ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Σωκράτους, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1647/2016
ΜΕΤΑΞΥ:
Λ. Μ. από την Πάφο
Ενάγοντα
και
L. R. S. από την Πάφο
υπό την προσωπική της ιδιότητα και
ως Εκτελέστρια της Διαθήκης του M. W. S.,
αποβιώσαντα, αναφορικά με την περιουσία του στο Isle of Man,
Βρετανικές Νήσους και της Αγγλίας
-----------------------------------
Ημερομηνία: 04 Σεπτεμβρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: κα. Ε. Μαυρικίου και κ. Μ. Μιλτιάδου
Για Εναγόμενη: κα. Γ. Ζυμπουλάκη για κ.κ. Μέρκουρης Τελώνης & Γιολάντα Ζυμπουλάκη Τελώνη Δ.Ε.Π.Ε
Α Π Ο Φ Α Σ Η
I. Εισαγωγή
1. Με την παρούσα Αγωγή, ο Ενάγων επιζητεί την καταβολή ποσού συνολικού ύψους €41.989,88 δυνάμει κατάστασης λογαριασμού και/ή χρεωστικών σημειώσεων και/ή για προσφερθείσες νομικές υπηρεσίες. Η Αγωγή στρέφεται εναντίον της Εναγόμενης τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητα της ως εκτελέστρια της διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα της, M. W. S., (στο εξής ο «Αποβιώσας»), αναφορικά με την περιουσία του στο Isle of Man, Βρετανικές Νήσους και την Αγγλία.
2. Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος ότι η Εναγόμενη υπήρξε πελάτιδα του για την χρονική περίοδο από 12.10.99 έως 13.10.14 και κατόπιν οδηγιών της, υπό τις πιο πάνω ιδιότητες, παρείχε στην Εναγόμενη νομικές υπηρεσίες αναφορικά με δύο αιτήσεις διαχείρισης της περιουσίας του Αποβιώσαντος στο Isle of Man, Βρετανικές Νήσους και στην Αγγλία, (στο εξής συλλογικά καλούμενες οι «Αιτήσεις Διαχείρισης»).
3. Η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος. Είναι η θέση της ότι ουδέποτε ο Ενάγων παρείχε σε αυτήν οποιεσδήποτε υπηρεσίες και εάν ακόμη πράγματι παρασχέθηκαν οποιεσδήποτε υπηρεσίες, τέτοια παροχή υπηρεσιών δεν έγινε κατόπιν οδηγιών ή παροχής εξουσιοδότησης της ίδιας και/ή των αντιπροσώπων της προς τον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ίδια, ως εκτελέστρια της διαθήκης του Αποβιώσαντος, προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες στο πλαίσιο των διαδικασιών των Αιτήσεων Διαχείρισης. Οι επίδικες χρεωστικές σημειώσεις που εξέδωσε ο Ενάγων αφορούν αυθαίρετες, μη συμφωνημένες ή ανύπαρκτες οφειλές, το ύψος των οποίων σε κάθε περίπτωση αμφισβητείται ως υπέρογκο και υπερβολικό.
4. Είναι, περαιτέρω, η θέση της Εναγόμενης ότι η παρούσα Αγωγή κινείται εκδικητικά εναντίον της, καθ’ ότι ένα περίπου μήνα πριν την καταχώριση της παρούσας (22.11.16), συγκεκριμένα στις 13.10.16, είχε προχωρήσει στην καταχώριση αιτήσεων αντικατάστασης του Ενάγοντος από διαχειριστή στις Διαχειρίσεις Αρ. 201/2009 και 202/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που είχαν ως αντικείμενο τις περιουσίες των αποβιωσάντων γονέων της στην Κύπρο.
5. Η Εναγόμενη είχε εγείρει, επίσης, δύο προδικαστικές ενστάσεις στην Υπεράσπιση της, οι οποίες, όμως, δεν προωθήθηκαν και συνεπώς θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφθεί και δεν θα τύχουν εξέτασης, (βλ. Παρασκευάς Ελευθερίου v. Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 703).
6. Με βάση τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα επίδικα ζητήματα καθορίζονται ως ακολούθως: (α) η παροχή ή μη νομικών υπηρεσιών από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, κατόπιν οδηγιών ή εξουσιοδότησης της τελευταίας, και (β) σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι παρασχέθηκαν νομικές υπηρεσίες, κατά πόσον οφείλεται αμοιβή στον Ενάγοντα και το ύψος αυτής.
II. Διαδικασία
7. Προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντος, κατέθεσε η Ε. Σ., δικηγορική υπάλληλος, (ΜΕ1), και η Ν. Ν., δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος, (ΜΕ2), καθώς και ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ3). Προσέφερε, επίσης, μαρτυρία η ίδια η Εναγόμενη (ΜΥ1). Κατατέθηκαν έγγραφες δηλώσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασης όλων των μαρτύρων, καθώς και πληθώρα τεκμηρίων (σύνολο 125) προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών.
8. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των αγορεύσεών τους, ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων, καθώς και το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, έχει συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο στο σύνολό του. Ρητή και αναλυτική αναφορά σε κάθε επιμέρους ισχυρισμό ή θέση των διαδίκων κρίνεται περιττή, καθώς θα περιέπλεκε αδικαιολόγητα την ανάπτυξη της συλλογιστικής του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, γίνεται ειδική μνεία αποκλειστικώς στα ουσιώδη και σχετικά σημεία του μαρτυρικού υλικού και νομικών θέσεων, και μόνο στον βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης και τεκμηρίωσης της παρούσας δικανικής κρίσεως.
III. Σύνοψη Μαρτυρίας
9. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι γνωρίζει προσωπικά την Εναγόμενη και το περιεχόμενο της Αγωγής, καθώς τηρεί υπό την ασφαλή φύλαξη της τον φάκελο της Εναγόμενης αναφορικά με τις Αιτήσεις Διαχείρισης και τον γενικό φάκελο των οφειλόμενων δικηγορικών εξόδων με απλήρωτες χρεωστικές σημειώσεις εκ μέρους πελατών και της Εναγόμενης. Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων παρείχε υπηρεσίες προς την Εναγόμενη αναφορικά με την ετοιμασία των Αιτήσεων Διαχείρισης. Όταν οι εν λόγω Αιτήσεις Διαχείρισης ετοιμάστηκαν για αποστολή και καταχώριση στο εξωτερικό, απέστειλαν επιστολές προς την Εναγόμενη, ενημερώνοντας την για τα εν λόγω διαβήματα καθώς και τα έξοδα που θα χρέωνε το δικηγορικό γραφείο, (βλ. επιστολές ημερ. 22.10.2009 και 07.12.2010 ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα). Σε αμφότερες τις επιστολές, υπήρχε επισυνημμένο έγγραφο που τιτλοφορείτο Scale of Charges (στο εξής οι «Κλίμακες Χρεώσεων»). Κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντος, ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού ημερ. 31.10.2016 μαζί με δύο χρεωστικές σημειώσεις συνολικού ύψους €26.184,83 αναφορικά με την Αίτηση Διαχείρισης στο Isle of Man και συνοδευτική επιστολή ίδιας ημερομηνίας. Ετοίμασε, επίσης, αντίστοιχη κατάσταση λογαριασμού ημερ. 31.10.2016 μαζί με δύο χρεωστικές σημειώσεις συνολικού ύψους €15.805,05 αναφορικά με την Αίτηση Διαχείρισης στην Αγγλία και συνοδευτική επιστολή ίδιας ημερομηνίας. Τα πιο πάνω έγγραφα αποστάληκαν στις 31.10.16 στη διεύθυνση της Εναγόμενης και επιδόθηκαν στην τελευταία μέσω ιδιώτη επιδότη στις 08.11.2016, χωρίς καμία ανταπόκριση, (οι σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 6).
10. H M.E.2 κατέθεσε ότι γνωρίζει πολύ καλά την Εναγόμενη, καθ’ ότι υπήρξε πελάτιδα του Ενάγοντος και ερχόταν πολύ συχνά στο δικηγορικό γραφείο για σκοπούς ετοιμασίας και προώθησης των Αιτήσεων Διαχείρισης, ήτοι για την παροχή διάφορων απαιτούμενων πληροφοριών και υπογραφή διαφόρων εγγράφων τα οποία ετοιμάζονταν από το δικηγορικό τους γραφείο και μετά αποστέλλονταν από αυτούς στα αρμόδια τμήματα. Ισχυρίστηκε ότι κατά τις 05.07.2010 έλαβε οδηγίες από τον Ενάγοντα, μετά από ραντεβού που είχε ο τελευταίος με την Εναγόμενη, όπως ετοιμάσει όλα τα σχετικά έγγραφα και έντυπα για την Αίτηση Διαχείρισης στην Αγγλία. Η μάρτυρας περιέγραψε τις εργασίες στις οποίες προέβη με σκοπό την ανεύρεση και συμπλήρωση των διάφορων εντύπων, την επικοινωνία που είχε με την Εναγόμενη για τον σκοπό λήψης όλων των απαραίτητων πληροφοριών, καθώς και την επικοινωνία που είχε το δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος με τους δικηγόρους του Αποβιώσαντος στην Αγγλία, Bennet Brooke – Taylor & Wright Solicitors, με το IR Capital Taxes για σκοπούς έκδοσης του Απαλλακτικού IHT421 και μεταγενέστερα με το Probate Department του Principal Registry of the Family Division, στο Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο, για σκοπούς καταχώρισης της αντίστοιχης Αίτησης Διαχείρισης και έκδοσης του διατάγματος διαχείρισης. Κατέθεσε σχετικά προς απόδειξη των ισχυρισμών της τα Τεκμήρια 7 έως 57. Αναφέρει ότι, κατά ή περί τις 27.11.2014, εκδόθηκε το αντίστοιχο διάταγμα διαχείρισης αναφορικά με την περιουσία του Αποβιώσαντος στην Αγγλία και αποστάλθηκε την ίδια ημερομηνία από το Probate Department προς τον Ενάγοντα στην ταχυδρομική θυρίδα του δικηγορικού γραφείου τους στην Κύπρο. Η Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι ενημέρωσε την Εναγόμενη μέσω επιστολής ημερ. 22.12.2014 περί της έκδοσης του εν λόγω διαχειριστικού διατάγματος, καλώντας την να εξοφλήσει τα έξοδα τους και να υπογράψει την φόρμα μεταβίβασης (AS1) αναφορικά με το ακίνητο του Αποβιώσαντος στην Αγγλία, χωρίς ανταπόκριση από την Εναγόμενη. Όλες οι πιο πάνω υπηρεσίες και εργασίες, περιλαμβανομένης και της επιστολογραφίας που υπέγραφε η Εναγόμενη, έγιναν από την ίδια και με τον έλεγχο, συμμετοχή και εποπτεία του Ενάγοντος.
11. Ο Ενάγων ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ότι είναι δικηγόρος εδώ και 41 χρόνια και διατηρεί δικηγορικό γραφείο στην Πάφο. Είναι ο ισχυρισμός του ότι κατά τα έτη 2009 μέχρι 2013, η Εναγόμενη ερχόταν συχνά στο γραφείο του στο πλαίσιο παροχής νομικών υπηρεσιών αναφορικά με τις Αιτήσεις Διαχείρισης. Κατά ή περί την 22.10.2009 η Εναγόμενη του έδωσε οδηγίες όπως ετοιμάσει όλα τα σχετικά έγγραφα για την Αίτηση Διαχείρισης και έκδοση διατάγματος διαχείρισης με Διαθήκη αναφορικά με την περιουσία του Αποβιώσαντος στο Isle of Man. Επιπρόσθετα, κατά ή περί την 05.07.2010, η Εναγόμενη του έδωσε οδηγίες για την αντίστοιχη Αίτηση Διαχείρισης αναφορικά με την περιουσία του Αποβιώσαντος στην Αγγλία, (σχετικά κατέθεσε τα Τεκμήρια 62 και 63). Ο Μ.Ε.3 κατέθεσε ότι όλες οι νομικές υπηρεσίες αναφορικά με την ετοιμασία των σχετικών εγγράφων για σκοπούς καταχώρισης των Αιτήσεων Διαχείρισης, η σχετική επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές και εν γένει όλες οι εργασίες μέχρι και την έκδοση των αντίστοιχων διαταγμάτων διαχείρισης έγιναν από το δικηγορικό του γραφείο. Αναφορικά με την Αίτηση Διαχείρισης στο Isle of Man, οι υπηρεσίες τους επεκτάθηκαν μέχρι και την μεταβίβαση της περιουσίας που ευρίσκετο στην εν λόγω δικαιοδοσία στο όνομα της Εναγόμενης. Ο μάρτυρας είχε δώσει οδηγίες προς την Μ.Ε.2 να ετοιμάσει την Αίτηση Διαχείρισης στην Αγγλία και ο ίδιος ετοίμασε την αντίστοιχη Αίτηση Διαχείρισης στο Isle of Man. Όλα τα έγγραφα περνούσαν από τον έλεγχο του και αποστέλλονταν προς τις αρμόδιες αρχές. Οποιαδήποτε έγγραφα αποστέλλονταν στην διεύθυνση της Εναγόμενης από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, η Εναγόμενη τα προσκόμιζε στο γραφείο του για να προωθηθούν οι εν λόγω διαδικασίες. Το δικηγορικό γραφείο του πλήρωσε, επίσης, πολλά πραγματικά έξοδα στο πλαίσιο προώθησης της Αίτησης Διαχείρισης στην Αγγλία. Ο Μ.Ε.3 εξήγησε τη διαδικασία που κατ’ ισχυρισμόν ακολούθησε για σκοπούς υποβολής και προώθησης της Αίτησης Διαχείρισης στο Isle of Man. Συνολικά προς απόδειξη των ισχυρισμών του κατέθεσε τα Τεκμήρια 58 έως 89.
12. Αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα του, ήταν η θέση του ότι ανέφερε πολλάκις το ζήτημα αυτό στην Εναγόμενη, η οποία όμως απέφευγε να το συζητήσει μαζί του. Είναι ο ισχυρισμός του ότι εν’ όψει της συμπεριφοράς της Εναγόμενης, ανέθεσε στην Μ.Ε.1 να ετοιμάσει τα Τεκμήρια 3 και 4, με βάση τις Κλίμακες Χρεώσεων για εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Ανέφερε ότι η Εναγόμενη γνώριζε τις εν λόγω Κλίμακες Χρεώσεων, καθώς δόθηκαν σε αυτήν προ ετών μέσω των Τεκμηρίων 1 και 2. Εξήγησε, επίσης, ότι κατά τον υπολογισμό των δικηγορικών εξόδων του, οι αξίες των περιουσιών του Αποβιώσαντος στην Αγγλία και στο Isle of Man δεν μετατράπηκαν από Στερλίνες σε Ευρώ, με αποτέλεσμα τα ποσά που χρεώθηκαν να είναι χαμηλότερα από τα πραγματικά οφειλόμενα και η Εναγόμενη να επωφεληθεί των αντίστοιχων εκπτώσεων. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, η Εναγόμενη αρνείται ή παραλείπει μέχρι σήμερα να πληρώσει τις επίδικες χρεωστικές σημειώσεις.
13. Η Εναγόμενη κατέθεσε ως Μ.Υ.1. Ήταν η θέση της ότι διόρισε το δικηγορικό γραφείο Bennet Brooke – Taylor & Wright Solicitors στην Αγγλία, το οποίο συνέταξε τη διαθήκη του Αποβιώσαντος που κάλυπτε την περιουσία του στο εξωτερικό, (βλ. Τεκμήριο 11), και διοριζόταν με την ίδια συνεκτελεστής, για να αναλάβει την διεκπεραίωση των διαδικασιών διαχείρισης στο Isle of Man και στην Αγγλία. Ενημέρωσε το εν λόγω γραφείο ότι ο Ενάγων ενεργούσε χωρίς εξουσιοδότηση εκ μέρους της αναφορικά με τις πιο πάνω διαχειρίσεις και τους έδωσε οδηγίες να μην απαντούν στις επιστολές του. Εκ παραδρομής, απεστάλη στον Ενάγοντα η επιστολή ημερ. 20.03.2014 (Τεκμήριο 42). Ισχυρίστηκε ότι, με δικές της ενέργειες και με τη συνδρομή του πιο πάνω δικηγορικού γραφείου στην Αγγλία, προωθήθηκαν οι Αιτήσεις Διαχείρισης τόσο στην Αγγλία όσο και στο Isle of Man και εκδόθηκαν τα σχετικά διατάγματα διαχείρισης, (κατέθεσε προς τούτο τα Τεκμήρια 93, 94, 97 έως 103, 112 έως 114). Το δικηγορικό γραφείο Brooke – Taylors Solicitors (διάδοχο του Bennet Brooke – Taylor & Wright Solicitors), ολοκλήρωσε τη διαδικασία διαχείρισης στην Αγγλία, μεταβίβασε ακίνητο επ’ ονόματι της και εξαργύρωσε κινητή περιουσία του Αποβιώσαντος, (Τεκμήρια 104 έως 107).
14. Τόνισε ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες ή εξουσιοδότηση στον Ενάγοντα να παρέχει οποιεσδήποτε υπηρεσίες αναφορικά με τις διαχειρίσεις του Αποβιώσαντος στο εξωτερικό. Υποστήριξε ότι όποιες υπηρεσίες παρασχέθηκαν από τον Ενάγοντα είχαν ως σκοπό να αποκομίσει ίδιο οικονομικό όφελος, χωρίς να την ενημερώσει ότι θα υπήρχε χρέωση ούτε για το ύψος αυτής. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγων προσφέρθηκε μόνος του να την βοηθήσει στη συμπλήρωση των αρχικών αιτήσεων διαχείρισης και των φορολογικών εντύπων, υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστής των διαθηκών της περιουσίας των αποβιωσάντων γονέων της στην Κύπρο.
15. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι ανέκυψε διαφορά μεταξύ των διαδίκων ως προς την αμοιβή του Ενάγοντος στις Διαχειρίσεις Αρ. 201/09 και 202/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου καθώς και ως προς τις χρεώσεις που απαιτήθηκαν από τον Ενάγοντα προκειμένου να προχωρήσει στη μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας των αποβιωσάντων γονέων της στην Κύπρο επ’ ονόματι της. Σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων αυτών κατατέθηκε ως Τεκμήρια 109 έως 111 και 117 έως 123. Υποστήριξε με έμφαση ότι ουδεμία συμφωνία συνήφθη με τον Ενάγοντα για αμοιβή, αρνήθηκε δε τα αξιούμενα ποσά ως εσφαλμένα, υπέρογκα και αυθαίρετα. Η μάρτυρας κατέθεσε συνολικά προς υποστήριξη της εκδοχής της τα Τεκμήρια 90 έως 125.
IV. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα
16. Είναι σαφώς διατυπωμένη νομολογιακή αρχή ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί δικαστικό έργο και καθήκον και προϋποθέτει συσχέτιση της μαρτυρίας στο σύνολο της και αντιπαραβολή των διϊστάμενων θέσεων, (Χρ. Αργυρίδης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 56/2012, ημερ. 6 Φεβρουαρίου 2018). Η κρίση του Δικαστηρίου δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ένας μάρτυρας, αλλά αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών, (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη), (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, Phipson on Evidence, 14η έκδοση, σελ. 251). Είναι επίσης αποδεκτό ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, (Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη (1995) 2 Α.Α.Δ. 207), και ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους μαρτυρίας δεν είναι νομικά επιλήψιμη, (Χάρη Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454, Mossa Mohamed v. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 165).
17. Μέσα από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας προκύπτουν ως αναντίλεκτα ή παραδεκτά, τα ακόλουθα γεγονότα:
i. Η τελευταία διαθήκη του Αποβιώσαντος έφερε ημερομηνία 09.01.1998 και κάλυπτε ολόκληρη την περιουσία του στο εξωτερικό, πλην της περιουσίας του στην Κύπρο, και συνιστά το Τεκμήριο 11.
ii. Με το Τεκμήριο 11, ο Αποβιώσας διόριζε εκτελεστές της διαθήκης του την Εναγόμενη, στη θέση της μητέρας της και συζύγου του Αποβιώσαντος Ν. S., η οποία είχε προαποβιώσει, καθώς και τους συνεταίρους, κατά τον χρόνο θανάτου του, του δικηγορικού γραφείου Bennet Brooke – Taylor & Wright Solicitors ή της διαδόχου αυτού εταιρείας. Ο Ενάγων υπέγραψε ως ένας εκ των επιβεβαιωτών μαρτύρων της εν λόγω διαθήκης.
iii. Αναφορικά με τις περιουσίες των αποβιωσάντων γονέων της Εναγόμενης στην Κύπρο, είχαν καταχωρηθεί οι Διαχειρίσεις Αρ. 201/09 και 202/09 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στο πλαίσιο των οποίων είχε αρχικά εκδοθεί παραχωρητήριο στον Ενάγοντα. Στις 13.10.2016 η Εναγόμενη καταχώρισε αιτήσεις αντικατάστασης του Ενάγοντος ως εκτελεστή διαθήκης στις πιο πάνω διαχειρίσεις. Οι εν λόγω αιτήσεις εκδικάστηκαν και με αποφάσεις ημερομηνίας 08.06.2017, (Τεκμήρια 124 και 125), διατάχθηκε η παύση του Ενάγοντος από εκτελεστή και διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσάντων και η αντικατάσταση του από την Εναγόμενη.
iv. Τα έξοδα του Ενάγοντος ως εκτελεστή της διαθήκης του Αποβιώσαντος στο πλαίσιο της Διαχείρισης Αρ. 202/2009 καθορίστηκαν και πιστοποιήθηκαν από την αρμόδια Επιτροπή του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στο ποσό των €7.936,37 πλέον ΦΠΑ. Κρίθηκε ότι η αναλογία των υπηρεσιών που προσέφερε ο Ενάγων στο πλαίσιο της πιο πάνω διαχείρισης, μέχρι την αντικατάσταση του, αντιστοιχούσε στα 3/5 των συνολικών υπηρεσιών που θα απαιτούνταν μέχρι το κλείσιμο της διαχείρισης. (Τεκμήριο 116).
18. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εναγόμενης προέβαλαν στη γραπτή αγόρευση τους ότι δεν θα έπρεπε να αποδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, καθότι εργοδοτούνται στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος και, κατά την άποψη τους, προσήλθαν να δώσουν προσυνεννοημένη μαρτυρία προς υποστήριξη του. Η θέση αυτή δεν υιοθετείται από το Δικαστήριο. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους, η μαρτυρία κάθε μάρτυρος εξετάστηκε προσεκτικά, τόσο στη βάση της δια ζώσης μαρτυρίας τους και της συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όσο και σε συνδυασμό με το συνολικό μαρτυρικό υλικό που προσφέρθηκε από τις δύο πλευρές. Για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω μάρτυρες είναι γενικά αξιόπιστες, αποδέχεται όμως μέρος μόνο της μαρτυρίας τους.
19. Η Μ.Ε.1 δεν είχε προσωπική και άμεση γνώση των επίδικων αμφισβητούμενων πραγματικών περιστατικών. Όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση της, η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση για το κατά πόσον είχαν δοθεί οποιεσδήποτε οδηγίες από την Εναγόμενη, ούτε μπορούσε να τοποθετηθεί αναφορικά με τη φύση και έκταση των παρεχόμενων υπηρεσιών ή για το αν η Εναγόμενη είχε συμφωνήσει με τις χρεώσεις του δικηγορικού γραφείου, όπως αυτές καταγράφονταν στις Κλίμακες Χρεώσεων, (Τεκμήρια 1 και 2). Οι αναφορές της περιορίστηκαν σε πληροφορίες και οδηγίες που λάμβανε από τον Ενάγοντα καθώς και σε προσωπικά της συμπεράσματα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της επί των πιο πάνω ζητημάτων δεν γίνεται αποδεκτή.
20. Η άμεση εμπλοκή της ΜΕ1 περιορίστηκε στην ετοιμασία και αποστολή των Τεκμηρίων 1 έως 4, στη βάση οδηγιών του Ενάγοντος. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 1 και 2, κατέθεσε ότι τα ετοίμασε και τα απέστειλε ταχυδρομικώς στην Εναγόμενη, μέσω απλού ταχυδρομείου στην ταχυδρομική θυρίδα της τελευταίας. Ο Ενάγων στηρίζεται στα εν λόγω Τεκμήρια για να αποδείξει ότι η Εναγόμενη είχε ενημερωθεί για τις Κλίμακες Χρεώσεων επί των οποίων υπολογίστηκαν οι επίδικες αμοιβές, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, αποτελεί ουσιώδη στοιχείο της αιτίας αγωγής το οποίο έπρεπε να έχει δικογραφηθεί εξαρχής, (βλ. Δ.19 Θ.4, 13, 20, 21 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως ισχύουν για την παρούσα Αγωγή). Η απάντηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθής και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης, (βλ. Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd (2014) 1 ΑΑΔ 2258, Σαλαχώρη v. Παναγιωτίδου (2016) 1 ΑΑΔ 664). Συνεπώς, κρίνεται ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί από όλους τους μάρτυρες του Ενάγοντος αναφορικά με τα Τεκμήρια 1 και 2 και τις συνέπειες της ισχυριζόμενης κοινοποίησης αυτών στην Εναγόμενη, κινείται εκτός των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντος και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
21. Υπενθυμίζεται ότι, ακόμη και αν παρεισφρύσει μαρτυρία μη αποδεκτή, το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα, αλλά και την υποχρέωση, να βασιστεί στο τέλος της δίκης μόνο σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας οτιδήποτε μη επιτρεπτό. Τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά αλλά τόσο γλαφυρά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180, κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής (βλ. μεταξύ άλλων Christakis Loucaides v. CD. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R. 134, Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (1991) 1 ΑΑΔ 24, Βραχίμη v. Κουλουμπρή (1992) 1 ΑΑΔ 836, Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enter. Ltd κ.α. (1997) 1(Β) ΑΑΔ 814).
22. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 3 και 4, η ΜΕ1 ήταν σταθερή στη θέση της ότι τα ετοίμασε στη βάση οδηγιών του Ενάγοντος, υπολογίζοντας τις χρεώσεις σε ποσοστό 6% επί της αξίας των περιουσιών, σύμφωνα με τις Κλίμακες Χρεώσεων. Ο Ενάγων έλεγξε και ενέκρινε τα ποσά. Τα έγγραφα αυτά αποστάλθηκαν ταχυδρομικώς και επιδόθηκαν μέσω ιδιώτη επιδότη στην Εναγόμενη, (βλ. Τεκμήρια 5 και 6), γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Η σχετική μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή, με το ζήτημα της ουσίας της αξίωσης του Ενάγοντος να εξετάζεται κατωτέρω.
23. Δεν κρίθηκε, ωστόσο, πειστική η εξήγηση που έδωσε η μάρτυρας για την καθυστέρηση στην έκδοση των Τεκμηρίων 3 και 4, (στις 31.10.2016), σε σχέση με τις ημερομηνίες έκδοσης των διαταγμάτων διαχείρισης στο Isle of Man και Αγγλία, ήτοι 17.03.2010 και 27.11.2014, αντίστοιχα. Η γενική επίκληση φόρτου εργασίας και επιβαρυμένης «λίστας εκκρεμοτήτων» δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση 6 και 2 χρόνων, αντίστοιχα, στην έκδοση χρεωστικών σημειώσεων για αμοιβές του δικηγορικού γραφείου ύψους €26.184,83 και €15.805,05.
24. Η Μ.Ε.2 άφησε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και κρίνεται αξιόπιστη. Για τους λόγους, ωστόσο, που θα επεξηγηθούν κατωτέρω γίνεται αποδεκτό μόνο μέρος της μαρτυρίας της.
25. Από την μαρτυρία της και τα τεκμήρια που προσκόμισε προκύπτει ότι είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή στην προώθηση της Αίτησης Διαχείρισης στην Αγγλία. Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται μέσα από την πληθώρα των εντύπων και επιστολών που είχε υπό τη φύλαξη της και κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 έως 57, τα οποία αφορούν την εν λόγω Αίτηση Διαχείρισης. Κατά την αντεξέταση, υπήρξε σταθερή και σαφής στις απαντήσεις της για τις συγκεκριμένες πτυχές των επίδικων ζητημάτων, δίνοντας αναλυτικές λεπτομέρειες ή παραπέμποντας σε συγκεκριμένα τεκμήρια επεξηγώντας το περιεχόμενο αυτών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ήταν ειλικρινής στα εν λόγω ζητήματα και τα σχετικά ευρήματα θα καταγραφούν στη συνέχεια.
26. Αντίθετα, η μάρτυρας απέφευγε εσκεμμένα να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικές με τις αιτήσεις αντικατάστασης του Ενάγοντος από διαχειριστή στις Διαχειρίσεις Αρ. 201/2009 και 202/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, προβάλλοντας ως επί το πλείστον τη δικαιολογία ότι τα θέματα ήταν άσχετα με την παρούσα υπόθεση ή ότι δεν θυμόταν. Η στάση της κατέδειξε εμφανή αμηχανία και απροθυμία να τοποθετηθεί επί του ζητήματος, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της ως προς αυτό να μην έχει οποιαδήποτε βαρύτητα. Ομοίως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η τοποθέτηση της σε ζητήματα νομικής ερμηνείας της συμπεριφοράς της Εναγόμενης ή εξαγωγής συμπερασμάτων περί ύπαρξης οδηγιών ή συμφωνίας. Η μάρτυρας, μολονότι δικηγόρος, κατέθεσε ως μάρτυρας γεγονότων · η εξαγωγή συμπερασμάτων με βάση το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας ανήκει αποκλειστικά στην κρίση του Δικαστηρίου.
27. Η μαρτυρία του Μ.Ε.3 αναφορικά με την παροχή των νομικών υπηρεσιών ενισχύεται από το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίστηκε. Υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα η θέση ότι η αλληλογραφία που είχε με το Probate Office του High Court of Justice of the Isle of Man πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστή της περιουσίας του Αποβιώσαντος στην Κύπρο. Ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ενεργούσε ως δικηγόρος παρέχοντας υπηρεσίες προς την Εναγόμενη και όχι ως εκτελεστής της διαθήκης του Αποβιώσαντος στην Κύπρο, εξηγώντας λεπτομερώς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την πιο πάνω αρμόδια αρχή στο πλαίσιο της σχετικής Αίτησης Διαχείρισης. Οι εξηγήσεις του επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο των εντύπων και επιστολών, (ιδίως Τεκμήρια 64, 71, 72, 75, 76, 77, 78, 80, 82, 83), τα οποία καταδεικνύουν ότι η επικοινωνία αφορούσε ζητήματα πέραν της διαχείρισης της περιουσίας του Αποβιώσαντος στην Κύπρο και ότι ο Μ.Ε.3 ενεργούσε υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
28. Αντίθετα, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του αναφορικά με τις Διαχειρίσεις Αρ. 201/2009 και 202/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και τις σχετικές αμοιβές, καθώς ο μάρτυρας αρνήθηκε επίμονα να απαντήσει σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις αφορούσαν το εν λόγω ζήτημα.
29. Η M.Y.1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση της, απέφυγε να απαντήσει με σαφήνεια και ευθύτητα σε πολλές ερωτήσεις, ενώ η γενικότερη μαρτυρία της παρουσίασε στοιχεία αοριστίας και έλλειψης πειστικότητας. Αν και η βασική υπερασπιστική της θέση ήταν ότι, ως συνεκτελέστρια, προέβη η ίδια με τη βοήθεια του αγγλικού δικηγορικού γραφείου σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τις Αιτήσεις Διαχείρισης, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστικές απαντήσεις για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ή για τα έντυπα που συμπληρώθηκαν, επικαλούμενη συνεχώς αδυναμία μνήμης ή άγνοια. Εύλογα θα αναμενόταν, λαμβάνοντας υπόψη την υπερασπιστική γραμμή της, να είχε ανατρέξει στο προσωπικό αρχείο της και να φρεσκάρει τη μνήμη της για τα επίδικα γεγονότα, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αντικρούσει τις αξιώσεις του Ενάγοντος.
30. Κατά την αντεξέταση της αποδέχτηκε ότι παρέδωσε στον Ενάγοντα τα Τεκμήρια 60, 61, 68 και 69, ότι διάφορα έντυπα για τις Αιτήσεις Διαχείρισης πιθανόν συμπληρώθηκαν και υποβλήθηκαν από τον Ενάγοντα ή το δικηγορικό γραφείο του, και ότι το Probate Office του High Court of Justice of the Isle of Man και η Barclays Wealth, Barclays Bank PLC επικοινωνούσαν απευθείας με τον Ενάγοντα. Παρά ταύτα, προσπάθησε να δικαιολογήσει τα γεγονότα αυτά αποδίδοντας στον Ενάγοντα πρόθεση να δημιουργεί σύγχυση μεταξύ των δικαιοδοσιών Κύπρου, Isle of Man και Αγγλίας. Οι διάφορες δικαιολογίες που προέβαλε η Εναγόμενη, τόσο μέσω της γραπτής δήλωσης της (Έγγραφο Δ) όσο και κατά την αντεξέταση της, για να εξηγήσει και να μειώσει την σημασία της εμπλοκής του Ενάγοντος και του δικηγορικού του γραφείου στις διαδικασίες των Αιτήσεων Διαχείρισης κρίνονται μη πειστικές. Η Εναγόμενη είχε γνώση της πορείας των διαδικασιών και της εμπλοκής του Ενάγοντος μέσω πολυάριθμων επιστολών κατά τη διάρκεια των ετών 2009 έως 2014, και θα μπορούσε να αντιληφθεί τυχόν παρατυπίες ή αυθαίρετες ενέργειες λαμβάνοντας έγκαιρα μέτρα για αποτροπή της ισχυριζόμενης εκμετάλλευσης της, όπως ρητές επιστολές προς τον Ενάγοντα και τις αρμόδιες αρχές για να αποτραπεί η περαιτέρω ανάμειξη του. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη ενημέρωσε το Probate Department στην Αγγλία ή το αγγλικό δικηγορικό γραφείο περί έλλειψης εξουσιοδότησης του Ενάγοντος να ενεργεί εκ μέρους της. Η αλληλογραφία του εν λόγω δικηγορικού γραφείου προς την Εναγόμενη αναφέρεται είτε σε δυσκολίες με τον Κύπριο δικηγόρο[1], είτε σε μεθόδους αποφυγής κοινοποίησης του διατάγματος διαχείρισης στον Ενάγοντα, χωρίς να παρατίθενται οι λόγοι για τέτοιες κινήσεις[2].
31. Ούτε η έγγραφη μαρτυρία της Μ.Υ.1, εξεταζόμενη στο πλαίσιο της συνολικής προσκομισθείσας μαρτυρίας, μπορεί να στηρίξει τους ισχυρισμούς της. Εντούτοις, μέρος των τεκμηρίων που κατέθεσε η Μ.Υ.1 γίνεται αποδεκτό, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω.
32. Με βάση το μέρος της μαρτυρίας της Μ.Ε.2 και του Μ.Ε.3, καθώς και την έγγραφη μαρτυρία της Μ.Υ.1 που κρίθηκε αποδεκτή, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα:
i. To δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος ζήτησε και έλαβε από το δικηγορικό γραφείο Bennet Brooke – Taylor & Wright Solicitors, την πρωτότυπη τελευταία διαθήκη του Αποβιώσαντος αναφορικά με την περιουσία του στο εξωτερικό, (βλ. Τεκμήρια 9, 10, 11).
ii. Οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 είχαν άμεση και προσωπική επαφή με την Εναγόμενη κατά την ετοιμασία των απαιτούμενων εγγράφων για τις Αιτήσεις Διαχείρισης. Η Εναγόμενη παρείχε σε αυτούς πληροφορίες και στοιχεία και αφού τα έντυπα συμπληρώνονταν από τους εν λόγω μάρτυρες, υπέγραφε αυτά όπου απαιτείτο.
iii. Η Εναγόμενη παρέδιδε στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος την αλληλογραφία που λάμβανε από τις αλλοδαπές αρχές ή την τράπεζα Barclays Bank, προκειμένου το δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες. Η αλληλογραφία αυτή απευθυνόταν στην ταχυδρομική θυρίδα της Εναγόμενης.
Αναφορικά με την Διαχείριση στο Isle of Man προκύπτουν τα ακόλουθα ευρήματα:
iv. Ο Μ.Ε.3 συμπλήρωσε το έντυπο διαχείρισης («Common Law Division Testamentary Business»), το οποίο υπεγράφη από την Εναγόμενη, (Τεκμήριο 66), και στάλθηκε στο Probate Office του High Court of Justice of the Isle of Man, (στο εξής το «ΙΟΜ Probate Office»), με επιστολή του Ενάγοντος ημερομηνίας 22.10.2009, (Τεκμήριο 64), συνοδευόμενη από τα Τεκμήρια 67 έως 69 και επιταγή £632,40 εκδοθείσα από την Εναγόμενη, (Τεκμήριο 65). Ως διεύθυνση επίδοσης δηλώθηκε η διεύθυνση της τράπεζας Barclays Wealth, Barclays Bank PLC στο Isle of Man, (στο εξής η «Barclays»), όπου ο Αποβιώσας διατηρούσε λογαριασμό και επενδυτικό χαρτοφυλάκιο (Investment Portfolio).
v. Η πιο πάνω αίτηση παραλήφθηκε από το ΙΟΜ Probate Office, το οποίο ζήτησε πρόσθετες πληροφορίες και διατυπώσεις, (Τεκμήρια 70 και 74). Ο Ενάγων απάντησε στην επιστολή του ΙΟΜ Probate Office ημερομηνίας 02.11.2009, (επισυνημμένη στο Τεκμήριο 70), με επιστολές ημερομηνίας 24.11.2009 και 25.11.2009 (Τεκμήρια 71 και 72). Το Τεκμήριο 72 αποστάλθηκε μέσω συστημένου ταχυδρομείου και υπήρξε χρέωση ποσού €3.44 (Τεκμήριο 73). Ακολούθησε εκτενής αλληλογραφία μεταξύ του ΙΟΜ Probate Office, την Barclays και τον Ενάγοντα, (Τεκμήρια 75 έως 81). Στο πλαίσιο αυτό, ο Ενάγων απέστειλε διορθώσεις επί του εντύπου της αίτησης διαχείρισης, πρόσθετα έγγραφα και απαντήσεις σε ερωτήματα της αρχής, (Τεκμήρια 76, 78, 82 και 83). Με επιστολή του ημερ. 22.03.2010 προς το ΙΟΜ Probate Office, ο Ενάγων ζήτησε να ενημερωθεί για την πορεία της έκδοσης του διατάγματος διαχείρισης, (Τεκμήριο 84), λαμβάνοντας απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 29.03.2010 ότι το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε την 19.03.2010 και αποστάλθηκε προς την Barclays, (Τεκμήριο 85). Η Barclays με επιστολή ημερ. 23.03.2010, (Τεκμήριο 86), διαβίβασε το πρωτότυπο διάταγμα διαχείρισης στην Εναγόμενη, (Τεκμήριο 58), η οποία, ακολούθως, το παρέδωσε στον Ενάγοντα.
vi. Μετά την έκδοση του διατάγματος (Τεκμήριο 58), ο Ενάγων απέστειλε επιστολή ημερ. 16.04.2010 προς την Barclays με οδηγίες για μεταβίβαση της περιουσίας του Αποβιώσαντος στο όνομα της Εναγόμενης, (Τεκμήριο 87), συνοδευόμενη από έγγραφα που είχε ετοιμάσει το γραφείο του και υπογράψει η Εναγόμενη. Ακολούθησε περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ της Barclays και της Εναγόμενης, με τον Ενάγοντα να ετοιμάζει το κείμενο της απαντητικής επιστολής της Εναγόμενης, (Τεκμήρια 88, 89, 113). Με επιστολή της ημερ. 28.06.2010 η Barclays ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση της περιουσίας του Αποβιώσαντος στο όνομα της, (Τεκμήριο 114).
vii. Η αξία της περιουσίας στο Isle of Man που δηλώθηκε στην αντίστοιχη Αίτηση Διαχείρισης, (£299.553,68 - Τεκμήριο 66), ήταν εσφαλμένη λόγω διπλού υπολογισμού του ίδιου λογαριασμού σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, ήτοι κατά τον χρόνο θανάτου και κατά την ημερομηνία σύνταξης της επιστολής της Barclays - Τεκμήριο 68. Από τα συνοδευτικά έγγραφα, (Τεκμήρια 68 και 69), προκύπτει ότι ο τραπεζικός λογαριασμός υπ’ αριθμόν 2078-4605 είχε £22.348,69 κατά τον χρόνο του θανάτου και το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο ανερχόταν σε £260.910,00 στις 30.06.2009. Δεν υπάρχει εκτίμηση για την αξία του χαρτοφυλακίου κατά τον χρόνο θανάτου του Αποβιώσαντος.
Αναφορικά με την Διαχείριση στην Αγγλία προκύπτουν τα ακόλουθα ευρήματα:
viii. Το δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος υπέβαλε τα σχετικά έντυπα στο IR Capital Taxes του Ηνωμένου Βασιλείου, (Τεκμήρια 13 έως 19) για έκδοση του Απαλλακτικού IHT421. Η αποστολή έγινε στις 09.12.2010 μέσω Fedex Express/G.A.P. Vassilopoulos Express και χρεώθηκε το ποσό των €34,35, (Τεκμήρια 20 και 21). Το IHT421 εκδόθηκε στις 14.12.2010 (Τεκμήριο 22), και στάλθηκε από την εν λόγω φορολογική αρχή στη διεύθυνση της Εναγόμενης (Τεκμήριο 23).
ix. Η Μ.Ε.2 συμπλήρωσε το έντυπο διαχείρισης («Probate Application Form – PA1»), (Τεκμήριο 26), το οποίο υποβλήθηκε από το γραφείο του Ενάγοντος στο Probate Department του Principal Registry of the Family Division, στο Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο, (στο εξής το «Probate Department»), με επιστολή ημερομηνίας 08.03.2011, (Τεκμήριο 24), συνοδευόμενο από «Statement of Domicile» το οποίο υπεγράφη από τον Ενάγοντα, (Τεκμήριο 27), και επιταγή £93,00 εκδοθείσα από τον Ενάγοντα, (Τεκμήριο 25). Η αποστολή έγινε με Fedex Express/G.A.P. Vassilopoulos Express και υπήρξε χρέωση €34,80, (Τεκμήρια 28 και 29).
x. Το Probate Department ζήτησε από την Εναγόμενη με επιστολές ημερ. 18.03.2011 και 31.10.2011, (Τεκμήρια 30 και 93), την προσκόμιση «Power Reserved form» από τους συνέταιρους του γραφείου Bennet Brooke – Taylor & Wright Solicitors. Το γραφείο του Ενάγοντος επανειλημμένα ζήτησε από το εν λόγω δικηγορικό γραφείο την συμπλήρωση και αποστολή του εν λόγω εγγράφου, (Τεκμήρια 31-35, 37-39), ενημερώνοντας και την Εναγόμενη για την μη ανταπόκριση, (Τεκμήριο 36). Το εν λόγω δικηγορικό γραφείο εν τέλει απάντησε στον Ενάγοντα με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14.11.2013 (Τεκμήριο 40) στο οποίο αναφερόταν ότι θα έλεγχαν με την Εναγόμενη το ζήτημα των οδηγιών της, («(W)e are checking with L. S. as to her instructions in this matter”), και θα επανέρχονταν. Έθιξαν επίσης το ζήτημα του κατά πόσον το έντυπο που τους είχε σταλθεί από το γραφείο του Ενάγοντος ήταν το ορθό. Είχε προηγηθεί επικοινωνία μεταξύ του πιο πάνω γραφείου και της Εναγόμενης από την οποία προκύπτει ότι οι πρώτοι είχαν λάβει οδηγίες να μην επικοινωνούν με τον Ενάγοντα, (Τεκμήρια 95 και 96).
xi. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του Ενάγοντος, (Τεκμήριο 41), και του εν λόγω δικηγορικού γραφείου Brooke – Taylors το οποίο εν τέλει με επιστολή ημερομηνίας 19.03.2014, (Τεκμήριο 42), δήλωσαν πρόθυμοι να παράσχουν «Deed of Renunciation», το οποίο κατά την άποψη τους ήταν το ενδεδειγμένο λόγω της διαδοχής του γραφείου που κατονομαζόταν στη διαθήκη από άλλη οντότητα, νοουμένου ότι τα έξοδα τους προκαταβάλλονταν. Ο Ενάγων ενημέρωσε την Εναγόμενη για την πιο πάνω εξέλιξη με επιστολή ημερομηνίας 31.03.2014, (Τεκμήριο 43). Στις 16.05.2014 το εν λόγω δικηγορικό γραφείο απέστειλε υπογεγραμμένο το πιο πάνω έγγραφο στην Εναγόμενη, (Τεκμήριο 94), η οποία το υπέβαλε στο Probate Department, (Τεκμήρια 97, 98 και 100). Στις 27.11.2014 εκδόθηκε το διάταγμα διαχείρισης, διορίζοντας εκτελέστρια την Εναγόμενη, (στο εξής το «Διάταγμα Διαχείρισης Αγγλίας»), (Τεκμήριο 56). Πρωτότυπο του Διατάγματος Διαχείρισης Αγγλίας στάλθηκε κατ’ ευθείαν στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντος και η Μ.Ε.2 ενημέρωσε σχετικά την Εναγόμενη με επιστολή ημερομηνίας 22.12.2014, (Τεκμήριο 57).
xii. Παράλληλα, το Probate Department ζήτησε προσωπική προσέλευση της Εναγόμενης με επιστολή ημερ. 29.03.2011, (Τεκμήριο 44). Ο Ενάγων αιτήθηκε άδεια για όρκιση της Εναγόμενης ως εκτελέστριας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αντί της μετάβασης της στο High Court of Justice, (Τεκμήρια 45 έως 47). Ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ του Probate Department με τον Ενάγοντα, (Τεκμήριο 48), και την Εναγόμενη αναφορικά με το ζήτημα αυτό, (Τεκμήριο 49 - 51). Η Μ.Ε.2 ετοίμασε τα απαιτούμενα έγγραφα για σκοπούς όρκισης της Εναγόμενης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, τα οποία ακολούθως υποβλήθηκαν στο Probate Department, (Τεκμήριο 50), καθώς και το Τεκμήριο 51. Το Probate Department ζήτησε, περαιτέρω, από την Εναγόμενη πρόσθετες πληροφορίες αναφορικά με τη διαθήκη του Αποβιώσαντος στην Κύπρο, (Τεκμήρια 52, 53 και 108), προς απάντηση των οποίων αποστάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 12.10.2011 που υπογράφεται εκ μέρους της Εναγόμενης συνοδευόμενη από το διάταγμα διαχείρισης στην Αίτηση Διαχείρισης Αρ. 202/09 και την διαθήκη του Αποβιώσαντος στην Κύπρο, (Τεκμήριο 54).
xiii. Η μεταβίβαση του ακινήτου στην Αγγλία επ’ ονόματι της Εναγόμενης έγινε από το δικηγορικό γραφείο Brooke-Taylors Solicitors, (Τεκμήρια 104 έως 106).
xiv. Η αξία της περιουσίας στην Αγγλία δηλώθηκε από την Εναγόμενη στον όρκο της ως £166.952,77 μικτή (“gross estate”) και £158.752,97 καθαρή (“net estate”), (Τεκμήριο 50).
33. Αποδεκτό γεγονός αποτελεί και η ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων για διευθέτηση των οφειλών που σχετίζονταν με τις διαχειρίσεις των περιουσιών των αποβιωσάντων γονέων της Εναγόμενης στην Κύπρο, (Τεκμήρια 109 - 111, 117 - 123), χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί συμφωνία.
V. Νομική Πτυχή
34. Ο Ενάγων εδράζει την αξίωση του στην αρχή της εύλογης αμοιβής. Είναι η εισήγηση της Εναγόμενης ότι η εν λόγω βάση αγωγής δεν δικογραφείται και ότι ο Ενάγων, ως κατ’ ισχυρισμόν διαφάνηκε κατά τη μαρτυρία του, στηρίζεται στη βάση του αστικού αδικήματος του δόλου. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι δεν προσφέρθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες δόλου και δεν καταχωρίστηκε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ως απαιτεί η Δ.2 Θ.6(4)[3] στην περίπτωση των αγωγών όπου γίνεται επίκληση δόλου. Συνεπώς, υποβάλλεται από την πλευρά της Εναγόμενης ότι η αξίωση του Ενάγοντος στερείται δικονομικά αποδεκτής νομικής βάσεως.
35. Ξεκινώντας από την τελευταία εισήγηση της πλευράς της Εναγόμενης, προκύπτει καθαρά μέσω των έγγραφων προτάσεων του Ενάγοντος και του τρόπου προώθησης της απαίτησης του, ότι δεν στηρίχθηκε επί του αστικού αδικήματος του δόλου και της αξίωσης αποζημιώσεων για ζημιές που υπέστη. Η μόνη αναφορά του σε δόλο έγινε αποσπασματικά στο πλαίσιο σχολιασμού των θέσεων υπεράσπισης της Εναγόμενης που σύμφωνα με τη θέση του, «θέλει να εκμαιεύσει δόλια νομικές υπηρεσίες, χωρίς να καταβάλει Δικηγορική αμοιβή, με αβάσιμους ισχυρισμούς»[4]. Συνακόλουθα, η εν λόγω εισήγηση της Εναγόμενης απορρίπτεται ως αβάσιμη.
36. Αναφορικά με την προώθηση της αξίωσης του Ενάγοντος επί της αρχής της εύλογης αμοιβής, είναι γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται ρητά ότι ο Ενάγων διεκδικεί τα αξιούμενα ποσά ως εύλογη αμοιβή για τις νομικές υπηρεσίες που παρείχε στην Εναγόμενη. Ωστόσο, στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφείται η σχέση δικηγόρου – πελάτη, η παροχή νομικών υπηρεσιών από τον Ενάγοντα και το δικηγορικό του γραφείο προς την Εναγόμενη κατόπιν οδηγιών της τελευταίας, το αντικείμενο των εν λόγω υπηρεσιών, οι οχλήσεις προς την Εναγόμενη αναφορικά με την οφειλή δικηγορικών και πραγματικών εξόδων μέσω των οποίων συνάγεται η πρόθεση του Ενάγοντος να μην παράσχει τις εν λόγω υπηρεσίες χαριστικά και τέλος, η έκδοση και επίδοση των επίδικων χρεωστικών σημειώσεων, οι οποίες παραμένουν ακόμη οφειλόμενες. Προκύπτει ότι μέρος των ουσιωδών γεγονότων που συνιστούν τη βάση αγωγής του Ενάγοντος είναι η ανάθεση από την Εναγόμενη (πελάτη) προς τον Ενάγοντα (δικηγόρο) παροχής υπηρεσιών και η έλλειψη συμφωνίας για συγκεκριμένο ποσό ή τον τρόπο υπολογισμού αμοιβής. Έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω ότι, η αναφορά για πρώτη φορά στην Απάντηση των Κλιμάκων Χρεώσεων και της γνωστοποίησης αυτών στην Εναγόμενη, δεν μπορεί να μεταβάλει τη βάση αγωγής όπως αυτή εξ αρχής δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης σε συμφωνημένη αμοιβή, ήτοι γνώση και αποδοχή εκ μέρους της Εναγόμενης του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής. Οι επίδικες χρεωστικές σημειώσεις, και δη ανυπόγραφες, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ανεξάρτητη συμφωνία και βάση αγωγής, (βλ. Πιερή v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 141/2019, ημερ. 19.05.2025, Στρατής ν. Πεντέλης Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ 1999 1 Α.Α.Δ. 1708). Ως εκ τούτου, στη βάση των γεγονότων που έχουν δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαίτησης, προκύπτει ότι ο Ενάγων παραδεκτά αξιώνει ως θεραπεία εύλογη αμοιβή («quantum meruit»). Υπενθυμίζεται η πάγια νομολογιακή αρχή, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε στην Kennedy Hotels Ltd. v. Indjirdjian (1992) 1 ΑΑΔ 400, ότι οι κυπριακοί δικονομικοί θεσμοί, (ως ισχύουν για την παρούσα Αγωγή), δεν καθιστούν απαραίτητο, επιθυμητό όσο και αν είναι, τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι, όμως, να στοιχειοθετούνται τα γεγονότα που δικαιολογούν παροχή θεραπείας στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως και να αποδεικνύονται κατά τη δίκη, οπόταν και τέτοια θεραπεία μπορεί ν' αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί.
37. Η θεραπεία του quantum meruit έχει υιοθετηθεί και επεξηγηθεί στην νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, (βλ. Βασιλαράς κ.α. ν. Α/φοι Θράσου & Συνεργάτες (2003) 1Γ Α.Α.Δ 1754, Χ’’Παναγιώτου ν. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd (2009) 1Α Α.Α.Δ 173, Κυριάκου κ.ά. v. Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ, Πολ. Έφ. Αρ. 203/2015, ημερ. 01.02.2024). Στην Χ’’Παναγιώτου (ανωτέρω) δόθηκε η ακόλουθη καθοδήγηση ως προς τον τρόπο καθορισμού της εύλογης αμοιβής:
«Όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή, άνκαι δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit). Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos (1968) 1 C.L.R. 123).»
38. Διαφωτιστική ανάλυση της θεραπείας του quantum meruit γίνεται, επίσης, στα συγγράμματα των Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9th Edition, σελ. 476 και 477 και του Π. Πολυβίου, Ενοχικό Δίκαιο στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Τόμος Τέταρτος, Νομική Βιβλιοθήκη, 2023, σελ. 1669 έως 1677, 1836 έως 1840.
39. Όπου προσφέρεται κάποια υπηρεσία ή αποδίδεται συγκεκριμένο όφελος χωρίς καθορισμό αμοιβής ή αξίας, το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει αυτήν, επί τη βάσει των υφιστάμενων δεδομένων και με βασικό έρεισμα την αντικειμενική αξία της υπό κρίση υπηρεσίας ή του οφέλους. Σε περίπτωση που υπήρχε έγκυρη σύμβαση μεταξύ των μερών αλλά χωρίς καθορισμό τιμής ή αξίας, το Δικαστήριο θα καθορίσει αυτήν επί τη βάσει όλων των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των άλλων προνοιών της σύμβασης και των προηγούμενων συνεννοήσεων και διαβουλεύσεων των μερών[5]. Στην Κυριάκου (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εύλογης αμοιβής στην υπόθεση Taylor v. Motability Finance Ltd [2004] EWHC 2619 (Comm) όπου λέχθηκε ότι, «In deciding any quantum meruit regard must be had to the contract as a guide to the value put upon the services and also to ensure justice between the parties».
40. Αναλύοντας το κοινοδίκαιο επί της θεραπείας του quantum meruit, ο Π. Πολυβίου στο πιο πάνω σύγγραμμα του σχολιάζει ότι η αξία την οποία ο ίδιος ο ενάγων θεωρεί ότι έχει προσφέρει στον εναγόμενο δεν είναι ουσιαστικός παράγων στην κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τον καθορισμό της αιτηθείσας αποζημίωσης ή αμοιβής, και ότι το Δικαστήριο, ως θέμα αρχής, αντιμετωπίζει το ζήτημα της αξίας της παρασχεθείσας υπηρεσίας ή εκτελεσθείσας εργασίας αντικειμενικά, δηλαδή επί τη βάσει της αντικειμενικής αξίας της προσφερθείσας υπηρεσίας ή του οφέλους όπως αυτά καθορίζονται στην αγορά[6].
41. Λεπτομερής και διαφωτιστική ερμηνεία της αρχής καθορισμού της αιτηθείσας αποζημίωσης ή αμοιβής επί τη βάσει της αντικειμενικής αξίας της υπηρεσίας ή εργασίας γίνεται στην Benedetti v Sawiris a. o. [2013] UKSC 50. Ο Λόρδος Clarke έθεσε το ζήτημα ως εξής:
«In my view, the starting point in valuing the enrichment is the objective market value, or market price, of the services performed by Mr Benedetti. That is consistent with the view taken by Professor Graham Virgo in The Principles of the Law of Restitution, 2nd ed (2006) ("Virgo") […] It is to be noted that Professor Virgo, in the passage quoted above, does not list as an available option the value which the claimant considers that he conferred on the defendant.»
(έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου).
42. Στην εν λόγω απόφαση, λέχθηκε υπό του Λόρδου Reed ότι, εκ πρώτης όψεως, η χρηματική αξία των υπηρεσιών μπορεί να προσδιοριστεί δικαίως με τον καθορισμό του ποσού που ένα εύλογο πρόσωπο, ευρισκόμενο στη θέση του εναγομένου, θα είχε συμφωνήσει να καταβάλει για αυτές. Ο προσδιορισμός αυτός θα εξαρτηθεί από το πόσο θα κόστιζε σε ένα εύλογο πρόσωπο, ευρισκόμενο στη θέση του εναγομένου, η απόκτηση των υπηρεσιών από την αγορά. Θα ληφθούν, επίσης, υπόψη περιστάσεις όπως η διαθεσιμότητα και το κόστος παρόμοιων υπηρεσιών παρεχόμενων από εναλλακτικούς παροχείς υπηρεσιών ή προμηθευτές[7], καθώς και οι τρέχουσες τιμές και πρακτικές στη σχετική αγορά[8].
VI. Συμπεράσματα Δικαστηρίου
43. Έχοντας υπόψιν το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας και τα ευρήματα που απορρέουν από αυτήν, ως έχουν παρατεθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Ενάγων παρείχε νομικές υπηρεσίες προς την Εναγόμενη σε σχέση με τις Αιτήσεις Διαχείρισης στο Isle of Man και στην Αγγλία, υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος και όχι ως εκτελεστής της διαθήκης του Αποβιώσαντος στην Κύπρο.
44. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν δόθηκε από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα γραπτή εξουσιοδότηση ή πληρεξούσιο και δεν υπογράφτηκε τύπος διορισμού δικηγόρου (retainer). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εναγόμενης επικαλέστηκαν τα λεχθέντα στην Τρύφωνος v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 411/2011, ημερ. 27.03.2018, ECLI:CY:AD:2018:A132, αναφορικά με την επιτακτική ανάγκη υπογραφής από τον πελάτη έγγραφου διοριστηρίου του δικηγόρου, ώστε ο διορισμός να είναι νομότυπος και έγκυρος και να παράγει έννομα αποτελέσματα. Με παραπομπή στην υπόθεση Simillides v. Neophytou (1986) 1 CLR 363, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε εκ νέου την εμπιστευτική φύση της σχέσης δικηγόρου-πελάτη και το πλέγμα αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που πηγάζουν από τέτοια σχέση, υποδεικνύοντας ότι σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε) η υπογραφή διοριστηρίου, αποτελεί αναγκαίο προηγούμενο (condition precedent) για την προώθηση αγωγής ή για ανάληψη υπεράσπισης, καθορίζοντας συνάμα υπό την έννοια συμβατικής δέσμευσης την αμοιβή του δικηγόρου:
«Τέτοια αυστηρή εμμονή στον τύπο δεν πηγάζει μόνο από τις ρητές πρόνοιες και το όλο πλέγμα των θεσμών, αλλά και από την επισημότητα, τη θετικότητα και την ασφάλεια που πρέπει να χαρακτηρίζουν τις δικαστικές πράξεις. Δεν μπορεί το κατ΄εξοχήν υπεύθυνο λειτούργημα του δικηγόρου, στη θεσμική του μάλιστα εκδήλωση, ήτοι ενώπιον δικαστηρίου, να ασκείται χωρίς να διασφαλίζεται απαραίτητα ο απαιτούμενος τύπος, ο οποίος καθορίζει τόσο το γεγονός, όσο και τους όρους του διορισμού του.»
(τονισμός παρόντος Δικαστηρίου)
45. Είναι σαφές από το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης ότι η απαρέγκλιτη αυτή υποχρέωση υπογραφής διοριστηρίου αφορά τις δικαστικές πράξεις και πηγάζει από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Είναι η εισήγηση των συνηγόρων της Εναγόμενης ότι το ίδιο ισχύει κατ’ αναλογίαν και στις περιπτώσεις εκπροσώπησης της τελευταίας στο πλαίσιο των Αιτήσεων Διαχειρίσεων ενώπιον των Δικαστηρίων του Isle of Man και της Αγγλίας, τις οποίες χαρακτηρίζουν επίσης δικαστικές πράξεις.
46. Λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από τα γεγονότα της Τρύφωνος (ανωτέρω). Κατ’ αρχάς, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύονται οι διαδικαστικοί κανονισμοί που ίσχυαν και εφαρμόζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στις διαδικασίες διαχείρισης των πιο πάνω δικαιοδοσιών, ως αλλοδαπό δίκαιο[9], ούτως ώστε να καταδειχθεί ότι απαιτείτο η υπογραφή διοριστηρίου, προκειμένου να αποκτά εξουσιοδότηση ο Ενάγων να ενεργεί νόμιμα ως δικηγόρος της Εναγόμενης. Περαιτέρω, οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν με οδηγίες και συγκατάθεση της Εναγόμενης, η οποία υπέγραφε τα αναγκαία έντυπα, ενημερωνόταν για την προώθηση των διαδικασιών μέσω αλληλογραφίας με τις αρμόδιες αρχές του εξωτερικού και την Barclays την οποία διαβίβαζε στον Ενάγοντα για σκοπούς περαιτέρω χειρισμού και ενεργειών. Η Εναγόμενη είχε γνώση των ενεργειών του Ενάγοντος, τις οποίες επικύρωνε και υιοθετούσε με την συμπεριφορά της[10] και από τις οποίες ωφελήθηκε, καθώς εκδόθηκαν διατάγματα διαχείρισης και μεταβιβάστηκε περιουσία του Αποβιώσαντος που ευρίσκετο στο Isle of Man στο όνομα της. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη προσωπικά ή μέσω της συνδρομής του γραφείου Brooke-Taylors Solicitors προώθησε ορισμένα ζητήματα στο πλαίσιο των Αιτήσεων Διαχειρίσεων, δεν αναιρεί την ουσιαστική εμπλοκή και συνεισφορά του Ενάγοντος. Δεν παραγνωρίζεται, επίσης, ότι μόνο μετά που επήλθε ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων, η Εναγόμενη προσπάθησε να αποκόψει τον Ενάγοντα από τη διαδικασία διαχείρισης που εκκρεμούσε στην Αγγλία σε στάδιο λίγο πριν την έκδοση του διαχειριστικού διατάγματος και αφού ήδη είχαν ληφθεί διαδικαστικά βήματα και ενέργειες από τον Ενάγοντα και το γραφείο του. Η Εναγόμενη δεν εξέφρασε, όμως, ρητά προς τον Ενάγοντα την ένσταση της για τη συμμετοχή του τελευταίου στη διαδικασία, αλλά ζήτησε απλά από το γραφείο Brooke-Taylors Solicitors να μην απαντά στον Ενάγοντα.
47. Σε κάθε περίπτωση, διαπιστώνεται ότι οι υπηρεσίες για τις οποίες ο Ενάγων διεκδικεί αμοιβή δεν περιορίζονταν αποκλειστικά στις διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων των αλλοδαπών δικαιοδοσιών, αλλά εκτείνονταν σε ευρύτερο φάσμα ενεργειών, οι οποίες εμπίπτουν στον ορισμό των «εξωδικαστηριακών» υπηρεσιών. Οι περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί του 1985, ως είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, προέβλεπαν τη δυνατότητα παροχής εξωδικαστηριακών υπηρεσιών χωρίς την υπογραφή Τύπου Διορισμού Δικηγόρου κατά το Μέρος V αυτών[11]. Σχετική με αυτό το σημείο είναι και η θέση της πλευράς της Εναγόμενης ότι ο Ενάγων όφειλε να αποταθεί στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο για τον καθορισμό της αμοιβής του. Το Δικαστήριο συμφωνεί, ωστόσο, με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Ενάγοντος ότι, δυνάμει του Κανονισμού 14 (1) των εν λόγω Κανονισμών, ο δικηγόρος έχει διακριτική ευχέρεια (και όχι υποχρέωση) να ζητήσει πιστοποίηση της αμοιβής του από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Ο Ενάγων επέλεξε, εν προκειμένω, ως είχε δικαίωμα, να διεκδικήσει την αμοιβή του μέσω αγωγής.
48. Συνεπώς, ο Ενάγων δικαιούται να αποζημιωθεί για τις νομικές υπηρεσίες που παρείχε στη βάση της αρχής του quantum meruit.
49. Το ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, με βάση τα αποδεκτά γεγονότα, υφίσταται το αναγκαίο υπόβαθρο για τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας των υπηρεσιών του Ενάγοντος και τον καθορισμό της εύλογης αμοιβής. Υπό το φως των αρχών που έχουν εκτεθεί στις υποθέσεις Χ’’Παναγιώτου, Κυριάκου και Benedetti (ανωτέρω), η απάντηση είναι αρνητική. Δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ικανή να καθοδηγήσει το Δικαστήριο στην αποτίμηση της χρηματικής αξίας των υπηρεσιών.
50. Η μόνη σχετική μαρτυρία από πλευράς Ενάγοντος είναι οι Κλίμακες Χρεώσεων (Τεκμήρια 1 και 2), και οι καταστάσεις λογαριασμών και χρεωστικές σημειώσεις (Τεκμήρια 3 και 4). Έχει ήδη αναλυθεί ότι οι Κλίμακες Χρεώσεων δεν μπορούν να θεωρηθούν συμφωνημένες χρεώσεις. Ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση αυτή, δεν αποδείχθηκε ότι παραδόθηκαν πράγματι στην Εναγόμενη. Ο Ενάγων δεν απέδειξε ότι οι σχετικές επιστολές δεν επιστράφηκαν, ώστε να λειτουργήσει υπέρ του το τεκμήριο περί παραλαβής. Σύμφωνα με τη νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 479, Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1895, Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery (1965) 1 C.L.R. 9, 18: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .."). Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία αναφορά στις Κλίμακες Χρεώσεων σε επιστολή που αποδεδειγμένα παραλήφθηκε από την Εναγόμενη. Σε κάθε περίπτωση, η αμοιβή που ο ίδιος ο Ενάγων καθόρισε ως την αξία των υπηρεσιών που παρείχε δεν αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα στην διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου.
51. Ούτε οι περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί του 1985, ως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, μπορούν να βοηθήσουν. Δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την ανάλυση των ωρών που αναλώθηκαν ή την αμοιβή που ένας δικηγόρος της αντίστοιχης εμπειρίας του Ενάγοντος και της Μ.Ε.2 θα χρέωνε για παρόμοιες υπηρεσίες.
52. Οι χρεωστικές σημειώσεις, (Τεκμήρια 3 και 4), απλώς καταγράφουν συνολικά κονδύλια, χωρίς εξειδίκευση ή ανάλυση του τρόπου υπολογισμού. Ενδεικτικά, εμφανίζονται χρεώσεις με την περιγραφή «expenses/public offices, L.R. Runner/Administration staff» και «disbursements» χωρίς καμία τεκμηρίωση. Εμφανίζεται, επίσης, μία επιπρόσθετη χρέωση για αλληλογραφία στο πλαίσιο κάθε Αίτησης Διαχείρισης με την περιγραφή «necessary correspondence between the office», χωρίς επεξήγηση εάν η εν λόγω αλληλογραφία ήταν εσωτερική (μεταξύ του προσωπικού του γραφείου) και σε κάθε περίπτωση πώς αυτή διαφοροποιείται από την αλληλογραφία που φαίνεται να έχει χρεωθεί με βάση την αξία των περιουσιών. Ήταν η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Ενάγοντος, ότι πέραν του υπολογισμού των εξόδων επί των αξιών της περιουσίας του Αποβιώσαντος, οι υπόλοιπες χρεώσεις δεν αμφισβητήθηκαν και παρέμειναν αναντίλεκτες. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την πιο πάνω εισήγηση. Η Εναγόμενη αμφισβήτησε τις χρεώσεις που περιλαμβάνονταν στις επίδικες χρεωστικές σημειώσεις, ως αυθαίρετες, μη συμφωνημένες και υπερβολικές, και προώθησε τη θέση αυτή καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Ο Ενάγων, που έφερε το βάρος απόδειξης, δεν τεκμηρίωσε το εύλογο των επιμέρους κονδυλίων της αμοιβής που αξιώνει. Τα μόνα έξοδα που έχουν αποδειχθεί είναι τα ακόλουθα πραγματικά έξοδα: €3,44 (Τεκμήριο 73) για ταχυδρομικά τέλη, €34,35 (Τεκμήριο 22), και €34,80 (Τεκμήριο 29) για αποστολές μέσω της υπηρεσίας Fedex και £93,00 (Τεκμήριο 25) ως τέλη προς Her Majesty’s Courts Service για την υποβολή της Αίτησης Διαχείρισης στην Αγγλία.
53. Θεραπεία μπορεί να παρασχεθεί μόνο για τα πιο πάνω αποδεδειγμένα έξοδα. Όσον αφορά την ιδιότητα της Εναγόμενης η οποία ενάγεται προσωπικά και ως εκτελέστρια της διαθήκης του Αποβιώσαντος στο Isle of Man και στην Αγγλία, από το μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι η εμπλοκή της Εναγόμενης στις εν λόγω διαδικασίες περιορίστηκε υπό την ιδιότητα της ως εκτελέστρια της εν λόγω διαθήκης. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι καταστάσεις λογαριασμού και χρεωστικές σημειώσεις, (Τεκμήρια 3 και 4), απευθύνονται στην Εναγόμενη ρητά και αποκλειστικά υπό αυτή της την ιδιότητα. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει προσωπική ευθύνη της.
VII. Κατάληξη
54. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Ενάγων απέδειξε την υπόθεση του, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, στην έκταση που περιγράφεται ανωτέρω, (βλ. Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης (2011) 1Α Α.Α.Δ 462).
55. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης αποκλειστικά υπό την ιδιότητα της ως εκτελέστρια της διαθήκης του M. W. S. για το ποσό των €72,59 και £93,00 (Αγγλικές Στερλίνες). Δεν δικαιολογείται επιδίκαση του αξιούμενου τόκου προς 9%, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, και επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί αμφοτέρων των ποσών από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής. Εν’ όψει του αποτελέσματος, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης, υπό την ιδιότητα της ως εκτελέστρια της διαθήκης του M. W. S., ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …………………………………..
Μ. Σωκράτους, Ε.Δ.
[1] Βλ. Τεκμήριο 96: «difficulties with the Cyprus Lawyer and asked me to take no further action in response to his request».
[2] Βλ. Τεκμήριο 95: «but the trick will be to make sure that the Grant of Probate is sent to you direct and not to Mr Mavrikios».
[3] «6. In actions- […]
(4) In all other actions in the District Court (except actions for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff);
the writ of summons may, at the option of the plaintiff, he specially indorsed with a statement of his claim, or of the remedy or relief to which he claims to be entitled. (Form 2.)»
[4] Βλ. παρα. 6(α) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και παρα. 27 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντος (Έγγραφο Γ).
[5] Π. Πολυβίου, Ενοχικό Δίκαιο στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, σελ. 1839 – 1840.
[6] Π. Πολυβίου (ανωτέρω), σελ. 1677.
[7] Sempra Metals Ltd (formerly Metallgesellschaft Ltd) v Inland Revenue Commissioners [2007] UKHL 34; [2008] AC 561.
[8] Cobbe v Yeoman's Row Management Ltd [2008] UKHL 55; [2008] 1 WLR 1752.
[9] Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (1999) 1(Α) ΑΑΔ 44.
[10] Βλ. ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ κ.ά. v. Lakis Georghiou Construction Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 214/12, ημερ. 06.09.2016.
[11] Βλ. Κανονισμός 14(2): «(2) Για την εξασφάλιση της αναφερόμενης στην παράγραφο (1) πιστοποίησης ο Δικηγόρος πρέπει να παραδώσει στον Γραμματέα του Συμβουλίου τα κάτωθι έγγραφα: (α) Τύπο Διορισμού Δικηγόρου, εάν υπογράφηκε τέτοιος, όπως προβλέπεται εις το Μέρος V, και (β) λεπτομερή κατάλογο υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται πιστοποίηση της αμοιβής.»
Κανονισμός 18: «Κάθε δικηγόρος μπορεί να αξιώσει από τον πελάτη του όπως υπογράψει Τύπο Διορισμού Δικηγόρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συμβουλίου όπως αυτός καθορίζεται στα Παραρτήματα Ζ ή Η.»
(υπογράμμιση Δικαστηρίου).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο