ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1421/14
Μεταξύ:
xxxx LAWSON
Ενάγοντος
και
xxxx SHAODAN
Εναγομένης
Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 08/07/2025
για διόρθωση πρακτικού Δικαστηρίου
Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2025
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα -Αιτητή: κ. Α. Αβρααμίδης για A. Danos & Associates L.L.C.
Για Εναγόμενη-Καθ’ ης η αίτηση: κ. Χρ. Θ. Χριστάκη για Χριστάκης Θ. Χριστάκη Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αυθημερόν από έδρας)
Με την παρούσα αίτηση δια κλήσεως ο Ενάγοντας-Αιτητής ζητεί διόρθωση μέρους του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερ. 14.02.24. Η αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.35, Δ.48 Θ.1-Θ.12, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στις αρχές του δικαίου επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Αβραάμ Αβρααμίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα στην παρούσα αίτηση. Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα, ανάμεσα στα οποία και η γραπτή αγόρευση του εν λόγω δικηγόρου, η οποία δόθηκε στο Δικαστήριο την ημέρα του πρακτικού.
Μέσα από την ένορκη δήλωση του ο δικηγόρος απαριθμεί συγκεκριμένα σημεία από το επίμαχο πρακτικό, τα οποία, σύμφωνα με τον ομνύοντα, δεν αντικατοπτρίζουν το τι ακριβώς και ορθώς λέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14.02.24. Όπως σημειώνεται, οι διορθώσεις ζητούνται καλόπιστα ώστε να αντανακλάται η πρόθεση των διαδίκων και του Δικαστηρίου. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι ουδεμία βλάβη προκαλείται στην πλευρά της Εναγομένης από τη διόρθωση του συγκεκριμένου πρακτικού.
Η Εναγόμενη δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να καταχωρήσει ένσταση επί της αίτησης αυτής. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο γνωστοποίησε στους συνηγόρους των διαδίκων ότι θα επιλαμβανόταν της υπό κρίση αίτησης με φυσική παρουσία τους, πράγμα που έγινε. Το Δικαστήριο εντόπισε όλες τις επικαλούμενες διορθώσεις και τις έθεσε ενώπιον των συνηγόρων των διαδίκων. Προς πίστη του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα απέσυρε την αξίωση του για διόρθωση σε αρκετές από τις εισηγούμενες διορθώσεις. Τελικά προώθησε την αξίωση του σε τέσσερα σημεία για τα οποία επιχειρηματολόγησε σε ότι αφορά την ανάγκη διόρθωσης τους.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης, αν και ανάφερε ότι όλες οι προτεινόμενες διορθώσεις δεν εξυπηρετούν σε οτιδήποτε, εντούτοις δήλωσε ότι δεν ενίσταται σε τυχόν διόρθωση τους.
Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση, την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα επισυνημμένα σ’ αυτή τεκμήρια. Έχω ακόμη ακούσει με προσοχή τα όσα έχουν λεχθεί από αμφοτέρους συνηγόρους και ιδιαίτερα την επιχειρηματολογία του συνηγόρου του Ενάγοντα.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι το επίμαχο πρακτικό αφορά την εκδίκαση αίτησης ημερ. 11.08.17 παραμερισμού δικαστικής απόφασης στην αγωγή αυτή μετά από απόφαση του Εφετείου για επανεκδίκαση της. Η ημερομηνία του επίμαχου πρακτικού αφορά την ημέρα ακρόασης της αίτησης παραμερισμού. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, οι οποίες δόθηκαν στο Δικαστήριο από τους συνηγόρους τους διαδίκων. Αμφότεροι συνήγοροι υιοθέτησαν το περιεχόμενο τους, το οποίο αποτέλεσε μέρος του επίμαχου πρακτικού.
Η διόρθωση πρακτικών αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης μέσα από διάφορές δικαστικές αποφάσεις. Στην πρόσφατη υπόθεση Αλέκας Παπακόκκινου κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε154/2022 ημερ. 29.09.23 λέχθηκαν τα εξής:
«Τα πρακτικά δικαστικής διαδικασίας τηρούνται με ευθύνη του Δικαστή ενώπιον του οποίου διεξάγεται. Αυτός και μόνο διατηρεί τον αποκλειστικό έλεγχο της ορθότητας του περιεχομένου τους, αλλά και περιβάλλεται με τη σύμφυτη εξουσία διόρθωσής τους, όπου διαπιστώνεται ότι συντρέχει λόγος.»
Όπως υποδεικνύεται στην χχχ Νεοφύτου κ.α. v. Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε211/2018, ημερ. 26.01.21, ECLI:CY:AD:2021:A19, η τήρηση πρακτικών από το Δικαστήριο αποσκοπεί, κατ' αρχάς, στην υποβοήθησή του να παρακολουθεί την ενώπιον του διεξαγόμενη διαδικασία και, ακολούθως, να προβαίνει στην έκδοση της απόφασης του για τις ανάγκες του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και του Εφετείου. Τα πρακτικά αποτελούν «τον αυθεντικό οδηγό» για τα όσα έχουν λάβει χώρα ή και έχουν λεχθεί κατά την πρωτόδικη διαδικασία, (Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους (1998) 1 Α.Α.Δ. 1372, Σωτηριάδης ν. Βασιλείου και άλλων (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 801). Το επίσημο πρακτικό της υπόθεσης είναι το μοναδικό έγκυρο υπόβαθρο για συζήτηση της υπόθεσης σε επίπεδο έφεσης. Συνεπώς τα πρακτικά βοηθούν το Εφετείο στην εξέταση των λόγων έφεσης (Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 92).
Αρμόδιος για να εξετάσει τέτοιο αίτημα, κατά κανόνα, είναι ο Δικαστής ενώπιον του οποίου έχει διεξαχθεί η σχετική διαδικασία, (χχχ Νεοφύτου κ.α. v. Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε211/2018, ημερ. 26.01.21, ECLI:CY:AD:2021:A19, Επισ. Παρ. ως εκ. της Apak Agro Ind. Ltd κ.ά. ν. Κυπρ. Τράπ. Αναπτ. Λτδ (Αρ. 1) (2007) 1 Α.Α.Δ. 328). Η διενέργεια της πράξης αυτής αποτελεί μέρος της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου και ασκείται στη βάση της διακριτικής του ευχέρειας. Επομένως, με τον κατάλληλο χειρισμό, τέτοια αίτηση μπορεί να τίθεται προς εξέταση ενώπιον του Δικαστή ο οποίος έχει διεξαγάγει τη εν λόγω διαδικασία (Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 583).
Μέσα από τη νομολογία έχουν διαχρονικά αναδυθεί οι νομικές αρχές που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα. Συγκεφαλαιώνονται στα εξής:
(α) Οι προτιθέμενες διορθώσεις έχουν οποιαδήποτε πρακτική σημασία;
(β) Οι σκοπούμενες διορθώσεις εξυπηρετούν σε οτιδήποτε χρήσιμο;
(γ) Τυχόν μη έγκριση τους παραβλάπτουν τα συμφέροντα ή τα δικαιώματα των διαδίκων, ιδιαίτερα εδώ του Ενάγοντα που αιτείται τη διόρθωση του πρακτικού;
(δ) Σε περίπτωση που δεν εγκριθούν, επηρεάζεται δυσμενώς η ορθή απονομή της δικαιοσύνης;
Η διόρθωση του πρακτικού, όπως έχει λεχθεί, εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου είχε τηρηθεί το σκοπούμενο προς διόρθωση πρακτικό, η οποία ασκείται με δικαστικό τρόπο στη βάση των προαναφερομένων αρχών.
Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω αρχές και τη νομολογία στην οποίαν έχω αναφερθεί, στρέφω την προσοχή μου στις σκοπούμενες διορθώσεις που η πλευρά του Ενάγοντα τελικά προωθεί.
Πρώτο εναπομείναντα σημείο που σύμφωνα με το συνήγορο του Ενάγοντα χρήζει διόρθωσης είναι η καταγραφή σε «απόφαση Ιακώβου Αντώνη Χαραλάμπους» αντίς σε «αποφάσεις Έλενα Ιακώβου και Άννα Χαραλάμπους». Δηλαδή ενώ στο πρακτικό γίνεται αναφορά σε μία υπόθεση, εκείνο που σημειώνεται ότι λέχθηκε ήταν δύο αποφάσεις με τη δεύτερη να διαφέρει στο πρώτο όνομα αλλά να συμφωνεί στο επώνυμο του εμπλεκομένου διαδίκου. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, επιδιώκεται διόρθωση επειδή μπορεί να υπάρξει παρερμηνεία πάνω σε ποια νομική βάση προβλήθηκε το επιχείρημα κατά την προφορική αγόρευση του.
Με κάθε σεβασμό, η πιο πάνω θέση του Ενάγοντα στερείται ερείσματος. Το επίμαχο πρακτικό αφορά εκδίκαση αίτησης στη βάση αγορεύσεων. Δεν πρόκειται για πρακτικό που καταγράφει μαρτυρία ενός προσώπου, για την οποίαν το Δικαστήριο προέβηκε σε αξιολόγηση της. Σε τέτοια περίπτωση ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό. Εδώ είναι πρακτικό αγόρευσης. Αμφότεροι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές αγορεύσεις τους υιοθετώντας το περιεχόμενο τους. Οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν μέρος του επίμαχου πρακτικού. Το συγκεκριμένο σημείο που επικαλείται ο κύριος Αβρααμίδης ότι λέχθηκε προφορικά είναι απλά επανάληψη αναφοράς από τη γραπτή αγόρευση του. Οι νομικές αναφορές των δύο υποθέσεων που παραπέμπει ο εν λόγω συνήγορος σημειώνονται στη σελίδα 11 και στη σελίδα 15 αντίστοιχα. Μέσα από τη γραπτή του αγόρευση ο κύριος Αβρααμίδης προβαίνει σε αναλυτικό σχολιασμό του σκεπτικού τους. Μάλιστα την υπόθεση Ιακώβου επικαλείται και το Δικαστήριο στη σελίδα 18 της απόφασης του ημερ. 30.04.24, η ορθότητα της οποίας αποτελεί αντικείμενο έφεσης. Ο εν λόγω συνήγορος μπορεί να αναφερθεί και να σχολιάσει το σκεπτικό των δύο επικαλούμενων αποφάσεων και στο Εφετείο μέσα από την γραπτή αγόρευση του, όπως έπραξε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η αναφορά σε διαφορετικό όνομα στο επίμαχο πρακτικό δεν τον εμποδίζει να τις θέσει κατά την έφεση. Ούτε τον εμποδίζει να επιχειρηματολογήσει νομικά σε σχέση με το περιεχόμενο τους προς υποστήριξη των θέσεων του, πάντοτε σε σχέση με το αντικείμενο της έφεσης. Ουδεμία σύγχυση μπορεί να προκληθεί σε ότι αφορά τη νομολογία που προώθησε η πλευρά του Ενάγοντα στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η συγκεκριμένη σκοπούμενη διόρθωση δεν έχει πρακτική σημασία. Η συγκεκριμένη σκοπούμενη διόρθωση δεν εξυπηρετεί σε οτιδήποτε χρήσιμο. Δεν βλέπω πως παραβλάπτονται τα συμφέροντα ή δικαιώματα των διαδίκων και ιδιαίτερα του Ενάγοντα. Ούτε και έχει λεχθεί οτιδήποτε σε σχέση μ’ αυτό από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Η ορθή απονομή της δικαιοσύνης δεν επηρεάζεται δυσμενώς από τυχόν μη έγκριση διόρθωσης του συγκεκριμένου σημείου.
Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη διόρθωση είναι, υπό τις περιστάσεις, αχρείαστη.
Το επόμενο εναπομείναντα σημείο που σύμφωνα με το συνήγορο του Ενάγοντα χρήζει διόρθωσης εστιάζεται στην καταγραφή της φράσης «…, πρώτα από όλα στο Τεκμήριο 9.» Είναι η θέση του κυρίου Αβρααμίδη ότι αυτό που έπρεπε να είχε καταγραφεί στο πρακτικό είναι «Παραπέμπω πρώτα από όλα στο Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση.» Ο εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η μη αναφορά της λέξης «Παραπέμπω» αφαιρεί την έννοια του τονισμού από την αναφορά που έγινε προφορικά ενώ η μη συμπερίληψη της φράσης «της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση» αγνοεί τη σύνδεση του επικαλούμενου εγγράφου με την συγκεκριμένη ένορκη δήλωση, την στιγμή που υπάρχουν και άλλες ένορκες δηλώσεις.
Με κάθε σεβασμό στον κύριο Αβρααμίδη, η σκοπούμενη διόρθωση δεν έχει νόημα. Τυχόν διόρθωση της δεν θα οδηγήσει σε κάποια πρακτική σημασία. Καμία χρησιμότητα μπορεί να εξυπηρετηθεί από μία τέτοια διόρθωση. Στη σελίδα 23 υπό το σημείο 2 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του Ενάγοντα γίνεται αναφορά στο επικαλούμενο έγγραφο ότι επισυνάπτεται στην ένσταση της αίτησης παραμερισμού. Το περιεχόμενο της εν λόγω αναφοράς διασκεδάζει πλήρως τις ανησυχίες του Ενάγοντα και απαντά στα προβαλλόμενα επιχειρήματα του. Επαναλαμβάνω ότι η γραπτή αγόρευση του κυρίου Αβρααμίδη, μέρος της οποίας είναι το σημείο 2 της σελίδας 23, αποτελεί μέρος του επίμαχου πρακτικού. Ο εν λόγω συνήγορος αναγνώρισε και προς τούτο παραδέχτηκε ότι κατά την προφορική του αγόρευση δεν ανάφερε οτιδήποτε επιπλέον ή διαφορετικό από αυτά που ήδη σημειώνονται στη γραπτή του αγόρευση του.
Στη βάση των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι δεν παραβλάπτονται τα συμφέροντα ή δικαιώματα των διαδίκων και ιδιαίτερα του Ενάγοντα. Η δε ορθή απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορεί να επηρεαστεί δυσμενώς εάν δεν εγκριθεί η αιτούμενη διόρθωση.
Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη διόρθωση είναι, υπό τις περιστάσεις, αχρείαστη.
Ακολούθως το εναπομείναντα σημείο που σύμφωνα με το συνήγορο του Ενάγοντα χρήζει διόρθωσης αφορά την καταγραφή στο επίμαχο πρακτικό της λέξης «πελάτη» αντίς της λέξης «πατέρα» [της Εναγομένης] που εισηγείται ο συνήγορος του Ενάγοντα ότι θα έπρεπε. Σύμφωνα με τον κύριο Αβρααμίδη, χωρίς τη διόρθωση αυτή δεν αντικατοπτρίζεται το τι ακριβώς είχε λεχθεί με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματα του Ενάγοντα.
Παρόλο ότι αν κάποιος αναγνώσει την αίτηση παραμερισμού, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν και το μαρτυρικό υλικό που επισυνάπτεται καθώς επίσης τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και οτιδήποτε άλλο έχει λεχθεί πέραν από το περιεχόμενο τους θα διαπιστώσει ότι η λέξη «πελάτη» έχει την έννοια του «πατέρα» της Εναγομένης, εντούτοις για άρση οποιασδήποτε πιθανότητας εσφαλμένης εντύπωσης θα επιτρέψω την σκοπούμενη διόρθωση. Η διόρθωση τη λέξης αυτής θα διαγράψει οποιαδήποτε παρερμηνεία, όσο απομακρυσμένη αν είναι τέτοια πιθανότητα, σε ότι αφορά το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η συγκεκριμένη λέξη.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το σημείο αυτό της σκοπούμενης διόρθωσης εγκρίνεται.
Το τελευταίο εναπομείναντα σημείο που σύμφωνα με το συνήγορο του Ενάγοντα χρήζει διόρθωσης βρίσκεται στην τρίτη παράγραφο της σελίδας 4 του επίμαχου πρακτικού. Εκείνο που ουσιαστικά λέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι δεν αναφέρεται ευθέως ότι για την καταχώρηση της αγωγής είχε γνώση «η Εναγόμενη». Επίσης ότι δεν έχει καταγραφεί πως η γνώση αυτή πηγάζει από συγκεκριμένο έγγραφο που κατονομάζει ως «Τεκμήριο 1». Προς υποστήριξη της θέσης του ο κύριος Αβρααμίδης υπέδειξε ότι ισχύουν τα όσα είχε αναφέρει αμέσως προηγουμένως.
Με κάθε σεβασμό, η πιο πάνω θέση του κυρίου Αβρααμίδη στερείται πειστικότητας. Προς υποστήριξη του σκεπτικού παραπέμπω σε όσα έχουν σχολιαστεί σε σχέση με την σκοπούμενη διόρθωση που αφορούσε το επικαλούμενο Τεκμήριο 9. Στην προφορική του τοποθέτηση (επίμαχο πρακτικό) ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα δεν ανάφερε οτιδήποτε το επιπλέον ή διαφορετικό από αυτό που ήδη σημειώνεται στη γραπτή του αγόρευση. Τούτο επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον κύριο Αβρααμίδη μέσα από τη σημερινή του επιχειρηματολογία.
Στο σημείο 1 στη σελίδα 23 της γραπτής του αγόρευσης ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα αναλύει εκτενώς το συγκεκριμένο ζήτημα. Ο σχολιασμός του αυτός δεν αφήνει περιθώρια σύγχυσης σε κάποιον που θα το επικαλείτο από την απουσία των συγκεκριμένων αναφορών οι οποίες συνιστούν το συγκεκριμένο παράπονο του Ενάγοντα. Η ανάγνωση των εγγράφων που οι διάδικοι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού, αντικρυζόμενα στη συνολική τους διάσταση, σε συνάρτηση με τις γραπτές αγορεύσεις τους που αποτελούν μέρος του επίμαχου πρακτικού και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το τι ελέχθη από μέρους του συνηγόρου του Ενάγοντα στο επίμαχο πρακτικό δεν είναι επιπλέον ή διαφορετικό από την εκτενή προσέγγιση του ζητήματος που περιλαμβάνεται στη γραπτή του αγόρευση, καθιστά άνευ αντικειμένου την όποια προσπάθεια διόρθωσης. Τα δεδομένα αυτά διασκεδάζουν πλήρως τις ανησυχίες του Ενάγοντα και απαντούν στα προβαλλόμενα επιχειρήματα του.
Σε τελευταία ανάλυση, η σκοπούμενη διόρθωση δεν έχει νόημα. Τυχόν διόρθωση της δεν θα οδηγήσει σε κάποια πρακτική σημασία. Καμία χρησιμότητα μπορεί να εξυπηρετηθεί από μία τέτοια διόρθωση. Στη βάση των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι δεν παραβλάπτονται τα συμφέροντα ή δικαιώματα των διαδίκων και ιδιαίτερα του Ενάγοντα. Η δε ορθή απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορεί να επηρεαστεί δυσμενώς εάν δεν εγκριθεί η αιτούμενη διόρθωση.
Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη διόρθωση είναι, υπό τις περιστάσεις, αχρείαστη.
Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Συνακόλουθα παρέχεται άδεια διαγραφής της λέξης «πελάτη» και αντικατάσταση της με τη λέξη «πατέρα» οπουδήποτε σημειώνεται στο επίμαχο πρακτικό.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, εκ συμφώνου κάθε πλευρά επιβαρύνεται με τα δικά της.
(Υπ.) ................................................
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο