ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, A.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 432/25
Ελίνα Κωνσταντινίδου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Antranic Alexanian
Ενάγουσα - αιτήτρια
ν.
1) Vanya Georgieva Ivanova,
2) Georgi Vasilev,
3) Διευθυντής Κτηματολογίου και Χωρομετρίας,
Εναγόμενοι - καθ΄ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 18/12/2025
Για ενάγουσα – αιτήτρια στην αίτηση ημερ. 21/07/2025: κα Έλενα Φ. Χαραλάμπους για Ε & Μ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 στην αίτηση ημερ. 21/07/2025: κα Μαρία Παπαδήμητρη για ΜΑΡΙΑ Σ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στην υπό εξέταση αίτηση (η αίτηση) η ενάγουσα – αιτήτρια (η ενάγουσα) αιτήθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο εξέδωσε σειρά Διαταγμάτων. Δεν κρίνεται σκόπιμο να τεθεί αυτούσιο το λεκτικό αυτών, αλλά θα τεθεί συνοπτικά το περιεχόμενο αυτών. Συνοπτικά, το Δικαστήριο στις 22/07/2025 εξέδωσε προσωρινό Διάταγμα (το Διάταγμα) με το οποίο απαγορευόταν όπως ο εναγόμενος – καθ΄ ου η αίτηση 2 (ο εναγόμενος 2) από το να αποξενώσει ή επιβαρύνει το ακίνητο που περιγράφεται σε αυτό (το ακίνητο), Διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν όπως η εναγόμενη – καθ΄ ης η αίτηση 1 (η εναγόμενη 1) αποξενώσει ή επιβαρύνει τα τρία οχήματα που περιγράφονται σε αυτό (τα οχήματα), Διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην εναγόμενη 1 από το να αποξενώσει ή να επιβαρύνει το χρηματικό ποσό των €237.000 από οποιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό διατηρεί σε πιστωτικό ίδρυμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, Διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 αποκαλύψουν με ένορκη δήλωση όλες τις πληροφορίες και στοιχεία, επισυνάπτοντας προς τούτο τα σχετικά έγγραφα, που σχετίζονται με περιουσιακά στοιχεία που αυτοί κατέχουν ή έχουν συμφέρον, ως επίσης και Διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 αποκαλύψουν με ένορκη δήλωση όλες τις πληροφορίες και στοιχεία, επισυνάπτοντας προς τούτο τα σχετικά έγγραφα, που σχετίζονται με τραπεζικούς λογαριασμούς που οι ίδιοι διατηρούν ή έχουν εμπλοκή με αυτούς.
Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της θυγατέρας του πιο πάνω αποβιώσαντα. Δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί στο παρόν στάδιο το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης, διότι θα γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω στο στάδιο της αξιολόγησης της ουσίας της υπό εξέταση αίτησης εκεί όπου χρειάζεται.
Οι εναγόμενοι - καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 (οι καθ΄ ων η αίτηση) καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και στη συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος και προέβαλαν συνολικά 16 λόγους ένστασης. Δεν κρίνεται σκόπιμο να τεθούν αυτούσιοι οι λόγοι ένστασης. Συνοπτικά, με βάση αυτούς, οι καθ΄ ων οι αίτηση αμφισβητούν τις προϋποθέσεις που αφορούν την έκδοση και συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος, προβάλλοντας επίσης τη θέση ότι η ενόρκως δηλούσα προέβη σε ψευδείς ισχυρισμούς και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα, προβάλλουν τη θέση ότι από το Διάταγμα δεν εξαιρέθηκαν τα απαραίτητα για τη διαβίωση των καθ΄ ων η αίτηση κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της καθ΄ ης η αίτηση 1, στην οποία αναφέρει ότι προβαίνει σε αυτήν και κατ΄ εξουσιοδότηση του καθ΄ ου η αίτηση 2. Για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν κρίνεται σκόπιμο να τεθεί στο παρόν στάδιο το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης διότι θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται στο στάδιο της αξιολόγησης της υπό εξέταση αίτησης. Το ίδιο ισχύει και σε ότι αφορά το περιεχόμενο των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων (ΣΕΔ) που αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν με βάση τις οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο στο στάδιο της Ακρόασης Διαδικαστικών Οδηγιών (ΑΔΟ).
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινού Διατάγματος και την οριστικοποίηση τος είναι πολύ καλά γνωστές και εδραιωμένες.
Αναφορικά με την οριστικοποίηση του Διατάγματος, ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217, 1224).
Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι:
- ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και
- ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ’ ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ’ ου η αίτηση.
Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω:
(α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία.
(β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis (1976) 1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia (1987) 1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ”Βασίλη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. – ν – Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης(1979) 1 Α.Α.Δ. 231).
Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο η συνέχιση του διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας.
Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P. (1999) 1 Α.Α.Δ. 225).
Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ”Βασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo.
Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd. (2002) 1 Α.Α.Δ. 2026).
Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.
Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω.. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152).
Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).
Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου – ν – Colossos Signs Ltd (Aρ.2)(2008) 1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. – ν – Ambramchyk κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014).
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην ΑΜΕRICAN UNIVERSITY OF CYPRUS (AUCY) LTD κ.α. – ν- S.C.F.B. LTD (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2022) 4 Μαρτίου, 2025, λέχθηκαν τα εξής:
«Η τρίτη προϋπόθεση ως γνωστό αφορά στη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τούτο έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα ακριβές, αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν περιορίζεται στα στεγανά της υλικής ζημιάς. Η δικαιοσύνη ταυτίζεται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»
Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:
Τα εκδοθέντα διατάγματα διασφαλίζουν τη διατήρηση της κατοχής και λειτουργίας της προσωρινής καφετέριας και τη συνέχιση της ανέγερσης με προοπτική τη λειτουργία και διαχείριση της μόνιμης καφετέριας συμφώνως των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, μέχρι την τελική απόφαση της ισχύος ή μη αυτής στα πλαίσια της Αγωγής.
Σε περίπτωση μη οριστικοποίησης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απώλειας της δυνατότητας συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Ενάγουσας, η οποία είναι και η μοναδική στην Κύπρο, και απώλειας του ενδεχομένου επιτυχίας στη βασική της αξίωση για την ισχύ και εφαρμογή της συμφωνίας. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος η Ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην υλική ζημιά αφού έχει ήδη καταβάλει έξοδα και συμβληθεί με εργολάβους και αναμένει και προβλέπει μεγάλο κέρδος, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη και ή υπολογισμούς της Ενάγουσας, Τεκμήριο 15 στην αρχική ένορκη δήλωση του ΑΠ αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, η ζημιά επεκτείνεται και στη συνέχιση των μοναδικών εργασιών της ίδιας της εταιρείας στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη (ανωτέρω), o χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν αλλά και άλλα μεταβλητά κριτήρια, όπως στην προκειμένη περίπτωση η συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της Ενάγουσας.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταρρίπτουν τη θέση των Καθ' ων πως τυχόν έκδοση ή οριστικοποίηση των διαταγμάτων παραβιάζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι, καθότι το Δικαστήριο ακριβώς λαμβάνει υπόψιν τη σύμβαση την οποία τα ίδια τα μέρη επέλεξαν να συνάψουν με τους όρους όπως οι ίδιοι τους συμφώνησαν. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π.Γ. Πολυβίου, Έκδοση 2021, Τόμος B, σελ. 773.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση εν πάση περιπτώσει οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία από τη στιγμή που πέραν της ενδεχόμενης απώλειας της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η Ενάγουσα έχει καταδείξει πως η Εναγομένη 1 δεν είναι ικανή να την αποζημιώσει εφόσον πρόκειται για μια μικρή εταιρεία με μετοχικό κεφάλαιο 1000 μετοχών αξίας €1 εκάστη και σίγουρα μικρού οικονομικού εκτοπίσματος, Τεκμήριο 14 στην αρχική ένορκη δήλωση του ΑΠ. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούεται επαρκώς παρά μόνο προβάλλεται μια γενική αναφορά ότι όλοι οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και δύνανται να αποζημιώσουν την Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. Τέτοιος ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός και αόριστος και ως τέτοιος δεν καταδεικνύει την οικονομική κατάσταση ή την όποια ικανότητα αποζημίωσης εκ μέρους των Εναγομένων.
Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα της τρίτης προϋπόθεσης εντός των ορθών παραμέτρων που θέτει η νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εντόπισε τη σημασία της κατοχής του χώρου σε σχέση με το MoU και τις αξιώσεις της εφεσίβλητης. Πέραν της Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1245, στην οποία κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Διατάγματα, Injunctions (ανωτέρω), σελ. 131-141, όπου αναφέρεται ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Η τρίτη προϋπόθεση δεν έχει σχέση με τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να προκύψουν στους διαδίκους από την έκδοση ή μη του διατάγματος, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη σε άλλο στάδιο, όπου το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αν θα εκδώσει ή όχι το διάταγμα. Όπου η ζημιά ή η βλάβη συνεχίζει και η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν αναμένεται να είναι ικανή να αποζημιώσει τον αιτούντα, ή όπου υπάρχει αδυναμία στον καθορισμό έκτασης της ζημιάς, θεωρούνται περιστάσεις που σύμφωνα με τη νομολογία, λαμβάνονται υπόψη και συνηγορούν υπέρ της ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης (βλ. επίσης M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co. (1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1791, Σεβαστού ν. Σεβαστού (2002) 1 (Γ) 1980, MELOUSKIA COMMERCIAL LTD κ.ά. v. CHUMACHENKO κ.ά. (2014) 1(Γ) ΑΑΔ 2110, Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. (ανωτέρω), Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας (2015) 1(Α) ΑΑΔ 731, Karydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis (1975) 1 CLR 321 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου (2004) 1 (Γ) ΑΑΔ 1528).»
Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd – v – Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα:
΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670:
"To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν’ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."
Τέθηκε από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου, (1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ, (2000), 1 Α.Α.Δ. 606).
Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ’ ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης.
Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (2001) 1 Α.Α.Δ. 1168).
Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό.
Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (1998) 1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603:
«Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd … πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι … κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ’ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής».
Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA (1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60.
Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι:
«… γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με:
(α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του,
(β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και
(γ) την πιθανότητα επιτυχίας.».
Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno (2004) 1 A.A.Δ. 557 και την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη).
ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΕΝΣΤΑΣΗΣ
Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση προχωρεί στην εξέταση αυτής και κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του.
Σε αυτό το στάδιο, κρίνεται σκόπιμο όπως τεθεί το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εξεταζόταν η παρούσα αίτηση και εκδόθηκε μονομερώς το Διάταγμα, ως επίσης και τα όσα η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση προέβαλαν στην ένσταση τους ως προς τα γεγονότα της παρούσας και τα όσα ακολούθως αμφότερες οι πλευρές προέβαλαν με τις ΣΕΔ τους. Δεν κρίνεται σκόπιμο να τεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο, αλλά θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία των θέσεων και των γεγονότων που εγείρονται μέσα από αυτές.
Η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση, προς υποστήριξη της, αναφέρει ότι είναι η θυγατέρα του πιο πάνω αποβιώσαντα και μοναδική κληρονόμος αυτού και ο οποίος απεβίωσε (βλ. Τεκμήριο 1). Περί τον Μάρτιο του 2025 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να επικοινωνήσει με συγκεκριμένο δικηγόρο, ο οποίος όπως γνώριζε η ίδια είχε συντάξει τη διαθήκη του πατέρα της και τον επόμενο μήνα, ο εν λόγω δικηγόρος αποποιήθηκε την ιδιότητα του ως εκτελεστή της διαθήκης λόγω της επιθυμίας της να διοριστεί η ενάγουσα ως εκτελεστής της διαθήκης, πράγμα που έγινε στις 26/05/2025 (βλ. Τεκμήριο 2) και όταν αυτή ανοίχθηκε διαφάνηκε ότι όλη η περιουσία του περιερχόταν στην ίδια (την ενόρκως δηλούσα) (Βλ. Τεκμήριο 3). Ακολούθως η ενάγουσα άρχισε έρευνες για να εντοπιστεί κινητή και ακίνητη περιουσία του πατέρα της. Από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας (βλ. Τεκμήριο 4) προέκυψε ότι η μοναδική ακίνητη περιουσία του πατέρα της πωλήθηκε στην οικιακή βοηθό του, ήτοι την εναγόμενη 1 και συγκεκριμένα αφορούσε την οικία που φαίνεται στο Τεκμήριο 5 και που η διαδικασία πώλησης φαίνεται να ολοκληρώθηκε στο κτηματολόγιο με βάση το Τεκμήριο 6 στις 09/08/2024. Μετά την πώληση του ακινήτου, όπως φάνηκε μέσα από το Τεκμήριο 7, στις 31/01/2025, δηλαδή σχεδόν ένα μήνα μετά το θάνατο του πατέρα της, η εναγόμενη 1 μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο στον γιο της – εναγόμενο 2.
Η εναγόμενη 1, η οποία κατάγεται από τη Βουλγαρία, ήταν οι η οικιακή βοηθός του αποβιώσαντα από το έτος 2011 μέχρι και το θάνατο του και ενώ αρχικά τον επισκεπτόταν μόνο για να καθαρίσει και να μαγειρέψει, ακολούθως μετακόμισε μαζί του όπου και διέμενε τα τελευταία χρόνια. Η εναγόμενη 1 ήταν παντρεμένη και ο σύζυγος της, διέμενε στη Βουλγαρία και αυτός αποβίωσε το 2021, όταν όμως αυτός ζούσε και ερχόταν στην Κύπρο με τον εναγόμενο 2 διέμεναν μαζί με τον αποβιώσαντα.
Από το 2017 ο αποβιώσαντας ήταν πλήρως εξαρτώμενος από την εναγόμενη 1 σε σχέση με την συντήρηση, διατροφή, υγιεινή αφού δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Η πνευματική ικανότητα του ειδικά κατά τα έτη 2022 – 2024 ήταν μόνιμα επηρεασμένη λόγω της ηλικίας του και των σοβαρών ασθενειών του καθώς και της πνευματικής και σωματικής κατάπτωσης του. Τα έτη 2023-2024 όταν η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, εξαρτάτο πλήρως από τη βοήθεια και την φροντίδα της εναγόμενης 1 για να εξυπηρετείται . Η εναγόμενη 1 και ο πατέρας της βρίσκονταν σε σχέση εμπιστοσύνης και λόγω της φυσικής του κατάστασης είχε πραγματική και προφανή εξουσία επ΄ αυτού. Συχνά η εναγόμενη 1 τον απειλούσε ότι αν δεν υπάκουε σε αυτά που του ζητούσε θα τον εγκατέλειπε. Ο πατέρας της έκλαιγε και φοβόταν ότι θα μείνει μόνος του για αυτό και ενεργούσε πάντοτε καθ’ υπόδειξη της.
Όταν ο πατέρας της απεβίωσε την 22/12/2024, ήταν ηλικίας 95 ετών και παρουσίαζε σωρεία προβλημάτων υγείας, μεταξύ άλλων, αμφοτερόπλευρη απώλεια ακοής, χρόνια οσφυαλγία, υπερχοληστερολαιμία, διόγκωση προστάτη και συμπτώματα άνοιας. Είχε χάσει πλήρως την ικανότητα αυτόνομης ορθοστάτησης και βάδισης. Σύμφωνα με ιατρική γνωμάτευση ήταν ανίκανος να χειριστεί με ασφάλεια τα νομικά του ζητήματα, οπότε η μόνιμη υποστήριξη του από άλλο άτομο θεωρείτο απαραίτητη.
Λόγω της κατάστασης της υγείας του, η εναγόμενη 1 κυριαρχούσε επί της θελήσεως του αποβιώσαντα και επωφελείτο από αυτή την θέση για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του αποβιώσαντα.
Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι κατέθετε χρήματα στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον πατέρα της στην Κύπρο, για τον μισθό της εναγόμενης 1 ήτοι €1.000.- μηνιαίως και περαιτέρω €600.- για την διατροφή του πατέρα της. Η εναγόμενη 1 κατά τα έτη 2020-2022 της ζητούσε να της στέλνει €3.000 μηνιαίως επικαλούμενη αυξημένα έξοδα του πατέρα της. Η ενόρκως δηλούσα για κάποιο χρονικό διάστημα το έπραττε μέχρι που αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη 1 την εκμεταλλευόταν και τα ήθελε για τον εαυτό της. Τα πιο πάνω ποσά κατατίθονταν στο προσωπικό λογαριασμό της εναγόμενης 1.
Όταν η ενόρκως δηλούσα ερχόταν στην Κύπρο και έμενε για αρκετό καιρό, η εναγόμενη 1 δεν της επέτρεπε να επισκέπτεται συχνά τον πατέρα της με την πρόφαση ότι τον αναστάτωνε και δεν του έκανε καλό που την έβλεπε. Η εναγόμενη 1 την απειλούσε ότι θα καλούσε την αστυνομία εάν εξακολουθούσα να τον επισκέπτεται, η ίδια όμως πήγαινε και ο πατέρας της όταν την έβλεπε της ζητούσε πάντα να του καταθέσει χρήματα στον λογαριασμό.
Κατά ή περί το έτος 2019 και ενώ η ενόρκως δηλούσα είχε εμβάσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στον κοινό λογαριασμό της με τον πατέρα της, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ, την ενημέρωσε τηλεφωνικά, ότι ο πατέρας της μετέφερε αυτό το ποσό στον κοινό λογαριασμό που άνοιξε με την εναγόμενη 1 και την ενημέρωσε περαιτέρω ότι η ίδια η Τράπεζα δεν θα του επέτρεπε λόγω της κατάστασης του να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την ενόρκως δηλούσα, λόγω του ότι τις αναλήψεις της έκανε η εναγόμενη 1 αφού προηγουμένως του μετέφερε τα απαραίτητα έγγραφα για υπογραφή στο αυτοκίνητο. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε η ενόρκως δηλούσα την ύπαρξη κοινού λογαριασμού του πατέρα της με την εναγόμενη αρ.1.
Όπως διαφάνηκε κατά ή περί τον Απρίλιο 2019 (18/04/2019) ο πατέρας της άνοιξε κοινό λογαριασμό με την εναγόμενη 1 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ο οποίος έκλεισε κατά την 27/12/2024, πέντε μέρες μετά τον θάνατο του. Στον λογαριασμό αυτό γίνονταν καταθέσεις οι οποίες προέρχονταν είτε από τον προσωπικό λογαριασμό του πατέρα της, είτε από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε μαζί με την ενόρκως δηλούσα και στον οποίο δεν είχε καμία συνεισφορά η εναγόμενη 1. Κατά την ημερομηνία που έκλεισε ο λογαριασμός αυτός από την εναγόμενη 1, ήτοι την 27/12/2024, υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των € 66,158.43. (βλ. Τεκμήριο 8).
Κατά η περί τον Ιούνιο του 2023, η ενόρκως δηλούσα αντιλαμβανόμενη ότι η υγεία του πατέρα της όλο και χειροτέρευε, κάλεσε ειδικό νευρολόγο να πάει στο σπίτι του να τον εξετάσει. Η εναγόμενη 1 αρχικά δεν της το επέτρεπε και απειλούσε να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Η ενόρκως δηλούσα όμως διευθέτησε ραντεβού στο σπίτι του πατέρα της με συγκεκριμένο νευρολόγο Δρ. Σεραφείμ και κατά τη διάρκεια της εξέτασης, στην οποία η ενόρκως δηλούσα ήταν παρούσα, απαντούσε κυρίως η εναγόμενη1, αποκλείοντας τον πατέρα της από το να απαντά (Βλ. Τεκμήριο 9 ημερομηνίας 20/06/2023).
Η εναγόμενη 1 εκμεταλλευόμενη την κατάσταση της υγείας του πατέρα της ενόρκως δηλούσας, κυριαρχούσε επί της θέλησης του εξασκώντας του ψυχική πίεση. Ως αποτέλεσμα της ψυχικής πίεσης και των εξαναγκασμών που του ασκούσε σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε καθώς και της γεροντικής άνοιας από την οποία έπασχε, η εναγόμενη 1 τον επηρέασε αθέμιτα και πέτυχε την πώληση της ακίνητης περιουσίας προς όφελος της σε πολύ χαμηλότερη από την πραγματική της αξία. Το τίμημα πώλησης της κατοικίας, όπως φάνηκε ήταν ύψους, €30.000, ενώ η πραγματική αγοραία αξία του σύμφωνα με εκτίμηση εγκεκριμένου ιδιώτη εκτιμητή κατά τον ουσιώδη χρόνο της πιο πάνω πράξης ανερχόταν σε ποσό €136.000 (βλ. Τεκμήριο 10). Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι με βάση το Τεκμήριο 6, η μεταβίβαση επιχειρήθηκε να ολοκληρωθεί αρκετές φορές με κάθε προσπάθεια μεταβίβασης να λαμβάνει ξεχωριστό αριθμό φάκελου και όπως φαίνεται επιχειρήθηκε στις 29/07/2024, στις 02/08/2024 και υλοποιήθηκε τελικά στις 09/08/2024. Το ποσό των €30.000 που δηλώθηκε ως τίμημα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου δεν ανευρέθηκε κατατεθειμένο σε κανένα από τους λογαριασμούς που διατηρούσε ο πατέρας της, ο οποίος, εκτός από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε με την εναγόμενη 1, από το έτος 2019 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, διατηρούσε προσωπικό του λογαριασμό στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα από το έτος 2014. Διατηρούσε επίσης κοινό λογαριασμό μαζί με την ενόρκως δηλούσα ο οποίος ανοίχτηκε το έτος 1999 (βλ. Τεκμήρια 11Α και 11 Β). Στις 29/02/2024 έγινε επίσης ανάληψη ποσού €34.850 από τον κοινό λογαριασμό που είχαν μεταξύ τους ο πατέρας της και η εναγόμενη 1 και στον οποίο δεν είχε καμία συνεισφορά η εναγόμενη 1 (Βλ. Τεκμήριο 12).
Επίσης όπως ενημερώθηκε από τρίτο άτομο που κατονόμασε και που επισκέπτονταν το σπίτι και από τον οποίο η εναγόμενη 1 πολλές φορές ζητούσε την βοήθεια του για να κάνει μπάνιο τον πατέρα της, η εναγόμενη 1, οικειοποιήθηκε τα οχήματα για το οποία εκδόθηκε μεταξύ άλλων το Διάταγμα.
Είναι θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η μεταβίβαση της πιο πάνω περιουσίας του αποβιώσαντα ήταν υπέρμετρα επαχθής εναντίον του πατέρα της και κατ΄ επέκταση στην ίδια και τη διαχείριση και ήταν αποτέλεσμα της ψυχικής πίεσης και της ανοικείου επιρροής επί της θελήσεως του πατέρα της και/ή δυνάμει απάτης, δόλου και της επιρροής που ασκούσε επί αυτού λόγω της κατάστασης του. Η εναγόμενη 1 σε συνεννόηση και κατόπιν συνωμοσίας από μέρους του εναγομένου αρ.2 υιού της που γνώριζε την κατάσταση του πατέρα της , εκμεταλλεύτηκαν την σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ του πατέρα τη και της εναγομένης αρ.1. Οι εναγόμενοι 1 και αρ.2 επωφελήθηκαν εξασφαλίζοντας αθέμιτο όφελος εναντίον του αποβιώσαντα πατέρα μου. Ο εναγόμενος 2 γνώριζε ότι η μεταβίβαση και αποξένωση της περιουσίας έγιναν κατόπιν ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού της μητέρας του, εναγομένης 1, εφόσον τους επισκεπτόταν συχνά, διέμενε μαζί τους και γνώριζε την εξουσία που ασκούσε επί του αποβιώσαντα. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η μεταβολή της στάσης του πατέρα της να ευεργετήσει τους εναγόμενους εις βάρος της περιουσία του και σε αντίθεση με την θέληση του ως περιγράφεται στη διαθήκη του, δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του αλλά προϊόν πραγματικής ψυχικής πίεσης (actual undue influence) και καταναγκασμού λόγω της σχέσης τους και της κατάστασης υγείας του πατέρα της. Επίσης όλες οι πράξεις του πατέρα της, ήτοι η μεταβίβαση του ακινήτου, οι μεταφορές χρημάτων σε κοινό λογαριασμό και η αγορά – εγγραφή αυτοκινήτων επ΄ ονόματι της εναγόμενης 1 έγιναν χωρίς ο πατέρας της να έχει σώας τας φρένας και ενόψει του ότι δεν ήταν ικανός προς το συμβάλλεσθε είναι συνεπώς άκυρες.
Είναι η θέση της ότι έχει αποδειχτεί αναμφίβολα από το ιατρικό πιστοποιητικό και τους δικούς της ισχυρισμούς ότι ο πατέρας της βρισκόταν σε τέτοια σωματική, ψυχική και πνευματική κατάσταση που η εναγόμενη 1 κυριαρχούσε εύκολα επί της θελήσεως του αποβιώσαντα καθότι ήταν το άτομο που έμενε μαζί του και το άτομο που τον φρόντιζε και εξαρτόταν πλήρως από αυτή για την αυτοεξυπηρέτηση του. Είναι επίσης η θέση της ότι χωρίς την παροχή των αιτούμενων πληροφοριών δεν θα καταστεί δυνατό να αποσαφηνιστεί και να διαλευκανθεί το πραγματικό μέγεθος της ζημίας την οποία υπέστη η περιουσία του Αποβιώσαντος πατέρα μου από τους εναγόμενους. Η συμπεριφορά της εναγόμενης 1 με την πιο πάνω πράξη που αφορά την οικία και την μεταγενέστερη μεταβίβαση της κατοικίας δια δωρεάς στον εναγόμενο 2, όπως και η ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό όλου του κατατεθειμένου ποσού και του κλεισίματος του λογαριασμού μόλις πέντε μέρες μετά την θάνατο του (ουσιαστικά μόνο μία εργάσιμη ημέρα αργότερα καθότι ο πατέρα της απεβίωσε τις ημέρες των Χριστουγέννων που οι τράπεζες είναι κλειστές) αναδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι είναι άτομα χωρίς ηθικούς φραγμούς που λειτουργούν με πλήρη περιφρόνηση προς τα νομικά δικαιώματα των άλλων. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι εναγόμενοι 1 και 2 να αποξενώσουν όλη την κινητή και ακίνητη τους περιουσία και η εξακρίβωση της πραγματικής ζημίας που υπέστη η περιουσία του αποβιώσαντος να καταστεί δυσχερής έως και αδύνατο να εξακριβωθεί. Οι εναγόμενοι 1 και 2 κατάγονται από την Βουλγαρία και από πληροφορίες που λαμβάνει από τρίτα πρόσωπα, ο εναγόμενος 2 πηγαινοέρχεται από την Βουλγαρία στην Κύπρο και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να διαφύγουν και οι 2 στην χώρα τους. Ο εναγόμενος 2 δε, δύναται ανά πάσα στιγμή μπορεί να προβεί σε πώληση της επίδικης κατοικίας εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.
Η θέση της εναγομένης 1, ως αυτή προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, είναι εκ δια μέτρου αντίθετη σε ότι αφορά τη σχέση της με τον αποβιώσαντα, την κατάσταση της υγείας του και τις συνθήκες που περιβάλλουν την επίδικη περιουσία του αποβιώσαντος. Κατ΄ αρχήν παραδέχεται την πώληση σε αυτήν της επίδικης ακίνητης περιουσίας για το ποσό των €30,000 (βλ. Τεκμήριο 1).
Αναφέρει ότι ήταν παραδέχομαι μόνο ότι ήταν παντρεμένη αλλά βρισκόταν σε διάσταση με τον σύζυγο της ο οποίος απεβίωσε το έτος 2021. Σε σχέση με τον αποβιώσαντα, αναφέρει ότι, ως συμβία του αποβιώσαντα, ήταν υπεύθυνη για την συντήρηση, διατροφή και υγιεινή του αποβιώσαντα και ότι διατηρούσε κοινό λογαριασμό μαζί του. Ειδικότερα αναφέρει ότι αρχικά, είχα προσληφθεί από τον αποβιώσαντα περί το έτος 2003 ως οικιακή βοηθός του, όμως αργότερα και περί το έτος 2007 είχαν συνάψει σχέση και έκτοτε ήταν η συμβία του. Αν και με τον σύζυγο της δεν είχαν πάρει διαζύγιο εντούτοις ήταν χωρισμένοι αφού ήταν σε διάσταση για αρκετά χρόνια ενώ διατηρούσαν τυπικές και φιλικές σχέσεις, αφού μαζί απέκτησαν παιδιά και πέτυχαν να χωρίσουν πολιτισμένα και να διατηρήσουν καλές σχέσεις για χάρη και προς το συμφέρον των παιδιών τους. Με τον αποβιώσαντα διατηρούσε σχέση και διέμεναν μαζί ως ζευγάρι και προς τούτο παρουσίασε αντίγραφα φωτογραφιών από ταξίδια που πήγαιναν με τον αποβιώσαντα (Τεκμήριο 2) οι οποίες είναι πολλών ετών και τους απεικονίζουν σε ανέμελες στιγμές σε ταξίδια, κρατώντας χέρι χέρι, με οικειότητα συμβίων, ως ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Ένα άλλο γεγονός το οποίο αποδεικνύει κατά την ίδια ότι ήταν η σύντροφός του αποβιώσαντα είναι ότι είχαν οικιακή βοηθό στο σπίτι τους την οποία και κατονόμασε, η οποία αναλάμβανε την καθαριότητα του σπιτιού και τις οικιακές εργασίες (βλ. Τεκμήριο 3).
Επειδή η ίδια συζούσε και φρόντιζε εξ ολοκλήρου τον αποβιώσαντα και διέμενε μαζί του όλα αυτά τα χρόνια γνωρίζει όλη τη ζωή του και τις σχέσεις που διατηρούσε με την ομνύουσα θυγατέρα του, οι οποίες ήταν συνεχώς τεταμένες αφού η τελευταία το μόνο που επιδίωκε συνεχώς από αυτόν ήταν το οικονομικό κέρδος εξ ου και είχε μετακομίσει στην Κύπρο περί το έτος 2021, ενώ τα προηγούμενα χρόνια δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την υγεία και την συντήρηση του πατέρα της αφού ήταν παντελώς αδιάφορη, απόμακρη και τον αναζητούσε μόνο για χρηματικούς σκοπούς.
Συγκεκριμένα, η ομνύουσα δεν αγαπούσε τον αποβιώσαντα και δεν τον αντιμετώπιζε ως πατέρα της, ουδέποτε του επιδείκνυε στοργή, αγάπη και φροντίδα και συνεχώς αντιμετώπιζαν συγκρούσεις μεταξύ τους αφού ο αποβιώσας αντιλαμβανόταν ότι η ομνύουσα ήθελε να τον εκμεταλλεύεται οικονομικά και δεν μπορούσε να δεχθεί την σχέση που διατηρούσε με την εναγόμενη 1. Ουκ ολίγες φορές η ομνύουσα τους απείλησε ότι εάν επιχειρήσουν να παντρευτούν θα της έκανε κακό, ενώ παράλληλα ο σύζυγος της ομνύουσας πολλές φορές επιχείρησε να επιτεθεί στον αποβιώσαντα και η εναγόμενη 1 του ανέφερε ότι σε περίπτωση που θα επιτίθετο στον αποβιώσαντα θα καλούσε την Αστυνομία. Οι σχέσεις που διατηρούσαν μεταξύ τους αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι περί τις 15.12.2023, η ομνύουσα προέβη στην καταχώρηση αίτησης κήρυξης ανίκανου προσώπου με αριθμό 18/2023 (βλ. Τεκμήριο 4) ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, όπου επιμελώς έχει αποκρύψει την ύπαρξή της από το παρόν Δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσει. Συγκεκριμένα, η ομνύουσα προέβη στην καταχώρηση της εν λόγω αίτησης η οποία εν τέλει απορρίφθηκε ένεκα του γεγονότος ότι ο αποβιώσας απεβίωσε, προσπαθώντας να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι ο τελευταίος είναι πρόσωπο ανίκανο να διαχειρίζεται την περιουσία του και ότι δεν έχει σώας τας φρένας ώστε να μπορέσει να λάβει όλη του την περιουσία, πράγμα το οποίο δεν ίσχυε καθότι ήταν απόλυτα ικανός και κατάλληλος ώστε να ασκεί την κρίση του αλλά και να διαχειρίζεται την περιουσία του. Είναι θέση της ότι η ομνύουσα δεν είχε κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην εν λόγω διαδικασία στην ίδια και σε κανένα σημείο της ένορκης της δήλωσης δεν έχει καταλογίσει στην ίδια όπως αυτά της τα καταλογίζει στην παρούσα.
Αναφέρει περαιτέρω, ότι το Τεκμήριο 9 που έχει συνάψει η ομνύουσα στην ένορκη δήλωσή της δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο καθότι είναι ανεπαρκές και δεν περιέχει στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν τα όσα η ομνύουσα ισχυρίζεται. Περαιτέρω αναφέρει ότι η ομνύουσα έχει επίσης αποκρύψει εσκεμμένα από το Δικαστήριο τα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία έχει στην κατοχή της και τα οποία περιλαμβάνονται ως τεκμήρια στην ένσταση που είχε καταχωρηθεί από τον αποβιώσαντα στην πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση 18/2023 (Τεκμήριο 4 στην παρούσα) και τα οποία παρουσίαζαν την πραγματική εικόνα της υγείας του. Όπως αποδεικνύεται, ως η θέση της, από τα εν λόγω ιατρικά πιστοποιητικά, τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετώπιζε ο αποβιώσας είναι η νεφρική ανεπάρκεια, μερική απώλεια ακοής, ουρική αρθρίτιδα και υπερτροφία προστάτη τα οποία ήταν απότοκο της ηλικίας του και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν τα προβλήματα αυτά να επηρεάσουν την πνευματική του διαύγεια, την ικανότητα λήψης αποφάσεων, ενώ είχε πλήρης ελευθερία βούλησης. Αυτό επιβεβαιώνεται κατά την ίδια και από τα ιατρικά πιστοποιητικά των ιατρών που εξέτασαν τον αποβιώσαντα και επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην ένσταση στην αίτηση 18/2023.
Η θέση της είναι ότι η ομνύουσα ζήλευε την σχέση που η εναγόμενη 1 είχε με τον πατέρα της, επειδή τον φρόντιζε και τον αγαπούσε ανιδιοτελώς, ενώ αυτή είχε πάντα ως πρώτο μέλημά της πως να αποσπάσει από αυτόν χρήματα και να εξασφαλίσει οικονομικό κέρδος, εξ΄ ου και είχε αποφασίσει να μετακομίσει στην Κύπρο ώστε να μπορεί να τον ελέγχει και να του αποσπάσει οποιαδήποτε ακίνητη και κινητή περιουσία που διατηρούσε στην Κύπρο. Είναι η θέση της ότι η ίδια ασχολείτο αποκλειστικά με τον αποβιώσαντα, τον φρόντιζε, τον αγαπούσε, τον μετέφερε και τον βοηθούσε στις καθημερινές του ανάγκες, ενώ ουδέποτε είχε αποτρέψει την ομνύουσα να έχει σχέσεις με τον πατέρα της και από την άλλη η ίδια ήταν αυτή η οποία δεν τον επισκεπτόταν συχνά και δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για την υγεία του και κατά συνέπεια δεν είχαν σχέσεις μεταξύ τους. Είναι επίσης η θέση της ότι εάν ίσχυαν τα όσα αναφέρει η ομνύουσα ότι κυριαρχούσε επί της θελήσεώς του αποβιώσαντα εξασκώντας του ψυχική πίεση ώστε να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος σε βάρος του και ότι δεν επέτρεπε στην ίδια να επισκέπτεται τον πατέρα της θα είχε προβεί σε σχετικές καταγγελίες στην Αστυνομία εναντίον της ώστε να την απομακρύνει από τον αποβιώσαντα και σε κάθε περίπτωση θα λάμβανε μέτρα για να το αποτρέψει.
Αναφορικά με τα χρήματα τα οποία αναφέρει η ομνύουσα ότι ζητούσε από αυτή, η θέση της είναι ότι αυτή προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο αφού ο αποβιώσας ήταν αυτός ο οποίος της ζητούσε κάποιες φορές € 3.000 τα οποία περιλάμβαναν όλα τα έξοδά τους, αφού είχαν μετακομίσει σε άλλη κατοικία η οποία ήταν διώροφη και τα έξοδα ήταν περισσότερα. Επίσης, ήταν λίγες οι φορές που ο αποβιώσας ζητούσε αυτό το χρηματικό ποσό και μάλιστα ήταν σε περιπτώσεις όπου έπρεπε να αγοράσουν κάποιο έπιπλο ή ηλεκτρική συσκευή για το σπίτι και για να πληρώσουν το μηνιαίο εισόδημα της οικιακής τους βοηθού. Παράλληλα, τα χρήματα αυτά κατατίθονταν στον προσωπικό της λογαριασμό αναγκαστικά λόγω του ότι ο αποβιώσας κυρίως τον τελευταίο καιρό ήταν σωματικά δυσκίνητος και υπήρχε δυσκολία στις μετακινήσεις του με αποτέλεσμα ο αποβιώσας να την διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, ένεκα και της σχέσης αγάπης που είχαν μεταξύ τους.
Είναι η θέση της ότι είναι οξύμωρο το γεγονός ότι η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι από το 2020 η εναγόμενη 1 την εκμεταλλευόταν οικονομικά και ότι δεν της επέτρεπε να επισκέπτεται τον αποβιώσαντα χωρίς ωστόσο να προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον της και χωρίς να προσπαθήσει να προστατεύσει τον πατέρα της από τη εναγόμενη 1. Επίσης, αναφέρει ότι ενώ η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι η πνευματική ικανότητα του αποβιώσαντα ήταν επηρεασμένη λόγω της ηλικίας του αλλά και των ασθενειών του κυρίως κατά τα έτη 2022-2024, επικαλείται ωστόσο την διαθήκη του έτους 2022 που κατά την κρίση της ο αποβιώσας δεν είχε σώας τας φρένας, ενώ έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο την ύπαρξη της διαθήκης του έτους 2016 αλλά και το περιεχόμενο αυτής (Βλ. Τεκμήριο 5) και διερωτάται πως μπορεί αν επικαλείται η ομνύουσα ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε σώας τας φρένας από το 2017 αλλά να επικαλείται την διαθήκη του 2022.
Είναι η θέση της ότι η ομνύουσα στην αίτηση προέβη σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η ίδια (η εναγόμενη 1) δεν ήταν η οικιακή βοηθός του αποβιώσαντα αλλά διατηρούσε σχέση μαζί του και συμβιούσαν για αρκετά χρόνια πράγμα το οποίο η ομνύουσα γνώριζε και εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο.
Επίσης, η ομνύουσα έχει παραλείψει να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι ο αποβιώσας περί το έτος 2016 είχε συντάξει διαθήκη σύμφωνα με την οποία η ακίνητή του περιουσία αποτελείται από δύο ακίνητα, εκ των οποίων το ένα ήταν το επίδικο. Σύμφωνα με την διαθήκη του έτους 2016, επιθυμία του αποβιώσαντα ήταν να μεταβιβάσει το πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο στην ομνύουσα και το άλλο στην εναγόμενη 1. Ωστόσο, η ομνύουσα μόλις έλαβε γνώση της διαθήκης αυτής και με σκοπό να αποκομίσει όσα περισσότερα μπορούσε από την περιουσία του αποβιώσαντα, κρυφά και δόλια είχε μεταβιβάσει με δωρεά και αποξενώσει το ακίνητο το οποίο ο αποβιώσας επιθυμούσε με την διαθήκη του να μεταβιβάσει στην εναγόμενη 1 και χωρίς ο αποβιώσας να το γνωρίζει, ενώ ο αποβιώσας ενημερώθηκε για αυτό τυχαία από τρίτο πρόσωπο. Η ομνύουσα πέτυχε την μεταβίβαση του ακινήτου αυτού χωρίς ο αποβιώσας να το αντιληφθεί εξ αρχής καθότι ο τελευταίος παλαιότερα υπέγραψε στην ομνύουσα πληρεξούσιο με το οποίο την διόριζε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του. Επίσης, η ομνύουσα κατείχε πληρεξούσιο υπογεγραμμένο από τον αποβιώσαντα ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται την περιουσία που κατείχε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αφού ο αποβιώσας διέμενε μόνιμα στην Κύπρο. Ο αποβιώσας το ίδιο είχε πράξει και με την εναγόμενη 1, ήτοι είχε υπογράψει πληρεξούσιο με το οποίο την διόριζε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του αφού διατηρούσαν κοινό λογαριασμό και ο αποβιώσας την είχε διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του επανειλημμένα (Βλ. Τεκμήριο 6) και η ομνύουσα είχε γνώση αυτών.
Ο αποβιώσας αφού πληροφορήθηκε για την μεταβίβαση του αναφερόμενου ακινήτου από την ομνύουσα χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει και να δώσει την πραγματική συγκατάθεσή του εξοργίστηκε και αντέδρασε με την θυγατέρα του η οποία συμπεριφέρθηκε εγωιστικά, κατά τον ίδιο, χωρίς να λαμβάνει υπόψην της την επιθυμία και βούληση του ιδίου. Έπειτα, αποφάσισε να μεταβιβάσει στο όνομά της εναγόμενης 1 το ακίνητο το οποίο θα μεταβίβαζε με την διαθήκη του στην ομνύουσα. Αρχικά, ο αποβιώσας θα μεταβίβαζε το επίδικο ακίνητο στο όνομά της εναγομένης μέσω δωρεάς Βλ. Τεκμήριο 7), ωστόσο δεν κατέστη δυνατό καθότι όπως τους είχαν ενημερώσει από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου δεν ήταν παντρεμένοι και ούτε είχαν οποιαδήποτε σχέση συγγένειας. Ως εκ τούτου, για να υλοποιηθεί η βούληση του και να μπορέσει ο αποβιώσας να της μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο, της το πώλησε έναντι του ποσού €30.000 (Βλ. Τεκμήριο 8). Αναφέρει επίσης ότι ο αποβιώσας είχε αγοράσει για την ομνύουσα ακόμα μια οικία, εκτός από αυτής την οποία μεταβίβασε η ίδια χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο.
Σε σχέση με τα οχήματα (Βλ. Τεκμήριο 10), αναφέρει ότι για τα μεν 2, το ένα αγοράστηκε το 2008 και το άλλο το 2013 από τον αποβιώσαντα ως δώρα για την εναγόμενη 1 ως μια μορφή ένδειξης της αγάπης που της είχε ο αποβιώσας λόγω της σχέσης που διατηρούσαν μεταξύ τους ( βλ. Τεκμήριο 9). Το άλλο όχημα το είχε πωλήσει ο αποβιώσας σε φιλικό της πρόσωπο το οποίο ήταν Βουλγαρικής καταγωγής και ένεκα διαδικαστικών θεμάτων δεν ήταν δυνατή η εγγραφή επ’ ονόματί του και ως εκ τούτου εγγράφει στο όνομά της, χωρίς ωστόσο να το κατέχει αφού το χρησιμοποιεί το άτομο το οποίο αγόρασε από τον αποβιώσαντα το όχημα αυτό. Η σημερινή αξία των οχημάτων δεν είναι μεγάλη αφού τα οχήματα αυτά είναι παλαιότερης ηλικίας.
Αναφέρει περαιτέρω, ότι η ομνύουσα έχει παραλείψει να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην περιουσία που κατείχε ο αποβιώσας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η οποία κατά πάσα πιθανότητα με το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο κατείχε η ομνύουσα να έχει προβεί χωρίς την συγκατάθεση του αποβιώσαντα στην μεταβίβαση επ’ ονόματί της. Εξ όσων γνωρίζει ο αποβιώσας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής κατείχε ένα όχημα και ένα ακίνητο στην Φλώριντα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής το οποίο μάλιστα πάμπολες φορές όταν επρόκειτο να ταξιδέψει με την εναγόμενη 1 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ο αποβιώσας ζητούσε από την ομνύουσα να του δώσει τα κλειδιά του ακινήτου, ενώ αυτή αρνιόταν κατηγορηματικά να του τα παραδώσει. Ο αποβιώσας συχνά της ανέφερε ότι υποψιαζόταν πως η ομνύουσα με τη χρήση του πληρεξούσιου εγγράφου το οποίο κατείχε και την διόριζε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, είχε προβεί στην πώληση του ακινήτου στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί με σκοπό την εξασφάλιση χρημάτων.
Η εναγόμενη 1 προς μεγάλη της έκπληξη ενημερώθηκε για την ύπαρξη της διαθήκης που επικαλείται η ομνύουσα στην ένορκη της δήλωση από την παρούσα αίτηση, αφού μέχρι σήμερα δεν γνώριζε για την ύπαρξή της, ενώ παράλληλα αμφισβητεί πλήρως την γνησιότητά της. Επίσης, ακόμη και εάν ο αποβιώσας υπέγραψε την εν λόγω διαθήκη σε καμία περίπτωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί προϊόν ελεύθερης βούλησης του αποβιώσαντα, ενώ η ομνύουσα τον εξαπάτησε καθότι εάν γνώριζε πραγματικά για το περιεχόμενό της αποκλείεται να την υπέγραφε. Είναι πασιφανές κατά την ίδια ότι η ομνύουσα με τις πιο πάνω πράξεις της εξυπηρετεί τα οικονομικά και προσωπικά της συμφέροντα και δεν νοιαζόταν ουδέποτε πραγματικά για τον πατέρα της παρά μόνο προσπαθούσε να αποκομίσει από αυτόν όσα περισσότερα υλικά αγαθά και η επιθυμία της ήταν να κλείσει τον αποβιώσαντα σε γηροκομείο και να αλλάξει την προσωπικό γιατρό του, η οποία τον επέβλεπε πολλά χρόνια ώστε να διορίσει δικό της γιατρό και να «βγάλει» τον αποβιώσαντα ότι δεν έχει σώας τα φρένας, πράγμα το οποίο η εναγόμενη 1 αρνήθηκε και προς τούτο είχε στείλει επιστολή μέσω των δικηγόρων της (Τεκμήριο 11).
Είναι επίσης η θέση της ότι η ομνύουσα αναφέρει ψευδείς ισχυρισμούς και μια ιατρική βεβαίωση, η οποία όμως εξ όσων γνωρίζει η εναγόμενη 1 δεν είναι ο γιατρός ο οποίος παρακολουθούσε τον αποβιώσαντα και εν πάση περιπτώσει η ιατρική βεβαίωση αυτή δεν αποδεικνύει ότι ο αποβιώσας παρουσίαζε άνοια. Οι ιατρικές βεβαιώσεις οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, ως η θέση της εναγομένης 1, είναι αυτές οι οποίες έχουν συνηφθεί στην ένσταση του αποβιώσαντα ως Τεκμήρια Α και Β στην πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση 18/2023, όπου αποτελούν τους ιατρούς που τον παρακολουθούσαν και γνωρίζουν το ιατρικό του ιστορικό.
Είναι επίσης η θέση της ότι το Δικαστήριο, κατά την έκδοση του Διατάγματος, έπρεπε να μεριμνήσει όπως διαφυλαχθεί η διαβίωση της με τα χρειώδη, αφού ακόμα και η σύνταξη της περιλαμβάνεται στο διάταγμα, φέροντας τη σε θέση ώστε να αντιμετωπίζει πρόβλημα διαβίωσης και αυτό να προκαλεί την ίδια ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού αναγκάζεται να δανείζεται συνεχώς από φιλικά και συγγενικά της πρόσωπα ώστε να μπορώ να ζήσει. Ως η ίδια θεωρεί, το Διάταγμα συνιστά υπέρμετρο και εξουθενωτικό μέτρο αφού δεν της επιτρέπει την διεξαγωγή των εργασιών της επί καθημερινής βάσης και δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χρήματά της αλλά ούτε και να κάνει τις συνήθεις τρέχουσες πληρωμές της τόσο η ίδια όσο και ο εναγόμενος 2.
Σε σχέση με τον εναγόμενο 2, είναι η θέση της ότι είναι τρίτο πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα παραβλάπτονται και επηρεάζονται και δεν θα έπρεπε να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον του, είναι αθώο και δεν έχει οποιαδήποτε άμεση, ουσιαστική και προκαταρκτική ανάμειξη και ως εκ τούτου η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος είναι επιβεβλημένη και αναγκαία, ως η ίδια υποστηρίζει. Εξ όσων προκύπτει από την συμπεριφορά της ομνύουσας, σύμφωνα με την εναγόμενη 1, δυστυχώς δεν σεβάστηκε τις επιθυμίες του πατέρα της, το ότι αυτός προέβη σε μεταβίβαση του ακινήτου επ’ ονόματι της εναγόμενης 1 εν ζωή και επειδή αυτή ήταν η βούληση και η επιθυμία του, το ότι με τον αποβιώσαντα είχαν σχέση αγάπης και συμβιούσαν ως σύζυγοι και το ότι ο αποβιώσας της έδωσε περιουσία και πήρε και άλλη από μόνη της, συμπεριφορά η οποία είναι αντίθετη με την βούληση του πατέρα της/αποβιώσαντα.
H ομνύουσα στη δική της απαντητική ΣΕΔ θέτει τις δικές της θέσεις επί των γεγονότων της παρούσας απαντώντας στα όσα αναφέρει η εναγόμενη 1. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η εναγόμενη ουδέποτε συνείσφερε οικονομικά στο νοικοκυριό του πατέρα της και ότι είναι η ίδια που απεναντίας προσωπικά κάθε μήνα έστελνε τον μισθό της από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής μαζί με επιπλέον χρήματα για τα έξοδα του πατέρα της ήτοι για την συντήρηση και διατροφή του (Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). Η θέση της είναι ότι η εναγόμενη 1 ήταν οικιακή βοηθός σε πλήρη και καθημερινή βάση και γι’ αυτό τον λόγο ήταν πάντοτε με τον πατέρα της, ο οποίος λόγω των θεμάτων υγείας που αντιμετώπιζε και τα οποία αναφέρει στην αρχική της ένορκη δήλωση δεν μπορούσε, με ασφάλεια, τόσο δική του, όσο και για δικό της καθησυχασμό να παραμένει μόνος του. Αυτή ήταν και η φύση της εργασίας της εναγόμενης 1, η οποία επεκτεινόταν όχι μόνο στην φροντίδα του σπιτιού ως οικιακή βοηθός αλλά και στην φροντίδα του πατέρα της, την οποία καταχράστηκε και εκμεταλλεύτηκε με τον πιο απαράδεκτο τρόπο, ως η θέση της.
Όσον αφορά την πρόσληψη του προσώπου που κατονομάστηκε από την εναγόμενη 1 ως οικιακή βοηθός, είναι η θέση της ότι η εναγόμενη 1 ψεύδεται και σκοπίμως επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, λέγοντας ότι το εν λόγω πρόσωπο, όπως προκύπτει από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 της Ε/Δ Ένστασης ήταν «στην υπηρεσία» του πατερά της τους τελευταίους 2 μήνες της ζωής του πατέρα της. Η πρόσληψη της, ως η θέση της, έγινε κατά τρόπο δόλιο και προσχεδιασμένα από την εναγόμενη 1 και το εν λόγω πρόσωπο ουδέποτε εργάστηκε κοντά του. Περαιτέρω, η ισχυριζόμενη, κατά την ίδια, οικιακή βοηθός, είναι φίλη και συμπεθέρα της εναγόμενης 1 (δηλαδή τα παιδιά τους είναι παντρεμένα) όπως γνωρίζει τόσο η ίδια, αλλά και όπως επιβεβαίωσε μέσω τρίτου προσώπου, ο οποίος γνώριζε τον πατέρα της και φρόντιζε τον κήπο και κατά καιρούς βοηθούσε την εναγόμενη 1 με τον πατέρα της. Είναι η θέση της, ότι η πράξη της πρόσληψης, για την οποία έλαβε πρώτη φορά γνώση μέσω της Ε/Δ Ένστασης, έγινε για να εξαπατηθεί ακόμη μια φορά ο πατέρας της και να ζημιωθεί η περιουσία του. Προς τούτο επικαλέστηκε το Τεκμήριο 14 δέσμη αποτυπώσεων οθόνης από το Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης Facebook στο οποίο εντοπίζεται το εν λόγω πρόσωπο και στην οποία σχολιάζει επί φωτογραφιών του εναγόμενου 2 και επιβεβαιώνει και η ίδια το γεγονός ότι έχουν σχέση συγγένειας και φιλίας, τα δε σχόλια έχουν μεταφραστεί στην βάση δυνατότητας που προσφέρει το ίδιο το Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης. Σε άλλες φωτογραφίες εντοπίζεται με την εναγόμενη 1 Καθ’ ης η Αίτηση αρ.1 σε πληθώρα εξόδων τους.
Σύμφωνα με την ίδια, η εναγόμενη 1 πολλές φορές φαίνεται να άφηνε τον πατέρα της στο σπίτι μόνο του και έβγαινε έξω ενώ μόλις 8 ημέρες μετά τον θάνατο του φωτογραφιζόταν να διασκεδάζει σε ταβέρνα με τις φίλες της, περιλαμβανομένης και του προσώπου που κατονομάστηκε ως οικιακή βοηθός, ανεβάζοντας προς τούτο σχετικά στιγμιότυπα σε Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Βλ. Τεκμήριο 15).
Η εναγόμενη 1 διέμενε όντως με τον αποβιώσαντα, ωστόσο ήταν πάντοτε στο πλαίσιο των εργασίας της ως κατ’ οίκον οικιακής βοηθού, δουλειά για την οποία πληρωνόταν και εκμεταλλευόμενη την εύθραυστη κατάσταση της υγείας του καθώς και το γεγονός ότι διέμενε στις ΗΠΑ, κατάφερε η εναγόμενη 1 και σιγά σιγά τον απομόνωσε από την ίδια, με αποτέλεσμα να περιορίσει την επικοινωνία που είχε με τον πατέρα της, αφού κάθε τηλεφώνημα και βιντεοκλήση (όταν δεν ήταν Κύπρο) να γίνεται πάντα υπό την αυστηρή της επιτήρηση και εντός των δικών της χρονοδιαγραμμάτων.
Ουδέποτε απείλησε την εναγόμενη 1 ή τον πατέρα της για θέμα οποιουδήποτε γάμου γιατί δεν είναι τέτοιο άτομο και γιατί δεν είχε τεθεί ποτέ τέτοιο θέμα. Η εναγόμενη 1 σκοπίμως παραπλανεί, ως η θέση της, το Δικαστήριο, εφόσον ποτέ δεν ήταν σε σχέση με τον πατέρα της, πέραν της εργασιακής και ουδέποτε είχε χωρίσει για να μπορέσει να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Απορρίπτει επίσης τις αναφορές για τον σύζυγο της ο οποίος ουδέποτε, όσο ήταν εν ζωή, είχε συμπεριφερθεί κατά τέτοιο τρόπο.
Ο πατέρας της, δεν είχε πάντοτε διαύγεια ή αντίληψη των πράξεων του, και λόγω της σωματικής και ψυχικής κατάστασης στην οποία ευρισκόταν και η οποία με την πάροδο του χρόνο χειροτέρευε, ήταν έρμαιο των πράξεων και επιθυμιών της εναγόμενης 1 η οποία αποκόμισε με δόλιο τρόπο όφελος εις βάρος της περιουσίας του Αποβιώσαντος πατέρα της, το οποίο μετά με την σειρά της αποξένωσε δωρίζοντας το στον υιό της – εναγόμενο 2.
Η μη αναφορά επί της Αιτήσεως Κήρυξης σε Ανίκανο Πρόσωπο δεν έγινε για σκοπούς παραπλάνησης του Δικαστηρίου, ως η θέση της, διότι ουδέποτε ακούστηκε στην ουσία της ή εκδόθηκε κάποια δικαστική κρίση επί του περιεχομένου της, αφού διαρκούσης αυτής ο πατέρας της απεβίωσε και γι΄ αυτό δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στην αίτηση. Ο σκοπός για τον οποίο έγινε η εν λόγω αίτηση ήταν για προστασία του πατέρα της και τυχόν χορήγηση τέτοιου Διατάγματος θα ήταν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Δικαστηρίου και όχι ανεξέλεγκτη.
Αρνείται τους ισχυρισμούς περί ζήλειας, ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε σχέση ως η εναγόμενη 1 αναφέρει, η οποία εν γνώσει του υιού της επηρέασε αθέμιτα και δόλια τον πατέρα της, ο οποίος τελούσε σε εύθραυστη κατάσταση τόσο σωματικά όσο και ψυχικά και κατάφερε να του αποσπάσει χρήματα καθώς και περιουσία προς ζημία της περιουσίας του. Η εναγόμενη 1, ως η θέση της, προσπαθεί με στοχευμένες επιθέσεις στο πρόσωπο της, αποδεικνύοντας η ίδια την ζήλια και κακία που έτρεφε προς την ίδια, παραγνωρίζοντας ότι η παρούσα αγωγή δεν κινήθηκε από την ίδια προσωπικά. Για δε τα μέτρα που έλαβε, αναφέρει ότι αυτά έγιναν από την ίδια όσο ζούσε ο πατέρας της και ήταν για την προστασία του και αυτά δεν ήταν η καταγγελία στην Αστυνομία αλλά η Αίτηση για Κήρυξη του σε Ανίκανο Πρόσωπο, διότι σκοπός της δεν ήταν ποτέ η τιμωρία οποιουδήποτε αλλά η διασφάλιση της φροντίδας και της ευημερίας του πατέρα της. Δυστυχώς κατά την ίδια αυτά κινήθηκαν πολύ αργά με αποτέλεσμα πριν ακουστεί η Αίτηση ο πατέρας της να αποβιώσει και η Αίτηση να καταστεί άνευ αντικειμένου.
Αναφέρει επίσης ότι η εναγόμενη 1 ήταν αυτή που ζητούσε το ποσό των €3.000- μηνιαίως ως «αύξηση» για τον μισθό της λόγω του ότι ως της ανέφερε τότε «είχε αυξημένα έξοδα» - κάτι με το οποίο στην αρχή η ίδια συγκατατέθηκε καθότι θεώρησε ότι τα λεφτά θα προορίζονταν για την φροντίδα του πατέρα της κάτι που αποδείχθηκε λάθος, ως η θέση της, και τότε σταμάτησε.
Ο πατέρας της ήταν σωματικά και ψυχικά ευάλωτος και απροστάτευτος έναντι στην ισχυρή θέληση, εξουσία και καταπίεση της εναγόμενης 1 και η λύση δεν θα ήταν ποτέ η Αστυνομία αλλά η φροντίδα και η διασφάλιση ότι θα βρισκόταν κάπου όπου όχι μόνο θα λάμβανε φροντίδα αλλά δεν θα δεχόταν πιέσεις ή ανοίκειο επηρεασμό. Μέτρα λήφθηκαν όταν αντιλήφθηκε το μέγεθος του επηρεασμού και της ανοίκειου επιρροής που ασκούσε η εναγόμενη 1 εν γνώσει του εναγόμενου 2).
Ως προς την διαθήκη του 2016 δεν την γνώριζε και ούτε είχε λόγο να την γνωρίζω, καθότι οι δικηγόροι της στην τότε Αίτηση για Κήρυξη Ανίκανου Προσώπου την ενημέρωναν για την πορεία της υπόθεσης και δεν διατηρούσε φάκελο της υπόθεσης. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της αιτήτριας η τελευταία διαθήκη είναι και αυτή που μετρά – στην οποία δε καμία αναφορά γίνεται σ’ αυτή καθότι είναι εμφανές, ως η θέση της, ότι ο πατέρας της, μακριά από τις επιρροές και καταπίεση της εναγόμενης 1 μπορούσε να εξασκήσει την βούληση του, έστω και διαλειμματικά. Για το ζήτημα της προγενέστερης διαθήκης, δεν είχε λόγο να το γνωρίζει παρά μόνο μετά την καταχώρηση της ένστασης στην παρούσα αίτηση. Η σύνταξη της διαθήκης και η διανομή της περιουσίας του πατέρα της, ήταν θέμα δικό του και δεν θα είχε λόγο να διατηρεί τέτοιο αντίγραφο. Ουδέποτε διατηρούσε «αντίγραφα» διαθηκών τρίτων προσώπων και δεν μπορεί να γνωρίζω εάν η εναγόμενη 1 συνήθιζε να «διατηρεί» τέτοια αντίγραφα και με ποια λογική.
Είναι η θέση της ότι η εναγόμενη 1 μετά τον θάνατο του πατέρα της «φρόντισε» να κλείσει όλους τους λογαριασμούς τους οποίους διατηρούσε μ’ αυτόν και οι οποίοι ανοίχθηκαν λόγω των θεμάτων που ταλάνιζαν τον πατέρα της και για σκοπούς ευκολίας στην μεταφορά των χρημάτων από την ίδια προς τον πατέρα της. αφού ο ίδιος αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα μεταξύ άλλων.
Για το γεγονός τυχόν πληρεξουσίου εγγράφου, δεν γνώριζε και σε ότι αφορά την μεταβίβαση ακινήτου προς την ίδια, αυτή ήτο αποτέλεσμα έκδοσης εξ’ συμφώνου απόφασης ενώπιον του Ε/Δ Πάφου. Ο πατέρας της είχε υπογράψει συμφωνία για αγορά κατοικίας περί το έτος 2013 στην οποία παρέμεινε ανεξόφλητο ποσό για το οποίο του κινήθηκε συγκεκριμένη αγωγή στο Ε/Δ Πάφου. Σε διαπραγματεύσεις με τον πατέρα της και τους πωλητές εκδόθηκε εξ’ συμφώνου απόφαση και ανέλαβε η ίδια, στα πλαίσια της εξ συμφώνου διευθέτησης και υπέγραψε απευθείας νέο έγγραφο με τους πωλητές καταβάλλοντα το τίμημα. Ο δε πατέρας της και οι πωλητές υπέγραψαν ακυρωτικό έγγραφο του πρώτου αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Για τον λόγο αυτό, ως η θέση της, η εναγόμενη 1 ψεύδεται αφού ουδέποτε τέθηκε ποτέ θέμα από τον πατέρα της, όλα έγιναν εν γνώσει του στην βάση συμφωνητικών εγγράφων και οι ισχυρισμοί της περί «ανταλλαγής» είναι εμφανώς ψευδείς (Βλ. Τεκμήριο 16).
Είναι η θέση της ότι η σύμβαση δωρεάς που καταρτίστηκε (σε σχέση με το επίδικο ακίνητο) ήταν εικονική και αποτέλεσμα ανοίκειου επιρροής ενώ δε περαιτέρω το τίμημα κατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε η εναγόμενη 1 το οποίο και με τον θάνατο του απέσυρε, αποδεικνύοντας τις θέσεις της, ενώ δε προηγουμένως επικαλείται άγνοια για την ύπαρξη της διαθήκης του 2022 αργότερα αναφέρει ότι αποτέλεσε αντάλλαγμα. Δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του πατέρα της επί του Τεκμηρίου 9 της Ε/Δ Ένστασης, ούτε γιατί φαίνεται να υπογράφουν δύο άτομα, ούτε τι είναι ακριβώς η σελίδα που συνοδεύει την «ισχυριζόμενη» συμφωνία. Σε σχέση δε με την οποιαδήποτε περιουσία του πατέρα της στις ΗΠΑ τυγχάνει διαχείρισης ως οι Νόμοι των ΗΠΑ ορίζουν.
Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 11 της Ε/Δ Ένστασης όπου στην παρ.8.9 η εναγόμενη 1 αναφέρει ότι «της είχα στείλει επιστολή μέσω των δικηγόρων μου», η οποία είναι, ως η θέση της, ενδεικτική της εξουσίας και απόλυτης κυριαρχίας και ανοίκειου επιρροής που ασκούσε η εναγόμενη 1 και η οποία ήταν σε πλήρη γνώση του εναγόμενου 2. Το ίδιο το Τεκμήριο 9 της Ε/Δ Ένστασης, ως η θέση της, όπως φαίνεται αποστάλθηκε με αναφορά ως «πελάτη» τον πατέρα της, στα πλαίσια της Αίτησης για Κήρυξη Ανίκανου Προσώπου. Είναι πασιφανές, ως η θέση της, ότι η καταχώρηση της Ένστασης στην τότε Αίτηση, της Ε/Δ στην τότε Αίτηση, η Επιστολή – τεκμήριο 9 της Ε/Δ Ένστασης σε συνδυασμό με τις αναφορές της εναγόμενης 1 που λέει πως «της είχα στείλει επιστολή μέσω των δικηγόρων μου» ήταν πλήρως, αποκλειστικά και εντέχνως σχεδιασμένες και καθοδηγούμενες από την εναγόμενη 1. Εάν δεν ίσχυαν τα όσα αναφέρει, ως η θέση της, ο πατέρας της θα ήταν πλήρως ικανός και δεόντως καταρτισμένος να της απευθύνει τέτοια επιστολή – αλλά η εναγόμενη 1 άθελα της το παραδέχεται, έστω και τώρα. Ο πατέρας της, ειδικά προς το τέλος της ζωής του, ήταν πλήρως και αποκλειστικά καθοδηγούμενος από την εναγόμενη 1 η οποία εξουσίαζε επί της θελήσεως του, ειδικά τους τελευταίους μήνες της ζωής του, μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία, ενώ ήταν κατάκοιτος στο σπίτι και πολλές φορές η εναγόμενη 1 δεν τον μετακινούσε για μέρες κάθε φορά, ενώ η ίδια συχνά άφηνε άλλους να τον προσέχουν και η ίδια γυρνούσε όλη μέρα. Αυτή την πληροφορία της την έδωσαν δύο άτομα, το όνομα του ενός μόνο θυμόταν.
Ολοκληρώνοντας την ΣΕΔ της αναφέρει ότι η διαβίωση της εναγόμενης 1 εξασφαλίζεται και προς τούτο αποδεικνύεται με την νομική της εκπροσώπηση και τα ταξίδια της πίσω στην Βουλγαρία. Δεν δεσμεύτηκε κανένας λογαριασμός του εναγόμενου 2, ούτε δε και το σύνολο του λογαριασμού των παρά μόνο μέχρι ποσού €237.000, ως η αξία των αξιούμενων. Δεν έχει προσκομιστεί κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει το μέγεθος των επίδικων λογαριασμών, αν υπάρχει περίσσευμα, αποδεικτικά σύνταξης ή οτιδήποτε άλλο για υποστήριξη των ισχυρισμών της και εξόδων της εναγομένης 1. Με τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος και στην προσκόμιση αποδεικτικού σύνταξης, είναι η θέση της ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει κατάλληλες οδηγίες. Τυχόν αποδέσμευση ποσών ή ακίνητης περιουσίας θα σήμαινε ορατό κίνδυνο περαιτέρω αποξένωσης ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν παραθέτουν οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν την φερεγγυότητας τους σε περίπτωση που κληθούν να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό. Κατά συνέπεια τυχόν ακύρωση των προσωρινώς εκδοθέντων διαταγμάτων θα άφηνε την Διαχείριση της περιουσίας του πατέρα μου εκτεθειμένη και μη δυνάμενη να αποζημιωθεί, ενώ το αντικείμενο της Αγωγής θα ήταν απροστάτευτο από περαιτέρω αποξένωση. Ο δε εναγόμενος 2 δεν είναι σε καμία περίπτωση τρίτο πρόσωπο, ασχέτως οποιασδήποτε θέσης ή πλευράς το Δικαστήριο επιλέξει να πιστέψει ως η θέση της.
H εναγόμενη 1, με τη δική της ΣΕΔ, προς αντίκρουση των όσων αναφέρει η ομνύουσα σε σχέση με την ιδιότητα της εναγόμενης 1, αναφέρει ότι από φωτογραφία ημερομηνίας 14.08.2010 (Βλ. Τεκμήριο 12), αποδεικνύεται ότι πραγματοποίησε ταξίδι αναψυχής με τον αποβιώσαντα ως ζευγάρι στην Βουλγαρία, χώρα καταγωγής της. Σχετικά με τα χρήματα στα οποία κάνει αναφορά η ομνύουσα και τα οποία έστελνε κάθε μήνα, αναφέρει ότι τα χρήματα αυτά ήταν του πατέρα της, αποβιώσαντα και η ομνύουσα ήταν απλώς συνδικαιούχος του λογαριασμού και από τα χρήματα του πατέρα της έστελνε ποσά και όχι από δικά της χρήματα, ενώ επαναλαμβάνει ήταν χρήματα τα οποία κάθε μήνα πιστώνονταν στον λογαριασμό της όχι επειδή εκτελούσε καθήκοντα οικιακής βοηθού αλλά ήταν χρήματα τα οποία τα χρησιμοποιούσε και ξόδευε μηνιαίως για τις καθημερινές τους ανάγκες με τον αποβιώσαντα ώστε να μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς.
Παραδέχεται ότι με την οικιακή βοηθό έχουν σχέση συγγένειας και φιλίας και αυτός ήταν ακριβώς ο λόγος που την επέλεξε με τον αποβιώσαντα ως οικιακή βοηθό καθότι την γνώριζαν πολύ καλά και ήταν άτομο εμπιστοσύνης. Όπως και η ίδια η ομνύουσα παραδέχεται στην αρχική της ένορκη δήλωση και στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ο αποβιώσας τον τελευταίο καιρό πριν αποβιώσει ήταν σωματικά δυσκίνητος και αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα και ως εκ τούτου ο αποβιώσας χρειαζόταν άμεσα βοήθεια πέραν από την δική της, ενώ η άφιξη οικιακής βοηθού από τρίτες χώρες θα αποτελούσε χρονοβόρα διαδικασία, ενώ χρειάζονταν κάποιο άτομο άμεσα και να μπορούσαν να του έχουν εμπιστοσύνη. Επίσης, σχετικά με το Τεκμήριο 15 το οποίο επισυνάπτει η ομνύουσα στην ΣΕΔ της από διάφορες φωτογραφίες της στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ισχυριζόμενη ότι διασκέδαζε σε ταβέρνα αμέσως μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, είναι η θέση της ότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι προσβλητικοί προς το πρόσωπό της και παράλληλα άσχετοι με την παρούσα αίτηση. Η έξοδος εκείνη πραγματοποιήθηκε μετά από έντονες πιέσεις προς την ίδια για να πάει για φαγητό ώστε να καλυτερεύσει η διάθεση της. Σε κάθε περίπτωση, ως η θέση της, δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά αρνητικό τρόπο προς την ίδια καθότι δεν υπάρχει κριτήριο ή «οδηγίες χρήσης» στο οποίο κάποιος εκδηλώνει και βιώνει με τον δικό του τρόπο το πένθος του ή τα συναισθήματά του.
Είναι η θέση της ότι οι ισχυρισμοί της ομνύουσας περί μη αναφοράς και αποκάλυψης της Αίτησης κήρυξης ανίκανου προσώπου με αρ.18/2023 στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης επειδή δεν είχε κριθεί επί της ουσίας η υπόθεση είναι αόριστοι και αβάσιμοι ισχυρισμοί και έχουν ως μοναδικό σκοπό την διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Η αποκάλυψη και αναφορά της εν λόγω Αίτησης κήρυξης ανίκανου προσώπου στην παρούσα διαδικασία αποτελεί ουσιώδες γεγονός και η απόκρυψή της ισοδυναμεί με την μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της αποτελεί καθοριστικό λόγο ακύρωσης σε τέτοιου είδους διατάγματα, τα οποία αιτούνται στην υπό κρίση αίτηση. Η ομνύουσα όφειλε να αποκαλύψει την ύπαρξη της αίτησης 18/2023, καθότι μεταξύ άλλων επισυνάπτονται ιατρικά πιστοποιητικά του αποβιώσαντα τα οποία αποδεικνύουν ότι ο αποβιώσας είχε σώας τας φρένας και είχε πλήρης διαύγεια και παράλληλα φαίνονται οι αντιπαραθέσεις και η τεταμένη σχέση που είχε η ομνύουσα με τον αποβιώσαντα. Επίσης είναι η θέση της ότι η ομνύουσα προσπαθεί να απαντήσει και να προβάλλει ισχυρισμούς τους οποίους έπρεπε να είχε ήδη αναφέρει και αποσαφηνίσει ενώπιον του Δικαστηρίου με την αρχική της ένορκη δήλωση, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει είναι ψευδείς και παραπλανητικοί και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ως η θέση της.
Θίγει επίσης το γεγονός ότι η ομνύουσα δεν έχει λάβει οποιοδήποτε μέτρο εναντίον της που να την εμποδίζει να την εμποδίζει στο να διανέμει την περιουσία του αποβιώσαντα και ενώ γνώριζε για την ύπαρξη του πληρεξούσιου εγγράφου με τον οποίο ο αποβιώσας την όριζε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του.
Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η ομνύουσα ως προς τον τρόπο που η οικία μεταβιβάστηκε στο όνομα της, είναι η θέση της ότι ανεξαρτήτως του τρόπου μεταβίβασης της αναφερόμενης οικίας, η ομνύουσα όφειλε να το αποκαλύψει ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και όλες τις άλλες πληροφορίες και γεγονότα της υπόθεσης. Η δε απόκρυψη της μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου στο όνομά της ομνύουσας δεν θεραπεύεται με το γεγονός ότι ενδεχομένως να έγινε με άλλο τρόπο από αυτό που πίστευε και ανέφερε. Περαιτέρω, εξ όσων λαμβάνει νομικής συμβουλής, στο Τεκμήριο 16 το οποίο επισυνάπτει η ομνύουσα στην ΣΕΔ της δεν αποκαλύπτονται τα έντυπα μεταβίβασης του ακινήτου ώστε να καταφανεί εάν η μεταβίβαση έγινε ή όχι με πληρεξούσιο έγγραφο. Εν πάση περιπτώσει, όπως αποδεικνύεται και από τα έγγραφα τα οποία έχει συνάψει η ίδια η ομνύουσα ως Τεκμήριο 16 στη ΣΕΔ της, επιβεβαιώνουν τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της η οποία συνοδεύει την ένσταση, ήτοι ότι η μεταβίβαση της αναφερόμενης οικίας έγινε μεταγενέστερα της διαθήκης του έτους 2016 και αφότου ήταν εις γνώση της ομνύουσας από τον ίδιο τον αποβιώσαντα για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της διαθήκης του έτους 2016.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της ομνύουσας ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του πληρεξούσιου εγγράφου σύμφωνα με το οποίο ο αποβιώσας διόριζε της εναγόμενη 1 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του και προς αντίκρουση των ισχυρισμών της, επικαλέστηκε το Τεκμήριο 13, ως το σημείωμα εμφάνισης και το διοριστήριο του δικηγόρου που καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους του αποβιώσαντα στα πλαίσια της αίτησης 18/2023 και δύο αιτήσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν από τους τότε δικηγόρους της ομνύουσας, οι οποίες μεταξύ άλλων αιτούντο από το Δικαστήριο απόφαση σύμφωνα με την οποία το διοριστήριο δικηγόρου (Έντυπο 5) το οποίο καταχώρησε ο αποβιώσας μέσω των δικηγόρων του στα πλαίσια της αίτησης 18/2023 να ακυρώνεται λόγω ισχυριζόμενης παρατυπίας καθότι υπεγράφη από την εναγόμενη 1 ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του αποβιώσαντα, οι οποίες αιτήσεις εν τέλει αποσύρθηκαν από τους δικηγόρους της ομνύουσας. Σχετικά πινάκια για την απόσυρση των εν λόγω αιτήσεων στα πλαίσια της αίτησης 18/2023, τα οποία αναρτήθηκαν από το Δικαστήριο, επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 14. Σύμφωνα με τα συνημμένα έγγραφα, είναι η θέση της ότι αποδεικνύεται ότι η ομνύουσα γνώριζε εξ αρχής όταν είχε προβεί στην καταχώρηση της αίτησης 18/2023 για την ύπαρξη πληρεξούσιου εγγράφου του οποίου ο αποβιώσας διόριζε την εναγόμενη 1 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του ενώ για ακόμη μια φορά αποδεικνύεται ότι η ομνύουσα έχει ως μοναδικό σκοπό να αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης ώστε να επιτύχει την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, αλλά και την έκδοση των διαταγμάτων που δεν εκδόθηκαν. Παράλληλα σε σχέση με την επιστολή που έχει συνάψει ως Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωσή της η οποία συνοδεύει την ένσταση, από παραδρομή και λόγω καλόπιστου λάθους δεν είχε προσέξει ότι λανθασμένα ενεγράφη η φράση «της είχα στείλει επιστολή μέσω των δικηγόρων μου» η οποία θα πρέπει να αντικατασταθεί με τη φράση «του είχε στείλει επιστολή μέσω των δικηγόρων του». Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση της ότι η ομνύουσα για άλλη μια φορά προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, προσπαθώντας με τους ισχυρισμούς της να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο ώστε να σχηματίσει κακή εντύπωση προς το πρόσωπό της, αφού αποφεύγει να απαντήσει επί της ουσίας για το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής η οποία είχε σταλεί κατ’ εντολή του αποβιώσαντα προς την ομνύουσα, ενώ δεν αντικρούονται από την ομνύουσα οι ισχυρισμοί της στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την ένσταση.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ομνύουσας ότι ειδικά τους τελευταίους μήνες της ζωής του αποβιώσαντα, γυρνούσε όλη μέρα και άφηνε άλλους να προσέχουν τον αποβιώσαντα τους απορρίπτει, λέγοντας ότι όλα τα χρόνια που διέμενε και ήταν ζευγάρι με τον αποβιώσαντα τον αγαπούσε και τον φρόντιζε ανελλιπώς, ενώ ουδέποτε άφηνε τον αποβιώσαντα και γυρνούσε όπως ψευδώς αναφέρει η ομνύουσα. Μάλιστα τον τελευταίο καιρό πριν αποβιώσει αποχωρούσε από το σπίτι χωρίς τον αποβιώσαντα λόγω της κατάστασης της υγείας του, μόνο για να πάει για τα ψώνια του νοικοκυριού ενώ επέστρεφε αμέσως κοντά του και πάντοτε ήταν υπό την επίβλεψη ατόμου εμπιστοσύνης, εξ ου και τον τελευταίο καιρό είχαν προσλάβει της ως άνω αναφερόμενη οικιακή βοηθό. Άξιον αναφοράς κατά την ίδια είναι επίσης οι συνεχείς δηλώσεις της ομνύουσας ότι ελάμβανε πληροφορίες από τον κηπουρό, αποδεικνύοντας ότι δεν διατηρούσε καλές σχέσεις με τον πατέρα της και δεν τον επισκεπτόταν ακόμη και λίγο πριν αποβιώσει.
Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον του από αμφότερες τις πλευρές, τόσο μέσα από το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του, αλλά και τα όσα αμφότερες οι συνήγοροι ανέπτυξαν στις αγορεύσεις τους.
Από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, διαφαίνεται ότι υπάρχει μια εκ δια μέτρου αντίθετη τοποθέτηση αμφοτέρων των πλευρών, μεταξύ άλλων, τόσο σε σχέση με την ιδιότητα της εναγομένης 1, ήτοι κατά πόσο υπήρξε μόνο οικιακή βοηθός του αποβιώσαντα ή κατά πόσο ήταν επί σειρά ετών συμβία του και αυτοί συμβίωναν ως σύζυγοι.
Το σημαντικότερο όμως αμφισβητούμενο γεγονός, που το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι και η ουσία της αίτησης, είναι κατά πόσο ο αποβιώσας είχε τους κρίσιμους χρόνους που διέπουν την παρούσα σώας τας φρένας και γενικά κατά πόσο είχε δικαιοπρακτική ικανότητα για να διαχειρίζεται τα της περιουσίας του και γενικά των υποθέσεων του. Αυτός είναι και ο πυρήνας της υπό εξέταση αίτησης, αφού το Δικαστήριο εξετάσει, στην έκταση και στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας και χωρίς ασφαλώς να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Αυτό καθ΄ ότι ουσιαστικά η αιτία της αγωγής και η ουσία της υπό εξέταση αίτησης και η κύρια εκδοχή που η ενάγουσα προωθεί, είναι ότι η εναγόμενη 1, σε συνωμοσία με τον 2, εκμεταλλεύθηκαν την φυσική και πνευματική ανικανότητα του αποβιώσαντα, άσκησαν επιρροή σε αυτόν και χωρίς την ελεύθερη θέληση του, καρπώθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στην υπό εξέταση αίτηση και αιτούνται την έκδοση των υποβοηθητικών Διαταγμάτων, ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω.
Ως προς τούτο, δέον όπως εξεταστεί το κατά πόσο η ενάγουσα, μέσω βεβαίως της ενόρκως δηλούσας που υποστηρίζει την αίτηση, ήτοι της θυγατέρας του αποβιώσαντα, απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και να διατάξει την ακύρωση των εκδοθέντων Διαταγμάτων και την απόρριψη της αίτησης.
H πλευρά της ενάγουσας, προς υποστήριξη της θέσης της, επικαλέστηκε το Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 20/06/2023. Από το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου, διαφαίνεται ότι ο ιατρός που το υπογράφει, επισκέφθηκε τον αποβιώσαντα την ίδια ημέρα και έλαβε πληροφορίες από την οικογένεια του σε σχέση με το ιστορικό του. Με βάση δε τα όσα ο ίδιος εντόπισε από την εν λόγω επίσκεψη, διαπίστωσε τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στο εν λόγω πιστοποιητικό και εισηγήθηκε διενέργεια κάποιων εξετάσεων. Είναι δε η θέση του ότι ο αποβιώσας «he is considered unable to handle with safety his legal issues» και ότι θα χρειαζόταν μόνιμη υποστήριξη από άλλο άτομο.
Η πιο πάνω θέση, όχι μόνο αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2, αλλά προέβαλαν ότι η θυγατέρα απέκρυψαν το γεγονός ότι πριν από το θάνατο του αποβιώσαντα εκκρεμούσε Δικαστική διαδικασία και ότι μέσα από τα έγγραφα αυτής διαφαινόταν ότι ο αποβιώσας είχε σώας τα φρένας με βάση τους ιατρούς που τον παρακολουθούσαν. Η εν λόγω διαδικασία αποκαλύφθηκε μόνο μέσα από την ένσταση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι 1 και 2 και συγκεκριμένα μέσα από το Τεκμήριο 4 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Μέσα από αυτήν διαφαίνεται ότι η θυγατέρα του αποβιώσαντα ζητούσε όπως ο πατέρας της κηρυχθεί ανίκανο πρόσωπο. Αποτελεί δε κοινό έδαφος αμφοτέρων των πλευρών ότι η εν λόγω διαδικασία δεν προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία λόγω του θανάτου του αποβιώσαντος. Σε εκείνη τη διαδικασία η θυγατέρα του αποβιώσαντα επικαλέστηκε το πιο πάνω αναφερόμενο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 20/06/2023 για να στηρίξει το αίτημα της. Στην εν λόγω διαδικασία ο αποβιώσας έφερε ένσταση και προς τούτο υπέγραψε ένορκη δήλωση στις 04/04/2025 ενώπιον του Πρωτοκολλητείου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Με βάση αυτήν, ο αποβιώσας αμφισβητούσε τη θέση της θυγατέρας του ότι δηλαδή η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του. Επιπρόσθετα αμφισβήτησε το ενδεδειγμένο της εξέτασης που έλαβε χώρα στις 20/06/2023. Πέραν τούτου, επισύναψε στην ένορκη του δήλωση τα Τεκμήρια Α και Β τα οποία καταδείκνυαν, ως η θέση του, την πραγματική κατάσταση της υγείας του και που δεν είναι αυτή που παρουσίαζε η θυγατέρα του. Τα εν ιατρικά πιστοποιητικά είναι το μεν πρώτο (ημερομηνίας 06/01/2024) από την προσωπική του ιατρό που τον παρακολουθούσε από το 2021 και το μεν δεύτερο από ψυχίατρο (ημερομηνίας 05/02/2024), αμφότεροι επιβεβαιώνουν ότι αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας μεν, αλλά νοητικώς δεν παρουσιάζει δυσλειτουργία.
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτή η αποκάλυψη είναι ή όχι ουσιώδης και κατά πόσο θα επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου στο να οριστικοποιήσει τα εκδοθέντα Διατάγματα ή εάν κρίνει ότι αυτή η παράλειψη είναι ουσιώδης έτσι ώστε να κρίνει ότι δεν θα ακούσει άλλο την ενάγουσα, με βάση τα πιο πάνω νομολογιακά κριτήρια.
Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική και το Δικαστήριο εξηγεί.
Το γεγονός ότι η εν λόγω Δικαστική διαδικασία δεν προχώρησε με εκδίκαση της ουσίας της λόγω του ότι μεσολάβησε ο θάνατος του πιο πάνω αποβιώσαντα, ουδόλως αναιρεί την υποχρέωση της ενόρκως δηλούσας στην παρούσα διαδικασία – θυγατέρας του αποβιώσαντα να αποκαλύψει την ύπαρξη αυτής της διαδικασίας. Αυτό καθ΄ ότι με την μη αποκάλυψη της κατά το στάδιο που το Δικαστήριο εξέδιδε το Διάταγμα, δεν είχε το πλήρες υπόβαθρο των γεγονότων που διέπουν την παρούσα. Αυτό καθ΄ ότι εάν τίθετο ενώπιον του το περιεχόμενο της εν λόγω διαδικασίας, το Δικαστήριο θα διαπίστωνε ότι υπήρχαν άλλα, μεταγενέστερα ιατρικά πιστοποιητικά από αυτό της 20/06/2023 και μάλιστα το ένα από την προσωπική ιατρό του αποβιώσαντα και το άλλο από ψυχίατρο, που αναιρούσαν τα όσα αναφέρονταν στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 20/06/2023 σε σχέση με την πνευματική διαύγεια και ικανότητα του αποβιώσαντα, στοιχείο καίριας σημασίας για την παρούσα. Συνεπώς θα έπρεπε αυτό να αποκαλυφθεί, πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε. Η μη αποκάλυψη της ύπαρξης της εν λόγω διαδικασίας και ιδίως το περιεχόμενο των Τεκμηρίων Α και Β που υποστήριζαν την ένσταση του αποβιώσαντα, ήτοι τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, κρίνεται από το Δικαστήρια ως ουσιώδης και καίριας σημασίας, που ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ως εκ των άνω, το πιο πάνω Διάταγμα ημερομηνίας 22/07/2025 ακυρώνεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον της αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Υπ.) …………………………………...
Αλ. Φυλακτού, Α.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον:
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο