ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Απαίτηση Αρ.: 97/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
Ιουλιανή ή Ιουλία Τσίγγα
Ενάγουσας
και
1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ
2. DOVALUE CYPRUS LIMITED (πρώην ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LIMITED
3. CCSRE ESTATE COMPANY LTD
Εναγομένων
Αίτηση ημερ. 28/02/2025 για προσωρινά διατάγματα
Ημερομηνία: 15/10/2025
Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ε. Πουλλά Μακαρούνα με κα Μ. Παναγή για Ε. ΠΟΥΛΛΑ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενες 1, 2 και 3 - Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3: κ. Δ. Διομήδους για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 28/02/2025, η Ενάγουσα καταχώρησε Έντυπο Απαίτησης με τον ως άνω αριθμό και τίτλο, στο οποίο δεν περιέχεται Έκθεση Απαίτησης.
Την ίδια ημέρα η Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») καταχώρησε την παρούσα δια κλήσεως αίτηση, με την οποία αιτείται:
(Α) Την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος που να εμποδίζει τις Εναγόμενες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή εργοδοτουμένους και/ή υπηρέτες των και/ή οιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει από αυτές δικαιώματα από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ½ μερίδιο του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], του Φ/Σχ. [ ], τεμ. [ ], εκτάσεως [ ] τ.μ, της Κοινότητας [ ] της Επαρχίας Πάφου, το οποίο μέχρι τις 29/01/2024 ήτο εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της Ενάγουσας και σήμερα είναι εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της Εναγόμενης 3, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής.
(Β) Την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος που να εμποδίζει τις Εναγόμενες και/ή τους αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή εργοδοτουμένους και/ή υπηρέτες των και/ή οιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει από αυτές δικαιώματα από του να διεκδικούν και/ή να λάβουν κατοχή του ½ μεριδίου του [(ως άνω ακινήτου)], μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής.
(Γ) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
Η αίτηση, ως αναφέρει, βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στους Κ.3.11(1)(α)(γ), Κ.23.1, 2, 4, 8, 9 και 13, Κ.25.1(1)(α),(β),(γ)(i)(νi),(δ),(ε)(ii), 2, 3 - 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 2, 2Α-Γ, 4(1), 4(Β), 10Α, 23A, Γ, 39(11Α), 41, 41Α-41ΣΤ, 42Α-42Δ, 43 και 49 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66/1997, στον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο 69(Ι)/2015, στην περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 της Κεντρικής Τράπεζας, στον Κανονισμό (ΕΕ) 575/2013, στον Κανονισμό (ΕΚ) 924/2009, στον Κανονισμό (ΕΕ) 1093/2010, στον Κανονισμό (ΕΚ) 2004/2010, στον Κανονισμό (ΕΕ) 1092/2010, στον Κανονισμό (ΕΚ) 924/2009, στον Κανονισμό (ΕΕ) 1092/2010, στον Κανονισμό (ΕΕ) 1093/2010, στον Κανονισμό (ΕΕ) 1095/2010, στον Κανονισμό (ΕΕ) 648/2012, στον Κανονισμό (ΕΕ) 1024/2013, στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, στον Κανονισμό (ΕΕ) 806/2014, στην Οδηγία 2002/87/ΕΚ, στην Οδηγία 2004/39/ΕΚ, στην Οδηγία 2000/12/ΕΚ, στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ, στην Οδηγία 2014/49/ΕΕ, στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ, στην Οδηγία 2015/849/ΕΕ, στην Οδηγία 2001/24/ΕΚ, στην Οδηγία 2001/24/ΕΚ και στην Οδηγία Διακυβέρνησης, στα άρθρα 13-25, 37, 39, 40, 42-57 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, στα άρθρα 37-39 και 42-44 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, στο δίκαιο της επιείκειας και στη σχετική νομολογία.
Υποστηρίζεται δε από ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και του οικονομικού σύμβουλου αυτής, Φίλιππου Φιλίππου.
Οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3») αντέδρασαν στην αίτηση καταχωρώντας ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της λειτουργού της Καθ’ η αίτηση 2, Αντιγόνης Χριστοδούλου, στην οποία προβάλλονται βασικά οι ακόλουθοι λόγοι (παρατίθενται συνοπτικά):
1. Η Απαίτηση δεν αποκαλύπτει έγκυρη και/ή νόμιμη αιτία αγωγής.
2. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού ερείσματος.
3. Η διαδικασία πλειστηριασμού διενεργήθηκε σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 και σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιθυμούσε να αμφισβητήσει τη διαδικασία αυτή είχε υποχρέωση να προβεί σε καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης, κάτι που δεν έπραξε και/ή με την καταχώρηση της Απαίτησης επιδιώκει ανεπίτρεπτα και/ή αντινομικά να υποκαταστήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού και/ή να παρακάμψει τη διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον της από της Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 στην Αγωγή 550/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
4. Δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
5. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, διότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 θα αποστερηθούν των εκ του Νόμου και του Συντάγματος προβλεπόμενων δικαιωμάτων τους και θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά.
6. Η αίτηση είναι εκδικητική, καταχρηστική, κακόπιστη, αποσκοπεί στην πρόκληση κακόπιστης καθυστέρησης και στην καθυστέρηση πληρωμής και/ή αποφυγή πληρωμής από την Αιτήτρια των οφειλόμενων ποσών και/ή την παρεμπόδιση απονομής της δικαιοσύνης αφού τα όσα ισχυρίζεται τα επικαλέστηκε και στην Αγωγή 550/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που εγέρθηκε εναντίον της από της Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3.
7. Η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Στις 09/05/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία απάντησε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στις 23/05/2025, για λογαριασμό των Καθ’ ων η αίτηση, η Αντιγόνη Χριστοδούλου.
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές και προφορικές αγορεύσεις στις οποίες οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα έχουν τεθεί στις αγορεύσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό.
Νομική Πτυχή
Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates a.o. (1982) 1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και
3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα.
Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι.
Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις (“pleadings”). Ο όρος “pleadings” χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Συνεπώς η καταχώριση έκθεσης απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα οι εκατέρωθεν θέσεις μπορούν σε τέτοια περίπτωση να προσδιοριστούν σε ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου (1998) 1Β Α.Α.Δ. 598).
Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό αυτός να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Πρέπει δηλαδή να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων.
Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το Νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396).
Εξέταση της αίτησης
Μετά τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60.
Ως προς τις εν λόγω προϋποθέσεις δέον όπως λεχθεί ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταχωρήσει ακόμη την Έκθεση Απαίτησης της και συνεπώς αυτές θα εξετασθούν στη βάση των όσων προκύπτουν από το Έντυπο Απαίτησης της (ως τροποποιήθηκε στις 04/03/2025) σε συνδυασμό με τα όσα σχετικά προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση.
Ως προκύπτει από το Έντυπο Απαίτησης, οι αξιώσεις της Αιτήτριας αφορούν κατ’ αρχάς την εγγραφή και μεταβίβαση, αρχικά στην Καθ’ ης η αίτηση 1 και στη συνέχεια στην Καθ’ ης η αίτηση 3, του μεριδίου της Αιτήτριας σε ακίνητο επί του οποίου συνεστήθη υποθήκη (στο εξής «το ακίνητο») προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων. Στο πλαίσιο αυτό η Αιτήτρια ζητά σχετικές αναγνωριστικές αποφάσεις και ακύρωση των ως άνω εγγραφών και μεταβιβάσεων ((βλ. αξιώσεις (Α), (Β) και (Ζ)), ακύρωση της εκποίησης της εν λόγω υποθήκης και άλλων δύο σχετικών υποθηκών ((βλ. αξίωση Η)) αλλά και επιστροφή και επανεγγραφή του μεριδίου της επί του επίδικου ακινήτου επ’ ονόματι της ((βλ. αξίωση ΣΤ)). Ό,τι αποδίδεται, σε σχέση με τα πιο πάνω, στις Καθ’ ων η αίτηση, πάντα με βάση το Έντυπο Απαίτησης, είναι ότι η εγγραφή και/ή μεταβίβαση του ακινήτου έγινε δια εξαπάτησης της Αιτήτριας, κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών, της καλής πίστης και της εμπιστευτικής σχέσης, δόλια και/ή απατηλά και/ή δια ψευδών παραστάσεων και/ή με αθέμιτη επιρροή και/ή αμελώς και/ή κατά παράβαση και/ή εκτός πλαισίου του επαγγελματικού καθήκοντος και/ή δια κατάχρησης εξουσίας και/ή με σύγκρουση συμφερόντων και/ή ασκώντας τοκογλυφία.
Πέραν των πιο πάνω η Αιτήτρια αξιώνει βασικά αποφάσεις με τις οποίες να αναγνωρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας, προκαλώντας της βλάβη ((βλ. αξίωση (Γ)) και ότι τα υπόλοιπα συγκεκριμένου τρεχούμενου λογαριασμού και/ή συμφωνίας δανείου δεν ήταν εκκαθαρισμένα για να μπορεί να γίνει εκποίηση 3 διαφορετικών υποθηκών - ανάμεσα στις οποίες και η προαναφερόμενη – ((βλ. αξίωση (Δ)) και/ή είναι πλασματικά και/ή περιέχουν παράνομες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις και/ή παράνομη επιβολή επιτοκίου και/ή του νόμιμου επιτοκίου και/ή η επιβολή τόκων υπερημερίας και/ή υπολογισμού του τόκου με διαιρέτη τις 360 ημέρες αντί 365 ή 366 ανά δίσεκτο έτος ((βλ. αξίωση (Ε)). Τέλος η Αιτήτρια αξιώνει παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή γενικές και/ή ειδικές και/ή αποζημιώσεις για παράβαση του Νόμου, των Κανονισμών και Οδηγιών και/ή κατά παράβασης σύμβασης και/ή των συναλλακτικών ηθών και/ή της καλής πίστης, και/ή της καλής τραπεζικής πρακτικής και/ή λόγω κατάχρησης εξουσίας και/ή διαφορετικά όπως αναφέρεται πιο πάνω ((βλ. αξίωση (Ι)).
Σύμφωνα με τα όσα σχετικά αναφέρει η Αιτήτρια στις ένορκες δηλώσεις της:
§ Το μερίδιο της επί του ακινήτου (το ½) το έλαβε δια δωρεάς από τη μητέρα της ενώ το άλλο ½ ενεγράφη στον αδελφό της. Ακολούθησε το 2014 αίτηση διαχωρισμού του ακινήτου. Στις 05/02/2019 η Αιτήτρια υπέγραψε με τον αδελφό της «έγγραφο συμφωνία διανομής» και εκείνος παραχώρησε το μερίδιο του σε άλλη εταιρεία. Με βάση τη συμφωνία αυτή το ακίνητο διαχωρίστηκε σε 2 τεμάχια και σε αυτό που της αναλογούσε η Αιτήτρια ανέγειρε κατοικία με τον τότε σύζυγο της.
§ Στις 24/11/2008 η Αιτήτρια έθεσε υποθήκη επί του μεριδίου της στο ακίνητο, προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κάτω Πάφου, για συνέχιση και/ή την παροχή τραπεζικών κα/ή άλλων διευκολύνσεων προς την οικογενειακή εταιρεία του τότε συζύγου της. Με την υποθήκη 6/Υ6358/2008 προέβη σε ανανέωση της υποθήκης 6/Y2774/08 και κατά ή περί τις 25/02/2009 με την υποθήκη 6/Υ620/2009 προέβηκε σε ανανέωση της υποθήκης Υ2656/2007 για τη συνέχιση κα/ή παροχή τραπεζικών και/ή άλλων διευκολύνσεων προς τον τότε σύζυγο της.
§ Στις 02/12/2020 η Αιτήτρια έλαβε από την προκάτοχο της Καθ’ ης αίτηση 1, Ειδοποίηση Τύπου «l» για την υποθήκη Υ6358/2008 και ενημέρωσε τη δικηγόρο της.
§ Στις 14/10/2022 η Αιτήτρια έλαβε από την προκάτοχο της Καθ’ ης αίτηση 1, Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ», ημερ. 07/09/2022. Δεν έλαβε τότε επιστολή τερματισμού των σχετικών λογαριασμών. Επικοινώνησε με τη δικηγόρο της, η οποία την καθοδήγησε και έτσι διορίστηκε εκτιμητής. Στη συνέχεια η επικοινωνία και η αλληλογραφία έγινε με την ALTAMIRA και συγκεκριμένα με τη λειτουργό αυτής Κρυστάλω Χαραλαμπίδου. Μέχρι τις 28/02/2024 είχαν συνεχή τηλεφωνική και γραπτή επικοινωνία με τη Χαραλαμπίδου στην οποία μέσω της δικηγόρου της και του οικονομικού της συμβούλου Φίλιππου Φιλίππου παραχώρησε ότι ζητούσε.
§ Στις 14/03/2023 επιδόθηκε στην Αιτήτρια Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», ημερ. 01/02/2023, με την οποία ειδοποιείτο ότι θα γινόταν πλειστηριασμός του ακινήτου στις 18/05/2023. Η Αιτήτρια απέστειλε την εν λόγω Ειδοποίηση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη δικηγόρο της αλλά όπως ενημερώθηκε μετά, λόγω μεγάλης φόρτωσης στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της δικηγόρου, η τελευταία δεν την έλαβε υπόψη και μέχρι πρόσφατα η ίδια πίστευε ότι δεν έγινε πλειστηριασμός του ακινήτου. Σε αυτό συνέβαλε και το ότι την επομένη του καθορισθέντος πλειστηριασμού, δηλαδή στις 19/05/2023 η δικηγόρος της και η ίδια είχαν συνάντηση με τη Χαραλαμπίδου, η οποία τους ενημέρωσε ότι εφόσον κατέβαλλε το ποσό των €320.000 με προεξοφλητικό επιτόκιο 3%, το οφειλόμενο ποσό θα θεωρείτο εξοφληθέν.
§ Επειδή δεν ολοκληρωνόταν ο διαχωρισμός του ακινήτου, η εταιρεία που αγόρασε το μερίδιο του αδελφού της Αιτήτριας, γα να προχωρήσει στην ανέγερση οικοδομών, ετοίμασε νέα χωρομετρική εργασία για διαχωρισμό και στο πλαίσιο αυτό η Αιτήτρια υπέγραψε τη σχετική αίτηση για την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Η εν λόγω εταιρεία αποδεχόταν την αγορά ενός οικοπέδου που θα προέκυπτε από τον διαχωρισμό αντί του ποσού των €190.000. Για αυτό η δικηγόρος της Αιτήτριας απέστειλε επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερ. 04/10/2023 στη Χαραλαμπίδου με την οποία την πληροφορούσε ότι ο υποψήφιος αγοραστής θα κατέβαλλε το ποσό των €150.000 και ζήτησε από την ΑΛΤΑΜΙΡΑ να μείνει χρέος €150.000 και να αποδεχθεί το ποσό των €300.000 δια πλήρη εξόφληση. Η Χαραλαμπίδου με επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερ. 05/10/2023 ζητούσε να της υπογράψει ο πρώην σύζυγος της Αιτήτριας το έντυπο χρέωσης των εκτιμητικών για να προχωρήσει στις εκτιμήσεις και η Αιτήτρια φρόντισε και ο σύζυγος της υπέγραψε το έντυπο. Ακολούθως ανέμεναν τη Χαραλαμπίδου να προβεί στις εκτιμήσεις για να μπορούν να προχωρήσουν στην πώληση του ως άνω αναφερόμενου οικοπέδου στην εταιρεία.
§ Στις ή γύρω στις 10/12/2023 η νύμφη της Αιτήτριας την πληροφόρησε ότι κάποια φίλη της, της ανέφερε εμπιστευτικά ότι η κατοικία της Αιτήτριας πουλήθηκε. Στην κατοικία διαμένουν οι δύο θυγατέρες της Αιτήτριας με τους αρραβωνιαστικούς τους. Η Αιτήτρια για κάποια περίοδο διέμενε στη Λεμεσό αλλά εδώ και μερικούς μήνες διαμένει στην εν λόγω κατοικία. Η Αιτήτρια έντρομη επικοινώνησε με τη δικηγόρο της, η οποία επικοινώνησε με τη Χαραλαμπίδου και της ζήτησε να τους πληροφορήσει πότε έγινε ο πλειστηριασμός και πουλήθηκε το ακίνητο. Η Χαραλαμπίδου στο τηλέφωνο αρνήθηκε ότι η κατοικία της Αιτήτριας πουλήθηκε.
§ Μετά την τηλεφωνική επικοινωνία με τη Χαραλαμπίδου, στις 12/12/2023 μετά από συμβουλή της δικηγόρου της, η Αιτήτρια διόρισε τον οικονομικό σύμβουλο Φιλίππου, ο οποίος επικοινώνησε με τη Χαραλαμπίδου και της απέστειλε την επιστολή/πρόταση ημερ. 13/12/2023 δια πλήρη διευθέτηση. Ο Φιλίππου είχε και αρκετές προφορικές συνομιλίες με τη Χαραλαμπίδου θεωρώντας ότι η πρόταση του θα είχε θετική κατάληξη. Η Χαραλαμπίδου του ανέφερε ότι ανέλαβε να προβεί σε εκτιμήσεις των υπό διαχωρισμό οικοπέδων αλλά προφασιζόμενη φόρτο εργασίας, περίοδο των εορτών κ.λπ, ισχυριζόταν ότι αυτές δεν ήταν έτοιμες.
§ Στις 26/01/2024, η δικηγόρος της Αιτήτριας ενημερώθηκε από την Καθ’ ης αίτηση 1 (στην οποία αποτάθηκε στις 12/12/2023), μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, για τον πλειστηριασμό που είχε διενεργηθεί στις 18/05/2023 και ότι η Αιτήτρια παρέλαβε με ιδιώτη επιδότη την Ειδοποίηση ηλεκτρονικού πλειστηριασμού - Δελτίο Α στις 14/03/2023 καθώς και ότι οι επιδόσεις των επιστολών είχαν ολοκληρωθεί ως προνοεί ο Νόμος 9/1965.
§ Στις 20/02/2024 επικοινώνησε με την Αιτήτρια τηλεφωνικά κάποια λειτουργός της Καθ’ ης αίτηση 1, η οποία της ανέφερε ότι η κατοικία της πουλήθηκε και να συμφωνήσουν το ενοίκιο το οποίο θα κατέβαλλε η Αιτήτρια. Η Αιτήτρια ανέφερε στη λειτουργό να μιλήσει με τη δικηγόρο της. Η τελευταία επικοινώνησε αμέσως με την εν λόγω λειτουργό, η οποία της ανέφερε ότι η της Καθ’ ης αίτηση 1 ανάκτησε το ακίνητο. Αμέσως η δικηγόρος της Αιτήτριας ενημέρωσε τον Φιλίππου, ο οποίος στις 21/02/2024 επικοινώνησε με τη Χαραλαμπίδου, η οποία ακόμη ισχυριζόταν ότι ανέμενε τις εκτιμήσεις για να ολοκληρωθεί ο συμβιβασμός στον οποίο είχαν συμφωνήσει και καταλήξει δια παραχώρησης στην Καθ’ ης αίτηση 1 δύο οικοπέδων για πλήρη εξόφληση. Εδώ να λεχθεί ότι ο Φιλίππου στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι όταν επικοινώνησε με τη Χαραλαμπίδου, εκείνη του ανέφερε ότι ανέμενε ακόμα τις εκτιμήσεις για να ολοκληρωθεί ο συμβιβασμός τον οποίο η ίδια είχε προτείνει και η Αιτήτρια συμφώνησε (δηλαδή για παραχώρηση «μέσω DFAS» στην Καθ’ ης η αίτηση 1 των υποθηκευμένων οικοπέδων - τεμαχίων 2 & 4, για πλήρη εξόφληση) και όταν ο Φιλίππου της είπε ότι η Αιτήτρια και η δικηγόρος της είχαν ενημέρωση από τη Λευκωσία περί ανάκτησης ολοκλήρου του τεμαχίου από την Καθ’ ης αίτηση 1, η Χαραλαμπίδου φάνηκε να έχει εκπλαγεί από την όλη εξέλιξη και είχε ζητήσει χρόνο για να διερευνήσει το θέμα και να επανέλθει. Την επομένη, η Χαραλαμπίδου επικοινώνησε με τον Φιλίππου, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι όλα τα υποθηκευμένα ακίνητα είχαν ήδη ανακτηθεί από την Καθ’ ης αίτηση 1. Στο ερώτημα και έντονη αντίδραση του Φιλίππου σχετικά με τις περαιτέρω ενέργειες που θα μπορούσαν να γίνουν, η Χαραλαμπίδου του ανάφερε ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε και διέκοψε κάθε περαιτέρω συνομιλία ή και επεξηγήσεις για το θέμα.
§ Κατά ή περί τις 22/04/2024, μετά από τυχαία συνάντηση της δικηγόρου της Αιτήτριας με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Καθ’ ης αίτηση 1, η πρώτη του ανέφερε την υπόθεση και εκείνος την καθοδήγησε να του αποστείλει σχετική επιστολή, κάτι που η δικηγόρος έπραξε, παραθέτοντας συνοπτικά τα γεγονότα.
§ Η δικηγόρος της Αιτήτριας έλαβε απάντηση εκ μέρους της Καθ’ ης αίτηση 1 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερ. 05/06/2024, με την οποία την ενημέρωναν ότι το ακίνητο αποκτήθηκε από την Καθ’ ης αίτηση 1 στις 27/12/2023 και ότι με την απόκτηση του έχει εξοφληθεί το δάνειο με αριθμό λογαριασμού [ ] για το οποίο υπήρχε Α' υποθήκη επί του ακινήτου και το υπόλοιπο ποσό πιστώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό [ ] για το οποίο υπήρχε Β' υποθήκη και ότι παραμένει υπόλοιπο στον τρεχούμενο λογαριασμό ποσού ύψους €30.959,84.
§ Η εγγραφή του μεριδίου της Αιτήτριας επί του ακινήτου στο όνομα της Καθ’ ης αίτηση 1 έγινε στις 30/01/2024, με ιδιωτική δημοπρασία ημερ. 19/12/2023, για το ποσό των €726.500.
§ Η Καθ’ ης αίτηση 3 απέκτησε το εν λόγω μερίδιο επί του ακινήτου στις 19/07/2024.
§ Στις 03/08/2024 επιδόθηκε στην Αιτήτρια επιστολή Απαίτησης - Τύπος ΙΙ (Προδικαστηριακή Συμπεριφορά) ημερ. 29/07/2024, με την οποία της ζητείτο να πληρώνει ενοίκιο για την κατοικία €2.000 μηνιαίως και ότι όφειλε μέχρι τότε το ποσό των €14.666,70. Την εν λόγω απαίτηση αμφισβήτησαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας.
§ Στις 12/10/2024 επιδόθηκε στην Αιτήτρια επιστολή Απαίτησης - Τύπος ΙΙ (Προδικαστηριακή Συμπεριφορά) ημερ. 26/09/2024, με την οποία της αναφερόταν ότι η ενοικιαστική αξία της κατοικίας κυμαίνεται στο ποσό των €.2.000 και ότι για την περίοδο από τις 20/11/2023 μέχρι τις 18/07/2024 όφειλε το ποσό των €13.933,43 στην Καθ’ ης αίτηση 1 και από τις 19/07/2024 μέχρι τις 26/09/2024 όφειλε το ποσό των €4.522,36 στην Καθ’ ης αίτηση 3. Την εν λόγω απαίτηση αμφισβήτησαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας.
§ Στις 14/12/2024 οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 ήγειραν εναντίον της Αιτήτριας την Αγωγή Αρ. 350/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
Είναι στη βάση των πιο πάνω που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ενώ αυτή αποδέχθηκε την πρόταση/εισήγηση της εκπροσώπου των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 (της Χαραλαμπίδου), η οποία έγινε στον οικονομικό της σύμβουλο, όπως παραχωρήσει τα δύο υπό διαχωρισμό οικόπεδα για πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων της Καθ’ ης αίτηση 1, οι Καθ’ ων αίτηση 1 και 2, παράνομα, παράτυπα, δόλια, ψευδώς και παραπλανητικώς προχώρησαν και ενέγραψαν το μερίδιο της επί του ακινήτου, αρχικά στο όνομα της Καθ’ ης αίτηση 1 και στη συνέχεια στο όνομα της Καθ’ ης αίτηση 3. Είναι επίσης ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η Καθ’ ης αίτηση 1, η Καθ’ ης αίτηση 2, δια της ως άνω εκπροσώπου αυτών και στη συνέχεια η Καθ’ ης αίτηση 3 ενήργησαν σε συνεργασία και συνωμοσία μεταξύ τους, παράνομα, παράτυπα, δόλια και απατηλά, ψευδώς και παραπλανητικώς σε βάρος των συμφερόντων της Αιτήτριας.
Από τα όσα δε αναφέρει στις ένορκες δηλώσεις της η Αντιγόνης Χριστοδούλου, δεν αμφισβητούνται από την Αιτήτρια τα ακόλουθα:
§ Η Καθ’ ης η αίτηση 1 ακολούθησε τη διαδικασία για εκποίηση της υποθήκης 6/Υ/6358/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, δυνάμει του ΜΕΡΟΥΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965. Ο πλειστηριασμός έγινε στις 18/5/2023 και ήταν ανεπιτυχής.
§ Μετά την παρέλευση 6 μηνών από τη διαδικασία ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού (δηλαδή από τις 18/05/2023), η Καθ’ ης η αίτηση 1 αγόρασε, δυνάμει του άρθρου 44ΙΑ του Νόμου 9/1965, το ενυπόθηκο ακίνητο. Κοινοποιήθηκε δε στη δικηγόρο της Αιτήτριας, με ηλεκτρονικό μήνυμα της Χαραλαμπίδου, στις 11/12/2023 ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 προχωρεί στην ανάκτηση του ενυπόθηκου ακινήτου.
§ Στις 20/12/2023, με επιστολές της η Καθ’ ης η αίτηση 1 (με απλό ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν), σύμφωνα με το άρθρο 44Ι του Νόμου 9/1965, ενημέρωσε σχετικά την Αιτήτρια, τον πρώην σύζυγο της και την εταιρεία του τελευταίου για την προτεινομένη διάθεση του προϊόντος πώλησης. Στην πιο πάνω επιστολή δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε απαγορευτικό διάταγμα και η Καθ’ ης η αίτηση 1 προχώρησε στην επικύρωση της προτεινόμενης διάθεση και την κατέστησε τελική και στις 22/1/2024 απέστειλε την επικύρωση στην Αιτήτρια, στον πρώην σύζυγο της και στην εν λόγω εταιρεία.
Στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη της αίτησης της, αναφέρει ότι στις 14/03/2023 της επιδόθηκε από την Καθ’ ης η αίτηση 1, η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», ημερ. 01/02/2023, με την οποία ειδοποιείτο ότι θα γινόταν πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου της στις 18/05/2023. Στη συμπληρωματική της ένορκης δήλωσης ισχυρίζεται όμως ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι η Ειδοποίηση αυτή αφορούσε διαδικασία διεξαγωγής πλειστηριασμού. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι πέραν της πιο πάνω αντιφατικότητας στον ισχυρισμό της Αιτήτριας, από την ίδια την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και δη από το λεκτικό της («Ειδοποιείσθε ότι … προτίθεμαι να προχωρήσω σε πώληση στις 18/05/2023 και ώρα 10 π.μ. στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού … με τη διαδικασία του πλειστηριασμού ως προβλέπεται από το Μέρος VIA του παρόντος Νόμου του ακινήτου, που περιγράφεται στον πιο κάτω Πίνακα …») δεν αφήνεται οποιαδήποτε αμφιβολία – και δεν απαιτεί νομικές γνώσεις για να γίνει αντιληπτό – ότι αυτή αφορούσε πλειστηριασμό του μεριδίου της Αιτήτριας επί του ακινήτου, ο οποίος θα λάμβανε χώρα σε ρητά καθορισμένη ημερομηνία. Δεν ήταν δε τυχαίο άλλωστε το ότι η Αιτήτρια, ως αναφέρει στην πρώτη ένορκη δήλωση της, απέστειλε την Ειδοποίηση στη δικηγόρο της με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Προσθέτει βέβαια ότι, λόγω μεγάλης φόρτωσης στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της δικηγόρου, η τελευταία δεν την έλαβε υπόψη της. Έχοντας όμως γνώση της Ειδοποίησης λογικά θα αναμενόταν από την Αιτήτρια να ενημερώσει και προφορικά τη δικηγόρο της για παρακολούθηση έστω της εξέλιξης της τροχιοδρομηθείσας, με βάση το Νόμο 9/1965, διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, η εκ μέρους της Αιτήτριας επίκληση βασικά άγνοιας του Νόμου και των σχετικών διαδικασιών, όπως και το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη είτε της ίδιας είτε ακόμη και της δικηγόρου της, δεν συνιστά επαρκή δικαιολογία για την εν λόγω παράλειψη της (βλ. κατ’ αναλογία Γερολέμου ν. Σ.Π.Ε. Κοντέας (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 818, Βαρδιάνου ν. E. Richards (1998) 1 A.A.Δ. 698, η οποία υιοθετήθηκε στην Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2001) 1 Α.Α.Δ. 184, Γεωργίου ν. Χριστοδούλου (2011) 1Α Α.Α.Δ. 561).
Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, είναι προφανές και αναντίλεκτο ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 ακολούθησε τη διαδικασία για εκποίηση της σχετικής υποθήκης, δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965. Δεν έχει δε αμφισβητηθεί από την Αιτήτρια ότι ο πλειστηριασμός έγινε την ημέρα που ήταν ορισμένος, δηλαδή στις 18/05/2023 και ότι ήταν ανεπιτυχής. Ούτε έχει αμφισβητηθεί ότι τα όσα ακολούθησαν έγιναν νόμιμα και δη στη βάση των διαδικασιών που προβλέπει και πάλι ο Νόμος 9/1965, μετά τον πρώτο πλειστηριασμό. Συγκεκριμένα, το άρθρο 44ΙΑ προνοεί ότι σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός χρονικής περιόδου 6 µηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασµού, τότε έχει την επιλογή να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Το άρθρο 44Ι, προβλέπει ότι ο ενυπόθηκος δανειστής, µετά την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ενηµερώνει τον ενυπόθηκο οφειλέτη: (i) για το προϊόν της πώλησης που εισπράχθηκε είτε µε πλειστηριασµό είτε µε πώληση και (ii) για το κόστος, τις χρεώσεις, τους φόρους ή τα τέλη που επιβλήθηκαν κατά τη διαδικασία. Περαιτέρω, αποστέλλει, εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις 30 µέρες από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µέσω ταχυδροµείου, ειδοποίηση αναφορικά µε την προτεινόµενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, καταγράφοντας την προτεινόµενη διάθεσή του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 44ΙΒ του ίδιου Νόμου, μετά την ολοκλήρωση της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου µε τη διαδικασία πλειστηριασµού ή πώλησης ή αγοράς από τον ενυπόθηκο δανειστή, ο τελευταίος, εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις 30 µέρες από την ηµεροµηνία ολοκλήρωσης της πώλησης, υποβάλλει αίτηση στο αρµόδιο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο για µετεγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου στο όνοµα του αγοραστή. Στην προκειμένη, δεν αμφισβητήθηκε ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 ακολούθησε τις πιο πάνω προβλεπόμενες από το Νόμο διαδικασίες και ότι αφού αγόρασε το μερίδιο της Αιτήτριας επί του ακινήτου στις 19/12/2023, στις 20/12/2023 με επιστολές της, ενημέρωσε σχετικά την Αιτήτρια, τον πρώην σύζυγο της και την εταιρεία αυτού για την προτεινομένη διάθεση του προϊόντος πώλησης, στις 22/01/2024 απέστειλε την επικύρωση στην Αιτήτρια, στον πρώην σύζυγο της και στην εν λόγω εταιρεία και στις 30/01/2024 το μερίδιο της Αιτήτριας επί του ακινήτου ενεγράφη στο όνομα της Καθ’ ης η αίτηση 1. Ήταν μετά τα πιο πάνω που στις 19/07/2024, ως ιδιοκτήτρια πλέον του εν λόγω μεριδίου επί του ακινήτου, η Καθ’ ης η αίτηση 1 μεταβίβασε αυτό στην Καθ’ ης η αίτηση 3.
Εδώ να λεχθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι, ως αναφέρει η Αιτήτρια, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, με την Απαίτηση της αμφισβητεί τη διαδικασία με την οποία έγινε η ανάκτηση/εγγραφή του μεριδίου της επί του ακινήτου από την Καθ’ ης η αίτηση 1 και ακολούθως την εγγραφή επ’ ονόματι της Καθ’ ης η αίτηση 3 και στρέφεται εναντίον και της Καθ’ ης η αίτηση 2, ισχυριζόμενη ότι ενήργησαν στη βάση δόλιας συμπεριφοράς και ενεργειών με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αυθαίρετα και κατά παράβαση της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και του επαγγελματικού καθήκοντος ενώ βρίσκονταν στο τελικό στάδιο των διαπραγματεύσεων. Αυτό όμως που προβάλλει είναι ουσιαστικά ότι υπήρξαν συζητήσεις για σκοπούς πλήρους διευθέτησης του οφειλόμενου υπολοίπου, οι οποίες βρίσκονταν στο τελικό στάδιο και ότι αυτή την εντύπωση της είχε δημιουργήσει η εκπρόσωπος των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 (Χαραλαμπίδου), η οποία λάμβανε μέρος σε αυτές τις συζητήσεις και όχι ότι προωθείτο διαδικασία πλειστηριασμού. Δεν αμφισβητείται η νομιμότητα των προαναφερόμενων, εκ του Νόμου προβλεπόμενων διαδικασιών, ούτε εγείρεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δόλου ή απάτης ή παρανομίας σε σχέση με αυτές καθ’ αυτές τις διαδικασίες. Ούτε και ζητείται βέβαια ο έλεγχος της νομιμότητας ή η ακύρωση τους, κάτι που εν πάση περιπτώσει η πλευρά της Αιτήτριας δεν υποστήριξε ότι εμπίπτει στις εξουσίες του Δικαστηρίου, στη βάση πάντα της Απαίτησης της.
Με δεδομένο λοιπόν ότι δεν μπορεί να εξετασθεί, στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης, η νομιμότητα των εν λόγω διαδικασιών, οι οποίες οδήγησαν στις εγγραφές και μεταβιβάσεις του μεριδίου της επί του ακινήτου, η Αιτήτρια δεν δικαιούται να της αποδοθούν οι σχετικές με το θέμα θεραπείες που εκεί επιζητεί, ήτοι οι σχετικές αναγνωριστικές αποφάσεις και η ακύρωση των εν λόγω εγγραφών και μεταβιβάσεων, η ακύρωση της εκποίησης της σχετικής υποθήκης και η επιστροφή και επανεγγραφή του μεριδίου της επί του ακινήτου επ’ ονόματι της.
Ως εκ των άνω κρίνεται ότι όσον αφορά τις εν λόγω θεραπείες δεν ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32.
Ενόψει τού ότι δεν μπορούν να αποδοθούν στην Αιτήτρια ως τελικές θεραπείες στην Απαίτηση της οι ως άνω θεραπείες, δεν μπορούν να της αποδοθούν ούτε οι προσωρινές θεραπείες που αιτείται με την υπό κρίση αίτηση, γιατί αυτές αποσκοπώντας βασικά στη δέσμευση του εν λόγω ακινήτου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις προαναφερόμενες τελικές θεραπείες.
Σε σχέση δε με την αναφορά στην αγόρευση της δικηγόρου της Αιτήτριας, όπου διερωτάται (για να καταδείξει ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά) πως μπορεί να αποζημιωθεί ένα πρόσωπο που θα απωλέσει την κατοικία του, να υπομνησθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, όταν ένα ακίνητο αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης, ο ιδιοκτήτης αυτού απεμπολεί το απόλυτο της κυριότητας του ακινήτου, θέτοντας το συνάμα υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» ενδεχόμενης πώλησης σε περίπτωση εκποίησης της υποθήκης, ενδεχόμενο που γνωρίζει κατά τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Κατσελλή κ.ά. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περ. Στοιχείων Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. E66/2022, ημερ. 17/11/2023 και Ευαγγέλου κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε134/2020, ημερ. 19/10/2023).
Ως προς τις λοιπές θεραπείες που αξιώνει με την Απαίτηση της η Αιτήτρια, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου κρίνεται ότι στοιχειοθετείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 799). Ως εκ των άνω, ως έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015, δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε τέτοιες αιτήσεις να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ό,τι πρέπει να αποκαλύπτεται από την μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Δεν απαιτείται προς τούτο η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802).
Εξετάζοντας το θέμα στην προκειμένη δέον όπως λεχθεί ότι τα όσα προβάλλουν οι Καθ’ ων η αίτηση ως προς τα αμφισβητούμενα θέματα και γεγονότα, είναι θέματα που ασφαλώς θα απασχολήσουν το Δικαστήριο και θα αποφασισθούν μετά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης, όταν θα έχει ενώπιον του όλη τη μαρτυρία και κατόπιν της δέουσας αξιολόγησης αυτής. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό ο αιτητής να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με βάση λοιπόν τα όσα έχουν τεθεί προς τούτο κρίνεται ότι η Αιτήτρια, με το περιορισμένο βάρος που έχει στο πλαίσιο της παρούσας, κατέδειξε, ως προς τις προαναφερόμενες αξιώσεις της, την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην Απαίτηση της.
Εξετάζοντας στη συνέχεια το κατά πόσο, σε σχέση πάντα με τις συγκεκριμένες αξιώσεις της Αιτήτριας, συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα:
Στην Parico Aluminium Designs Ltd ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο καθ’ ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Ως δε λέχθηκε στην Αδελφοί Ττινιόζου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λίμιτεδ κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.: E202/2018, ημερ. 17/10/2023, η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία αυτή των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.
Στην προκειμένη, όσον αφορά τις προαναφερόμενες αξιώσεις της Αιτήτριας κρίνεται ότι μπορεί να τις επιδικασθούν αποζημιώσεις, ο υπολογισμός των οποίων δεν φαίνεται ούτε και προβάλλεται ότι θα είναι δύσκολος. Τούτου δεδομένου απομένει να εξεταστεί ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί μία ενδεχόμενη χρηματική αποζημίωση που τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της Αιτήτριας.
Εδώ να λεχθεί ότι το βάρος απόδειξης των στοιχείων που θα μπορούσαν να καταδείξουν ότι οι Καθ’ ών η αίτηση 1, 2 και 3 δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν μία ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της Αιτήτριας, βαραίνει την τελευταία. Ως λέχθηκε στην Σιαηλή ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε27/2017, ημερ. 27/09/2024, η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Θα πρέπει να τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει ανικανοποίητη, τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του αιτητή. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ του τελευταίου, δεν είναι αρκετοί.
Στην προκειμένη, όσον αφορά την ικανότητα των Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 να καταβάλουν αποζημιώσεις, στην ένορκη της δήλωση η Αιτήτρια αναφέρει μόνο ότι θα είναι αδύνατο και/ή εξαιρετικά δύσκολο να ικανοποιηθεί η Απαίτηση της σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση προς όφελος της σε μελλοντικό στάδιο. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η Αιτήτρια προσθέτει δε ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία, η οποία είναι μη αναστρέψιμη και δεν θα θεραπευθεί με επιδίκαση οιασδήποτε αποζημίωσης στο μέλλον, ούτε έχει επισυναφθεί οιαδήποτε κατάσταση, η οποία να δεικνύει ότι οι Καθ’ ών η αίτηση βρίσκονται σε συνεχή κερδοφορία για να την αποζημιώσουν.
Εδώ να λεχθεί ότι τα πιο πάνω αμφισβητήθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3. Συγκεκριμένα, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η Χριστοδούλου, αφού αναφέρει το λογικό και δη ότι κανένας δεν μπορεί να προβλέψει εάν οι Καθ’ ων η αίτηση θα συνεχίσουν να είναι σε συνεχή κερδοφορία και τα επόμενα χρονιά, επισυνάπτει το Δελτίο Τύπου που έκδωσε η Καθ’ ης η αίτηση 1 στις 16/04/2025 και στο οποίο σχολιάζει συνοπτικά την Πρόοδο Διαχείρισης του Δ' Τριμήνου του 2024 και τα προκαταρτικά Αποτελέσματα του Α' Τριμήνου 2025 που δεικνύει ότι τα οικονομικά δεδομένα της χρόνο με τον χρόνο αυξάνονται. Η Καθ’ ης αίτηση 2 διαχειρίζεται πέρα των 6 δισεκατομμυρίων περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο. Είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και όλο το μετοχικό της κεφάλαιο κατέχεται από τον Όμιλο doValue, ο οποίος έχει πάνω από 20 χρόνια εμπειρία και υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 150 δισεκατομμυρίων ευρώ. Από το 2017, οι μετοχές του Ομίλου είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο Borsa Italiana (πλέον Euronext Milan). Τον Ιούνιο του 2022, οι μέτοχοι της doValue εισήχθηκαν στον τομέα STAR του Euronext Milan. Έχει aκαθάριστα έσοδα ύψους 558 εκατομμυρίων ευρώ (2022), κέρδη προ τόκων, φόρων, απομείωσης και αποσβέσεων ύψους 202 εκατομμυρίων ευρώ (2022) και καθαρά έσοδα ύψους 51 εκατομμυρίων ευρώ (2021). Η δε Καθ’ ης η αίτηση 3 είναι 100% θυγατρική της Καθ’ ης η αίτηση 1 αφού είναι ο αποκλειστικός μέτοχος της και η κύρια δραστηριότητα της είναι η διαχείριση ακίνητων.
Ως έχει προαναφερθεί το βάρος απόδειξης ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν μία ενδεχόμενη απόφαση χρηματικής αποζημίωσης της Αιτήτριας, βαραίνει την τελευταία. Συνεπώς δεν μπορεί αυτή να επικαλείται προς στοιχειοθέτηση τούτου το ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν προσκομίσει στο Δικαστήριο οιαδήποτε κατάσταση, η οποία να δεικνύει ότι βρίσκονται σε συνεχή κερδοφορία για να την αποζημιώσουν είτε ότι, ως αναφέρεται στην αγόρευση της δικηγόρου της, δεν δήλωσαν ετοιμότητα να αποζημιώσουν τυχόν ζημιά προκαλέσουν στην Αιτήτρια. Ο δε ισχυρισμός της ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία, η οποία είναι μη αναστρέψιμη και δεν θα θεραπευθεί με επιδίκαση οιασδήποτε αποζημίωσης στο μέλλον, είναι τόσο γενικός και αόριστος, που δεν μπορεί να γίνει δεκτός ώστε να κριθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι ή αποτελούν οργανισμούς που η οικονομική τους κατάσταση δεν θα του επέτρεπε να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε απόφαση και αποζημίωση ήθελε τυχόν εκδοθεί προς όφελος της Αιτήτριας στο πλαίσιο της Απαίτηση της (βλ. Σιαηλή ανωτέρω, Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. 152 και Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2) (2008) 1 Α.Α.Δ. 626). Σε κάθε περίπτωση η όλη θέση της Αιτήτριας καταρρίπτεται από τα ως άνω στοιχεία που έχουν παραθέσει οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3.
Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Ενόψει των πιο πάνω παρέλκει η εξέταση των λοιπών θεμάτων που εγείρονται με την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση.
Κατάληξη
Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Λαμβάνοντας υπόψη το ως άνω αποτέλεσμα και τις πρόνοιες των Κανονισμών 39.1 και 39.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, κρίνω ότι τα έξοδα της αίτησης θα πρέπει να επιδικασθούν και επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 – Εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον της Αιτήτριας - Ενάγουσας. Ενόψει του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 έχουν κοινή νομική εκπροσώπηση και έχουν καταχωρήσει κοινή ένσταση, δικαιούνται ένα σετ εξόδων.
Έχοντας περαιτέρω υπόψη τις πρόνοιες των Κανονισμών 39.4 και 39.7(1), έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €3.591 πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει) πλέον €23 πραγματικά έξοδα. Τα εν λόγω έξοδα να μειωθούν κατά 15% δεδομένου ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους {(βλ. Κανονισμό 39.9(1)} να υποβάλουν κατάλογο εξόδων, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού των εξόδων, χωρίς εύλογη αιτία {(βλ. Κανονισμό 39.9.(2)}.
Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 45 ημερών από σήμερα.
(Υπ.) ………...…………………………
Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο