THETOPINACT LIMITED ν. WANNSEE LC (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1342/2016, 31/7/2025
print
Τίτλος:
THETOPINACT LIMITED ν. WANNSEE LC (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1342/2016, 31/7/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

Αρ. Αγωγής: 1342/2016

Μεταξύ:

THETOPINACT LIMITED, εκ Λεμεσού

                                                                                                                         Ενάγουσας

                                                και

WANNSEE LC (CYPRUS) LIMITED, εκ Πάφου

                                                                                                Εναγομένης

 

Ημερομηνία: 31.07.25

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κος Χρ. Π. Αδάμου

Για Εναγόμενη: κος Σ. Σ. Σάββα

 

                                                ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα αγωγή σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγομένης ποσό ύψους €600.000 ως ειδικές αποζημιώσεις για επικαλούμενη παράβαση μεταξύ τους σύμβασης ημερ. 03.11.08. Διαζευκτικά η Ενάγουσα ζητεί την καταβολή του εν λόγω ποσού ένεκα κατ’ ισχυρισμό αδικαιολόγητου πλουτισμού εις βάρος της και στη βάση χρημάτων που επικαλείται ότι καταβλήθηκαν στην Εναγόμενη όχι χαριστικά αλλά για αντάλλαγμα που ουδέποτε αυτή έδωσε. Σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό παράβασης σύμβασης, η Ενάγουσα περαιτέρω αξιώνει την επιδίκαση τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων.

 

Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων:

Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.

 

Η Ενάγουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει νόμιμα συσταθεί στην Κύπρο με βάση την κυπριακή νομοθεσία έχοντας έδρα της στη Λεμεσό, σύναψε στην Πάφο σύμβαση ημερ. 03.11.08 με την Εναγόμενη, επίσης περιορισμένης ευθύνης που έχει νόμιμα συσταθεί στην Κύπρο με βάση την κυπριακή νομοθεσία έχοντας την έδρα της στην Πάφο, για συνεργασία σε ανοικοδόμηση διαμερισμάτων-μεζονεττών-επαύλεων εντός των τριών ακινήτων που περιγράφονται στην §3 της έκθεσης απαίτησης και βρίσκονται στην κοινότητα Τάλας της επαρχίας Πάφου, των οποίων εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, ταυτόχρονα με την υπογραφή της σύμβασης η ίδια πλήρωσε στην Εναγόμενη ποσόν €600.000 με έμβασμα μέσω τραπέζης και/ή σε μετρητά. Επειδή η Εναγόμενη παρέλειψε να αρχίσει την υλοποίηση της συμφωνίας προχωρώντας στην ανέγερση κτιρίων εντός των εν λόγω ακινήτων κατά παράβαση των όρων του συμφωνητικού εγγράφου, παρά τις προφορικές και γραπτές οχλήσεις της Ενάγουσας, η τελευταία με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 22.07.16 τερμάτισε τη σύμβαση αξιώνοντας την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού πλέον τόκους εντός 15 ημερών από τη λήψη της, πράγμα όμως που μέχρι σήμερα η Εναγόμενη αρνήθηκε να πράξει.

 

Είναι ακόμη η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη έλαβε το ποσό, το οποίο όμως δεν χρησιμοποίησε για σκοπούς υλοποίησης της μεταξύ τους συμφωνίας ημερ. 03.11.08 αλλά το οικειοποιήθηκε για δικό της όφελος. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η εν λόγω συμπεριφορά της την έχει καταστήσει αδικαιολόγητα πλουσιότερη εις βάρος της.   

 

Από την άλλη, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι υπέγραψε διάφορες συμφωνίες με την Ενάγουσα, η οποία όμως ουδέποτε της κατέβαλε ποσό €600.000. Η ίδια αρνείται ότι προέβηκε σε παράβαση σύμβασης και ισχυρίζεται ότι είναι η Ενάγουσα που τις παραβίασε με την μη πληρωμή ποσού €600.000. Γι’ αυτό είναι η θέση της ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να απαιτεί την επιδίκαση του επικαλούμενου ποσού καθώς επίσης να αξιώνει τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η Εναγόμενη επίσης αρνείται ότι παρέλαβε την επικαλούμενη επιστολή ημερ. 03.11.08 με την οποίαν, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, τερματίστηκε η επίμαχη συμφωνία και απαιτήθηκε η πληρωμή του ποσού των €600.000. Παράλληλα η Εναγόμενη δηλώνει ετοιμότητα να μεταβιβάσει στην Ενάγουσα το μερίδιο των ακινήτων που έχει συμφωνήσει μαζί της μόλις η τελευταία καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό.

 

 

Εναρκτήριες Αγορεύσεις:

Οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε εναρκτήριες αγορεύσεις. Μέσα από αυτές αναφέρθηκαν η βάση απαίτησης της Ενάγουσας και η γραμμή υπεράσπισης που η Εναγόμενη θα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν τα επίδικα νομικά και πραγματικά θέματα που θα εξεταστούν από το Δικαστήριο και οι εκδοχές των διαδίκων σε σχέση με αυτά.

 

Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο αφού το πλήρες περιεχόμενο τους είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Κατά την εξέταση των επιδίκων νομικών και πραγματικών ζητημάτων εκεί και όπου κριθεί ότι απαιτείται θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά.

 

Επίδικα Θέματα:

Πριν από την ακρόαση της αγωγής οι συνήγοροι των διαδίκων με κοινή δεσμευτική δήλωση τους στο Δικαστήριο περιόρισαν τα επίδικα ζητήματα στα πιο κάτω:

(1)        Ποια από τις επικαλούμενες δύο συμβάσεις ημερ. 03.11.08 δεσμεύει τους διαδίκους.

(2)        Κατά πόσο η Ενάγουσα πλήρωσε στην Εναγόμενη ποσό ύψους €600.000 ως η μεταξύ τους συμφωνία ημερ. 03.11.08.

(3)        Κατά πόσο ο επικαλούμενος τερματισμός της σύμβασης είναι νόμιμος και έγκυρος.

 

Προσαχθείσα μαρτυρία:

Για την απόδειξη της απαίτησης της η Ενάγουσα παρουσίασε ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα αυτόν που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας. Προς υπεράσπιση της η Εναγόμενη εταιρεία κάλεσε δύο μάρτυρες και ειδικότερα την διοικητικό σύμβουλο του οργανισμού καθώς επίσης τη λογίστρια της εν λόγω εταιρείας.

 

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν τρία τεκμήρια και ένα έγγραφο ως τεκμήριο προς αναγνώριση.

 

Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου.

 

Μοναδικός μάρτυρας της Ενάγουσας εταιρείας ήταν ο xxxx Gorbatov (ΜΕ). Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτελεί η γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως Ένδειξη ‘Α1’ – κείμενο στη ρωσική γλώσσα, Ένδειξη ‘Α2’ – πιστή μετάφραση περιεχομένου Ένδειξης ‘Α1’ στην ελληνική γλώσσα. Η κυρίως εξέταση του ολοκληρώθηκε με ερωτήσεις που αποσκοπούσαν στην παροχή επεξηγήσεων και περαιτέρω λεπτομερειών σε σχέση με γεγονότα που επικαλέστηκε μέσα από τη γραπτή του δήλωση. Ακολούθησε η αντεξέταση του από τον συνήγορο της Εναγομένης.

 

Μέσα από την μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΕ ανάφερε ότι ήταν αυτός που υπέγραψε εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας γραπτή συμφωνία ημερ. 03.11.08 μαζί με τον Volodymyr Mazurenko που υπέγραψε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης. Όπως είπε, η συμφωνία ήταν στη ρωσική γλώσσα και πιστά μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 1Α – κείμενο στη ρωσική γλώσσα, Τεκμήριο 1Β – πιστή μετάφραση περιεχομένου Τεκμηρίου 1Α στην ελληνική γλώσσα). Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει ελληνικά.

 

Περαιτέρω ο μάρτυρας ανάφερε ότι συμμορφούμενος με όρο της σύμβασης κατέβαλε στον Mazurenko το ποσό των €600.000 και προς τούτο η Εναγόμενη εξέδωσε την απόδειξη αρ. D0212601 λήψης των χρημάτων αυτών (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το Τεκμήριο 2 του δόθηκε από τον Mazurenko όταν υπέγραψε το Τεκμήριο 1Α στο γραφείο του δικηγόρου της Εναγομένης στην Πάφο. Ο μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή που φέρει το έγγραφο αυτό (Τεκμήριο 2) ως του Mazurenko. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο ίδιος επειδή δεν είχε χρήματα στην Κύπρο συμφώνησε με τον Μαζουρένκο να του πλήρωνε το μερίδιο από το λογαριασμό του και να του έδιδε τα χρήματα στην Ουκρανία Όπως είπε, η πληρωμή στον Μαζουρένκο έγινε με μετρητά στο Κίεβο. Με αναφορά σε διάφορους όρους της επικαλούμενης σύμβασης, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να τιμήσει τη συμφωνία προχωρώντας σε έναρξη εκτέλεσης εργασιών με σκοπό την ανέγερση διαμερισμάτων-μεζονεττών-επαύλεων που το έγγραφο προνοούσε. Παρόλο ότι η Ενάγουσα όχλησε πολλές φορές την Εναγόμενη τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, εντούτοις η τελευταία αρνήθηκε να ανταποκριθεί. Γι’ αυτό η Ενάγουσα προχώρησε σε τερματισμό της σύμβασης με επιστολή ημερ. 22.07.16 του δικηγόρου της ζητώντας επιστροφή του ποσού που πλήρωσε. Η επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3Α και η ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη για επίδοση του εγγράφου παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 3Β. Με βάση τις αναφορές του μάρτυρα, μέχρι σήμερα το Τεκμήριο 1Α δεν υλοποιήθηκε. 

 

Στην αντεξέταση του ο ΜΕ αναφέρθηκε και σε ένα συμφωνητικό έγγραφο συνταγμένο στην ελληνική γλώσσα που υπέγραψε. Ακολούθως περίγραψε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προέβηκε στην επικαλούμενη πληρωμή των €600.000. Όπως είπε, ο ίδιος είχε συμφωνήσει με τον Mazurenko ότι θα του έδιδε τα χρήματα στο Κίεβο. Στο Κίεβο ετοίμασε τα χρήματα που ήταν σε θυρίδα σε τράπεζα, το κλειδί της οποίας είχε ο πατέρας του ΜΕ. Όταν ο ΜΕ τηλεφώνησε στον Mazurenko ήλθαν οι εκπρόσωποι του και πήραν τα χρήματα στον χώρο της τράπεζας. Ο μάρτυρας μάζεψε τα χρήματα από συγγενικά του πρόσωπα και αφού πρώτα τα τοποθέτησε σε θυρίδα στην τράπεζα έπειτα ο πατέρας του τα έδωσε στους εκπροσώπους του Mazurenko. Σε σχέση με το πότε δόθηκαν τα λεφτά, ο μάρτυρας είπε: «μόλις υπογράψαμε τις συμφωνίες και είχα πάρει την απόδειξη την οποία έδειξα προηγουμένως το Τεκμήριο 2» [πρακτικά ημερ. 16.09.24, σελίδα 30, γραμμές 15-16]. Ο μάρτυρας δήλωσε πως υπέγραψε τη συμφωνία στις 03.09. Σε ερώτηση αν υπέγραψε στην παρουσία πιστοποιών υπαλλήλου, ο μάρτυρας είπε ότι δεν θυμόταν να είχε γίνει κάτι τέτοιο. Καταλήγοντας, ο μάρτυρας αρνήθηκε την περί του αντιθέτου θέση της Εναγομένης και επέμεινε ότι της πλήρωσε το ποσό των €600.000 το έτος 2008.

 

Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η xxxx Μαζορένκο (ΜΥ1), σύζυγος του αποβιώσαντα Βλαντιμίρ Μαζορένκο, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας. Η γραπτή της δήλωση που υιοθέτησε το περιεχόμενο της παρουσιάστηκε ως Ένδειξη ‘Β1’ – κείμενο στη ρωσική γλώσσα, Ένδειξη ‘Β2’ – πιστή μετάφραση περιεχομένου Ένδειξης ‘Β1’ στην ελληνική γλώσσα συνιστά μέρος της κυρίως εξέτασης της. Στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της, η μάρτυρας αναφέρθηκε στις φιλικές σχέσεις που είχε ο σύζυγος της με τον ΜΕ1 και έδωσε την δική της εκδοχή σε ότι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα που από τη δική της οπτική γωνία θεωρεί ότι έχουν συμβεί. Στα πλαίσια της προβαλλόμενης εκδοχής της παρουσίασε το έγγραφο, που όπως είπε εντόπισε από το αρχείο της Εναγομένης και σύμφωνα με την ίδια, υπήρξε η συμφωνία των διαδίκων. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’. Ακολούθως η ΜΥ1 αντεξετάστηκε του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας.

Συνοψίζοντας το σύνολο της μαρτυρίας της μπορεί να λεχθεί η αναφορά της ΜΥ1 ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της ήταν πολιτικό πρόσωπο στην Ουκρανία και γνώριζε τον ΜΕ από τότε που εργάζονταν μαζί στην Ουκρανία. Είναι η θέση της μάρτυρος ότι στις 03.11.08 ο αποβιώσαντας σύζυγος της συνομιλούσε με τον ΜΕ για μεταξύ τους συμφωνία που σκοπό θα είχε την ανέγερση κτιρίων εντός ακινήτων που ανήκαν στην Εναγόμενη. Η συνομιλία διεξαγόταν στην παρουσία της κυρίας Αλμανίδου που εκτελούσε χρέη μεταφράστριας από τα ρωσικά στα ελληνικά και αντίστροφα προκειμένου να βοηθηθεί ο δικηγόρος Σάββας Σάββα να ετοιμάσει τη συμφωνία. Το έγγραφο που καταρτίστηκε ήταν το Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’, το οποίο δεν προχώρησε και δεν είχε ισχύ επειδή η Ενάγουσα ουδέποτε πλήρωσε το ποσό των €600.000 στην Εναγόμενη. Σύμφωνα με την ΜΥ1, αν το εν λόγω ποσό πληρωνόταν είτε σε μετρητά είτε μέσω τράπεζα, η ίδια θα το γνώριζε.

 

Η ΜΥ1 δεν αναγνωρίζει το έγγραφο που η πλευρά της Ενάγουσας θεωρεί ότι συνιστά σύμβαση μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο 1Α) και δεν πιστεύει σ’ αυτά που περιέχονται σ’ αυτό επειδή:

(α)       το όνομα και το επίθετο του αποβιώσαντα συζύγου της αναγράφεται λανθασμένα,

(β)       ο αποβιώσαντας σύζυγος της δεν θα υπέγραφε χωρίς την παρουσία του δικηγόρου του,

 

Περαιτέρω η μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση της Ενάγουσας ότι την ημέρα που αποδίδεται ότι τέθηκε σε ισχύ συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η Ενάγουσα κατέβαλε στο σύζυγο της ποσό €600.000. Επίσης διαφώνησε με τη θέση της Ενάγουσας ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της εξέδωσε απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με την ΜΥ1αυτό δεν ισχύει επειδή:

(α)       ο αποβιώσαντας σύζυγος της δεν έγγραφε, δεν ομιλούσε και δεν αντιλαμβανόταν την ελληνική γλώσσα,

(β)       αυτά που σημειώνονται στο Τεκμήριο 2 δεν ομοιάζουν με το γραφικό χαρακτήρα του αποβιώσαντα συζύγου της,

(γ)        η υπογραφή του συζύγου της είναι λίγο πιο στενή από αυτήν που εμφανίζεται στο Τεκμήριο 2.

 

Σε σχέση με το Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’ που είναι συνταγμένο στην ελληνική γλώσσα, είναι η θέση της ΜΥ1 ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της το υπέγραψε επειδή αυτό έγινε στην παρουσία του δικηγόρου του Σάββα Σάββα. Όπως είπε, παρόλο ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου από τον αποβιώσαντα σύζυγο της, εντούτοις η ίδια γνώριζε που βρισκόταν ο αποβιώσαντας σύζυγος της και για πιο λόγο ήταν εκεί.

 

Τελευταία μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η xxxx Αλμανίδου (ΜΥ2). Κατάγεται από τη Γεωργία, μετακόμισε στη Ρωσία και τα τελευταία 25-26 χρόνια διαμένει στην Κύπρο. Τα ρωσικά είναι η μητρική της γλώσσα αλλά ομιλεί και τα ελληνικά. Μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η γραπτή της δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Ένδειξη ‘Α’). Η κυρίως εξέταση της ολοκληρώθηκε με διευκρινίσεις της ιδίας για την επαγγελματική σχέση της με τον αποβιώσαντα Μαζορένκο καθώς επίσης με προβολή των γεγονότων που σύμφωνα με την ίδια διαδραματίστηκαν στις 03.11.08. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Εναγομένης.

 

Συνοπτική καταγραφή του περιεχομένου της μαρτυρίας της περιλαμβάνει την αναφορά της ότι γνώριζε τον Μαζορένκο πριν από το έτος 2008. Είχε συνεργαστεί επαγγελματικά μαζί του παρέχοντας υπηρεσίες μεταφράστριας. Όπως είπε, κατά τις 03.11.08 ήταν γραμματέας της Εναγομένης εταιρείας, αξιωματούχος που συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα.

 

Περιγράφοντας τα γεγονότα από τη δική της οπτική γωνία, η ΜΥ2 ανάφερε ότι στις 03.11.08 πήγε στο γραφείο του δικηγόρου Σάββα Σάββα. Εκεί πήγαν επίσης ο Μαζορένκο και ο ΜΕ. Σκοπός της συνάντησης ήταν να συζητηθεί η προοπτική συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη. Η συνεργασία θα είχε τη μορφή της ανέγερσης μεζονεττών, διαμερισμάτων και επαύλεων σε περιουσία της Εναγομένης στην κοινότητα Τάλας της επαρχίας Πάφου. Η ΜΥ2 εκτελούσε χρέη μεταφράστριας. Συγκεκριμένα μετάφραζε από τα ρωσικά στα ελληνικά το τι συζητείτο μεταξύ του Μαζορένκο και του ΜΕ προς τον δικηγόρο Σάββα, ο οποίος ετοίμασε προσχέδιο συμφωνίας στα ελληνικά. Επρόκειτο για το Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’, το οποίο αναγνώρισε όταν της υποδείχτηκε. Η ΜΥ2 προφορικά μετέφρασε στα ρωσικά το προσχέδιο συμφωνίας που είχε ετοιμαστεί στους Μαζορένκο και ΜΕ. Ο Μαζορένκο υπέγραψε το έγγραφο αλλά ο ΜΕ δεν το υπέγραψε επειδή ήθελε να το δώσει σε δικό του μεταφραστή για να του μεταφράσει το κείμενο του από τα ελληνικά στα ρωσικά. Ο δικηγόρος Σάββα και η ΜΥ2 υπέγραψα το έγγραφο ως μάρτυρες της υπογραφής του Μαζορένκο. Αναγνώρισε την υπογραφή της στο δεξιό μέρος της τελευταίας σελίδας του εγγράφου υπό το σημείο (2) κάτω από τη φράση «ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ». Έπειτα ο ΜΕ πήρε αντίγραφο του εγγράφου και αποχώρησε από το μέρος. Αντίθετα η ΜΥ2 δεν αναγνώρισε την επίμαχη απόδειξη αρ. D0212601 που της υποδείχτηκε (Τεκμήριο 2).

 

Τελικές Αγορεύσεις:

Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε σχετική με το αντικείμενο εκδίκασης νομοθεσία και παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Παραδεκτά γεγονότα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα:

Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο:

(1)        Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως συσταθείσα στην Κύπρο και δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία με έδρα τη Λεμεσό.          

(2)        Η Εναγόμενη είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως συσταθείσα στην Κύπρο και δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία με έδρα την Πάφο.

(3)        Ο ΜΕ ήταν διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας και ο Μαζορένκο ήταν διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης, της οποίας γραμματέας ήταν η ΜΥ2.

(4)        Ο ΜΕ1 και ο Μαζορένκο γνωρίζονταν από τότε που εργάζονταν μαζί στην Ουκρανία.

(5)        Στις 03.11.08 ο ΜΕ1 συναντήθηκε στο γραφείο του δικηγόρου Σάββα Σάββα με σκοπό να συζητηθεί η προοπτική συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη προς αμοιβαίο όφελος.

(6)        Η προοπτική συνεργασίας αφορούσε την ανέγερση μεζονεττών, επαύλεων και διαμερισμάτων στο τεμάχιο αρ. xx με αρ. εγγραφής 0/94xx, στο τεμάχιο αρ. xx με αρ. εγγραφής 0/85xx και στο τεμάχιο αρ. xx με αρ. εγγραφής 0/91xx, όλα Φ/Σχ. 45/6026xxx στην κοινότητα Τάλας της επαρχίας Πάφου, τα οποία ήταν ελεύθερα από εμπράγματα βάρη και/ή επιβαρύνσεις και που μοναδικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης επί ολόκληρων των μεριδίων τους είναι η Εναγόμενη.

(7)        Τα πιο πάνω τρία τεμάχια έχουν ενοποιηθεί και πλέον αποτελούν το ενιαίο τεμάχιο αρ. 6xx με αρ. εγγραφής 136xx, φ/σχ. 45/6026xxx, τμήμα 1, στην κοινότητα Τάλας της επαρχίας Πάφου.

(8)        Στην συνάντηση ημερ.03.11.08 βρισκόταν και η ΜΥ2 που εκτελούσε χρέη μεταφράστριας από ρωσικά στα ελληνικά ώστε ο δικηγόρος Σάββα να ετοίμαζε σχετικό συμφωνητικό έγγραφο βάση της κατάληξης που θα είχε η συζήτηση.            

(9)        Ο Μαζορένκο, του οποίου σύζυγος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η ΜΥ1, στην πορεία απεβίωσε.

(10)      Η Ενάγουσα, δια του συνηγόρου της, απέστειλε επιστολή ημερ. 22.07.16, η οποία στις 06.09.16 επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη στον δικηγόρο Σάββα (Τεκμήρια 3Α & 3Β).

 

Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.

 

Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας:

Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:

«Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει.  Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.»

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Πρόκειται για πρόσωπα που είχαν άμεση σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν.  Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 869).

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του.     

Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που προκύπτουν να είναι παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα καθώς και τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών.

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.

 

Ο ΜΕ δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η δικογραφημένη εκδοχή του διαφέρει από την εκδοχή που προέβαλε μέσα από τη γραπτή δήλωση του που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, η οποία δεν είναι ίδια μ’ αυτήν που παρουσίασε στις απαντήσεις που έδωσε ενόρκως στις διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του. Ακολούθως ο ίδιος μάρτυρας όταν αντεξεταζόταν έδωσε μία διαφορετική εκδοχή. Είναι προφανές ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο όχι για να αποκαλύψει την αλήθεια, ως ήταν το καθήκον του, αλλά για να βοηθήσει την υπόθεση του εις βάρος της υπόθεσης της Εναγομένης. Οι διάφορες εκδοχές που προέβαλε σε διάφορα στάδια της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι τελούσε υπό σύγχυση. Αντιλαμβανόμενος ότι βρισκόταν σε δύσκολη θέση, ο εν λόγω μάρτυρας προσπαθούσε απεγνωσμένα να απεγκλωβιστεί δίδοντας όμως νεφελώδεις απαντήσεις.       

 

Όπως προκύπτει, ο μάρτυρας δεν ήταν σταθερός και συνεπής στις τοποθετήσεις του. Δεν εξιστόρησε τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν αλλά επέλεξε να παρουσιάσει κατ’ ισχυρισμό συμβάντα με τον τρόπο που θεώρησε ότι θα τον βόλευε και θα τον εξυπηρετούσε, χωρίς να τον ενδιαφέρει η αποκάλυψη της αλήθειας. Καθοδηγούμενος από συμφέρον που η εταιρεία, στην οποίαν υπήρξε διευθυντής κατά τον ουσιώδη χρόνο, έχει από το αποτέλεσμα της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής, ο εν λόγω μάρτυρας απέφυγε σε ορισμένες περιπτώσεις να απαντήσει σε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Η εικόνα που αποκόμισα είναι ότι ο ΜΕ δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας αλλά άτομο που, χωρίς ίχνος αισθήματος ευθύνης απέναντι στο Δικαστήριο, προέβηκε σε κατασκευασμένες αναφορές προκειμένου να πλήξει την εκδοχή της Εναγομένης. Η μαρτυρία του είναι διάτρητη από ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα η αξιοπιστία του να υποστεί ανεπανόρθωτο ρήγμα και κατ’ επέκταση να εκμηδενιστεί η πειστικότητα της μαρτυρίας του σε όλη της την έκταση.

 

Επομένως καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα για να με οδηγήσει σε ασφαλή ευρήματα. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ, περιλαμβανομένου της Ένδειξης ‘Α’ και των Τεκμηρίων 1Α, 1Β, 2, 3Α & 3Β που αποτελούν μέρος της, ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή πρεσβεύει τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν στην υπόθεση. Συνακόλουθα η μαρτυρία του ΜΕ απορρίπτεται στην ολότητα της.

 

Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ενδεικτικά αναφέρω τα εξής:

(α)       Η ακόλουθη απάντηση του ΜΕ στα πλαίσια της αντεξέτασης του καταδεικνύει την προφανή σύγχυση στην οποίαν αυτός βρισκόταν [πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 16.09.24, σελίδα 22 σημεία 21-34]:

            «Ε.       Αυτά τα δύο τεκμήρια [υποδείχτηκαν στον μάρτυρα το Τεκμήριο 1Α

            στη ρωσική γλώσσα και το Τεκμήριο 1Β που είναι πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 1Α στην ελληνική γλώσσα]. Αυτή είναι η συμφωνία που υπογράψατε στα Ρωσικά και στα Ελληνικά η μετάφραση με τον κύριο Mazurenko τον διευθυντή της Εναγόμενης έτσι είναι;

Α.         Ναι.

Ε.         Μόνο αυτήν τη συμφωνία μετάφρασης υπογράψατε ή υπογράψατε τζιαι κάτι άλλο;

Μάρτυρας: Υπήρχε και ένα συμφωνητικό στα Ελληνικά, αλλά αυτό ήταν η

                   κυρίως συμφωνία

(β)       Ο μάρτυρας συνεχίζει να δίδει συγχυστικές απαντήσεις στην αντεξέταση του παρά την παρέμβαση του Δικαστηρίου για να του επεξηγήσει [πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 16.09.24, σελίδες 22-23]:

            «Δικαστήριο.   Θέλω να διευκρινιστεί, στα χέρια σας έχετε δύο έγγραφα το

            Τεκμήριο 1Α και το 1Β, το ένα είναι στα ελληνικά και το άλλο στα Ρωσικά. Όταν λέτε ότι υπήρχε και ένα συμφωνητικό στα Ελληνικά, εννοείτε το Τεκμήριο 1Β ή κάτι άλλο; Αυτά είναι μαζί, έχουν κατατεθεί μαζί το 1Β έχει λεχθεί ότι είναι πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 1Α, όταν λέτε υπήρχε και ένα συμφωνητικό στα Ελληνικά εννοείται το Τεκμήριο 1Β ή κάτι άλλο;

            Μάρτυρας:      Απλά δεν γνωρίζω τι γράφει εδώ [υποδεικνύει το Τεκμήριο

            1Β]. Εγώ ενεργούσα με βάση τη συμφωνία στα Ρωσικά ή είναι η άλλη συμφωνία. Αυτό είναι μετάφραση αυτού του συμφωνητικού…»

(γ)        Ο μάρτυρας συνεχίζει να δίδει αλλοπρόσαλλες απαντήσεις αντεξεταζόμενος παρά την νέα παρέμβαση του συνηγόρου υπεράσπισης για να του επεξηγήσει εκ νέου [πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 16.09.24, σελίδα 23, σημεία 10-22]:

            «Ε.       Να επαναλάβω. Όταν ήσασταν στο γραφείο μου κύριε Gorbatov μαζί

            με τον κύριο Mazurenko, υπογράψατε μία συμφωνία. Αυτή είναι η συμφωνία που είναι στα Ρωσικά που υπογράψατε ή υπογράψατε τζιαι άλλη συμφωνία;

Α.         Ναι.

Ε.         Μόνο αυτή στα Ρωσικά. Άλλη συμφωνία στα Ελληνικά δεν υπογράψατε;

Α.         Αυτό και τη μετάφραση.

Ε.         Άστη μετάφραση, δεν με ενδιαφέρει η μετάφραση. Τζείνη την ημέρα εις το γραφείο μου, υπογράψατε τη συμφωνία στα Ρωσικά μόνο ή άλλη συμφωνία στα Ελληνικά;

Α.         Στα ρωσικά υπογράψαμε σίγουρα.

Ε.         Στα ελληνικά υπογράψατε κάτι; Εκτός από τη μετάφραση, η μετάφραση έγινε μετά.

Δικαστήριο:     Υπογράψατε άλλη συμφωνία, αλλά στα Ελληνικά; Αυτή είναι η

                        ερώτηση.       

Μάρτυρας:      Εγώ θυμάμαι ότι υπογράψαμε αυτήν τη συμφωνία και τη

                        μετάφραση.       

(δ)        Οι συγχυστικές απαντήσεις του ΜΕ δεν σταματούν να δίδονται       [πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 16.09.24, σελίδα 24, σημεία 1-21]:

            «Ε.       Τη συμφωνία 1Α ποιος την έκαμε; Στα ρωσικά ποιος την έκανε; Ποιος

                        τα έγραψε;

Α.         Εμείς όταν ήρθαμε, ήταν όλα έτοιμα.

Ε.         … Ποιος τα ετοίμασε;

Α.         Τα είχατε ετοιμάσει όλα εσείς.

Ε.         Μάλιστα και υπήρχε και η μετάφραση έτοιμη και υπογράψατε και το Ρωσικό τζιαι τη μετάφραση;

Α.         Εμείς υπογράψαμε τα πάντα.

Ε.         Υπογράψατε τζιαι τη μετάφραση;

Α.         Και τη μετάφραση, όλα τα υπογράψαμε.

Ε.         Δείξετε μου την υπογραφή σας στο Τεκμήριο 1Β αφού το υπογράψατε;

Α.         Εδώ δεν υπάρχει τίποτα.

Ε.         Αφού είναι το τεκμήριο που κατάθεσες κύριε Gorbatov πριν λίγο στο Δικαστήριο. Έτο το 1Α. Αυτό υπάρχουν οι υπογραφές σας είναι το Τεκμήριο 1Α που υπάρχουν, είπατε υπογράψατε και το 1Β. Δείξετε μου τις υπογραφές σας;

Α.         Εγώ λέω αυτό που ήταν στην πραγματικότητα, που είχαμε υπογράψει.

Ε.         Σου υποβάλλω ότι λες ψέματα. Δεν είχες υπογράψει ούτε Ρωσικό κείμενο στην παρουσία μου, ούτε Ελληνικό τη μετάφραση του Ρωσικού.

Α.         Δυστυχώς κύριε Σάββα αυτή είναι η άποψη σας, εγώ λέω τα πράγματα όπως είχαν γίνει.»

 

[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Οι πιο πάνω νεφελώδεις και συνάμα αλλοπρόσαλλες απαντήσεις δόθηκαν από τον ΜΕ κατά την αντεξέταση του όταν του ζητήθηκε να ξεκαθαρίσει αν το έγγραφο που επικαλείται ότι υπέγραψε ήταν το Τεκμήριο 1Α και/ή κάποιο άλλο έγγραφο. Ο ίδιος φαίνεται ξέχασε ότι στη δια ζώσης μαρτυρία του είχε παρουσιάσει το Τεκμήριο 1Α στη ρωσική γλώσσα με πιστή μετάφραση του στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 1Β) και στη γραπτή του δήλωση (Ένδειξη ‘Α’) προβαίνει σε αναφορά επί του περιεχομένου του. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Τεκμήριο 1Β που ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε ως πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 1Α στην ελληνική γλώσσα δεν φέρει υπογραφές. Παρόλα αυτά στην αντεξέταση του ο μάρτυρας με θετικό τρόπο επισήμανε ότι υπέγραψε και έγγραφο μετάφρασης, χωρίς όμως να είναι σε θέση να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει την απουσία υπογραφών στο έγγραφο μετάφρασης που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο (Τεκμήριο 1Β).

 

Εν πάση περιπτώσει, η θέση του ΜΕ ότι υπέγραψε έγγραφο στα ελληνικά, παρόλο όπως είπε ότι δεν γνωρίζει ελληνικά, δεν μπορεί να αφορά το Τεκμήριο 1Β. Ενδεχομένως να είναι ένα έγγραφο που του υποδείχτηκε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του στην κυρίως εξέταση του, για το οποίο ουδεμία πληροφορία, επεξήγηση ή διευκρίνηση έδωσε (για παράδειγμα τι περιεχόμενο είχε, εάν ή όχι έχει σχέση με το Τεκμήριο 1Α, κ.λ.π.) αλλά, για τους δικούς του λόγους που δεν αποκάλυψε, δεν επιθυμούσε την κατάθεση του στο Δικαστήριο και επέλεξε να μην το παρουσιάσει. Σχετικά πάντως με το Τεκμήριο 1Β, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ΜΕ, ουδεμία υπογραφή υπάρχει σ’ αυτό.

 

Μία άλλη επίμαχη θέση του ΜΕ που με απασχόλησε είναι η αναφορά του ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 1Α και 1Β στις 03.09.08 στο γραφείο του δικηγόρου Σάββα. Έχω ασχοληθεί με το θέμα της υπογραφής προηγουμένως. Ωστόσο αξίζει να προσθέσω ότι ένας επιπρόσθετος λόγος που ο ΜΕ δεν θα μπορούσε να είχε υπογράψει το Τεκμήριο 1Β είναι ότι το έγγραφο αυτό είναι, όπως ήδη λέχθηκε, πιστό αντίγραφο του Τεκμηρίου 1Α που είναι συνταγμένο στη ρωσική γλώσσα. Με βάση σχετική σφραγίδα που υπάρχει σε κάθε σελίδα του Τεκμηρίου 1Β, το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού συνιστά μετάφραση που έγινε την 01.07.16 από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως ο ΜΕ δεν λέει την αλήθεια όταν ανάφερε πως στις 03.11.08 το Τεκμήριο 1Β είχε τεθεί υπόψη του αφού τότε το Τεκμήριο 1Α δεν είχε μεταφραστεί (άρα δεν υπήρχε Τεκμήριο 1Β). Παράλληλα για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η αναφορά του ΜΕ ότι είχε υπογράψει το Τεκμήριο 1Β επίσης δεν είναι αληθής.

 

Με τις πιο πάνω τοποθετήσεις του ο ΜΕ εκθεμελίωσε την αρχική προσπάθεια του να παρουσιάσει το Τεκμήριο 1Α που είναι συνταγμένο στα ρωσικά, πιστή μετάφραση του οποίου στην ελληνική γλώσσα είναι το Τεκμήριο 1Β, ως τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Περαιτέρω διερωτώμαι πως ήταν να δυνατό να ετοιμαστεί συμφωνητικό έγγραφο στα ρωσικά τη στιγμή που δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο δικηγόρος Σάββα, στον οποίον ο ΜΕ χρεώνει την ετοιμασία του Τεκμηρίου 1Α, είναι γνώστης της ρωσικής γλώσσας και εφόσον η θέση του ΜΕ ήταν πως ο συγκεκριμένος δικηγόρος ήταν ο μόνος που ήταν παρών στη συνάντηση του ΜΕ και του Μαζορένκο. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της πλευράς της Ενάγουσας αφού η πλευρά της Εναγομένης αρνείται ότι ετοιμάστηκε από τον συγκεκριμένο δικηγόρο το συγκεκριμένο έγγραφο που είναι στη ρωσική γλώσσα. Ως η πλευρά που το επικαλέστηκε, η Ενάγουσα, δια του ΜΕ που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας της, δεν το απέσεισε με την προσκόμιση οποιασδήποτε σχετικής μαρτυρίας. Κατά λογική προέκταση του σκεπτικού αυτού, διερωτώμαι πως ο δικηγόρος Σάββα, εφόσον ουδεμία μαρτυρία περί γνώσης της ρωσικής γλώσσας από το εν λόγω δικηγόρο έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο, μπορούσε να μεταφράσει το Τεκμήριο 1Α στα ελληνικά, ως ήταν η θέση του ΜΕ, ανεξάρτητα αν αυτό δεν μπορούσε να είναι αληθής ένεκα της μεταγενέστερης μετάφρασης του Τεκμηρίου 1Α από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Παράλληλα δεν υπάρχει ενώπιον μου άλλη θετική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο αποβιώσαντας Μαζορένκο έθεσε επί του Τεκμηρίου 1Α την υπογραφή του, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης, ως είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας με την οποίαν διαφωνεί η πλευρά της Εναγομένης.

 

Ένα άλλο σημείο που έχει κεντρίσει την προσοχή μου είναι ο χρόνος συνομολόγησης του Τεκμηρίου 1Α. Ενώ το έγγραφο σημειώνει ότι συνομολογήθηκε στις 03.11.08, σφραγίδα και υπογραφή του πιστοποιούντος υπαλλήλου Γ. Κωμοδρόμου δηλώνει ότι οι υπογράφοντες έθεσαν τις υπογραφές τους στην παρουσία του στις 07.09.09, δηλαδή περίπου 10 μήνες μετά. Το γεγονός αυτό αφήνει εκτεθειμένο τον ΜΕ, ο οποίος στην μαρτυρία του, εκτός του ότι ανάφερε ότι το Τεκμήριο 1Α υπογράφτηκε στις 07.09.08, είχε δηλώσει ότι ουδείς ήταν παρών εκτός από τον δικηγόρο Σάββα. Σε συγκεκριμένη ερώτηση που του υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του για παρουσία του πιστοποιούντος υπαλλήλου που κατονομάζεται στο έγγραφο, ο ΜΕ ανάφερε ότι δεν τον γνωρίζει, ουδέποτε τον είδε και ούτε θυμάται να υπέγραψε το Τεκμήριο 1Α στην παρουσία του.

 

Υπό το φως αυτών των δεδομένων, εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες για τη νομιμότητα, γνησιότητα και κατ’ επέκταση εγκυρότητα του Τεκμηρίου 1Α. Σε τελευταία ανάλυση, το Τεκμήριο 1Α και αναπόφευκτα και το Τεκμήριο 1Β δεν μπορεί να είναι η συμφωνία που ο ΜΕ και γενικότερα η πλευρά της Ενάγουσας επικαλείται ότι συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση.

 

Αποτελεί δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι ταυτόχρονα με την υπογραφή της κατ’ ισχυρισμό συμφωνίας ημερ. 03.11.08 των διαδίκων, η Ενάγουσα πλήρωσε την Εναγόμενη το ποσό των €600.000 προκειμένου (§7 έκθεση απαίτησης), ως αναφέρει στην έκθεση απαίτησης, να γίνει συνιδιοκτήτρια κατά 40% του σκοπούμενου προς ανάπτυξη έργου εντός της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης (§10 έκθεση απαίτησης). Την πιο πάνω θέση η Ενάγουσα προώθησε δια του ΜΕ μέσα από τη γραπτή δήλωση του (μέρος της κυρίως εξέτασης) ξεκαθαρίζοντας ότι η πληρωμή του ποσού έγινε σε μετρητά, χωρίς όμως να διευκρινίζει πότε χρονικά έγινε η επικαλούμενη πληρωμή των €600.000. Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης παραθέτω αυτούσια μέρος του περιεχομένου της §6 της Ένδειξης ‘Α’:

«Πράγματι εγώ δια λογαριασμό της Ενάγουσας κατέβαλα, σε μετρητά, στο xxxx Mazurenko ο οποίος εκπροσωπούσεν την Εναγομένη, το ποσόν των €600.000.»

 

Όταν ερωτήθηκε στην αντεξέταση του πότε χρονικά έγινε η πληρωμή, ο ΜΕ απέφυγε πάλι να διευκρινίσει χρονικά που ήταν η ουσία της ερώτησης αλλά συνδέοντας το με ενέργεια που επικαλείται ότι είχε γίνει. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε [πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 16.09.24, σελίδα 25, σημεία 11-14]:          

«Ε.       ..., πότε πληρώσατε την Εναγόμενη εταιρεία. Πότε;

Α.         Όταν ο κύριος Mazurenko μου έδωσε την απόδειξη, τη συμφωνία, εγώ τηλεφώνησα και οι άνθρωποι μου έδωσαν στους ανθρώπους του τα χρήματα.»

 

Επιμένοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με νέα ερώτηση, ο ΜΕ υποχρεώθηκε να τοποθετηθεί σε σχέση με το θέμα αυτό, χωρίς πάλι να ξεκαθαρίζει πότε ακριβώς χρονικά έγινε αυτό. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια την τοποθέτηση του [πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 16.09.24, σελίδα 30, σημεία 11-18]:

«Ε.       Δώσατε ούλλα μαζί 600 χιλιάδες ή λίγα λίγα;

Α.         Όλα μαζί.

Ε.         Τζιαι πότε τα εδώσετε;

Α.         Το είπα, μόλις υπογράψαμε τις συμφωνίες και είχα πάρει την απόδειξη την οποία έδειξα προηγουμένως το Τεκμήριο 2.

Ε.         Η πράξη αυτή έγινε το 2008;

Α.         Ναι.»

 

[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Ωστόσο ο ΜΕ είχε ξεχάσει ότι προηγουμένως είχε δώσει διαφορετική θέση με την οποίαν αναιρούσε τόσο το δικογραφημένο ισχυρισμό του όσο και τις προηγούμενες αναφορές του στη γραπτή δήλωση αλλά και στη δια ζώσης συμπληρωματική μαρτυρία του. Προς επίρρωση της διαπίστωσης αυτής αναφέρω αυτούσια αυτά που είχαν λεχθεί [πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 16.09.24, σελίδα 29, σημεία 18-26]:

«Ε.       Η ερώτηση μου είναι, είπατε ότι τηλεφωνήσετε στους δικούς σας στο Κίεβο και τους είπατε να δώσουν 600 χιλιάδες ευρώ σε μετρητά. Τα τράβηξαν από τράπεζα και τα έδωσαν; Εμεταβιβάσετε τα που τράπεζα σε τράπεζα, σε λογαριασμό του κύριου Mazorenko; Πέστε μας πως έγινε η πληρωμή;

Α.         Όταν εμείς με τον κύριο Mazorenko συμφωνήσαμε ότι θα του δώσω χρήματα στην Ουκρανία στο Κίεβο, εγώ πήγα στο Κίεβο ετοιμάσαμε τα χρήματα αι αυτά τα χρήματα ήτανε σε θυρίδα στην τράπεζα, το κλειδί είχε ο πατέρας μου και όταν εγώ τον πήρα τηλέφωνο ήρθαν οι εκπρόσωποι του κύριου Mazorenko και πήρανε αυτά τα χρήματα στο χώρο της τράπεζας.»   

 

[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Με γνώμονα ότι η εκδοχή του ΜΕ ήταν πως για να καταλήξουν οι διάδικοι προηγήθηκε συνάντηση του ιδίου μαζί με τον αποβιώσαντα Μαζορένκο στην Πάφο και εκεί στο γραφείο του δικηγόρου Σάββα υπογράφτηκε η επικαλούμενη συμφωνία και ότι για την πληρωμή του ποσού που έγινε στο Κίεβο της Ουκρανίας έπρεπε να γίνει διευθέτηση μέσω θυρίδας τράπεζας στο Κίεβο μετά που ο ΜΕ έπρεπε να μεταβεί στην Ουκρανία για τον σκοπό αυτό, έπεται ότι η πληρωμή του ποσού των €600.000 δεν μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα με την υπογραφή της επικαλούμενης συμφωνίας, σε αντίθεση με την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας και τον ισχυρισμό που επιχειρήθηκε να προωθηθεί στο Δικαστήριο.

Είναι προφανές ότι η κατάσταση σύγχυσης κάτω από την οποίαν ο ΜΕ τελούσε σε ότι αφορά τι ισχυρισμό τελικά θα προωθούσε, σε συνδυασμό με την απουσία ημερομηνίας στην επικαλούμενη απόδειξη αρ. D0212601 είσπραξης του ποσού των €600.000 (Τεκμήριο 2) ήταν οι λόγοι που ο ΜΕ απέφευγε αρχικά να διευκρινίσει πότε χρονικά είχε γίνει η επικαλούμενη πληρωμή.

 

Η επικαλούμενη πληρωμή του ποσού των €600.000 είναι ένα άλλο ζήτημα που πηγάζει μέσα από αντιφατικές τοποθετήσεις του ΜΕ. Συγκεκριμένα ενώ στη γραπτή δήλωση του (§6 Ένδειξη ‘Α’) ο ΜΕ ισχυρίζεται ότι η πληρωμή έγινε με μετρητά με τη διαδικασία που περιέγραψε κατά την αντεξέταση του και κατέγραψα αυτούσια προηγουμένως, προς υποστήριξη της πληρωμής ο ΜΕ κατάθεσε επικαλούμενη απόδειξη αρ. D0212601 είσπραξης του ποσού των €600.000 (Τεκμήριο 2), στην οποίαν αναφέρεται ρητά ότι η πληρωμή έγινε με τραπεζικό έμβασμα μέσω της Τράπεζας Κύπρου. Κατά συνέπεια, το Τεκμήριο 2 που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ΜΕ δεν συνδέεται με την μαρτυρία του ΜΕ. Έπεται ότι το Τεκμήριο 2 δεν αφορά την κατ’ ισχυρισμό πληρωμή του επικαλούμενου ποσού για τον συγκεκριμένο σκοπό που ο ΜΕ προέβαλε στο Δικαστήριο.

 

Το δε γεγονός ότι το Τεκμήριο 2 δεν καταγράφει ημερομηνία έκδοσης του, δηλαδή δεν αναφέρει πότε η Εναγόμενη εισέπραξε το ποσό των €600.000 που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι της πλήρωσε, επιβεβαιώνει το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Αν τα χρήματα είχαν δοθεί ως ισχυρίζεται ο ΜΕ, τότε το Τεκμήριο 2 θα είχε συγκεκριμένη ημερομηνία. Μέσα από την μαρτυρία του ο ΜΕ παρέλειψε να εξηγήσει και να δικαιολογήσει γιατί το Τεκμήριο 2 δεν περιλαμβάνει ημερομηνία και γιατί ο ίδιος δέχτηκε να το παραλάβει χωρίς να καταγράφεται σ’ αυτό η ημερομηνία έκδοσης του. Κατ’ ανάλογο τρόπο, ο ΜΕ παρέλειψε να εξηγήσει για ποιο λόγο το Τεκμήριο 2 αναφέρει πληρωμή με τραπεζικό έμβασμα ενώ, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, η πληρωμή έγινε με μετρητά καθώς επίσης παρέλειψε να αιτιολογήσει γιατί αποδέχτηκε να παραλάβει το Τεκμήριο 2 τη στιγμή που ο τρόπος πληρωμής που σημειώνεται δεν συμφωνεί με τη δική του εκδοχή. Κατ’ ανάλογο τρόπο, ο ΜΕ παρέλειψε να εξηγήσει την απουσία σφραγίδας της Εναγομένης εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση, το Τεκμήριο 2 δεν αναφέρει ποιος έχει εισπράξει το ποσό που αναφέρεται σ’ αυτό από την Ενάγουσα.

 

Ο ΜΕ1 ακόμη προέβαλε τη θέση ότι επειδή η Ενάγουσα δεν είχε χρήματα στην Κύπρο συμφώνησε με τον Μαζορένκο, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης, το ποσό που αντιστοιχεί στο μερίδιο της Ενάγουσας να πληρωθεί από το λογαριασμό του Μαζορένκο και ότι ο ίδιος (ΜΕ) θα μεριμνούσε να του δώσει τα χρήματα στην Ουκρανία.

 

Με κάθε σεβασμό, η θέση αυτή δεν δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης. Τα επίδικα θέματα αποκρυσταλλώνονται μέσα από τις θέσεις των διαδίκων που περιέχονται στα δικόγραφα της υπόθεσης. Οι έγγραφες προτάσεις είναι η βάση πάνω στην οποίαν διεξάγεται η εξέταση των ισχυρισμών των διαδίκων και κατ’ επέκταση η ακρόαση της υπόθεσης (Petrolina (Holdings) Public Ltd v. Τάλιας κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 129/2015, ημερ. 30.10.24, Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180). Το Δικαστήριο έχει καθήκον να περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων και μόνο θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία και όχι να διευρύνει τα επίδικα θέματα εξ ιδίας πρωτοβουλίας (Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή κ.α. (2005) 1Α Α.Α.Δ. 213). Καθοδηγούμενος από τις αρχές αυτές, η προβαλλόμενη θέση δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο επειδή δεν δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης.

 

Ακόμη όμως και να μπορούσε να εξεταστεί, ενόψει της δικογραφημένης άρνησης της Εναγομένης ότι υπήρξε πληρωμή χρημάτων, ο ΜΕ όφειλε να δώσει λεπτομέρειες της συμφωνίας που ισχυρίζεται. Αν για παράδειγμα ήταν γραπτή ή προφορική, που και πότε συνομολογήθηκε, ποιοι ήταν παρόντες, κ.λ.π. Ο ΜΕ επικαλέστηκε τέτοια συμφωνία χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση μ’ αυτή. Η απουσία τέτοιων σημαντικών λεπτομερειών που άπτονται της πειστικότητας της θέσης του, την αφήνουν εκτεθειμένη. Δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ότι η εν λόγω θέση του ΜΕ αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του που εκμηδενίζουν την πειστικότητα της θέσης του.

 

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, η θέση του ΜΕ ότι πληρώθηκε το ποσό των €600.000 στην Εναγόμενη αναφορικά με την υπόθεση αυτή στερείται τεκμηρίωσης. Η δε νομιμότητα, γνησιότητα και εγκυρότητα του Τεκμηρίου 2, υπό τις περιστάσεις, ελέγχεται. Σε τελευταία ανάλυση, δεν έχει αποδειχτεί σύνδεση του Τεκμηρίου 2 με το Τεκμήριο 1Α, δηλαδή ότι το πρώτο εκδόθηκε ως αποτέλεσμα και/ή στα πλαίσια υλοποίησης του δευτέρου.

 

Ενόψει του σχολιασμού του Δικαστηρίου αναφορικά με τα Τεκμήρια 1Α, 1Β & 2 και του σκεπτικού του γι’ αυτά, η επιστολή ημερ. 22.07.16 (Τεκμήριο 3Α) και ακολούθως η επίδοση της (Τεκμήριο 3Β) ουδεμία νομική σχέση, αξία και συνάμα αποδεικτική βαρύτητα μπορεί να έχουν για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.  

 

Η ΜΥ2 είναι ένα πρόσωπο που σχετίζεται ευθέως με την υπόθεση αυτή. Παρόλο ότι δεν κατατάσσεται στους βασικούς πρωταγωνιστές αφού η μαρτυρία της δεν αφορά κάθε πτυχή της υπόθεσης, εντούτοις η ίδια είχε προσωπική ανάμιξη σε ένα κομμάτι της. Στις αναφορές της η συγκεκριμένη μάρτυρας υπήρξε απλή και κατανοητή. Η μαρτυρία της δύναται να διαχωριστεί σε δύο ανεξάρτητα μέρη.

 

Ένα σκέλος της μαρτυρίας της ΜΥ2 παραπέμπει σε γεγονότα που είτε συνιστούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Μπορεί να μην διαφωτίζουν το Δικαστήριο υπό την έννοια να παρέχουν απαντήσεις στα επίδικα θέματα της υπόθεσης αλλά είναι επικουρικά επειδή πρόκειται για γεγονότα που περιβάλλουν την ουσία της υπόθεσης. Χωρίς αμφιβολία τα αποδέχομαι και το περιεχόμενο τους αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Ενδεικτικά αναφέρω ως τέτοια την σχέση της μάρτυρος με την Εναγόμενη εταιρεία, την επαγγελματική συνεργασία της με τον αποβιώσαντα Μαζορένκο και τη συμβολή της στη συνάντηση ημερ. 03.11.08 στην οποίαν ήταν παρούσα. Ειδικότερα δέχομαι ότι η ΜΥ2 ήταν γραμματέας της Εναγομένης εταιρείας και δηλωμένη ως τέτοια αξιωματούχος στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Επιπλέον αποδέχομαι ότι η ΜΥ2 παρείχε υπηρεσίες μεταφραστή στην Εναγόμενη και προς τούτο συνεργαζόταν με τον αποβιώσαντα Μαζορένκο που ήταν διευθυντής της εν λόγω εταιρείας. Περαιτέρω αποδέχομαι ότι η ΜΥ2 μετέβηκε στο γραφείο του δικηγόρου Σάββα Σάββα  όπου εκεί πήγαν τόσο ο αποβιώσαντας Μαζορένκο, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης, όσο και ο ΜΕ1, εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας, με σκοπό να συζητηθεί η προοπτική συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη προς αμοιβαίο όφελος, η οποία αφορούσε την κατασκευή κτιρίων εντός ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης. Ακόμη δέχομαι ότι στην εν λόγω συνάντηση η ΜΥ2 εκτελούσε χρέη μεταφράστριας από ρωσικά στα ελληνικά ώστε ο δικηγόρος Σάββα να ετοίμαζε σχετικό συμφωνητικό έγγραφο βάση της κατάληξης που θα είχε η συζήτηση.

 

Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ2 συνιστά αναφορές επί ενός εγγράφου που τέθηκε ενώπιον μου ως Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’. Ουσιαστικά το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της εδράζεται επί του συγκεκριμένου εγγράφου. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε ως τεκμήριο προς αναγνώριση και παρέμεινε ως τέτοιο μέχρι το τέλος.

 

Η νομολογία υποδεικνύει ότι σε τέτοια περίπτωση η μαρτυρία που δίδεται σε σχέση με το έγγραφο αυτό καταγράφεται αλλά παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου για να καταστεί πλέον κανονικό τεκμήριο. Όταν συμβεί αυτό, η μαρτυρία που έχει προκύψει από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί ως προς το περιεχόμενό του καθίσταται τότε ενεργή. Σχετική είναι η υπόθεση Μελάς v. Κυριάκου (2003) 1Β Α.Α.Δ. 826, στην οποίαν και παραπέμπω.

 

Στην παρούσα υπόθεση το επίμαχο έγγραφο δεν έχει να μετατραπεί σε κανονικό τεκμήριο. Έχοντας υπόψη μου τα όσα έχουν αναφερθεί στην προαναφερόμενη υπόθεση, το μέρος αυτό της μαρτυρίας της ΜΥ2 που το αφορά και έχει καταγραφεί παρέμεινε ανενεργό.

 

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στο έγγραφο που τέθηκε ενώπιον μου και παρέμεινε ανενεργό μέχρι τέλους ως Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’, αποδίδω μηδενική βαρύτητα. Από τη στιγμή που το εν λόγω έγγραφο δεν μετατράπηκε σε κανονικό τεκμήριο για να αξιολογηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το περιεχόμενο του καθώς και όλη η μαρτυρία που δόθηκε επ’ αυτού αγνοείται παντελώς από το Δικαστήριο. Συνεπώς η μαρτυρία της ΜΥ2 γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη και ότι το περιεχόμενο της εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων, στο βαθμό και στην έκταση που έχει σχολιαστεί προηγουμένως, περιλαμβανομένου της Ένδειξης ‘Γ’ που αποτελεί μέρος της (Agapiou v. Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α. (2005) 1 Α.Α.Δ. 256).

 

Η ΜΥ1 είναι άτομο που σαφώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βασικός μάρτυρας στο σκηνικό της υπόθεσης αφού ουδεμία εμπλοκή είχε με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Η μαρτυρία της κυμαίνεται σε τέσσερις διαφορετικούς άξονες που μπορεί να αντικριστούν ανεξάρτητα.

 

Το πρώτο κομμάτι της μαρτυρίας της σχετίζεται με γεγονότα που είτε συνιστούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Είναι επουσιώδη γεγονότα που απλά συμπληρώνουν το πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Δεν έχω κανένα λόγο να μην τα αποδεχτώ και ως εκ τούτου τα αποδέχομαι. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στο πλαίσιο αυτό ανήκουν οι αναφορές της ότι είναι η σύζυγος του αποβιώσαντα Μαζορένκο και ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της γνωριζόταν με τον ΜΕ1 από τότε που εργάζονταν μαζί στην Ουκρανία.

 

Μία δεύτερη πτυχή της μαρτυρίας της ΜΥ1 περιέχει αναφορές της ως προς τι ισχυρίστηκε ότι συνέβηκε στις 03.11.08 που διεξήχθη η συνάντηση του αποβιώσαντα συζύγου της με τον ΜΕ στο γραφείο του δικηγόρου Σάββα στην παρουσία του ιδίου και της ΜΥ2. Επίσης περιγράφει το ρόλο που θεωρεί ότι είχε η ΜΥ2 σε εκείνη την συνάντηση. Η ίδια παραδέχτηκε ότι δεν ήταν παρούσα στην εν λόγω συνάντηση. Αυτό καθιστά το συγκεκριμένο κομμάτι της μαρτυρίας της, δυνάμει του άρθρου 24 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9), εξ’ ακοής. Προφανώς μετέφερε στο Δικαστήριο τις συγκεκριμένες δια ζώσεις και γραπτές δηλώσεις της για το εν λόγω θέμα από κάποια πηγή και όχι από προσωπική γνώση ή αντίληψη της. Η μαρτυρία της αυτή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου επειδή πρόκειται απλά για εξ’ ακοής μαρτυρία. Η αξιολόγηση της βαρύτητας της γίνεται στη βάση παραμέτρων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και καταγράφονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό στο άρθρο 27 του Κεφ. 9. Στην προκειμένη περίπτωση η ΜΥ1 δεν αποκάλυψε την πηγή της γνώσης της, ούτε πότε έμαθε αυτά που εξιστόρησε αλλά ούτε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα έμαθε, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να αξιολογήσει το μέρος αυτό της μαρτυρίας της με βάση τις νομοθετικές παραμέτρους που υπάρχουν και γενικότερα συνάδουν με το πνεύμα του άρθρου 27 όπως αυτό έχει αποκρυσταλλωθεί υπό το φως της σχετικής νομολογίας (Ανδρέας Χριστοφή, ανήλικος, δια των πλησιέστερων φίλων, συγγενών και γονέων Χριστάκη Χριστοφή και Κωνσταντίας Μιχαήλ v. Δημητρίου και άλλης (2009) 1 Α.Α.Δ. 428). Πρόκειται για μαρτυρία η οποία, στην απουσία παράθεσης και επεξήγησης από την εν λόγω μάρτυρα του καθεστώτος εξασφάλισης της, δεν μπορεί να έχει αποδεικτική βαρύτητα. Σε κάθε περίπτωση η πλευρά της Εναγομένης παρουσίασε ως μάρτυρα την ΜΥ2, η οποία ήταν παρούσα στην επίμαχη συνάντηση και κατέθεσε τη δική της μαρτυρία ως προς το τι διαδραματίστηκε στις 03.11.08, η οποία μαρτυρία μέσα από τη βάσανο της αντεξέτασης που υπεβλήθηκε έτυχε ενδελεχούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο.

 

Το τρίτο μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ1 αφορά τοποθετήσεις της επί του εγγράφου που τέθηκε ενώπιον μου ως Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’ και παρέμεινε ως τέτοιο μέχρι το τέλος της εκδίκασης της υπόθεσης. Σε σχέση με το μέρος αυτό, ισχύουν ακριβώς τα όσα έχω αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ2. Με βάση το ίδιο σκεπτικό που ανέπτυξα προηγουμένως, το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας, το οποίο αφορά το επίμαχο έγγραφο που παρέμεινε ανενεργό με μηδενική βαρύτητα, δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.

 

Το τέταρτο σκέλος της μαρτυρίας της ΜΥ1 ασχολείται με την ουσία της υπόθεσης. Οι διάφορες αναφορές της στερούνται επεξήγησης αλλά και υποστήριξης από στοιχεία με αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά πειστικές να είναι απέναντι στο Δικαστήριο. Την ίδια στιγμή οι απαντήσεις της δεν αντέχουν ούτε καν τη βάσανο της λογικής. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι δημιουργείται ευρύτερο πρόβλημα αξιοπιστίας της μάρτυρας ώστε να συμπαρασύρει αυτόματα όλες τις προηγούμενες πτυχές της μαρτυρίας της σε απόρριψη. Απλά το ζήτημα που εγείρεται και αφορά μόνο το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της ΜΥ1, χωρίς να επηρεάζει τα υπόλοιπα μέρη της, είναι μόνο η πειστικότητα συγκεκριμένων τοποθετήσεων της με τον τρόπο που τα παρουσίασε. Στη βάση αυτών των δεδομένων, η πτυχή αυτή της μαρτυρίας της ΜΥ1 στερείται πειστικότητας με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτή. Προς τεκμηρίωση του σκεπτικού του Δικαστηρίου ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:

(α)       στο έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1Α η ΜΥ1 ισχυρίζεται ότι το όνομα και το επίθετο του αποβιώσαντα συζύγου της στην τελευταία σελίδα αναγράφεται λανθασμένα, χωρίς να εξηγεί που εντοπίζεται το λάθος ή τα λάθη που θεωρεί ότι υπάρχουν. Το Τεκμήριο 1Α είναι συνταγμένο στη ρωσική γλώσσα και η αναφορά της μάρτυρος είναι αόριστη και ασαφής χωρίς η ίδια να υποδεικνύει και να επεξηγεί ποιο και που είναι το λάθος ή τα λάθη που εντοπίζει στο ονοματεπώνυμο του αποβιώσαντα συζύγου της που είναι γραμμένο στη ρωσική γλώσσα. Η προσκόμιση κάποιας ταυτότητας ή διαβατηρίου θα βοηθούσε, πλην όμως δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο αναγνώρισης και ταυτοποίησης. Παρατηρώντας το Τεκμήριο 1Β που είναι κοινά παραδεκτό από τους διαδίκους ότι αποτελεί πιστή μετάφραση του κειμένου του Τεκμηρίου 1Α στην ελληνική γλώσσα, δεν μπορώ να διαπιστώσω κάποιος σφάλμα στη διατύπωση του ονοματεπωνύμου του αποβιώσαντα συζύγου της ΜΥ1,

(β)       η θέση της ΜΥ1 ότι το έγγραφο που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’ και δεν φέρει υπογραφή εκπροσώπου της Ενάγουσας εταιρείας είναι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ενώ το Τεκμήριο 1Α που εκ των πραγμάτων φέρει υπογραφή από αντιπροσώπους αμφοτέρων διαδίκων δεν συνιστά τέτοια συμφωνία, εξ’ αντικειμένου δεν συνάδει με τη λογική. Ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε από την ΜΥ1 που να υποστηρίζει τη θέση της αυτή. Η αναφορά της ότι ο σύζυγος της είχε υπογράψει το Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’ επειδή ετοιμάστηκε στην παρουσία του δικηγόρου Σάββα σε καμία περίπτωση πείθει καθότι δεν αντικρούει με στοιχεία γιατί το Τεκμήριο 1Α να μην είναι το έγγραφο που όπως η ίδια δέχεται ετοιμάστηκε στην παρουσία του δικηγόρου Σάββα, 

(γ)        η θέση της ΜΥ1 ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της δεν εξέδωσε την επικαλούμενη απόδειξη αρ. D0212601 είσπραξης ποσού €600.000 (Τεκμήριο 2) που είναι διατυπωμένη στα αγγλικά επειδή, όπως είπε, δεν ομιλεί, δεν γράφει και δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική και αγγλική γλώσσα, συγκρούεται με τον ισχυρισμό της ότι το έγγραφο που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’ και επικαλέστηκε ότι συνιστά τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι συνταγμένο στην ελληνική γλώσσα,

(δ)        με τη θέση της ότι αυτά που σημειώνονται στο Τεκμήριο 2 δεν ομοιάζουν με τον γραφικό χαρακτήρα του αποβιώσαντα συζύγου της, η ΜΥ1 μετατρέπει τον εαυτό της σε εμπειρογνώμονα δίδοντας ουσιαστικά μαρτυρία ως γραφολόγος τη στιγμή που δεν έχει δηλώσει ότι είναι ειδική σ’ αυτό το πεδίο,

(ε)        η δε θέση της ότι η υπογραφή του αποβιώσαντα συζύγου της είναι στενότερη από αυτή που εμφανίζεται στο Τεκμήριο 2 και επομένως, ως είναι ο ισχυρισμός της δεν είναι αυτού, πάλι την μετατρέπει σε εμπειρογνώμονα δίδοντας ουσιαστικά μαρτυρία ως γραφολόγος τη στιγμή που δεν έχει δηλώσει ότι είναι ειδική σ’ αυτό το πεδίο.

 

Για τους λόγους που έχω αναλυτικά εξηγήσει, το μόνο κομμάτι της μαρτυρίας της ΜΥ1 που αποδέχομαι, περιλαμβανομένου της Ένδειξης ‘Β’ στο βαθμό και στην έκταση που το αφορά, είναι μόνο αυτό που σχετίζεται με επουσιώδη γεγονότα που είτε συνιστούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής.

 

Ευρήματα:

Με την απόρριψη της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα της Ενάγουσας στην ολότητα της, περιλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής προς υποστήριξη της εκδοχής της και σε σχέση με τους δύο μάρτυρες της Εναγομένης την αποδοχή του μέρους της μαρτυρίας τους που αφορούν γεγονότα που είτε συνιστούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής, τα ευρήματα στα οποία καταλήγω είναι μόνο τα παραδεκτά γεγονότα που προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα της αγωγής καθώς επίσης τα γεγονότα του περιορισμένου μέρους της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο.    

 

Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά.

 

Εξέταση επιδίκων θεμάτων – Νομική Πτυχή – Συμπεράσματα:

Θα πρέπει να λεχθεί ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου αποτελούνται από γεγονότα που περιβάλλουν την ουσία προς υπόθεσης, χωρίς όμως να παρέχουν απαντήσεις στα επίδικα θέματα της. Αυτό μοιραία προδιαγράφει και την έκβαση της παρούσας αγωγής.   

 

Αποτέλεσμα αξιολόγησης μαρτυρίας που προσκομίστηκε από τον ΜΕ, εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας, σε σχέση με προς αξιούμενες θεραπείες προς απαίτησης: 

Για τους λόγους που έχουν αναλυτικά εξηγηθεί, η μαρτυρία του ΜΕ, μοναδικού μάρτυρα της Ενάγουσας, έχει απορριφθεί στην ολότητα επειδή κρίθηκε αναξιόπιστη και μηδενικής πειστικότητας σε όλη της την έκταση. Παράλληλα για τους λόγους που έχουν αναλυτικά αναφερθεί δεν έχει αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα Τεκμήρια 1Α, 1Β, 2, 3Α & 3Β υπό την έννοια της αποδεικτικής αξίας. Η εξέλιξη αυτή καθιστά την απαίτηση της Ενάγουσας να στερείται θεμελίωσης και κατ’ επέκταση εκτεθειμένη σε απόρριψη. Την ίδια στιγμή οι θεραπείες που η Ενάγουσα επιδιώκει σχετικά με την απαίτηση προς δεν μπορούν να ικανοποιηθούν.

 

Αποτέλεσμα αξιολόγησης μαρτυρίας των ΜΥ1 & ΜΥ2 εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης:

Για τους λόγους που έχουν επίσης αναλυτικά εξηγηθεί, αμφότερες μαρτυρίες στη συντριπτική τους έκταση δεν έχουν γίνει αποδεχτές. Όπως ήδη λέχθηκε, το μέρος και στις δύο μαρτυρίες που δεν έχει γίνει δεκτό αφορά τα επίδικα θέματα της αγωγής και κατ’ επέκταση την ουσία της υπόθεσης.

 

Επίδικα Θέματα - Συμπεράσματα:

Θα αναφερθώ τώρα στα επίδικα θέματα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί προηγουμένως.

 

(1)          Ποια από προς επικαλούμενες δύο συμβάσεις ημερ. 03.11.08 δεσμεύει προς διαδίκους (Τεκμήριο 1Α ή Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση’):

Έχω ήδη εξηγήσει με παραπομπή σε νομολογία γιατί το Τεκμήριο ‘Α προς αναγνώριση, την οποίαν η Εναγόμενη επικαλέστηκε ως τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δεν μπορεί να τύχει αξιολόγησης και κατ’ επέκταση να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα μαζί με όλη τη μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση μ’ αυτήν.

 

Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 1Α που είναι το έγγραφο που η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ως τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δεν υπάρχουν ευρήματα τα οποία να με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εκδοχή της Ενάγουσας ευσταθεί. Για τους λόγους που έχω σχολιάσει, η μαρτυρία της Ενάγουσας έχει απορριφθεί στην ολότητα της χωρίς να κριθεί ότι τα τεκμήρια που έχει παρουσιάσει προς υποστήριξη της εκδοχής της έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία και βαρύτητα.

 

Μέσα από την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που προσάχθηκε καταλήγω ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο αποβιώσαντας Μαζορένκο έθεσε επί του Τεκμηρίου 1Α την υπογραφή του, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης. Περαιτέρω στη βάση του σκεπτικού που έχω αναλύσει, καταλήγω ότι εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες για τη νομιμότητα, γνησιότητα και κατ’ επέκταση εγκυρότητα του Τεκμηρίου 1Α με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο έγγραφο να μην είναι αυτό που η Ενάγουσα επικαλέστηκε ως η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

 

(2)        Κατά πόσο η Ενάγουσα πλήρωσε στην Εναγόμενη ποσό ύψους €600.000 ως η μεταξύ τους συμφωνία ημερ. 03.11.08 (Τεκμήριο 1Α & Τεκμήριο 2):

Η απόρριψη της μαρτυρίας της Ενάγουσας και η απόδοση μηδενικής αποδεικτικής βαρύτητας στα Τεκμήρια 1Α & 2 στη βάση του σκεπτικού που αναπτύχτηκε καθιστά αδύνατη την εξαγωγή συμπερασμάτων υπέρ της θέσης που η Ενάγουσα προέβαλε σε σχέση με το εν λόγω επίδικο ζήτημα.

 

Κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου του μαρτυρικού υλικού, η θέση της Ενάγουσας ότι πληρώθηκε το ποσό των €600.000 στην Εναγόμενη αναφορικά με την υπόθεση αυτή στερείται τεκμηρίωσης. Για τους λόγους που έχουν αναλυτικά εκτεθεί, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η νομιμότητα, γνησιότητα και εγκυρότητα του Τεκμηρίου 2, υπό τις περιστάσεις, ελέγχεται. Δεν έχει αποδειχτεί σύνδεση του Τεκμηρίου 2 με το Τεκμήριο 1Α, δηλαδή ότι το πρώτο έγγραφο εκδόθηκε ως αποτέλεσμα και/ή στα πλαίσια υλοποίησης του δευτέρου εγγράφου.

 

(3)        Κατά πόσο ο επικαλούμενος τερματισμός της σύμβασης είναι νόμιμος και έγκυρος (Τεκμήρια 3Α & 3Β):

Η μη εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα επίδικα θέματα (1) & (2) λόγω απόρριψης της μαρτυρίας της Ενάγουσας στην ολότητα της καθιστά τη θέση της Ενάγουσας στο συγκεκριμένο θέμα ανεπιτυχής αφού τα Τεκμήρια 3Α & 3Β κρίθηκαν ότι δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Μέσα από την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα Τεκμήρια 3Α & 3Β δεν έχουν καμία νομική σχέση, αξία και αποδεικτική βαρύτητα με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. 

Αξιούμενες Θεραπείες από την Ενάγουσα:

Η απόρριψη της εκδοχής της Ενάγουσας μοιραία δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την απόδοση καμίας από τις θεραπείες που η Ενάγουσα αξιώνει στην παρούσα αγωγή.  

 

Κατάληξη:

Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνακόλουθα με γνώμονα όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, η απαίτηση απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη και κατ’ επέκταση αβάσιμη. 

 

Σε σχέση με τα έξοδα της απαίτησης, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Ιωάννα και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου (2009) 1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Ως εκ τούτου, τα έξοδα της απαίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας.

 

                           

                                                                             (Υπ.) ……..........................................

                                                                                               Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο