ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
Αγωγή: 1371/16
Μεταξύ:
Έλενας Αντωνιάδου
και
1. Θεμιστοκλή Ηλία
2. TH. & E. Elia Limited
3. ΘΕΜΗ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
4. Ηρόδοτου Ηλία
Αίτηση ημερομηνίας 16.9.25 υπό ενάγουσας - αιτήτριας
για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης
Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Ε. Κνέκνα για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια ΔΕΠΕ
Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κος Ε. Ζαχαράκης για Ηλία Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ενάγουσα με τον εναγόμενο 1 ήταν πρώην σύζυγοι και μέτοχοι κατά 50% στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα, αξιώνει διάφορα ποσά από τους εναγόμενους λόγω, μεταξύ άλλων, παράνομης μεταφοράς και/ή χρήσης περιουσίας της εναγόμενης 2, η οποία επιτελέστηκε από τον εναγόμενο 1 προς την εναγόμενη 3. Αξιώνει επίσης, μεταξύ άλλων, την καταβολή ειδικών αποζημιώσεων για το ποσό των €180.000.
Με την υπό κρίση αίτηση, η ενάγουσα επιδιώκει την προσθήκη λεπτομερειών της κινητής περιουσίας της εναγόμενης 2, η οποία κατ’ ισχυρισμό αποξενώθηκε από τον εναγόμενο 1 και την αξία αυτής και κατ’ επέκταση την τροποποίηση της αξίωσης της σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις, οι οποίες ανέρχονται στο ήμισυ της αξίας της κινητής περιουσίας της εναγόμενης 2.
Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, σε σχέση με την παράγραφο 18 της έκθεσης απαίτησης όπου καταγράφεται η κινητή περιουσία η οποία κατ’ ισχυρισμό μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη 3, ισχυρίζονται ότι ο εν λόγω εξοπλισμός χρησιμοποιείται νόμιμα και/ή μεταφέρθηκε νόμιμα στην εναγόμενη 3 για την εκτέλεση των εργασιών της λόγω της νόμιμης μεταβίβασης των μηχανημάτων.
Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και της προδικασίας η αγωγή ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου εφόσον εμπίπτει στις πρόνοιες του Περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων Διαδικαστικού Κανονισμού του 2022. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25 θ. 1 – 6 και θ. 8 – 9.
Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα, στην οποία αναφέρει ότι στην έκθεση απαίτησης επιφυλάχθηκε το δικαίωμα της ενάγουσας για να παραθέσει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με την αξία της κινητής περιουσίας. Σε μεταγενέστερο στάδιο και μετά την καταχώρηση της αγωγής περιήλθαν στην κατοχή της ενάγουσας έγγραφα των καταστάσεων κεφαλαιουχικών εκπτώσεων τόσο της εναγόμενης 2 όσο και της εναγόμενης 3, όπως επίσης κατά τον Μάρτιο του 2023 ετοιμάστηκε έκθεση από εκτιμητή σε σχέση με την αξία κάποιων από τα μηχανοκίνητα οχήματα που είχαν αποξενωθεί. Τα ως άνω έγγραφα αποκαλύφθηκαν και παραδόθηκαν στους δικηγόρους των εναγομένων κατά ή περί τις 25.2.20 και 29.3.23. Κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση διεφάνηκε η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ώστε να καταστεί δυνατή η προώθηση των αξιώσεων της ενάγουσας, αφού προέκυψαν νέα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να συμπεριληφθούν για να μπορεί η ενάγουσα να διεκδικήσει τις νόμιμες αξιώσεις της.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, με την οποία υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, βασίζεται σε αναληθή ισχυρισμό σε σχέση με τον χρόνο απόκτησης συγκεκριμένου εγγράφου από την ενάγουσα, επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και νέα θέματα διαφοροποιώντας την έκθεση απαίτησης, υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η αίτηση είναι κακόπιστη, δεν έχουν αποκαλυφθεί επαρκείς λόγοι που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα της τροποποίησης και δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο η τροποποίηση.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 στην οποία αναφέρει ότι η αιτήτρια πέραν της παρούσας αγωγής, καταχώρησε επίσης εναντίον του την αγωγή με αριθμό 180/18 και μετά από σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, καταχωρήθηκαν εναντίον του οι ποινικές υποθέσεις 887/18 και 835/19 του Ε.Δ. Πάφου. Στις δύο ποινικές υποθέσεις κατηγορήθηκε για το αδίκημα της κλοπής από διευθυντή εταιρείας και συγκεκριμένα για την κλοπή των μηχανημάτων, οχημάτων και εξοπλισμού που αναφέρονται στην παρ. 18 της έκθεσης απαίτησης. Η ποινική υπόθεση 887/18 η οποία αφορούσε τα μηχανοκίνητα οχήματα [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ], καταχωρήθηκε μετά από δύο καταθέσεις που έδωσε η αιτήτρια στην Αστυνομία στις 21.11.16 και 22.11.16, στις οποίες αναφέρει ότι τον Σεπτέμβριο του 2015 επισκέφθηκε τον λογιστή της εταιρείας για να μάθει ποια είναι η περιουσία, η αξία και τα χρέη της εταιρείας, όπου έλαβε τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία παρέδωσε σχετικό έγγραφο. Στην κατάθεση της ημερομηνίας 22.11.16, δίδει την αξία των ως άνω οχημάτων αναφέροντας ότι η συνολική τους αξία ανέρχεται σε €139.608. Το δε έγγραφο αυτό το οποίο κατατέθηκε στις δύο ποινικές υποθέσεις, κατατέθηκε από την αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 25.5.20 για αποκάλυψη εγγράφων. Στις δύο ποινικές υποθέσεις η αιτήτρια επέμενε ότι η αξία των οχημάτων είναι αυτή που αναφέρεται στο έγγραφο με τίτλο «Κατάσταση κεφαλαιουχικών εκπτώσεων της εναγόμενης 2 για το έτος 2014». Αποτελεί θέση του καθ’ ου η αίτηση ότι ο ισχυρισμός του ομνύοντα στην αίτηση ότι η αιτήτρια έλαβε σε μεταγενέστερο στάδιο από την καταχώρηση της αγωγής έγγραφα των καταστάσεων κεφαλαιουχικών εκπτώσεων της εναγόμενης 2 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον έλαβε γνώση της κατάστασης αυτής πριν δέκα χρόνια και πριν την καταχώρηση της αγωγής. Όσον αφορά την εκτίμηση των οχημάτων από εκτιμητή, όπως προκύπτει από την εκτίμηση την οποία έλαβαν, ο εκτιμητής δεν επιθεώρησε τα οχήματα. Η εκτίμηση συντάχθηκε ένα μήνα μετά την μαρτυρία της αιτήτριας στην ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 887/18 όπου η αιτήτρια αμφισβητήθηκε έντονα για την αξία των οχημάτων – μηχανημάτων ενώ η ίδια επέμενε ότι η αξία τους είναι αυτή που αναφέρεται στην κατάσταση κεφαλαιουχικών εκπτώσεων της εναγόμενης 2 για το έτος 2014. Η δε εκτίμηση δεν κατατέθηκε στην ως άνω ποινική υπόθεση ούτε στην ποινική υπόθεση 835/19 όπου η μαρτυρία της αιτήτριας ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2025. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν είναι τυχαίο που η ένορκη δήλωση δεν έγινε από την αιτήτρια παρά του ότι σ’ αυτήν γίνεται αναφορά σε γεγονότα που αφορούν την αιτήτρια, γιατί θα μπορούσε να παρουσιαστεί στην ποινική υπόθεση 835/19 η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη προκειμένου να καταδείξουν τους ψευδείς ισχυρισμούς της αιτητριας. Μέσω της αίτησης, η αιτήτρια επιχειρεί να προσθέσει νέα βάση αγωγής και μία νέα απαίτηση, συγκεκριμένα για το ποσό των €126.043 που κατ’ ισχυρισμό αποτελεί το ήμισυ της αξίας των οχημάτων, για την οποία γνώριζε και θα μπορούσε να περιλάβει στις αξιώσεις της. Ο ομνύον στο υπόλοιπο μέρος της ένορκης δήλωσης του αναφέρεται σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί στις ποινικές υποθέσεις, προσπαθώντας να καταδείξει αντιφάσεις στην μαρτυρία της αιτήτριας οι οποίες αντικρούουν τους ισχυρισμούς τους οποίους επιχειρεί να εισαγάγει στην έκθεση απαίτησης με την παρούσα αίτηση, υποστηρίζοντας ότι η αίτηση υποβάλλεται στο στάδιο αυτό καταχρηστικά επιδιώκοντας να προσθέσει νέα βάση αγωγής και νέα απαίτηση.
Κατά την ακρόαση της αίτησης κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της, οι οποίες μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη χωρίς να κρίνεται αναγκαία η επανάληψη του περιεχομένου τους.
Μετά την τροποποίηση της Δ.25 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με τον Διαδικαστικό Κανονισμό του 2/2014, η τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες ρυθμίζεται από την νέα Δ.25 Θ.1(3) η οποία έχει ως εξής:
«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
Λεπτομερής ανάλυση της Δ.25 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως είχε τροποποιηθεί, εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση του Προέδρου του Εφετείου στην υπόθεση MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ v. C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε99/2022, 3/10/2025, στην οποία ανατράπηκε η πρωτόδικη κρίση με την οποία δεν επιτράπηκε η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης η οποία είχε ζητηθεί ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Είχε επίσης διαπιστωθεί ότι με την τροποποίηση επιχειρήθηκε η εισαγωγή διαφορετικών ισχυρισμών και το Εφετείο επέτρεψε την τροποποίηση με το ακόλουθο σκεπτικό:
«Η παλαιά Δ.25, έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σε αντίθεση, η νέα Δ.25 προνοεί ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός αν υφίσταται αυστηρά, μια από τις δύο πιο πάνω εξαιρέσεις που ρητά αναφέρονται στον θ.1(3). Σκοπός κατά την κρίση μου είναι, με τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό, να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη τροποποίηση δικογράφων που προκαλεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και συνάμα να καθιερωθεί στους συνηγόρους που συντάσσουν δικόγραφα, πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια.
Η νέα Δ.25 καθιερώθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014. Ειδικά στην υπό κρίση περίπτωση, εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1 (3) αφού όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή βρίσκεται στο διαδικαστικό στάδιο μετά την κλήση για οδηγίες. Επομένως, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25.
Στην παρούσα περίπτωση, παρότι το πρώτοδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε ότι η υπόθεση θα έπρεπε να εξεταστεί στη βάση της απόδειξης καλόπιστου λάθους, εντούτοις δεν εξέτασε αυτό το ενδεχόμενο. Έκρινε εξαρχής ότι δεν υπήρχε αναγκαιότητα για την τροποποίηση και με βάση αυτό το συμπέρασμα, απέρριψε την αίτηση.
Με όλο το σέβας προς την πρωτόδικη κρίση, η πιο πάνω προσέγγιση είναι λανθασμένη. Η αναγκαιότητα ή όχι μιας τροποποίησης δικογράφου μπορεί να εξαχθεί από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και δεν είναι πάντα ζήτημα ειδικής απόδειξης από τον αιτητή. Επιπλέον, η πρωτόδικη κρίση για μη απόδειξη του αναγκαίου της τροποποίησης, δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο απλά αναφέρει ότι δεν αποδείχθηκε ότι η υφιστάμενη έκθεση απαίτησης δεν καλύπτει τα «αληθή» ή «πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης». Να σημειωθεί ότι στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εκδικάζει την ουσία της αγωγής ώστε να είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η έκθεση απαίτησης, παρουσιάζει τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης. Από την στιγμή που η εφεσείουσα ισχυρίζεται με την αίτηση της ότι οι συνθήκες συνομολόγησης της σύμβασης, είναι διαφορετικές από αυτές που αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης, η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν αυταπόδεικτη και δεν χρειαζόταν να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω από την εφεσείουσα.
...
Προσεκτική όμως μελέτη των υφιστάμενων δικογράφων σε συνδυασμό με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, καταδεικνύει ότι η πιο πάνω πρωτόδικη κρίση είναι εσφαλμένη...
Πρόκειται δηλαδή για ισχυρισμούς, εντελώς διαφορετικούς από την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνομολογήθηκε η επίδικη σύμβαση. Υπό τας περιστάσεις δεν είναι ορθή με όλο τον σεβασμό, η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την μη αναγκαιότητα της τροποποίησης. Αντιθέτως, είναι ξεκάθαρο χωρίς να χρειάζεται ειδική απόδειξη ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, η εφεσείουσα επιχειρεί να θέσει τα γεγονότα που συνθέτουν κατά την άποψη της, τον σκοπό συνομολόγησης της σύμβασης, επί της οποίας στηρίζει την απαίτηση της, και για τα οποία θα κληθεί κατά την ακρόαση, να προσαγάγει μαρτυρία.»
Όπως προκύπτει από το ως άνω απόσπασμα, παρά την αυστηρότητα με την οποία εξετάζεται πλέον αίτημα για τροποποίηση, η αναγκαιότητα για την αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί πρώτιστο παράγοντα τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει αναλόγως των γεγονότων και περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Ο λόγος δεν είναι άλλος από την διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η οποία εξυπηρετείται ποικιλοτρόπως αλλά κυρίως χωρίς να στερείται διάδικος του δικαιώματος του να προσαγάγει την μαρτυρία που κρίνει σκόπιμη κατά την ακρόαση η οποία προϋποθέτει την ανάλογη και σχετική δικογράφηση.
Η ουσιαστική θέση της αιτήτριας επί της οποίας στηρίζει το αίτημα της για τροποποίηση είναι ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής έλαβε γνώση της αξίας της κινητής περιουσίας της εναγόμενης 2, κατόπιν εκτίμησης από εκτιμητή μηχανοκίνητων οχημάτων, την οποία εξασφάλισε περί το 2023. Έλαβε επίσης πληροφόρηση για τα υπόλοιπα μηχανήματα τα οποία κατ’ ισχυρισμό αποξενώθηκαν από την εναγόμενη 2 από την κατάσταση κεφαλαιουχικών εκπτώσεων της εναγόμενης 2 κατά το έτος 2014.
Η ένσταση των καθ’ ων η αίτηση επικεντρώνεται στο γεγονός ότι η αιτήτρια γνώριζε τουλάχιστον από το 2015 για την αξία της περιουσίας η οποία κατ’ ισχυρισμό αποξενώθηκε δολίως, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις τις οποίες η ίδια της είχε δώσει στην Αστυνομία κατά το 2016 αλλά και από την μαρτυρία της την οποία παρέθεσε στα πλαίσια των δύο ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του εναγόμενου 1.
Είναι γεγονός ότι η αιτήτρια, σύμφωνα με τις καταθέσεις τις οποίες έδωσε στην Αστυνομία, ανέφερε την αξία οχημάτων και μηχανημάτων τα οποία μεταβιβάστηκαν από την εναγόμενη 2 στην εναγόμενη 3. Όμως, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, μόλις το 2023 η αιτήτρια έλαβε εκτίμηση για την επακριβή αξία της κινητής περιουσίας, την οποία είχε ήδη δικογραφήσει, χωρίς όμως να αναφέρει την αξία ενός εκάστου αντικειμένου. Η ανάλυση στην οποία προβαίνει ο καθ’ ου η αίτηση της μαρτυρίας της αιτήτριας, όπως αυτή είχε δοθεί στα πλαίσια των ποινικών υποθέσεων ή κατά το στάδιο της διερεύνησης, δεν ανατρέπει το γεγονός ότι η εκτίμηση επί της οποίας στηρίζει τους ισχυρισμούς για την αξία της περιουσίας λήφθηκε το 2023. Το κατά πόσο η μαρτυρία αυτή χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια των ποινικών υποθέσεων ή κατά πόσο η αιτήτρια στις ποινικές υποθέσεις προωθούσε ενδεχομένως αντιφατικές θέσεις ως προς την αξία της περιουσίας, αποτελούν ζητήματα τα οποία άπτονται της αξιοπιστίας της αιτήτριας επί των επιδίκων θεμάτων που αφορούν την ουσία της αγωγής, η οποία δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο. Το γεγονός όμως ότι η εκτίμηση λήφθηκε το 2023 επιμαρτυρείται και από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εκτίμηση δόθηκε στην πλευρά της υπεράσπισης με την αποκάλυψη εγγράφων. Σίγουρα, θα μπορούσε η αιτήτρια να ζητήσει ενωρίτερα την τροποποίηση του δικογράφου της, η καθυστέρηση όμως στην προκειμένη περίπτωση για υποβολή του αιτήματος δεν διαπιστώνω να ήταν εσκεμμένη, εφόσον το περιεχόμενο της έκθεσης ήταν ήδη γνωστό στην υπεράσπιση. Άλλωστε, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει με αποτέλεσμα να μην εκτροχιάζεται η διαδικασία. Δεν μου διαφεύγει ότι η αιτήτρια μέσω της κατάστασης κεφαλαιουχικών εκπτώσεων της εναγόμενης 2 του 2014, είχε πληροφόρηση για την αξία της περιουσίας αυτής από πολύ παλαιότερα. Όμως, επαναλαμβάνω ότι με την αίτηση της η αιτήτρια επιχειρεί να δικογραφήσει την αξία της περιουσίας σύμφωνα με την εκτίμηση την οποία έλαβε και επί της οποίας θα στηρίξει την μαρτυρία της.
Διαπιστώνω επίσης ότι, η αιτήτρια ήδη στο δικόγραφο της καταγράφει την κινητή περιουσία η οποία μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη 2 και αυτό δεν αμφισβητείται εφόσον αποτελεί ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν νομότυπα. Όπως επίσης η αιτήτρια αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις, τις οποίες όμως δεν καθόρισε. Συνεπώς, οι καθ’ ων η αίτηση δεν βρίσκονται αντιμέτωποι με μία νέα βάση αγωγής ή με εντελώς άγνωστα για τους ίδιους γεγονότα. Αντιθέτως, διαπιστώνω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου επ’ ακριβώς οι αξιώσεις της αιτήτριας επί συγκεκριμένης αξίας, καθορίζοντας έτσι τα επίδικα θέματα προς το συμφέρον και των δύο πλευρών εφόσον η ακρόαση θα διεξαχθεί επί των συγκεκριμένων ισχυρισμών. Η δε υπεράσπιση θα έχει την ευκαιρία να αντικρούσει την μαρτυρία που θα παρουσιαστεί μέσω των ήδη γνωστών στοιχείων και θέσεων που προέβαλε με την ένορκη του δήλωση ο καθ’ ου η αίτηση 1, κατά τρόπο που δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της υπεράσπισης στην προώθηση των θέσεων της. Προσθέτω επίσης ότι αν και η αιτήτρια φαίνεται να γνώριζε για την αξία της κινητής περιουσίας ως ανέφερε κατά το 2016 στην Αστυνομία αλλά και σύμφωνα με την κατάσταση κεφαλαιουχικών εκπτώσεων της εναγόμενης 2 κατά το 2014, επαναλαμβάνω ότι η αξία των όσων διεκδικεί σε σχέση με την κινητή περιουσία, αποκρυσταλλώθηκε με την εκτίμηση που έλαβε κατά το 2023, δηλαδή επτά χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Συνεπώς η αιτήτρια έχει καταδείξει ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους επιδιώκει με την τροποποίηση να εισαγάγει στην έκθεση απαίτησης, αφορούν γεγονότα και ισχυρισμούς που δεν ήταν γνωστά στην ίδια πριν την καταχώρηση της αγωγής, στην έκταση που επιχειρεί να δικογραφήσει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις.
Κρίνω επίσης ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας χωρίς να μεταβάλλεται η βάση αγωγής και αξιώσεις της, εφόσον ήδη με την έκθεση απαίτησης αξιώνονται ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες δεν είχαν δικογραφηθεί αναφορικά με την κινητή περιουσία, την αξία της οποίας διεκδικεί κατά 50%. Όπως επίσης κρίνω, ότι εφόσον η ακρόαση δεν έχει ξεκινήσει, ενώ αυτή είναι προγραμματισμένη για να ξεκινήσει εντός των επόμενων ημερών, δεν προκαλείται βλάβη στην υπεράσπιση που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα. Ναι μεν η αγωγή εμπίπτει στις πρόνοιες του ως άνω Διαδικαστικού Κανονισμού που ρυθμίζει τις καθυστερημένες υποθέσεις, όμως σκοπός του Κανονισμού είναι η χωρίς προσκόμματα διεκπεραίωση της υπόθεσης, χωρίς όμως να προκαλείται κάποια αδικία στους διαδίκους ένεκα της εφαρμογής του. Εφόσον λοιπόν η αγωγή είναι ορισμένη για ακρόαση στις 23.10.25, με τις ανάλογες οδηγίες η ως άνω ημερομηνία θα τηρηθεί, με αποτέλεσμα να μην καθυστερεί περαιτέρω η διαδικασία.
Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια έχει καταδείξει την αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων αλλά και έχει αποδείξει την προϋπόθεση της Δ.25 Θ.1 (3), ότι δηλαδή έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής που δικαιολογούν το αίτημα της για την υπό κρίση τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης.
Συνεπώς, εκδίδονται διατάγματα ως τα παρακλητικά Α – Ι της αίτησης.
Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί μέχρι 15.10.25, τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέχρι 20.10.25 και απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέχρι 21.10.25.
Τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα σπαταληθούν ένεκα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας – αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
Το διάταγμα να ζητηθεί άμεσα και να συνταχθεί μέχρι 14.10.25.
Η αγωγή παραμένει για ακρόαση ως έχει οριστεί στις 23.10.25, 10 π.μ. με τις ίδιες οδηγίες.
(Υπ.) …………………………………...
Χρ. Χατζηγεωργίου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο