THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. CORECA LTD κ.α., Αγωγή Αρ.: 745/2023, 2/10/2025
print
Τίτλος:
THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. CORECA LTD κ.α., Αγωγή Αρ.: 745/2023, 2/10/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον:  Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

                                                                                              

     Αγωγή Αρ.: 745/2023 (i-justice)

 

Μεταξύ:

 

THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED

    

Ενάγουσας

 

και

 

 1. CORECA LTD

                                                          2. Γιαννάκη Αγαπίου

                                                          3. Γεώργιου Θεοδώρου

                                                          4. Κωνσταντίας Κωνσταντίνου                                                                                                                  

 

                                                                                                                                               Εναγομένων

 

Αίτηση ημερ. 07/08/2025 για προσωρινά διατάγματα

 

 

Ημερομηνία: 02/10/2025

Για Εναγόμενη 4 - Αιτήτρια: κ. Ζ. N. Νικολαίδης για ΖΗΝΩΝΑΣ Ν. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγουσα - Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Ε. Κορακίδης για ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει:

 

Α.    Εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, διάφορα χρηματικά ποσά ((υπό (α) και (β)), πλέον τόκους και έξοδα.

Β.    Εναντίον της Εναγόμενης 4, διάταγμα πώλησης και/ή εκποίησης του ½ μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], τεμάχιο [ ], Φ/Σχ. [ ], που βρίσκεται στην [ ], της επαρχίας Πάφου, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 4 και υποθηκευμένο υπέρ της Ενάγουσας με την υποθήκη υπ’ αρ. [ ] του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, με το τελικό προϊόν της πώλησης όπως χρησιμοποιηθεί προς μερική ή ολική ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους ως οι παράγραφοι Α(α) και Α(β) της αξίωσης, πλέον τα δικηγορικά έξοδα, πλέον τα έξοδα πώλησης.

 

Η Εναγόμενη 4 (στο εξής «η Αιτήτρια») καταχώρησε, στις 03/06/2024, Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στις 07/08/2025 καταχώρησε δε την παρούσα αίτηση, με την οποία αιτείται:

 

1.     Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Ενάγουσα να προχωρήσει σε οποιανδήποτε πώληση και/ή εκποίηση και διάθεση της υποθηκευμένης περιουσίας δυνάμει της πιο κάτω υποθήκης και το οποίο ακίνητο αποτελεί την πρώτη μοναδική κατοικία της Εναγόμενης 4 καθώς και της θυγατέρας της, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής και του Δικαστηρίου.

 

        (α) Υποθήκη με αριθμόν [ ] του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου επί του ακινήτου, ήτοι: Κατοικίας επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/Σχ [ ], Τμήμα [ ], Τεμάχιο [ ], Μερίδιο 1/2, εγγεγραμμένο στην [ ] στην τοποθεσία [ ] της Πάφου, προς όφελος της Ενάγουσας και το οποίο εξασφαλίζει το δάνειο της Εναγόμενης 1.

 

2.     Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Ενάγουσα να προχωρήσει σε οποιανδήποτε πώληση και/ή εκποίηση και/ή συνέχιση της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965), Μέρος VI και VIΑ όσο αφορά την υποθηκευμένη περιουσία δυνάμει της υποθήκης.

 

3.    Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Ενάγουσα και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή υπαλλήλους της και/ή στελέχη της από το να προβούν σε οποιανδήποτε άλλη διαδικασία προς την εκποίηση της επίδικης περιουσίας και/ή επί τη βάσει του Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 1965, Μέρος VI και VIA και/ή με οποιοδήποε άλλο μέτρο.

4.     Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Ενάγουσα να προχωρήσει σε οποιανδήποτε πώληση και/ή εκποίηση και διάθεση της υποθηκευμένης περιουσίας της Εναγόμενης στις 09/10/2025 δυνάμει της πιο κάτω υποθήκης μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

5.     Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία, την οποία το δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις.

 

6.     Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον ΦΠΑ.

 

Η αίτηση, ως αναγράφεται σε αυτή, βασίζεται στα άρθρα 32 και 47 του Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα Μέρη VI, VIA και VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας Περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των Παραρτημάτων της, στον Τραπεζικό Κώδικα Δεοντολογίας, στις Δ.33 Κ.15, Δ.40 Κ.1-3, 7, 8 και 11, Δ.48 Κ.1-4 και 7, Δ.39, Δ.55 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 9 και 30 του Συντάγματος, στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, στα άρθρα 1, 6, 13 και 47 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στη νομολογία. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας.

 

Η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής αλλά, κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της Αιτήτριας δήλωσε ότι δεν επιμένει στο κατ’ επείγον και ζήτησε όπως του δοθεί χρόνος για επίδοση της αίτησης.

 

Μετά την επίδοση της αίτησης, η Ενάγουσα (στο εξής «η Καθ’ ης η Αίτηση») αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη του υπαλλήλου αυτής, Κωνσταντίνου Μαυρέλλη, στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι:

 

1.      Η αίτηση είναι επιπόλαιη και νομικά και πραγματικά ανυπόστατη.

2.      Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

3.      Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και τίποτε δεν καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

4.      Με την αίτηση επιδιώκεται ανεπίτρεπτα ο περιορισμός των συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της Ενάγουσας.

5.      Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αποκρύβονται ουσιαστικά γεγονότα και παρατίθενται αναληθή γεγονότα.

6.      Η αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα και δεν δικαιολογούνταν η υποβολή της μονομερώς.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Τα όσα καταγράφονται στις αγορεύσεις αυτές έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό.

 

Νομική Πτυχή

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates a.o. (1982) 1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:

 

1.        Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,

2.        Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και

3.        Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα.

 

Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. 

 

Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις (“pleadings”). Ο όρος “pleadings” χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Συνεπώς η καταχώριση έκθεσης απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα οι εκατέρωθεν θέσεις μπορούν σε τέτοια περίπτωση να προσδιοριστούν σε ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου (1998) 1Β Α.Α.Δ. 598).

 

Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό αυτός να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos και Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Πρέπει δηλαδή να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων.

 

Ως προς την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το Νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης (2001) 1 Α.Α.Δ. 396).

 

Εξέταση της αίτησης

 

Μετά τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60.

 

Με την Ανταπαίτηση της, η Εναγόμενη 4 – Αιτήτρια, αξιώνει κατ’ αρχάς ακύρωση της σύμβασης υποθήκης του ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκεται η πρώτη κατοικία της, ένεκα δόλου και/ή απάτης και/ή ως προϊόν άσκησης ψυχικής πίεσης, διαπραχθέντων σε βάρος της εκ μέρους του Εναγόμενου 3, εν διαστάσει συζύγου της, σε συμπαιγνία με τον Εναγόμενο 2, συνεταίρο του στην Εναγόμενη 1 εταιρεία και τους Ενάγοντες και/ή λειτουργούς αυτών. Στο πλαίσιο αυτό ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 ήταν καθόλα καταπιεστικοί και λειτουργώντας τεχνηέντως και σε συμπαιγνία την εξώθησαν στην παροχή της επίδικης υποθήκης προς δανειοδότηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας τους, δανειοδότηση από την οποία η Εναγόμενη 4 κανένα όφελος δεν είχε. Οι δε λειτουργοί των Εναγόντων ενήργησαν προς επιβεβαίωση των Εναγομένων 2 και 3 και έπραξαν κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που έχουν έναντι των πελατών τους, εξωθώντας την Εναγόμενη 4, η οποία δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενων των επίδικων εγγράφων και την ύπαρξη σε αυτά ετεροβαρών και καταχρηστικών ρητρών, σε βιαστικές διαδικασίες προς εκμαίευση της υπογραφής της επί των επίδικων εγγράφων, τα οποία δεν της δόθηκε ποτέ η δυνατότητα να αναγνώσει και τα οποία δεν της επεξηγήθηκαν, όπως δεν της επεξηγήθηκαν οι σχετικοί κίνδυνοι. Ο δε Εναγόμενος 2 τη διαβεβαίωνε ότι επρόκειτο να διασφαλίσει προσωπικά το χρέος σε περίπτωση αδυναμίας του Εναγόμενου 3, με τους λειτουργούς των Εναγόντων να επιβεβαιώνουν ότι κανένας κίνδυνος υπήρχε ως προς την αποξένωση της κατοικίας της και/ή του ανυπόθηκου ακινήτου της. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι δεν οφείλονται τα παρουσιαζόμενα από τους Ενάγοντες, ως οφειλόμενα ποσά, ένεκα καταθέσεων που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό και/ή ένεκα παράνομων ανατοκισμών και/ή εξόδων και/ή τόκου υπερημερίας και/ή περιθωρίου μονομερώς και/ή αυθαίρετα επιβαλλόμενων.

 

Από τα πιο πάνω κρίνεται, ως προς την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι με την έκθεση Υπεράσπισης και την Ανταπαίτηση της Αιτήτριας, αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη.

 

Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 799). Ως εκ των άνω, ως έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015, δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε τέτοιες αιτήσεις να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ό,τι πρέπει να αποκαλύπτεται από την μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Δεν απαιτείται προς τούτο η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802).

 

Εξετάζοντας το θέμα στην προκειμένη δέον όπως λεχθεί κατ’ αρχάς ότι η υποθήκη, την ακύρωση της οποίας ζητά με την Ανταπαίτηση της η Αιτήτρια, αποτελεί τη μόνη εξασφάλιση που δόθηκε από την Αιτήτρια αναφορικά με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 1. Η εγγύηση στην οποία η Αιτήτρια κάνει λόγο στην ένορκη δήλωση της (Τεκμήριο 6), παρουσιάζοντας της ως έτερη συμφωνία εξασφάλισης, δεν αφορά την παρούσα Αγωγή και την Ανταπαίτηση αφού σχετίζεται με πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 3 από άλλο τραπεζικό ίδρυμα.  Τα λοιπά δε που προβάλλει η Καθ’ ης η αίτηση ως προς τα αμφισβητούμενα θέματα και γεγονότα, όπως για παράδειγμα το κατά πόσο οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί δόλου, απάτης και ψυχικής πίεσης είναι κατασκευασμένοι, το κατά πόσο αυτοί περιλαμβάνουν και τους υπαλλήλους του τραπεζικού ιδρύματος που χορήγησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις ως το αντισυμβαλλόμενο μέρος και η ορθότητα των ισχυρισμών της Αιτήτριας αναφορικά με το ύψος των υπολοίπων των επίδικων λογαριασμών, είναι θέματα που ασφαλώς θα απασχολήσουν το Δικαστήριο και θα αποφασισθούν μετά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης, όταν θα έχει ενώπιον του όλη τη μαρτυρία και κατόπιν της δέουσας αξιολόγησης αυτής. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό ο αιτητής να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με βάση λοιπόν τα όσα έχουν τεθεί προς τούτο κρίνεται ότι η Αιτήτρια, με το περιορισμένο βάρος που έχει στο πλαίσιο της παρούσας, κατέδειξε και την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην Ανταπαίτηση της.

 

Στο πλαίσιο ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

 

Στην Parico Aluminium Designs Ltd ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο καθ’ ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Ως δε λέχθηκε στην Αδελφοί Ττινιόζου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λίμιτεδ κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.: E202/2018, ημερ. 17/10/2023, η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία αυτή των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.

 

Ως όμως λέχθηκε στην Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1245, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου. Με άλλα λόγια η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών (βλ. Κυρίσαββα ανωτέρω και Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1Α Α.Α.Δ. 317). Ως όμως επεξηγήθηκε και στην πιο πρόσφατη Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, το θέμα αυτό, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Στην προκειμένη η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ολέθρια αποτελέσματα εφόσον το ακίνητο και πρώτη κατοικία της θα πουληθεί σε κάποιο καλόπιστο άτομο και η ίδια θα παραμείνει «ίσως και υπεύθυνη για επιπλέον χρέος λόγω της εσκεμμένης υποεκτίμησης του ακινήτου» και του παράνομα αξιούμενου ποσού. Αυτό θα σημαίνει ότι ακόμα και το οποιοδήποτε πιθανώς θετικό αποτέλεσμα στην Ανταπαίτηση δεν θα έχει καμία ουσία αν η κατοικία της αποξενωθεί. Η μη έκδοση των διαταγμάτων θα αποβεί μοιραία και καταστροφική για την ίδια, η δε ζημιά που θα υποστεί δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα στην περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης της. Με την έκδοση δε των διαταγμάτων θα διασφαλισθεί η περιουσία της και ειδικότερα η πρώτη κατοικία της, τυχόν απώλεια της οποίας θα την καταστήσει άστεγη, χωρίς δυνατότητα να επανέλθει η κατάσταση στο υφιστάμενο «status quo» αν επιτύχει η Ανταπαίτηση της.

 

Ως προς τη θέση της Αιτήτριας ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, στην αγόρευση του ο συνήγορος αυτής, στηριζόμενος στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) στην υπόθεση C‑74/15 - Tarcău ν. Banca Comercială Intesa Sanpaolo Rom?nia SA, ημερ. 19/11/2015, υποστήριξε ότι η Αιτήτρια τυγχάνει προστασίας, ως «καταναλωτής», από τις πρόνοιες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές και με βάση αυτό παρέπεμψε στην απόφαση του Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση C-415/11 - Aziz ν. Caixa d’ Estalvis de Catalunya, ημερ. 14/03/2013. Σύμφωνα με την τελευταία απόφαση, η ως άνω Οδηγία αποκλείει μια κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας που αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στο Δικαστήριο της ουσίας (το αρμόδιο για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας), τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, όταν η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της απόφασης του.

 

Ως προς το πιο πάνω δέον όπως λεχθεί ότι, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει στο παρόν στάδιο σε οποιαδήποτε κρίση επί του κατά πόσο η Αιτήτρια τυγχάνει της προστασίας της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, στην Κυπριακή έννομη τάξη παρέχεται δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, όπως αυτά που αναφέρονται στην υπόθεση Aziz ανωτέρω. Αναφέρομαι στη δυνατότητα εξασφάλισης προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, όπως δηλαδή τα διατάγματα που επιζητεί στην προκειμένη η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση. Η έκδοση βέβαια τέτοιων διαταγμάτων γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο και η σχετική νομολογία, κάτι που δεν έρχεται σε αντίθεση με τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Aziz ανωτέρω, από την οποία δεν προκύπτει ότι το δικαίωμα για εξασφάλιση των προσωρινών μέτρων είναι αυτόματο, δηλαδή ότι παρέχεται δίχως άλλο σε κάθε ενυπόθηκο οφειλέτη που τυγχάνει της προστασίας της εν λόγω Οδηγίας. Περαιτέρω, στην Κυπριακή δικαϊκή τάξη, υπάρχει η πρόνοια του άρθρου 44Γ(3) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόµου 9/1965, η οποία παρέχει τη δυνατότητα παραμερισμού της ειδοποίησης της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, στην περίπτωση που εκδοθεί παρεµπίπτον απαγορευτικό διάταγµα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, σύµφωνα µε το άρθρο 32 του Νόµου 14/1960.

 

Εξετάζοντας στη συνέχεια το κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 στην προκειμένη, δέον όπως λεχθεί κατ’ αρχάς ότι το ενυπόθηκο στην παρούσα ακίνητο δεν αποτελεί αντικείμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Με την Ανταπαίτηση αξιώνεται η ακύρωση της επίδικης συμφωνίας υποθήκης αλλά σωρευτικά ή διαζευκτικά - χρησιμοποιείται η φράση «και/ή» - αξιώνονται αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη η Αιτήτρια «για παράβαση συμφωνίας και/ή παράβασης των νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόντων και/ή ένεκα υποχρεώσεων τόκων, προμηθειών και/ή εξόδων και/ή ένεκα δόλου και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης», «και/ή» «γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος της». Περαιτέρω, σωρευτικά ή διαζευκτικά με την Ανταπαίτηση αξιώνεται όπως οι Ενάγοντες καταβάλουν στην Αιτήτρια «και/ή αφαιρέσουν από το εμφανιζόμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο όλα και/ή οποιαδήποτε ποσά υπερχρεώσεων και άδικων και αδικαιολόγητων εξόδων και/ή άλλων και/ή τόκων και/ή ποσών που προκύπτουν από άδικο και παράνομο ανατοκισμό και/ή κεφαλοποίηση τόκου».

 

Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι η Αιτήτρια επιδιώκει να διατηρήσει την ενυπόθηκη περιουσία της, αξιώνοντας ταυτόχρονα σωρευτικά ή διαζευκτικά χρηματικές αποζημιώσεις. Δεν παραγνωρίζεται ότι η απώλεια της εν λόγω περιουσίας εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει την Αιτήτρια, εφόσον σε αυτή βρίσκεται η πρώτη κατοικία της, όπου διαμένει με τη θυγατέρα της. Ως όμως λέχθηκε στην απόφαση του νέου Εφετείου, Κατσελλή κ.ά. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περ. Στοιχείων Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. E66/2022, ημερ. 17/11/2023), με την παραχώρηση ενός ακινήτου ως εξασφάλιση υπό μορφή υποθήκης, ο ενυπόθηκος οφειλέτης απεμπολεί «το απόλυτο της κυριότητας του ακινήτου, θέτοντας το συνάμα υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» ενδεχόμενης πώλησης σε περίπτωση εκποίησης της υποθήκης». Στην προκειμένη, μπορεί η Αιτήτρια να επικαλείται, μεταξύ άλλων, την παραχώρηση της υποθήκης χωρίς την ελεύθερη βούλησή της - κάτι που θα κριθεί βέβαια κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης - αλλά από την άλλη αιτείται τα επίδικα διατάγματα με καθυστέρηση, μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την παραχώρηση της υποθήκης (ήτοι από τις 12/09/2012), με την οποία έχει απεμπολήσει ένα μέρος της απολύτου ιδιοκτησίας της, θέτοντας αυτή, εν γνώσει της έστω και εάν επικαλείται ψυχική πίεση, σε ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης, κάτι που δείχνει, σε συνδυασμό και με το ιστορικό των σχετικών ενεργειών της Αιτήτριας (θα εκτεθεί κατωτέρω) ότι δεν είναι γνήσια η επίκληση εκ μέρους της του κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς.

Στην περίπτωση δε που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και πωληθεί το επίδικο ακίνητο στον καθορισμένο πλειστηριασμό και σε μεταγενέστερο στάδιο η Αιτήτρια επιτύχει στην Ανταπαίτηση της, η απόδοση χρηματικής αποζημίωσης για τις ζημιές που έχει υποστεί, τις οποίες διεκδικεί και διαζευκτικά, αποτελεί επαρκή θεραπεία. Όσον δε αφορά τον υπολογισμό τέτοιων αποζημιώσεων, από τα όσα έχουν τεθεί, προκύπτει ότι δεν θα υπάρξει ιδιαίτερη δυσκολία.

 

Ως εκ των άνω απομένει πλέον να εξεταστεί ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί μία ενδεχόμενη χρηματική αποζημίωση που τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της Αιτήτριας. Ως προς την ικανότητα και δυνατότητα της Καθ’ ης η Αίτηση να καταβάλει τέτοιες αποζημιώσεις, η Αιτήτρια προβάλλει ότι η Καθ’ ης η αίτηση «δεν αποτελεί οργανισμό φερέγγυο καθώς δεν είναι Πιστωτικό Ίδρυμα αλλά μια απλή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης χωρίς την όποια αποδεδειγμένη αξία και εγγύηση ως προς τη μη διάλυση και/ή διαγραφή της εντός αγνώστου χρονικού διαστήματος. Τα τελευταία χρόνια παρόμοιες εταιρείες εμφανίζονται σαν τα μανιτάρια με διάφορες ονομασίες». Εδώ να λεχθεί ότι το βάρος απόδειξης των στοιχείων που θα  μπορούσαν να καταδείξουν ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει μία ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της Αιτήτριας, βαραίνει την τελευταία. Ως λέχθηκε στην Σιαηλή ν.  Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. Ε27/2017, ημερ. 27/09/2024, η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Θα πρέπει να τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει ανικανοποίητη, τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του αιτητή. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ του τελευταίου, δεν είναι αρκετοί. Στην προκειμένη ο πιο πάνω αναφερόμενος γενικός και αόριστος ισχυρισμός της Αιτήτριας, απογυμνωμένος από οποιοδήποτε στοιχείο για την οικονομική κατάσταση της Καθ’ ης η Αίτηση, το οποίο θα μπορούσε να τεκμηριώσει αφερεγγυότητα αυτής, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ώστε να κριθεί ότι η Καθ’ ης η αίτηση αποτελεί οργανισμό που η οικονομική του κατάσταση δεν θα του επέτρεπε να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση και αποζημίωση ήθελε τυχόν εκδοθεί προς όφελος της Αιτήτριας στο πλαίσιο της Ανταπαίτηση της (βλ. Σιαηλή ανωτέρω, Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. 152 και Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2) (2008) 1 Α.Α.Δ. 626).

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960.      

 

Τέλος πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω θα εξετάσω τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση περί κατάχρησης της διαδικασίας μέσω της προώθησης της υπό κρίση αίτησης.

 

Ως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης αυτών. Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 αναφέρθηκε ότι «η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του». Στην Constantinides v. Vima (1983) 1 C.L.R 348 επεξηγήθηκε η φύση της σχετικής δικαιοδοσίας και λέχθηκε ότι η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο Νόμος. Ως επίσης έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides ανωτέρω, Re Beogradska D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 911 και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2) (2001) 1Β Α.Α.Δ. 798). Λαμβάνεται επίσης υπόψη η αναγκαιότητα προστασίας της άλλης πλευράς, η οποία θα κληθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε μια δεύτερη διαδικασία παρόμοιας φύσεως (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ανωτέρω). Το Δικαστήριο με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα (βλ. Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385).

 

Στην προκειμένη από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτουν τα ακόλουθα:

Στη βάση της επίδικης, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή (στο εξής «η παρούσα Αγωγή»), υποθήκης, η Ενάγουσα (στο εξής «η Καθ’ ης αίτηση) εκκίνησε διαδικασία εκποίησης του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται η κατοικία της Εναγόμενης 4 (στο εξής «η Αιτήτρια») με την αποστολή στην τελευταία, Ειδοποίησης Τύπου Ι μαζί με Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ, την οποία η Αιτήτρια έλαβε στις 10/04/2023. Τρεις μήνες αργότερα και δη στις 14/07/2023, η Αιτήτρια καταχώρησε, επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, την Αγωγή 603/2023 (στο εξής «η Αγωγή 603/2023»). Με την καταχώριση της Αγωγής 603/2023, η Αιτήτρια αιτήθηκε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και συγκεκριμένα διατάγματος που να εμποδίζει την Καθ’ ης η αίτηση να προχωρήσει την εκποίηση της (επίδικης και στην παρούσα) υποθήκης καθώς και διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Καθ’ ης η αίτηση να προχωρήσει με τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης, ως αυτή προβλέπεται από το Νόμο 9/1965.

 

Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε στις 09/08/2023. Η Αιτήτρια καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 08/09/2023 και στις 16/11/2023 καταχώρησε αίτηση παραμερισμού και/ή απόρριψης και/ή αναστολής της διαδικασίας της εν λόγω Αγωγής, επικαλούμενη την καταχώρηση από την ίδια της Αγωγής 603/2023.

 

Η αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στην Αγωγή 603/2023 απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 08/12/2023. Περί τον Μάιο του 2024 η Αιτήτρια έλαβε επιστολή Τύπου ΙΑ (ημερ. 29/05/2024) μαζί με σχετικό Δελτίο πλειστηριασμού με ημερομηνία εκποίησης τις 05/11/2024.

 

Στις 03/06/2024, η Αιτήτρια καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην παρούσα Αγωγή. Η αίτηση παραμερισμού της παρούσας Αγωγής απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 16/07/2024.

 

Στο πλαίσιο της Αίτησης ΠΣΑ 55/2024 που καταχώρησε η Αιτήτρια, εξασφάλισε στις 29/10/2024, Προστατευτικό Διάταγμα (διάρκειας 95 ημερών από την έκδοση του). Η έκδοση του εν λόγω Διατάγματος ανέστειλε την προαναφερόμενη εκποίηση της υποθήκης. Στις 24/01/2025 η Αιτήτρια εξασφάλισε Διάταγμα παράτασης του χρόνου ισχύος του ως άνω Προστατευτικού Διατάγματος (για 40 μέρες από τη λήξη του Προστατευτικού Διατάγματος) ώστε να συμπληρωθεί η διαδικασία ολοκλήρωσης του Σχεδίου Αποπληρωμής. Το εν λόγω Σχέδιο ετοιμάσθηκε από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας της Αιτήτριας στις 26/02/2025 και παρουσιάσθηκε στις 12/03/2025 σε Συνέλευση Πιστωτών, η οποία το απέρριψε. Σύμφωνα με την Αιτήτρια αυτό έγινε, «παρά την όλη καλή της θέληση να επιλύσει τη διαφορά αποδεχόμενη ένα χρέος που θεωρεί ότι δεν οφείλει και μια εγγύηση που θεωρεί ότι δεν τη δεσμεύει» και σαν ένδειξη καλής διάθεσης και για την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί το σχέδιο νοούμενου ότι και η Καθ’ ης η αίτηση συμφωνούσε με τα όσα ανάφερε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας στην πρόταση του.

 

Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Αποπληρωμής, η Καθ’ ης η Αίτηση απέστειλε στην Αιτήτρια εκ νέου επιστολής Τύπου ΙΑ, ημερ. 09/07/2025, με ημερομηνία εκποίησης μέσω της διαδικασίας του πλειστηριασμού τις 09/10/2025.

 

Ένα μήνα αργότερα, στις 07/08/2025, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά διατάγματα που αποβλέπουν και πάλι στο να εμποδισθεί η Καθ’ ης η αίτηση να προχωρήσει σε οποιανδήποτε διαδικασία πώλησης και/ή εκποίησης και διάθεσης της υποθηκευμένης περιουσίας δυνάμει της επίδικης υποθήκης, όπως δηλαδή αυτά τα οποία ζήτησε με την αίτηση της ημερ. 14/07/2023 στην Αγωγή της 603/2023, η οποία από το Δικαστήριο με απόφαση του στις 08/12/2023.

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω αβίαστα καταλήγω ότι η προώθηση της παρούσας διαδικασίας είναι καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη υπό τις περιστάσεις θα οδηγούσε στο παράλογο και άδικο αποτέλεσμα, κάθε διάδικος να έχει το δικαίωμα στη βάση των ίδιων ή ουσιαστικά των ίδιων γεγονότων να προβεί σε πολλαπλά και συνεχόμενα δικονομικά διαβήματα στην επιδίωξη του ίδιου σκοπού, μέχρι να πετύχει την επιδιωκόμενη θεραπεία, ανεξαρτήτως του χρόνου, των εξόδων αλλά και των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς, η οποία είναι αναγκασμένη να υπερασπισθεί εαυτόν κάθε φορά με το ανάλογο κόστος και συνέπειες (βλ. Loukos Trading Co Ltd κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταιγκ Κο Λτδ (2000) 1Β Α.Α.Δ. 1014). Με δεδομένο λοιπόν ότι η άσκηση της σχετικής σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του (βλ. Constantinides ανωτέρω) κρίνω ότι η παρούσα θα πρέπει να απορριφθεί και για αυτόν τον λόγο.

 

Κατάληξη

 

Καταληκτικά η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης – Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον της Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα.

 

 

 

 

 

                                                                                     (Υπ.) ……….…………………………

                                                                                                       Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο