THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 642/23, 31/10/2025
print
Τίτλος:
THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 642/23, 31/10/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Αλ. Φυλακτού, A.Ε.Δ.                     

                                                                                                 

Αρ. Αγωγής: 642/23

                                                                                                                          THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED

Ενάγοντες – καθ΄ ων η αίτηση

 

ν.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

ΜΑΡΙΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

                                              

                                                   Εναγόμενοι -  αιτητές

 

Ημερομηνία: 31/10/2025

Εμφανίσεις:

Για εναγόμενους - αιτητές στην αίτηση ημερ. 22/09/2025: κα Κυριακή Χαραλάμπους

Για ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση στην αίτηση ημερ. 22/09/2025: κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης για  Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στην υπό εξέταση αίτηση (η αίτηση) οι εναγόμενοι – αιτητές (αιτητές) αιτούνται παρεμπίπτοντα Διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους ενάγοντες – καθ΄ ων η αίτηση (καθ΄ ων η αίτηση) όπως προβούν σε οποιανδήποτε ενέργεια με την οποία να πωλείται ή να αποξενώνεται το επίδικο ακίνητο, καθώς επίσης να απαγορεύεται στους ενάγοντες από το να προωθήσουν ενέργειες δυνάμει του Ν. 9/1965 με τις οποίες το επίδικο ακίνητο πωληθεί δια πλειστηριασμού. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι το επίδικο ακίνητο συνιστά την κύρια κατοικία των αιτητών και βαρύνεται με εμπράγματες εξασφαλίσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παρείχε στους εναγόμενους συγκεκριμένη τράπεζα και που ακολούθως η ενάγουσα (καθ΄ ων η αίτηση) εξαγόρασε τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 και στην οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη 2. Σε αυτήν κάνει μια ιστορική αναδρομή σε σχέση με την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους εναγόμενους από συγκεκριμένη τράπεζα και τις εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν και τις πληρωμές που οι εναγόμενοι προέβησαν.

 

Είναι η θέση των εναγομένων ότι στην προκειμένη ο τερματισμός ημερ. 06/05/2019 δεν είναι νόμιμος καθότι αρνούνται πως υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις (με εξαίρεση την περίοδο του Covid – 19 και συγκεκριμένα μεταξύ Μαΐου 2020 και αρχών του 2021) εκ μέρους των εναγομένων και οφειλόμενα ποσά, ως αυτά τους καταλογίζονται από την ενάγουσα. Ως προς τούτο, προβαίνει σε μια εκτενή αναφορά σε σχέση με τις πληρωμές που γίνονταν από τους εναγόμενους τόσο πριν, όσο και μετά τον εν λόγω τερματισμό και που οι πληρωμές συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, κάνοντας επίσης αναφορά και στην αναδιάρθρωση του δανείου που έγινε σε προγενέστερο χρονικά σημείο.

 

Περαιτέρω, προβαίνει σε μια εκτενή αναφορά σε σχέση με τις προσπάθειες που έγιναν προς επίτευξη συνολικής διευθέτησης του επίδικου χρέους και που οι εν λόγω προσπάθειες έγιναν και με τη συνδρομή Συμβούλου Αφερεγγυότητας και με διορισμό διαπραγματευτή. Παρά δε τις προσπάθειες που έγιναν, οι ενάγοντες προχώρησαν με τη διαδικασία δυνάμει του Ν.9/1965 με την οποία άρχεται η διαδικασία πώλησης δια πλειστηριασμού του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Συγκεκριμένα, απέστειλαν τις ειδοποιήσεις, αρχικά την ειδοποίηση Τύπου Ι (δεν απεστάλη η ειδοποίηση Τύπου Θ ως η θέση τους) και ακολούθως απέστειλαν την ειδοποίηση Τύπου ΙΒ η οποία επιδόθηκε στις 18/09/2025 (σε αυτό το σημείο δέον να επισημανθεί ότι στο παρόν στάδιο δεν εκκρεμεί οποιοσδήποτε προγραμματισμένος πλειστηριασμός αφού δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ).

 

Είναι η θέση των αιτητών ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι το επίδικο ακίνητο είναι η μοναδική και κύρια κατοικία τους, ενώ οι καθ΄ ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιανδήποτε ζημιά και ότι τα αιτούμενα Διατάγματα αποτελούν είναι προσωρινό μέτρο μέχρι τη εκδίκαση της αγωγής (σε αυτό το σημείο δέον να επισημανθεί ότι η αγωγή είναι ορισμένη για ακρόαση στις 24/04/2026). Είναι η θέση των αιτητών ότι τυχόν απόδοση αποζημίωσης σε αυτούς από τους καθ΄ ων η αίτηση σε μελλοντικό χρονικά σημείο (στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και γίνουν αποδεκτές οι θέσεις των αιτητών στην αγωγή), δεν θα αποκαθιστά την απώλεια της κατοικίας και την αναστάτωση της οικογενειακής τους ζωής σε περίπτωση που το επίδικο ακίνητο πωληθεί δια πλειστηριασμού, ενώ εάν τα αιτούμενα Διατάγματα εκδοθούν θα διατηρηθεί το status quo και θα παραμείνει αναλλοίωτο το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς.

 

Η υπό εξέταση αίτηση αρχικά καταχωρήθηκε μονομερώς και αφού το Δικαστήριο άκουσε τις θέσεις των αιτητών, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και διέταξε όπως αυτή επιδοθεί στους καθ΄ ων η αίτηση. Με την επίδοση αυτής, οι καθ΄ ων η αίτηση ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση, όπως και έπραξαν. Με την ένσταση τους προβάλλουν ως λόγους ένστασης (ο τελευταίος λόγος αποσύρθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων) ότι ο αιτητές προβάλλουν αναληθείς ισχυρισμούς, ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και ότι με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται ανεπίτρεπτα ο περιορισμός των δικαιωμάτων τους, ως αυτά πηγάζουν από το Σύνταγμα και τη νομοθεσία.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Μυλωνά. Σε αυτήν, αρχικά κάνει αναφορά στα καθήκοντα του και ακολούθως υιοθετεί τους ισχυρισμούς των εναγόντων ως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης και αντίστοιχα απορρίπτει το περιεχόμενο της υπό εξέταση αίτησης. Προβαίνει δε σε μια ιστορική αναδρομή σύναψης σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στους αιτητές και τις τροποποιήσεις που έγιναν, την παροχή εγγυήσεων που παραχωρήθηκαν και την πορεία του επίδικου χρέους. Υπεραμύνθηκε του νόμιμου του επίδικου τερματισμού και των θέσεων των εναγόντων σε σχέση με τα ποσά που αξιώνονται και ότι υπήρξαν καθυστερημένες δόσεις από πλευράς αιτητών.

 

Αμφότεροι οι συνήγοροι ετοίμασαν γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί στο στάδιο αυτό οι θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου.

 

Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Οι προϋποθέσεις σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο για έκδοση ενδιάμεσου παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι οι πιο κάτω.

 

·         Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση

·         Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

·         Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης  δικαιοσύνη  σε μεταγενέστερο στάδιο.

Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60,  απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο.  Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης  ν. Μέζου (1994) 1 ΑΑΔ 201).

Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι  δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202).

Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου.

Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136  με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου – ν – Colossos Signs Ltd (Aρ.2)(2008) 1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. – ν – Ambramchyk κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014).

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην ΑΜΕRICAN UNIVERSITY OF CYPRUS (AUCY) LTD κ.α. – ν-   S.C.F.B. LTD (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2022) 4 Μαρτίου, 2025, λέχθηκαν τα εξής:

«Η τρίτη προϋπόθεση ως γνωστό αφορά στη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τούτο έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα ακριβές, αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν περιορίζεται στα στεγανά της υλικής ζημιάς. Η δικαιοσύνη ταυτίζεται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»

 

Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

 

Τα εκδοθέντα διατάγματα διασφαλίζουν τη διατήρηση της κατοχής και λειτουργίας της προσωρινής καφετέριας και τη συνέχιση της ανέγερσης με προοπτική τη λειτουργία και διαχείριση της μόνιμης καφετέριας συμφώνως των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, μέχρι την τελική απόφαση της ισχύος ή μη αυτής στα πλαίσια της Αγωγής.

Σε περίπτωση μη οριστικοποίησης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απώλειας της δυνατότητας συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Ενάγουσας, η οποία είναι και η μοναδική στην Κύπρο, και απώλειας του ενδεχομένου επιτυχίας στη βασική της αξίωση για την ισχύ και εφαρμογή της συμφωνίας. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος η Ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην υλική ζημιά αφού έχει ήδη καταβάλει έξοδα και συμβληθεί με εργολάβους και αναμένει και προβλέπει μεγάλο κέρδος, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη και ή υπολογισμούς της Ενάγουσας, Τεκμήριο 15 στην αρχική ένορκη δήλωση του ΑΠ αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, η ζημιά επεκτείνεται και στη συνέχιση των μοναδικών εργασιών της ίδιας της εταιρείας στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη (ανωτέρω), o χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν αλλά και άλλα μεταβλητά κριτήρια, όπως στην προκειμένη περίπτωση η συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της Ενάγουσας.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταρρίπτουν τη θέση των Καθ' ων πως τυχόν έκδοση ή οριστικοποίηση των διαταγμάτων παραβιάζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι, καθότι το Δικαστήριο ακριβώς λαμβάνει υπόψιν τη σύμβαση την οποία τα ίδια τα μέρη επέλεξαν να συνάψουν με τους όρους όπως οι ίδιοι τους συμφώνησαν. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π.Γ. Πολυβίου, Έκδοση 2021, Τόμος B, σελ. 773.

Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση εν πάση περιπτώσει οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία από τη στιγμή που πέραν της ενδεχόμενης απώλειας της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η Ενάγουσα έχει καταδείξει πως η Εναγομένη 1 δεν είναι ικανή να την αποζημιώσει εφόσον πρόκειται για μια μικρή εταιρεία με μετοχικό κεφάλαιο 1000 μετοχών αξίας €1 εκάστη και σίγουρα μικρού οικονομικού εκτοπίσματος, Τεκμήριο 14 στην αρχική ένορκη δήλωση του ΑΠ. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούεται επαρκώς παρά μόνο προβάλλεται μια γενική αναφορά ότι όλοι οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και δύνανται να αποζημιώσουν την Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. Τέτοιος ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός και αόριστος και ως τέτοιος δεν καταδεικνύει την οικονομική κατάσταση ή την όποια ικανότητα αποζημίωσης εκ μέρους των Εναγομένων.

 

Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα της τρίτης προϋπόθεσης εντός των ορθών παραμέτρων που θέτει η νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εντόπισε τη σημασία της κατοχής του χώρου σε σχέση με το MoU και τις αξιώσεις της εφεσίβλητης. Πέραν της Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1245, στην οποία κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Διατάγματα, Injunctions (ανωτέρω), σελ. 131-141, όπου αναφέρεται ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Η τρίτη προϋπόθεση δεν έχει σχέση με τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να προκύψουν στους διαδίκους από την έκδοση ή μη του διατάγματος, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη σε άλλο στάδιο, όπου το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αν θα εκδώσει ή όχι το διάταγμα. Όπου η ζημιά ή η βλάβη συνεχίζει και η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν αναμένεται να είναι ικανή να αποζημιώσει τον αιτούντα, ή όπου υπάρχει αδυναμία στον καθορισμό έκτασης της ζημιάς, θεωρούνται περιστάσεις που σύμφωνα με τη νομολογία, λαμβάνονται υπόψη και συνηγορούν υπέρ της ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης (βλ. επίσης M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co(1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1791, Σεβαστού ν. Σεβαστού (2002) 1 (Γ) 1980, MELOUSKIA COMMERCIAL LTD κ.ά. vCHUMACHENKO κ.ά. (2014) 1(Γ) ΑΑΔ 2110, Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. (ανωτέρω), Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας (2015) 1(Α) ΑΑΔ 731Karydas Taxi CoLtd vKomodikis (1975) 1 CLR 321 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου (2004) 1 (Γ) ΑΑΔ 1528).»

 

Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co LtdvVinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα:

«Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεση στάδιο ήταν εσφαλμένη.  Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670:

 "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν’ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."

Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρ. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρ. 625).

 Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice:

 * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the ‘wrong’ decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been ‘wrong’ in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω:

 "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ‘ status quo ante bellum’. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo."

 

Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo (1984) 1 CLR 263).

 

Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017 & Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980).

Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.

Το κατά πόσον δικαιούται πλην του ενάγοντα να ζητήσει παρεμπίπτον προσωρινό διάταγμα και ο εναγόμενος, εξετάστηκε στην υπόθεση  Ζhigachov Igor και Άλλοι (αρ. 1) (2013) 1 ΑΑΔ 133. Λέχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα, ύστερα από τη σχετική νομοθετική τροποποίηση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Ν.17(Ι)/2004). Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:

« Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν.17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους.  Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read [1876] 1 Ch.D. 600, Carter v. Frey [1894] 2 Ch. 541 και Collison v. Warren [1901] 1 Ch. 812).

Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.50 θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμηση μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του Άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής.»

Παραπομπή στην πιο πάνω υπόθεση, γίνεται στην σελίδα 163 του συγγράμματος «Διατάγματα - Injunctions» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Παρεμπίπτον Διάταγμα μετά από αίτηση του εναγομένου». Σημειώνεται ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 32, πολύ λίγες αιτήσεις για παρεμπίπτοντα διατάγματα έχουν καταχωρηθεί από εναγομένους με αποτέλεσμα αρκετά ζητήματα να μην έχουν διευκρινιστεί νομολογιακά. Τονίζεται ταυτόχρονα η διαπίστωση στην οποία προέβηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ζhigachov (ανωτέρω) ότι χωρίς ανταπαίτηση ή ανταγωγή, θα υπήρχαν δυσκολίες στην εξέταση του κριτηρίου της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

Στο σημείο αυτό δέον όπως σημειωθεί ότι δυνάμει του άρθρου 44Γ(3)(δ) του Ν.9/1965, η εξασφάλιση προσωρινού Διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.32/1960 συνιστά αυτοτελή λόγο παραμερισμού ειδοποίησης Τύπου ΙΑ.

Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση, είναι το κατά πόσον οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν τα Διατάγματα ως αυτά προωθούνται με την υπό εξέταση αίτηση, από την στιγμή που δεν έχουν καταχωρήσει ανταπαίτηση στην αγωγή. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές (Ζhigachov ανωτέρω), αυτό καθίσταται εφικτό μόνο στην περίπτωση που το αιτούμενο από τον εναγόμενο ενδιάμεσο διάταγμα, πηγάζει από την αγωγή ή συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action).

Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αιτούμενα διατάγματα πηγάζουν από την παρούσα αγωγή και συνδέεται άμεσα με το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων. Αυτό καθότι οι ενάγοντες ζητούν με την έκθεση απαίτησης ζητούν, πέραν του αξιούμενου ποσού, Διάταγμα με το οποίο το επίδικο ακίνητο, το οποίο βαρύνεται με συγκεκριμένες υποθήκες, πωληθεί και όπως το τίμημα πώλησης καταβληθεί προς ικανοποίηση του αξιούμενου ποσού. Οι δε εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται το ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι το οφειλόμενο ποσό είναι πολύ μικρότερο. Αμφισβητούν δε ότι υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις και αρνούνται το νόμιμο του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Ως προς την παροχή εγγύησης της εναγόμενης 2, αυτή ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες την πίεσαν και την εξώθησαν να την παράσχει, με σκοπό να χρεωθεί το επίδικο δάνειο με παράνομες χρεώσεις. Περαιτέρω, οι ενάγοντες προβάλλουν τη θέση ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε παραβίαση της νομοθεσίας, ήτοι του Ν. 160(Ι)/1999 άρθρο 3 και ότι επιβλήθηκε στους εναγόμενους η επίδικη συμφωνία μονομερώς και αυθαίρετα, χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να λάβουν νομική συμβουλή.

Ανεξαρτήτως λοιπόν του γεγονότος ότι δεν έχει καταχωρηθεί ανταπαίτηση (παρά το γεγονός ότι στην κατακλείδα της υπεράσπισης τους αιτούνται την απόρριψη της αγωγής και οι ενάγοντες απάντησαν στο δικόγραφο των εναγομένων με τον τίτλο «Απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγομένων»), οι εναγόμενοι δικαιούνται να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων διαταγμάτων διότι αυτά πηγάζουν από το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και που σχετίζεται με το αξιούμενο ποσό και την εκποίηση του επίδικου ακινήτου.

Ως προς τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές έχουν αποδειχθεί από τους εναγόμενους - αιτητές. Σημειώνεται ότι οι αιτητές αμφισβητούν με την υπεράσπιση τους αμφισβητούν το νόμιμο της επίδικης συμφωνίας, του επίδικου τερματισμού και το ύψος του αξιούμενου χρηματικού ποσού. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσιαστική αξιολόγηση των θέσεων των αιτητών, κρίνει ότι έχουν στο αναγκαίο βαθμό αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 ως προς την καλή βάση υπεράσπισης και τις πιθανότητες επιτυχίας της.

Ως προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Νόμου 14/60, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Οι καθ΄ ων η αίτηση, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους, αναφέρουν ότι αυτοί είναι οργανισμός πολύ φερέγγυος και μπορεί να αποζημιώσει τους εναγόμενους κατάλληλα για οποιανδήποτε ζημιά υποστούν για την οποία θα ευθύνονται οι καθ΄ ων η αίτηση.

Στον αντίποδα, οι αιτητές προβάλλουν τη θέση ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και το επίδικο ακίνητο πωληθεί, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού αυτό αποτελεί την μοναδική και κύρια κατοικίας τους.

Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον του μέσα από την αίτηση, την ένσταση και τα όσα εκτενώς αναφέρθηκαν στις αγορεύσεις τους.

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, στην προκειμένη, έχει καταδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση, ως πιο πάνω αναφέρθηκε.

Στην αγόρευση τους οι αιτητές αρνούνται τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι αυτοί είναι φερέγγυοι και επικαλέστηκαν την απόφαση Χ΄΄ Ιωάννου – ν- Gordian Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2019 ημερ. 08/09/2020, ECLI:CY:AD:2020:A298. Ως προς τούτο θα πρέπει να τονιστεί ότι τα γεγονότα της υπόθεσης Χ΄΄ Ιωάννου διαφέρουν από τα γεγονότα της παρούσας διότι εκεί δεν αφορούσε αίτηση όπως την υπό εξέταση αλλά άλλη αίτηση με διαφορετικό νομικό πλαίσιο (αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης). Πέραν τούτου οι αιτητές δεν ζήτησαν όπως καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ούτε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την ένσταση.

Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το Δικαστήριο προχωρεί στην περαιτέρω εξέταση ως προς την τρίτη προϋπόθεση. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αξία του επίδικου ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 21 που συνοδεύει την αίτηση) ανέρχεται σε €557.000 (η εκτιμώμενη περιορισμένη τιμή υλοποίησης ανέρχεται σε €417,750) ενώ το αξιούμενο ποσό με βάση την έκθεση απαίτησης ανέρχεται σε €250.040,52 πλέον τόκοι από το 2019. Θα πρέπει δε σε αυτό το σημείο να υπομνησθεί ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τη μοναδική και κύρια κατοικία των εναγομένων.

Στην προκειμένη, με βάση τα πιο πάνω στοιχεία και με δεδομένο ότι η εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας, του επίδικου τερματισμού και του ύψους του αξιούμενου οφειλόμενου ποσού αποτελούν επίδικα ζητήματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων και στην περίπτωση που το επίδικο ακίνητο πωληθεί δυνάμει των προνοιών του Ν.9/1965, πριν ακόμα εκδοθεί τελική απόφαση στα πλαίσια της παρούσας, οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού θα απωλέσουν την μοναδική και κύρια κατοικία τους, η οποία μάλιστα έχει κατά πολύ μεγαλύτερη αξία από το αξιούμενο ποσό. Η δε ζημιά που θα υποστούν είναι τέτοιας φύσης, λαμβανομένου υπόψη ότι θα απωλεστεί η μοναδική και κύρια κατοικία τους η οποία ως έχει αναφερθεί ανωτέρω είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας από το αξιούμενο ποσό, που δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή αποζημίωσης από τους καθ΄ ων η αίτηση στους αιτητές σε περίπτωση που το επίδικο ακίνητο πωληθεί δυνάμει των προνοιών του Ν.9/1965.

 Στον αντίποδα, οι καθ΄ ων η αίτηση με την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν θα αποστερηθούν του δικαιώματος τους να αιτηθούν την πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των προνοιών του Ν.9/1965 σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Η διατήρηση λοιπόν του σημερινού status quo του επίδικου ακινήτου με το να μην αποξενωθεί και γενικά να μην πωληθεί δυνάμει των προνοιών του Ν.9/1965, διασφαλίζει τόσο τα δικαιώματα αμφοτέρων των πλευρών μέχρι την τελική έκβαση της παρούσας αγωγής, όσο και το ισοζύγιο της ευχέρειας.

Ως προς την παροχή εγγύησης, στην παρούσα δεν έχει εκδοθεί Διάταγμα μονομερώς. Εν τούτοις, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι οι ενάγοντες θα πρέπει να παράσχουν στους καθ΄ ων η αίτηση, λόγω και της φύσης των αιτούμενων Διαταγμάτων σχετική εγγύηση (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ 2015 1 Α.Α.Δ 2672), όπου αποφασίστηκε ότι ναι μεν σε περίπτωση μιας μονομερούς αίτησης η οποία διατάχθηκε όπως επιδοθεί (όπως και στην παρούσα) δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 9 του Κεφ. 6, όμως είναι άλλο το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θέσει, στα ευρεία πλαίσια που εν προκειμένω το δίκαιο  και οι αρχές της επιείκειας του παρέχουν, όρους που θεωρεί εύλογους και δίκαιους, κατά την εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται η παροχή μιας ενδιάμεσης θεραπείας.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Συνακόλουθα, εκδίδονται Διατάγματα ως η αίτηση. Το Διάταγμα να συνταχθεί νοουμένου ότι έκαστος των εναγομένων υπογράψει εγγύηση ύψους €50,000.

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας.

 

 

 

                                                                          (Υπ.) …………………………………...

                                                                                                    Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ.                                                                        

 

 

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο