ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1658/2016 Μεταξύ:
Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
|
και 1. Pafico Ltd (A/E xxx), χχχ Αναβαργός 2. Φικάρδου Παρασκευά (ΑΤ χχχ), χχχ Αναβαργός |
Ενάγουσας |
|
Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερομηνίας 13.04.22
Μεταξύ: Gordian Holdings Limited |
Εναγομένων |
|
και 1. Pafico Ltd (A/E xxx), χχχ Αναβαργός 2. Φικάρδου Παρασκευά (ΑΤ χχχ), χχχ Αναβαργός |
Ενάγουσας |
|
|
Εναγομένων |
Ημερομηνία: 28.11.25
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κος Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγομένους 1 & 2: κος Α. Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
![]()
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Απαίτηση της Ενάγουσας:
Η παρούσα αγωγή αφορά χρεωστικά υπόλοιπα ενός τρεχούμενου λογαριασμού με όριο και τριών δανείων που σύμφωνα με την Ενάγουσα της οφείλονται ως συμβατικό χρέος στα πλαίσια πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1 από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (στο εξής η «Τράπεζα») με εξασφαλίσεις των Εναγομένων 1 & 2. Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης και συνάμα ενυπόθηκος οφειλέτης ενώ ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής.
Στα πλαίσια εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 18(4) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θεμάτων Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί και σε συνδυασμό με το διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 23.05.19 που εκδόθηκε στην Αίτηση Αρ. 372/19 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και της Gordian Holdings Limited, το οποίο αφορούσε επικύρωση Σχεδίου Διακανονισμού των εν λόγω δύο εταιρειών δυνάμει των άρθρων 198-200 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ.113), δόθηκε σχετική γραπτή ειδοποίηση ημερ. 13.04.22 προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου με κοινοποίηση στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγομένους 1 & 2 στην παρούσα υπόθεση με βάση την οποίαν γνωστοποιήθηκε ότι οι επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις μαζί με τις εξασφαλίσεις και τα συμφωνητικά έγγραφα που σχετίζονται έχουν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα στην Gordian Holdings Limited. Επομένως η Gordian Holdings Limited ανέλαβε το ρόλο της Ενάγουσας στη θέση της Τράπεζας με ότι αυτό συνεπάγεται. Στο εξής η Gordian Holdings Limited θα αναφέρεται ως η «Ενάγουσα».
Επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις:
Οι επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις που θα μας απασχολήσουν για σκοπούς εξέτασης των επιδίκων θεμάτων είναι:
|
(α) |
τρεχούμενος λογαριασμός με όριο Λ.Κ.£20.000δ δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 25.08.05 που προνοούσε κυμαινόμενο επιτόκιο, όριο το οποίο στη συνέχεια αυξήθηκε μέχρι Λ.Κ.£30.000 και έπειτα αυξήθηκε ξανά μέχρι €55.000 κατόπιν συμπληρωματικών συμφωνιών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 που επέφεραν τροποποιήσεις και στις υφιστάμενες εξασφαλίσεις που δόθηκαν γι’ αυτό (στο εξής ο «τρεχούμενος λογαριασμός»), |
|
(β) |
δάνειο ύψους €2.580.000 δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. |
29.07.09 που προνοούσε κυμαινόμενο επιτόκιο και πρόγραμμα αποπληρωμής, το οποίο στη συνέχεια τροποποιήθηκε κατόπιν συμπληρωματικών συμφωνιών ημερ. 29.03.11 & 09.05.12 (στο εξής το «1ο δάνειο»),
(γ) δάνειο ύψους €310.000 δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 31.03.11 που προνοούσε κυμαινόμενο επιτόκιο και πρόγραμμα αποπληρωμής, το οποίο στη συνέχεια τροποποιήθηκε κατόπιν συμπληρωματικής συμφωνίας ημερ. 09.05.12 (στο εξής το «2ο δάνειο»),
(δ) δάνειο ύψους €460.000 δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 11.05.12 που προνοούσε κυμαινόμενο επιτόκιο (στο εξής το «3ο δάνειο»).
Εγγυήσεις:
Για σκοπούς εξασφάλισης των πιστωτικών διευκολύνσεων που η Τράπεζα χορήγησε στην Εναγόμενη 1, ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε, δυνάμει σχετικών εγγράφων, όλες τις παρούσες και/ή μελλοντικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 απέναντι στην Τράπεζα και πλέον στην Ενάγουσα που κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές:
|
(α) |
σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό ορίου, το όριο ευθύνης του Εναγομένου 2, με βάση το έγγραφο εγγύησης ημερ. 09.04.08, ανέρχεται μέχρι ποσού €66.000 πλέον τόκους, |
|
(β) |
σε σχέση με το 1ο δάνειο, το όριο ευθύνης του Εναγομένου 2, με βάση το έγγραφο εγγύησης, ανέρχεται μέχρι την αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού πλέον τόκους, |
|
(γ) |
σε σχέση με το 2ο δάνειο, το όριο ευθύνης του Εναγομένου 2, με βάση το έγγραφο εγγύησης, ανέρχεται μέχρι την αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού πλέον τόκους, |
|
(δ) |
σε σχέση με το 3ο δάνειο, το όριο ευθύνης του Εναγομένου 2, με βάση το |
έγγραφο εγγύησης, ανέρχεται μέχρι την αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού πλέον τόκους.
Στο σημείο αυτό οφείλω να σημειώσω ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος 2 κριθεί ότι όντως ευθύνεται στα πλαίσια των εγγράφων εγγύησης, η ευθύνη του θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη της ευθύνης της Εναγομένης 1, εάν και εφόσον αποφασιστεί ότι αυτή υπέχει τέτοια.
Άλλες επίδικες εξασφαλίσεις:
Στα πλαίσια περαιτέρω κάλυψης των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, η
Εναγόμενη 1 ενέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας τις ακόλουθες υποθήκες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου που αφορούν ακίνητα στα οποία είναι η αποκλειστική εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια:
(α) Υποθήκη αρ. ΑΥ5000/2007 ημερ. 10.09.07 για συνολικό ποσό
Λ.Κ.£1.533.000 πλέον τόκους που αφορά την υποθήκευση 4 ακινήτων
(3 οικόπεδα και μία διώροφη κατοικία) επί ολόκληρων των μεριδίων τους,
(β) Υποθήκη αρ. ΓΥ6418/2008 ημερ. 27.11.08 για συνολικό ποσό Λ.Κ.£695.000 πλέον τόκους που αφορά την υποθήκευση 4 ακινήτων (4 οικόπεδα) επί ολόκληρων των μεριδίων τους.
Λεπτομέρειες των ενυπόθηκων ακινήτων παρέχονται στην §14 της έκθεσης απαίτησης.
Εκτός από τις προαναφερόμενες προσωπικές εγγυήσεις του Εναγομένου 2 και των υποθηκών από την Εναγόμενη 1, για επιπρόσθετη εξασφάλιση των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων, συνομολογήθηκαν, δυνάμει συμφωνητικών εγγράφων ημερ. 25.08.05 & 25.11.08, δύο ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρου του ενεργητικού της επιχείρησης και περιουσίας της Εναγομένης 1.
Εκδοχή Ενάγουσας:
Μέσα από την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την επιδίκαση των πιο κάτω ποσών που θεωρούν ότι αντιστοιχεί στα κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενα χρηματικά υπόλοιπα πλέον τόκους:
|
(α) |
σε σχέση με τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού ποσό €61.957,22 πλέον τόκο προς 8,25% επί ποσού €61.576,22 από 28.07.16 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, |
|
(β) |
σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού 1ου δανείου, €3.073.544,67 πλέον τόκο προς 7,7980% επί ποσού €3.055.677,42 από 28.07.16 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, |
|
(γ) |
σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού 2ου δανείου, €400.600,45 |
πλέον τόκο προς 7,75% επί ποσού €398.277,23 από 28.07.16 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης,
(δ) σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού 3ου δανείου, €629.457,28 πλέον τόκο προς 9,25% επί ποσού €625.121,62 από 28.07.16 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.
Περαιτέρω η Ενάγουσα απαιτεί τη έκδοση διατάγματος που να διατάζει την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που, όπως ήδη λέχθηκε, περιγράφονται στην §14 της έκθεσης απαίτησης.
Σύμφωνα με την Ενάγουσα, χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1 οι προαναφερόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις, για τις δόθηκαν οι εγγυήσεις από τον Εναγόμενο 2 που αναφέρθηκαν προηγουμένως καθώς επίσης εξασφαλίσεις από την Εναγόμενη 1 που έχουν την μορφή της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας και επιβάρυνσης του ενεργητικού της επιχείρησης της δυνάμει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, στις οποίες αναφέρθηκα πριν. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι σχετικά με αλλαγές στα επιτόκια, υπήρξαν ενημερώσεις στον τύπο με τις οποίες οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση γι’ αυτές.
Επειδή, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, η Εναγόμενη 1 δεν έχει τηρήσει τις συμβατικές δεσμεύσεις της, δημιουργήθηκαν καθυστερημένα χρεωστικά υπόλοιπα. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι συνεπεία αυτής της αρνητικής εξέλιξης απέστειλε στους Εναγομένους προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 14.01.15 με τις οποίες τους καλούσε να τακτοποιήσει τις καθυστερημένες οφειλές εντός 21 ημερών. Επειδή, όπως πάντοτε λέει η Ενάγουσα, δεν υπήρξε ανταπόκριση από τους Εναγομένους, η Ενάγουσα τους απέστειλε επιστολές ημερ. 06.10.15 με τις οποίες τερμάτισε τα συμφωνητικά έγγραφα παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων καθιστώντας όλα τα υπόλοιπα κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενα, απαιτητά και πληρωτέα αμέσως.
Εκδοχή Εναγομένων:
Με την κοινή έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη χορήγηση των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων για την κάλυψη των οποίων δόθηκαν οι εξασφαλίσεις που η Ενάγουσα επικαλείται στη βάση συμφωνητικών εγγράφων, πλην όμως είναι η θέση τους ότι οι συμβάσεις αυτές είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες επειδή όπως ισχυρίζονται:
|
(α) |
περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες αφού επιβλήθηκαν προδιατυπωμένοι όροι χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης από μέρους τους, δίχως να τύχουν νομικής συμβουλής από δικηγόρο που να τους επεξηγεί τους όρους των συμφωνιών προτού τις υπογράψουν και κατόπιν χρήσης της δεσπόζουσας θέσης της Ενάγουσας κατά παράβαση του Ν.93(Ι)/1996, |
|
(β) |
περιέχουν ρήτρες που συνιστούν αισχροκέρδεια και τοκογλυφική ασυδοσία, |
|
(γ) |
στη βάση αυτών λειτούργησαν τραπεζικοί λογαριασμοί οι οποίοι επιβαρύνθηκαν με ανεξέλεγκτες και συνάμα εσφαλμένες χρεώσεις αφού ο τόκος υπολογίζεται επί 360 ημερών ετησίως αντίς σε 365 ημέρες, τον οποίον κεφαλαιοποιούν δύο φορές ετησίως και τον ανατοκίζουν, |
|
(δ) |
στη βάση αυτών λειτούργησαν τραπεζικοί λογαριασμοί οι οποίοι επιβαρύνθηκαν με παράνομες χρεώσεις και/ή περιλαμβάνουν χρεώσεις ένεκα παράνομου επιτοκίου αφού αφίσταται του επιτοκίου που οι Εναγόμενοι θεωρούν ως νόμιμο και του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως για παράδειγμα η χρέωση τόκου υπερημερίας, πράγμα που συνιστά επιβολή ποινικής ρήτρας κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), |
|
(ε) |
προσκρούουν στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, |
|
(στ) |
βασίζονται στον Ν.160(Ι)/1999 που προσκρούει στα άρθρα 8 και 26 του Συντάγματος καθώς επίσης δεν είναι εναρμονισμένος με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και/ή κανονισμούς, |
|
(ζ) |
είναι προϊόν απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων, οικονομικού |
εξαναγκασμού, παραπλανητικών δηλώσεων, σκόπιμης απόκρυψης γεγονότων και παράβασης καθήκοντος επιμέλειας/επίδειξης αμελούς συμπεριφοράς από λειτουργούς της Τράπεζας.
Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνιούνται ότι η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να καθορίζει μονομερώς το επιτόκιο και απορρίπτουν τη θέση της Ενάγουσας ότι για τη μεταβολή του επιτοκίου υπήρξε δημοσίευση στον τύπο.
Επίσης οι Εναγόμενοι αρνιούνται ότι έλαβαν προειδοποιητικές επιστολές καθώς και τις επικαλούμενες επιστολές τερματισμού. Γι’ αυτό οι Εναγόμενοι θεωρούν τον τερματισμό των συμβάσεων αδικαιολόγητο, απροειδοποίητο και εκδικητικό.
Καταλήγοντας οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν τα κατ’ ισχυρισμό χρεωστικά υπόλοιπα επειδή περιέχουν χρεώσεις μέσα από αυθαίρετους και παράνομους υπολογισμούς.
Προδικαστικό Ζήτημα:
Στην §2 της έκθεσης υπεράσπισης οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας επειδή τα επίδικα θέματα της εγείρονται στην αγωγή αρ. 419/2015 του Ε.Δ. Πάφου, η εκδίκαση της οποίας, με βάση τους Εναγομένους, εκκρεμεί. Το πιο πάνω ζήτημα στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης δικογραφείται ότι θα πρέπει να εξεταστεί προδικαστικά. Προς τούτο στην ίδια παράγραφο προβάλλεται αναφορά ότι οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να θέσουν το θέμα αυτό ως προδικαστικό με τη δέουσα διαδικασία.
Επειδή κάτι τέτοιο δεν έγινε, εκλαμβάνεται ότι το συγκεκριμένο ζήτημα έχει εγκαταλειφθεί από τους Εναγομένους. Ενόψει της μη προώθησης του, το εν λόγω θέμα δεν θα μας απασχολήσει πλέον.
Παραδεκτά Γεγονότα:
Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι διάδικοι υπέβαλαν προφορικά κοινές και συνάμα δεσμευτικές για τους ιδίους δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου ως παραδεκτά γεγονότα. Στην πορεία υπέβαλαν γραπτώς επιπρόσθετα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο ‘Χ’. Όλα τα παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν ευρήματα του. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτουν επιπλέον παραδεκτά γεγονότα μέσα από τα δικόγραφα της υπόθεσης. Αυτά επίσης εγκρίνονται από το Δικαστήριο και αποτελούν επιπλέον ευρήματα του. Πιο κάτω παραθέτω το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων:
(1) H Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (Τράπεζα) είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος συμφώνως στον Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι δεόντως αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα και καθ’ όλο ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα εκτελούσε και εκτελεί τραπεζικές εργασίες.
(2) Η Gordian Holdings Ltd (Ενάγουσα) είναι εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων δεόντως αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.
(3) Στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 372/19 εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 23.05.19, με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), διάταγμα με το οποίο εγκρίθηκε το σχετικό σχέδιο διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας που τέθηκε σε ισχύ στις 31.05.19.
(4) Η Εναγόμενη 1 έλαβε από την Τράπεζα τις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις μαζί με τις σχετικές τροποποιήσεις ως οι παράγραφοι 5.2, 5.3, 8.2 της έκθεσης απαίτησης.
(5) Για τις πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή των τριών δανείων ανοίχτηκαν οι λογαριασμοί 0690-13-004722, 0690-13-006318, 357004803154 της Τράπεζας.
(6) Επίσης η Εναγόμενη 1 έλαβε πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή του τρεχούμενου λογαριασμού υπ’ αριθμό 066211002744.
(7) Για τις πιο πάνω τέσσερις πιστωτικές διευκολύνσεις, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε προσωπική εγγύηση δυνάμει σχετικού εγγράφου ημερ. 09.04.08, επιπρόσθετα των προσωπικών εγγυήσεων που είναι ενσωματωμένες σε κάθε μια συμφωνία χορήγησης πιστωτικής διευκόλυνσης.
(8) Ως περαιτέρω εξασφάλιση η Εναγόμενη 1 ενέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας τις ακόλουθες υποθήκες (στο εξής οι «υποθήκες») στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου που αφορούν ακίνητα στα οποία είναι η αποκλειστική εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια:
(α) Υποθήκη αρ. ΑΥ5000/2007 ημερ. 10.09.07 για συνολικό ποσό Λ.Κ.£1.533.000 πλέον τόκους που αφορά την υποθήκευση 4
ακινήτων (3 οικόπεδα και μία διώροφη κατοικία) επί ολόκληρων των μεριδίων τους,
(β) Υποθήκη αρ. ΓΥ6418/2008 ημερ. 27.11.08 για συνολικό ποσό Λ.Κ.£695.000 πλέον τόκους που αφορά την υποθήκευση 4 ακινήτων (4 οικόπεδα) επί ολόκληρων των μεριδίων τους.
(9) Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων, συνομολογήθηκαν, δυνάμει συμφωνητικών εγγράφων ημερ. 25.08.05 &
25.11.08, δύο ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρου του ενεργητικού της επιχείρησης και περιουσίας της Εναγομένης 1.
(10) Το επιτόκιο των πιστωτικών διευκολύνσεων τροποποιήθηκε και με σχετικές δημοσιεύσεις που έγιναν στον τύπο σε διάφορες ημερομηνίες.
(11) Μετά τον τερματισμό των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και πέραν της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, καταχωρήθηκαν επίσης οι ακόλουθες αγωγές:
- ΕΔ Πάφου Αγωγή υπ. Αριθμό 1591/16 Gordian Holdings Ltd ν Παρασκευάς Φικάρδος κ.α η οποία είναι ορισμένη για Ακρόαση στις 18/02/2025. Η αγωγή αρχικά καταχωρήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όμως εκκρεμούσης αυτής και δυνάμει καταχώρησης σχετικής Ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 18 (4) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου Ν. 169(1)/2015 ως Ενάγοντας υποκατέστησε την Τράπεζα η Gordian Holdings Ltd.
- ΕΔ Πάφου Αγωγή υπ. Αριθμό 1655/16 Gordian Holdings Ltd ν Pafico
Developers Ltd η οποία είναι ορισμένη για Ακρόαση στις 10/02/2025.
Η αγωγή αρχικά καταχωρήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όμως εκκρεμούσης αυτής και δυνάμει καταχώρησης σχετικής Ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 18 (4) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου Ν. 169(1)/2015 ως Ενάγοντας υποκατέστησε την Τράπεζα η Gordian Holdings Ltd.
- ΕΔ Πάφου Αγωγή υπ. Αριθμό 1656/16 Gordian Holdings Ltd ν Παρασκευάς Φικάρδος κ.α. στα πλαίσια της οποίας στις 16/01/2025 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για ποσό ύψους CHF625.318,80 ή το αντίστοιχο σε Ευρώ ήτοι €378.981,09 πλέον τόκους προς 4,32800% από την 01/07/2024 μέχρι εξόφλησης με τους τόκους να κεφαλαιοποιούνται 2 φορές ετησίως στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους.
- ΕΔ Πάφου Αγωγή υπ. Αριθμό 1656/16 Gordian Holdings Ltd ν Παρασκευάς Φικάρδος κ.α. η οποία είναι ορισμένη για Ακρόαση στις 10/02/2025.
Εναρκτήριες Αγορεύσεις:
Οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε εναρκτήριες αγορεύσεις. Μέσα από αυτές αναφέρθηκαν η βάση απαίτησης που η Ενάγουσα θα προωθήσει καθώς επίσης η γραμμή υπεράσπισης που οι Εναγόμενοι θα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν τα επίδικα νομικά και πραγματικά θέματα που θα εξεταστούν από το Δικαστήριο και οι εκδοχές των διαδίκων σε σχέση με αυτά.
Αν κάποιος επέλεγε τα σημαντικά μέρη από την προφορική εναρκτήρια αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας, αυτά είναι τα εξής:
|
− |
Η απαίτηση που αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό δεν προωθείται τελικά επειδή το χρεωστικό υπόλοιπο του έχει εξοφληθεί πριν μεταφερθεί από την Τράπεζα στην Ενάγουσα. Συνεπώς η πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο δεν θα μας απασχολήσει πλέον. |
|
− |
Επειδή τα επίμαχα ενυπόθηκα ακίνητα που δόθηκαν ως μέρος εξασφαλίσεων για τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων με την εγγραφή των υποθηκών έχουν εκποιηθεί μέσω της διαδικασίας που προβλέπεται από τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/1965, η πλευρά της Ενάγουσας δεν θα προωθήσει οποιαδήποτε αξίωση σχετικά με το ζήτημα αυτό, το οποίο εξυπακούεται ότι δεν θα μας απασχολήσει πλέον. |
|
− |
Η Ενάγουσα περιορίζει την απαίτηση της με βάση το περιεχόμενο των |
αναδομημένων λογαριασμών που έχουν ετοιμαστεί και προφανώς αφορούν τα τρία επίμαχα δάνεια.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης της η Ενάγουσα δεν αξιώνει οτιδήποτε σχετικά με την δικογραφημένη, στην §15 του εν λόγω δικογράφου, θέση της περί συνομολόγησης δύο ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Έπεται ότι το ζήτημα αυτό δεν θα μας απασχολήσει πλέον.
Στρεφόμενος στους Εναγομένους, έχω εντοπίσει τα σημαντικά σημεία από την προφορική εναρκτήρια αγόρευση του συνηγόρου τους που αφορούν την γραμμή υπεράσπισης που προβάλλεται, τα οποία συνοψίζω πιο κάτω:
|
− |
Αμφισβητούνται τα χρεωστικά υπόλοιπα των τριών επίμαχων δανείων στη βάση των επιβληθέντων τόκων και της μεταφοράς των τραπεζικών βιβλίων από την Τράπεζα στην Ενάγουσα. |
|
− |
Προβάλλεται ισχυρισμός ότι όροι των συμφωνητικών εγγράφων δανείων είναι καταχρηστικοί. |
|
− |
Αμφισβητείται το περιεχόμενο των επιστολών τερματισμού των επίμαχων |
πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή δανείων.
Οι πιο πάνω τοποθετήσεις του συνηγόρου των Εναγομένων αποκρυσταλλώνουν τα επίδικα θέματα που τελικά θα εξεταστούν από το Δικαστήριο.
Παράλληλα ο συνήγορος των Εναγομένων δήλωσε στο Δικαστήριο ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν θα ασχοληθεί στην παρούσα υπόθεση με τις υποθήκες και την ισχύ τους ενόψει της απόσυρσης της αξίωσης της Ενάγουσας, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των πελατών του να προωθήσουν ισχυρισμούς που αφορούν τις εν λόγω υποθήκες στις αγωγές αρ. 704/20 και 433/22.
Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο αφού το πλήρες περιεχόμενο τους είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Κατά την εξέταση των επιδίκων νομικών και πραγματικών ζητημάτων εκεί και όπου κριθεί ότι απαιτείται θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά.
Ενδιάμεση Απόφαση Δικαστηρίου:
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης η πλευρά των Εναγομένων ζήτησε τη διαγραφή των §1, §6, §7, §8, §9 και §10 από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του μοναδικού μάρτυρα της Ενάγουσας. Κατόπιν νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων των διαδίκων, το Δικαστήριο με γραπτή ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 24.01.25 απέρριψε το αίτημα των Εναγομένων για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της απόφασης του.
Μέσα από την ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση, την οποίαν οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν. Πρόκειται για ένα σημείο που επίσης είχε εγερθεί στα πλαίσια της εναρκτήριας αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων. Η αμφισβήτηση έγκειται σε δύο πυλώνες: διαδικαστικό και νομικό. Η διαδικαστική πτυχή αφορούσε τη θέση ότι μία ειδοποίηση δεν μπορεί να υπερφαλαγγίζει την υποχρέωση δικογράφησης γεγονότων στην έκθεση απαίτησης ώστε αυτά να μπορούν να αμφισβητηθούν από τον αντίδικο με την έκθεση υπεράσπισης του, με αποτέλεσμα, ως επίδικο πλέον θέμα, να παρουσιάζεται μαρτυρία στην ακρόαση. Η νομική πτυχή άπτεται της θέσης ότι η Ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε δικαιώματα από την Τράπεζα αναφορικά με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση.
Προσαχθείσα Μαρτυρία:
Για την απόδειξη της απαίτησης της η Ενάγουσα κλήτευσε ένα μάρτυρα. Προς υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασε οποιαδήποτε ένορκη μαρτυρία.
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 35 τεκμήρια. Όλα τα τεκμήρια κατατέθηκαν από κοινού και δηλώθηκε ότι είναι παραδεκτά μόνο ως προς την ύπαρξη τους. Παράλληλα, σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 1-34, επιφυλάχτηκε το δικαίωμα αντεξέτασης επί του περιεχομένου τους από τους Εναγομένους που διαφωνούν ως προς την αλήθεια του.
Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου.
ΜΕ ήταν ο Κωνσταντίνος Χωραΐτης, ο οποίος την περίοδο 29.10.08 μέχρι
28.03.13 εργαζόταν στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και έπειτα από 29.03.13 μέχρι 17.01.20 στην Τράπεζα που την υποκατέστησε, ως ένας από τους τραπεζικούς λειτουργούς στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών που χειριζόταν την προκειμένη περίπτωση. Ακολούθως από τις 18.01.20 μέχρι τις 02.05.22 ο μάρτυρας εργάστηκε στην Ενάγουσα στην αντίστοιχη Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών πάλι ως ένας από τους υπαλλήλους που χειριζόταν την υπόθεση αυτή. Από τις 02.05.22 ο εν λόγω μάρτυρας μεταφέρθηκε στο αντίστοιχο τμήμα της Gordian Servicing Limited, η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας μεταξύ της ιδίας και της Ενάγουσας ενεργεί για λογαριασμό της Ενάγουσας αναλαμβάνοντας τη διαχείριση διαφόρων περιπτώσεων πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με σχετικά συμφωνητικά έγγραφα, εξασφαλίσεις-εγγυήσεις και άλλα συναφή έγγραφα. Ανάμεσα στις πιστωτικές διευκολύνσεις που η Gordian Servicing Limited ανέλαβε βρίσκονται και οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που συνοδεύονται από τα σχετικά συμφωνητικά έγγραφα, τις συναφείς εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και άλλα έγγραφα.
Η εποπτεία και ο έλεγχος της κίνησης των τριών λογαριασμών δανείων ήταν μέρος των καθηκόντων του τόσο την περίοδο που εργαζόταν στην Τράπεζα όσο και έπειτα στην Gordian Servicing Limited. Στα πλαίσια υλοποίησης τους ο ΜΕ είχε στην κατοχή και φύλαξη του τα έγγραφα που σχετίζονται με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Η κυρίως εξέταση του μάρτυρα αποτελείται από γραπτή δήλωση του, η οποία παρουσιάστηκε ως Ένδειξη ‘Α’, το περιεχόμενο της οποίας ο μάρτυρας υιοθέτησε. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της, ο μάρτυρας παρέπεμψε στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. Ακολούθησε η αντεξέταση του από τον συνήγορο των Εναγομένων.
Μέσα από την μαρτυρία του ο ΜΕ παρέθεσε το ιστορικό χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1 αναφέροντας το χρόνο, το βαθμό και την έκταση εμπλοκής του καθενός διαδίκου. Παρέθεσε το νομικό και πραγματικό πλαίσιο που σύμφωνα με τον ίδιο διέπει την επαγγελματική σχέση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 αλλά και τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που δόθηκαν από την ίδια αλλά και από τον Εναγόμενο 2 για την χορήγηση και συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1 που αποτελεί το είδος και τη μορφή επαγγελματικής σχέσης που αυτή είχε με την Ενάγουσα. Οι αναφορές του μάρτυρα καλύπτουν τις ενέργειες της Ενάγουσας που έγιναν από και/ή εκ μέρους και για λογαριασμό της μέχρι τον τερματισμό των τριών λογαριασμών δανείου που ήταν σε λειτουργία. Λεπτομέρειες των πιο πάνω έχουν ήδη εκτεθεί ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων σε συνδυασμό με παραπομπή σε σχετικές παραγράφους της έκθεσης απαίτησης που τα περιγράφουν, χωρίς έτσι να χρειάζεται άλλη αναφορά.
Ο ΜΕ διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών στη σύναψη των συμβάσεων και δεν συμμετείχε στην έγκριση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ωστόσο είπε, η κοινή τραπεζική πρακτική είναι να εξηγούνται στον πελάτη αυτά που πρόκειται να υπογράψει.
Ερωτώμενος για το εργατικό δυναμικό της Εναγομένης 1, ο ΜΕ είπε ότι δεν γνώριζε τον αριθμό που εργοδοτούνταν. Επίσης δήλωσε άγνοια για την έκταση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εν λόγω Εναγομένης καθώς και για τον κύκλο των εργασιών της.
Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη λειτουργία των τριών λογαριασμών δανείων. Σε ότι αφορά την κίνηση τους, ο μάρτυρας ετοίμασε, βάση των τραπεζικών βιβλίων που τηρούνταν σε ηλεκτρονική μορφή από την Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο χωρίς να υπάρχει παρέμβαση ή αλλοίωση σ’ αυτά, αναλυτικές καταστάσεις, τις οποίες ο μάρτυρας παρουσίασε. Επίσης ήταν αυτός που προέβηκε σε έλεγχο και ανακατασκευή των καταστάσεων λογαριασμού για τα τρία δάνεια (αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων), τις οποίες επίσης παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Ειδικά για το συμφωνία του 1ου δανείου, ο ΜΕ είπε ότι το βασικό επιτόκιο ήταν euribor 6 μηνών, με τη αφετηρία για το ύψος του να είναι αυτό κατά την ημερομηνία σύναψης του εγγράφου. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα δύο δάνεια, ο μάρτυρας είπε ότι το βασικό επιτόκιο καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Κοινό χαρακτηριστικό των τριών δανείων ήταν ότι το βασικό επιτόκιο τους ήταν κυμαινόμενης μορφής με επιπλέον επιβάρυνση προσαύξησης, το ύψος των οποίων σημειωνόταν στα σχετικά συμφωνητικά έγγραφα και ήταν αυτό που καθοριζόταν κατά την υπογραφή των συμφωνιών.
Αναφερόμενος στο σύστημα πληροφόρησης, ο μάρτυρας σημείωσε ότι μεταφέρθηκε αυτούσιο από την Τράπεζα στην Ενάγουσα. Ωστόσο ξεκαθάρισε ότι δεν ήταν παρών στη διαδικασία μεταφοράς του και ούτε ότι την είχε ελέγξει. Σε κάθε περίπτωση ανάφερε ότι ο ίδιος είχε τα δεδομένα μπροστά του σε συγκεκριμένη μορφή όταν βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας και εξακολουθούσε να τα έχει στην ίδια μορφή όταν μεταφέρθηκε στην υπηρεσία της Gordian Servicing Limited.
Όπως είπε, οι αναδομημένοι λογαριασμοί δανείων δεν επιβαρύνονται με τόκο υπερημερίας και ούτε περιέχουν χρεώσεις ανατοκισμού. Επίσης σημείωσε ότι στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών έχει πιστωθεί ποσό ύψους €3.471.523,16 το οποίο εισπράχθηκε από την ανάκτηση/αγορά των ενυπόθηκων ακινήτων που είχαν πωληθεί για ποσό €3.722.500,00, από το οποίο αφαιρέθηκε ποσό €250.976,84 για την εξόφληση εξόδων, φόρων και τελών σχετικών για τη μεταβίβαση των ακινήτων. Με την είσπραξη του ποσού εξοφλήθηκαν και εξαλείφθηκαν οι δύο επίμαχες υποθήκες.
Ακολούθως ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση των συνηγόρου των Εναγομένων ότι τόσο οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών όσο και οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών των τριών δανείων περιέχουν παράνομες, εσφαλμένες και αντισυμβατικές χρεώσεις λέγοντας ότι ο ίδιος τα ετοίμασε αφαιρώντας τέτοιου είδους χρεώσεις.
Σύμφωνα με τον ΜΕ, παρά την πιο πάνω πίστωση οι επίμαχοι λογαριασμοί καταδείκνυαν καθυστερημένα χρεωστικά υπόλοιπα με αποτέλεσμα να αποσταλούν προειδοποιητικές επιστολές στους Εναγομένους, οι οποίες δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο ως αζήτητες. Επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση με το περιεχόμενο τους, αποστάληκαν στους Εναγομένους επιστολές τερματισμού των συμφωνητικών εγγράφων και της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην τελευταία τους γνωστή διεύθυνση που οι ίδιοι είχαν δηλώσει στην Τράπεζα, χωρίς ούτε αυτές να είχαν επιστραφεί από το ταχυδρομείο ως αζήτητες. Παράλληλα ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού αναφέρονται σε λανθασμένα ποσά επειδή περιέχουν παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις, θεωρώντας το περιεχόμενο τους ορθό, νόμιμο και σύμφωνα με το πλαίσιο των συμβάσεων.
Καταλήγοντας ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα χρεωστικά υπόλοιπα που η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον αμφοτέρων Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα δηλώνοντας πως διεκδικούνται αυτά που σημειώνονται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών των τριών δανείων (Τεκμήρια 29, 30 & 31). Επικαλούμενους τους αναδομημένους λογαριασμούς, ο ΜΕ ισχυρίζεται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι 26.11.14 για:
(α) τον λογαριασμό αρ. 0690-13-004722 του 1ου δανείου ανέρχεται στα €436.795,70 πλέον τόκο 5,798% επί ποσού €426.723,18 από 26.11.24 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην
Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης,
(β) τον λογαριασμού αρ. 0690-13-006318 του 2ου δανείου ανέρχεται στα
€582.853,85 πλέον τόκο 5,75% επί ποσού €569.522,11 από 26.11.24
μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης,
(γ) τον λογαριασμού αρ. 357004803154 του 3ου δανείου ανέρχεται στα €1.042.205,77 πλέον τόκο 7,25% επί ποσού €1.012.362,91 από 26.11.24 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.
Τελικές Αγορεύσεις:
Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε νομοθεσίες και παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Αξιολόγηση μαρτυρίας:
Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:
«Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.»
Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον μοναδικό μάρτυρα που προσήλθε. Πρόκειται για άμεσα εμπλεκόμενο και πρωταγωνιστή της υπόθεσης αυτής. Ενόσω αυτός κατέθετε στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσε τις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης του, το καλό ή κακό μνημονικό του, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ.
Νικόλας (Μακρή) Λτδ (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 869).
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τον μάρτυρα συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του.
Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τον κοινό κατάλογο που υπεβλήθηκε, καθώς και των παραδεκτών γεγονότων που πηγάζουν μέσα από τις κοινές και συνάμα δεσμευτικές για τους διαδίκους δηλώσεις που είχαν γίνει στην πορεία εκδίκασης της υπόθεσης αλλά και προκύπτουν ευθέως από τα δικόγραφα. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
O ΜΕ ήταν o μοναδικός μάρτυρας που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την εκδοχή της Ενάγουσας. H εντύπωση που μου δημιούργησε ήταν θετική. Προσήλθε ενώπιον της δικαιοσύνης καταθέτοντας όλα όσα ο ίδιος γνώριζε. Ο μάρτυρας απαντούσε αυθόρμητα επί της ουσίας των ερωτήσεων, χωρίς δισταγμό και δίχως υπεκφυγή. Οι αναφορές ήταν σαφείς και επεξηγηματικές, τις οποίες υποστήριζε με πραγματική μαρτυρία. Δεν προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ούτε αντιλήφθηκα να έδωσε κατασκευασμένες απαντήσεις. Ούτε επιχείρησε να δημιουργήσει μία διαφορετική εικόνα της εμπλοκής του στην υπόθεση αλλά απέδωσε την πραγματική και αληθή ανάμειξη που είχε.
Από την αρχή ευθαρσώς ανάφερε ότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στην έγκριση των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων και ότι δεν ήταν παρών στη σύναψη και υπογραφή των συμβάσεων. Χωρίς περιστροφές δήλωσε πως δεν γνωρίζει τον Εναγόμενο 2, ούτε γνωρίζει πόσους υπαλλήλους εργοδοτούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 εταιρεία, ούτε την έκταση των επιχειρήσεων της και ούτε τον κύκλο των εργασιών της. Επίσης μόλις ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων ευθέως αποκάλυψε ότι προσωπικά δεν είχε συμμετοχή στη μεταφορά των τραπεζικών βιβλίων από την Τράπεζα στην Ενάγουσα, ότι ο ίδιος ήταν παρών στη διαδικασία αυτή και ότι ο ίδιος δεν την έλεγξε. Αυτό είναι μερικά δείγματα της ειλικρίνειας του μάρτυρα.
Εκείνο που ο μάρτυρας γνώριζε και είπε με βεβαιότητα είναι ότι το σύστημα πληροφόρησης μεταφέρθηκε αυτούσιο από την Τράπεζα στην Ενάγουσα. Υποστήριξε την εν λόγω αναφορά του συγκρίνοντας τη μορφή των δεδομένων και στοιχείων που είχε υπό τη φύλαξη και κατοχή του τότε που εργαζόταν στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας μ’ αυτά που είχε όταν εργαζόταν στην αντίστοιχη υπηρεσία της Ενάγουσας και ακολούθως μέχρι σήμερα στην αντίστοιχη υπηρεσία της η Gordian Servicing Limited σημειώνοντας ότι ήταν τα ίδια χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλοίωση τους. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη χωρίς έτσι να ανατραπεί με την προσκόμιση από μέρους των Εναγομένων αντικρουστικής μαρτυρίας.
Παρόλο που ο ίδιος δεν είχε ανάμιξη στη συνομολόγηση και υπογραφή των συμβάσεων και άλλων συναφών εγγράφων και εξασφαλίσεων των επιδίκων πιστωτικών διευκολύνσεων σε ότι αφορά τόσο την Εναγόμενη 1 εταιρεία (ως πρωτοφειλέτης που είναι) όσο και τον Εναγόμενο 2 (ως εγγυητής που είναι), εντούτοις η διαχρονική παρουσία του από τις 29.03.13 στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών της Τράπεζας, μετέπειτα της Ενάγουσας από 18.01.20 και ακολούθως της Gordian Servicing Limited από 02.05.22 στην οποίαν παραμένει μέχρι σήμερα, οι οποίοι είναι οι οργανισμοί που κατά καιρούς ανέλαβαν τη διαχείριση και ρύθμιση χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, σχετικών εγγυήσεων και εξασφαλίσεων, μεταξύ άλλων και αυτά στην προκειμένη περίπτωση, ως ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονταν την υπόθεση αυτή, σε συνδυασμό με τα επαγγελματικά καθήκοντα που ασκούσε και συνεχίζει να ασκεί του επέτρεψαν να είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και να συνεχίζει να έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα και πληροφορίες από το ηλεκτρονικό αρχείο της υπηρεσίας του και αφού τα μελέτησε να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο ως προϊόν προσωπικής του αντίληψης. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να αναφερθεί στο ιστορικό χορήγησης των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων και να παραθέσει τα περιστατικά που τα περιβάλλουν.
Από την όλη στάση και συμπεριφορά του δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για ειλικρινή μάρτυρα που είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η δε Δεν μπορεί παρά να λεχθεί ότι η μαρτυρία της είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις.
Η μαρτυρία του δύναται να διαχωριστεί σε τρία μέρη.
Η πρώτη πτυχή της μαρτυρίας του συνίσταται σε παραδεκτά γεγονότα. Χωρίς αμφιβολία τα αποδέχομαι. Παρόλο ότι έχω παραθέσει τα γεγονότα αυτά προηγουμένως, ενδεικτικά αναφέρω ότι τέτοιες αναφορές του αφορούν το είδος και τη φύση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της Ενάγουσας, το νομικό πλαίσιο και το εταιρικό σχέδιο διακανονισμού βάση των οποίων η Ενάγουσα ανέλαβε πλέον την αποκλειστική διαχείριση των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων περιλαμβανομένων των συμβάσεων, εγγράφων εγγύησης και άλλων σχετικών εξασφαλίσεων, τις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στην Εναγόμενη 1 μαζί με τις σχετικές συμβάσεις και έγγραφα εξασφαλίσεων γι’ αυτές, τις τροποποιήσεις που στην πορεία επήλθαν δυνάμει σχετικών συμφωνιών, την κίνηση των λογαριασμών που ανοίχτηκαν και λειτουργούσαν για τις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εκάστοτε διαφοροποιήσεις των επιτοκίων που δημοσιεύονταν κάθε φορά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τύπο). Οι πιο πάνω αναφορές μαζί με όλα τα παραδεκτά γεγονότα που έχω προηγουμένως καταγράψει συνιστούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ περιέχει τοποθετήσεις που δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εναγομένους. Δεν έχω κανένα λόγο να μην τις αποδεχτώ και ως εκ τούτου γίνονται δεκτές. Ενδεικτικά ως τέτοιες τοποθετήσεις είναι το ότι τα ποσά από τις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν εκταμιευθεί προς όφελος της Εναγομένης 1 σε σχετικούς λογαριασμούς της τελευταίας, το ότι ο ΜΕ ήταν αυτός που ετοίμασε και εκτύπωσε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες δεν επιβαρύνονται με τόκο υπερημερίας και με χρεώσεις ανατοκισμού, το ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα ανακτήθηκαν και αγοράστηκαν έναντι ποσού που πιστώθηκε στην Εναγόμενη 1 με τις επίμαχες υποθήκες να έχουν εξοφληθεί και εξαλειφθεί και το ότι η πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού με πιστωτικό όριο είχε εξοφληθεί πριν μεταφερθεί από την Τράπεζα στην Ενάγουσα. Οι εν λόγω τοποθετήσεις του ΜΕ επίσης αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Ο τρίτος άξονας της μαρτυρίας του ΜΕ αφορά μαρτυρία που πηγάζει μέσα από τη δική του γνώση. Το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας επιβεβαιώνεται από έγγραφα (πραγματικό μαρτυρικό υλικό) που τέθηκε ενώπιον μου. Το γεγονός της επιβεβαίωσης της από άλλο μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και της μη αντίκρουσης της από άλλη μαρτυρία, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα έπληττε την αξιοπιστία του μάρτυρα, είναι παράγοντες που της προσδίδουν αποδεικτική βαρύτητα και πειστικότητα (Ζαμπάς
v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 820).
Για καλύτερη αντίληψη του σκεπτικού του Δικαστηρίου τα πιο κάτω είναι σχετικά.
Όταν ο ΜΕ αναφέρεται στα συμφωνητικά έγγραφα χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1 παραπέμπει σε υπογραφή εκπροσώπου της Εναγομένης 1 επί του κειμένου τους. Εν πάση περιπτώσει, η συνομολόγηση και υπογραφή από μέρους της Εναγομένης 1 των συμβάσεων για τη χορήγηση των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων δεν αμφισβητούνται από τους Εναγομένους. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει μέσα από συνδυασμένη μελέτη των συμβάσεων (Τεκμήρια 8, 16 & 19)και πρακτικών συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 (Τεκμήρια 7 & 15) ο Εναγόμενος 2 υπογράφει τις εν λόγω συμβάσεις εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1 εταιρείας υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου και γραμματέα της.
Με βάση τη σύμβαση ημερ. 29.07.09 που είναι το 1ο δάνειο, η Ενάγουσα παραχώρησε πιστωτική διευκόλυνση συνολικού ύψους €2,580,000 με αρ. λογαριασμού 069013004722 πληρωτέο σε 20 χρόνια με 240 μηνιαίες πληρωμές στη βάση κυμαινόμενου επιτοκίου με βασικό προς 6 μηνών euribor που κατά την υπογραφή της σύμβασης ήταν 1.225% προσαυξημένο κατά 5% με συνολικό ποσοστό επιβάρυνσης 6.225% ετησίως πλέον κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Σε σχέση με άλλες χρεώσεις, οι Εναγόμενοι υπέγραψαν σχετικό κατάλογο ημερ. 29.07.09 (Τεκμήριο 9), τον οποίον επικαλέστηκε και στον οποίον παράπεμψε ο ΜΕ.
Η σύμβαση 1ου δανείου, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, έτυχε τροποποίησης στις 29.03.11 όπου η τροποποίηση αφορούσε κυμαινόμενο επιτόκιο με βασικό προς 6 μηνών euribor που κατά την υπογραφή της τροποποιητικής σύμβασης ήταν 1.301% προσαυξημένο κατά 5.75% με συνολικό ποσοστό επιβάρυνσης 7.051% ετησίως πλέον κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, με το δάνειο πληρωτέο σε 220 μηνιαίες δόσεις. Το υπόλοιπο περιεχόμενο της αρχικής συμφωνίας (Τεκμήριο 8) παρέμενε σε ισχύ. Εκτός από την Εναγόμενη 1 που υπέγραψε σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 12), έλαβε γνώση και ο Εναγόμενος 2, ο οποίος, ως εγγυητής, υπέγραψε το ίδιο έγγραφο υπό την προσωπική του ιδιότητα.
Με βάση τη σύμβαση ημερ. 31.03.11 που είναι το 2ο δάνειο, η Ενάγουσα παραχώρησε πιστωτική διευκόλυνση συνολικού ύψους €310,000 με αρ. λογαριασμού 069013006318 πληρωτέο με σταδιακές καταθέσεις μέχρι τις
15.05.12 στη βάση κυμαινόμενου επιτοκίου με βασικό που κατά την υπογραφή της σύμβασης ήταν 4.25% προσαυξημένο κατά 2.75% με συνολικό ποσοστό επιβάρυνσης 7% ετησίως πλέον κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Σε σχέση με άλλες χρεώσεις, οι Εναγόμενοι υπέγραψαν σχετικό κατάλογο ημερ. 29.03.11 (Τεκμήριο 17), τον οποίον επικαλέστηκε και στον οποίον παράπεμψε ο ΜΕ.
Η σύμβαση 2ου δανείου, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, έτυχε τροποποίησης στις 09.05.12 όπου, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι η τροποποίηση αφορούσε αποπληρωμή εφάπαξ του δανείου μέχρι 30.06.13 εκτός αν ο δανειστής ζητούσε άμεση εξόφληση και ότι από 30.06.12 μέχρι 30.03.13 θα καταβάλλονταν οι τόκοι. Εκτός από την Εναγόμενη 1 που υπέγραψε σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 18), έλαβε γνώση και ο Εναγόμενος 2, ο οποίος, ως εγγυητής, υπέγραψε το ίδιο έγγραφο υπό την προσωπική του ιδιότητα.
Με βάση τη σύμβαση ημερ. 11.05.12 που είναι το 3ο δάνειο, η Ενάγουσα παραχώρησε πιστωτική διευκόλυνση συνολικού ύψους €460,000 με αρ. λογαριασμού 357004803154 πληρωτέο ανά τριμηνία από 30.06.12 για περίοδο 12 μηνών στη βάση κυμαινόμενου επιτοκίου με βασικό που κατά την υπογραφή της σύμβασης ήταν 4.75% προσαυξημένο κατά 4.25% με συνολικό ποσοστό επιβάρυνσης 9% ετησίως πλέον κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.
Περαιτέρω όταν ο ΜΕ αναφέρεται σε έγγραφα εγγύησης, παραπέμπει σε υπογραφή του Εναγομένου 2, υπό την προσωπική του ιδιότητα, επί του κειμένου τους. Σε ότι αφορά το 1ο δάνειο, υπάρχει ενσωματωμένη, στο συμφωνητικό έγγραφο δανείου (Τεκμήριο 8) υπογραμμένη εγγύηση από τον Εναγόμενο 2 προσωπικά ιδίας ημερομηνίας μ’ αυτήν που υπογράφτηκε η σύμβαση 1ου δανείου (29.07.09 ) για ολόκληρο το ποσό δανείου πλέον τόκους. Σχετικά με το 2ο δάνειο ισχύουν τα ίδια ως το 1ο δάνειο. Δηλαδή υπάρχει ενσωματωμένη, στο συμφωνητικό έγγραφο δανείου (Τεκμήριο 16) υπογραμμένη εγγύηση από τον Εναγόμενο 2 προσωπικά ιδίας ημερομηνίας μ’ αυτήν που υπογράφτηκε η σύμβαση 2ου δανείου (31.03.11) για ολόκληρο το ποσό δανείου πλέον τόκους. Επιπλέον υπάρχει ξεχωριστό έγγραφο εγγύησης ημερ. 09.04.08 υπογραμμένο από τον Εναγόμενο 2 προσωπικά για περιορισμένο ποσό μέχρι €66.000 πλέον τόκους (Τεκμήριο 20).
Όπως διαπιστώνεται από τα πιο πάνω, οι πιο πάνω αναφορές του ΜΕ επαληθεύονται από έγγραφα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και έχω επισημάνει.
Ομοίως μέσα από έγγραφα που έχουν κατατεθεί επιβεβαιώνεται η αναφορά του ΜΕ ότι τα ποσά που αποτελούν αντικείμενο των τριών δανείων έχουν εκταμιευτεί προς όφελος της Εναγομένης 1. Πέραν του γεγονότος ότι η αναφορά αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί, επιβεβαιώνεται μέσα από τις καταστάσεις λογαριασμών δανείων (Τεκμήρια 25, 26 & 27). Αν κάποιος ανατρέξει στην κατάσταση λογαριασμού του 1ου δανείου (Τεκμήριο 25) θα διαπιστώσει την κατάθεση ποσού €2,580,000 που είναι το χορηγημένο ποσό 1ου δανείου στην Εναγόμενη 1. Επίσης αν κάποιος αναγνώσει την κατάσταση λογαριασμού του 2ου δανείου θα παρατηρήσει την κατάθεση ποσού €310,000 που είναι το χορηγημένο ποσό 2ου δανείου στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 26). Ακόμη κάποιος που θα διαβάσει την κατάσταση λογαριασμού του 3ου δανείου θα παρατηρήσει την κατάθεση ποσού €460,000 που είναι το χορηγημένο ποσό 3ου δανείου στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 27). Συνεπώς η εκταμίευση των τριών ποσών δανείων προς όφελος της Εναγομένης 1 είναι γεγονός που αποδέχομαι.
Η αναφορά του μάρτυρα για την ύπαρξη αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών των επίμαχων δανείων υποστηρίζεται από σχετικά έγγραφα, τα οποία ο μάρτυρας κατάθεσε και υπέδειξε στο Δικαστήριο. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 29, 30 & 31.Η θέση του ότι είναι ο ίδιος που τις ετοίμασε και τις εκτύπωσε δεν αμφισβητήθηκε. Η δε αναφορά του ότι σ’ αυτές δεν περιέχεται επιβάρυνση τόκου υπερημερίας και ότι από την ημερομηνία 06.10.15 της επιστολής τερματισμού υπάρχει χρέωση επιτοκίου που σημειώνεται στην εν λόγω επιστολή τερματισμού καθώς επίσης κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, επαληθεύεται με απλό οπτικό έλεγχο τους. Σε σχέση με το 1ο δάνειο, η χρέωση επιτοκίου από τις 06.10.15 είναι 5.75%, γεγονός που διαπιστώνεται μέσα από συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 24 (επιστολή τερματισμού), 25 (κατάσταση λογαριασμού 1ου δανείου) & 29 (αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού 1ου δανείου). Σε ότι αφορά το 2ο δάνειο, η χρέωση επιτοκίου από τις 06.10.15 είναι επίσης 5.75%, γεγονός που διαπιστώνεται μέσα από συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 26 & 31. Αναφορικά με το 3ο δάνειο, παρατηρείται μία διάσταση μεταξύ του συγκεντρωτικού πίνακα χρέωσης επιτοκίου στην κατάσταση λογαριασμού 3ου δανείου (Τεκμήριο 27) και στο ποσοστό χρέωσης που εμφανίζεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού 3ου δανείου (Τεκμήριο 30) αναφορικά με την περίοδο από 06.10.25 και έπειτα. Ενώ στο Τεκμήριο 27 το ύψος του επιτοκίου είναι 7,25% στο Τεκμήριο 30 είναι 5,25%. Εφόσον η δήλωση του συνηγόρου της Ενάγουσας είναι ότι λαμβάνεται υπόψη η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τότε εκλαμβάνω ότι η χρέωση επιτοκίου σχετικά με το 3ο δάνειο από τις 06.10.25 και έπειτα ανέρχεται, στα 5,25%, γεγονός που διαπιστώνεται μέσα από συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 24, 27 & 30.
Προηγουμένως οι χρεώσεις βασικού επιτοκίου διακυμαίνονταν. Οι διακυμάνσεις των βασικών επιτοκίων για κάθε ένα από τα τρία δάνεια περιγράφονται αναλυτικά από τον ΜΕ στις σελίδες 16-19 της γραπτής του δήλωσης (Ένδειξη ‘Α’). Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο μάρτυρας κατάθεσε πίνακα μεταβολών euribor ανά εβδομάδα (Τεκμήριο 33) και δημοσιεύσεις μεταβολής βασικού επιτοκίου κατά διαστήματα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (Τεκμήριο 34). Καμία θέση των Εναγομένων έχει προωθηθεί κατά την ακρόαση περί αμφισβήτησης οποιασδήποτε διακύμανσης για οποιοδήποτε δάνειο. Ούτε προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση ότι οι μεταβολές του βασικού επιτοκίου δεν έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο τύπο. Ο ΜΕ δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με χρεώσεις μεταβολής επιτοκίων για κανένα δάνειο. Ούτε αντεξετάστηκε για μη δημοσίευση ανακοινώσεων μεταβολής βασικού επιτοκίου στον έντυπο τύπο για οποιοδήποτε επίμαχο δάνειο. Η παράλειψη αντεξέτασης θεωρείται αποδοχή της συγκεκριμένης θέσης της Ενάγουσας που έχει προωθηθεί με μαρτυρία του ΜΕ (Πιριλλίδη v. Δήμου Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015 ημερ. 11.12.17, Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc. (20022) 1 Α.Α.Δ. 1527, Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη (2006) 1Β Α.Α.Δ. 1057, αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘The Modern Law of Evidence’, Andrian Keane, 5η έκδοση, σελ. 177). Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τα πιο πάνω ως γεγονότα που έχουν διαδραματιστεί.
Μέσα από την κίνηση και λειτουργία των τριών επίμαχων λογαριασμών δανείων σημειώνεται χρεωστικό υπόλοιπο σε κάθε ένα από αυτούς. Ένεκα της ύπαρξης χρεωστικών υπολοίπων, ετοιμάστηκαν προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 14.01.15 που απευθύνονται τόσο στην Εναγόμενη 1 όσο και στον Εναγόμενο 2 αναφορικά με τα επίμαχα δάνεια. Η αναφορά του ΜΕ υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 24. Δεν αμφισβητείται η αποστολή των επιστολών με το ταχυδρομείο. Εκείνο που οι
Εναγόμενοι αμφισβητούν μέσα από την έκθεση υπεράσπισης είναι τη λήψη τους.
Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό παρατηρώ ότι αυτές απευθύνονται στα ορθά πρόσωπα, οι δε διευθύνσεις στις οποίες προοριζόταν η αποστολή τους είναι αυτή που οι Εναγόμενοι έχουν δηλώσει και είναι σημειωμένη στα συμφωνητικά έγγραφα που έχουν υπογράψει. Ο όρος 10 των συμβάσεων δανείων και κατ’ επέκταση των ενσωματωμένων εγγυήσεων αναφέρει ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση μπορεί να δοθεί στην Εναγόμενη 1 γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη σύμβαση ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση που η Εναγόμενη 1 ενημερώσει την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της Εναγομένης 1. Πανομοιότυπη πρόνοια περιλαμβάνεται και στο ξεχωριστό έγγραφο εγγύησης περιορισμένης ευθύνης (Τεκμήριο 20). Η Τράπεζα ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείται στις συμβάσεις και στο έγγραφο εγγύησης.
Με βάση αυτά τα δεδομένα και με γνώμονα ότι δεν αμφισβητείται η αποστολή τους με το ταχυδρομείο, δεν μπορεί παρά αυτά τα στοιχεία να αποτελούν τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι οι Εναγόμενοι 1 & 2 έλαβαν τις πιο πάνω επιστολές προς τους οποίους απευθύνονται (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και άλλοι (2009) 1Α Α.Α.Δ. 479, Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή (2003) 1 Α.Α.Δ. 670 και Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1895). Την ίδια στιγμή ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από μέρους των Εναγομένων που να ανατρέπουν ή να καταρρίπτουν το σκηνικό αυτό. Η δικογραφημένη των Εναγομένων περί μη λήψης τους δεν προωθήθηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής. Ο ΜΕ δεν αντεξετάστηκε για το θέμα αυτό με αποτέλεσμα, ως λέχθηκε προηγουμένως με παραπομπή σε νομολογία και σε νομικό σύγγραμμα, να γίνεται αποδεκτή η θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν τις εν λόγω επιστολές.
Τα όσα έχω αναφέρει ισχύουν ακριβώς και για τις επιστολές τερματισμού ημερ. 06.10.15 (Τεκμήριο 24). Έχουν ετοιμαστεί και αποσταλεί με τον ίδιο τρόπο ως οι προειδοποιητικές επιστολές. Έχοντας υπόψη μου ότι υφίστανται τα ίδια δεδομένα που έχω αναφέρει προηγουμένως και στη βάση του ίδιου σκεπτικού γίνεται αποδεκτή η θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν τις επιστολές αυτές. Στο σημείο αυτό οφείλω να διευκρινίσω ότι ενώπιον μου δεν τέθηκε η επιστολή τερματισμού αναφορικά με το 2ο δάνειο. Ωστόσο η δικογραφημένη θέση της
Ενάγουσας περί ετοιμασίας και αποστολής τέτοιας επιστολής, δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από τους Εναγομένους. Κατά τα λοιπά, επαναλαμβάνω τα όσα έχω ήδη αναφέρει.
Επομένως δέχομαι τη θέση του ΜΕ ότι αποστάληκαν στους Εναγομένους οι προαναφερόμενες προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού ως γεγονότα που έχουν διαδραματιστεί.
Ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος στο ότι η Ενάγουσα αξιώνει τα χρεωστικά υπόλοιπα που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 29, 30 και 31, τα οποία είναι οι αναδομημένες καταστάσεις των τριών επίμαχων λογαριασμών δανείων που καταγράφουν την κίνηση της λειτουργίας τους από το άνοιγμα τους μέχρι λίγο πριν την ένορκη κατάθεση του ΜΕ στο Δικαστήριο, καλύπτοντας βέβαια την ημερομηνία τερματισμού της λειτουργίας τους. Με απλό και κατανοητό τρόπο η μάρτυρας επεξήγησε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Η ορθότητα των μαθηματικών και λογιστικών πράξεων σ’ αυτούς του τρεις επίμαχους λογαριασμούς που καταλήγουν στα επίμαχα χρεωστικά υπόλοιπα που η Ενάγουσα απαιτεί ότι της οφείλονται και τα έχω αναφέρει προηγουμένως κατά τη συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας, δεν αμφισβητούνται. Ούτε υπήρξε ουσιαστική αντεξέταση του ΜΕ στο ζήτημα αυτό. Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω το μηχανισμό υπολογισμού. Συνεπώς αποδέχομαι την ορθότητα των μαθηματικών και λογιστικών πράξεων σ’ αυτούς του τρεις επίμαχους λογαριασμούς και κατ’ επέκταση αποδέχομαι ως μαθηματικά ορθά τα χρεωστικά υπόλοιπα που εμφανίζονται στις καταστάσεις αυτών.
Εκείνο που οι Εναγόμενοι αμφισβητούν είναι τη νομιμότητα, ότι συνάδουν με τις συμβάσεις και κατ’ επέκταση εγκυρότητα χρεώσεων, με τα οποία θα ασχοληθώ στη συνέχεια. Είναι υπό αυτή την έννοια που οι Εναγόμενοι θεωρούν χρεώσεις εσφαλμένες.
Η θέση του ΜΕ ότι οι καταστάσεις λογαριασμών των επίμαχων δανείων εκτυπώθηκαν από τον ίδιο από τον προσωπικό του υπολογιστή από τον οποίο έχει πρόσβαση στο σύστημα της Ενάγουσας παρέμεινε βασικά αναντίλεκτη. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι μετά την εκτύπωση των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμών, ο ΜΕ έλεγξε και σύγκρινε προσωπικά το εκτυπωμένο αντίγραφο με τις πρωτότυπες καταχωρήσεις και διαπίστωσε ότι αυτά συνάδουν και ότι οι εκτυπωμένες καταστάσεις λογαριασμών αποτυπώνουν πιστά και με ακρίβεια τις καταχωρήσεις στο λογιστικό αρχείο της Ενάγουσας που αφορά τους συγκεκριμένους λογαριασμούς της Ενάγουσας και στο οποίο ο ΜΕ είχε και έχει πρόσβαση. Η δε αναφορά του ότι για την σύνταξη και δημιουργία των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού βασίστηκε σε αρχείο που ήταν και εξακολουθεί να είναι μέρος του λογιστικού μητρώου της Ενάγουσας και ότι σ’ αυτό καταχωρούνταν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις που αφορούν την Ενάγουσα κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή της επιχείρησης και λειτουργίας της Ενάγουσας, δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Περιέχουν στοιχεία σε ηλεκτρονική μορφή που, όπως ο μάρτυρας είπε χωρίς η μαρτυρία του αυτή να έχει καταρριφθεί, αποτελούν πιστό αντίγραφο μέρους του λογιστικού αρχείου που τηρείται από την Ενάγουσα σε ηλεκτρονική μορφή στο ηλεκτρονικό σύστημα της, στο οποίο σύστημα και αρχείο ο ΜΕ είναι εξουσιοδοτημένος και έχει δικαίωμα πρόσβασης σ’ αυτό, και το οποίο αρχείο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της Ενάγουσας. Επίσης η αναφορά του ΜΕ ότι ο ίδιος είχε συγκρίνει τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και διαπίστωσε ότι είναι ορθές, δεν έχει ανατραπεί στη βάση προσκόμισης άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας. Οι δε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών δανείων, εκ της γραμματικής διατύπωσης, πρόκειται για τις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμών στις οποίες απλά ενσωματώθηκαν οι διαφοροποιήσεις που έχω εξηγήσει υπό την έννοια της αφαίρεσης χρεώσεων. Μάλιστα οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών συνοδεύονται από σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9), ως απαιτείται από τις σχετικές πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας.
Περαιτέρω, ένεκα της θέσης που κατείχε και της φύσης των καθηκόντων που ο ΜΕ είχε από την υπηρεσία του στην Τράπεζα, έπειτα στην Ενάγουσα και στη συνέχεια στην Gordian Servicing Limited και της μακράς εμπλοκής του στην συγκεκριμένη περίπτωση και ειδικότερα από 29.03.13 μέχρι τουλάχιστον τις 24.01.25, ημερομηνία κατά την οποίαν ολοκληρώθηκε η ένορκη κατάθεση του στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή, δέχομαι τις πιο κάτω αναφορές του:
«Επίσης γνωρίζω ότι [η Τράπεζα] διατηρούσε και διατηρεί καθ’ όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική
μορφή καθώς επίσης ηλεκτρονικό αρχείο.
Στο σύστημα που τηρείται για το τραπεζικό βιβλίο με ηλεκτρονική μορφή φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούσαν
όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας
συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων λογαριασμών από την
ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι και τις 29/05/2019, οι οποίες πράξεις εγίνοντο κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας.
Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι και τις 29/05/2019, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και καθ’ όλον το χρόνο βρισκόταν και βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους πιο πάνω λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και αποτελούσαν το αρχείο καθώς και το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας μέχρι τις 29/05/2019, ημερομηνία κατά
την οποία η Τράπεζα υποκαταστάθηκε από τους Ενάγοντες και ακολούθως αποτελούν το αρχείο της επιχείρησης των Εναγόντων σε
σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς.
Περαιτέρω, εκ της θέσης και των καθηκόντων μου γνωρίζω ότι η Gordian Holdings / Ενάγοντες διατηρούν ηλεκτρονικό αρχείο, στο οποίο το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο, μετά την υποκατάσταση της Τράπεζας από τους Ενάγοντες, η οποία όπως
αναφέρω πιο πάνω έλαβε χώρα στις 30/05/2019.
Στο εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο μεταφέρθηκαν και καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις/συναλλαγές που αφορούσαν τους επίδικους λογαριασμούς, από το άνοιγμα τους μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης, καθώς και όλες οι πράξεις από την ημερομηνία
μεταβίβασης μέχρι και σήμερα και συνεχίζει να τηρείται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που τηρείτο από την Τράπεζα.
Όλες οι συναλλαγές των επίδικων λογαριασμών είναι καταχωρημένες στο αρχείο συναλλαγών/πράξεων, οι οποίες αποτελούσαν το αρχείο καθώς και το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας μέχρι και τις 29/05/2019,
ημερομηνία κατά την οποία η Τράπεζα υποκαταστάθηκε από τους Ενάγοντες και ακολούθως αποτελούν το αρχείο της επιχείρησης των
Εναγόντων σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς.
Από τις 30/05/2019 το ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν
λόγω ηλεκτρονικό αρχείο συμπεριλαμβανομένων και των
καταχωρήσεων για τους πιο πάνω λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και από τις 30/05/2019 των Εναγόντων.
Από το ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρούν πλέον οι Ενάγοντες και στο οποίο έχουν μεταφερθεί πλήρως όλες οι συναλλαγές και πράξεις που σχετίζονται με τους επίδικους λογαριασμούς ως αυτές αναφέροντο στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, κατόπιν εντολής μου παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου, που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή που ανέφερα πιο πάνω, όλες οι καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων.»
Οι μόνες ερωτήσεις που ο μάρτυρας χρειάστηκε, μέσα από την αντεξέταση του, να απαντήσει σε σχέση με τα πιο πάνω εντοπίζονται στα Πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 24.01.25 σελίδα 8, σημεία 9-16. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:
«Ε. Εσείς είχατε οποιαδήποτε συμμετοχή στη μεταφορά των
|
|
τραπεζικών βιβλίων, από την Τράπεζα Κύπρου στην Gordian Holdings Ltd; |
|
Α. |
Τεχνικά όχι. Το σύστημα με την πληροφόρηση μεταφέρθηκε αυτούσιο από |
|
|
την Τράπεζα Κύπρου στην Gordian Holdings Ltd. |
|
Ε. |
Ήσασταν παρών στη διαδικασία; |
|
Α. |
Όχι. |
|
Ε. |
Την ελέγξατε τη διαδικασία εσείς; |
|
Α. |
Όχι.» |
Από τα πιο πάνω αλλά και από το σύνολο της αντεξέτασης του ΜΕ, προκύπτει ότι ουδεμία θέση των Εναγομένων υπεβλήθηκε στον μάρτυρα η οποία να διαφέρει ή να συγκρούεται με τις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα. Παράλληλα ουδεμία μαρτυρία από μέρους των Εναγομένων παρουσιάστηκε η οποία να καταρρίπτει την αξιοπιστία των εν λόγω αναφορών του μάρτυρα, η οποία πηγάζει μέσα από τη θέση και τα καθήκοντα του μάρτυρα, τη μεγάλη πείρα στην υπηρεσία και γενικότερα στο τραπεζικό σύστημα αλλά και στις διαδικασίες πιστωτικών διευκολύνσεων από εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, την άμεση και διαχρονική εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή και σε συνδυασμό με όλα τα χαρακτηριστικά που ανέπτυξα προηγουμένως τα οποία ευθύνονται για τη δημιουργία θετικής εντύπωσης του ΜΕ ως μάρτυρα. Το ότι ο μάρτυρας δεν είχε τεχνική ανάμιξη στη μεταφορά του τραπεζικού-λογιστικού αρχείου από την Τράπεζα στην Gordian Holdings Ltd δεν καθιστά την αναφορά του αναληθή. Ούτε επειδή ο μάρτυρας δεν ήταν παρών στη διαδικασία μεταφοράς και ελέγχου αυτής σημαίνει ότι ψεύδεται. Αν η θέση των Εναγομένων είναι διαφορετική τότε όφειλαν να του την υποβάλουν και έπειτα να την προωθήσουν παρουσιάζοντας μαρτυρία που να την καταρρίπτει. Για τους δικούς τους λόγους οι οποίοι είναι άγνωστοι στο Δικαστήριο, οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην κάνουν τίποτα από αυτά.
Όλα τα πιο πάνω που γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ ως αληθή και αξιόπιστη και ότι το περιεχόμενο της εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων, περιλαμβανομένων της Ένδειξης ‘Α’ και των Τεκμηρίων 1-34 που αποτελούν μέρος της.
Για σκοπούς ολοκληρωμένης του μαρτυρικού υλικού που προσάχθηκε, έχω εξετάσει και το Τεκμήριο 35 που είναι τα δικόγραφα των αγωγών αρ. 1591/16, 1655/16, 1656/16 και 1657/16 του Ε.Δ. Πάφου. Επειδή δεν διαδραματίζουν οποιοδήποτε ρόλο στα επίδικα θέματα της υπόθεσης, ουδεμία αποδεικτική αξία έχουν. Επομένως τους αποδίδω μηδενική βαρύτητα.
Ευρήματα:
Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα γεγονότα που έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά από τους διαδίκους πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης, τα επιπρόσθετα παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο ‘Χ’) και τα επιπλέον παραδεκτά γεγονότα στα οποία οι διάδικοι προέβηκαν κατά την εκδίκαση της αγωγής καθώς επίσης γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά.
Περαιτέρω ευρήματα είναι αυτά στα οποία το Δικαστήριο έχει καταλήξει μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ. Τα έχω αναφέρει αναλυτικά και ολοκληρωμένα μέσα από τον σχολιασμό της μαρτυρίας του ΜΕ και έτσι δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω.
Εξέταση επιδίκων θεμάτων – Νομική Πτυχή – Συμπεράσματα:
Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα.
Επίδικα Θέματα:
Παρά τη σωρεία θεμάτων που οι Εναγόμενοι εγείρουν μέσα από την έκθεση υπεράσπισης τους, εντούτοις τελικά τα επίδικα ζητήματα που χρήζουν εξέτασης είναι αυτά που ο ευπαίδευτος συνήγορος τους επικαλέστηκε στην προφορική εναρκτήρια αγόρευση του. Θα τα αναφέρω στη συνέχεια
Προχωρώ ευθύς στην εξέταση τους.
(1) Η παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να προωθείται:
(α) διαδικαστικά επειδή δεν έχουν τηρηθεί οι Θεσμοί Πολιτικής
Δικονομίας που θα έπρεπε λόγω αλλαγής διαδίκου
Οι Εναγόμενοι προέβαλαν τη θέση ότι στην έκθεση απαίτησης δεν δικογραφείται ισχυρισμός για απόκτηση και/ή μεταφορά και/ή εξαγορά δικαιωμάτων και/ή πώληση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα στην Ενάγουσα. Επίσης ότι δεν δικογραφούνται οι νομικές διαδικασίες μεταφοράς και/ή απόκτησης δικαιωμάτων. Με παραπομπή σε νομολογία που αφορά τους κανόνες δικογράφησης, η πλευρά των Εναγομένων επικαλείται την ανάγκη τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ώστε να προστεθούν οι ισχυρισμοί που η Ενάγουσα επιθυμούσε να προωθήσει. Σύμφωνα με τους Εναγομένους, η υφιστάμενη έκθεση απαίτησης δεν περιέχει δικογραφημένο ισχυρισμό που να συνδέει την Τράπεζα με την Ενάγουσα και με τις επίδικες συμβάσεις. Είναι ακόμη η θέση των Εναγομένων ότι ένα νομοθέτημα, όπως είναι ο Ν.169(Ι)/2015, δεν μπορεί να προσδώσει δικογράφηση επειδή κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παρέμβαση στις εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου να θεσπίζει Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ακυρώνοντας την ανάγκη δικογράφησης ενώ παράλληλα θα επενέβαινε στο δικαίωμα υπεράσπισης δυνάμει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος αφού θα διδόταν η ευκαιρία προώθησης μη δικογραφημένων ισχυρισμών.
Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εκδίκασης στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24.01.25. Παραπέμπω στο περιεχόμενο της χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω.
Οι Εναγόμενοι επαναφέρουν το ζήτημα στη γραπτή τελική τους αγόρευση. Ένα δικόγραφο περιέχει σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων και θέσεων ενός διαδίκου βάση των οποίων προωθεί την εκδοχή του (Δ.19 Θ.4). Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί αφορούν, αναλόγως της περίπτωσης, τη βάση αγωγής/ανταπαίτησης ή τη γραμμή υπεράσπισης. Η δικογράφηση δεν είναι ζήτημα τυπικό αλλά ουσιαστικό. Ο σκοπός της είναι να καθιστά γνωστό στον αντίδικο την πορεία πλεύσης της άλλης πλευράς χωρίς να καταλαμβάνεται εξ’ απροόπτου και να έχει έτσι την ευκαιρία να την αντικρούει.
Στην προκειμένη περίπτωση η βάση αγωγής δεν είναι η μεταφορά δικαιωμάτων και η εξαγορά πιστώσεων αλλά ισχυρισμός περί συμβατικού χρέους από τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις δυνάμει συμφωνητικών εγγράφων που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 1 υπό την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, για τις οποίες δόθηκαν εξασφαλίσεις όπως είναι η παροχή προσωπικής εγγύησης από τον Εναγόμενο 2 στη βάση σχετικού εγγράφου. Η βάση αγωγής είναι δικογραφημένη σύμφωνα με τους κανόνες δικογράφησης και γνωστή στους Εναγομένους, οι οποίοι μέσω της έκθεσης υπεράσπισης τους παρέχουν τη δικογραφημένη εκδοχή τους.
Τα ζητήματα της απόκτησης και/ή μεταφοράς και/ή εξαγοράς δικαιωμάτων και/ή πώλησης των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα στην Ενάγουσα καθώς επίσης οι νομικές διαδικασίες μεταφοράς και/ή απόκτησης δικαιωμάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το Σχέδιο Διακανονισμού που εγκρίθηκε από το Διάταγμα ημερ. 23.05.19 του Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 372/2019. Με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος που ενέκρινε το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας τα θέματα αυτά έχουν ρυθμιστεί. Οι Εναγόμενοι είχαν στη διάθεση τους ένδικο μέσο να αμφισβητήσουν τα θέματα αυτά προσβάλλοντας την νομιμότητα εγκυρότητα και ισχύ του διατάγματος. Για τους δικούς τους λόγους που δεν είναι γνωστοί στο Δικαστήριο δεν το έπραξαν.
Περαιτέρω οι πρόνοιες του εδαφίου (4) του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 αναγνωρίζουν συνέχιση της υφιστάμενης δικαστικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη από την εταιρεία εξαγοράς των πιστωτικών διευκολύνσεων που αποτελούν τον πυρήνα της αγωγής, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι η Gordian Holdings Limited (Ενάγουσα) υποκατέστησε/αντικατέστησε αυτόματα την Τράπεζα που μέχρι τον χρόνο της εξαγοράς είχε αυτή την ιδιότητα της Ενάγουσας. Το γεγονός της εξαγοράς των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων, των γεγονότων που προηγήθηκαν και της νέας ιδιότητας της στην παρούσα εκκρεμούσα υπόθεση για σκοπούς συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας γνωστοποιήθηκαν στους Εναγομένους από την Gordian Holdings Limited με γραπτή ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου που καταχωρίστηκε στο δικαστηριακό φάκελο στις 13.04.22, αντίγραφο της οποίας δόθηκε στους δικηγόρους των Εναγομένων, οι οποίοι δεν το αμφισβητούν. Αν οι Εναγόμενοι θεωρούσαν ότι η Ενάγουσα δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα στην υπόθεση αυτή μπορούσαν να προβούν στο κατάλληλο δικονομικό διάβημα (Lioufis and Co. Ltd v. Ανδρονίκου και άλλος (1996) 1 Α.Α.Δ. 773). Για τους δικούς τους λόγους που δεν είναι γνωστοί στο Δικαστήριο δεν το έπραξαν.
Στη βάση των πιο πάνω, το ζήτημα που οι Εναγόμενοι έχουν εγείρει κρίνεται αβάσιμο και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
(β) νομικά επειδή η Ενάγουσα δεν έχει ποτέ αποκτήσει δικαιώματα και δεν μπορεί να επικαλείται τις πρόνοιες του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 (Ν.169(Ι)/2015)
Η προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ασχολείται ακροθιγώς με το θέμα αυτό. Τούτο επειδή το ζήτημα τέθηκε στο στάδιο εκείνο ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο γενικό και αόριστο χωρίς συγκεκριμένη νομική επιχειρηματολογία. Παραπέμπω στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση μου, το περιεχόμενο της οποίας ισχύει.
Ωστόσο μέσα από τη γραπτή τελική αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων επανέφερε το ζήτημα για εξέταση μέσα από σαφή και εξειδικευμένο πλαίσιο στη βάση συγκεκριμένης νομικής επιχειρηματολογίας (σελίδες 1-6). Όπως είπε, οι πρόνοιες του Ν.169(Ι)/2015 δεν τυγχάνουν εφαρμογής επειδή η Ενάγουσα δεν δικαιούταν να χρησιμοποιήσει τις πρόνοιες του άρθρου 18 της εν λόγω νομοθεσίας αφού οι οφειλές των Εναγομένων στην Τράπεζα ξεπερνούσαν το ποσό των €1,000,000 κατά το χρόνο πώλησης των πιστωτικών διευκολύνσεων, όπως ορίζει το άρθρο 3 του νόμου.
Θα πρέπει να λεχθεί ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (Τεκμήριο 2). Παράλληλα από τις 08.08.18 η Ενάγουσα κατέχει άδεια εξαγοράς πιστώσεων, η οποία εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (Τεκμήριο 3). Επομένως, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν.169(Ι)/2015, ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Ενάγουσα αναγνωρίζεται νομικά από την εν λόγω νομοθεσία ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων η οποία δικαιούται να εξαγοράζει πιστωτικές διευκολύνσεις, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση. Ουσιώδης χρόνος καθορίζεται το χρονικό σημείο που οι επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις εξαγοράστηκαν από την Ενάγουσα. Έχοντας υπόψη μου ότι οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις εξαγοράστηκαν στις 30.05.19 που τέθηκε σε ισχύ το Διάταγμα ημερ. 23.05.19 του Ε.Δ. Λευκωσίας δυνάμει του Σχεδίου Διακανονισμού που εγκρίθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 372/2019, προκύπτει ότι ουσιώδης χρόνος είναι η 30η Μαΐου 2019. Έπεται ότι όταν η Ενάγουσα εξαγόραζε τις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα ήταν αδειούχα να το πράττει διαθέτοντας σχετική άδεια που είχε εξασφαλίσει από την αρμόδια αρχή.
Το άρθρο 3(1)(β) του Ν.169(Ι)/2015, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σημειώνει ότι οι πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας εφαρμόζονται σε πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που ορίζονται ως τέτοιες στην Σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 (2003/361/ΕΕ) όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων δεν υπερβαίνει το €1.000.000. Στην παρούσα υπόθεση ουδέποτε οι Εναγόμενοι προέβαλαν τη θέση και ουδέποτε προώθησαν ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 1 εντάσσεται στην κατηγορία των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Σε τελευταία ανάλυση ουδέποτε αμφισβήτησαν τη θέση της Ενάγουσας ότι στην περίπτωση της Εναγομένης 1 τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.169(Ι)/2015 και ειδικότερα οι διατάξεις του άρθρου 3 της εν λόγω νομοθεσίας προβάλλοντας το μέγεθος της επιχείρησης της Ενάγουσας ως παράγοντα που καθιστά την περίπτωση αυτή εκτός του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας. Την ίδια στιγμή ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από τους Εναγομένους για το μέγεθος της επιχείρησης της Εναγομένης 1 και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία που να κατατάσσει την Εναγόμενη 1 εταιρεία στον ορισμό είτε της πολύ μικρής επιχείρησης είτε της μικρής επιχείρησης είτε της μεσαίας επιχείρησης που παρέχεται από το σχετικό Ευρωπαϊκό Παράρτημα. Η δε αντεξέταση που έτυχε ο ΜΕ κάθε άλλο παρά προωθεί τέτοια θέση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα Πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 24.01.25, σελίδα 7, σημεία 25-34:
«Ε. Από τα στοιχεία του φακέλου σας, κύριε μάρτυς, γνωρίζετε πόσους
|
|
υπαλλήλους είχε η Εναγόμενη 1; |
|
Α. |
Όχι, δεν γνωρίζω. |
|
Ε. |
Γνωρίζετε την έκταση των επιχειρήσεων της; Τον κύκλο των εργασιών |
|
|
της; |
|
Α. |
Να επαναλάβω ότι, επειδή εγώ δεν είμουν παρών κατά τη συνομολόγηση |
|
|
των διευκολύνσεων αυτών, δεν είμουν στη διαδικασία έγκριση των |
διευκολύνσεων. Για να τα γνώριζα αυτά θα έπρεπε να ήμουν παρών τότε για να έχω την πλήρη εικόνα της εταιρείας τη δεδομένη στιγμή, να ζητήσω αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών της εταιρείας, κάτι το οποίο δεν είχα κάποια σχέση εγώ με αυτά τη δεδομένη στιγμή. Εξήγησα πότε ο λογαριασμός αυτός ήρθε στα δικά μου πλαίσια καθηκόντων.»
Η νομολογία στην οποίαν με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων, με κάθε σεβασμό, δεν είναι ούτε δεσμευτική και ούτε καθοδηγητική. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού, δεν έχει καταδειχτεί ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη διαδικασία ακρόασης που διεξήχθη στις αναφερόμενες υποθέσεις (και όχι απλά το ίδιο νομικό επιχείρημα που προβάλλεται) ταυτίζονται μ’ αυτές της προκειμένης περίπτωσης ώστε το νομικό σκεπτικό των επικαλούμενων αποφάσεων να μπορεί να ληφθεί υπόψη και εδώ.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, ο εν λόγω ισχυρισμός των Εναγομένων δεν μπορεί παρά να είναι έκθετος σε απόρριψη.
(2) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ.9:
(α) από τις καταστάσεις λογαριασμών
Είναι η θέση των Εναγομένων ότι απουσιάζει η προϋπόθεση του εδαφίου (3) του άρθρου 22 του Κεφ.9 με αποτέλεσμα να μην έχει αποδειχτεί το πραγματικό υπόλοιπο. Το επίμαχο εδάφιο σημειώνει τα εξής:
«Αντίγραφο της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάµει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί περαιτέρω ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί µε την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό.
Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο µε την αρχική καταχώριση.»
Σύμφωνα με τους Εναγομένους, οι καταστάσεις λογαριασμών από τις οποίες έχουν ετοιμαστεί οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών και έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια δεν είναι πιστό αντίγραφο των αρχικών καταχωρίσεων της Τράπεζας επειδή δεν υπάρχει μαρτυρία ότι συγκρίθηκαν και είναι ορθά με τις εν λόγω αρχικές καταχωρίσεις. Επίσης επειδή δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Ενάγουσα έλαβε πράγματι ορθό αντίγραφο των αρχικών καταχωρίσεων της Τράπεζας. Ακόμη τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν το τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών καθότι οι συμβάσεις καταρτίστηκαν με την Τράπεζα η οποία προχώρησε στο άνοιγμα των λογαριασμών και η οποία λειτουργούσε τους λογαριασμούς ως το τραπεζικό της βιβλίο κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της. Επιπλέον το τραπεζικό βιβλίο δεν φυλασσόταν κατά τη λειτουργία του από την Ενάγουσα. Περαιτέρω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία πιστής και ορθής μεταφοράς, μεταβίβαση αντιγραφής ή και ανάληψης των τραπεζικών βιβλίων της Τράπεζας από την Ενάγουσα. Κατά τους Εναγομένους, η αρχική καταχώρηση έγινε στην Τράπεζα ενώ όταν ο ΜΕ εκτύπωσε καταστάσεις λογαριασμών ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας, χωρίς έτσι να έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει τις αρχικές καταχωρήσεις με αυτά που έλαβε η Ενάγουσα και εκτύπωσε ο μάρτυρας για να μπορεί να επιβεβαιώσει ότι αυτά που παρήγαγε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι ορθά και συμφωνούν εφόσον ο ίδιος δεν είχε λάβει μέρος στη διαδικασία μεταφοράς από την Τράπεζα στην Ενάγουσα.
Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι ο μάρτυρας εργάστηκε στην υπηρεσία της Τράπεζας από τις 29.03.13 μέχρι και τις 17.01.20. Εργαζόταν στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών που ήταν η πλέον αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας που ασχολείτο με περιπτώσεις όπως την παρούσα υπόθεση. Οι επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις μαζί με τις εξασφαλίσεις τους τελούσαν υπό τον έλεγχο της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Ο ΜΕ ήταν λειτουργός που είχε τον χειρισμό της υπόθεσης. Ήταν υπεύθυνος για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των επίμαχων λογαριασμών δανείων. Ήταν αυτός που κατά το χρόνο εκείνο είχε τα σχετικά έγγραφα υπό την κατοχή και ασφαλή φύλαξη του. Σαφώς τα πιο πάνω στοιχεία, πληροφορίες και έγγραφα αποτελούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου της Τράπεζας εντός της έννοιας των προνοιών του άρθρου 22 του Κεφ.9.
Ο ΜΕ γνωρίζει με βεβαιότητα ότι η Τράπεζα διατηρούσε καθ’ όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή καθώς επίσης ηλεκτρονικό αρχείο. Στο σύστημα που τηρείτο για το τραπεζικό βιβλίο με ηλεκτρονική μορφή φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούσαν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων λογαριασμών από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι και την μεταφορά τους στην Ενάγουσα. Επρόκειτο για πράξεις που γίνονταν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Παράλληλα ο μάρτυρας γνωρίζει με βεβαιότητα ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι και τις 29.05.19, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και καθ’ όλον το χρόνο βρισκόταν και βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους πιο πάνω λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και αποτελούσαν το αρχείο καθώς και το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας μέχρι τις 29.05.19, ημερομηνία κατά την οποία η Τράπεζα υποκαταστάθηκε από τους Ενάγοντες.
Ο ΜΕ ήταν αυτός που είχε την ευθύνη παρακολούθησης των επίδικων λογαριασμών. Αυτό τον καθιστά γνώστη του περιεχομένου και της κίνησης των επίμαχων λογαριασμών δανείων που διατηρούνταν στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας. Ο ίδιος, ως εκ της θέσης και των επαγγελματικών καθηκόντων του, είχε καθημερινή, συνεχή και απρόσκοπτη πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας. Την ίδια στιγμή, ως εκ του επαγγελματικού ρόλου του στην υπηρεσία της Τράπεζας και της πρόσβασης που είχε στα έγγραφα της υπόθεσης, είναι σε θέση να αναγνωρίζει τα σχετικά έγγραφα αλλά και το περιεχόμενο τους.
Κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας, ο ΜΕ βρισκόταν στην υπηρεσία της Τράπεζας και συγκεκριμένα στο ίδιο τμήμα και στην ίδια θέση με τα ίδια καθήκοντα και με τον ίδιο ρόλο στην υπόθεση αυτή. Από τις 18.01.20 μέχρι 02.05.22 ανήκε στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Ειδικότερα εργαζόταν πάλι στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών αλλά της Ενάγουσας, κατέχοντας αντίστοιχη θέση και έχοντας τα ίδια καθήκοντα. Δηλαδή ήταν λειτουργός που είχε υπό την εποπτεία και έλεγχο του τους επίμαχους λογαριασμούς δανείων. Ο ΜΕ γνώριζε με βεβαιότητα ότι η Ενάγουσα διέθετε μητρώο, περιλαμβανομένου ηλεκτρονικό αρχείο.
Εδώ, με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, δεν πρόκειται για τραπεζικό βιβλίο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του Κεφ.9 αλλά για τήρηση και λειτουργία αρχείου της επιχείρησης της Ενάγουσας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 35 της εν λόγω νομοθεσίας. Κατά το χρόνο που ο μάρτυρας εργαζόταν στην Ενάγουσα παρακολουθούσε τους ίδιους επίμαχους λογαριασμούς και είχε πρόσβαση στα ίδια έγγραφα που βρίσκονταν υπό την κατοχή και ασφαλή φύλαξη του. Ο ΜΕ ήταν σε θέση να διαπιστώσει αν υπήρχε παρέμβαση ή αλλοίωση στο περιεχόμενο των καταχωρήσεων, πλην όμως δεν αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο. Μάλιστα εκείνο που δήλωση μέσα από την ένορκη μαρτυρία του ήταν ότι το σύστημα πληροφόρησης μεταφέρθηκε αυτούσιο από την Τράπεζα στην Ενάγουσα. Μπορεί ο ΜΕ να μην είχε τεχνική ανάμιξη στη μεταφορά του τραπεζικού βιβλίου στο αρχείο της Ενάγουσας αλλά σύγκριση των πληροφοριών, των στοιχείων αλλά και των εγγράφων αυτών που είχε πρόσβαση στην Ενάγουσα μ’ αυτών που είχε πρόσβαση προηγουμένως στην Τράπεζα αρκεί για να διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για τα ίδια δεδομένα χωρίς παρέμβαση ή αλλοίωση τους.
Μέρος της αποδεκτής μαρτυρίας του επισημαίνει ότι από τις 30.05.19 το ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους πιο πάνω λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και από τις 30.05.19 της Ενάγουσας.
Από το ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί πλέον η Ενάγουσα και στο οποίο έχουν μεταφερθεί πλήρως όλες οι συναλλαγές και πράξεις που σχετίζονται με τους επίδικους λογαριασμούς ως αυτές αναφέρονταν στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, κατόπιν εντολής του ΜΕ παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή, όλες οι καταστάσεις των λογαριασμών δανείων οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας.
Σαφώς τα πιο πάνω στοιχεία, πληροφορίες και έγγραφα αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Ενάγουσας εντός της έννοιας των προνοιών του άρθρου 35 του Κεφ.9.
Από τις 02.05.22 ο ΜΕ εργάζεται στην Gordian Servicing Limited. Βρίσκεται στην ίδια υπηρεσία έχοντας τα ίδια καθήκοντα. Εποπτεύει και ελέγχει τους ίδιους επίμαχους λογαριασμούς και έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο της εν λόγω εταιρείας και σε έγγραφα που βρίσκονταν υπό την κατοχή και ασφαλή φύλαξη του. Και εδώ το ζήτημα εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 35 του Κεφ.9. Ο ΜΕ ως αρμόδιος λειτουργός με υπεύθυνη θέση ήταν αυτός που παρουσίασε στο Δικαστήριο τους λογαριασμούς δανείων και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών. Ήταν αυτός που ετοίμασε και έλεγξε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών δανείων και τις μετέφερε αυτούσια από την Τράπεζα στην Ενάγουσα και μετέπειτα στην Gordian Servicing Limited εκτυπώνοντας τις τελικά, χωρίς παρέμβαση ή αλλοίωση επί των καταχωρήσεων τους. Ήταν αυτός που βάση των λογαριασμών αυτών ετοίμασε, έλεγξε και εκτύπωσε τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών. Είναι αυτός που κατάθεσε στο Δικαστήριο τα πρωτότυπα συμφωνητικά έγγραφα και άλλα επικουρικά έγγραφα.
Σαφώς τα πιο πάνω στοιχεία, πληροφορίες και έγγραφα αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Gordian Servicing Limited εντός της έννοιας των προνοιών του άρθρου 35 του Κεφ.9. Η δε δήλωση του ΜΕ ότι κατά το χρόνο μεταβίβασης το αρχείο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο από την Τράπεζα στην Ενάγουσα σε συνδυασμό με την αναφορά του ότι όλα τα δεδομένα που είχε αρχικά ενώπιον του εξακολουθούν να έχουν την ίδια μορφή κατά την παρουσία του στην
Gordian Servicing Limited καθιστούν σαφές ότι το τραπεζικό βιβλίο και αρχείο της Τράπεζας για την υπόθεση αυτή μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Ενάγουσα καθιστώντας το μέρος του αρχείου της επιχείρησης της και ακολούθως και αυτό με τη σειρά του μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Gordian Servicing Limited καθιστώντας το μέρος του αρχείου της επιχείρησης της, χωρίς να υπάρξει στην πορεία οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλοίωση επί του περιεχομένου του.
Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η νομολογία στην οποίαν με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων. Συμφωνώ με τις νομικές αρχές που εκτίθενται. Ωστόσο τα δεδομένα τους διαφέρουν από αυτά της παρούσας υπόθεσης, οπότε το αποτέλεσμα τους δεν μπορεί να είναι το ίδιο μ’ αυτό της προκειμένης περίπτωσης.
Στη βάση των πιο πάνω, το συγκεκριμένο επιχείρημα των Εναγομένων κατέρρευσε ως αβάσιμο.
(β) δεν κατατέθηκε μαρτυρία από υπάλληλο της πρώην Λαϊκής και από υπάλληλο της Τράπεζας (της παρούσας αγωγής)
Είναι η θέση των Εναγομένων ότι ο ΜΕ κατά τον χρόνο της ένορκης μαρτυρίας του στο Δικαστήριο δεν ήταν τραπεζικός υπάλληλος τόσο της πρώην Λαϊκής όσο και της Τράπεζας (της παρούσας αγωγής) και ως εκ τούτου δεν έχουν αποδειχτεί οι προϋποθέσεις που θέτουν οι πρόνοιες του άρθρου 22 του Κεφ.9.
Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, οι πρόνοιες που πρέπει να τύχουν εφαρμογής είναι αυτές του άρθρου 35 του Κεφ.9. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο μάρτυρας είναι αρμόδιος λειτουργός στην Gordian Servicing Limited και κατέχει υπεύθυνη θέση στην εν λόγω επιχείρηση. Είναι αυτός που ετοίμασε και παρουσίασε ενόρκως στο Δικαστήριο τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών δανείων, τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών τα πρωτότυπα συμφωνητικά έγγραφα και άλλα επικουρικά έγγραφα, ως μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Gordian Servicing Limited. Είναι αυτός που βεβαιώνει ότι το εν λόγω σύστημα πληροφόρησης είχε μεταφερθεί αυτούσιο και στην ίδια μορφή από την Τράπεζα στην Ενάγουσα και έπειτα στην Gordian Servicing Limited, χωρίς παρέμβαση ή αλλοίωση επί του περιεχομένου του. Κατά το χρόνο της μεταφοράς από την Τράπεζα στην Ενάγουσα, ο μάρτυρας ήταν τραπεζικός υπάλληλος, αρμόδιος λειτουργός για την υπόθεση αυτή που κατείχε υπεύθυνη θέση στην Τράπεζα με ότι αυτό μπορεί να αξίζει. Κατά το χρόνο της μεταφοράς από την Ενάγουσα στην Gordian Servicing Limited, ο μάρτυρας ήταν αρμόδιος λειτουργός της Ενάγουσας που ασχολείτο με την υπόθεση αυτή κατείχε υπεύθυνη θέση με ότι αυτό μπορεί να αξίζει. Είναι αυτός που, ως εκ της θέσεως του και των επαγγελματικών καθηκόντων του που ήταν τα ίδια κατά το χρόνο εργασίας τους στην Τράπεζα, Ενάγουσα και Gordian Servicing Limited, διαχρονικά επόπτευε, παρακολουθούσε και χειριζόταν τις επίμαχες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγομένης 1 και των συναφών εξασφαλίσεων-εγγράφων εγγύησης της ιδίας αλλά και του Εναγομένου 2 έχοντας απρόσκοπτη πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο και υπό την κατοχή και ασφαλή φύλαξη του όλα τα σχετικά έγγραφα, είχε την δυνατότητα να συγκρίνει τις αρχικές καταχωρίσεις της Τράπεζας μ’ αυτές που είχαν μεταφερθεί πρώτα στην Ενάγουσα και στη συνέχεια στην Gordian Servicing Limited διαπιστώνοντας ότι ήταν ακριβώς οι ίδιες χωρίς οποιαδήποτε μορφής παρέμβασης ή αλλοίωσης επί του περιεχομένου τους
Κατά συνέπεια, η εγειρόμενη θέση των Εναγομένων στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
(γ) Η θέση ότι η Ενάγουσα ανέλαβε να αποδείξει το κατ’ ισχυρισμό χρέος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του Κεφ.9
Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους δεν συμμερίζομαι την θέση τους αυτή. Η Ενάγουσα δεν είναι τραπεζικό ίδρυμα που διεξάγει τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη νομοθεσία. Είναι εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Η ιδιότητα της είναι να αγοράζει πιστωτικές διευκολύνσεις για επενδυτικούς σκοπούς. Προς τούτο κατέχει σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή και στον τομέα αυτό πραγματοποιεί τις επαγγελματικές δραστηριότητες της. Σε τελευταία ανάλυση, η Ενάγουσα είναι επιχείρηση και συνεπώς εκείνο που οφείλει να αποδείξει, μεταξύ άλλων, είναι ότι τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί, εκ μέρους και για λογαριασμό της από τον ΜΕ, ήταν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της δυνάμει των προνοιών του άρθρου 35
του Κεφ.9. Για να το πετύχει αυτό πρέπει να καταδείξει αυτούσια ότι μέρος του τραπεζικού βιβλίου της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσια ως μέρος της επιχείρησης της Ενάγουσας και έπειτα αυτό με τη σειρά του μεταφέρθηκε αυτούσια και κατέστη μέρος της επιχείρησης της Gordian Servicing Limited, χωρίς οποτεδήποτε να υπήρξε στην πορεία από την αρχή μέχρι το τέλος παρέμβαση ή αλλοίωση επί του περιεχομένου τους. Αυτό επιχείρησε η Ενάγουσα να πράξει.
(3) Κατά το χρόνο της μαρτυρίας του ο ΜΕ δεν ήταν υπάλληλος είτε της Τράπεζας είτε της Ενάγουσας:
Σύμφωνα με τους Εναγομένους, επειδή η Ενάγουσα όφειλε να αποδείξει την κίνηση των αρχικών καταχωρήσεων με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Κεφ.9 θα έπρεπε να είχε προσκομίσει μαρτυρία από υπάλληλο της Τράπεζας. Εφόσον δεν το έπραξε αφού, ως επικαλούνται ο ΜΕ κατά τον χρόνο της κατάθεσης του στο Δικαστήριο δεν ήταν υπάλληλος ούτε της Τράπεζας αλλά ούτε της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι ευσεβάστως εισηγούνται ότι δεν δόθηκε επαρκή, ικανή και αξιόπιστη μαρτυρία για απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας στη βάση των προνοιών του άρθρου 22 του Κεφ.9.
Με κάθε εκτίμηση στους Εναγομένους, η πιο πάνω θέση τους δεν με βρίσκει σύμφωνο. Έχω αναπτύξει εκτενώς το σκεπτικό μου προηγουμένως υπό τα σημεία (2)(α), (β) & (γ). Παραπέμπω στο περιεχόμενο τους χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω καθότι κάτι τέτοιο θα ήταν αχρείαστο. Για τους λόγους που εξηγώ, η θέση αυτή των Εναγομένων δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
(4) Θέση ότι ο Ν.169(Ι)/2015 είναι αντισυνταγματικός
Οι Εναγόμενοι ευσεβάστως εισηγήθηκαν ότι ο Ν.169(Ι)/2015 είναι αντισυνταγματικός επειδή, όπως λένε, προκαλεί σύγκρουση της Δικαστικής Εξουσίας με τη Νομοθετική Εξουσία. Ειδικότερα είναι η θέση τους ότι το άρθρο 18(4) του πιο πάνω νόμου συγκρούεται με τις πρόνοιες του άρθρου 163 του Συντάγματος που παρέχει εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να εκδίδει διαδικαστικό κανονισμό προς το σκοπό ρύθμισης διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου.
Η νομολογία υποδεικνύει ότι ζήτημα αντισυνταγματικότητας εγείρεται εξειδικευμένα και με πλήρη λεπτομέρεια (Νικολάου v. Βασιλείου (1999) 1Γ
Α.Α.Δ. 1566). Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος (Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 335, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3) (1996) 1 Α.Α.Δ. 315).
Με πλήρη σεβασμό στους Εναγομένους, αδυνατώ να αντιληφθώ πως οι πρόνοιες του άρθρου 18(4) του Ν.169(Ι)/2015 επεμβαίνουν στην άσκηση εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία πηγάζει από τις διατάξεις του άρθρου 163 του Συντάγματος. Ο εν λόγω ισχυρισμός τους περιορίστηκε σε γενικό και αόριστο επίπεδο. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν εξηγήσει και συνάμα αιτιολογήσει ποια συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 163 του Συντάγματος συγκρούεται με το λεκτικό του άρθρου 18(4) του Ν.169(Ι)/2015 και πως αυτό συμβαίνει. Ουδεμία λεπτομέρεια επί τούτων έχει δοθεί και κανένα πειστικό επιχείρημα έχει τεθεί ενώπιον μου που να δικαιολογεί την θέση αυτή που προέβαλαν.
Κατά συνέπεια, η θέση αυτή των Εναγομένων παρέμεινε μετέωρη και ως τέτοια απορρίπτεται.
(5) Το υπόλοιπο περιέχει χρεώσεις που δεν συνάδουν με τις πραγματικές διατιμήσεις του Euribor
Σύμφωνα με τους Εναγομένους, δεν έχει αποδειχτεί το πραγματικό υπόλοιπο, είτε αρνητικό είτε θετικό, λόγω λανθασμένης επιβολής του επιτοκίου λόγω λανθασμένης επιβολής του επιτοκίου Euribor ή/και λόγω αοριστίας των όρων της συμφωνίας αναφορικά με την επιβολή των διακυμάνσεων.
Βασικό επιχείρημα των Εναγομένων ήταν ότι στις συμβάσεις που προνοούσαν τη χρήση Euribor ως βασικό επιτόκιο, οι ίδιοι δεν απολάμβαναν το ύψος του Euribor που ίσχυε κατά την ετοιμασία της σύμβασης ως αφετηρία χρήσης αλλά κατά το χρόνο που γινόταν η εκταμίευση του ποσού, κατά παράβαση της σύμβασης.
Το 1ο δάνειο με αρ. λογαριασμό 069013004722 ήταν αυτό που σχετιζόταν με Euribor. Η σύμβαση του δανείου αυτού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8. Αν κάποιος ανατρέξει στον όρο 4(α) της εν λόγω σύμβασης θα διαπιστώσει ότι η συμφωνημένη χρέωση αυτής της πιστωτικής διευκόλυνσης ήταν στη βάση κυμαινόμενου επιτοκίου που θα αποτελείται από 6 μηνών Euribor κατά την ετοιμασία/εκτύπωση της σύμβασης, προσαυξημένο κατά 5%. Επομένως η θέση των Εναγομένων ότι το ύψος που θα χρεωνόταν αρχικά θα ήταν αυτό που ίσχυε κατά την ετοιμασία της σύμβασης με βρίσκει σύμφωνο. Όπως ρητά σημειώνεται στον εν λόγω όρο, κατά την ετοιμασία/εκτύπωση της σύμβασης το Euribor ανερχόταν στα 1,2225% ετησίως. Συνεπώς το συνολικό ύψος της ετήσιας επιβάρυνσης (Euribor + προσαύξηση) ανερχόταν στα 6,2225% ετησίως. Εκλαμβάνω ως ημερομηνία ετοιμασίας/εκτύπωσης της σύμβασης αυτή που αναγράφεται με σφραγίδα στο σώμα του συμφωνητικού εγγράφου καθώς επίσης κάτω από τις υπογραφές των συμβαλλομένων μερών. Αυτό καταδεικνύει ότι η ημερομηνία συνομολόγησης της σύμβασης είναι η ίδια μ’ αυτήν που υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Πρόκειται για τις 29.07.09.
Ο ΜΕ στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ευθέως ότι το ύψος του Euribor ως αφετηρία χρέωσης θα είναι αυτό που ισχύει κατά την ετοιμασία του συμφωνητικού εγγράφου (§15). Η εν λόγω αναφορά του ευθυγραμμίζεται πλήρως με το περιεχόμενο της σύμβασης. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι μέσα από την αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε επί τούτου, ο μάρτυρας είπε ότι ημερομηνία αφετηρίας για αρχική χρέωση Euribor ήταν η 31.07.09 που ήταν, όπως υπέδειξε, η ημερομηνία της πρώτης ανάληψης (πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 24.01.25, σελίδα 11, σημείο 17).
Στρεφόμενος στο Τεκμήριο 29 που είναι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του 1ου δανείου, παρατηρώ ότι στις 31.07.09 και για τους υπόλοιπους 6 μήνες η συνολική χρέωση επιτοκίου ανερχόταν στα 6,153% ετησίως, δηλαδή μικρότερο ύψος από αυτό που είχε συμφωνηθεί. Ήταν η πρώτη ημερομηνία που υπήρξε χρέωση στον συγκεκριμένο λογαριασμό δανείου. Συμπίπτει να είναι η ημερομηνία εκταμίευσης του ποσού του δανείου. Παρόλα αυτά, όπως καθίσταται αντιληπτό, το ύψος της συνολικής χρέωσης που στην πραγματικότητα έγινε για πρώτη φορά στις 3.07.09 ήταν μικρότερη από αυτό που προνοούσε η σύμβαση. Η επόμενη διαφοροποίηση επιτοκίου γίνεται μετά την παρέλευση 6 μηνών και έκτοτε κάθε 6 μήνες. Μπορεί κάποιος να το διαπιστώσει διαβάζοντας το Τεκμήριο 29. Επομένως, αν και θεωρητικά έχει δίκαιο ο ευπαίδευτος συνήγορος των
Εναγομένων σε ότι αφορά την ημερομηνία χρέωσης του Euribor ως αφετηρία χρήσης, εντούτοις στην πράξη οι Εναγόμενοι επωφελήθηκαν από τη χρήση μικρότερου ύψους από αυτό που είχε συμφωνηθεί.
Ίδια κατάσταση παρατηρείται στην τροποποιητική συμφωνία του 1ου δανείου. Πρόκειται για το Τεκμήριο 12. Το επιτόκιο θα ήταν κυμαινόμενο και θα αποτελείτο από 6 μηνών Euribor με αφετηρία το ύψος αυτού που ίσχυε κατά την ετοιμασία/εκτύπωση της σύμβασης, προσαυξημένο κατά 5,750%. Όπως ρητά σημειώνεται στον εν λόγω όρο, κατά την ετοιμασία/εκτύπωση της σύμβασης το Euribor ανερχόταν στα 1,301% ετησίως. Συνεπώς το συνολικό ύψος της ετήσιας επιβάρυνσης (Euribor + προσαύξηση) ανερχόταν στα 7.051% ετησίως. Εφαρμόζοντας το ίδιο σκεπτικό ως και με την αρχική συμφωνία, εκλαμβάνω ως ημερομηνία ετοιμασίας/εκτύπωσης του τροποποιητικού εγγράφου την 29.03.11 που είναι η ημερομηνία συνομολόγησης της και ταυτόχρονα ο χρόνος που υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Μέσα από το Τεκμήριο 29 παρατηρώ ότι στις 31.03.11 και για τους υπόλοιπους 6 μήνες η συνολική χρέωση επιτοκίου ανερχόταν στα 7,051% ετησίως, δηλαδή στο ύψος που είχε συμφωνηθεί. Μπορεί η ημερομηνία να μην ήταν η 29η Μαρτίου 2011, ως θα έπρεπε να δείχνει, αλλά η αμέσως προηγούμενη χρέωση ήταν 6.30100%, δηλαδή μικρότερη από αυτό που είχε συμφωνηθεί. Από αυτά τα δεδομένα δεν προκύπτει οι Εναγόμενοι να υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά.
Συνεπώς η θέση αυτή των Εναγομένων απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Οι Εναγόμενοι περαιτέρω αμφισβητούν την ορθότητα του Τεκμηρίου 33 που είναι ο πίνακας μεταβολών του Euribor με πηγή πληροφόρησης το European Money Market Institute (EMMI). Η σύμβαση παραπέμπει σε πληροφόρηση μέσα από δημοσίευση στη σελίδα Reuters Euribor01 (σε οποιαδήποτε άλλη σελίδα τη διαδεχτεί) κατά την 11:00 π.μ. (ώρα Βρυξελλών) δύο ημέρες πριν την έναρξη της περιόδου επιτοκίου.
Είναι γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε διαφορετικός χώρος για να εξαχθούν οι πληροφορίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στο European Money Market Institute (EMMI) από όπου αντλήθηκαν οι μεταβολές του Euribor περιέχονται εσφαλμένες πληροφορίες. Η θέση των Εναγομένων ότι επειδή πρόκειται για διαφορετική πηγή οι πληροφορίες είναι λανθασμένες και άρα οι υπολογισμοί που έγιναν είναι και αυτοί λανθασμένοι με αποτέλεσμα τα κατ’ ισχυρισμό χρεωστικά υπόλοιπα να είναι επίσης λανθασμένα, άρα δεν αποδείχτηκαν τα πραγματικά ποσά της απαίτησης, με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, στερείται λογικής. Ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από μέρους των Εναγομένων, η οποία να αποδεικνύει ότι οι πληροφορίες του European Money Market Institute (EMMI) είναι λανθασμένες όπως όφειλαν να πράξουν, ως οι διάδικοι που το επικαλέστηκαν.
Η μη προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας καθιστά τον εν λόγω ισχυρισμό των Εναγομένων έκθετο σε απόρριψη.
Επιπλέον οι Εναγόμενοι αμφισβητούν την εγκυρότητα του Τεκμηρίου 55. Δεν χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε σχέση με το θέμα αυτό παρά μόνο να επισημάνω ότι δεν υπάρχει κατατεθειμένο στην παρούσα υπόθεση τεκμήριο αριθμημένο ως 55.
Προειδοποιητικές Επιστολές και Επιστολές Τερματισμού:
Έχω σχολιάσει προηγουμένως το θέμα αυτό μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ. Αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι στους Εναγομένους αποστάληκαν προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 14.01.25 (μέρος του Τεκμηρίου 24), τις οποίες οι τελευταίοι παρέλαβαν. Με τις επιστολές αυτές οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να διευθετήσουν τις επικαλούμενες οικονομικές εκκρεμότητες τους εντός 21 ημερών. Επειδή, ως επίσης είναι εύρημα του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των προειδοποιητικών επιστολών, τους αποστάληκαν επιστολές ημερ. 06.10.15 που οι Εναγόμενοι παρέλαβαν με τις οποίες τερματίστηκαν οι συμβάσεις και οι λογαριασμοί των επίμαχων δανείων καθιστώντας αμέσως απαιτητά και πληρωτέα όλα τα επικαλούμενα χρεωστικά υπόλοιπα που είχαν προκύψει (μέρος του Τεκμηρίου 24).
Η δημιουργία χρεωστικών υπολοίπων με την καθυστέρηση και/ή παράλειψη πληρωμής δόσεων από τους Εναγομένους και η συνέχιση επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς από αυτούς παρά την προειδοποίηση όπως αυτή αποκατασταθεί εντός χρονικού διαστήματος που έχει καθοριστεί, συνιστά ουσιώδη παράβαση της σύμβασης. Με τον καθορισμό εύλογου χρονικού διαστήματος, ο χρόνος αποπληρωμής της παράβασης κατέστη ουσιώδης όρος της σύμβασης. Η αποτυχία συμμόρφωσης εντός καθορισμένης περιόδου που συνιστά εύλογο χρόνο, αποτελεί παράβαση ουσιώδη όρου (Chitty on Contracts 27η έκδοση, παράγραφος 21013). Με βάση την νομολογία παράβαση ουσιώδη όρου στη σύμβαση δίδει δικαίωμα στον αθώο συμβαλλόμενο μέρος να τερματίσει τη σύμβαση (Παπαργυρού v. Μιχαηλίδης Πολιτική Έφεση Αρ. 215/2010 ημερ. 27.09.16). Παράλληλα ο όρος 3 των Τεκμηρίων 8, 16 & 19 (σύμβαση δανείου) επιτρέπει στην Τράπεζα να προβεί σε τερματισμό της σύμβασης και κατ’ επέκταση της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου.
Από τα πιο πάνω καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι υπήρξε συμμόρφωση από μέρους της Τράπεζας με τις πρόνοιες των όρων των συμβάσεων και των συμφωνητικών εγγράφων. Η Τράπεζα ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείτο από τις πρόνοιες των εγγράφων. Με βάση τους όρους αυτούς η Ενάγουσα προχώρησε σε τερματισμό των συμφωνητικών εγγράφων. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, καταλήγω στο επίσης ασφαλές συμπέρασμα ότι τα συμφωνητικά έγγραφα έχουν ορθά, δεόντως, δικαιολογημένα και νόμιμα τερματιστεί στις 06.10.15. Επίσης καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο τερματισμός των συμβάσεων και της λειτουργίας των τριών επίμαχων λογαριασμών δανείων είναι ορθός, νόμιμος, έγκυρος και σύμφωνα με τις πρόνοιες των συμφωνητικών εγγράφων. Χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει την νομιμότητα και εγκυρότητα των εν λόγω επιστολών τερματισμού υπό αμφισβήτηση, τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά.
Ζημιές και/ή απώλειες που προκλήθηκαν:
Η πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων 1 &2 προκάλεσε ζημιές και απώλειες στην Ενάγουσα. Το ύψος των ζημιών και των απωλειών της είναι το σύνολο των χρεωστικών υπολοίπων στους επίμαχους λογαριασμούς δανείων.
Ύπαρξη συμβατικού χρέους:
Σε υπόθεση κατ' ισχυρισμό συμβατικού χρέους, όπως είναι η παρούσα αγωγή, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση της Τράπεζας για ύπαρξη συμβατικού χρέους είναι η σύναψη της σύμβασης δανείου μαζί με τους όρους της, η εκταμίευση του ποσού της πιστωτικής διευκόλυνσης, η παράβαση όρου της σύμβασης, ο τερματισμός της σύμβασης μαζί με το οφειλόμενο υπόλοιπο και το χρεωστικό υπόλοιπο που δημιουργήθηκε συνεπεία του τερματισμού του συμφωνητικού εγγράφου (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.α. (2010) 1 Α.Α.Δ. 829). Η θεμελίωση τους εδράζεται μέσα από το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό.
Στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν παραδεκτά γεγονότα και κατ’ επέκταση ευρήματα του Δικαστηρίου:
(α) η σύναψη τριών συμβάσεων δανείων (Τεκμήρια 8, 16 & 19) μαζί με τροποποιητικά συμφωνητικά έγγραφα, στη βάση των όρων των οποίων υπήρξε άνοιγμα και λειτουργία τριών λογαριασμών δανείων,
(β) συνεπεία αυτών των συμβάσεων εκταμιεύτηκαν τα ποσά των συμφωνημένων πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους €2.580,000, €310.000 και €460.000.
Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για παράβαση ουσιωδών όρων των συμφωνητικών εγγράφων. Έχω εξηγήσει με ποιο τρόπο υπήρξε παράβαση των συμβάσεων. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι συνεπεία αυτής της παράβασης, οι συμβάσεις τερματίστηκαν. Τα δε χρεωστικά υπόλοιπα που εμφανίζονται στις σχετικές αναδομημένες καταστάσεις των λογαριασμών δανείων κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και συνεπώς οφειλόμενα, ως αποτέλεσμα του τερματισμού των συμβάσεων.
Όπως ακόμη λέχθηκε πιο πάνω και συνιστά συμπέρασμα του Δικαστηρίου, η παράλειψη πληρωμής οφειλομένων ποσών από μέρους της Εναγομένης 1 συνιστά μη συμμόρφωση με τις συμβατικές οικονομικές υποχρεώσεις της. Η δημιουργία χρεωστικών υπολοίπων και η παράλειψη πληρωμής τους εντός εύλογου χρόνου που καθορίστηκε, παρά τις προειδοποιητικές επιστολές, αποτελεί παραβίαση ουσιώδη όρου των συμβάσεων παροχής και συνέχισης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων εξ’ υπαιτιότητας της Εναγομένης 1. Την ίδια στιγμή υπάρχει παραβίαση των εγγράφων εγγύησης / κάλυψης εξ’ υπαιτιότητας του Εναγομένου 2.
Η Εναγόμενη 1, ως πρωτοφειλέτης που είναι ευθύνεται για την πρόκληση ζημιών και εξόδων στην Ενάγουσα. Συνυπεύθυνοι στη πρόκληση ζημιών και εξόδων στην Ενάγουσα και συνάμα στην παραμονή χρεωστικών υπολοίπων (τριών λογαριασμών δανείων) είναι και ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητές / παροχέας κάλυψης που είναι.
Συνεπεία της παράβασης συμφωνητικών εγγράφων από τους Εναγομένους 1 και 2, η Ενάγουσα προχώρησε με τερματισμό τους. Ο εν λόγω τερματισμός κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος. Τα δε ολόκληρα υπόλοιπα κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά. Αυτά καθορίζουν την ύπαρξη συμβατικού χρέους.
Χρεώσεις:
Πέραν του πιο πάνω σχολιασμού, θεωρώ ορθό να επαναλάβω ότι ουδεμία συγκεκριμένη πράξη και καταχώρηση στον επίμαχο τρεχούμενο λογαριασμό έχουν αμφισβητηθεί για οποιοδήποτε συγκεκριμένο και συνάμα πειστικό λόγο. Επιπλέον δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα καμίας μαθηματικής πράξης και κανένας αριθμητικός υπολογισμός που περιέχεται στον εν λόγω λογαριασμό (Καλλικάς v.
Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1 Α.Α.Δ. 1238).
Προσδιορισμός ύψους συμβατικού χρέους:
Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να διευκρινίσω ότι έχω αποδεχτεί τα επιστημονικά δεδομένα βάση των οποίων έχουν ετοιμαστεί οι αναθεωρημένες / αναδομημένες καταστάσεις των λογαριασμών δανείων (Τεκμήρια 29, 30 & 31). Ουδεμία περί του αντιθέτου μαρτυρία που να καταρρίπτει την ορθότητα της κατάστασης αυτής έχει τεθεί ενώπιον μου. Αυτό σημαίνει ότι το ύψος των χρεωστικών υπολοίπων που αναλύονται και παρουσιάζονται στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών γίνεται αποδεχτό.
Επομένως το Δικαστήριο αποδέχεται και αποτελεί συμπέρασμα του ότι κατά την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι 06.10.15, τα πραγματικά χρεωστικά υπόλοιπα από τους τρεις επίμαχους λογαριασμούς δανείων ανέρχονται σε €2.861.226.29 πλέον τόκους μέχρι εξόφλησης (1ο δάνειο – Τεκμήριο 29), €341.900.81 (2ο δάνειο - τεκμήριο 31) πλέον τόκους μέχρι εξόφλησης και €533.233.581 (3ο δάνειο - τεκμήριο 30), του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.
Εναγόμενος 2 - Συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης
Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2 παρείχε εξασφαλίσεις για την κάλυψη των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1. Όπως ήδη λέχθηκε, οι εγγυήσεις ήταν συνδυασμός συνεχόμενης μορφής μέχρι την εξόφληση των υπολοίπων των συμβάσεων που αφορούσαν τα ποσά €2.580,000, €310.000 και €460.000 πλέον τόκους (Τεκμήρια 8, 16 & 19) και περιορισμός μέχρι ποσού €66.000 πλέον τόκους (Τεκμήριο 20).
Ο τερματισμός των συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη1 λόγω μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της και η ύπαρξη συμβατικού χρέους που παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με την γραπτή ειδοποίηση για το γεγονός αυτό στον Εναγόμενο 2, ενεργοποιεί τις δεσμεύσεις του τελευταίου απέναντι στην Ενάγουσα, όπως αυτές πηγάζουν από τα πιο πάνω συμφωνητικά έγγραφα, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Συνεπώς η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για ποσό ίσο προς το ύψος του συμβατικού χρέους εναντίον του Εναγομένου 2 στη βάση των εγγράφων εγγύησης και αποζημίωσης που αυτός υπέγραψε.
Κατάληξη:
Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για:
|
(α) |
το ποσό των €436.795,50 πλέον τόκο προς 5,798% ετησίως επί ποσού €426.723,18 από 26.11.24 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 3οη Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης (1ο δάνειο – Τεκμήριο 29), |
|
(β) |
το ποσό των €582.853,85 πλέον τόκο προς 5,75% ετησίως επί ποσού €569.522,21 από 26.11.24 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 3οη Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης (2ο δάνειο – Τεκμήριο 31), |
|
(γ) |
το ποσό των €1.042.205,77 πλέον τόκο προς 7,25% ετησίως επί ποσού |
€1.012.326,91 από 26.11.24 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 3οη Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης (3ο δάνειο – Τεκμήριο 30).
Σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 Α.Α.Δ. 12, Ιωάννου και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου (2009) 1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Δεν υπάρχει αποχρών λόγος που να δικαιολογεί αποστέρηση των εξόδων από τον επιτυχών διάδικο και να μην τα επωμιστεί ο αποτυχών διάδικος που ευθύνεται για την γενεσιουργό αιτία των εξόδων.
Ως εκ τούτου, τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2.
(Υπ.) ……..........................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο