Λούλλα Σαββίδου Γεωργίου ν. SKY CAC LIMITED, Aίτηση Έφεση Αρ.: 257/2025, 18/12/2025
print
Τίτλος:
Λούλλα Σαββίδου Γεωργίου ν. SKY CAC LIMITED, Aίτηση Έφεση Αρ.: 257/2025, 18/12/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.   

                                                                      

          Aίτηση Έφεση Αρ.: 257/2025 (i-justice)

 

Επί τοις Αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακίνητου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224 ως και τις τροποποιήσεις τους

 

 

Μεταξύ:

Λούλλα Σαββίδου Γεωργίου

 

                                                                                           Αιτήτρια - Εφεσείοντα

και

 

SKY CAC LIMITED

 

     Καθ’ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη

Ημερομηνία: 18/12/2025

Για Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κ. Ρ. Ροδοσθένους.

Για Καθ’ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη: κα Μ. Μηλιώτου για ΚΟΥΣΙΟΣ ΚΟΡΦΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό κρίση Αίτηση - Έφεση (στο εξής «η Αίτηση») επιζητείται:

 

 

 

 

Α.   Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Ειδοποίηση  Τύπου «ΙΑ»

Β.   Διάταγμα που να ακυρώνει τον σκοπούμενο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου, ο οποίος είναι ορισμένος στις 19/12/2025 και ώρα 10:00 π.μ ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της ως άνω αναφερόμενης Ειδοποίησης.

Γ.   Διάταγμα με τα οποίο να ακυρώνεται και/ή να αναστέλλεται η διαδικασία που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ».

Δ.     Οποιανδήποτε θεραπεία κρίνει δίκαιη το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.

Ε.    Τα έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης.  

 

Στην Αίτηση προβάλλονται 5 λόγοι έφεσης. Τελικά όμως, κατά την τελική του αγόρευση, ο συνήγορος της Εφεσείουσας (στο εξής «η Αιτήτρια») περιόρισε την Αίτηση στον λόγο υπ’ αρ. 5(α), ο οποίος έχει ως εξής:

 

5.         Η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» δεν έχει δεόντως επιδοθεί στην Αιτήτρια και σε όλα τα ενδιαφερόμενο πρόσωπα καθότι:

 

(α) Η Καθ’ ης η Αίτηση έπρεπε να την αποστείλει ταχυδρομικώς και να       απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της Αιτήτριας και σε περίπτωση που αυτό δεν ήταν εφικτό, τότε να προχωρήσει με ιδιωτική επίδοση.

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Εδράζεται δε, ως αναφέρει, στα άρθρα 29-32, 43 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α(1)-(4Α), 44Β(1)-(3), 44Γ(1)-(3), 44Δ(1)-(6) και γενικά στα άρθρα 44Α - 441ΑΑ και στα Παραρτήματα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 185/2015), στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς 1 - 18, στις Δ.5.Κ.2, Δ.39, Δ.48 Κ.1-9, Δ.55 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου, στον Περί Εταιρειών Νόμο, στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στις αρχές της επιείκειας και του κοινοδικαίου, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη Νομολογία.

 

Η Εφεσίβλητη (στο εξής «η Καθ’ ης η Αίτηση») καταχώρησε ένσταση, υποστηριζόμενη από ένορκες δηλώσεις της Γεωργίας Θεολόγου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί αυτήν και του Ελευθέριου Θεοδώρου, υπαλλήλου της εταιρείας DoValue Cyprus Limited, η οποία δυνάμει συμφωνίας ενεργεί για λογαριασμό της Καθ’ ης η Αίτηση και ανέλαβε τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της. Δια της ένστασης προβάλλονται 14 λόγοι. Με δεδομένο ότι κατά την αγόρευση της η συνήγορος της Καθ’ ης η Αίτηση δήλωσε ότι δεν προωθεί τον λόγο υπ’ αρ. 9 αλλά και του προαναφερόμενου περιορισμού των λόγων έφεσης, απομένουν προς εξέταση οι λοιποί λόγοι ένστασης και δη:

 

1.         Η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται της απαραίτητης νομικής και/ή πραγματικής βάσης και/ή υπόβαθρου.

2.         Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή δεν στοιχειοθετούνται και/ή δεν συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπει ο Νόμος 9/65 και/ή το άρθρο 44Γ(3) για καταχώρηση Έφεσης κατά της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και/ή για παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή αμφισβήτηση αυτής και/ή η εν λόγω Ειδοποίηση έχει επιδοθεί δεόντως και/ή καθόλα νόμιμα στην Αιτήτρια και/ή σε όλα τα ενδιαφερόμενο πρόσωπα και/ή ουδεμία βλάβη και/ή επηρεασμός των δικαιωμάτων της προκλήθηκε.

3.         Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και/ή κωλύεται να εγείρει και/ή να καταχωρεί και/ή να προωθεί την Αίτηση καθώς δεν έχει λάβει τις εκ του Νόμου απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις και/ή άδεια του Δικαστηρίου και/ή την εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη για την έγερση της Αίτησης και/ή δεν έχει λάβει άδεια του Δικαστηρίου ως προνοεί ο Νόμος και/ή ο Περί Πτώχευσης Νόμος Κεφ.5.

 

 

 

 

Ιστορικό

 

Τα ουσιώδη για την παρούσα γεγονότα, τα οποία είτε είναι κοινώς αποδεκτά είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:

 

·                Προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Alpha Bank στην Δ.Α., η Αιτήτρια, υποθήκευσε στις 06/04/2001 το ακίνητο της με αρ. εγγραφής [ ] και το ακίνητο της με αρ. εγγραφής [ ], με την υποθήκη [ ] του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου (στο εξής «τα ενυπόθηκα ακίνητα»).

·                Προς περαιτέρω εξασφάλιση των αναφερόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων, παραχωρήθηκαν, μεταξύ άλλων, έγγραφες εγγυήσεις των Μ.Μ. και Α.Α.

·                Λόγω παράβασης των συμφωνηθέντων η Alpha Bank προχώρησε στην καταχώρηση της Αγωγής 1739/2006, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε στις 22/04/2010 απόφαση υπέρ αυτής και εναντίον των Δ.Α., Μ.Μ. και Α.Α. για το ποσό των €270.233,75 με τόκο προς 10.25% τον χρόνο από 01/01/2006 μέχρι 03/01/2006 και τόκο προς 14,25% τον χρόνο από 04/01/2006 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους, πλέον έξοδα. Περαιτέρω το Δικαστήριο διέταξε, μεταξύ άλλων, την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει της ως άνω υποθήκης.

·                Εναντίον της Αιτήτριας εκδόθηκε στις 12/10/2012 Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας της και στις 26/05/2015 αυτή κηρύχθηκε σε πτώχευση και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίσθηκε ως διαχειριστής της εν λόγω περιουσίας. Στις 12/04/2016 η Αιτήτρια αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια.

 

Νομική πτυχή

 

Προτού προχωρήσω στα ζητήματα που εγείρονται με την υπό κρίση Αίτηση και για σκοπούς εξέτασης αυτών κρίνω αναγκαίο όπως προβώ σε μια συνοπτική αναφορά της σχετικής διαδικασίας που προβλέπεται από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965. Να υπομνησθεί κατ’ αρχάς ότι το υπό αναφορά Μέρος του Νόμου, εισήχθη με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014. Ως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του σχετικού Νομοσχεδίου (βλ. Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (ΕΕΔ), Παράρτημα Έκτο, ημερ. 5.11.2014) η εισαγωγή του αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό είχε την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Μετά δε την εισαγωγή του το εν λόγω Μέρος τροποποιήθηκε με μεταγενέστερους Νόμους.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 44Α, οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του ίδιου Νόµου. Καµία δε διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VIA όπως και το αντίστροφο. Περαιτέρω καμία διάταξη του Μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει µε την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγµατος για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η εξασφάλιση δε τέτοιου διατάγµατος ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάµει του εν λόγω διατάγµατος, είτε πριν είτε µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του Τροποποιητικού Νόµου 87(Ι)/2018, δεν επηρεάζει το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VIA.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 44Β(1) του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIA, σε περίπτωση υπερημερίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσµα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερηµερία αφορά σε περίοδο όχι µικρότερη των 120 ηµερών από την ηµεροµηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάµει των όρων της σύµβασης ή των διατάξεων του ίδιου Νόµου.

 

Η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή αρχίζει με την επίδοση στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, έγγραφης Ειδοποίησης κατά τον Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήµατος του Νόμου. Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερηµερία ή απαίτηση για πληρωµή του ενυπόθηκου χρέους, συνοδεύεται από Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Θ». Δεν υπάρχει δε υποχρέωση αποστολής της Ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI. Εν πάση περιπτώσει η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασµού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του, καλώντας το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται όπως εξοφλήσει το ποσό, σύµφωνα µε την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασµού, τάσσοντας σε αυτό προθεσµία όχι µικρότερη των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την ηµεροµηνία επίδοσης της Ειδοποίησης προς εξόφληση του απαιτούµενου ποσού. Περαιτέρω με την εν λόγω Ειδοποίηση ενηµερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση µη εξόφλησης του οφειλόµενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωµά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µε βάση τις διατάξεις του Μέρους VIA.

 

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόµενου προσώπου µε τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης Τύπου «Ι», ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει σε αυτόν και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο πρόσωπο, Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήµατος του Νόμου, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό. Η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» επιδίδεται, εντός περιόδου όχι µικρότερης των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την καθορισµένη ηµέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (άρθρο 44Γ(2).

 

Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 44Δ (με τον πλαγιότιτλο «Διαδικασία εκτίµησης ενυπόθηκου ακινήτου») διορίζονται δύο (2) εκτιµητές, ένας εκ µέρους του ενυπόθηκου δανειστή και ένας εκ µέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη για τη διενέργεια, ταυτόχρονα, ανεξάρτητων εκτιµήσεων του ενυπόθηκου ακινήτου για σκοπούς υπολογισµού της αγοραίας αξίας αυτού. Σύμφωνα δε με το εδάφιο (2) του ίδιου άρθρου, ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει Ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, κατά τον Τύπο «ΙΒ», η οποία δύναται να επιδίδεται είτε πριν από, είτε µετά από, είτε ταυτόχρονα µε την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», αναφέροντας σε αυτήν ότι εντός δέκα (10) ηµερών από την επίδοση της Ειδοποίησης θα προχωρήσει στον διορισµό εκτιµητή. Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν προβεί στον διορισµό εκτιµητή εντός της καθορισµένης προθεσµίας, ο ενυπόθηκος δανειστής προχωρεί στον διορισµό δύο (2) εκτιµητών για τον καθορισµό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου.

 

Τέλος, σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 44Γ, ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο µέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε (45) ηµερών από την ηµεροµηνία παραλαβής της Ειδοποίησης, σύµφωνα µε το εδάφιο (2), δηλαδή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», να καταχωρίσει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο μόνο για συγκεκριμένους λόγους που καθορίζονται εξαντλητικά στην ίδια διάταξη (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Παπακόκκινου, Πολ. Έφεση Αρ. 110/2019, ημερ. 18/02/2020). Εξετάζοντας την Έφεση το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει την Ειδοποίηση της σκοπούµενης πώλησης, στην περίπτωση που στοιχειοθετείται ένας ή περισσότεροι από τους υπό αναφορά λόγους, οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι:

 

(α)  Η επιδοθείσα Ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούµενες κατά τον προβλεπόµενο  τύπο και περιεχόµενο, προϋποθέσεις·

(β)    Η Ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί·

(γ)  Η Ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσµίας για καταβολή της  πληρωµής προς τον ενυπόθηκο δανειστή·

(δ)   Έχει εκδοθεί παρεµπίπτον απαγορευτικό διάταγµα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύµφωνα µε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόµου·

(ε)   Ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι επιλέξιµος οφειλέτης και το αδειοδοτηµένο ίδρυµα, παρά το ότι είχε υποχρέωση δυνάµει του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηµατοοικονοµικής Φύσεως Νόµου, δεν έχει προσέλθει σε διαµεσολάβηση δυνάµει των διατάξεων του Μέρους VIA του εν λόγω Νόµου.

(στ)  Έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγµα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάµει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωµής και Διατάγµατα Απαλλαγής Οφειλών) Νόµου ή εκκρεµεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγµατος·

(ζ)  Έχει εγκριθεί η συμμετοχή του ενυπόθηκου οφειλέτη στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» για αντιµετώπιση των µη εξυπηρετούµενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών οµάδων ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης και αυτός αποδέχεται και τηρεί την συµφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεµεί σχετική αίτηση.

(η)   (i)   Η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο «Ενοίκιο Έναντι Δόσης», σε σχέση µε το οποίο, έχει εγκριθεί αίτηση για ένταξη στο εν λόγω Σχέδιο· ή

        (ii)  Η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο «Ενοίκιο Έναντι Δόσης», σε σχέση µε το οποίο, έχει υποβληθεί και εκκρεµεί αίτηση ή ένσταση για ένταξη στο εν λόγω Σχέδιο, αναφορικά µε την οποία- (αα) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο ή οποιοδήποτε µέλος της οικογένειάς του, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.2.2 του Σχεδίου ή (ββ) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.5 του Σχεδίου:

 

Αναφορικά  με τα πιο πάνω βλ. και Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ.Ε176/2019, ημερ. 10/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A519 και Χατζησωφρονίου ν. Gordian Holdings Ltd, Αρ. Αίτησης 4/2023, ημερ. 21/11/2024.

 

Εξέταση της Αίτησης

 

Στην προκειμένη, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, αμφότερες οι πλευρές αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε αποφάσεις πρωτόδικων αλλά και Ανώτερων Δικαστηρίων.

Όσον αφορά τον μοναδικό λόγο έφεσης που τελικά προώθησε η Αιτήτρια είναι η θέση αυτής ότι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή να παραμερισθεί καθότι δεν της επιδόθηκε δεόντως, αφού δεν έχει αποσταλεί μέσω ταχυδρομικής επιδόσεως και σε περίπτωση που αυτό δεν ήταν εφικτό, να γίνει ιδιωτική επίδοση αλλά έγινε απευθείας ιδιωτική επίδοση.

 

Ως προς τη θέση αυτή δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα:

 

Αναφορικά με την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», ημερ. 11/08/2025 και του σχετικού Δελτίου/Ειδοποίησης Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού, δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς της Αιτήτριας τα ακόλουθα, που τίθενται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση:

 

§    Προς αποστολή αυτών στην Αιτήτρια, η Καθ’ ης η Αίτηση τα παρέδωσε στις 03/09/2025 στα Κυπριακά Ταχυδρομεία, με τη διαδικασία της συστημένης επιστολής απευθυνόμενης στην Αιτήτρια, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας αυτής στην [ ], η οποία είναι και η διεύθυνση που είναι καταχωρημένη για αυτήν στο μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.

§    Ο φάκελος με την εν λόγω συστημένη επιστολή (στο εξής «ο φάκελος») παραλήφθηκε στις 08/09/2025 από το Ταχυδρομικό Γραφείο στη Γεροσκήπου και την ίδια ημέρα απεστάλη στην Αιτήτρια ειδοποιητήριο για παραλαβή του φακέλου.

§    Ο φάκελος δεν παραλήφθηκε από την Αιτήτρια και στις 23/09/2025 αποστάληκε σε αυτή δεύτερο ειδοποιητήριο - υπενθύμιση για σκοπούς παραλαβής του, χωρίς όμως η Αιτήτρια να τον παραλάβει.

§    Μέχρι τις 12/10/2025 ο φάκελος δεν παραλήφθηκε από την Αιτήτρια και στις 13/10/2025 η Καθ’ ης η Αίτηση προχώρησε, μέσω επιδότη, σε ιδιωτική επίδοση της προαναφερόμενης Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και του σχετικού Δελτίου/Ειδοποίησης Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού στην Αιτήτρια προσωπικά και  έναντι της υπογραφής της.

 

§    Στις 13/11/2025 o φάκελος επιστράφηκε από τα Κυπριακά Ταχυδρομεία στην Καθ’ ης η Αίτηση. Ως συγκεκριμένα αναφέρεται στο ιστορικό «(Track & Trace)» του εν λόγω φακέλου (στην ιστοσελίδα των Κυπριακών Ταχυδρομείων) για τις 13/11/2025: «Unclaimed Item returned to sender».

§    Σύμφωνα με αρμόδιο λειτουργό του Επαρχιακού Ταχυδρομικού Γραφείου Πάφου η επιστροφή συστημένου φακέλου στον αποστολέα του από τα Κυπριακά Ταχυδρομεία δεν γίνεται αυτόματα, αλλά κατόπιν σχετικών οδηγιών λειτουργού του ταχυδρομείου. Στην προκειμένη, υπό τα ως άνω δεδομένα, υπήρξε καθυστέρηση στην επιστροφή του φακέλου, η οποία έπρεπε να λάβει χώρα πολύ ενωρίτερα.

 

Αρχίζοντας από τη θέση της Αιτήτριας ότι αυτή δεν παρέλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση από το Ταχυδρομικό Γραφείο στη Γεροσκήπου για παραλαβή του φακέλου, δέον όπως σημειωθεί ότι, ως προκύπτει από τα πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι στάληκε στην Αιτήτρια όχι μόνο μια αλλά δύο σχετικές ειδοποιήσεις, σε διάστημα 15 ημερών (από τις 08/09/2025 μέχρι τις 23/09/2025).

 

Ενόψει του πιο πάνω απομένει προς εξέταση η θέση της Αιτήτριας ότι η επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και του σχετικού Δελτίου/Ειδοποίησης Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού, μέσω ιδιωτικής επίδοσης στις 13/10/2025, δεν ήταν η δέουσα καθότι  δεν κατέστη ανέφικτη η επίδοση μέσω συστημένης επιστολής παρά μόνο στις 13/11/2025, που επιστράφηκε ο φάκελος από τα Κυπριακά Ταχυδρομεία στην Καθ’ ης η Αίτηση.

 

Αντίθετη είναι βέβαια η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία υποστηρίζει ουσιαστικά ότι προς στοιχειοθέτηση του ανέφικτου της επίδοσης δεν ήταν απαραίτητο να επιστραφεί ο φάκελος από Κυπριακά Ταχυδρομεία και κατ’ επέκταση το ανέφικτο δεν δημιουργήθηκε στις 13/11/2025. Με παραπομπή σε νομολογία η κα Μηλιώτου υποστήριξε ότι μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου η επίδοση δια συστημένης επιστολής μπορεί να θεωρηθεί και θεωρήθηκε από την Καθ΄ ης η Αίτηση, ως ανέφικτη και ως εκ τούτου προχώρησε με ιδιωτική επίδοση στις 13/10/2025. 

 

Ως προς το θέμα της επίδοσης σχετική είναι η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 44ΙΕ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, σύμφωνα με την οποία:

 

«επίδοση» σηµαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας µε συστηµένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραµµένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισµένη σε µητρώο του Τµήµατος Κτηµατολογίου και Χωροµετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο:

 

Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει µε οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσµούς Πολιτικής Δικονοµίας, περιλαµβανοµένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης µε διάταγµα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης: ».

 

Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση του Εφετείου στην Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα, Πολ. Έφεση Αρ. 159/2021, ημερ. 01/12/2023. Εκεί το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε στη μέθοδο ερμηνείας των Νόμων με παραπομπή στη σχετική νομολογία (βλ. Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 59, Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 1142, Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. (2011) 1 Α.Α.Δ. 1358 και Marios Nikolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 101/2018, ημερ. 14/08/2018, ECLI:CY:AD:2018:D378), κατέληξε ότι ο σκοπός του Νομοθέτη είναι ξεκάθαρος και δη ότι θέλησε να ιεραρχήσει τον τρόπο επίδοσης, δίδοντας επιτακτικό προβάδισμα στη συστημένη επιστολή και μόνον όταν η επίδοση με αυτόν τον τρόπο είναι ανέφικτη, διανοίγεται ο δρόμος εναλλακτικά για ιδιωτική επίδοση. Στο πλαίσιο αυτό υποδείχθηκε ότι «εναπόκειται στον Νομοθέτη – εν τη σοφία του – να νομοθετεί κατά τρόπο που διευκολύνει, παρά να δυσχεραίνει διαδικασίες και καταστάσεις» και ότι η «αποστολή των Δικαστηρίων, σε ξεκάθαρες περιπτώσεις, περιορίζεται στο να διαγιγνώσκουν, μέσα από τη συνήθη και φυσική έννοια των λέξεων, τον δεδηλωμένο σκοπό του Νομοθέτη» και η «υποκειμενική άποψη του Δικαστηρίου επί του ορθολογισμού ή μη του δεδηλωμένου σκοπού, δεν δικαιολογεί ερμηνευτική εκτροπή». Στη βάση των πιο πάνω, το Εφετείο επισήμανε ότι γεγονός ότι με την προσωπική επίδοση, ο παραλήπτης μιας ειδοποίησης σαφέστατα λαμβάνει γνώση και δύναται να υπερασπιστεί ή να ασκήσει τα όποια ένδικα μέσα του παρέχονται, δεν δικαιολογεί ερμηνεία άλλη απ’ εκείνη που είναι κρυστάλλινα καθαρή στο μάτι. Περαιτέρω, επισημάνθηκε ως ουσιώδες ότι ένας από τους βασικούς λόγους βάσει του οποίου ενδιαφερόμενο πρόσωπο δικαιούται δυνάμει του άρθρου 44Γ να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο και να πετύχει παραμερισμό της ειδοποίησης, είναι ακριβώς ότι «η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί».

 

Αναφορικά με το θέμα του ανέφικτου της επίδοσης με συστημένη ταχυδρομείο  ώστε να δύναται ο ενυπόθηκος δανειστής να προχωρήσει με ιδιωτική επίδοση, σχετική είναι η απόφαση στην Αναφορικά με την Αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, Πολ. Αίτηση Αρ. 114/2025, ημερ. 18/06/2025. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφαση επισημάνθηκε ότι δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του άρθρου 44Γ(3) του Νόμου 9/1965, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το ανέφικτο της επίδοσης δια συστημένου ταχυδρομείου μπορεί να διαπιστωθεί μόνο στην περίπτωση που η συστημένη επιστολή επιστραφεί ως αζήτητη. Ως περαιτέρω λέχθηκε, το εν λόγω άρθρο αλλά και η απόφαση στην Παντέλα ανωτέρω, δεν συγκεκριμενοποιούν τα στοιχεία εκείνα που δυνατό να δεικνύουν το ανέφικτο της επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο. Το μεν άρθρο μιλά γενικά για το ανέφικτο τέτοιας επίδοσης και στην Παντέλα τέθηκε η γενική νομική αρχή ενώ δεν τέθηκε οιοδήποτε στοιχείο που να καταδείκνυε το ανέφικτο της επίδοσης, χωρίς να γίνει ρητή αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία που όντως δεικνύουν το ανέφικτο αυτής.

 

Εδώ να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση, ο ενυπόθηκος δανειστής είναι εκείνος που φέρει και το βάρος να αποδείξει το «ανέφικτο» της δια του Νόμου επιβαλλόμενης μεθόδου επίδοσης (βλ. Παντέλα ανωτέρω).

 

Ενόψει των πιο πάνω και ελλείψει οποιασδήποτε πρόνοιας στο Νόμο που να καθορίζει κάποιο γεγονός ή ενέργεια ως στοιχειοθετούσα το ανέφικτο της επίδοσης με συστημένη επιστολή, με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι αυτό αποτελεί πραγματικό ζήτημα, το οποίο εξετάζεται και κρίνεται στη βάση των συγκεκριμένων και ιδιαίτερων περιστατικών κάθε υπόθεσης και όχι δίχως άλλο στη βάση του εάν και πότε οι Ταχυδρομικές Υπηρεσίες επιστρέφουν τον συστημένο φάκελο στον αποστολέα αυτού.

 

Στην προκειμένη, προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα της υπόθεσης ότι ο φάκελος με τη συστημένη επιστολή παραλήφθηκε στις 08/09/2025 από το Ταχυδρομικό Γραφείο στη Γεροσκήπου. Ενώ στάληκε την ίδια ημέρα αλλά και 15 μέρες αργότερα σχετική ειδοποίηση στην Αιτήτρια για να τον παραλάβει, αυτή παρέλειψε να το πράξει. Μέχρι τις 12/10/2025 είχαν δε περάσει 34 ημέρες από την ημέρα που η Αιτήτρια ειδοποιήθηκε για πρώτη φορά να παραλάβει τον φάκελο. Υπό τις ως άνω περιστάσεις ήταν αντικειμενικά εύλογο να θεωρήσει η Καθ' ης η Αίτηση ότι κατέστη ανέφικτη η επίδοση με συστημένη επιστολή. Κατ’ επέκταση η επακόλουθη επίδοση, στις 13/10/2025, με ιδιωτική επίδοση, ως προβλέπει σε τέτοια περίπτωση ο Νόμος 9/1965 (ως έχει ερμηνευθεί ανωτέρω) καταδεικνύει ότι η επίδοση ήταν η δέουσα, γεγονός που απέδειξε η Καθ’ ης η Αίτηση. Το ότι τα Κυπριακά Ταχυδρομεία επέστρεψαν τον φάκελο στην Καθ’ ης η Αίτηση στις 13/11/2025, χρόνος που μάλιστα σύμφωνα με τη μαρτυρία δεν ήταν ο συνηθισμένος, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω.

 

Ως προς τον λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει και να προωθεί την Αίτηση αφού δεν έχει λάβει τις απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις από τον Επίσημο Παραλήπτη δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα:

 

Η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση επί τούτου είναι ουσιαστικά ότι για να νομιμοποιείται η Αιτήτρια να καταχωρίσει την Αίτηση έπρεπε να εξασφαλίσει την άδεια ή τη συγκατάθεση του Επίσημου Παραλήπτη. Η εν λόγω θέση εδράζεται στο ότι εναντίον της Αιτήτριας εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής στις 12/10/2012, εκδόθηκε Διάταγμα Πτώχευσης στις 26/5/2015 και ότι παρά το γεγονός ότι αυτή αποκαταστάθηκε στις 12/4/2016, η ενυπόθηκη περιουσία εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της πτωχευτικής περιουσίας.

 

 

Ως προς το θέμα της ανάγκης για εξασφάλιση άδειας από την Αιτήτρια για την καταχώριση της Αίτησης ο κ. Ροδοσθένους παρέπεμψε στο άρθρο 27Α(10) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 για να υποστηρίξει ότι δεν απαιτείται τέτοια άδεια.

 

Η ως άνω θέση της Καθ’ ης η Αίτηση εδράζεται βασικά στα άρθρα 9(4) και 27Α(4) του Κεφ. 5 και στο πλαίσιο αυτό προβάλλεται ότι η αποκατάσταση της Αιτήτριας δεν διαφοροποιεί τα πράγματα εφόσον τα ενυπόθηκα ακίνητα εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία παραμένει στον Επίσημο Παραλήπτη.

 

Το εδάφιο (3) του άρθρου 9 του Κεφ. 5 προβλέπει ότι μετά την έκδοση του διατάγµατος κήρυξης του χρεώστη σε πτώχευση, ο πτωχεύσας δύναται να προβάλει υπεράσπιση ή οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία, µετά από σχετική εξουσιοδότηση του Επίσηµου Παραλήπτη ή του διαχειριστή. Το εδάφιο (4) του ίδιου άρθρου προνοεί ότι μετά την έκδοση του διατάγµατος πτώχευσης, ο πτωχεύσας, δύναται να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία, κατόπιν εξουσιοδότησης του Επίσηµου Παραλήπτη ή του διαχειριστή και άδειας του Δικαστηρίου υπό τους όρους τους οποίους δυνατό να επιβάλει το Δικαστήριο.

 

Σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 27Α του ίδιου Νόμου, σε περίπτωση αυτοδίκαιης αποκατάστασης πτωχεύσαντα, το µη διανεµηθέν µέρος της πτωχευτικής περιουσίας παραµένει, ανάλογα µε την περίπτωση, στον Επίσηµο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή, προς όφελος των πιστωτών ή των εγγυητών που καθίστανται µη εξασφαλισµένοι πιστωτές. Το εδάφιο (5) του ίδιου άρθρου προνοεί ότι το πρόσωπο που αποκαθίσταται δυνάµει του εν λόγω άρθρου υποχρεούται να συνεργάζεται µε τον διαχειριστή σχετικά µε την εκποίηση και διανοµή της πτωχευτικής περιουσίας που παραµένει, ανάλογα µε την περίπτωση, στον Επίσηµο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή.

 

Στην προκειμένη, εναντίον της Αιτήτριας εκδόθηκε στις 12/10/2012 Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας της και στις 26/05/2015 αυτή κηρύχθηκε σε πτώχευση και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίσθηκε ως διαχειριστής της εν λόγω περιουσίας. Στις 12/04/2016 η Αιτήτρια αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια. Η επίδικη υποθήκη συνήφθη το 2001, δηλαδή πριν όλους τους πιο πάνω χρόνους. Συνεπώς τα ενυπόθηκα ακίνητα αποτελούσαν, όταν είχαν εκδοθεί τα διατάγματα ημερομηνίας 12/10/2012 και 26/05/2015 μέρος της πτωχευτικής περιουσίας της Αιτήτριας και κατ’ επέκταση ήταν υπό τη διαχείριση του Επίσημου Παραλήπτη. Αυτά παρέμειναν υπό τη διαχείριση του τελευταίου και μετά την αυτοδίκαιη αποκατάσταση της Αιτήτριας, εφόσον αποτελούν μέρος της μη διανεμηθείσας πτωχευτικής περιουσίας της.

 

Ως δε προαναφέρθηκε, η θέση της Αιτήτριας είναι ότι δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άδεια η εξουσιοδότηση για έγερση της υπό κρίση Αίτησης, καθώς το εδάφιο (10) του άρθρου 27Α προνοεί ότι μετά την αποκατάσταση πτωχεύσαντα, οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία εγείρεται πλέον ή καταχωρείται, αντίστοιχα, από τον ίδιο ή εναντίον του, ανάλογα µε την περίπτωση.

 

Ως προς τούτο είναι ουσιαστικά η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι το άρθρο 27Α(10) αφορά αξιώσεις που γεννιούνται προς όφελος ή εναντίον του αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα μετά την αποκατάσταση του και όχι τη μη διανεμηθείσα πτωχευτική περιουσία, ενώ τις διαδικασίες που σχετίζονται με την πτωχευτική περιουσία εξακολουθεί να διαχειρίζεται ο Διαχειριστής/Επίσημος Παραλήπτης, αφού η πτωχευτική περιουσία παραμένει υπό τη διαχείριση του.

 

Αναφορικά με την πιο πάνω θέση δέον όπως κατ’ αρχάς αναφερθεί ότι το άρθρο 27Α(10) δεν διακρίνει ως προς το είδος και τον χρόνο που γεννιούνται τέτοιες αξιώσεις. Εάν δε ο νομοθέτης έκρινε ότι απαιτείται σχετική εξουσιοδότηση ή άδεια του Επίσημου Παραλήπτη και μετά την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα, θα αναμενόταν ότι θα το προέβλεπε ρητά, ως έπραξε στην περίπτωση του άρθρου 9 που προνοεί για τον χρόνο πριν την αποκατάσταση.

 

Τα γεγονότα δε της υπόθεσης Συμεών ν. Γεωργίου κ.ά., Πολ. Εφεση Αρ. 10/2014, ημερ. 19/10/2021, στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος της Καθ’ ης η Αίτηση είναι διαφορετικά από αυτά της παρούσας. Εκεί ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση κατά απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αγωγή του. Διαπιστώθηκε σε κάποιο στάδιο της ενώπιον του Εφετείου διαδικασίας, ότι είχε εν τω μεταξύ, στις 03/12/2013, ένα περίπου μήνα προτού καταχωρηθεί η έφεση, εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του εφεσείοντα και ότι αργότερα κηρύχτηκε σε πτώχευση. Τέθηκε, ως εκ τούτου, ζήτημα κατά πόσο ο εφεσείοντας μπορούσε να εμφανίζεται στη διαδικασία χωρίς τη γνώση και λήψη σχετικής άδειας εκ μέρους του Παραλήπτη και Διαχειριστή της περιουσίας του. Ενημερώθηκε έτσι ο Επίσημος Παραλήπτης και ο τελευταίος ενημέρωσε τον εφεσείοντα ότι, προκειμένου να δοθεί άδεια σε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει, θα πρέπει να καταβληθεί τραπεζική εγγύηση. Ο εφεσείοντας, ενημέρωσε ότι θα χειριζόταν ο ίδιος προσωπικά την υπόθεση και ο Επίσημος Παραλήπτης επανήλθε, πληροφορώντας τον ότι θα ικανοποιούσε την επιθυμία του όπως χειριστεί προσωπικά την έφεση, αλλά, προκειμένου να δοθεί σχετική εξουσιοδότηση, αξίωσε την προσκόμιση τραπεζικής εγγύησης ύψους €5.000 για την κάλυψη των σχετικών εξόδων που θα προκύψουν από τη διαδικασία. Ο Επίσημος Παραλήπτης έθεσε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το αίτημα του, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε ο εφεσείοντας να προσκομίσει σε αυτόν «τραπεζική εγγύηση ύψους €5.000 από αξιόχρεο εγγυητή για την κάλυψη των σχετικών εξόδων που θα προκύψουν από την παρούσα διαδικασία». Ο εφεσείοντας, έφερε ένταση στο αίτημα προς παροχή εγγύησης, προβάλλοντας ότι έπαυσε να είναι πτωχεύσας αφού αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια στις 12/03/2020 και ως εκ τούτου οι συνέπειες εκ του διατάγματος πτώχευσης που προηγήθηκε δεν υφίσταντο πλέον.

 

Προς κρίση επί του θέματος το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στο άρθρο 27Α(10), επισημαίνοντας όμως ότι η έφεση καταχωρήθηκε από τον ίδιο τον εφεσείοντα, προσωπικά, σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του, χωρίς προηγουμένως ή και μέχρι τότε να ληφθεί σχετική εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη, ως διαχειριστή της περιουσίας του και χωρίς την παροχή άδειας από το Δικαστήριο, υπό όρους που δυνατό να επέβαλλε, συμπεριλαμβανομένου και όρου για ασφάλεια εξόδων, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 9(4) του Νόμου. Ως δε λέχθηκε στη συνέχεια:

 

 

«Η αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου, προβάλλει ως αδήριτη ανάγκη, με βασική επιδίωξη την προστασία των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος προς όφελος όλων των πιστωτών του (Λοΐζου ν. ΣΠΕ (2009) 1 ΑΑΔ 279). Είναι γι΄ αυτό το λόγο που εκ του Νόμου τίθενται ασφαλιστικές δικλείδες, προς αποφυγή επιβάρυνσης της πτωχευτικής περιουσίας με οποιαδήποτε έξοδα τυχόν προκύψουν από νομικές διαδικασίες, για τα οποία γίνεται επιφύλαξη όπως βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο τον πτωχεύσαντα.

 

Η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα κατά το άρθρο 27Α του Νόμου, δεν επιφέρει συνέπειες ως προς το μη διανεμηθέν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας, το οποίο παραμένει, ανάλογα με την περίπτωση, στον Επίσημο Παραλήπτη ή στο Διαχειριστή προς όφελος των πιστωτών. Είναι μετά την αποπληρωμή όλων των πιστωτών και των μη εξασφαλισμένων εγγυητών που επιστρέφεται στον πτωχεύσαντα το όποιο μέρος της πτωχευτικής περιουσίας απομένει, νοουμένου ότι το κόστος της επιστροφής δεν είναι μεγαλύτερο από το ποσό που θα επιστραφεί. Στα πλαίσια αυτά και προς διασφάλιση όλων των δικαιούχων της πτωχευτικής περιουσίας είναι που επιβάλλεται εκ του Νόμου (άρθρο 27Α(5)) η υποχρέωση στο πρόσωπο που αποκαθίσταται να συνεργάζεται με τον διαχειριστή σχετικά με την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας που παραμένει».

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε, με δεδομένο ότι από τα ως άνω στοιχεία προκύπτει κίνδυνος επηρεασμού της πτωχευτικής περιουσίας εάν δεν επιβληθεί σχετικός όρος, ότι τεκμηριώθηκε η υποχρέωση του εφεσείοντα προς κάλυψη των αιτούμενων εξόδων, προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω επιβάρυνση της πτωχευτικής περιουσίας, αφού το διάταγμα παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον του και η διαδικασία πτώχευσης που ακολούθησε εξακολουθούσαν να υφίστανται, παρά την αποκατάστασή του στη βάση των διαλαμβανομένων στο άρθρο 27Α του Νόμου. Έτσι διέταξε τον εφεσείοντα να καταθέσει ασφάλεια εξόδων προς κάλυψη των σχετικών εξόδων που θα προέκυπταν από τη διαδικασία της έφεσης.

 

Τα πιο πάνω νομολογηθέντα δεν υποστηρίζουν, κατά την κρίση μου, τη θέση της Καθ’ ης η Αίτηση όσον αφορά την ερμηνεία που αυτή δίδει στο άρθρο 27Α(10) καθότι εάν ίσχυε αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο θα θεωρούσε ότι ο εφεσείοντας δεν θα νομιμοποιείτο να καταχωρήσει και να προωθήσει την Έφεση χωρίς την εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη. Εκείνο που συνάγεται, πάντα κατά την κρίση μου, από την πιο πάνω απόφαση είναι ότι η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα κατά το άρθρο 27Α του Νόμου, δεν εξαλείφει την ανάγκη προστασίας των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντα (δηλαδή της μη διανεμηθείσας πτωχευτικής περιουσίας) προς όφελος όλων των πιστωτών του, εξ ου και ο Νόμος θέτει ασφαλιστικές δικλείδες, προς αποφυγή επιβάρυνσης της εν λόγω περιουσίας με οποιαδήποτε έξοδα τυχόν προκύψουν από νομικές διαδικασίες, για τα οποία γίνεται επιφύλαξη όπως βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο τον πτωχεύσαντα.

 

Εδώ δέον όπως αναφερθεί και το εξής. Στην προκειμένη, ο Επίσημος Παραλήπτης είχε την ευχέρεια να εμφανισθεί στην υπό κρίση Αίτηση και να θέσει οποιαδήποτε θέματα θεωρούσε, αφού έλαβε γνώση της ύπαρξης αυτής (δια επίδοσης σε αυτόν). Παρά ταύτα για λόγους που δεν είναι γνωστοί δεν το έπραξε. Περαιτέρω, με την υπό κρίση Αίτηση δεν επιδιώκεται η διαφοροποίηση του καθεστώτος των ενυπόθηκων ακινήτων αλλά η παραμονή αυτού ως έχει, χωρίς δηλαδή να επηρεάζονται τα οποιαδήποτε δικαιώματα των πιστωτών της Αιτήτριας.

 

Ως εκ των άνω ο υπό εξέταση λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Παρά ταύτα οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες και τα νομολογηθέντα στην Συμεών δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αγνοηθούν στην προκειμένη, ώστε να επιτελεσθεί ο σκοπός του Νόμου και δη να αποφευχθεί η επιβάρυνση της επίδικης ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας (εις βάρος ουσιαστικά των πιστωτών της Αιτήτριας), η οποία εξακολουθεί να είναι μέρος της μη διανεμηθείσας πτωχευτικής περιουσίας, με οποιαδήποτε έξοδα προκύψουν από τη διαδικασία της υπό κρίση Αίτησης. Εφόσον τέτοια έξοδα θα πρέπει για τον ως άνω σκοπό να βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο τον αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα, θα γίνει σχετική πρόνοια στη συνέχεια.

 

Κατάληξη

 

 Εν κατακλείδι, για του λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η Αίτηση - Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

 

 

 

 

Τα έξοδα αυτής, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης και εναντίον της Αιτήτριας – Εφεσείουσας προσωπικά, υπό την έννοια ότι δεν θα βαρύνουν τη μη διανεμηθείσα πτωχευτική περιουσίας αυτής.

 

 

 

 

    (Υπ.) .…...…………...…...……………

                                                                                                Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο