ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 550/2024 I-Justice Μεταξύ:
1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (HE χχχ), χχχ Λευκωσία
2. CCSRE REAL ESTATE COMPANY LTD (HE χχχ), χχχ Λευκωσία
Εναγουσών
και
ΧΧΧ ΤΣΙΓΓΑ (Α.Δ.Τ. χχχ), χχχ Πάφος
Εναγομένης
Αίτηση ημερομηνίας 11.03.25 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης
Ημερομηνία: 29.08.25
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα αρ.2-Αιτήτρια: κος Χρ. Σωτηρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη-Καθ’ ης η αίτηση: κα Ε. Πουλλά μαζί με κα Μ. Παναγή για
Ε. Πουλλά Δ.Ε.Π.Ε.
![]()
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση που υπεβλήθηκε στις 11.03.25 η Ενάγουσα αρ.2 (στο εξής η «Αιτήτρια») ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης για μέρος των θεραπειών που περιλαμβάνονται στο Έντυπο Απαίτησης και στην επισυνημμένη έκθεση απαίτησης που μαζί με την Ενάγουσα αρ.1 καταχώρησαν στις 22.11.24 εναντίον της Εναγομένης.
Με βάση το Έντυπο Απαίτησης, η Αιτήτρια επικαλείται ότι η Εναγόμενη παράνομα κατέχει, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή τα οποία βρίσκονται εντός του ακινήτου που περιγράφεται στα σημεία (Β), (Γ) και (Δ) των αιτουμένων τελικών θεραπειών (στο εξής το «επίμαχο ακίνητο»). Ένεκα του πιο πάνω ισχυρισμού της, η Αιτήτρια αξιώνει εναντίον της Εναγομένης:
|
(α) |
την έκδοση διατάγματος παράδοσης στην Αιτήτρια κενής και ελεύθερης κατοχής των πιο πάνω από την Εναγόμενη και/ή από τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή φιλοξενούμενους της (σημείο Β Εντύπου Έκθεσης Απαίτησης), |
|
(β) |
την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή φιλοξενούμενους της να εισέρχονται και να επεμβαίνουν στο ακίνητο και/ή στην ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή (σημείο Γ Εντύπου Έκθεσης Απαίτησης), |
|
(γ) |
Δηλωτική απόφαση ότι η Εναγόμενη και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή φιλοξενούμενοι της παράνομα κατέχουν, καρπώνονται και εκμεταλλεύονται το ακίνητο και/ή την ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή (σημείο Δ Εντύπου Έκθεσης Απαίτησης), |
|
(δ) |
ειδικές αποζημιώσεις για την περίοδο που παρήλθε από τότε που η Αιτήτρια θεωρεί ότι τα πιο πάνω της ανήκουν μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο ως ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω επικαλούμενων διαφυγόντων κερδών και/ή απώλειας διαφυγόντων κερδών και/ή απώλειας αξιοποίησης τους συνεπεία της επικαλούμενης παράνομης κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης τους από την Εναγόμενη (σημείο Ε Εντύπου Έκθεσης Απαίτησης), |
|
(ε) |
αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι θα υφίσταται κάθε μήνα λόγω |
απώλειας ενδιάμεσων οφελών από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο μέχρι εκκένωσης και παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου και/ή της ισόγειας κατοικίας με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή από την Εναγόμενη (σημείο ΣΤ Εντύπου Έκθεσης Απαίτησης).
Αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης διεκδικεί και η Ενάγουσα αρ. 1 για το χρονικό διάστημα που ισχυρίζεται ότι το ακίνητο και/ή η ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή της ανήκαν (σημείο Α Εντύπου Έκθεσης Απαίτησης).
Το μέρος των θεραπειών που ζητείται να κριθούν συνοπτικά αφορά τα διατάγματα και τη δηλωτική απόφαση. Πρόκειται για τις τελικές θεραπείες που η Αιτήτρια αξιώνει υπό τα σημεία (Β), (Γ) & (Δ) του Εντύπου Έκθεσης Απαίτησης.
Ενόψει του χρονικού σημείου που καταχωρίστηκε η υπόθεση αυτή, το δικονομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο βασίζεται η εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης διέπεται από τους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που τέθηκαν σε ισχύ από 01.09.23.
Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στα Μέρη 23 & 24 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη διακριτική ευχέρεια, πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧ Σιμιλλίδη, προϊσταμένης του τμήματος ανάκτησης κατοχής ακινήτων στην εταιρεία Dovalue Cyprus Ltd, η οποία διαχειρίζεται τα ακίνητα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα.
Στην ένορκη δήλωση καταγράφονται τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα αντιλαμβάνεται η πλευρά της Αιτήτριας. Επίσης σημειώνονται στοιχεία και προβάλλονται οι λόγοι που σύμφωνα με την ομνύουσα πληρούν τις προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Το σύνολο των γεγονότων που παρουσιάζονται προδιαγράφουν την εκδοχή της Αιτήτριας.
Η Εναγόμενη αντέδρασε στις 28.03.25 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης επί 12 λόγων. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η επιτυχία της υπό κρίση αίτησης.
Η νομική βάση της ένστασης της Εναγόμενης ουσιαστικά είναι η ίδια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις της Εναγομένης και του κυρίου ΧΧΧ Φιλίππου, οικονομικού συμβούλου σε τραπεζικά θέματα που ανέλαβε την οικονομική πτυχή της παρούσας υπόθεσης εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης. Στις ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη της Εναγομένης τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία μέσα από τις ένορκες δηλώσεις αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα προβάλλονται γεγονότα που παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης της Εναγομένης. Τα επικαλούμενα γεγονότα σκιαγραφούν την εκδοχή της Εναγομένης στην παρούσα υπόθεση.
Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των γραπτών δηλώσεων των διαδίκων (αίτησης και ένστασης). Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των γραπτών δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.
Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε θεσμούς πολιτικής δικονομίας και παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Κάποιοι λόγοι ένστασης θα εξεταστούν μαζί λόγω του κοινού στοιχείου τους, πάντοτε βέβαια υπό το πρίσμα του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.
Ξεκινώ την ενασχόληση μου από τον 11ο λόγο ένστασης με τον οποίον η Εναγόμενη εγείρει ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ώστε να δοθεί εικόνα ότι δεν υπάρχει Υπεράσπιση.
Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Ενάγουσας αρ.2) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση
(Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 αρ.2 Α.Α.Δ. 248, The Timberland Co. of
USA v. Evans & Sons Limited κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.
Γι’ αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ’ ου η αίτηση (εδώ η Εναγόμενη) δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή (εδώ η Ενάγουσα αρ.2) πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και που είναι σχετικά με την υπόθεση και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Η αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε περίπτωση μονομερούς εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην απόρριψη της αίτησης. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση της αίτησης.
Καθοδηγούμενος από τα πιο πάνω μπορεί να σημειωθεί ότι η πιο πάνω αναφορά της Εναγομένης θα είχε βαρύνουσα έως καταλυτική σημασία αν η υπό κρίση αίτηση προωθείτο μονομερώς. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό εξέταση αίτηση υπεβλήθηκε δια κλήσεως, ως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στην Εναγόμενη, η οποία από την αρχή έλαβε γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων που τη συνοδεύουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Εναγόμενη αμέσως συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση της παρουσίασε τις δικές της θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης υποχρέωσης για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και κατ’ επέκταση απόκρυψης στοιχείων ή προσκόμισης στοιχείων που θεωρούν παραπλανητικά επειδή η Εναγόμενη προστατεύεται από τέτοια τυχόν παραπλάνηση με την ευκαιρία που είχε από την αρχή να παραθέσει τις δικές της θέσεις, γεγονότα και στοιχεία στο Δικαστήριο προτού κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση συνοπτικής απόφασης, πράγμα που η Εναγόμενη έχει πράξει.
Στη βάση των πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Έπεται η εξέταση του 10ου λόγου ένστασης με τον οποίον η Εναγόμενη επικαλείται ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται καταχρηστικά και κακόπιστα.
Το βάρος απόδειξης ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από στοιχεία κατάχρησης και κακοπιστίας βρίσκεται στους ώμους της Εναγομένης που το ισχυρίστηκε. Η Εναγόμενη καλείται να στοιχειοθετήσει τον εν λόγω ισχυρισμό της στη βάση μαρτυρίας που θα προσκομίσει (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745).
Η Εναγόμενη αποδίδει κακοπιστία στο ότι η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μετά την επίδοση στις Ενάγουσες της απαίτησης και της ενδιάμεσης αίτησης της για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στην αγωγή αρ. 97/2025 του Ε.Δ. Πάφου. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι η Αιτήτρια επέλεξε το χρονικό αυτό σημείο ώστε η ίδια, δηλαδή η Εναγόμενη, να μην μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να θέσει τις δικές της θέσεις.
Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη αδυνατώ να αντιληφθώ τον συλλογισμό της. Η Εναγόμενη είναι αυτή που επέλεξε να καταχωρήσει ξεχωριστά την απαίτηση αρ. 97/2025 αντίς να καταχωρίσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης με την προσθήκη, αν βέβαια το επιθυμούσε, ως νέου διαδίκου την Dovalue Cyprus Ltd. Από τις 22.12.24 που καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης η Εναγόμενη μπορούσε να θέσει τις θέσεις της στην υπόθεση αυτή, αλλά για λόγους που δεν είναι γνωστοί στο Δικαστήριο δεν το έπραξε. Η Αιτήτρια επέλεξε να προωθήσει την υπόθεση της με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ασκώντας το δικαίωμα που της παρέχεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
Το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε αμέσως μετά την επίδοση της απαίτηση αρ. 97/2025 στην Αιτήτρια δεν μπορεί από μόνο του και στην απουσία άλλων στοιχείων να καταδείξει συμπεριφορά κακοπιστίας και κατάχρησης από μέρους της Αιτήτριας. Δεν αποτελεί πειστικό επιχείρημα που να με οδηγεί με ασφάλεια σε τέτοιο συμπέρασμα. Ενώπιον μου δεν έχουν τεθεί στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη κακοπιστίας και κατάχρησης στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης.
Η απουσία στοιχείων και σε κάθε περίπτωση επαρκούς μαρτυρίας από τα οποία να εξάγεται αβίαστα συμπέρασμα κατάχρησης και κακοπιστίας στην προώθηση της παρούσας αίτησης καθιστά τη θέση αυτή της Εναγομένης μετέωρη και ως εκ τούτου έκθετη σε απόρριψη, η οποία και απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Ακολούθως θα εξετάσω μαζί τους υπόλοιπους λόγους ένστασης (δηλαδή τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο και 12ο λόγους ένστασης) επειδή άπτονται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να ικανοποιούνται προκειμένου να δικαιολογείται η επιτυχία της υπό κρίση αίτησης. Είναι βασικά η θέση της Εναγομένης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Αιτήτρια θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται.
Το δικονομικό πλαίσιο που ισχύει είναι, όπως λέχθηκε προηγουμένως, οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί 2023. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει δικονομικά από το Μέρος 24 και έχει διακριτικό χαρακτήρα. Το Μέρος 24 είναι πανομοιότυπο με την αγγλική δικονομική διάταξη Practice Direction 24 των αγγλικών θεσμών πολιτικής δικονομίας που τέθηκαν σε ισχύ στις 26.04.99 και τροποποιήθηκαν στην πορεία (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Civil Procedure, Volume 1, έκδοση 2021, σελίδες 853-855).
Παρά τη θέσπιση του Μέρους 24 το γενικότερο πνεύμα που διέπει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εξακολουθεί να είναι το ίδιο μ’ αυτό της Δ.18 Θ.1 των παλαιών διαδικαστικών θεσμών. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η προστασία των διαδίκων από αδικαιολόγητες καθυστερήσεις παρέχοντας άμεση επίλυση επιδίκων ζητημάτων χωρίς την ανάγκη αχρείαστης αναμονής σε βάθος χρόνου, εφόσον βέβαια το επίδικο θέμα δεν χρειάζεται να αποτελέσει αντικείμενο εκδίκασης μέσα από συνήθη ακροαματική διαδικασία. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει κάθε φορά αν ενώπιον του βρίσκεται η κατάλληλη περίπτωση για να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Επειδή πρόκειται για δραστική διαδικασία με ιδιαιτερότητα που παρακάμπτει τη διεξαγωγή δίκης, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του εξουσία με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα αυστηρά κριτήρια που έχουν εξηγηθεί μέσα από τις αρχές της νομολογίας (Νικολάου Λίμιτεδ v. Adamco Construction Ltd (2005) 1Α Α.Α.Δ. 376). Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν κάποιος αναλογιστεί ότι οποιοσδήποτε έχει, δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος και των ανάλογων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί στην Κύπρο με το Ν.39/62 και των αναπόσπαστων πρωτοκόλλων που έχουν επίσης κυρωθεί με άλλες κυπριακές νομοθεσίες, δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο για να προβάλει την εκδοχή του και να εξεταστεί δίκαια εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο δικαστικό όργανο που νόμιμα έχει συσταθεί (Παναγιώτης Ζερβός v. Euroinvestment & Finance Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ. 1968). Η ανάγκη για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης δεν θα πρέπει να στερεί από τον εναγόμενο, στην κατάλληλη περίπτωση, το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του (Deme Diary Ltd κ.α. v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347).
Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενός εναγομένου είτε επί του συνόλου απαίτησης είτε επί κάποιου μέρους αυτής που στρέφεται εναντίον του. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να ενεργεί εντός του πεδίου αυτού παρέχεται μέσα από τον Κ.24.1(1) του Μέρους 24, οι πρόνοιες του οποίου αυτούσια αναφέρουν:
«To παρόν Μέρος παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη»
Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αφορά την έκδοση συνοπτικής απόφασης για μέρος των θεραπειών που ζητούνται στην έκθεση απαίτησης και αφορούν μόνο την Αιτήτρια (Ενάγουσα αρ.2). Έχω ήδη αναφέρει ότι επιδιώκεται η έκδοση συνοπτικής απόφασης που αφορά τις θεραπείες υπό τα σημεία (Β), (Γ) & (Δ) του Εντύπου Απαίτησης, το αντικείμενο των οποίων έχω παραθέσει.
Για να έχει η αίτηση συνοπτικής απόφασης προοπτική επιτυχίας θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά και ταυτόχρονα να ικανοποιούνται σωρευτικά συγκεκριμένες επιτακτικές προϋποθέσεις. Πρόκειται για συνδυασμό δικονομικών και ουσιαστικών παραμέτρων, πλην όμως πρέπει όλες να ισχύουν.
Προχωρώ ευθύς με την εξέταση των δικονομικών προϋποθέσεων.
Μία από τις δικονομικές προϋποθέσεις που τίθενται για να μπορεί κάποιος να αποταθεί για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι να έχει πρώτα καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης στην υπόθεση, εκτός αν έχει δοθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Ο Κ.24.3(1) του Μέρους 24 σημειώνει τα εξής:
«Ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.»
Παρόλο ότι δεν αναφέρεται ρητά εντούτοις προκύπτει ότι θα πρέπει να έχει καταχωριστεί και η έκθεση απαίτησης. Εφόσον το σημείωμα εμφάνισης, δυνάμει του Κ.10.4(1) & (2) του Μέρους 10, καταχωρείται 14 ημέρες από την επίδοση της έκθεσης απαίτησης στην περίπτωση που στο έντυπο απαίτησης δηλώνεται ότι θα ακολουθήσει έκθεση απαίτησης ή στην περίπτωση που η έκθεση απαίτησης επισυνάπτεται στο έντυπο απαίτησης 14 ημέρες από την επίδοση του εντύπου απαίτησης (αναπόφευκτα μαζί με την έκθεση απαίτησης) ή οποτεδήποτε πριν από την έκδοση απόφασης, συνάγεται ότι όταν καταχωρείται σημείωμα εμφάνισης η έκθεση απαίτησης έχει ήδη καταχωριστεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, στις 22.11.24 καταχωρίστηκε Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 μαζί με την Έκθεση Απαίτησης της υπόθεσης. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 23.12.24 η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και έπειτα στις 11.03.25 η Αιτήτρια προσέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Άντλησα τις πληροφορίες αυτές μετά που ανάτρεξα στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης αφού υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου ν. Οργανισμούς Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (1999) 1Γ Α.Α.Δ. 1938, Εύζωνος ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ Κύπρου (2016) 1 Α.Α.Δ. 2146).
Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, η εν λόγω προϋπόθεση ικανοποιείται.
Μία άλλη δικονομική προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται είναι αυτή που περιέχεται στις πρόνοιες του Κ.24.4(1) του Μέρους 24:
«Υπό την επιφύλαξη των προνοιών του παρόντος Μέρους, η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23.»
Η Ενάγουσα αποτάθηκε στο Δικαστήριο προωθώντας την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23, ως υποδεικνύεται από τον πιο πάνω κανονισμό. Πέραν του ότι στη νομική βάση της περιλαμβάνονται ρητά τα Μέρη 23 & 24, παρατηρώ ότι στην αίτηση δηλώνονται τα στοιχεία της Αιτήτριας και της Εναγομένης (Καθ’ ης η αίτησης) καθώς και προσδιορίζονται με σαφήνεια οι θεραπείες που ακριβώς ζητούνται. Περαιτέρω η αίτηση υπογράφεται από τον δικηγόρο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην διαδικασία αυτή και επιβεβαιώνεται με σχετική δήλωση αληθείας. Επίσης η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, στην οποίαν περιέχονται τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση εδράζεται.
Επομένως παρατηρώ ότι ικανοποιείται η συγκεκριμένη δικονομική προϋπόθεση.
Σύμφωνα δε με τον Κ.24.4(3) του Μέρους 24:
«Εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5(2).»
Εδώ διαπιστώνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και στην οποίαν επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, περιέχεται το μαρτυρικό υλικό επί του οποίου η εν λόγω αίτηση στηρίζεται, ως απαιτείται από τις πρόνοιες του πιο πάνω κανονισμού.
Συνεπώς η εν λόγω προϋπόθεση ικανοποιείται.
Ο Κ.24.4(2)(α) του Μέρους 24 περιλαμβάνει μία επιπλέον προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται. Ειδικότερα ο συγκεκριμένος κανονισμός απαιτεί η μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση να:
«προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής»
Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της υπό κρίση αίτησης περιέχεται στις δύο ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα για τα οποία γίνεται αναφορά μέσα από το περιεχόμενο τους με αποτέλεσμα να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τους. Ανάγνωση του περιεχομένου της καθιστά αντιληπτό ότι σ’ αυτές αναφέρονται γεγονότα, των οποίων η πλειονότητα των ουσιώδη είτε αποτελούν κοινό έδαφος είτε δεν αμφισβητήθηκαν ευθέως από την Εναγόμενη. Τα επικαλούμενα γεγονότα εξόφθαλμα προσδιορίζουν και συνάμα αναδεικνύουν νομικά σημεία ενώ παράλληλα παραπέμπουν σε διάφορα έγγραφα, επί των οποίων στηρίζεται η Αιτήτρια για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αίτησης της.
Κατά συνέπεια ικανοποιείται και αυτή η δικονομική προϋπόθεση.
Επιπλέον το εδάφιο (2)(β) του Κ.24.4 του Μέρους 24 θέτει μία άλλη δικονομική προϋπόθεση, η οποία όμως εξετάζεται διαζευκτικά αυτής που έχει σχολιαστεί αμέσως προηγουμένως (εδάφιο (2)(α) του Κ.24.4 του Μέρους 24). Η χρήση της φράσης «ή/και» ανάμεσα στα δύο εδάφια, χωρίς αμφιβολία, καταδεικνύει ότι αυτή η παράμετρος δεν χρειάζεται απαραίτητα να συντρέχει με την παράμετρο του εδαφίου (2)(α) του Κ.24.4 του Μέρους 24, αλλά να ικανοποιείται μία εκ των δύο. Η εξέταση τους τίθεται υπό διαζευκτική μορφή, χωρίς βέβαια να απαγορεύεται να πληρούνται και τα δύο.
Ανεξάρτητα ότι ικανοποιείται η παράμετρος του εδαφίου (2)(α) του Κ.24.4 του Μέρους 24, θα εξετάσω την προϋπόθεση του εδαφίου (2)(β) του ιδίου κανονισμού. Οι πρόνοιες του υπό εξέταση εδαφίου σημειώνουν ότι στις ένορκες δηλώσεις που περιέχεται η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, θα πρέπει να αναφέρεται ότι η αίτηση:
«υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.»
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι εκείνο που απαιτείται για να ικανοποιείται η συγκεκριμένη παράμετρος είναι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να περιέχεται η συγκεκριμένη αναφορά ή έστω, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αμιγούς τυπολατρίας και έτσι να αποφευχθεί ο κίνδυνος μη εφαρμογής του πρωταρχικού σκοπού, να αποδίδεται με διαφορετικές λέξεις το ίδιο νόημα που επισημαίνει το εν λόγω εδάφιο. Ερχόμενος στην προκειμένη περίπτωση η §8 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη αναφέρει τα εξής που καταγράφω αυτούσια:
«Ως με πληροφορούν οι Δικηγόροι της Αιτήτριας, η τελευταία προβαίνει στην παρούσα Αίτηση καθότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και παράλληλα η απαίτηση της Αιτήτριας είναι τόσο ξεκάθαρη, όπου δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε απόφαση. Παράλληλα η Καθ’ ης η αίτηση δεν έχει να προβάλει καλόπιστη ή οποιαδήποτε Υπεράσπιση ή δικάσιμο θέμα προς συζήτηση στην παρούσα υπόθεση και ο μοναδικός σκοπός της είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας και παράλληλα η καθυστέρηση έκδοσης απόφασης υπέρ της Αιτήτριας.»
Ακολούθως στην §19 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη αναφέρονται τα εξής που επίσης καταγράφω αυτούσια:
«Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και σύμφωνα με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια αλλά και την πληροφόρηση που έλαβα από τους Δικηγόρους της Αιτήτριας, ευσεβάστως εισηγούμαι ότι όσο αφορά την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου και την απαγόρευση εισόδου της Καθ’ ης η Αίτηση εντός αυτού, δεν υπάρχει κάποιο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας και το οποίο δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια …»
[η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]
Ακόμη στην §20 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«…, τα γεγονότα και παράλληλα η απαίτηση της Αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση είναι τόσο ξεκάθαρα σε βαθμό που η Καθ’ ης η Αίτηση δεν υπάρχει πιθανότητα να προβάλει οποιαδήποτε καλόπιστη Υπεράσπιση και δικάσιμο θέμα προς συζήτηση στην παρούσα υπόθεση που να χρειάζεται η διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας για να αποφασίσει το Δικαστήριο, ειδικότερα όσο αφορά τις θεραπείες παράδοσης κατοχής του ακινήτου και απαγόρευσης εισόδου της Καθ’ ης η Αίτηση στο ακίνητο, τις οποίες η Αιτήτρια αξιώνει συνοπτική απόφαση μέσω της υπό κρίση Αίτησης.»
Επίσης στην §21 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη αναφέρονται, ανάμεσα σ’ άλλα, τα εξής:
«… όλα τα νομικά και πραγματικά ζητήματα μιας αγωγής είναι τόσο απλά και τεκμηριώνονται τόσο ξεκάθαρα από το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου προς αξιολόγηση και καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να διαμορφώσει άποψη χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση στο στάδιο της δίκης…»
Περαιτέρω στην §22 της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι:
«Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και σύμφωνα με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ευσεβάστως εισηγούμαι ότι δεν υπάρχει κάποιο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας αναφορικά με τις θεραπείες Β, Γ και Δ του εντύπου Απαίτησης και το οποίο δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.»
Σύγκριση του περιεχομένου των πιο πάνω αναφορών με το λεκτικό του Κ.24.4(2)(β), οδηγεί με ασφάλεια στη διαπίστωση ότι οι πιο πάνω αναφορές από την ένορκη δήλωση Σιμιλλίδη, στη συνολική τους διάσταση, αποδίδουν με σαφήνεια το ίδιο νόημα που απαιτείται με το λεκτικό του Κ.24.4(2)(β). Μπορεί να μην χρησιμοποιείται το ίδιο ακριβώς λεκτικό που περιέχεται στις πρόνοιες του συγκεκριμένου κανονισμού, εντούτοις το περιεχόμενο των αποσπασμάτων της ένορκης δήλωσης Σιμιλλίδη που έχω καταγράψει πιο πάνω, στην ολοκληρωμένη τους μορφή, παραπέμπουν ευθέως και με σαφήνεια στο ίδιο ακριβώς νόημα μ’ αυτό του λεκτικού του εν λόγω κανονισμού. Στην απουσία διαζευκτικής μορφής, η κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν διαφορετική αν ουδεμία αναφορά υπήρχε καταγεγραμμένη στην ένορκη δήλωση Σιμιλλίδη που να αποδίδει το νόημα του λεκτικού που επιτάσσει ο Κ.24.4(2)(β).
Επομένως ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση.
Εφόσον πληρούνται όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, συνεχίζω με την εξέταση των ουσιαστικών κριτηρίων.
Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις περιέχονται στις πρόνοιες του Κ.24.2(1) του Μέρους 24. Όπως σημειώνεται, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση επί ολόκληρης της απαίτησης ή για μέρος της,
(α) όταν κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Ερμηνεία των προνοιών του Κ.24.2(1) καθιστά σαφές ότι η εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση εδράζεται πάνω σε δύο ουσιαστικά κριτήρια. Για να είναι επιτυχής η αίτηση αυτή τα προαναφερόμενα δύο κριτήρια πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό η υπεράσπιση που η Εναγόμενη επιθυμεί να προβάλει, διαθέτει ή όχι πραγματική προοπτική επιτυχίας (real prospect of success) επί των ζητημάτων που επιδιώκεται η έκδοση συνοπτικής απόφασης (Green v. Hancocks (a firm) and another [2000] All E.R. (D) 2318) και εάν υπάρχει ή όχι οποιασδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος για το οποίο τα ζητήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να επιλυθούν μέσα από ακροαματική διαδικασία.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο πειστεί ότι η υπεράσπιση της Εναγόμενης επί των επιδίκων θεμάτων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί των συγκεκριμένων θεμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης και την ίδια στιγμή πειστεί ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίον τα επίμαχα ζητήματα πρέπει να κριθούν σε δίκη τότε δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εναγομένης σε σχέση με τα επίμαχα ζητήματα και τις συγκεκριμένες θεραπείες που επιδιώκει. Παράλληλα το Δικαστήριο θα δώσει οδηγίες στην Εναγόμενη να καταχωρίσει υπεράσπιση μόνο σχετικά με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα και τις υπόλοιπες αξιούμενες τελικές θεραπείες. Μέσα από μία τέτοια κατάσταση δεδομένων, η χρήση τη συνήθους πορείας ακρόασης για τα επίμαχα ζητήματα που αφορούν την υπό κρίση αίτηση θα ήταν εντελώς άσκοπη και αχρείαστη. Ο χειρισμός της επίλυσης των ζητημάτων αυτών δεν θα ήταν δίκαιος ενώ παράλληλα θα προκαλείτο καθυστέρηση και αδικαιολόγητη δημιουργία εξόδων, πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση με την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εφαρμόζει τον πρωταρχικό σκοπό στη διαχείριση της υπόθεσης. Διαφορετικά, εάν το Δικαστήριο δεν πειστεί ότι ικανοποιείται οποιοδήποτε από τα δύο αυτά κριτήρια ουσίας τότε η υπό κρίση αίτηση οδηγείται σε απόρριψη και θα δοθούν οδηγίες για συνέχιση της υπόθεσης επί όλων των επιδίκων θεμάτων αναφορικά με όλες τις αξιούμενες τελικές θεραπείες.
Το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που προδιαγράφονται στον Κ.24.2(1) του Μέρους 24 το φέρει πρωτίστως η Αιτήτρια. Εφόσον η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 δεν μπορεί παρά να ισχύει το πιο πάνω σκεπτικό.
Για σκοπούς εξέτασης των ουσιαστικών κριτηρίων θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω σχετικά, με το αντικείμενο της υπό κρίσης αίτησης, γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αποτελούν σημείο αμφισβήτησης ή ερείσματος ή διαφωνίας μεταξύ των μερών υπό το φως της υποστήριξης τους από δημόσια έγγραφα και/ή κοινά έγγραφα για το περιεχόμενο των οποίων δεν υπήρξε αντίδραση από οποιονδήποτε διάδικο:
• Η Εναγόμενη ήταν αρχικά εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια του επίμαχου ακινήτου με μερίδιο ½ (Τεκμήριο 2 ΕΔ Σιμιλλίδη) με ημερομηνία εγγραφής 31.05.94 (Τεκμήριο 3 ΕΔ Σιμιλλίδη).
• Ο άλλος συνιδιοκτήτης του επίμαχου ακινήτου με το υπόλοιπο μερίδιο ½ ήταν και εξακολουθεί να είναι ο αδελφός της Εναγομένης (Τεκμήριο 1 ΕΔ Εναγομένης).
• Η Εναγόμενη υπέγραψε με τον αδελφό της συμφωνητικό έγγραφο διανομής ημερ. 05.12.19 του ακινήτου (Τεκμήριο 5 ΕΔ Σιμιλλίδη & Τεκμήριο 2 ΕΔ Εναγομένης).
• Με βάση το εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο διανομής το ακίνητο θα διαχωριζόταν σε δύο οικόπεδα με τον αδελφό της Εναγομένης να κατέχει και να χρησιμοποιεί αποκλειστικά το τεμάχιο αρ. 1 και την Εναγόμενη να κατείχε και να χρησιμοποιούσε το τεμάχιο αρ.2.
• Εντός του τεμαχίου αρ.2 που κατείχε και χρησιμοποιούσε η Εναγόμενη ανεγέρθηκε ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή.
• Περί τα τέλη του έτους 2008 η Εναγόμενη υποθήκευσε το μερίδιο της προς όφελος της Σ.Π.Ε. Κάτω Πάφου με αντάλλαγμα την εξασφάλιση και/ή συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην οικογενειακή εταιρεία του πρώην συζύγου της.
• Στις 02.12.20 η Εναγόμενη έλαβε Ειδοποίηση Τύπου «Ι» μαζί με κατάσταση λογαριασμού σχετικά με το υπόλοιπο οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος από την ΣΕΔΙΠΕΣ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και μετέπειτα ΚΕΔΙΠΕΣ) [Τεκμήριο 6 ΕΔ Εναγομένης].
• Στις 14.10.22 η Εναγόμενη έλαβε Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» ημερ. 07.09.22 από την ΣΕΔΙΠΕΣ για να διορίσει εκτιμητή για το επίμαχο ακίνητο, πράγμα που η Εναγόμενη έπραξε (Τεκμήριο 8 ΕΔ Εναγομένης).
• Στις 14.03.23 η Εναγόμενη έλαβε Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» με την οποίαν ειδοποιήθηκε ότι επειδή το ενυπόθηκο χρέος κατέστη πληρωτέο από 01.07.20 θα γινόταν πλειστηριασμός του ½ μεριδίου της επί του επίμαχου ακινήτου στις 18.05.23 (Τεκμήριο 11 ΕΔ Εναγομένης).
• Ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε στην ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένος και επειδή δεν υπήρξε αγοραστής, η Ενάγουσα αρ.1 προέβηκε σε διαδικασία ανάκτησης του.
• Το μερίδιο ½ της Εναγομένης επί του επίμαχου ακινήτου εγγράφηκε στο όνομα της Ενάγουσας αρ.1 στις 30.01.24 (Τεκμήριο 22 ΕΔ Εναγομένης).
• Ακολούθως το μερίδιο ½ της Εναγομένης επί του επίμαχου ακινήτου μεταβιβάστηκε από την Ενάγουσα αρ.1 στην Αιτήτρια, στο όνομα της οποίας έχει πλέον εγγραφεί στις 19.07.24 (Τεκμήριο 23 ΕΔ Εναγομένης).
• Στην ισόγεια κατοικία που έχει ανεγερθεί εντός του τεμαχίου αρ. 2 του υπό διαχώριση επίμαχου ακινήτου διαμένουν μέχρι σήμερα, εκτός από την Εναγόμενη, οι δύο θυγατέρες της Εναγομένης μαζί με τους αρραβωνιαστικούς τους (Τεκμήριο 7 §34 ΕΔ Εναγομένης).
• Στην πρόσκληση του δικηγόρου της Αιτήτριας για συμμετοχή της Εναγομένης, αν επιθυμεί, σε εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς τους δια μέσω διαμεσολάβησης είτε μέσω εναλλακτικής μεθόδου (Τεκμήριο 6 σελίδα 3 σημείο (θ) ΕΔ Σιμιλλίδη), η Αιτήτρια δήλωσε προθυμία να συμμετάσχει σε τέτοια διαδικασία (Τεκμήριο 7 §50 ΕΔ Εναγομένης).
Όπως ήδη έχει αναφερθεί, το πρώτο κριτήριο είναι να καταδειχτεί ότι ‘η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης επί των συγκεκριμένων ζητημάτων για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης’. Τα ζητήματα αυτά αφορούν την παράδοση κατοχής, χρήσης, εκμετάλλευσης και απαγόρευσης εισόδου στην ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή που βρίσκονται στο τεμάχιο αρ.2, το οποίο αποτελεί μέρος του υπό διαχώριση επίμαχου ακινήτου.
Ως προς το ποιος διάδικος οφείλει να ικανοποιήσει την εν λόγω ουσιαστική προϋπόθεση, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, §9.59, σελίδα 418:
«An applicant for summary judgment must establish that the respondent has no real prospect of succeeding; it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success.» Green v. Hancocks [2000]
Lloyd’s Rep. P.N. 813.
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]
Υπάρχει όμως και αγγλική νομολογία επί του σημείου αυτού. Στην υπόθεση ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel and another [2003] All ER (D) 75 λέχθηκε ότι γενικά το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του απαιτητή να καταδείξει ότι υπάρχει βάσιμη πεποίθηση πως ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος.
Η λέξη «πραγματική προοπτική επιτυχίας» ερμηνεύτηκε να σημαίνει ότι το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει εάν υπάρχει «ρεαλιστική» σε αντίθεση με μια «φαινομενική/φανταστική» προοπτική επιτυχίας. Όπως λέχθηκε στην αγγλική υπόθεση Swain v. Hillman [2001] 1 All ER 91:
«The word ‘real’distinguishes fanciful prospects of success or they [sic] direct the court to the need to see whether there is a ‘realistic’ as opposed to a ‘fanciful’
prospect of success.»
Έχει λεχθεί ότι όταν υπάρχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» σημαίνει ότι ο εναγόμενος έχει υπόθεση που είναι καλύτερη από απλά συζητήσιμη (αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, §9.60, σελίδα 418, International Finance Corp v. Utexafrica Sprl [2001] C.L.C. 1361, E D & F Man Liquid Products v. Patel [2003] (D) All ER 75). Σε ότι αφορά πότε ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil ProcedurePrinciples of Practice’, 4η έκδοση, §9.63 - §9.65, σελίδα 419, το οποίο μέσα από το σχολιασμό και παραπομπή σε αγγλική νομολογία ομιλεί από μόνο του. Το καταγράφω αυτούσιο:
«Whether a party has a real prospect of success therefore depends on an assessment of two distinct matters: first, whether the party has a real prospect of success on the basis of the facts that are known at the time; and second whether there is a real prospect that some material support for the party’s case would emerge if the case followed the normal procedural route (ICI Chemicals & Polymers Ltd v, TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725, Easyair Ltd v. (t/a Openair) v. Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339). It is only when the court is convinced that the party has no real prospect in respect of both these matters that the use of the normal process
would be wasteful.
Support of this interpretation of the test is found in S v. Gloucestershire County Council [2000] 3 All ER 346 where the Court of Appeal explained that before giving summary judgment the court must be satisfied of the following matters:
(1) that it had before it all substantial relevant facts that were
reasonably capable of being before it;
(2) that those facts were undisputed or there was no real prospect of
successfully disputing them; and
(3) that there was no real prospect of oral evidence affecting the
court’s assessment of the facts.
The Court of Appeal stressed that even where there were gaps in the evidence, the court could proceed to summary judgment if there was no real prospect that
the gaps would be filled.
In deciding whether the test is satisfied, the court should bear in mind what material is and is not available to it (Tchenguiz v. Grant Thornton UK LLP [2015] EWHC 339), and hesitate before making a final decision without trial where reasonable grounds exist for believing that a fuller
investigation into the facts would add to or alter the evidence available, thereby affecting the outcome of the case (Bolton Pharmaceuticals v Doncaster Pharmaceuticals [2006] EWCA Civ 661, TFL Management Services Ltd v. Lloyd’s Bank plc [2013] EWCA Civ 1415).»
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]
Στην αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council v. Governors and Company of the Bank of England (No.3) [2001] 2 All ER 513 το τριτοβάθμιο Δικαστήριο (House of Lords) επέτρεψε την έφεση του εφεσείοντα ακυρώνοντας την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου για διαγραφή ή συνοπτική απόφαση απόρριψης της απαίτησης με το σκεπτικό ότι η «πραγματική πιθανότητα επιτυχίας» δεν μπορούσε να εκτιμηθεί βάση μόνο του μαρτυρικού υλικού που είχε παρουσιαστεί και χωρίς την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην §9.67 στη σελίδα 421 του αγγλικού νομικού συγγράμματος ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, μεταγενέστερες εξελίξεις στη νομολογία σημειώνουν ότι ο απαιτητής που επικαλείται ανεντιμότητα θα πρέπει να δείξει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του προβλήθηκε πάνω σε κατάλληλη βάση και ότι η πιθανότητα πως κάτι μπορεί να παρουσιαστεί κατά την αντεξέταση δεν είναι επαρκής. Βέβαια είναι διαφορετικό αν από το μαρτυρικό υλικό που προσάχθηκε αποκαλύπτεται λογικά εκ πρώτης όψεως υπόθεση οπότε ο αντίδικος καλείται να το αντικρούσει μέσα από την ακρόαση στη βάση προφορικής μαρτυρίας.
Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι η Αιτήτρια στο στάδιο αυτό επιδιώκει τη λήψη κατοχής, χρήσης, εκμετάλλευσης της ισόγειας κατοικίας με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή που βρίσκονται στο τεμάχιο αρ.2, το οποίο αποτελεί μέρος του υπό διαχώριση επίμαχου ακινήτου. Παράλληλα επιδιώκει την απαγόρευση εισόδου της Εναγομένης σ’ αυτά. Βασικό επιχείρημα της Αιτήτριας είναι ότι η ίδια πλέον έχει την κυριότητα του μεριδίου της Εναγομένης επί του επίμαχου ακινήτου.
Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Αιτήτρια είναι πλέον η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου επί του επίμαχου ακίνητου, το οποίο με βάση συμφωνία διανομής τελεί υπό διαχωρισμό σε δύο οικόπεδα. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι με βάση τη συμφωνία διανομής το τεμάχιο αρ.2, ένα από τα δύο οικόπεδα του υπό διαχώριση επίμαχου ακινήτου, θα ήταν υπό την κατοχή της Εναγομένης. Αποτελεί ακόμη κοινό έδαφος των διαδίκων ότι εντός του τεμαχίου αρ.2 έχει ανεγερθεί ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή, τα οποία κατέχει, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται η Εναγόμενη μέχρι σήμερα, παρά τις οχλήσεις της Αιτήτριας προς την Εναγόμενη να της παραδώσει την κατοχή τους.
Το γεγονός ότι η κυριότητα του ½ μεριδίου του ακινήτου περιήλθε στην Αιτήτρια και η έκδοση σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής από την αρμόδια αρχή που το υποστηρίζει, σε συνδυασμό με το ότι ζητήθηκε από την Εναγόμενη να παραδώσει την κατοχή της ισόγειας κατοικίας που διαμένει εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, εκ πρώτης όψεως της παρέχει δικαίωμα διεκδίκησης της κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης της υπό την ιδιότητα της εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας. Η ύπαρξη τίτλου επί του επίμαχου ακινήτου από μέρους της Αιτήτριας αποτελεί, με βάση τη νομολογία, εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ιδιοκτησίας (Πίριλλου v. Κονναρή (2000) 1 Α.Α.Δ. 1153) και μ’ αυτό το υπέρ της δεδομένο, δηλαδή την κτηματολογική απόδειξη, σε συνδυασμό με τις σχετικές πρόνοιες δυνάμει του Κεφ.224 αλλά και του Μέρους VIA του Ν.9/1965 που αφορούν τη μεταβίβαση και εγγραφή ακινήτου, η Αιτήτρια θεωρεί ότι δικαιωματικά απαιτεί την κατοχή της ισόγειας κατοικίας μαζί με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή, τα οποία αποτελούν μέρος του επίμαχου ακινήτου, έχοντας ανεγερθεί εντός του τεμαχίου αρ.2 που είναι ένα εκ των δύο εν δυνάμει οικοπέδων που συνιστούν το υπό διαχώριση επίμαχο ακίνητο. Επικαλούμενη το συμφωνητικό έγγραφο διανομής που προφανώς συνοδεύει τη σχετική αίτηση διαχωρισμού που καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, η Αιτήτρια αξιώνει ουσιαστικά κατοχή του τεμαχίου αρ.2 και κατ’ επέκταση οι κατασκευές που βρίσκονται σ’ αυτό, τα οποία με βάση τη συμφωνία διανομής θα αναλογούσαν στην Εναγόμενη.
Η Εναγόμενη αρνείται να παραδώσει την κατοχή των πιο πάνω στην Αιτήτρια και προβάλλει υπεράσπιση, η οποία σε σχέση με τα συγκεκριμένα ζητήματα, εδράζεται σε τρεις πυλώνες. Βασικά η Εναγόμενη αμφισβητεί τη νομιμότητα και εγκυρότητα της διαδικασίας εγγραφής του επίμαχου ακινήτου εις το όνομα αρχικά της Ενάγουσας αρ.1 και μετέπειτα της Αιτήτριας κατόπιν σχετικής μεταβίβασης. Το τεκμήριο της ιδιοκτησίας είναι μαχητό και μπορεί να προσβληθεί (Socratous v.
Mezou (1975) 1 C.L.R. 62, Παναγιώτου ν. Χ" Κυριάκου (1991) 1 Α.Α.Δ. 362).
Εξ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό, οι τρεις πυλώνες επί των οποίων εδράζεται η υπεράσπιση της Εναγομένης είναι:
|
(α) |
επίδειξη συμπεριφοράς από την Ενάγουσα αρ.1 και την Αιτήτρια που σύμφωνα με την Εναγόμενη συνιστά δόλο/απάτη (δόλιες ψευδείς παραστάσεις/δόλιες ενέργειες) από μέρους τους εις βάρος της, |
|
(β) |
παράβαση νομοθεσίας από μέρους της Ενάγουσας αρ.1 και της Αιτήτριας, |
|
(γ)
|
για την πιο πάνω κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμη συμπεριφορά τους εις βάρος της, η Ενάγουσα αρ.1 και η Αιτήτρια έτυχαν βοήθεια από την εταιρεία Dovalue Cyprus Ltd (πρώην Altamira Asset Management Cyprus Ltd), πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Ενάγουσας αρ.1, η οποία συνέργησε/συνωμότησε με την Ενάγουσα αρ.1 και την Αιτήτρια. |
Σε ότι αφορά την πρώτη πτυχή της υπεράσπισης της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ενώ επήλθε συμφωνία μεταξύ της ιδίας και της Αιτήτριας, η τελευταία προχώρησε σε ανάκτηση του επίμαχου ακινήτου. Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη, βάση μαρτυρικού υλικού που η ίδια παρουσίασε στο Δικαστήριο, η προβαλλόμενη θέση της δεν φαίνεται να συγκεντρώνει προοπτική επιτυχίας. Πρόχειρη ανάγνωση στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου στην όψη τους και μόνο, δίδουν την σαφή εντύπωση ότι όταν ανακτήθηκε το ακίνητο από την Ενάγουσα αρ.1, προφανώς περί τα τέλη του έτους 2023 (με γνώμονα ότι η αδιαμφισβήτητη ημερομηνία πλειστηριασμού ήταν 18.05.23), η Εναγόμενη βρισκόταν σε συζητήσεις με την Ενάγουσα αρ.1 με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Η τελευταία αλληλογραφία που υπήρξε, κατά το χρόνο εκείνο, προέρχεται από τον ιδιώτη σύμβουλο Φιλίππου που ενεργούσε κατόπιν οδηγιών της Εναγομένης. Με επιστολή του ημερ. 13.12.23 (Τεκμήριο 16 ΕΔ Εναγομένης & Τεκμήριο ΧΙ ΕΔ Φιλίππου), η οποία αποστάληκε «άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Εναγομένης» προς την αρμόδια λειτουργό της Dovalue Cyprus Ltd, ο κος Φιλίππου σημειώνει, μεταξύ άλλων τα εξής:
«Η αρχική Πρόταση ως σας έχουμε καταθέσει τηλεφωνικώς χθες, αναλύετο σε καταβολή εφάπαξ ποσού ύψους €160.000, προϊόν πώλησης του υποθηκευμένου τεμαχίου αρ.4 (ως η ισχύουσα Συμφωνία Διαχωρισμού) για το οποίο υπάρχει άμεσο ενδιαφέρον. Παρενθετικά σημειώνουμε, ότι έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες για παράλληλη πώληση και του δεύτερου τεμαχίου αρ.2 χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα ή ενδιαφέρον.
…
Κατά τη χθεσινή τηλεφωνική μας επικοινωνία, μας έχετε θέσει τους ενδοιασμούς σας σχετικά με την πρόθεση της δανειολήπτριας να διασώσει πέραν της κύριας κατοικίας και το δεύτερο τεμάχιο και έχετε αντιπροτείνει ως πιθανή λύση αναδιάρθρωσης, το ενδεχόμενο παραχώρησης και των δύο πιο πάνω τεμαχίων αρ.2 & 4 μέσω DFAS, για την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της δανειολήπτριας.
…
…, και καθότι θεωρώ τους ενδοιασμούς σας ως βάσιμους και λογικούς, έχω αποταθεί στη δανειολήπτρια και έχω εξασφαλίσει θετική αποδοχή στη καταρχή εισήγηση σας. Εξ’ αυτού η δεύτερη Πρόταση μας αναλύεται σε, παραχώρηση μέσω DFAS των δύο υποθηκευμένων τεμαχίων 2 & 4, για την πλήρη εξόφληση των υφιστάμενων υποχρεώσεων.
Παρενθετικά και μόνο εάν εξυπηρετεί τα δικά σας συμφέροντα, αφού έχουμε ήδη εξεύρει πιθανό αγοραστή για το τεμάχιο αρ.4 στη τιμή των €160.000, αν το τίμημα αγοράς σας εξυπηρετεί, είμαστε στη διάθεση σας για διαμόρφωση της Πρότασης, σε συνδυασμό παραχώρησης μέσω DFAS του άλλου τεμαχίου και καταβολής του συνολικού ποσού πώλησης του άλλου…
…
… αφού η τελική Πρόταση μας, έρχεται σε πλήρη ταύτιση με τις κατευθυντήριες γραμμές που εσείς μας έχετε υποδείξει.
…
Η παρούσα υποβάλλεται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της δανειολήπτριας που αναφέρεται πιο πάνω.»
[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]
Τα πιο πάνω αποσπάσματα από την επιστολή Φιλίππου που ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης, τείνουν να καταδείξουν ότι κατά το χρόνο ανάκτησης του ακινήτου από την Ενάγουσα αρ.1 ουδεμία τελική συμφωνία είχε επίσημα συνομολογηθεί μεταξύ της Ενάγουσας αρ.1 και της Εναγομένης. Εκείνο που υπήρχε ήταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δια των εκπροσώπων τους, χωρίς αυτές να έχουν καταλήξει σε δεσμευτική γι’ αυτούς μορφή και οι οποίες μάλιστα διεξάγονταν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους. Αν βέβαια ήταν ηθικά ορθό από μέρους της Ενάγουσας αρ.1 να προβεί σε ανάκτηση του ακινήτου τη στιγμή που διαπραγματευόταν την επίλυση των προβλημάτων χωρίς τη δικαστική οδό, αυτό είναι ένα άλλο εντελώς διαφορετικό και ανεξάρτητο ζήτημα που εκφεύγει του πλαισίου που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει στην παρούσα περίπτωση.
Στην απουσία άλλων στοιχείων, εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα αρ.1 δόλια συμπεριφορά και/ή δόλιες ενέργειες υπό τη μορφή που η Εναγόμενη εισηγείται. Παράλληλα, έχοντας υπόψη μου την εμπλοκή της Αιτήτριας σε χρόνο μεταγενέστερο της ανάκτησης του ακινήτου, αντικειμενικά είναι δύσκολο να της επιρριφθεί οποιαδήποτε ευθύνη για δόλια συμπεριφορά και/ή δόλιες ενέργειες από μέρους της εις βάρος της Εναγομένης.
Σχετικά με τον δεύτερο άξονα υπεράσπισης της, η Εναγόμενη επικαλείται παράβαση της Περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίας τους 2025 έως 2022 ισχυριζόμενη μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της από την Ενάγουσα αρ.1 και την Αιτήτρια.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι το πιο πάνω δεν είναι νομοθεσία αλλά Οδηγία που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα και αναθεωρείται κατά καιρούς. Είναι ένας κώδικας συμπεριφοράς για το χειρισμό οφειλετών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, βάση του οποίου τα πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων και αδειοδοτημένοι διαχειριστές πιστωτικών διευκολύνσεων οφείλουν να εξετάζουν και να αξιολογούν κάθε περίπτωση ξεχωριστά προτείνοντας λύσεις για την επίτευξη δίκαιων και βιώσιμων αναδιαρθρώσεων των πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες λύσεις θα ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες ανάγκες και την οικονομική κατάσταση του κάθε οφειλέτη. Ωστόσο οι πρόνοιες του κώδικα αυτού δεν ισχύουν για τερματισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» ημερ. 16.11.20 που η Εναγόμενη αναγνωρίζει ότι της επιδόθηκε στις 02.12.20 (Τεκμήριο 6 ΕΔ Εναγόμενης) όσο και στην Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερ. 01.02.23 που η Εναγόμενη αναγνωρίζει ότι της επιδόθηκε στις 14.03.23 (Τεκμήριο 11 ΕΔ Εναγόμενης), σημειώνεται ρητά και με σαφήνεια ότι το ενυπόθηκο οφειλόμενο χρέος κατέστη απαιτητό και πληρωτέο από την 01.07.20. Αυτό προϋποθέτει προγενέστερο τερματισμό των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες εξασφαλίζονται ενυπόθηκα. Έπεται πως το επιχείρημα της Εναγομένης ότι οι πρόνοιες του συγκεκριμένου κώδικα έχουν παραβιαστεί να μην διαθέτει ορατή προοπτική επιτυχίας αφού, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν εδώ να τύχουν εφαρμογής.
Αναφορικά με το τρίτο σκέλος της υπεράσπισης της Εναγομένης παρατηρώ ότι ενώπιον μου δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να τείνει να καταδείξει πως υπήρξε οποιαδήποτε συνέργεια από μέρους της Dovalue Cyprus Ltd. Κανένα έγγραφο ή πληροφορία που να δίδει την εντύπωση συνομολόγησης συμφωνίας ανάμεσα στην Ενάγουσα αρ.1, στην Αιτήτρια και στην Dovalue Cyprus Ltd προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν εξηγήθηκε ποια, πότε και πως Dovalue Cyprus Ltd βοήθησε είτε την Ενάγουσα αρ.1 είτε την Αιτήτρια. Το ότι η Dovalue Cyprus Ltd ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας αρ.1 δεν την καθιστά αυτόματα συνεργό είτε της Ενάγουσας αρ.1 είτε της Αιτήτριας και δεν της προσδίδει την ταυτότητα του συνωμότη εις βάρος της Εναγομένης.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα και στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κατόπιν αντικειμενικής εξέτασης τους, καταλήγω ότι η εκδοχή της υπεράσπισης της Εναγομένης αναφορικά με τους τρεις πυλώνες στους οποίους έχω αναφερθεί, όπως αυτή έχει προβληθεί, δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί των συγκεκριμένων ζητημάτων της απαίτησης για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έπεται ότι το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται.
Το δεύτερο κριτήριο που χρήζει ικανοποίησης είναι να μην ‘υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.’
Είναι ένα κριτήριο με σχετικά ευρύ πεδίο εξέτασης του. Το Δικαστήριο εδώ καλείται να εξετάσει αν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίον τα συγκεκριμένα ζητήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει να επιλυθούν μέσα από ακροαματική διαδικασία.
Το αγγλικό νομικό σύγγραμμα ‘Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice’, 4η έκδοση, καταγράφει περιπτώσεις, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, κατά τις οποίες υπάρχει λόγος που χαρακτηρίζεται ‘επιτακτικός’ ώστε τα επίδικα ζητήματα να πρέπει να επιλυθούν σε ακρόαση. Οι αναφορές αυτές δεν συνιστούν εξαντλητικό κατάλογο αλλά επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κάθε φορά να κρίνει αν ενδείκνυται ή όχι η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά.
Πιο κάτω ενδεικτικά αναφέρω τέτοιες περιπτώσεις οι οποίες κρίνονται ακατάλληλες για έκδοση συνοπτικής απόφασης, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες τέτοιες περιπτώσεις:
|
(α) |
όταν η εκδοχή γεγονότων είναι αντικρουόμενη ή δεν υποστηρίζεται από το υλικό, |
|
(β) |
όταν υπάρχουν περίπλοκα γεγονότα και/ή σοβαρά και/ή σύνθετα πραγματικά ή νομικά ζητήματα που δεν μπορεί να εκτιμηθούν παρά μόνο μέσα από περαιτέρω έρευνα, |
|
(γ) |
όταν η έκδοση συνοπτικής απόφασης θα αποστερήσει το δικαίωμα της άλλης πλευράς σε δίκαιη δίκη, |
|
(δ) |
όταν τα περιστατικά απαιτούν την εξέταση μαρτύρων και ιδιαίτερα εμπειρογνωμόνων, δηλαδή την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο, |
|
(ε) |
όταν χρειάζεται αξιολόγηση μαρτυρίας και η ανάγκη κατάληξης σε |
ευρήματα.
Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να χειριστεί μία διαδικασία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης ως υποκατάστατη μέθοδος εκδίκασης της ουσίας της αγωγής διεξάγοντας μίνι ακρόαση (mini-trial).
Ερχόμενος στη δική μας υπόθεση, αποτελεί θέση της Εναγομένης ότι η Ενάγουσα αρ.1 δεν προέβηκε σε τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες εξασφαλίζονται ενυπόθηκα. Να σημειωθεί ότι ενώπιον μου δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει τερματισμό των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες εξασφαλίζονται ενυπόθηκα, καθιστώντας έτσι το επικαλούμενο ενυπόθηκο χρέος που προέκυψε αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Η θέση αυτή της Εναγομένης σχετίζεται άμεσα με τον πυρήνα της υπεράσπισης της που είναι η αμφισβήτηση της νομιμότητας και εγκυρότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την ανάκτηση κατοχής του ακινήτου από την Ενάγουσα αρ.1 και ακολούθως για τη μεταβίβαση και εγγραφή του στο όνομα της Αιτήτριας. Παράλληλα σχετίζεται με τη θέση της περί παραβίασης προνοιών της Περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίας τους 2025 έως 2022. Προφανώς ο εν λόγω ισχυρισμός της θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για απόδειξη στη βάση ένορκης προφορικής μαρτυρίας που θα προσκομιστεί. Ο μάρτυρας θα υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης και το Δικαστήριο θα κληθεί να αξιολογήσει τη μαρτυρία αυτή και να κρίνει αν μπορεί ή όχι να καταλήξει σε εύρημα σχετικά με το όποιο περιεχόμενο της.
Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι στο Ε.Δ. Πάφου εκκρεμεί η απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice η οποία καταχωρίστηκε από την εδώ Εναγόμενη και στρέφεται εναντίον των εδώ Ενάγουσας αρ.1 και της Αιτήτριας καθώς επίσης εναντίον της Dovalue Cyprus Ltd. Η υπόθεση εκείνη αφορά την παρούσα περίπτωση και ουσιαστικά δικογραφεί την εκδοχή της Εναγομένης μέσα από προβαλλόμενες θέσεις και ισχυρισμούς. Το περιεχόμενο της θα μπορούσε να συνιστούσε την υπεράσπιση της Εναγομένης και ανταπαίτηση της στην παρούσα υπόθεση. Δεν θα ήταν υπερβολή αν κάποιος έλεγε ότι η παρούσα υπόθεση συμπληρώνεται από την απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice υπό την έννοια ότι αμφότερες περιλαμβάνουν τη δικογραφημένη εκδοχή της Εναγομένης στην ολοκληρωμένη της διάσταση σε σχέση με την προκειμένη περίπτωση.
Μία πρόχειρη ανάγνωση του τροποποιημένου εντύπου της έκθεσης απαίτησης στην υπόθεση αρ. 97/25 I-Justice (Τεκμήριο 28 ΕΔ Εναγομένης) καθιστά αντιληπτό ότι η εδώ Εναγόμενη (εκεί Ενάγουσα) εγείρει επιπρόσθετες θέσεις και ισχυρισμούς αξιώνοντας διάφορες θεραπείες. Για παράδειγμα ενώ στην παρούσα υπόθεση αμφισβητεί την νομιμότητα και εγκυρότητα της διαδικασίας εγγραφής του επίμαχου ακινήτου, στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice επεκτείνεται απαιτώντας διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του επίμαχου ακινήτου. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η Εναγόμενη στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice, ως Ενάγουσα που είναι, εγείρει σωρεία νομικών θεμάτων, επιπρόσθετων αυτών που επικαλείται στην παρούσα υπόθεση στα πλαίσια της υπεράσπισης της, τα οποία το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει στη βάση μαρτυρικού υλικού που προφανώς θα προσκομιστεί, μέρος του οποίου έχει τη μορφή προφορικής ένορκης μαρτυρίας και λεπτομερούς νομικής επιχειρηματολογίας. Ενδεικτικά αναφέρω τις νομικές θέσεις περί αμφισβήτησης της νομιμότητας και εγκυρότητας εκποίησης υποθηκών επί του επίμαχου ακινήτου, παράβασης διατάξεων του Συντάγματος, παράβαση ευρωπαϊκών κανονισμών, κακοπιστία, παράβαση εμπιστευτικής σχέσης, παράβαση σύμβασης, επίδειξη αμελούς συμπεριφοράς/συμπεριφοράς εκτός του πλαισίου του επαγγελματικού καθήκοντος, κατάχρηση εξουσίας, σύγκρουση συμφερόντων, άσκηση τοκογλυφίας, πλασματικά υπόλοιπα λογαριασμών που σύμφωνα με την Εναγόμενη περιέχουν παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις, παράνομη επιβολή επιτοκίου και απόκτηση παράνομου οφέλους, όλα τα οποία χρεώνονται στην Ενάγουσα αρ.1, στην Αιτήτρια και στην Dovalue Cyprus Ltd εις βάρος της Εναγομένης. Γι’ αυτό η Εναγόμενη στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice απαιτεί, ανάμεσα σ’ άλλα, την επιδίκαση παραδειγματικών/τιμωρητικών/ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, ακύρωση εξασφάλισης παράνομου οφέλους, απόφαση ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο, διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του επίμαχου ακινήτου αρχικά στο όνομα της Ενάγουσας αρ.1 και ακολούθως στο όνομα της Αιτήτριας και διάταγμα ακύρωσης της εκποίησης υποθηκών που σχετίζονται με το επίμαχο ακίνητο.
Παράλληλα δεν είναι αμφισβητούμενο ότι η απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice καταχωρίστηκε στις 28.02.25 και ότι την ίδια ημέρα, στα πλαίσια της υπόθεσης εκείνης, προωθήθηκε ενδιάμεση αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με την οποίαν, εξ όσον γίνεται κατανοητό, η Εναγόμενη αξιώνει μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης εκείνης την έκδοση διαταγμάτων που προφανώς θα απαγορεύουν προσωρινά την παράδοση κατοχής, κατοχής και εκμετάλλευσης της επίμαχης ισόγειας κατοικίας μαζί με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή, τα οποία αποτελούν μέρος του επίμαχου ακινήτου, έχοντας ανεγερθεί εντός του τεμαχίου αρ.2 που είναι ένα εκ των δύο εν δυνάμει οικοπέδων που συνιστούν το υπό διαχώριση επίμαχο ακίνητο. Η ενδιάμεση αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2025 ενώ παράλληλα εκκρεμεί για εκδίκαση και η ουσία της υπόθεσης. Με γνώμονα ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθηκε στις 11.03.25, καθίσταται σαφές ότι η απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice και η ενδιάμεση αίτηση της, η εκδίκαση αμφοτέρων των οποίων που συναρτώνται άμεσα με την παρούσα υπόθεση εκκρεμούν, καταχωρίστηκαν προγενέστερα της υπό κρίση αίτησης.
Η άμεση συνάρτηση της παρούσας υπόθεσης με την απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice επιφέρει αναπόφευκτα βαθμό αλληλεξάρτησης. Η πορεία της μίας υπόθεσης σαφώς επηρεάζει την πορεία της άλλης. Συνεπώς σε περίπτωση που εκδοθεί συνοπτική απόφαση στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης η Εναγόμενη θα αποστερηθεί του δικαιώματος η υπόθεση της, δηλαδή η απαίτηση αρ. 97/25 IJustice, μαζί με την ενδιάμεση αίτηση, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί, να τύχουν δίκαιης δίκης. Είναι προφανές ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην υπό κρίση αίτηση θα εμποδίσει τη δίκαιη εξέταση πρώτα της ενδιάμεσης αίτησης της Εναγομένης στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice και ακολούθως τη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης εκείνης. Το Δικαστήριο που θα ασχοληθεί με την υπόθεση εκείνη δεν είναι το ίδιο με το παρόν Δικαστήριο που εξετάζει την παρούσα υπόθεση με αποτέλεσμα τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης από το Δικαστήριο αυτό να εγκλωβίσει το άλλο Δικαστήριο κατά την εξέταση της άλλης υπόθεσης του καθότι η έκδοση τελικής απόφασης, ως είναι η συνοπτική απόφαση, έχει δεσμευτική ισχύ για τους διαδίκους μέχρι αυτή να ανατραπεί από Δικαστήριο ανώτερου βαθμού. Σε τελευταία ανάλυση, η έκδοση συνοπτικής απόφασης θα καταστήσει την εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης της Εναγομένης στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice και την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης εκείνης άνευ αντικειμένου.
Κατ’ ανάλογο τρόπο, σε περίπτωση που εκδοθεί συνοπτική απόφαση δεν θα δοθεί η ευκαιρία στην ολοκλήρωση διεξαγωγής διαπραγματεύσεων μέσω διαμεσολάβησης ή άλλης εναλλακτικής μεθόδου για εξώδικη επίλυση των διαφορών, όπως πρότεινε η πλευρά της Αιτήτριας με την επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 26.09.24 (Τεκμήριο 6 σελίδα 3 σημείο (θ) ΕΔ Σιμιλλίδη) και αποδέχτηκε η Εναγόμενη με επιστολή της δικηγόρου της ημερ. 22.10.24 (Τεκμήριο 7 σελίδα 12 §50 ΕΔ Εναγομένης).
Ένα άλλο σημείο που με έχει προβληματίσει είναι το ότι στην επίμαχη ισόγεια κατοικία διαμένουν, εκτός από την Εναγόμενη, άλλα πρόσωπα. Ειδικότερα έχει γνωστοποιηθεί από την Εναγόμενη στην Αιτήτρια χωρίς να αντικρουστεί (Τεκμήριο 7 §34 ΕΔ Σιμιλλίδη) ότι στην επίμαχη οικία διαμένουν επίσης οι δύο θυγατέρες της Εναγομένης μαζί με τους αρραβωνιαστικούς της. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για ενήλικα πρόσωπα. Η αναφορά της Αιτήτριας ότι αντιπρόσωποι της μετέβηκαν στο επίδικο ακίνητο για επιθεώρηση σε διάφορες ημερομηνίες μέχρι και σήμερα όπου διαπίστωσαν την παρουσία της Εναγομένης στην επίμαχη οικία εξυπακούει ότι δεν μπορεί μην έχει γίνει αντιληπτή η παρουσία και των υπολοίπων ενοίκων. Μάλιστα θα έλεγα δε ότι αυτό είναι εις γνώση της Αιτήτριας. Χωρίς δεύτερη σκέψη αυτό αποδεικνύεται από το λεκτικό των διαταγμάτων που επιδιώκονται στην υπό κρίση αίτηση. Συγκεκριμένα η αξίωση για έκδοση διατάγματος που να διατάζει «την Εναγόμενη και/ή φιλοξενουμένους της» να παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή της ισόγειας κατοικίας μαζί με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή και συνάμα η αξίωση για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύουν «στην Εναγόμενη και/ή φιλοξενουμένους της» να εισέρχονται και/ή να επεμβαίνουν στις εν λόγω κατασκευές καθώς επίσης η έκδοση απόφασης ότι «η Εναγόμενη και/ή οι φιλοξενούμενοι της» παράνομα κατέχουν και εκμεταλλεύονται τις κατασκευές αυτές, καταδεικνύει με τον πλέον θετικό τρόπο τη γνώση που η Αιτήτρια είχε και έχει για το θέμα αυτό.
Ο πυρήνας της εκδοχής της Αιτήτριας είναι η παράνομη κατοχή και επέμβαση σε περιουσία που θεωρεί ότι της ανήκει. Θεωρεί όχι μόνο την Εναγόμενη αλλά και τα υπόλοιπα πρόσωπα που διαμένουν σ’ αυτή ότι είναι παράνομοι επεμβασίες. Γι’ αυτό η Αιτήτρια ζητεί την έξωση και ουσιαστικά απομάκρυνση όλων αυτών των προσώπων από την επίμαχη περιουσία και παράδοση της κατοχής της στην ίδια από αυτούς που διαμένουν σ’ αυτήν.
Στο κυπριακό δίκαιο μία αγωγή με την οποίαν ζητείται ανάκτηση κατοχής ακινήτου πρέπει να επιδίδεται σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Είτε αυτά κατέχουν νόμιμα είτε παράνομα το ακίνητο. Άτομα που διαμένουν και έχουν πραγματική κατοχή της ακίνητης περιουσίας που ζητείται η ανάκτηση της, θεωρούνται ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ενδιαφερόμενο πρόσωπο που επίσης πρέπει να συνενώνεται στην αγωγή ως διάδικος θεωρείται και ο συνιδιοκτήτης σε ακίνητη ιδιοκτησία (Γεωργιάδου v. Γεωργιάδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1210). Στην αγωγή πρέπει να συγκεντρώνονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Η υποχρέωση αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση που άπτεται και επηρεάζει τα δικαιώματα τους και μάλιστα με τέτοιο δεσμευτικό και τελεσίδικο τρόπο, όπως ζητείται εδώ με την έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι η αγωγή έχει επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ως αναγκαίοι διάδικοι που είναι, ώστε οποιοσδήποτε από αυτούς, αν επιθυμεί, να λάβει μέρος στη διαδικασία και να θέσει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξεταστούν.
Στην Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 68/2019 ημερ. 08.05.20 σημειώθηκαν, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, τα εξής:
«Υπενθυμίζουμε επί του προκειμένου ότι κατά πάγια νομολογία (Hadjipetrouv. Petsoloukas (1965) 1 CLR 83, HjiSavva and Others v. Loizou (1982) 1 CLR 218, Tιτινίδου ν. Ρεσιάντ (1993) 1 Α.Α.Δ. 429, Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1210 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Διευθυντή Κτηματολογίου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1990), σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κάτι που στην υπό εξέταση
περίπτωση δεν έγινε. »
[η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]
Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι δεν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στον τίτλο της υπόθεσης. Εφόσον η Αιτήτρια επιθυμεί την έξωση όλων των ατόμων που διαμένουν στην επίμαχη οικία και παράδοση της κατοχής της στην ίδια από αυτούς, θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει στον τίτλο της υπόθεσης, εκτός από την Εναγόμενη που το έπραξε, τις δύο θυγατέρες και τους αρραβωνιαστικούς τους, κάτι που δεν έκανε. Μάλιστα υπό το σημερινό καθεστώς ιδιοκτησίας θα πρέπει να συμπεριληφθεί και ο συνιδιοκτήτης του επίμαχου ακινήτου.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το δεύτερο ουσιαστικό κριτήριο δεν ικανοποιείται.
Η μη σωρευτική εκπλήρωση των δύο ουσιαστικών κριτηρίων μοιραία σφραγίζει την κατάληξη της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται.
Περαιτέρω, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχουν οι πρόνοιες του Κ.24.6 του Μέρους 24, δίδονται οι πιο κάτω οδηγίες:
(α) Αν η παρούσα απαίτηση προωθηθεί ως έχει, τότε εντός 15 ημερών από σήμερα να καταχωριστεί αίτηση τροποποίησης του τίτλου ώστε να συμπεριληφθούν ως εναγόμενοι όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι με τον δέοντα τρόπο και η απαίτηση να επιδοθεί σε όλα τα πρόσωπα αυτά με τον προβλεπόμενο τρόπο.
(β) Στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας να καταχωριστεί αίτηση συνένωσης της παρούσας υπόθεσης με την απαίτηση αρ. 97/2025 του Ε.Δ. Πάφου προκειμένου οι δύο υποθέσεις να συνενωθούν και να συνεκδικαστούν ώστε να τύχουν εκδίκασης όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που εγείρονται σ’ αυτές.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) του Μέρους 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, θεωρώ ότι υπάρχει βάσιμος λόγος που δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Με γνώμονα ότι η Εναγόμενη μπορούσε να είχε καταχωρίσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην παρούσα υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε προσώπου έκρινε ότι ενδεικνυόταν πλην όμως επέλεξε να καταχωρίσει νέα υπόθεση που αφορά την ίδια περίπτωση, κρίνω ότι είναι ορθό, λογικό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. Συνεπώς ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία κάθε πλευρά επωμίζεται τα δικά της έξοδα.
(Υπ.) .................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο