ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 276/25
Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, ΚΕΦ.224, ως και τις τροποποιήσεις τους
Μεταξύ:
Μαρία Χριστοδούλου, από την Λεμεσό
Αιτήτρια/Εφεσείουσα
και
Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, από την Λευκωσία
Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η αίτηση
Ημερομηνία: 16.12.25
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κ. Ρ. Ροδοσθένους
Για την Καθ’ ης η αίτηση/Εφεσίβλητη: κκ. Χρ. Ιωάννου ΔΕΠΕ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσεται η παρουσία στο Δικαστήριο για σκοπούς αντεξέτασης τους δυο ιδιωτών επιδοτών των οποίων οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση/έφεση της Αιτήτριας με την οποία ζητείται ο παραμερισμός Ειδοποίησης ΙΑ με την οποία καθορίσθηκε πλειστηριασμός ενυπόθηκου ακινήτου στις 22.12.25.
Ειδικότερα ζητείται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων (τα αιτητικά παρατίθενται αυτούσια):
1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η αντεξέταση του κύριου ΧΧΧΧ, Ιδιώτη Επιδότη αναφορικά με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ημερομηνίας 06/06/2025 η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κ. ΥΥΥΥ η οποία συνοδεύει την ένσταση που καταχωρήθηκε στις 03/12/2025 στα πλαίσια της παρούσας αίτησης – έφεσης και ειδικότερα:
Α) στην αναφορά του στις ένορκη δήλωση ημερομηνίας 06/06/2025 ότι επέδωσε την ειδοποίηση τύπος Ι στην Αιτήτρια και τον χώρο στον οποίο της την επίδοσε.
Β) για το τι λέχθηκε μεταξύ του κύριου ΧΧΧΧ και της Αιτήτριας όταν της έκανε επίδοση.
2. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η αντεξέταση του κύριου ΖΖΖΖ, Ιδιώτη Επιδότη αναφορικά με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ημερομηνίας 01/08/2025 η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κ. ΥΥΥΥ η οποία συνοδεύει την ένσταση που καταχωρήθηκε στις 03/12/2025 στα πλαίσια της παρούσας αίτησης – έφεσης και ειδικότερα:
Α) στην αναφορά του στις ένορκη δήλωση ημερομηνίας 01/08/2025 ότι επέδωσε την ειδοποίηση τύπος ΙΒ στην θυγατέρα της Αιτήτριας και τον χώρο στον οποίο της την επίδοσε.
Β) για το τι λέχθηκε μεταξύ του κύριου ΖΖΖΖ και της θυγατέρας της Αιτήτριας όταν της έκανε επίδοση.
Ο λόγος για τον οποίο επιζητείται η αντεξέταση αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Αυτές παρατίθενται αυτούσιες πιο κάτω:
«4.Μέσα από τις αναφορές της κ. ΥΥΥΥ δημιουργείται σύγχυση και ερωτηματικά καθότι τα όσα αναφέρει/ή δεν αναφέρει δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Οι μόνοι που μπορούν να ρίξουν φως είναι οι κύριοι ΧΧΧΧ και ΖΖΖΖ οι οποίοι ήταν παρών.
5.Εξ όσων κάλλιον πιστεύω και γνωρίζω η αντεξέταση του κύριου ΧΧΧΧ και του κ. ΖΖΖΖ είναι αναγκαία για να εξακριβωθούν τα πραγματικά γεγονότα αναφορικά με την παρούσα αίτηση – έφεση, και για να εξακριβωθεί κατά πόσο επιδόθηκαν δεόντως και στην σωστή διεύθηνση οι επίδικες ειδοποιήσεις τύπος Ι & ΙΒ».
Η υπό κρίση αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας/Εφεσείουσας προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση/Εφεσίβλητης εκ μέρους της οποίας καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Ένστασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση προσώπου η οποία εργάζεται σε τρίτη εταιρεία και η οποία είναι εξουσιοδοτημένη τόσο από την τελευταία όσο και από την Καθ’ ης η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, από τώρα και στο εξής «η υπάλληλος».
Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι πιο κάτω:
1. Η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και/ή η καταχώρηση της αίτησης στη βάση του Μέρους 23 Κανονισμός 23.14 είναι εσφαλμένη και/ή δεν γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 10 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956.
Άνευ βλάβης του λόγου ένστασης 1,
2. Δεν εφαρμόζονται και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 23 Καν. 13 και/ή δεν προσφέρεται «καλός λόγος» για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και/ή να επιτραπεί η αντεξέταση.
3. Τα ζητήματα επί των οποίων η Αιτήτρια επιθυμεί να αντεξετάσει, της ήταν γνωστά από πριν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης – έφεσης και/ή αφορούν γεγονότα τα οποία δεν εγείρονται εξ’ απροόπτου ή άλλως πως και/ή η Αιτήτρια όφειλε να αναφέρει τη θέση της εξ’ αρχής.
4. Η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που φέρει αναφορικά με την απόδειξη καλού λόγου και/ή δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχεία ή προκύπτουν τέτοια από τον φάκελο της διαδικασίας που να δικαιολογούν το αίτημά της.
5. Τα πρόσωπα των οποίων η Αιτήτρια αιτείται την αντεξέταση δεν προσφέρουν μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης και/ή δεν αποτελούν πρόσωπο που έδωσε γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης και/ή άλλως πως.
6. Το υποβληθέν αίτημα αποτελεί καταχρηστική και/ή κακόπιστη ενέργεια της Αιτήτριας, καθώς επιχειρείται προσπάθεια εκμαίευσης μαρτυρίας (fishing for evidence) και/ή η Αίτηση Αντεξέτασης είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή αυθαίρετη.
7. Η Αιτήτρια επιδιώκει με την αντεξέταση να διορθώσει παραλείψεις και/ή συμπλήρωση ηθελημένων κενών της ένορκης δήλωσής της ενώ πρόκειται για γεγονότα εις γνώση της και/ή γνωστά πριν την καταχώρηση της αίτησης – έφεσης και τα οποία χωρίς αποχρώντα λόγο δεν συμπεριέλαβε στην αρχική της ένορκη δήλωση.
8. Τα θέματα που επιζητεί η Αιτήτρια να αντεξετάσει δεν αφορούν ουσιώδη ζητήματα ένεκα των αναφορών των Καθ’ ων η Αίτηση στις παραγράφους 11.2 και 22.2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση.
Η αναφορά σε ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ ημερομηνίας 6.6.25 είναι λανθασμένη. Η ορθή ημερομηνία της ένορκης δήλωσης του ΧΧΧΧ που ενδιαφέρει την πλευρά της Αιτήτριας είναι η 4.3.25, κάτι το οποίο επισήμανε και η υπάλληλος με την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4.3.25 ο ΧΧΧΧ στις 25.2.25 επέδωσε στην Αιτήτρια προσωπικά την Ειδοποίηση τύπου Ι. Και σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ημερομηνίας 1.8.25 ο ΖΖΖΖ στις 28.7.25 επέδωσε στην Αιτήτρια μέσω της θυγατέρας της την Ειδοποίηση τύπου ΙΒ και δη:
«στην ΨΨΨΨ η οποία την παρέλαβε αλλά αρνήθηκε να υπογράψει για την Χριστοδούλου Μαρία την οποία δεν βρήκα στο σπίτι της. Το πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο είναι θυγατέρα/ενήλιξ συγκάτοικος της πιο πάνω αναφερομένης».
Είναι κοινός τόπος ότι το θέμα επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στην βάση των αρχών που διακηρύχθηκαν από την Νομολογία αναφορικά με την Διαταγή 39, θεσμός 1 των παλαιών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Παρεμπιπτόντως διαφωνώ με την πλευρά της Αιτήτριας ότι εφαρμογή έχουν και τα άρθρα 23, 24 και 26(1) του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Τα εν λόγω άρθρα εφαρμόζονται σε διαδικασίες όπου η δίκη λαμβάνει χώρα με την παρουσίαση μαρτύρων οι οποίοι καταθέτουν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε διαδικασίες οι οποίες διεξάγονται όπως και η παρούσα στην βάση ενόρκων δηλώσεων.
Ο θεσμός 1 της Διαταγής 39 των παλαιών Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως:
«Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination».
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία δύναται να δοθεί με ένορκο δήλωση∙ όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν παράκλησης οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του ομνύσαντος την ένορκο δήλωση για αντεξέταση».
Στην Αίτηση 142/04 του Rana Wahed Ali (Αρ.1) (2004) 1 ΑΑΔ 1660 λέχθηκε ότι η αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων επιτρέπεται σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ανάλογη είναι και η θέση της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση. Μόνο που τα όσα λέχθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση αφορούσαν σε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος και δη habeas corpus και δεν θεωρώ, εξ’ όσων από την ίδια την απόφαση προκύπτει, ότι τυγχάνουν εφαρμογής σε αιτήσεις άλλες από αυτές για τις οποίες γίνεται λόγος στην εν λόγω απόφαση. Συναφώς δεν εντόπισα οτιδήποτε που να συνηγορεί με το ότι τα όσα διακηρύχθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση έχουν καθολική εφαρμογή είτε στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice), είτε στο Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England. Τουναντίον η Νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται επιβεβαιώνει ό,τι, άλλωστε, προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω θεσμού και, συγκεκριμένα, ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά.
Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) υποδεικνύεται στην σελίδα 865 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη 38 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών ότι κατά την άσκηση της δικαστικής εξουσίας δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος.
Ανάλογη θέση απαντά και στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 3η έκδοση, Τομ. 21, παρ. 878, σελ. 418-419 όπου αναγράφονται τα εξής:
«The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion».
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να ενεργήσει στην βάση μιας τέτοιας μαρτυρίας η οποία δύναται να βρίσκεται ενώπιόν του και δεν θα επιτρέψει να εκκρεμεί αίτηση (motion) με σκοπό να υποβοηθήσει διάδικο να εξετάσει προφορικά έναν μάρτυρα αν είναι της άποψης ότι η αίτηση γίνεται για να προκαλέσει καθυστέρηση ή αν υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του για να αποφασίσει την αίτηση (motion)».
Στην Αίτηση 18/08 του Λ. Μήλιου κ.α. (2008) 1 ΑΑΔ 280 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας πως αίτηση που στηριζόταν στην Δ.39 θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρείχε την διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εγκρίνει ή να την απορρίψει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επομένως, σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος της αίτησης και, κυρίως, κατά πόσο η αντεξέταση θα είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην διαδικασία στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η ένορκος δήλωση επί της οποίας ζητείται η αντεξέταση του καταθέτη της.
Η υπό κρίση αίτηση χωλαίνει πρωτίστως στο εξής. Από την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει δεν είναι αντιληπτή η σκοπιμότητα της αιτούμενης αντεξέτασης. Δεν είναι αντιληπτό πού στοχεύουν οι πληροφορίες που με την αιτούμενη αντεξέταση η πλευρά της Αιτήτριας επιδιώκει να εξάξει από τους επιδότες. Σύμφωνα με την Αιτήτρια η αντεξέταση είναι αναγκαία για να εξακριβωθεί κατά πόσο οι Ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΒ επιδόθηκαν δεόντως και στην σωστή διεύθυνση. Γιατί, όμως, αυτό να είναι ουσιώδες για την αίτηση/έφεση αφ’ ης στιγμής οι επιδόσεις έγιναν και η Αιτήτρια ως από την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση με ενάργεια προκύπτει δεν τις αμφισβητεί; Τα πιο πάνω καθιστούν την υπό κρίση αίτηση δίχως άλλο έκθετη σε απόρριψη.
Σημειώνεται ότι αυτό που μετρά είναι οι ένορκοι ισχυρισμοί και όχι οι δηλώσεις των συνηγόρων οι οποίες γίνονται είτε στα πλαίσια της γραπτής τους αγόρευσης είτε προφορικά κατά τις εμφανίσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα ήθελα να αναφέρω ότι ο σκοπός της αντεξέτασης, αν και δεν διασαφηνίζεται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, διασαφηνίσθηκε στο Δικαστήριο από τον συνήγορο της Αιτήτριας στα πλαίσια εμφανίσεων του. Διασαφηνίσθηκε, λοιπόν, ότι αυτό που με την αντεξέταση σκοπείται είναι να φανεί αν αναφέρθηκε στους επιδότες από την Αιτήτρια ότι η τελευταία διαμένει στην Λεμεσό και, αν ναι, αν οι επιδότες έδωσαν αυτή την πληροφορία στην Καθ’ ης η αίτηση. Σύμφωνα με την πλευρά της Αιτήτριας αν η Καθ’ ης η αίτηση γνώριζε από τις επιδόσεις των Ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΒ, οι οποίες είχαν προηγηθεί, ότι η διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας είναι στην Λεμεσό ακολουθεί ότι κακώς αποστάλθηκε μέσω ταχυδρομείου η Ειδοποίηση ΙΑ στην Πάφο. Σε μια τέτοια περίπτωση η τελευταία γνωστή διεύθυνση δεν θα ήταν η Πάφος, αλλά η Λεμεσός. Που σημαίνει ότι η Ειδοποίηση ΙΑ εν τέλει δεν επιδόθηκε δεόντως στην Αιτήτρια. Σε αντίθεση με όσα αναφέρει η υπάλληλος στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τόσο στην αίτηση/έφεση όσο και στην υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με τα οποία η τελευταία γνωστή διεύθυνση δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που έχει δοθεί στην Καθ’ ης η αίτηση από την Αιτήτρια έστω και αν η Καθ’ ης η αίτηση γνωρίζει ότι αυτή η διεύθυνση δεν είναι πλέον η πραγματική ή η ισχύουσα.
Είναι φανερό ότι τίποτα από όσα αναφέρθηκαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου και που πιο πάνω υποδείχθηκαν δεν αναφέρεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Οι προφορικές δηλώσεις των δικηγόρων, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας γι’ αυτό και δεν λαμβάνονται υπόψη. Οπότε και δεν θα τις λάβω υπόψη. Υποδεικνύεται, όμως, ότι και αν ακόμα διατυπώνονταν ορθά στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση τα όσα προφορικά αποκαλύφθηκαν από τον συνήγορο της Αιτήτριας και πάλι θεωρώ ότι η υπό κρίση αίτηση δεν θα είχε πιθανότητα επιτυχίας. Η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα θα πρέπει να επιζητείται αναφορικά με θέματα που αναφέρονται στην ένορκό του δήλωση και που η πλευρά που επιθυμεί να αντεξετάσει αμφισβητεί. Στην προκειμένη περίπτωση τίποτα από τα δυο δεν ισχύει. Τίποτε από όσα η πλευρά της Αιτήτριας επιθυμεί να αντεξετάσει δεν αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις των επιδοτών. Οι επιδότες δεν σκοπεύεται να αντεξετασθούν επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους, αλλά επί ζητημάτων που δεν αναφέρονται σε αυτές. Επίσης τίποτε από όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις των επιδοτών δεν αμφισβητείται από την Αιτήτρια. Συναφώς η Αιτήτρια με την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση δεν αμφισβητεί ότι οι Ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΒ επιδόθηκαν σε αυτήν. Τα όσα η υπάλληλος προωθεί ως θέση της Καθ’ ης η αίτηση αναφορικά με την έννοια της τελευταίας γνωστής διεύθυνσης για τους λόγους που εξηγήθηκαν δεν νομιμοποιούν την αντεξέταση των επιδοτών. Χώρια που όπως φαίνεται η αντεξέταση θα ήταν περιττή αφού η υπάλληλος με τον πιο γλαφυρό τρόπο στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τόσο στην αίτηση/έφεση όσο και στην υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται ότι κατά την επίδοση της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ ήταν γνωστό στην Καθ’ ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν διέμενε πλέον στην Πάφο και ότι η Ειδοποίηση τύπου ΙΑ θα επιστρεφόταν ως μη παραληφθείσα από το γραφείο του Ταχυδρομείου στην Πάφο. Η δήλωση της υπαλλήλου στην παράγραφο 6.1 της ένορκής της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αντανακλά την εν γένει θέση της πλευράς της Καθ’ ης η αίτηση και είναι χαρακτηριστική:
«Για αυτό το λόγο συνέχιζαν να αποστέλνουν τις υπόλοιπες ειδοποιήσεις τύπος «ΙΒ» και «ΙΑ» στην ίδια διεύθυνση στη Πάφο ενώ γνώριζαν ότι αυτές θα επιστραφούν ως μη παραληφθείσες και ότι ο παραλήπτης μετακόμισε».
Προκύπτει με ενάργεια ότι η αντεξέταση σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς για τους οποίους είναι ταγμένη η διαδικασία της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Ο 2ος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο δεν καταδείχθηκε «καλός λόγος για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και/ή να επιτραπεί η αντεξέταση» ευσταθεί. Ευσταθούν, επίσης, οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 4 και 8. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει.
Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση/Εφεσίβλητης και εναντίον της Αιτήτριας/Εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης/έφεσης.
.
(Υπ.) ..…………………………
Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο