ZHY YANTING ν. MARA ARION HOMES & CHINESE TRANSLATIONS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 18/2025, 9/12/2025
print
Τίτλος:
ZHY YANTING ν. MARA ARION HOMES & CHINESE TRANSLATIONS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 18/2025, 9/12/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ.

                                                                                                                      

Αρ. Αίτησης: 18/2025 (Έντυπο 33 με βάση τους νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας – Φυσικός Φάκελος – Αίτηση ημερ. 15/09/2025 για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων πριν την έγερση απαίτησης)

 

ZHY YANTING

                                                                                                                        Αιτήτρια

ν.

1) MARA ARION HOMES & CHINESE TRANSLATIONS LIMITED

2) MARA CLAUDIA ARION

 

 

                                              

                                                     Καθ΄ ων η αίτηση

 

Ημερομηνία: 09/12/2025

Για αιτητές: κα Δήμητρα Δημητρίου για Ιωάννου & Λάμπρου Δ.Ε.Π.Ε.

Για καθ΄ ων η αίτηση: κα Μαρία Παπαδημήτρη για Μαρία Σ. Παπαδημήτρη Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στην υπό εξέταση αίτηση η αιτήτρια αιτήθηκε αρχικά μονομερώς σειρά Διαταγμάτων. Συγκεκριμένα (και χωρίς να καταγράφεται αυτολεξεί το αιτητικό αυτών) η αιτήτρια αιτείτο Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή τερματίζεται η συμφωνία διαχείρισης ημερ. 05/11/2024 και οποιαδήποτε συμφωνία εξουσιοδότησης υπέγραψαν τα εμπλεκόμενα μέρη και με τις οποίες εξουσιοδοτούνται οι καθ΄ ων η αίτηση όπως διαχειρίζονται τα ακίνητα ως αυτά καταγράφονται στην αίτηση, ιδιοκτησίας της αιτήτριας. Διαζευκτικά με το πιο πάνω, η αιτήτρια αιτείτο αναγνωριστικό Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ως έγκυρος ο τερματισμός της ως άνω συμφωνίας που έλαβε χώρα στις 04/09/2025 και παράδοση των κλειδιών των διαμερισμάτων ιδιοκτησίας της αιτήτριας.

 

Επιπρόσθετα, αιτείτο:

 

·         Διάταγμα με το οποίο οι καθ΄ ων η αίτηση απέχουν από οποιαδήποτε πράξη που απορρέουν από τη σύμβαση ημερ. 05/11/2024,

·         Διάταγμα όπως οι καθ΄ ων η αίτηση μην αποξενώσουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της αιτήτριας μέχρι του ποσού των €27.830,52,

·         Διάταγμα όπως οι καθ΄ ων η αίτηση εντός 7 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος παρουσιάσουν ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτονται όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαχείριση της περιουσίας της αιτήτριας από τον Μάρτιο του 2022 μέχρι σήμερα.

 

Ζητείτο επίσης Διάταγμα με το οποίο οι καθ΄ ων η αίτηση εντός 7 εργάσιμων ημερών παρουσιάσουν ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτονται όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί που κατέχουν ή έχουν δικαίωμα υπογραφής ή ελέγχου αυτών, ως επίσης και Διάταγμα με το οποίο να διατάζεται όπως κάθε τράπεζα, στην οποία θα επιδοθεί το αμέσως προηγουμένως αναφερόμενο αιτούμενο Διάταγμα, όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος πληροφορήσει την αιτήτρια  και/ή τους δικηγόρους της εάν έχει δεσμευτεί οποιοσδήποτε τραπεζικός λογαριασμός ή άλλο περιουσιακό στοιχείο και δώσει στην αιτήτρια και/ή τους δικηγόρους της στοιχεία των εν λόγω λογαριασμών ή περιουσιακών στοιχείων.

 

Νομική βάση της αίτησης, ως αυτή καταγράφεται στο έντυπο 33, είναι τα άρθρα 4 – 9 του περί της Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ο περί Συμβάσεων Νόμοσ Κεφ. 149, οι νέοι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 Μέρος 23 Κανονισμοί 2(2), 4, 6(1)(α), 8, 9, 10 και Μέρος 25.

 

Στο ίδιο έντυπο καταγράφονται και οι λόγοι για τους οποίους δεν επιδόθηκε στους καθ΄ ων η αίτηση η υπό εξέταση αίτηση. Συγκεκριμένα (και χωρίς να καταγράφονται αυτολεξεί οι σχετικοί λόγοι) επικαλούνται τη σοβαρή και συνεχιζόμενη κακοδιαχείριση της περιουσίας της αιτήτριας (επανειλημμένη παραβίαση των συμφωνιών διαχείρισης όπως η μη απόδοση ενοικίων, απόκρυψη ενοικιάσεων και απόδοση ψευδών πληροφοριών), παράνομη εκμετάλλευση της ιδιωτικής κατοικίας της αιτήτριας, κίνδυνος περαιτέρω ζημιάς και ανάγκη άμεσης προστασίας της περιουσίας της αιτήτριας, ύπαρξη κινδύνου καταστροφής ή απόκρυψης αποδεικτικών στοιχείων και περιουσιακών στοιχείων και ότι τυχόν ειδοποίηση των καθ΄ ων η αίτηση θα ματαιώσει τον σκοπό της αίτησης. Γίνεται επίκληση επίσης του  γεγονότος του τερματισμού της συμφωνίας 04/09/2025 και παρόλα αυτά, ως η θέση της αιτήτριας, οι καθ΄ ων η αίτηση συνεχίζουν να προβαίνουν σε διαχείριση της περιουσίας της αιτήτριας. Στο έντυπο γίνεται επίσης αναφορά ότι η έκδοση των Διαταγμάτων (αποκάλυψης και δέσμευσης) δεν θα επηρεάζουν τους καθ΄ ων η αίτηση αφού αφορούν ποσά που ανήκουν στην αιτήτρια. Τέλος, στο έντυπο γίνεται αναφορά ότι η αίτηση γίνεται χωρίς καθυστέρηση, μόλις η αιτήτρια έλαβε γνώση της κατάστασης και της απάντησης από τους δικηγόρους των καθ΄ ων η αίτηση και ότι η αιτήτρια επέστρεψε στην Κύπρο ειδικά για σκοπούς καταχώρησης της παρούσας αίτησης και που είναι να αποτραπεί περαιτέρω ζημιά και αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, να διασφαλιστούν τα δικαιώματα της αιτήτριας, να παγώσουν δικαιώματα και ενέργειες των καθ΄ ων η αίτηση επί της ακίνητης περιουσίας της αιτήτριας και να διαφυλαχθεί το status quo. Είναι δε η θέση της αιτήτριας ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.

 

Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της αιτήτριας, η οποία συνοδεύεται από 11 Τεκμήρια. Η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση, κάνει αναφορά στα στοιχεία των ακινήτων της τα οποία βρίσκονται στην επαρχία Πάφου και που σύμφωνα με την αιτήτρια, από το έτος 2022 ξεκίνησε μια συνεργασία με τους καθ΄ ων η αίτηση και που με βάση τις συμφωνίες που αναφέρονται λεπτομερώς στην αίτηση (ημερ. 03/03/2022, 25/04/22 και 05/11/2024), οι καθ΄ ων η αίτηση διαχειρίζονταν την περιουσία της. Προβαίνει σε μια λεπτομερή αναφορά σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας ημερ. 05/11/2024, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των καθ΄ ων η αίτηση που πηγάζουν και τον όρο που σχετίζεται με τον τερματισμό αυτής.

Ειδική αναφορά κάνει η αιτήτρια σε σχέση με το ιδιόκτητο διαμέρισμα της, που αποτελεί την προσωπική της κατοικία για όσο χρόνο διαμένει στην Κύπρο και που σύμφωνα με την αιτήτρια οι καθ΄ ων η αίτηση δεν είχαν δικαίωμα να το διαχειρίζονται, αλλά, στα πλαίσια της εμπιστευτικότητας, είχαν τα κλειδιά αυτού, σε περίπτωση που αυτό ήταν απαραίτητο και κατόπιν οδηγιών της αιτήτριας όπως οι καθ΄ ων η αίτηση μεταβούν σε αυτό. Σε σχέση με το εν λόγω ιδιόκτητο της διαμέρισμα, περί τον Αύγουστο του 2025 περιήλθαν στην αντίληψη της λογαριασμοί κοινής ωφελείας οι οποίοι ήταν υψηλότεροι σε σχέση με ότι συνήθως πλήρωνε, λαμβάνοντας υπόψη ότι την τελευταία φορά που διέμενε η ίδια στην Κύπρο ήταν τον Δεκέμβριο του 2024. Οι υποψίες της αιτήτριας επιβεβαιώθηκαν κατά την άφιξη της στο διαμέρισμα της, όπου εκεί βρήκε άτομα Αμερικανικής καταγωγής να κατοικούν σε αυτό και οι οποίοι της ανέφεραν ότι πλήρωσαν για τη διαμονή της σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα και έλαβαν τα κλειδιά από κάποιο άτομο, το οποίο όπως αποδείχθηκε είναι ο σύζυγος και/ή σύντροφος της καθ΄ ης η αίτηση 2. Η αιτήτρια ουδέποτε ενοικίασε το διαμέρισμα της μέσω ιστοσελίδας και ουδέποτε έδωσε σχετική συγκατάθεση όπως αυτό ενοικιαστεί και μετά από αυτό το περιστατικό η αιτήτρια έκανε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία.

Επιπρόσθετα των πιο πάνω, η αιτήτρια προβαίνει σε λεπτομερή αναφορά ως προς τους συμβατικούς όρους που οι καθ΄ ων η αίτηση παραβίασαν και την κακοδιαχείριση της περιουσίας της από τους καθ΄ ων η αίτηση, σύμφωνα πάντα με τη θέση της. Αυτοί αφορούν μη καταβολή ενοικίων, αποκοπή χρηματικών ποσών για πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφελείας τα οποία δεν έπρεπε να αποκόπτονται καθότι οι ενοικιαστές πλήρωναν τα ανάλογα ποσά, αντισυμβατική υπερτιμολόγηση ενοικιαστών και απόκρυψη σύναψης ενοικιάσεων που αφορούσαν υποστατικά ιδιοκτησίας της αιτήτριας.

Συνεπεία των πιο πάνω η αιτήτρια αποτάθηκε στους δικηγόρους της, οι οποίοι με επιστολή τους ημερομηνίας 02/09/2025 τερμάτισε όλες τις μεταξύ της αιτήτριας και καθ΄ ων η αίτηση συμφωνίες διαχείρισης της περιουσίας της και η οποία επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση 1 στις 04/09/2025. Στις 05/09/2025, η αιτήτρια έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους των καθ΄ ων η αίτηση με την οποία, προς έκπληξη της ως η θέση της, επικαλούνται την εκ μέρους της αιτήτριας αντισυμβατική συμπεριφορά, ισχυριζόμενοι την «αποκλειστική επίβλεψη και διαχείριση» της περιουσίας της αιτήτριας από την καθ΄ ης η αίτηση 1 και τον συμβατικό όρο ότι κανένα μέρος δεν μπορεί να τερματίσει τη συμφωνία μέχρι τις 31/12/2029 και ότι επιπρόσθετα αρνούνταν τον τερματισμό της συμφωνίας και την παράδοση των κλειδιών και της διαχείρισης της περιουσίας της.

Στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά, κάτι που η αιτήτρια αρνείται, ότι δηλαδή η αιτήτρια παράνομα εισέβαλε σε υποστατικά και άλλαξε ή έσπασε κλειδωνιές.

Ως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, η παράβαση των συμβατικών όρων από τους καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι είναι ουσιώδεις, δίνουν το δικαίωμα στην αιτήτρια ως αναίτιο μέρος να ζητήσει άμεσο τερματισμό της συμφωνίας και να αξιώσει αποζημιώσεις.

Η αιτήτρια προβάλλει τη θέση μέσα από την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση ότι εξαπατήθηκε από την καθ΄ ης η αίτηση 2, καθ΄ ότι η τελευταία της ανέφερε ότι η μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 25/04/2022 έληγε στις 08/12/2024 ενώ στην πραγματικότητα αυτή έληγε το έτος 2032 και όχι το έτος 2024, με αποτέλεσμα η αιτήτρια στα πλαίσια της εμπιστευτικότητας να υπογράψει νέα συμφωνία, στην οποία όμως αφαιρέθηκε ο όρος που αφορούσε τον τερματισμό της, ενώ η καθ΄ ης η αίτηση της ανέφερε ότι κανένας άλλος όρος δεν θα είχε αλλάξει στη νέα συμφωνία.

Είναι η θέση της αιτήτριας, ότι η μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα καταστήσει αδύνατη την πλήρη απονομή της Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι οι καθ΄ ων η αίτηση δρουν μονομερώς, εισπράττοντας χρηματικά ποσά χωρίς να την ενημερώνουν και χωρίς να της καταβάλλουν τα χρηματικά ποσά, η καθ΄ ης αίτηση 2 είναι Ρουμανικής καταγωγής και είναι εύκολο να διαφύγει εκτός Κύπρου και να μην εντοπιστεί, είναι εύκολη η μετακίνηση κεφαλαίων σε δικαιοδοσίες που θα ήταν δύσκολο και/ή αδύνατο να εντοπιστούν. Είναι περαιτέρω η θέση της αιτήτριας ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι καθ΄ ων η αίτηση να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία, να αποκρύψουν και να καταστρέψουν στοιχεία και πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον εντοπισμό και ανάκτηση τους.

Η αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι έδρασε άμεσα και σε σύντομο χρονικό διάστημα προς εξασφάλιση του αιτούμενου Διατάγματος για να διαφυλάξει τα περιουσιακά της στοιχεία και να αξιοποιήσει το στοιχείο του αιφνιδιασμού που προσφέρει το Διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς. Λόγω προσωπικών οικογενειακών υποχρεώσεων η αιτήτρια στις 04/09/2025 αναχώρησε από την Κύπρο και επέστρεψε 5 μέρες αργότερα και αφού συζήτησε με τους δικηγόρους της, αποφάσισε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταχωρήσει την παρούσα, αφού ως ης θέση της, διαφαίνεται  ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν προτίθενται να συνεργαστούν και σκοπός τους είναι να συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται την περιουσία της και να πλουτίζουν αδικαιολόγητα εις βάρος της.  

Είναι η θέση της αιτήτριας ότι η πρόκληση ζημιάς από την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα είναι μηδαμινή και/ή ανύπαρκτη αφού αφορά ποσό που ξεκάθαρα δεν ανήκει στους καθ΄ ων η αίτηση αλλά στην ίδια και ότι αυτό που επιζητείται είναι η συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς των καθ΄ ων η αίτηση και αποσκοπείται η διατήρηση του status quo με τη δέσμευση των χρηματικών ποσών που της ανήκουν, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, με τον πολυδιάστατο και γρήγορο τρόπο που ολοκληρώνονται οι συναλλαγές, οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν τη δυνατότητα να αποξενώσουν χρηματικά ποσά και θα είναι δύσκολο να εντοπιστούν και να ανακτηθούν.

Τα Διατάγματα αποκάλυψης θα την βοηθήσουν να αποκομίσει πληροφορίες και στοιχεία απαραίτητα για τον εντοπισμό χρημάτων που ανήκουν σε αυτήν για να τα διαφυλάξει και ειδικότερα σε ότι αφορά τις ενοικιάσεις των ακινήτων της και η έκδοση των εν λόγω Διαταγμάτων αποτελεί την ύστατη και μοναδική διέξοδο της για να προστατεύσει τα δικαιώματα της, με δεδομένη την άρνηση των καθ΄ ων η αίτηση να τερματίσουν τις δραστηριότητες τους και να της αποδώσουν τα κλειδιά των διαμερισμάτων της.

Το Δικαστήριο, εξέδωσε μονομερώς μόνο το Διάταγμα σε ότι αφορούσε  την αποκάλυψη εγγράφων που σχετίζονται με την διαχείριση της περιουσίας της αιτήτριας, ενώ τα υπόλοιπα αιτούμενα Διατάγματα ορίσθηκαν για επίδοση και για ακρόαση διαδικαστικών οδηγιών (Α.Δ.Ο.).

Οι καθ΄ ων η αίτηση έφεραν ένσταση στη συνέχιση του εκδοθέντος Διατάγματος και στην έκδοση των υπολοίπων και ήγειραν 23 λόγους ένστασης. Δεν κρίνεται σκόπιμο όπως αυτοί εκτεθούν αυτολεξεί, αλλά θα παρατεθεί συνοπτικά το περιεχόμενο τους. Συγκεκριμένα, η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση:

·         αμφισβητούν το νόμω και ουσία βάσιμο της αίτησης, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων,

·         ότι η αιτήτρια προέβη σε ψευδείς αναφορές και παραπλάνησε το Δικαστήριο επειδή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και ότι επιδιώκει αλλότριους σκοπούς,

·         ότι η αιτήτρια επέδειξε ανεπίτρεπτη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ότι η αιτήτρια είναι αυτή που παραβίασε ουσιώδεις όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας,

·         ότι δεν προσδιορίζει η αιτήτρια τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που ζητεί και κατά πόσο προτίθεται να καταχωρίσει σε αγωγή έναντι κάποιου αδικοπραγούντος,

·         ότι οι πληροφορίες που ζητούνται θα μπορούσαν να ληφθούν «μέσω άλλου διαθέσιμου τρόπου»,

·         ότι η αίτηση είναι καταπιεστική, καταχρηστική και με την οποία ζητείται «ευρύτατη» αποκάλυψη που είναι δυσανάλογη και επεκτείνεται σε εμπιστευτικά έγγραφα,

·         ότι η αιτήτρια κατέχει ήδη μεγάλο όγκο πληροφοριών και

·         ότι το εκδοθέν Διάταγμα δεσμεύει υπέρμετρα τους καθ΄ ων η αίτηση και είναι άδικο όπως αυτό παραμείνει σε ισχύ.

Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της καθ΄ ης η αίτηση 2. Σε αυτήν αρχικά κάνει αναφορά στην ιδιότητα της ως διευθύντρια των καθ΄ ων η αίτηση 1 και στην πηγή γνώσης και εξουσιοδότησης της. Ακολούθως, υιοθετεί τους λόγους ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση και απορρίπτει την αίτηση της αιτήτριας και των θέσεων της, εκτός όπου εκεί ρητά προβαίνει σε κάποιες παραδοχές. Περαιτέρω, προωθεί τη δική της εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η αιτήτρια απέκρυψε την ύπαρξη ακόμα μιας συμφωνίας (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση) που συνάφθηκε μεταξύ της αιτήτριας και των καθ΄ ων η αίτηση 1 τον Ιούνιο του 2023 (09/06/2023) και η οποία είχε τους ίδιους όρους με τη συμφωνία ημερομηνίας 05/11/2024 και ήταν 18μηνης διάρκειας, κάνοντας αναφορά στους όρους αυτής, συμπεριλαμβανομένων και των όρων τερματισμού και ανανέωσης της. Είναι η θέση της ότι η αιτήτρια σκόπιμα απέκρυψε την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας για να αποκρύψει ουσιαστικά την αδιάκοπη συνεργασία μεταξύ των μερών. Σε σχέση δε με τους συμβατικούς όρους της μεταξύ των μερών συνεργασίας, είναι η θέση της ότι η αιτήτρια είναι αυτή που παραβίασε ουσιώδεις όρους, όπως είναι η μη καταβολή Φ.Π.Α.

Σε σχέση δε με ότι αφορά το διαμέρισμα της αιτήτριας στο οποίο σύμφωνα με την  αιτήτρια διέμενε όταν ερχόταν στην Κύπρο, αναφέρει ότι η αιτήτρια την ενημέρωσε ότι κλειδιά αυτού κατείχε και άλλο πρόσωπο, ήτοι ο πεθερός της αιτήτριας. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της ότι η αιτήτρια είχε πλήρη γνώση και συγκατάθεση στο να μισθώνεται βραχυχρόνια το εν λόγω διαμέρισμα, δίνοντας προς τούτο συγκεκριμένες λεπτομέρειες στο τι διαμείφθηκε μεταξύ αυτής και της αιτήτριας. Σε σχέση δε με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι προς έκπληξη της βρήκε εντός τους διαμερίσματος της άλλα άτομα να διαμένουν εντός αυτού εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση της, αναφέρει ότι η μίσθωση που έγινε ήταν για 5 ημέρες (από 28/08/2025 – 01/09/2025), αφορούσε 5 άτομα και ήταν στο όνομα προσώπου από την Καλιφόρνια των Η.Π.Α. που είναι το μέρος που διαμένει η αιτήτρια όταν δεν διαμένει στο Λονδίνο. To πρόσωπο, στο όνομα του οποίου έγινε η κράτηση, αφίχθηκε κανονικά και χωρίς να κάνει οποιοδήποτε παράπονο, όμως κατά την ημερομηνία αναχώρησης, ήτοι την 01/09/2025, τα κλειδιά του διαμερίσματος δεν επιστράφηκαν στο ειδικό κουτί. Μόλις αυτό έγινε αντιληπτό, μετέβη στο διαμέρισμα όπου εντόπισε το πρόσωπο στο όνομα του οποίου έγινε η κράτηση, την αιτήτρια και μαζί μα άλλα 3 άτομα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η μίσθωση έγινε εν γνώσει και με συνεννόηση της αιτήτριας και με απώτερο σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτό το γεγονός εναντίον της με σχετική καταγγελία στην αστυνομία και για να δημιουργηθούν ψευδείς εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Προς απόδειξη της θέσης της επισύναψε ως Τεκμήριο 2 την απόδειξη πληρωμής που έγινε μέσω εμβάσματος και που αφορούσε την εν λόγω μίσθωση.

Επιπρόσθετα, ως προς την ενοικίαση του μπαρ για το οποίο η αιτήτρια αναφέρθηκε στην αίτηση της (που σύμφωνα με την αιτήτρια δεν έλαβε τα σχετικά μισθώματα), προς αντίκρουση των θέσεων της αιτήτριας αναφέρει ότι περί τις 11/09/2025 προέβη σε πληρωμή αυτών μέσω εμβάσματος (επισυνάπτοντας προς τούτο το Τεκμήριο 3) μαζί με αναλυτική οικονομική αναφορά εσόδων και εξόδων που αποστάληκε στην αιτήτρια και που η αιτήτρια ήταν ενήμερη ότι τα ενοίκια εξασφαλίστηκαν μόλις περί τις αρχές Σεπτεμβρίου. Προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήριο 4 την μεταξύ της αιτήτριας και της καθ΄ ης η αίτηση 2 που η τελευταία ενημέρωνε την πρώτη για την σχετική καθυστέρηση που σημειώθηκε στην καταβολή των ενοικίων για να υποστηρίξει τη θέση της ότι δεν παρέβηκε οποιονδήποτε συμβατικό όρο και για να καταδείξει την, σύμφωνα με την ίδια, καταχρηστική στάση της αιτήτριας με το να την καταγγείλει στην Αστυνομία και να στερηθεί την ελευθερία της για περίοδο 3 ημερών. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι η αιτήτρια ήταν ενήμερη για τις καθυστερήσεις που αφορούσαν την καταβολή των μισθωμάτων που αφορούσαν το εν λόγω μπαρ και προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήριο 6 σχετική επικοινωνία μεταξύ της αιτήτριας και της καθ΄ ης η αίτηση 2 και ως Τεκμήριο 7 επικοινωνία με την οποία η αιτήτρια επιθυμούσε να εισπράξει σε μετρητά τα σχετικά μισθώματα με την κάθοδο της στην Κύπρο. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ήταν συνήθεις πρακτική και που τα μέρη μεταξύ τους συμφώνησαν, όπως η αιτήτρια απαιτεί να γίνονται συγκεκριμένες πληρωμές προς συγκεκριμένο άτομο, ήτοι τον πεθερό της αιτήτριας, σε μετρητά, μεταβαίνοντας προς τούτο η καθ΄ ης η αίτηση 2 στη Λάρνακα για να τον συναντήσει, επισύναψε δε προς τούτο ως Τεκμήριο 8 σχετική ηλεκτρονική επικοινωνία.

Επιπρόσθετα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι η αιτήτρια είναι αυτή που αιφνιδιαστικά μαζί με τους δικηγόρους της επισκέφθηκε συγκεκριμένο ακίνητο και έσπασε την πόρτα της εισόδου για να εισέλθει στους κοινόχρηστους χώρους, ενώ αυτό, σύμφωνα με την ίδια, θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν η αιτήτρια την ενημέρωνε σχετικά και από κοινού μετέβαιναν στο εν λόγω ακίνητο, όπως έπραξαν τον Δεκέμβριο του 2024 και για να αποφευχθεί η αναστάτωση και ταλαιπωρία που προκλήθηκε. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι με δικά της κεφάλαια κατέστη το εν λόγω ακίνητο «εμπορεύσιμο» αφού προηγουμένως αυτό χρειαζόταν ανακαινίσεις και εγκαταστάσεις συγκεκριμένου εξοπλισμού, η δε αιτήτρια ήταν ενήμερη για τις προσπάθειες της, τις επαινούσε και ήταν ενήμερη για ανά πάσα στιγμή ως προς τους ενοικιαστές που διέμεναν και το ποσό του ανάλογου μισθώματος.

Σε σχέση με τους όρους που θα μπορούσε να τερματιστεί η μεταξύ τους συνεργασία, αναφέρει ότι η μόνη περίπτωση που επιτρεπόταν ο τερματισμός ή η καταγγελία της ήταν στην περίπτωση που η καθ΄ ης η αίτηση 1 έβρισκε ένα νέο και αξιόπιστο ενοικιαστή για όλα τα ακίνητα, ο οποίος θα προσέφερε σταθερό, ετήσιο ενοίκιο, γεγονός για το οποίο η αιτήτρια θα έπρεπε να παράσχει ρητώς και γραπτώς τη συγκατάθεση της. Στην περίπτωση δε αυτή η ίδια προσωπικά και η καθ΄ ης η αίτηση 1 θα συνέχιζαν να διαπραγματεύονται και να τηρούν τη σχετική συμφωνία ενοικίασης στο όνομα και για λογαριασμό της αιτήτριας, να εισπράττονται τα ενοίκια, να επιθεωρούνται τα ακίνητα και να ενημερώνεται η αιτήτρια για την εν γένει κατάσταση των ακινήτων. Συνεπώς, είναι η θέση της ότι ο τερματισμός της μεταξύ των μερών συνεργασίας δεν είναι νόμιμος και έγκυρος και ότι η καθ΄ ων η αίτηση τηρούσαν όλους τους όρους της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης.

Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι αυτή ξεγελάστηκε κατά τη σύναψη της κύριας μεταξύ των μερών συμφωνίας συνεργασίας, επαναλαμβάνει τη θέση της περί της απόκρυψης εκ μέρους της αιτήτριας της συμφωνίας ημερομηνίας 09/06/2023 και που αναφέρθηκε ανωτέρω και που σύμφωνα με την ίδια η εν λόγω συμφωνία, ως μεταγενέστερη, ακυρώνει την προγενέστερη ημερομηνίας 25/04/2022, η δε συμφωνία ημερομηνίας 09/06/2023 είναι ταυτόσημη με αυτήν της 05/11/2024, με μόνη διαφορά την χρονική διάρκεια αυτών και αυτό προκύπτει, σύμφωνα με τη θέση της καθ΄ ης η αίτηση, από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 που η αιτήτρια επισύναψε στην ένορκη της δήλωση. H εκ μέρους της αιτήτριας δόλιας απόκρυψης της εν λόγω συμφωνίας (σύμφωνα πάντα με τη θέση της καθ’ ης η αίτηση 2) προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτή προετοιμάστηκε από τη δικηγόρο της αιτήτριας και προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήριο 9 σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία.

Επιπρόσθετα αναφέρει, προς αντίκρουση των όσων σχετικά η αιτήτρια ανέφερε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση περί «εύκολης διαφυγής» της ίδιας και των κεφαλαίων της εκτός δικαιοδοσίας, ότι πρόκειται περί προσχηματικής επίκλησης εκ μέρους της αιτήτριας, ότι η ίδια διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία επί σειρά ετών, δραστηριοποιείται επιχειρηματικά και φορολογικά εντός αυτής, διαθέτει σταθερή επαγγελματική και οικογενειακή παρουσία και τηρεί με απόλυτη διαφάνεια όλες τις οικονομικές της συναλλαγές. Περαιτέρω αναφέρει ότι ουδέποτε υπήρξε ή θα υπάρξει οποιαδήποτε πρόθεση ή ενέργεια αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, ενώ όλα τα οικονομικά δεδομένα των μεταξύ των μερών συνεργασιών έχουν γνωστοποιηθεί πλήρως στην αιτήτρια, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες οικονομικές καταστάσεις και τραπεζικά εμβάσματα. Είναι επίσης η θέση της ότι η αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποδείξει ορατό κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των καθ΄ ων η αίτηση.

Τέλος αναφέρει ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και διατήρησης του εκδοθέντος, οι καθ΄ ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη και δυσανάλογη ζημιά και δεν θα μπορέσουν να ελέγξουν και να  αξιοποιήσουν την περιουσία τους, έστω και για τα χρειώδη. Είναι δε η θέση της ότι με την αίτηση επιδιώκεται αποκάλυψη εγγράφων που «πιθανότατα περιέχουν ενοχοποιητική μαρτυρία επί των γεγονότων της κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξίας» ωστόσο η αιτήτρια παραδέχεται ότι τέτοια μαρτυρία δεν κατέχει ενώ όφειλε να κατέχει και να διαθέτει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης. Στην βάση αυτών αναφέρει ότι διατηρεί και επιφυλάσσει τόσο το προσωπικό της δικαίωμα, όσο και το δικαίωμα της καθ΄ ης η αίτηση 1 για σιωπή και μη αυτοενοχοποίηση από την αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων και μαρτυρίας.

Αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση (Σ.Ε.Δ.) στην βάση των χρονοδιαγραμμάτων και οδηγιών που τέθηκαν κατά το στάδιο της ακρόασης διαδικαστικών οδηγιών (Α.Δ.Ο.).

Η αιτήτρια στη δική της Σ.Ε.Δ. αφού πρώτα επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αρνείται τα όσα αναφέρει καθ΄ ης η αίτηση 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, στην έκταση που δεν συμφωνεί με τις θέσεις της αιτήτριας. Σε σχέση με τα όσα αναφέρει η καθ΄ ης η αίτηση 2, ότι δηλαδή η αιτήτρια την διαβεβαίωνε ότι η μεταξύ τους συνεργασία θα ήταν «η δια βίου καριέρα της», αναφέρει ότι αυτό δεν ισχύει αφού η συμφωνία ημερομηνίας 05/11/2024 είχε συγκεκριμένη διάρκεια. Σε σχέση δε με τα όσα ανέφερε η καθ΄ ης η αίτηση 2 για την ύπαρξη της συμφωνίας ημερομηνίας 09/06/2023, παραδέχεται μεν την ύπαρξη της, αναφέρει δε όμως ότι έχει ξεχάσει την ύπαρξη της αφού αυτή δεν υπήρχε στο αρχείο της, όταν όμως διάβασε τους ισχυρισμούς της καθ΄ ης η αίτηση, έψαξε στην ηλεκτρονική της αλληλογραφία και την εντόπισε. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, ανέφερε ότι διαθέτει ακίνητη ιδιοκτησία σε διάφορες χώρες και τέτοιες συνομιλίες και συμφωνίες έχει σχεδόν καθημερινά και αυτός είναι ο λόγος που διέλαθε της προσοχής της αυτή η συμφωνία και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να ξεγελάσει ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, ως η θέση της, αυτό δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης, ούτε επηρεάζει τη διατήρηση του εκδοθέντος Διατάγματος, αφού η συμφωνία που ήταν σε ισχύ παρουσιάστηκε δεόντως και που δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι οι καθ΄ ων η αίτηση την έκλεβαν κατ΄ επανάληψη εκμεταλλευόμενοι την περιουσία της.

Σε σχέση δε με τα όσα ανέφερε η καθ΄ ης η αίτηση 2 στην ένορκη της δήλωση ως προς τον χρόνο και τρόπο καταβολής των εμβασμάτων προς την αιτήτρια, παραπέμπει στον όρο 10 της μεταξύ των μερών συμφωνίας συνεργασίας, δίδοντας τη δική της εκδοχή και ερμηνεία ως προς το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών και τι λάμβανε χώρα σε σχέση με την απόδοση σε αυτήν των ανάλογων μισθωμάτων την 10η ημέρα εκάστου μήνα.

Σε σχέση με τα όσα η καθ΄ ης η αίτηση 2 αναφέρει στην ένορκη της δήλωση περί μη απόδοσης σε αυτήν του ποσοστού που αναλογούσε στην αμοιβή τους, αναφέρει ότι η καθ΄ ης η αίτηση 2 πάντοτε αφαιρούσε το ποσοστό της αμοιβής που της αναλογούσε πριν καν αποστείλει στην αιτήτρια το καθαρό εισόδημα από τη διαχείριση των διαμερισμάτων και προς τούτο παρέπεμψε στο Τεκμήριο 6 που υποστηρίζει την ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Ανέφερε δε επιπρόσθετα ότι αυτό πάντοτε γινόταν και φαίνεται σε όλες τις καταστάσεις που η καθ΄ ης η αίτηση 2 της απέστελλε, ως επίσης και στις περιπτώσεις που την πλήρωνε με μετρητά.

Σε σχέση με τα όσα η καθ΄ ης η αίτηση 2 αναφέρει περί του πεθερού της και ότι σε αυτόν γίνονταν πληρωμές, η αιτήτρια αναφέρει ότι το εν λόγω άτομο, το οποίο κατονόμασε, δεν είναι πεθερός της αλλά ένας ηλικιωμένος συγγενής ενός φίλου της και ότι η νομική της κατάσταση είναι «άγαμη». Ανέφερε δε ότι σε αρκετές περιπτώσεις η καθ΄ ης η αίτηση 2 προσφέρθηκε εθελοντικά να της καταβάλει χρήματα σε μετρητά και πάντοτε κρατούσε το συγκεκριμένο ποσό της προμήθειας της. Το δε εν λόγω άτομο εισέπραξε συνολικά σε μετρητά 7 φορές (από το 2022 μέχρι σήμερα), διατηρούσε κλειδιά του διαμερίσματος της για πρακτικούς λόγους (συντήρησης και έκτακτης ανάγκης), αργότερα όμως η καθ΄ ης η αίτηση της ανέφερε ότι πιθανόν να είχε πρόσβαση στο διαμέρισμα και ο εργολάβος και της πρότεινε να αλλάξει τις κλειδαριές για λόγους ασφαλείας και προς τούτο η αιτήτρια συμφώνησε και έκτοτε το εν λόγω άτομο δεν κατείχε κλειδιά του διαμερίσματος της. 

Σε σχέση με τα όσα η καθ΄ ης η αίτηση 2 αναφέρει περί της ενοικίασης του διαμερίσματος της αιτήτριας μέσω συγκεκριμένης πλατφόρμας, η αιτήτρια επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει στη δική της ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της και ειδικότερα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 που την συνοδεύει και στο οποίο, ως η θέση της, η καθ΄ ης η αίτηση εξέφρασε έκπληξη της. Επισύναψε δε προς τούτο και ως Τεκμήριο 1 στη δική της Σ.Ε.Δ. ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ της αιτήτριας και συγκεκριμένου ατόμου ως ενοικιαστή. Περαιτέρω αναφέρει ότι είναι  κατόπιν διευθέτησης που έγινε από την Αστυνομία που το πρωί της 1ης Σεπτεμβρίου 2025 η καθ΄ ης η αίτηση 2 μετέβη στο διαμέρισμα της αιτήτριας για να πάρει η καθ΄ ης η αίτηση 2 με τον σύζυγο της τα προσωπικά της αντικείμενα και να παραδώσει τα κλειδιά του διαμερίσματος και ήταν εκείνη τη στιγμή που ο ένοικος εξ΄ Αμερικής έφευγε από το διαμέρισμα. Παραδέχεται την πληρωμή του ποσού που έκανε η καθ΄ ης η αίτηση 2 (€ 1605,16) αργότερα και που αυτή έγινε μετά από την καταγγελία που έκανε η αιτήτρια στην Αστυνομία και στην προσπάθεια της Αστυνομίας να διευθετηθεί η υπόθεση χωρίς προώθηση οποιασδήποτε καταγγελίας εις βάρος της. Επίσης παραδέχεται τον ισχυρισμό της καθ΄ ης η αίτηση 2 περί εμβάσματος ποσού €14,400 το οποίο δεν αναφέρθηκε στην αίτηση της επειδή δεν το αντιλήφθηκε έγκαιρα, το δε αυτό ποσό αποτελεί μέρος, σύμφωνα με την αιτήτρια, του ποσού των €76,790 για το οποίο προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία εις βάρος της καθ΄ ης η αίτηση 2.

Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η καθ΄ ης η αίτηση 2 και που αφορά την ενοικίαση του μπαρ, επανέλαβε τη θέση της ότι ο ενοικιαστής αυτού κατέβαλε τα ενοίκια Μαΐου και Ιουνίου 2025 από τις 14/07/2025 και παρέπεμψε προς τούτο στο Τεκμήριο 7 που υποστηρίζει την αίτηση της.

Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η καθ΄ ης η αίτηση 2 και που αφορά τους ισχυρισμούς της ως προς το τι έλαβε χώρα στην ακίνητη περιουσία της (σπάσιμο κλειδαριάς κλπ) αναφέρει ότι δεν έχει σπάσει καμία κλειδαριά αλλά απεναντίας η κεντρική είσοδος έχει κωδικό τον οποίο χρησιμοποίησε και εισήλθε εντός του ακινήτου και η μετάβαση της στο μέρος έγινε με τη συνοδεία των δικηγόρων της επειδή φοβόταν τη στάση της καθ΄ ης η αίτηση 2 . Πέραν τούτου η καθ΄ ης η αίτηση 2 κατέφθασε στο μέρος βιντεοσκοπώντας με το κινητό της τα διαδραματισθέντα και απειλώντας. Στο μέρος κατέφθασε η Αστυνομία και η καθ΄ ης η αίτηση 2 διαβεβαίωσε ότι έχει διαγράψει από το κινητό της τα όσα βιντεοσκόπησε και για το εν λόγω περιστατικό έγιναν καταγγελίες στην Αστυνομία από αμφότερες τις πλευρές.

Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η καθ΄ ης η αίτηση 2 σχετικά με τις εργασίες ανακαίνισης και γενικά αναβάθμισης της περιουσίας της αιτήτριας για να καταστεί αυτό «εμπορεύσιμο» για σκοπούς ενοικίασης, αναφέρει ότι ενοικιάστρια του συγκροτήματος της ανέφερε ότι η καθ΄ ης η αίτηση 2 τους προτρέπει να αντικαταστήσουν τα κλιματιστικά, τα οποία χρεώνονται οι ενοικιαστές και ακολούθως η καθ΄ ης η αίτηση 2 χρεώνει την αιτήτρια αφαιρώντας τα ανάλογα ποσά.

Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η καθ΄ ης η αίτηση 2 περί της ενημέρωσης της ως προς την καθυστέρηση στην καταβολή των ενοικίων που σχετίζονται με το συγκεκριμένο μπαρ, είναι η θέση της αιτήτριας ότι οι αναφορές της καθ’ ης η αίτηση 2 είναι αποσπασματικές, παραπλανητικές και αφορούν ενοίκια για διαφορετικές περιόδους και οι ισχυρισμοί της καθ΄ ης η αίτηση 2 είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της καθ΄ ης η αίτηση 2 για καταβολή των μισθωμάτων σε μετρητά και όχι με κατάθεση τους στον τραπεζικό της λογαριασμό, αναφέρει ότι αυτό συνιστούσε εξαίρεση από τον κανόνα, ο οποίος ήταν όπως τα μισθώματα καταβάλλονται στον τραπεζικό λογαριασμό της.  

Οι καθ΄ ων η αίτηση δια μέσου της καθ΄ ης η αίτηση 2 καταχώρησαν τη δική τους συμπληρωματική ένορκη δήλωση (Σ.Ε.Δ) προς απάντηση των όσων η αιτήτρια αναφέρει στη δική της Σ.Ε.Δ. Η καθ΄ ης η αίτηση 2 προβαίνει σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της αιτήτριας, εκτός από εκείνους που ρητά προβαίνει σε παραδοχή.

Σε σχέση με τη διάρκεια της μεταξύ των μερών συνεργασίας, είναι η θέση της ότι με βάση την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των μερών (Τεκμήριο 1), πρόθεση τους ήταν όπως η συνεργασία τους να ήταν μακροχρόνια και συγκεκριμένα θα ήταν η «δια βίου καριέρα της» (της καθ΄ ης η αίτηση 2) και αυτός είναι ο λόγος που η ίδια και η καθ΄ ης η αίτηση 1 προέβησαν σε εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης και αποκατάστασης των επίδικων ακινήτων και όπως εξασφαλιστούν τίτλοι ιδιοκτησίας τους.

Σε σχέση με τα όσα η αιτήτρια αναφέρει περί της μη αποκάλυψης της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας, είναι η θέση της ότι δεν μπορεί η μη αποκάλυψη αυτή να χαρακτηριστεί ως ακούσια και καλόπιστη, αφού η αιτήτρια είχε πλήρη γνώση αυτής και ότι αυτή συντάχθηκε με υπόδειξη και καθοδήγηση της μέσω του δικηγόρου της και της είχε αποσταλεί ηλεκτρονικώς για έγκριση και υπογραφή.

Σε σχέση με τα όσα η αιτήτρια αναφέρει ως προς τον τρόπο και χρόνο πληρωμής, είναι η θέση της ότι η αιτήτρια προσπαθεί να μεταστρέψει την εκφρασμένη θέση της η οποία συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των μερών και που παρεχόταν η δυνατότητα να επιλέγει κατά περίπτωση τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης και της πληρωμής σε μετρητά και προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήριο 2 σχετική αλληλογραφία και επιπρόσθετα παρέπεμψε στο Τεκμήριο 7 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της για να καταδείξει την πρόθεση της αιτήτριας όπως πληρωθεί σε μετρητά άμα της καθόδου της στην Κύπρο.

Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η αιτήτρια στην Σ.Ε.Δ. για το ποσό των €165,00, είναι η θέση της ότι αυτό το ποσό είναι η αναλογούσα προμήθεια της ποσοστού 30% που προβλέπεται από την μεταξύ τους συμφωνία, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτό το Φ.Π.Α. το οποίο η αιτήτρια ποτέ δεν απέδιδε στις αρμόδιες αρχές ως όφειλε αλλά πάντοτε αιτούνταν να της καταβάλλεται ως ποσοστό επί των ενοικίων.

Σε σχέση με τα όσα αναφέρει η αιτήτρια ότι το όνομα που κατονομάζεται δεν είναι ο πεθερός της, είναι η θέση της ότι το εν λόγω άτομο είναι ο πατέρας του πρώην συζύγου της αιτήτριας και παππούς της κόρης της. Η δε αιτήτρια της είχε αποκαλύψει τα πιο πάνω από το 2022 ενώ η κόρη της αιτήτριας που ήταν μάρτυρας στις μεταξύ των μερών συμφωνίες, της το επιβεβαίωσε κατά τη συνάντηση τους στην Πάφο τον Δεκέμβριο του 2024. Το ίδιο δε άτομο επιβεβαίωσε τα πιο πάνω και ο οποίος είχε παραλάβει ένα εκ των δύο σετ κλειδιών για το διαμέρισμα της αιτήτριας τον Δεκέμβριο του 2024 και προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήριο 3 σχετική ηλεκτρονική επικοινωνία.   

Σε σχέση με τα όσα η αιτήτρια ανέφερε σε σχέση με την ενοικίαση του διαμερίσματος της, πέραν της επανάληψης των θέσεων της και της απόδοσης στην αιτήτρια αλλότριων κινήτρων, η καθ΄ ης η αίτηση 2 αναφέρει ότι οι ενοικιαστές του ακινήτου, μετά την καταχώρηση της Σ.Ε.Δ. της αιτήτριας, αιτήθηκαν την επιστροφή των χρημάτων και χωρίς να αφήσουν κάποια αρνητική κριτική και προς τούτο επισύναψαν το Τεκμήριο 4.

Σε σχέση με τα όσα η αιτήτρια της καταλογίζει για την μη απόδοση χρηματικών ποσών ως μισθωμάτων ακίνητης περιουσίας της αιτήτριας, η καθ΄ ης η αίτηση αναφέρει ότι αποδόθηκαν στην αιτήτρια τα αντίστοιχα ποσά των €1.605,16 και €8.588,44 και προς τούτο επισύναψε το Τεκμήριο 5. Για δε το ποσό που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν της αποδόθηκε (€76,790) είναι η θέση της ότι της έχει ήδη καταβληθεί το σχετικό μερίδιο. Ιδίως ως προς το ποσό των €14,400 είναι η θέση της ότι έχει ήδη ληφθεί από την αιτήτρια από τον Αύγουστο του 2022 και χρησιμοποιήθηκε κατ΄ εντολή της για προκαταβολές από τον ενοικιαστή του μπαρ που γίνεται αναφορά στην παρούσα διαδικασία για τους μήνες Αύγουστο ως Νοέμβριο του 2022, προκειμένου να καλυφθούν έξοδα επισκευών του επίδικου οικιστικού συγκροτήματος. Το ίδιο ποσό επιστράφηκε μάλιστα και ως επιστροφή φόρου/Φ.Π.Α. από τον Έφορο Φορολογίας και συνεπώς, ως η θέση της, η αιτήτρια όχι μόνο έλαβε αυτά τα χρήματα, αλλά έλαβε τα ίδια κεφάλαια ουσιαστικά δύο φορές και προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήριο 6 σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα.

Σε σχέση με τα όσα η αιτήτρια της καταλογίζει περί «κατασκευασμένων εξόδων», πέραν της άρνησης της, αναφέρει ότι η ίδια με προσωπικούς κόπους και έξοδα προέβη σε σειρά αναγκαίων εργασιών συντήρησης και ανακαίνισης και ότι καταχρηστικά διεκδικούνται χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί και διαχειριστεί κατ΄ εντολή της αιτήτριας.

Σε σχέση με τα όσα η αιτήτρια ανέφερε, ότι δηλαδή η πόρτα του αναφερόμενου υποστατικού άνοιξε με κωδικό, αναφέρει ότι αυτό δεν ισχύει και ότι η εν λόγω πόρτα έχει μεν κωδικό, τον οποίο η αιτήτρια δεν γνωρίζει και ουδέποτε της τον ζήτησε, με αποτέλεσμα αυτή να παραβιαστεί τόσο από την αιτήτρια, όσο και από τα άτομα που την συνόδευαν και προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήριο 7 φωτογραφία προς υποστήριξη της θέσης της.

Σε σχέση με τα όσα η αιτήτρια ανέφερε ως προς την αντικατάσταση των κλιματιστικών από τους ενοικιαστές, αναφέρει ότι στην προκειμένη περίπτωση όταν έγινε η αντικατάσταση ενός κλιματιστικού, η ίδια δεν ενημερώθηκε σχετικά. Επειδή όμως για την εγκατάσταση ήταν αναγκαία η χρήση των κλειδιών από την ταράτσα, η ενοικιάστρια της ανέφερε τον λόγο για τον οποίο τα χρειαζόταν. Τότε η καθ΄ ης η αίτηση 2 της είπε ότι έπρεπε να την ενημερώσει για να το αντικαταστήσει η ίδια και αμέσως η καθ΄ ης η αίτηση 2 πλήρωσε προσωπικά για την εγκατάσταση του νέου κλιματιστικού, ενώ ζήτησε επιπλέον το τιμολόγιο της ίδιας της συσκευής προκειμένου η καθ΄ ης η αίτηση 2 επιστρέψει τα σχετικά έξοδα στους ενοίκους, γεγονός που η ενοικιάστρια αρνήθηκε καθότι ανέφερε ότι επρόκειτο για ειδικό κλιματιστικό με φίλτρο καθαρισμού αέρα.

Σε σχέση με τα όσα η αιτήτρια ανέφερε ως προς τον λογιστή που είχε αναλάβει να παράσχει τις υπηρεσίες του για τα επίδικα ακίνητα, πέραν της άρνησης της, αναφέρει ότι η μόνη αναφορά που έκανε η αιτήτρια σχετικά με το θέμα αυτό είναι ότι δεν ήταν ευχαριστημένη με τις χρεώσεις που προέβαινε το εν λόγω άτομο καθότι στο Λονδίνο όπου ζει, για τις υπηρεσίες οι χρεώσεις είναι χαμηλότερες, χωρίς ουδέποτε να αναφερθεί σε τίποτε περαιτέρω ή να της αναθέσει οτιδήποτε που να αφορά τις εν λόγω υπηρεσίες, καθώς στη μεταξύ των μερών συμφωνία συνεργασίας είναι υποχρέωση της αιτήτριας να αναλαμβάνει τις λογιστικές εργασίες. Ως η καθ΄ ης η αίτηση 2 φρονεί, η αιτήτρια έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για το επίδικο μπαρ αλλά δεν επιθυμούσε να το δηλώσει στις αρμόδιες αρχές, με αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, να μην της αναθέσει οποιαδήποτε τέτοια εργασία. Προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήριο 8 σχετική ηλεκτρονική επικοινωνία.    

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ     

Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Επίσης, η  υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στη βάση, μεταξύ άλλων, των προνοιών του Μέρους 25.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής οι «νέοι Κανονισμοί»), ήτοι πριν την έγερση απαίτησης.

Το Μέρος 25.2 επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση προβλέπει τα ακόλουθα:

 

 « 25.2. Χρόνος έκδοσης διατάγματος για ενδιάμεση θεραπεία

 

(1) Διάταγμα για ενδιάμεση θεραπεία μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο περιλαμβανομένου του χρόνου:

(α) πριν από την καταχώριση απαίτησης· και

(β) μετά την έκδοση απόφασης.

(2) Ωστόσο:

(α) η παράγραφος (1) τελεί υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας σε κανονισμό ή νομοθεσία η οποία προνοεί διαφορετικά·

(β) το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία πριν από την καταχώριση απαίτησης μόνο αν:

(i) το θέμα είναι επείγον· ή

(ii) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.»

 

συγκεκριμένη πρόνοια αποτελεί μια από τις αλλαγές που επέφεραν οι νέοι Κανονισμοί αφού η χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας πριν από την έγερση της αγωγής στη βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν ήταν δυνατή.  Τούτο, βεβαίως, κατέστη εφικτό σε συνδυασμό με την τροποποίηση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 με τους Ν. 114(Ι)/2023 και Ν. 107(Ι)/2024.

Ενόψει της πρόσφατης προσθήκης της πιο πάνω πρόνοιας, δεν υπάρχει νομολογία ως προς το τι συνιστά «επείγον θέμα» ή «άλλη ιδιαίτερη περίσταση» ως καθορίζεται στο Μέρος 25.2 (2) (β). Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία ως εξελίχθηκε μέχρι σήμερα στο πλαίσιο εξέτασης των προϋποθέσεων που καθορίζει το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου κατά την εξέταση αιτήματος για χορήγηση θεραπείας μονομερώς αλλά και από αγγλικά συγγράμματα και νομολογία αφού το Μέρος 25.2(2) αντιστοιχεί στο αγγλικό Part 25.2. όπου αντί της αναφοράς σε ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων, προβλέπεται πως τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί όταν  είναι επιθυμητό για το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

Στη σελίδα 889 του White Book 2021 αναφέρονται τα εξής σχετικά:

 

«Interim Remedy granted before claim made - urgency and the interests of justice r. 25.2.(2)(b)

The general rule is that an order for an interim remedy may be made at any time; but the court may grant an interim remedy before proceedings have been started only if

(i)   the matter is urgent, or

(ii)  it is otherwise desirable to do so in the interests of justice (r.25.2(2)(b)). 

The court should not entertain an application of which no notice has been given unless either giving notice would enable the defendant to take steps to defeat the purpose of the application or there has been literally no time to give notice before the remedy is required (National Commercial Bank Jamaica Ltd v Olint Corp Ltd (Practice Note) [2009] UKPC 16[2009] 1 W.L.R. 1405, PC). Some interim remedies have been designed specifically for use before a claim has been made.

Some interim remedies have been designed specifically for use before a claim has been made (cf. "before proceedings are started" in r. 25.2(1)(a)).  A good example is an interim remedy in the form of an order under the Senior Courts Act 1981 s.33(1) or the County Courts Act 1984 s. 52(1) (Order to inspect, etc., and to take samples, etc., of property before claim made) (see r.25.1(1)(i).  Former rules of court did not suggest the orders granting such remedies could only be made on a showing that the matter was "urgent".  It may be said that they could not be granted unless "necessary to do so in the interests of justice".  To that extent the former practice and r. 25.2(2)(b) are in accord.

Strictly speaking, timing and urgency are quite separate matters (and both are separate from the question, whether application should be made on notice or not).  However, it is not surprising that, at least in relation to some interim remedies, they should be mixed.  Circumstances can arise when it is in interests of justice that a person should be able to obtain an order for an interim remedy before beginning their claim, even though that remedy is not specifically designed for use before a claim has been made. "

 

Μελέτη των προνοιών του Μέρους 25.2 σε συνδυασμό με το πιο πάνω απόσπασμα από το White Book, δεικνύει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πως η δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας πριν την έγερση απαίτησης αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

Σε σχέση δε με τη δυνατότητα έκδοσης Διαταγμάτων αποκάλυψης πριν την έγερση απαίτησης, το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από την απόφαση του Royal Court of Justice ημερομηνίας 13/05/2020 μεταξύ Taylor Wimpey UK Limited και Harron Homes Limited [2020] EWHC 1190 (TCC) όπου καταγράφεται το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα στο οποίο γίνεται περαιτέρω παραπομπή σε σχετική επί του θέματος Νομολογία και σε συνάρτηση με τα δεδομένα της εν λόγω υπόθεσης:

«C. The law

 Turning to the relevant principles, the power to order pre-action disclosure (which is contained in section 33(2) of the Senior Courts Act) is codified in CPR Part 31.16. That lays down the requirements that have to be satisfied for an order for pre-action disclosure. There are the following elements of the test under CPR Part 31.16 that must be satisfied before an order will be made. The rule states at Part 31.16(3): “(3) The court may make an order under this rule only where –

(a) the respondent is likely to be a party to subsequent proceedings;

(b) the applicant is also likely to be a party to those proceedings;

(c) if proceedings had started, the respondent’s duty by way of standard disclosure, set out in rule 31.6, would extend to the documents or classes of documents of which the applicant seeks disclosure; and

(d) disclosure before proceedings have started is desirable in order to:

 i. dispose fairly of the anticipated proceedings;

ii. assist the dispute to be resolved without proceedings; or

iii. save costs.”

The leading authority on this ability by the court to order the disclosure of documents prior to proceedings actually starting is Black v Sumitomo [2001] EWCA Civ 1819. In that case Rix LJ laid down certain principles and explained the approach that should be taken by the court when considering such an application. He explained that there was both a jurisdictional threshold and a discretionary test, and said at [73] the following:

“The jurisdictional threshold is not, I think, intended to be a high one. The real question is likely to be one of discretion, and answering the jurisdictional question in the affirmative is unlikely in itself to give the judge much of a steer as to the correct exercise of his power.”

He also stated at [77] that:

 “It also seems to me to follow that if there would be considerable doubt as to whether the disclosure stage would ever be reached, that is a matter which the court can and should take into account as a matter of its discretion.”

 Finally, Rix LJ accepted that is some cases it would or may be difficult to keep the two stages of the process separate from one another:

“[82] Of course, since the questions of principle and of detail can merge into one another, it is not easy to keep the two stages of the process separate. Nor is it perhaps vital to do so, provided however that the court is aware of the need for both stages to be carried out. The danger, however, is that a court may be misled by the ease with which the jurisdictional threshold can be passed into thinking that it has thereby decided the question of discretion, when in truth it has not. This is a real danger because first, in very many if not most cases it will be possible to make a case for achieving one or other of the three purposes, and secondly, each of the three possibilities is in itself inherently desirable.”

The first three requirements of the rule are clearly threshold tests. Here, both TW and HH would be parties in subsequent proceedings, and the documents sought would be disclosable under standard disclosure. Although, given the attempt by HH to engage the contractual dispute resolution mechanism, there must be considerable doubt as to whether that disclosure stage would ever be reached (because there is doubt that HH will ever initiate those proceedings in court, given its attempt to use the expert determination process) that is something that Black makes clear ought to be taken account of in the discretionary consideration that is required once jurisdiction for such an order has been established.

 The requirement in (3)(d) of the rule is treated as involving both a jurisdictional element as well as a discretionary element. The jurisdictional element is that an applicant must show that there is a real prospect in principle of one of the stated objectives in 3(d) being met. The discretionary element is whether, as a matter of discretion, disclosure is considered to be desirable.

 As Steel J stated in Hutchison 3G (UK) Ltd v O2 UK Ltd and others [2008] EWHC 55 (Comm) at [55]:

“It must be that, in almost every dispute, a case could be made out that pre-action disclosure would be useful in achieving a settlement or otherwise saving costs. It follows, in my judgment, that, in order to obtain pre-action disclosure, the circumstances must be outside “the usual run” to allow the hurdle to be surmounted: Trouw UK Ltd v Mitsui & Co (UK) Plc [2006] EWHC 863 (Comm) at [43]. The point is a somewhat barren one. The absence of any convincing grounds for distinguishing the case from the normal run would be telling grounds for not exercising the court’s discretion. But for the moment I will consider the topic in the context of jurisdiction.”

Miss Briggs for HH submitted that it should be particularly out of the normal where an applicant was the putative defendant, as TW is here, rather than a party seeking documents pre-action in order to know whether they have a claim or not, and/or if so against whom, and what the details of their causes of action are. I reject that submission. I do not consider that the fact that a party seeking pre-action disclosure may be a potential defendant in those proceeding rather than a claimant makes any difference to the jurisdictional hurdle to be surmounted, particularly where as here that party states it has a counterclaim. It might be said that if an applicant were likely to be a defendant, rather than a claimant, the discretion might be exercised differently in the sense that “saving costs” must mean (or at least include) costs of the litigation, and there is extra uncertainty in that if the applicant itself is not the entity contemplating commencing those proceedings. However, in my judgment this type of case specific factor can, and should, be considered at the discretion stage.

In Jet Airways (India) Ltd v Barloworld Handling Ltd [2014] EWCA Civ 1311 the Court of Appeal considered an appeal from an order for pre-action disclosure made by Burton J in the Commercial Court. The underlying facts concerned an extensive fire at Heathrow Airport and its cause. It appeared to have started in a forklift truck. The applicant successfully persuaded Burton J that maintenance records and such like of the respondent’s forklift fleet for a period of two years prior to the fire ought to be disclosed, and he found that the experts would be “stymied” without such documents as the actual forklift in question had (not surprisingly) been completely destroyed in the fire. The appeal against that decision failed. Moore-Bick LJ, in giving the judgment, stated that Black was the leading authority on the interpretation of the rule. I would add that disclosure of the type sought in that case, on those facts, appears to me to be typical of the unusual type of case in which such an order would be justified. The potential claimant, literally, would have had nothing for its experts to consider concerning its potential claim absent the documents it sought. Here, it can be seen from the categories of documents sought by TW that this simply is not the case.

The parties also cited a number of authorities that are first instance applications of the principles set down in Black. Given the exercise of the discretion is so highly fact specific, the fact that in other cases such orders have, or have not, been made does not necessarily take one very far. However, one first instance case which is of direct relevance is that of Birse Construction Ltd v HLC Engenharia SA [2006] EWHC 1258 (TCC) because it contains dicta in relation to TCC cases generally. Jackson J (as he then was) stated at [25] the following:

 “In many TCC cases, disclosure is a labour-intensive exercise and a major head of costs. Therefore, disclosure before the proper time is not something which should be lightly ordered. On the other hand, the court encourages the early and candid exchange of information in the hope that this will promote settlement before excessive costs are incurred. Alternatively, it is hoped that the parties may at least narrow the issues between them. This is part of the philosophy which underlies the Pre-action Protocol for Construction and Engineering Disputes. It should be noted that this is the only pre-action protocol which requires a meeting between the parties before they resort to litigation.”

 He also added at [29] “Given the level of co-operation between opposing parties, which is a normal feature of TCC litigation, I would not expect an order for pre-action disclosure to be appropriate in most cases which come before this court.”

 I fully endorse those views and cannot usefully add to them, other than making the following two observations, the first of which will be expanded upon in Section E of this judgment. The Collaboration Agreement between the parties in this case contains an expert determination provision, expert determination being a type of alternative dispute resolution or ADR. ADR has a vast number of advantages to parties to commercial agreements. It enables parties to have their disputes decided privately, by specialists either chosen by the parties jointly or, in default of agreement, by a body specifically appointed for that purpose. It is almost always far quicker than litigation, and almost always far cheaper, to have disputes resolved in this way. The court in all cases will be astute to prevent pre-action disclosure being used either to frustrate, impede or interfere with contractually agreed ADR mechanisms.

The second observation is to note that the parties in this case participated in the pre action protocol, and TW attended the meeting of the parties required under the protocol, about one calendar year before requesting these documents. This is a factor relevant to the exercise of the court’s discretion.»

Πέραν του Διατάγματος αποκάλυψης πριν την καταχώρηση απαίτησης, οι αρχές των οποίων έχουν εκτεθεί ανωτέρω, η αιτήτρια αιτείται την έκδοση Διαταγμάτων τα οποία εδράζονται στον Κανονισμό 25.1 (1) (β), 25.1 (1)(ε), 25(1)(ε)(ιι) και 25.1 (ζ) και (θ).

Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινού Διατάγματος και την οριστικοποίηση τος είναι πολύ καλά γνωστές και εδραιωμένες.

Αναφορικά με την οριστικοποίηση του Διατάγματος, ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217, 1224).

Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι:

- ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και

- ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ’ ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ’ ου η αίτηση.

Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω:

(α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία.

(β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

(γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis (1976) 1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia (1987) 1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ”Βασίλη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. – ν – Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι  η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης(1979) 1 Α.Α.Δ. 231).

Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο η συνέχιση του διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας.

Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.

Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P. (1999) 1 Α.Α.Δ. 225).

Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ”Βασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo.

Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd. (2002) 1 Α.Α.Δ. 2026).

Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.

Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω.. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152).

Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).

Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136  με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου – ν – Colossos Signs Ltd (Aρ.2)(2008) 1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. – ν – Ambramchyk κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014).

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην ΑΜΕRICAN UNIVERSITY OF CYPRUS (AUCY) LTD κ.α. – ν-   S.C.F.B. LTD (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2022) 4 Μαρτίου, 2025, λέχθηκαν τα εξής:

«Η τρίτη προϋπόθεση ως γνωστό αφορά στη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τούτο έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα ακριβές, αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν περιορίζεται στα στεγανά της υλικής ζημιάς. Η δικαιοσύνη ταυτίζεται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»

 

Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

 

Τα εκδοθέντα διατάγματα διασφαλίζουν τη διατήρηση της κατοχής και λειτουργίας της προσωρινής καφετέριας και τη συνέχιση της ανέγερσης με προοπτική τη λειτουργία και διαχείριση της μόνιμης καφετέριας συμφώνως των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, μέχρι την τελική απόφαση της ισχύος ή μη αυτής στα πλαίσια της Αγωγής.

Σε περίπτωση μη οριστικοποίησης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απώλειας της δυνατότητας συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Ενάγουσας, η οποία είναι και η μοναδική στην Κύπρο, και απώλειας του ενδεχομένου επιτυχίας στη βασική της αξίωση για την ισχύ και εφαρμογή της συμφωνίας. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος η Ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην υλική ζημιά αφού έχει ήδη καταβάλει έξοδα και συμβληθεί με εργολάβους και αναμένει και προβλέπει μεγάλο κέρδος, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη και ή υπολογισμούς της Ενάγουσας, Τεκμήριο 15 στην αρχική ένορκη δήλωση του ΑΠ αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, η ζημιά επεκτείνεται και στη συνέχιση των μοναδικών εργασιών της ίδιας της εταιρείας στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη (ανωτέρω), o χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν αλλά και άλλα μεταβλητά κριτήρια, όπως στην προκειμένη περίπτωση η συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της Ενάγουσας.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταρρίπτουν τη θέση των Καθ' ων πως τυχόν έκδοση ή οριστικοποίηση των διαταγμάτων παραβιάζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι, καθότι το Δικαστήριο ακριβώς λαμβάνει υπόψιν τη σύμβαση την οποία τα ίδια τα μέρη επέλεξαν να συνάψουν με τους όρους όπως οι ίδιοι τους συμφώνησαν. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π.Γ. Πολυβίου, Έκδοση 2021, Τόμος B, σελ. 773.

Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση εν πάση περιπτώσει οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία από τη στιγμή που πέραν της ενδεχόμενης απώλειας της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η Ενάγουσα έχει καταδείξει πως η Εναγομένη 1 δεν είναι ικανή να την αποζημιώσει εφόσον πρόκειται για μια μικρή εταιρεία με μετοχικό κεφάλαιο 1000 μετοχών αξίας €1 εκάστη και σίγουρα μικρού οικονομικού εκτοπίσματος, Τεκμήριο 14 στην αρχική ένορκη δήλωση του ΑΠ. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούεται επαρκώς παρά μόνο προβάλλεται μια γενική αναφορά ότι όλοι οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και δύνανται να αποζημιώσουν την Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. Τέτοιος ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός και αόριστος και ως τέτοιος δεν καταδεικνύει την οικονομική κατάσταση ή την όποια ικανότητα αποζημίωσης εκ μέρους των Εναγομένων.

 

Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα της τρίτης προϋπόθεσης εντός των ορθών παραμέτρων που θέτει η νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εντόπισε τη σημασία της κατοχής του χώρου σε σχέση με το MoU και τις αξιώσεις της εφεσίβλητης. Πέραν της Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1245, στην οποία κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Διατάγματα, Injunctions (ανωτέρω), σελ. 131-141, όπου αναφέρεται ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Η τρίτη προϋπόθεση δεν έχει σχέση με τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να προκύψουν στους διαδίκους από την έκδοση ή μη του διατάγματος, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη σε άλλο στάδιο, όπου το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αν θα εκδώσει ή όχι το διάταγμα. Όπου η ζημιά ή η βλάβη συνεχίζει και η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν αναμένεται να είναι ικανή να αποζημιώσει τον αιτούντα, ή όπου υπάρχει αδυναμία στον καθορισμό έκτασης της ζημιάς, θεωρούνται περιστάσεις που σύμφωνα με τη νομολογία, λαμβάνονται υπόψη και συνηγορούν υπέρ της ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης (βλ. επίσης M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co(1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1791, Σεβαστού ν. Σεβαστού (2002) 1 (Γ) 1980, MELOUSKIA COMMERCIAL LTD κ.ά. vCHUMACHENKO κ.ά. (2014) 1(Γ) ΑΑΔ 2110, Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. (ανωτέρω), Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας (2015) 1(Α) ΑΑΔ 731Karydas Taxi CoLtd vKomodikis (1975) 1 CLR 321 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου (2004) 1 (Γ) ΑΑΔ 1528).»

 

Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co LtdvVinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα:

΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670:

"To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν’ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."

Τέθηκε από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου, (1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ, (2000), 1 Α.Α.Δ. 606).

Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ’ ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης.

Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (2001) 1 Α.Α.Δ. 1168).

Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό.

Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (1998) 1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603:

«Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd … πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι … κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ’ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής».

Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA (1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60.

Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι:

«… γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με:

(α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του,

(β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και

(γ) την πιθανότητα επιτυχίας.».

Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno (2004) 1 A.A.Δ. 557 και την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη).

Στην παρούσα η αιτήτρια, αιτείται Διαταγμάτων με τα οποία ουσιαστικά είναι ταυτόσημα με θεραπείες που αυτές θα μπορούσαν να δοθούν στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της διαφοράς και στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. – v -  Ιωάννη Κλουκίνα (2014) 1Α Α.Α.Δ 118, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω, από τα οποία το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση:

«Όπως παρατηρεί ορθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην Parico Aluminium Designs vMuskita Aliminium Co Ltd κ.α. (2002) 1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. A Simonos Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 1361, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael vBrevinos (1969) 1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ’ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd vDemenian Catering Ltd (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1848). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κα….»

ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΕΝΣΤΑΣΗΣ

Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με πολλή προσοχή το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του, μέσα από τις ένορκες δηλώσεις αμφοτέρων των πλευρών και των τεκμηρίων που προσκόμισαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχει επίσης μελετήσει με πάρα πολλή προσοχή τα όσα αμφότερες οι συνήγοροι ανέπτυξαν τόσο στις γραπτές τους αγορεύσεις, όσο και τα όσα συμπληρωματικά προφορικά ανέπτυξαν στο στάδιο των διευκρινίσεων. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την ουσία της παρούσας αίτησης, έχει κατά νου το νομοθετικό πλαίσιο και τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές ως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Έχει επίσης κατά νου ότι στο στάδιο πριν την καταχώρηση εντύπου απαίτησης, η εξέταση των θέσεων αμφοτέρων των πλευρών θα πρέπει να γίνει με προσοχή και στον βαθμό που απαιτείται για την εξέταση των προϋποθέσεων για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος και την έκδοση των υπολοίπων. Δηλαδή δεν πρέπει να γίνεται μια εις βάθος ανάλυση και αξιολόγηση των θέσεων τους που θα ισοδυναμούσε με τελική κρίση επί της ουσίας της αναφυόμενης διαφοράς, ως αυτή προκύπτει από τα όσα προβλήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές. Η έκδοση Διαταγμάτων στο παρόν στάδιο ή η οριστικοποίηση Διατάγματος, είναι αναγκαία μόνο όταν εξυπηρετείται ο πρωταρχικός σκοπός και η φύση της διαδικασίας, έτσι ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης τόσο στο παρόν στάδιο πριν την καταχώρηση του εντύπου απαίτησης, όσο και με την καταχώρηση αυτού.

Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, τον πρωταρχικό σκοπό και αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, κρίνει ορθό όπως εξεταστεί πρώτα το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος. Αυτό καθότι, η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν κατά κόρον μέσα από την ένσταση τους, την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και την επακόλουθη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησαν και τα Τεκμήρια που παρουσίασαν, ότι η πλευρά της αιτήτριας απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο κατά το στάδιο που αιτείτο μονομερώς την έκδοση των ως άνω αναφερόμενων Διαταγμάτων, ότι ουσιαστικά παραπλάνησε το Δικαστήριο και ότι εάν το Δικαστήριο είχε υπόψην του τα γεγονότα που οι καθ΄ ων η αίτηση επικαλούνται δεν θα εξέδιδε το εκδοθέν Διάταγμα.

Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με πολλή προσοχή το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του στο σύνολο του ως αυτό έχει παρουσιαστεί από αμφότερες τις πλευρές, καθώς και τα όσα αμφότερες οι συνήγοροι ανέπτυξαν στις αγορεύσεις τους.

Ως προς τις προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού Διατάγματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτήτρια έχει αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.

Ως προς τις ορατές πιθανότητες επιτυχίας, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου οι εκ δια μέτρου αντίθετες θέσεις αμφοτέρων των πλευρών ως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω και που θα αναλυθούν στο πλαίσιο εξέτασης του ζητήματος του κατά πόσο η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Από την άλλη όμως, για σκοπούς εξέτασης καθαρά αυτού του κριτηρίου, το Δικαστήριο κρίνει, στο βαθμό που απαιτείται για να εξεταστεί του κατά πόσο έχουν καταδειχθεί αυτό το κριτήριο, ότι έχουν καταδειχθεί ορατές πιθανότητες επιτυχίας.

Ως προς το κριτήριο της αδυναμίας απονομής Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό δεν έχει καταδειχθεί. Αυτό καθότι, βάση των όσων η αιτήτρια επικαλέστηκε προς υποστήριξη αυτής της θέσης, δεν προκύπτει ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν είναι φερέγγυοι και ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αιτήτριας αυτή δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί από του καθ΄ ων η αίτηση. Πέραν τούτου η αιτήτρια επικαλείται γενικούς ισχυρισμούς και θέσεις χωρίς να καταδειχθεί οποιοδήποτε απτό στοιχείο που να υποστηρίζει τη θέση της ότι σε περίπτωση μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα είναι αδύνατη η απονομή Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.

Σε κάθε περίπτωση και πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του ουσιώδους ανακύψαντος ζητήματος, ήτοι αυτού της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας.

Μέσα λοιπόν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο, όταν επιλαμβανόταν μονομερώς την υπό εξέταση αίτηση και ακολούθως εξέδιδε μονομερώς το εκδοθέν Διάταγμα, δεν είχε ενώπιον του το σύνολο τόσο των ουσιωδών γεγονότων, όσο και ουσιωδών Τεκμηρίων που σχετίζονται με την μεταξύ των μερών αναφύουσα διαφορά. Εάν το Δικαστήριο τα είχε υπόψην του, αναμφίβολα θα διαφοροποιούσαν την κρίση του Δικαστηρίου και η αιτήτρια θα αναμένετο να τα είχε αποκαλύψει για να διαφωτίσει πλήρως το Δικαστήριο για να έχει το τελευταίο την ευκαιρία να αποφασίσει επί ολοκληρωμένης και ορθής βάσης γεγονότων. Αυτά έχουν ως ακολούθως:

·         Η μη αποκάλυψη της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας ημερομηνίας 09/06/2023 η οποία προηγήθηκε της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 05/11/2024. Αυτό καθότι η πλευρά της αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση, όχι μόνο δεν έχει κάνει οποιανδήποτε πρόνοια που να σχετίζεται με αυτήν, αλλά επιπρόσθετα προώθησε σειρά ισχυρισμών για να καταδείξει ότι εξαπατήθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση και που την οδήγησαν στο να συνάψει τη συμφωνία ημερομηνίας 05/11/2024. Η δε θέση της αιτήτριας ότι η μη αναφορά της στην ύπαρξη της συμφωνίας ημερομηνίας 09/06/2023 συνιστά καλόπιστο λάθος και αβλεψία και ότι δεν αλλάζει την ουσία της υπόθεσης κρίνεται από το Δικαστήριο ως αβάσιμη. Αυτό καθότι, πέραν των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, η ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας είναι αναμφίβολα ένα σημαντικό γεγονός το οποίο δεν θα μπορούσε να λησμονηθεί, έστω και με την επίκληση εκ μέρους της αιτήτριας της θέσης της ότι λόγω της ακίνητης ιδιοκτησίας που διαθέτει όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό η σύναψη τέτοιων συμφωνιών είναι συνήθεις, τουλάχιστον για την ίδια. Με βάση δε τα στοιχεία που οι καθ΄ ων η αίτηση αποκάλυψαν, διαφάνηκε ότι η αιτήτρια είχε σημαίνοντα ρόλο κατά το στάδιο ετοιμασίας και κατάρτισης της εν λόγω συμφωνίας.

·         Η μη αποκάλυψη εκ μέρους της αιτήτριας του συνόλου των γεγονότων που έλαβαν χώρα που σχετίζονταν με τη μίσθωση του διαμερίσματος της το οποίο χρησιμοποιεί όταν διαμένει στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, μέσα από τα όσα γεγονότα αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο μετά την έκδοση του Διατάγματος και συγκεκριμένα μέσα από την ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και τα επισυναπτόμενα Τεκμήρια και που αναφέρθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, προκύπτει ότι έλαβαν χώρα και άλλα, ουσιώδη γεγονότα που αφορούσαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η μίσθωση του διαμερίσματος της αιτήτριας, τι έλαβε χώρα την ημέρα που η αιτήτρια ανακάλυψε ότι αυτό μισθώθηκε και η επακόλουθη πληρωμή που έγινε σε αυτήν.

·         Η μη αποκάλυψη εκ μέρους της αιτήτριας του συνόλου των γεγονότων που αφορούν τη δυνατότητα πρόσβασης στο πιο πάνω αναφερόμενο διαμέρισμα της αιτήτριας και συγκεκριμένα το γεγονός ότι άλλο πρόσωπο είχε τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό και ότι κατείχε κλειδιά του διαμερίσματος της.

·         Η μη ολοκληρωμένη αποκάλυψη εκ μέρους της αιτήτριας ως προς τα γεγονότα κάτω από τα οποία τα εμπλεκόμενα μέρη μετέβησαν στην ακίνητη ιδιοκτησία της αιτήτριας και τι ακριβώς έλαβε χώρα εκεί. Συγκεκριμένα, οι καθ΄ ων η αίτηση είναι αυτοί που παρουσίασαν ολοκληρωμένη εικόνα ως προς το τι έλαβε χώρα εκείνη την ημέρα και ιδίως ως προ τη δυνατότητα πρόσβασης της αιτήτριας στην εν λόγω ακίνητη περιουσία, παρουσιάζοντας προς τούτο οι καθ΄ ων η αίτηση φωτογραφικό υλικό που ενισχύουν τις θέσεις τους και που αφήνουν μετέωρους τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ως προς το τι έλαβε χώρα εκείνη την ημέρα.

·         Η μη αποκάλυψη εκ μέρους της αιτήτριας στο σύνολο των όσων γεγονότων περιβάλλουν τη μίσθωση του επίδικου μπαρ, Συγκεκριμένα μέσα από τα όσα γεγονότα αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο μετά την έκδοση του Διατάγματος και συγκεκριμένα μέσα από την ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και τα επισυναπτόμενα Τεκμήρια και που αναφέρθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, προκύπτει ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε τις μεταξύ των μερών συνομιλίες και που προκύπτει ότι η αιτήτρια ήταν ενήμερη για τις καθυστερήσεις στην καταβολή των ενοικίων και ότι αργότερα έγινε καταβολή ενοικίων στην αιτήτρια, κάτω από τις συνθήκες που οι καθ΄ ων η αίτηση αποκάλυψαν στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα δε, η αποκάλυψη εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση του γεγονότος ότι αποστάληκε αναλυτική κατάσταση εσόδων και εξόδων, αναμφίβολα αναφύεται θέμα μη ειλικρινούς αποκάλυψης του συνόλου των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την ενημέρωση που τύγχανε η αιτήτρια από τους καθ΄ ων η αίτηση.

·         Η μη αποκάλυψη εκ μέρους της αιτήτριας των συνθηκών και των λόγων κάτω από τους οποίους αυτή απαιτούσε και εν τέλει εισέπραττε σε μετρητά σημαντικά ποσά, είτε απ΄ ευθείας στην ίδια είτε μέσω άλλου τρίτου προσώπου, στοιχεία τα οποία οι καθ΄ ων η αίτηση αποκάλυψαν στο Δικαστήριο.

Μέσα από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατά το στάδιο εξέτασης της παρούσας αίτησης όταν αυτή προωθείτο μονομερώς, δεν είχε ενώπιον του την πλήρη και ορθή διάσταση όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την μεταξύ των μερών συνεργασία και για τα οποία το Δικαστήριο απέκτησε μόνο μετά την έκδοση του πιο πάνω αναφερόμενου Διατάγματος και που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων γραπτή ενημέρωση της αιτήτριας από τους καθ΄ ων η αίτηση για σημαντικά στοιχεία που αφορούν την ακίνητη ιδιοκτησία της.

Πέραν τούτου, με την ολοκληρωμένη πλέον εικόνα που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, πέραν της ουσιώδης απόκρυψης γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας, αυτό που προκύπτει είναι ότι η αναφύουσα μεταξύ των μερών διαφορά δεν αναδεικνύει οποιοδήποτε στοιχείο που να εμπίπτει στην έννοια των «ιδιαίτερων περιστάσεων» ή του «επείγοντος» δυνάμει των πιο πάνω αναφερόμενων Κ.Π.Δ.

Αν και με τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, όχι μόνο σφραγίζεται η τύχη του εκδοθέντος Διατάγματος, αλλά εκθεμελιώνει και το αναγκαίο υπόβαθρο των «ιδιαίτερων περιστάσεων» ή του «επείγοντος» δυνάμει των πιο πάνω αναφερόμενων Κ.Π.Δ. για να εκδοθούν τα υπόλοιπα αιτούμενα Διατάγματα, το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας προχωρεί στην εξέταση των υπολοίπων αιτητικών που προωθούνται με την υπό εξέταση αίτηση.

Σε σχέση με το πρώτο αιτητικό της αίτησης, το Δικαστήριο επισημαίνει τα ακόλουθα:

Με το εν λόγω αιτητικό, η αιτήτρια αιτείται Διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή τερματίζεται η μεταξύ των μερών συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των μερών καθ΄ ως και οποιαδήποτε εξουσιοδότηση, δυνάμει της οποίας οι καθ΄ ων η αίτηση διαχειρίζονται την ακίνητη περιουσία της αιτήτριας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι στο παρόν στάδιο, το οποίο αποτελεί ένα πολύ πρώιμο στάδιο που δεν έχει καταχωρηθεί έντυπο απαίτησης, δεν ενδείκνυται η έκδοση ενός τέτοιου δραστικού Διατάγματος με το οποίο ουσιαστικά σφραγίζει με τρόπο τελικό τον πυρήνα της μεταξύ των μερών αναφύουσας διαφοράς, ήτοι το κατά πόσο ο τερματισμός που έλαβε χώρα είναι νόμιμος και σύμφωνα με τις πρόνοιες τις επίδικης συμφωνίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, με βάση τα γεγονότα της παρούσας διαδικασίας ως αυτά προκύπτουν από τις θέσεις αμφοτέρων των πλευρών, το νόμιμο ή όχι του τερματισμού της επίδικης συνεργασίας θα πρέπει να κριθεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας και αφού βεβαίως καταχωρηθούν δικόγραφα από αμφότερες τις πλευρές και ακολουθηθούν οι πρόνοιες των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.). Οι εκ δια μέτρου αντίθετες τοποθετήσεις αμφοτέρων των πλευρών επί του πιο πάνω ζητήματος, αναμφίβολα δεν στοιχειοθετούν την ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων ή την ύπαρξη του κατεπείγοντος που να δικαιολογούν την έκδοση ενός τέτοιου δραστικού Διατάγματος.

Στην βάση των πιο πάνω, αναπόφευκτα σφραγίζεται και η τύχη του δεύτερου αιτητικού της υπό εξέταση αίτησης, το οποίο σε διαζευκτική βάση του πιο πάνω αιτούμενου Διατάγματος, η αιτήτρια αιτείται αναγνωριστικό Διάταγμα και/ή δήλωση σύμφωνα με την οποία ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας είναι έγκυρος και/ή δεσμευτικός καθώς και παράδοση όλων των κλειδιών των διαμερισμάτων ιδιοκτησίας της αιτήτριας. Πέραν τούτου, η έκδοση ενός τέτοιου Διατάγματος, στο στάδιο αυτό, θα ισοδυναμούσε με εκ των πραγμάτων απόδοση στην αιτήτρια μιας δραστικής αιτούμενης θεραπείας η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και εξαρτημένη με την κρίση του Δικαστηρίου επί του κατά πόσο ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας είναι σύννομος και σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας, ζήτημα για το οποίο  ως άνω λέχθηκε θα πρέπει να κριθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας.

Σε σχέση με το τρίτο αιτητικό, με βάση το οποίο η αιτήτρια αιτείται Διατάγματος με το οποίο να διατάζονται οι καθ΄ ων η αίτηση να σταματήσουν και/ή απέχουν από οποιανδήποτε πράξη και/ή δραστηριότητα επίβλεψης, διαχείρισης εκμίσθωσης, λειτουργίας, συντήρησης της περιουσίας της αιτήτριας, θα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα:

Το περιεχόμενο του εν λόγω αιτητικού πραγματεύεται με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καθ΄ ων η αίτηση σε σχέση με την ακίνητη περιουσία της αιτήτριας, ως αυτές απορρέουν από την μεταξύ των μερών συναφθείσα συμφωνία, το νόμιμο του τερματισμού της οποίας είναι ο πυρήνας της αναφύουσας μεταξύ των μερών διαφοράς. H έκδοση ενός τέτοιου Διατάγματος και αυτό με τη σειρά του θα έκρινε εκ των πραγμάτων την επίδικη διαφορά, στο πρώιμο αυτό στάδιο, χωρίς να έχουν καταδειχθεί εκείνες οι εξαιρετικές περιστάσεις ή το στοιχείο του κατεπείγοντος που να δικαιολογούν την έκδοση του. Αυτό καθότι, μέσα από τις αντικρουόμενες θέσεις αμφοτέρων των πλευρών, προκύπτει μια συμβατικής φύσεως διαφορά και που ενδείκνυται όπως η έκδοση ενός τέτοιου Διατάγματος εκδοθεί, στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της διαφοράς, εάν και εφόσον καταχωρηθεί έντυπο απαίτησης και ακολουθηθούν οι νέοι Κ.Π.Δ. και εφόσον βεβαίως η αιτήτρια πετύχει να αποδείξει την απαίτηση της.

Σε σχέση με το έκτο αιτητικό της αίτησης, με βάση το οποίο η αιτήτρια αιτείται ενδιάμεσο και/ή υποβοηθητικό Διάταγμα που να διατάζει τους καθ΄ ων η αίτηση όπως εντός 7 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του Διατάγματος παρουσιάσουν ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτουν όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που κατέχουν επ΄ ονόματι τους και/ή από κοινού με άλλα πρόσωπα και/ή λογαριασμών που οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν δικαίωμα υπογραφής και/ή λογαριασμών που με οποιονδήποτε τρόπο αυτοί ελέγχουν, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

Το εν λόγω αιτούμενο Διάταγμα παρουσιάζει από τη μια εκτεταμένη γενικότητα και από την άλλη, πέραν της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας ως πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν έχει καταδειχθεί, στη βάση του συνόλου των γεγονότων ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω, το στοιχείο των «ιδιαίτερων περιστάσεων» ή του «επείγοντος», ούτε τα όσα η αιτήτρια επικαλέστηκε δικαιολογούν την έκδοση του εν λόγω Διατάγματος στο παρόν στάδιο.

Σε σχέση με το έβδομο αιτητικό της αίτησης, με βάση το οποίο η αιτήτρια αιτείται ενδιάμεσο και/ή υποστηρικτικό Διάταγμα που να διατάζει κάθε τράπεζα και/ή πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο θα επιδοθεί και/ή γνωστοποιηθεί το εν λόγω Διάταγμα όπως εντός 10 ημερών από της επιδόσεως ή γνωστοποιήσεως του Διατάγματος όπως πληροφορήσει την αιτήτρια και/ή τους δικηγόρους της εάν έχει δεσμευτεί οποιοσδήποτε τραπεζικός λογαριασμός και/ή οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο δυνάμει του ως άνω αναφερόμενου έκτου αιτητικού και δώσει στην αιτήτρια και/ή στους δικηγόρους της τα στοιχεία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και/ή των τραπεζικών λογαριασμών, αναπόφευκτα, λόγω των όσων έχουν αναφερθεί σε σχέση με το έκτο αιτητικό της αίτησης, συμπαρασύρεται και το εν έβδομο αιτητικό, αφού αυτό είναι συνυφασμένο και άρρηκτα συνδεδεμένο με το έκτο αιτητικό για το οποίο δεν έχουν καταδειχθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του.

Σε σχέση με το τέταρτο αιτητικό της αίτησης, με βάση το οποίο η αιτήτρια αιτείται Διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι καθ΄ ων η αίτηση και οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και με οδηγίες αυτών, από το να αποξενώσουν, επιβαρύνουν,  διαχειριστούν και γενικά προβούν σε οποιανδήποτε ενέργεια που αφορά περιουσία που βρίσκεται εντός και/ή εκτός Κύπρου και που ανήκει στους καθ΄ ων η αίτηση αξίας μέχρι €27.830,52, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

Πέραν των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω σε σχέση με τη μη πλήρη αποκάλυψη εκ μέρους της αιτήτριας ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την παρούσα και του ότι δεν έχει καταδειχθεί στη βάση του συνόλου των γεγονότων ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω το στοιχείο των «ιδιαίτερων περιστάσεων» ή του «επείγοντος», τα όσα η αιτήτρια επικαλέστηκε προς υποστήριξη του αιτήματος δεν δύνανται να υποστηρίξουν το αίτημα της. Αυτό καθότι τα όσα η αιτήτρια επικαλέστηκε, πέραν της γενικότητας τους, δεν καταδεικνύουν και δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε βάσιμο στοιχείο ότι οι καθ΄ ων η αίτηση θα προβούν σε τέτοια αποξένωση του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού. Ούτε βεβαίως η αιτήτρια κατέδειξε ότι η μη έκδοση του εν λόγω Διατάγματος και σε περίπτωση επιτυχίας της οποιασδήποτε ενδεχόμενης μελλοντικής επιτυχίας της απαίτησης της ήθελε εγείρει εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση, θα καθιστούσε την επιτυχία της ατελέσφορη, αφού δεν έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε στοιχείο ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν είναι φερέγγυοι.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Ως εκ των άνω, το εκδοθέν Διάταγμα ακυρώνεται και τα υπόλοιπα αιτητικά απορρίπτονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.                                                               

 

 

 

                                                                            (Υπ.) …………………………………...

                                                                                                    Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ.

 

 

                                                                               

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο