Loizos Iordanou Constructions Ltd κ.α. ν. SOGREAH/A.F. MODINOS & S.A. VRAHIMIS JOINT VENTURE κ.α., Αρ. Αγωγής: 124/2015, 29/8/2025
print
Τίτλος:
Loizos Iordanou Constructions Ltd κ.α. ν. SOGREAH/A.F. MODINOS & S.A. VRAHIMIS JOINT VENTURE κ.α., Αρ. Αγωγής: 124/2015, 29/8/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                   

  Αρ. Αγωγής: 124/2015 Μεταξύ:

1.         Loizos Iordanou Constructions Ltd, από την Πάφο 

2.         Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ &

Loizos Iordanou Constructions Ltd Joint Venture, από την Πάφο 

                                                                                                                    Εναγόντων

                                                             και

                          Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, από την Πάφο

               Εναγομένων      και

1.         SOGREAH/A.F. MODINOS & S.A. VRAHIMIS JOINT VENTURE

2.         A.F. MODINOS & S.A. VRAHIMIS ARCHITECTS AND  ENGINEERS S.A.

3.         S.A. VRAHIMIS LIMITED

4.         ΧΧΧ Βραχίμης

5.         ARTELIA VILLE & TRANSPORT

                                                                                                                       Τριτοδιαδίκων

 

ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ

 

Μεταξύ:

                          Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, από την Πάφο

                                                                                     Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόντων                                           και

1.        Loizos Iordanou Constructions Ltd, από την Πάφο

2.        Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ &

Loizos Iordanou Constructions Ltd Joint Venture, από την Πάφο

3.        ΧΧΧ ΒΕΡΓΑ

4.        ΧΧΧ ΜΑΛΗΚΙΔΗ

5.        ΧΧΧ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

                                                                                        Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγομένων

 

  

                        Αίτημα ημερομηνίας 28.08.25 για να μην επιτραπεί                    η κατάθεση εγγράφων από εμπειρογνώμονα 

Ημερομηνία: 29.08.25  Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες 1 & 2/Εξ’ Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 1 & 2: κος Δ. Αραούζος μαζί με κ. Κ. Γεωργιάδη για CHRYSSES DEMETRIADES & CO L.L.C.

Για Εναγόμενη/Εξ’ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κος Δ. Κρονίδης μαζί με κ. Σάντη  για κ.κ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. 

 

                                                  ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Η παρούσα υπόθεση αφορά ένα από τα συμβόλαια εργοληπτικών εργασιών του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου (στο εξής το «ΣΑΠΑ»). Το όλο έργο είχε ως στόχο την κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση του αποχετευτικού συστήματος της Επαρχίας Πάφου. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο αφορά μέρος του αποχετευτικού συστήματος. Πρόκειται για το συμβόλαιο ‘Β’ της ‘Β’ Φάσης του Αποχετευτικού Έργου στην Επαρχία Πάφου με το οποίο οι Ενάγοντες ανέλαβαν την προμήθεια και εγκατάσταση αποχετευτικού αγωγού λυμάτων, αγωγών πιέσεως, αποχετευτικού αγωγού όμβριων και φρεατίων καθώς επίσης κατασκευή αντλιοστασίων και αγωγών για οικιακές συνδέσεις και άλλων συναφών εργασιών έναντι συμφωνημένου ποσού €21.271.330,95 χωρίς Φ.Π.Α. Οι εργασίες διεξήχθησαν στις κοινότητες Έμπας, Κονιών και Αναβαργού. 

 

Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αποσύρθηκε η ανταπαίτηση των Εξ’ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 3, 4 & 5 με την κάθε πλευρά να επιβαρύνεται τα δικά της έξοδα.

 

Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση αναφορικά με την απαίτηση των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης και της ανταπαίτησης της τελευταίας εναντίον των πρώτων. Στα πλαίσια της απαίτησης της η πλευρά των Εναγόντων παρουσίασε δύο μάρτυρες. Ακολούθησε η κλήση μαρτύρων της Εναγομένης. Ο δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης της Εναγομένης (ΜΥ2) προσήλθε να καταθέσει υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. 

 

Κατά την κυρίως εξέταση της ΜΥ2 επιχειρήθηκε η κατάθεση έκθεσης, ως μέρος της μαρτυρίας της, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9). Η προσπάθεια κατάθεσης του πορίσματος προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων. Η ένσταση βασίστηκε σε δύο συγκεκριμένα νομικά ζητήματα, τα οποία προσδιορίζονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Μέσα από αναλυτική και εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις τους. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 30.06.25 το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση των Εναγόντων για τους λόγους που εξηγεί στο κείμενο της. Συνεπεία της απόφασης του Δικαστηρίου, η έκθεση της ΜΥ2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 137. Η δε ακρόαση της υπόθεσης ορίστηκε για συνέχιση τις 28.08.25 και 29.08.25.

 

Στις 28.08.25 επρόκειτο να συνεχιστεί η κυρίως εξέταση της ΜΥ2. Με την έναρξη της ακροαματικής συνεδρίασης επιχειρήθηκε, από μέρους της ΜΥ2, η κατάθεση 21 Παραρτημάτων, για τα οποία γίνεται αναφορά μέσα από το περιεχόμενο του πορίσματος της που έχει ήδη κατατεθεί ως τεκμήριο. Η προσπάθεια κατάθεσης τους προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων, οι οποίοι, δια του συνηγόρου τους, ευσεβάστως εισηγήθηκαν όπως μη επιτραπεί στην ΜΥ2 να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα Παρατήματα Αρ. 1-11, 15, 17 και 18. Να σημειωθεί ότι για τα υπόλοιπα παραρτήματα, δηλαδή τα παραρτήματα αρ. 12-14, 16 και 19-21, οι Εναγόμενοι δεν είχαν ένσταση στην κατάθεση τους.

 

Αντίθετη ήταν η εισήγηση της Εναγομένης, η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να επιτρέψει την κατάθεση των πιο πάνω συγκεκριμένων παραρτημάτων. Η Εναγόμενη, δια του δικού της συνηγόρου, δεν διαπιστώνει οτιδήποτε που μπορεί να εμποδίσει την κατάθεση τους.

 

Ένεκα της πιο πάνω εξέλιξης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κλήθηκαν και αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η νομική επιχειρηματολογία τους ήταν αναλυτική και εμπεριστατωμένη. Έκαστη πλευρά παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία που θεωρεί ότι υποστηρίζει τις θέσεις της. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό.  Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Έχω μελετήσει με προσοχή τις νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των διαδίκων. Επίσης έχω αναγνώσει με προσοχή τη νομολογία στην οποίαν με έχουν παραπέμψει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων.

Την ίδια στιγμή ξεκαθαρίζω ότι σε καμία περίπτωση έχω προβεί σε αξιολόγηση μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί στα πλαίσια της υπό εξέλιξη ακρόασης της υπόθεσης. Για ευνόητους λόγους απέφυγα να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα που αφορούν την ουσία της αγωγής. Για προφανείς λόγους δεν ασχολήθηκα με την εξαγωγή συμπερασμάτων- που σχετίζονται με την ουσία της αγωγής. Δεν εξετάζω τα επίδικα θέματα της αγωγής και γενικότερα δεν εμπλέκομαι με την διερεύνηση της ουσίας της υπόθεσης.

 

Το αίτημα των Εναγόντων επικεντρώνεται στην αντεξέταση των μαρτύρων τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος τους προέβαλε τη θέση ότι οι μάρτυρες των Εναγόντων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή δεν αντεξετάστηκαν όπως θα έπρεπε, υπό την έννοια ότι ενώπιον τους δεν τέθηκε η μαρτυρία που περιέχεται στην έκθεση της ΜΥ2 (Τεκμήριο 137) για να τοποθετηθούν. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, στους μάρτυρες των πελατών του δεν παρουσιάστηκαν οι θέσεις της Εναγομένης κατά την αντεξέταση τους για να τοποθετηθούν ώστε να μπορεί να προσαχθεί μαρτυρία για την υπεράσπιση της. Ο κύριος Αραούζος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι αυτό που υπήρξε μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων ήταν απλαισίωτες και αστήριχτες υποβολές χωρίς υπόβαθρο, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να στερείται του δικαιώματος της να παρουσιάσει μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης της.

 

Εκ διαμέτρου διαφορετικές ήταν οι νομικές θέσεις που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης προς αντίκρουση των επιχειρημάτων των Εναγόντων. Η νομική επιχειρηματολογία του κυρίου Κρονίδη περιλαμβάνει δύο άξονες.

 

Η πρώτη πτυχή της αγόρευσης του προβάλλει τη νομική θέση ότι το αίτημα των Εναγόντων ουσιαστικά προωθεί το ίδιο ζήτημα που έχει ήδη κριθεί με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30.06.25 αλλά με διαφορετικό περιτύλιγμα. Σύμφωνα με τον συνήγορο της Εναγομένης, η προσπάθεια επαναπροώθησης του ιδίου αιτήματος συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Ο κύριος Κρονίδης απέδωσε τη συμπεριφορά αυτή στην έντονη, κατά την άποψη του, επιθυμία των Εναγόντων να αποκλείσουν με κάθε μέσο την υπεράσπιση της Εναγομένης.

 

Η δεύτερη πτυχή της αγόρευσης του συνηγόρου της Εναγομένης περιλαμβάνει την θέση του ότι τα παραρτήματα για τα οποία οι Ενάγοντες δεν επιθυμούν την κατάθεση τους στο Δικαστήριο έχουν στην πλειονότητα τους άμεση συνάφεια με την ανταπαίτηση τους και παράλληλα ένα μικρό μέρος τους σχετίζεται με την υπεράσπιση τους. Με βάση τις αναφορές του, τα παρατήματα αποτελούν μέρος της έκθεσης και εφόσον το πόρισμα έχει ήδη κατατεθεί το αίτημα των Εναγόντων θα πρέπει να απορρίφθεί.

 

Αναφερόμενος στον τρόπο αντεξέτασης των μαρτύρων των Εναγόντων, ο συνήγορος της Εναγομένης ανάφερε ότι ήταν περιορισμένη επειδή δεν έχουν κατατεθεί τα επίμαχα πιστοποιητικά πληρωμής. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι έγιναν αρκετές αναφορές για κάθε ένα πιστοποιητικό πλην όμως οι μάρτυρες των Εναγόντων απαντούσαν μονολεκτικά χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα για περαιτέρω ερωτήσεις αφού τα έγγραφα δεν είχαν κατατεθεί.

 

Καταλήγοντας ο κύριος Κρονίδης ευσεβάστως υπέβαλε ότι η παράλειψη αντεξέτασης δεν στερεί από ένα διάδικο το δικαίωμα του να προσκομίσει μαρτυρία αλλά λαμβάνεται υπόψη στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού στο τέλος της διαδικασίας. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, υπάρχει νομολογία που υποδεικνύει ότι τα έγγραφα ενός εμπειρογνώμονα, είτε συνιστούν αποδεκτή μαρτυρία είτε όχι, πρέπει να κατατίθενται και να αξιολογούνται. Προς υποστήριξη της θέσης του ο κύριος Κρονίδης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην αγγλική απόφαση A v. B [2019] EWHC 275 (Comm).

 

Θα ασχοληθώ πρώτα με το πρώτο σκέλος της νομικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της Εναγομένης που είναι η νομική θέση ότι το αίτημα των Εναγόντων ουσιαστικά προωθεί το ίδιο ζήτημα που έχει ήδη κριθεί με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30.06.25.

 

Αν κάποιος αναγνώσει την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30.06.25 θα αντιληφθεί ότι το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει την ένσταση των Εναγόντων στην κατάθεση της έκθεσης της ΜΥ2, η οποία εδραζόταν στους πιο κάτω δύο νομικούς πυλώνες που τέθηκαν διαζευκτικά με τον δεύτερο πυλώνα να διαχωρίζεται σε δύο σκέλη:

(α) ο πρώτος πυλώνας περιλαμβάνει τη θέση ότι ολόκληρη η έκθεση δεν θα έπρεπε να κατατεθεί στο Δικαστήριο επειδή το περιεχόμενο της έκθεσης συνιστά μη αποδεκτή μαρτυρία (inadmissible evidence) προς απόδειξη της ανταπαίτησης της Εναγόμενης αφού πραγματεύεται ζητήματα που εγείρονται πρόωρα, καθότι, ως ήταν η θέση των Εναγόντων, δεν είχε πρώτα

γίνει χρήση των συμβατικών μηχανισμών και της διαδικασίας που προνοείται στον όρο 67.1 του συμβολαίου προκειμένου να τα αναδείξουν επίδικα και ως τέτοια πλέον να είχαν εξεταστεί,

(β) ο δεύτερος πυλώνας αφορούσε τη διαγραφή μέρους της έκθεσης υπό τη μορφή της διαγραφής σωρείας παραγράφων που είχαν απαριθμηθεί επειδή-

(i)            η επίμαχη έκθεση στερείται αμεροληψίας αφού, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, ένα πολύ μεγάλο μέρος της έκθεσης της ΜΥ2 ασχολείται με ύστατα ερωτήματα της υπόθεσης επί γεγονότων (ultimate cause), με την εξαγωγή συμπερασμάτων στα οποία το Δικαστήριο καλείται να καταλήξει, με γεγονότα που είναι επίδικα αλλά εκλαμβάνονται στην έκθεση ως δεδομένα, με την ερμηνεία όρων συμβολαίου, με την κατάληξη συμπερασμάτων που είναι αμιγώς νομικά και υπαγωγής τους στα γεγονότα, με την αντιπαράθεση θέσεων του ΣΑΠΑ με εκείνες του μηχανικού του έργου, με σχολιασμό συμπεριφορών και απόδοση ευθυνών, διατύπωση η οποία, για τους Ενάγοντες, κάθε άλλο παρά παραπέμπει είτε σε απόφαση Δικαστηρίου ή Διαιτητή υποκαθιστώντας έτσι το ρόλο, αποστολή και κρίση του αρμοδίου οργάνου, είτε σε νομική επιχειρηματολογία δικηγόρου,

(ii)          στην επίμαχη έκθεση η ΜΥ2 αντλεί τη γνώση της όχι από διαπιστώσεις στις οποίες μετά από δική της έρευνα αλλά από πληροφόρηση που έλαβε από τρίτους.

 

Το αίτημα των Εναγόντων ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση διαφέρει από το αίτημα που εξετάστηκε στην προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση. Όπως ήδη λέχθηκε προηγουμένως, εδώ οι Ενάγοντες αιτούνται τη μη υποβολή συνοδευτικών, της κατατεθείσας έκθεσης, εγγράφων επειδή, ως επικαλούνται, η αντεξέταση που έτυχαν οι μάρτυρες τους αποτελείται από απλαισίωτες και αστήριχτες υποβολές χωρίς υπόβαθρο και δίχως έτσι να τεθούν οι θέσεις της Εναγομένης στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στην έκθεση της ΜΥ2 και να τοποθετηθούν οι μάρτυρες ώστε να μπορεί να προσαχθεί μαρτυρία για την υπεράσπιση της Εναγομένης, με αποτέλεσμα η τελευταία να στερείται του δικαιώματος της να παρουσιάσει μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης της.

 

Από τα πιο πάνω είναι προφανώς ότι το αίτημα της προκειμένης περίπτωσης δεν είναι το ίδιο ή παρόμοιας φύσεως μ’ αυτό που ήδη κρίθηκε μέσα από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30.06.25. Πρόκειται για διαφορετικό αίτημα. Μπορεί και τα δύο να στοχεύουν στον αποκλεισμό μαρτυρίας προερχόμενη από εμπειρογνώμονα αλλά έχουν διαφορετικό πυρήνα και εδράζονται σε διαφορετικούς νομικούς λόγους.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το πρώτο σκέλος της νομικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της Εναγομένης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Προχωρώ ευθύς με την εξέταση της ουσίας του αιτήματος των Εναγόντων, η οποία συνάμα καλύπτει το δεύτερο σκέλος της νομικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της Εναγομένης.

 

Οποιοσδήποτε, δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος και των ανάλογων διατάξεων της  Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί στην Κύπρο με το Ν.39/62 και των αναπόσπαστων πρωτοκόλλων που έχουν επίσης κυρωθεί με άλλες κυπριακές νομοθεσίες, δικαιούται ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο για να προβάλει την εκδοχή του και να εξεταστεί δίκαια εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο δικαστικό όργανο που νόμιμα έχει συσταθεί (Παναγιώτης Ζερβός v. Euroinvestment & Finance Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ. 1968). Αυτό σημαίνει ότι στα πλαίσια εκδίκασης μιας υπόθεσης έκαστος διάδικος παρουσιάζει μαρτυρία προς απόδειξη των επιδίκων θεμάτων που συγκροτούν τη δικογραφημένη εκδοχή που προβάλλει στη βάση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος.

 

Οι Ενάγοντες, δια τους συνηγόρου τους, προέβαλαν τη νομική θέση ότι η αντεξέταση των μαρτύρων τους διεξήχθη με τέτοιο τρόπο ώστε η Εναγόμενη στερείται του δικαιώματος της να παρουσιάσει μαρτυρία στα πλαίσια απόδειξης της υπεράσπισης της. Μία τέτοια αναφορά προφανώς συγκρούεται ευθέως με το πιο πάνω συνταγματικό δικαίωμα της Εναγομένης. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να διασφαλίζει τα δικαιώματα των διαδίκων που πηγάζουν μέσα από τις πρόνοιες του Συντάγματος και των ευρωπαϊκών νομοθεσιών.    

 

Προς επίρρωση της πιο πάνω θέση ο συνήγορος των Εναγόντων με παρέπεμψε στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc. (2002) 1 Α.Α.Δ. 1527. Εστίασε την προσοχή του στην αναφορά των δύο κανόνων πρακτικής που είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο με τέτοια αντεξέταση να είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.

 

Οι δύο αυτοί κανόνες πρακτικής δεν θα πρέπει να ιδωθούν αποσπασματικά αλλά σε συνάρτηση με το όλο σκεπτικό της απόφασης. Εάν κάποιος αναγνώσει με προσοχή το σκεπτικό της απόφασης στην ολότητα του θα αντιληφθεί ότι αυτοί οι κανόνες πρακτικής είναι άμεσα συνδεδεμένοι με το στάδιο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού και όχι με στέρηση δικαιώματος προσκόμισης μαρτυρίας. Αυτό προκύπτει από αναφορά στην υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd. (1987) 1 C.L.R. 383 προκειμένου να υποστηριχτεί το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με τους κανόνες πρακτικής, από την οποίαν απόφαση καταγράφω αυτούσια σχετικό πρακτικό που ειδικά αναφέρεται και ομιλεί από μόνο του:

«Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper

explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the

denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it.»

 

[η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου]

 

Στην πιο πάνω υπόθεση που με έχουν παραπέμψει, το πρωτόδικο δικαστήριο υιοθέτησε τις θέσεις της εφεσίβλητης (ενάγουσας στη δικαστική διαδικασία του πρωτόδικου δικαστηρίου) επισημαίνοντας στη συνέχεια ότι η εκδοχή των εφεσειόντων (εναγόμενους στη δικαστική διαδικασία του πρωτόδικου δικαστηρίου) δεν είχε τεθεί στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του και ότι ουδέποτε οι εφεσείοντες ήγειραν τέτοιο ισχυρισμό ή παράπονο. Η εξήγηση που δόθηκε από τους εφεσείοντες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την παράλειψη αντεξέτασης του Μ.Ε.1 ήταν ότι δεν είχαν υποχρέωση να πραγματοποιήσουν την αντεξέταση που έπρεπε με βάση τους δύο κανόνες πρακτικής επειδή, όπως είπαν, θα συμπληρωνόταν έτσι το κενό που άφησε η κύρια εξέταση του Μ.Ε.1. Μη θεωρώντας την εξήγηση της παράλειψης που δόθηκε ικανοποιητική, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου.

 

Η πιο πάνω νομική αρχή ότι μη παροχή ικανοποιητικής εξήγησης σε περίπτωση παράλειψης προώθησης θέσεων από τον αντίδικο κατά την αντεξέταση ενός μάρτυρα της άλλης πλευράς ταυτίζεται με την επίσης νομική αρχή που και αυτή τέθηκε στην πιο πάνω υπόθεση που η πλευρά των Εναγόντων με έχει παραπέμψει και αφορά ότι παράλειψη αντεξέτασης είναι καθοριστική και σημαίνει το τέλος του ζητήματος. Στην υπόθεση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαΐδη (2006) 1Β Α.Α.Δ. 1056 λέχθηκε ότι παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Επομένως η παράλειψη αντεξέτασης συνδέεται με το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας και όχι με στέρηση δικαιώματος προσκόμισης της στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Επίσης στην υπόθεση Πιριλλίδη v. Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015 ημερ. 11.12.17, ECLI:CY:AD:2017:B454, στην οποίαν γίνεται επίκληση της υπόθεσης Frederickou Schools Co Ltd (πιο πάνω), επαναδιατυπώνεται η νομική αρχή ότι η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απαγόρευση στην άλλη πλευρά να παρουσιάσει μαρτυρία για την προώθηση της δικής της εκδοχής.

 

Ωστόσο στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας το Δικαστήριο θα προβληματιστεί και θα κληθεί να αποφασίσει αν θα αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σ’ αυτήν με ή χωρίς την παροχή οποιασδήποτε εξήγησης από τον διάδικο που ευθύνεται στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος της Εναγομένης αναγνώρισε περιορισμένη αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων δίδοντας τη δική του εξήγηση. Δεν θα σχολιάσω και ούτε θα αξιολογήσω την αναφορά του κυρίου Κρονίδη στο ζήτημα αυτό στο παρόν στάδιο. Ούτε θα κρίνω την ανάλυση του κυρίου Αραούζου που έγινε με βάση το περιεχόμενο πρακτικών. Κάτι τέτοιο στο σημείο αυτό θα ήταν εσφαλμένο και νομικά ανεπίτρεπτο επειδή θα ισοδυναμούσε με αξιολόγηση μαρτυρίας. Θα ασχοληθώ μαζί το ζήτημα αυτό, εάν και εφόσον τεθεί στις τελικές αγορεύσεις των διαδίκων, το οποίο καθηκόντως θα εξετάσω υπό το φως των δεδομένων που θα υπάρχουν στο στάδιο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού.

 

Το σκεπτικό του παρόντος Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό που εγέρθηκε υποστηρίζεται από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Β’ Έκδοση, Κεφάλαιο 19, σελίδες 720724, στο οποίο με παρέπεμψε η πλευρά των Εναγόντων. Στο συγκεκριμένο σύγγραμμα αναφέρονται περιπτώσεις για απεμπόληση δικαιώματος αντεξέτασης χωρίς όμως να επεκτείνεται σε γενική στέρηση δικαιώματος προσκόμισης μαρτυρίας από μάρτυρες που θα κληθούν από το διάδικο που παραλείπει να αντεξετάσει μάρτυρες της άλλης πλευράς.

 

Η δε ποινική υπόθεση Μ.Κ. v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 225 στην οποίαν επίσης με παρέπεμψε η πλευρά των Εναγόντων, δεν βοηθά την εισήγηση τους. Η διαπίστωση αυτή γίνεται μέσα από απλή ανάγνωση του κειμένου της.

 

Περαιτέρω έχω αναγνώσει την έκθεση της ΜΥ2 που έχει κατατεθεί ως τεκμήριο. Μέσα από το περιεχόμενο της γίνεται αναφορά στα παραρτήματα που η εν λόγω μάρτυρας επιθυμεί να καταθέσει. Είναι προφανές ότι τα παρατήματα αυτά είναι συνοδευτικά του πορίσματος. Η έκθεση φαίνεται να ετοιμάστηκε βάση των εγγράφων που συνθέτουν τα εν λόγω παραρτήματα. Δεν μπορεί παρά να λεχθεί ότι τα επίμαχα παραρτήματα με το περιεχόμενο τους, ως συνοδευτικά έγγραφα που είναι της έκθεσης, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Η μη κατάθεση τους θα καταστήσει την έκθεση ελλιπή. Σε τέτοια περίπτωση η Εναγόμενη θα στερηθεί του συνταγματικού δικαιώματος της να παρουσιάσει την μαρτυρία που επιθυμεί στην ολοκληρωμένη της μορφή προς απόδειξη της δικογραφημένης εκδοχής της.- Παράλληλα η άμεση συνάρτηση και σχέση της υπεράσπισης της Εναγομένης με την ανταπαίτηση της θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό και των δύο αν τέτοιο μαρτυρικό υλικό δεν επιτραπεί να κατατεθεί αφού, με βάση τη διαδικασία εκδίκασης που έχει καθοριστεί με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, στο στάδιο αυτό η Εναγόμενη καλείται να παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της.

 

Παρόλα αυτά, η μη κατάθεση των επίμαχων παραρτημάτων δεν εμποδίζει την ΜΥ2 να παραθέσει υπό τη μορφή ένορκης προφορικής μαρτυρίας αυτά που περιέχονται στα παραρτήματα, ενδεχομένως όχι με τη λεπτομέρεια που περιέχεται σ’ αυτά. Με γνώμονα αυτό, θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε σε οτιδήποτε τους Ενάγοντες. Αν τώρα η θέση του αιτήματος επεκτείνεται σε κάθε είδους μαρτυρία που επρόκειτο να παρουσιαστεί εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης, ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω.

 

Όπως ήδη λέχθηκε, τυχόν έγκριση του αιτήματος των Εναγόντων θα παραβιάσει το συνταγματικό δικαίωμα της Εναγομένης να παρουσιάσει τη δική της μαρτυρία. Αντίθετα αν αφεθεί η Εναγόμενη να παρουσιάσει τη μαρτυρία που η ίδια επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στην ολοκληρωμένη της διάσταση, κανένα δικαίωμα των Εναγόντων επηρεάζεται δυσμενώς. Έχοντας υπόψη μου την καθορισμένη διαδικασία ακρόασης, μετά την προσκόμιση μαρτυρίας από την Εναγόμενη, οι Ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να κλητεύσουν μάρτυρες για την προώθηση της υπεράσπισης τους στην ανταπαίτηση της Εναγομένης. Με δεδομένο ότι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση της Εναγομένης είναι αλληλένδετα συνδεδεμένες, οι Ενάγοντες έχουν την ευκαιρία να θέσουν και να εξηγήσουν τις δικές τους θέσεις σε σχέση με την έκθεση και τα παραρτήματα της.

 

Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, το αίτημα των Εναγόντων δεν μπορεί να γίνει δεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Συνακόλουθα όλα τα παραρτήματα δύναται να κατατεθούν στο Δικαστήριο.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα που έχουν προκύψει σε σχέση με το αίτημα που υπεβλήθηκε, κρίνω ορθό, λογικό και δίκαιο όπως αυτά αποτελούν μέρος των εξόδων της εκδίκασης της υπόθεσης αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον της Εναγομένης. 

 

        

                                                                            (Υπ.) .................................

                                                                                       Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο