθμό F12YM970, εναντίον της αιτήτριας όπου στις 28.10.19 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της για το ποσό των £216.856,30. Δηλαδή, η ουσία της απαίτησης του καθ’ ου η αίτηση εναντίον της αιτήτριας είχε κριθεί στην απουσία της τελευταίας και καθορίστηκε στο ως άνω ποσό.

           

Στην συνέχεια, ο καθ’ ου η αίτηση, προφανώς λόγω μη συμμόρφωσης της αιτήτριας με την ως άνω απόφαση, όπως προκύπτει και από τα ηλεκτρονικά μηνύματα τεκμήρια 1 και 2 τα οποία κατατέθηκαν με την ένσταση του καθ’ ου η αίτηση, προχώρησε στην εκτέλεση της ως άνω απόφασης λαμβάνοντας επιβαρυντικό διάταγμα επί του μεριδίου της αιτήτριας στο ακίνητο στις 17.2.20. Ακολούθως,  έλαβε το διάταγμα ημερομηνίας 15.2.24, το οποίο ενεγράφηκε στην Κύπρο με το προσβαλλόμενο Διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο η αιτήτρια θα έπρεπε μέχρι τις 14.3.24 να καταβάλει στον καθ’ ου η αίτηση το χρέος το οποίο διασφαλίζεται με την επιβάρυνση πλέον τόκους και έξοδα. Αν δεν γινόταν η ως άνω πληρωμή, τότε επιτράπηκε η πώληση του ακινήτου χωρίς άλλη διαταγή του Δικαστηρίου όπως επίσης η αιτήτρια διατάχθηκε να παραδώσει το ακίνητο στον καθ’ ου η αίτηση μέχρι 28.3.24.

 

            Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση η οποία συνόδευε την αίτηση για εγγραφή της ως άνω διαταγής του Δικαστηρίου, υποστηρίχθηκε ότι χωρίς την έκδοση του Διατάγματος ο αιτητής, εδώ καθ’ ου η αίτηση, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν θα μπορέσει να εκτελέσει ή να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό, εφόσον η περιουσία της αιτήτριας στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει κατασχεθεί από τις Τράπεζες και θα πρέπει η απόφαση να εκτελεστεί στην Κύπρο.

 

            Όμως, η διαταγή του αλλοδαπού Δικαστηρίου η οποία ενεγράφηκε στην Κύπρο, αφορούσε μέτρο εκτέλεσης το οποίο ο καθ’ ου η αίτηση έλαβε για να ικανοποιήσει την απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον της αιτήτριας και αφορούσε την πληρωμή προς τον ίδιο για το ποσό το οποίο καθορίστηκε από το Δικαστήριο στην απαίτηση F12YM970. Η διαταγή η οποία ενεγράφη στην Κύπρο, διεφάνηκε ότι δεν αφορούσε την απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον της αιτήτριας αλλά την διαταγή η οποία εξασφαλίστηκε ως μέσο για εκτέλεση και ικανοποίηση της απόφασης. Άλλωστε, στην διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.2.24 αυτό που πλέον προβλέπεται είναι η πώληση του ακινήτου από τον καθ’ ου η αίτηση και όχι η πληρωμή του ποσού της απόφασης, εφόσον η ημερομηνία για πληρωμή του σύμφωνα με την ως άνω διαταγή του Δικαστηρίου παρήλθε στις 14.3.24. Το δε διάταγμα το οποίο ενεγράφη και αφορούσε την εκτέλεση της απόφασης αφορά την επιβάρυνση και πώληση ενός ακινήτου το οποίο δεν βρίσκεται στην δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων.

 

            Με την αίτηση του ο καθ’ ου η αίτηση για εγγραφή της απόφασης ζήτησε την εγγραφή της στην Κύπρο για σκοπούς εκτέλεσης λόγω του ότι η απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα όμως με τα όσα προέκυψαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης, διεφάνηκε ότι η απόφαση η οποία ενεγράφη αφορούσε διάταγμα για εκτέλεση της απόφασης, ενώ ο καθ’ ου η αίτηση για σκοπούς εκτέλεσης στην Κύπρο, θα έπρεπε να είχε ζητήσει την εγγραφή της ίδιας της απόφασης με την οποία κρίθηκε η απαίτηση του εναντίον της αιτήτριας και στα πλαίσια της οποίας καθορίστηκε δικαστικώς το ποσό το οποίο οφείλεται στον καθ’ ου η αίτηση.

 

            Εφόσον συνεπώς, ο καθ’ ου η αίτηση ζήτησε με την εγγραφή της απόφασης και την εκτέλεση της στην Κύπρο, θα έπρεπε να ζητήσει την εκτέλεση της ίδιας της απόφασης και όχι την εγγραφή του διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

            Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η απόφαση που έχει εγγραφεί δεv είvαι απόφαση η οποία δύναται να εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης στην Κύπρο σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 6(1)( i) του Κεφ. 10.

 

            Η αιτήτρια παραπονείται επίσης ότι στερήθηκε του δικαιώματος της να ακουστεί στην αίτηση για εγγραφή της απόφασης. Σύμφωνα όμως με την επιφύλαξη του άρθρου 5(1) του Νόμου 121(Ι)/2000, επί του οποίου στηρίχθηκε η κυρίως αίτηση, σε περιπτώσεις όπου στη διαδικασία κατά την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, η διαδικασία αρχίζει με μονομερή αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Συνεπώς και εφόσον η αίτηση στηρίχθηκε στον ως άνω Νόμο, υπήρχε η δυνατότητα για την μονομερή εξέταση της αίτησης χωρίς να απαιτείται η επίδοση της στην αιτήτρια εφόσον δεν υπήρξε εμφάνιση από μέρους της κατά την έκδοση απόφασης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συνεπώς το αιτητικό Δ της αίτησης απορρίπτεται.

 

            Αποτελεί επίσης θέση της αιτήτριας ότι λανθασμένα χρησιμοποιήθηκε το Μέρος 8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν γεγονότα τα οποία αμφισβητούνται. Η δυνατότητα όμως επίκλησης του Μέρους 8 των Κανονισμών προβλέπεται όταν η διαδικασία προβλέπεται από Νόμο, όπως στην προκειμένη περίπτωση και εφόσον η αίτηση είχε καταχωρηθεί μονομερώς, ορθά ο αιτητής προχώρησε με την καταχώρηση του Εντύπου 7 του Μέρους 8.

 

            Εις ότι αφορά τα αιτητικά Β και Γ της αίτησης, αυτά απορρίπτονται εφόσον η έκδοση τους δεν έχει αποδειχθεί από την αιτήτρια.

 

            Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 4.7.24 θα πρέπει να παραμεριστεί και εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού του Διατάγματος ημερομηνίας 4.7.24.  

 

            Τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης υπό στοιχεία Β, Γ και Δ απορρίπτονται.

 

            Έχοντας υπόψη μου την αναξιόπιστη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η αιτήτρια, παρά του ότι η αίτηση πέτυχε μερικώς επί νομικών σημείων, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά καταβάλει τα έξοδα της και προηγούμενες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται σε όλες τις ενδιάμεσες διαδικασίες.

 

 

 

                                                                                       (Υπ.)  ………………..………….  

                                                                                                Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο