Μαρία Χριστοδούλου ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 276/25, 22/12/2025
print
Τίτλος:
Μαρία Χριστοδούλου ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 276/25, 22/12/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ.

              

                                                                     Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 276/25

 

 

Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, ΚΕΦ.224, ως και τις τροποποιήσεις τους 

 

Μεταξύ

 

 

                                   Μαρία Χριστοδούλου, από την Λεμεσό

                                                                                   Αιτήτρια/Εφεσείουσα 

                            

                                                           και

 

Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, από την Λευκωσία

                                                                                   Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η αίτηση                                                                                  

 

 

 

Ημερομηνία: 22.12.25  

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κ. Ρ. Ροδοσθένους   

Για την Καθ’ ης η αίτηση/Εφεσίβλητη: κα Κ. Ιωάννου για κκ. Χρ. Ιωάννου ΔΕΠΕ

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση/έφεση που υποβλήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας/Εφεσείουσας εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση/Εφεσίβλητης με την οποία αξιώνεται, μεταξύ άλλων, η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ και η ακύρωση του σκοπούμενου δυνάμει της εν λόγω Ειδοποίησης πλειστηριασμού ο οποίος είναι προγραμματισμένος να λάβει χώρα στις 22.12.25 και ώρα 10:00 π.μ..   

 

Η αίτηση/έφεση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ίδιας της Εφεσείουσας και προσέκρουσε στην ένσταση της Εφεσίβλητης.  Με Ειδοποίηση ένστασης η Εφεσίβλητη ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.  Η Ειδοποίηση ένστασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου η οποία εργάζεται σε εταιρεία άλλη από την Εφεσίβλητη και είναι εξουσιοδοτημένη τόσο από την Εφεσίβλητη όσο και από την τρίτη εταιρεία να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, από τώρα και στο εξής «η υπάλληλος».   

 

Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους πρώτους δυο λόγους ένστασης καθότι αν αυτοί ευσταθούν θα οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης/έφεσης δίχως άλλο ως είναι και η θέση της πλευράς της Εφεσίβλητης.  Σύμφωνα με τον 1ο λόγο ένστασης:

 

«Η αίτηση-έφεση είναι θνησιγενής καθότι δεν έχουν κληθεί όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και/ή δεν έχει επιδοθεί στον συν-πρωτοφειλέτη ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ».

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσίβλητης περιόρισε τον πιο πάνω λόγο ένστασης στον ούτω καλούμενο συν-πρωτοφειλέτη, ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ως «ο πρωτοφειλέτης».  Ήταν εν τέλει η θέση της πλευράς της Εφεσίβλητης ότι η αίτηση έφεση έπρεπε να επιδοθεί στο πρόσωπο αυτό και ότι η μη επίδοση της στο εν λόγω πρόσωπο καθιστά την αίτηση έφεση θνησιγενή.   

 

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», η Ειδοποίηση τύπου Ι και η Ειδοποίηση τύπου ΙΑ οφείλουν να επιδοθούν στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος.  Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΕ του Νόμου:

 

«ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σηµαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωµα σε οποιοδήποτε µέρος του εκπλειστηριάσµατος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα µητρώα του Κτηµατολογίου και περιλαµβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση µε το ενυπόθηκο χρέος·

 

Σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.  Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση 68/19, ημερομηνίας 8.5.20, ECLI:CY:AD:2020:A144:    

 

«Έχουμε εξετάσει την πρωτόδικη απόφαση υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε ενώπιον μας η ευπαίδευτος συνήγορος της Τράπεζας. Διαμορφώσαμε την άποψη ότι, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η Τράπεζα δεν απέδειξε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Τούτο γιατί, ναι μεν το άρθρο 12[1] του Νόμου αποβλέπει στην προστασία αγοραστή ακινήτου και ναι μεν στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου απουσιάζει ρητή πρόνοια για επίδοση της αίτησης για κατάθεση στο Κτηματολόγιο σύμβασης «σε οποιοδήποτε χρόνο» σε καθορισμένα πρόσωπα, αλλά δεν μπορεί κατά την άποψή μας να αγνοηθεί το γεγονός ότι η διαδικασία που προνοείται στο υπό αναφορά άρθρο έχει ως αντικείμενο ακίνητη περιουσία. Με αυτό ως δεδομένο θεωρούμε ότι θα έπρεπε να απασχολήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά πόσο η μη συνένωση στην αίτηση της Τράπεζας - η οποία είχε εγγράψει στα επίδικα κτήματα πρώτη υποθήκη σε χρόνο που αυτά ήταν ελεύθερα παντός εμπράγματου βάρους ή άλλης επιβάρυνσης – ενδεχομένως να καθιστούσε τη διαδικασία θνησιγενή και άκυρη λόγω του ότι η ίδια δεν είχε συνενωθεί ως διάδικος στη διαδικασία. Υπενθυμίζουμε επί του προκειμένου ότι κατά πάγια νομολογία (HadjipetrouvPetsoloukas (1965) 1 CLR 83, HjiSavva and Others v. Loizou (1982) 1 CLR 218, Τιτινίδου ν. Ρεσιάντ (1993) 1 Α.Α.Δ. 429, Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1210 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Διευθυντή Κτηματολογίου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1990), σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κάτι που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έγινε. Και αυτό παρά το γεγονός ότι το κατώτερο Δικαστήριο επέτρεψε την εκπρόθεσμη κατά 26 χρόνια κατάθεση του πωλητηρίου ημερ. 31.10.1991, χωρίς να προβληματιστεί κατά πόσο στο μεσολαβήσαν υπέρμετρα μεγάλο χρονικό διάστημα ενδεχομένως η νομική κατάσταση των επίδικων κτημάτων να είχε διαφοροποιηθεί. Κατά συνέπεια θεωρούμε ότι το κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας το διάταγμα ημερ. 27.11.2017 χωρίς να βεβαιωθεί ότι στα επίδικα ακίνητα δεν υπήρχαν εγγεγραμμένα εμπράγματα δικαιώματα άλλων προσώπων, φαίνεται να ενήργησε καθ΄ υπέρβαση δικαιοδοσίας και περαιτέρω φαίνεται να παραβίασε το δικαίωμα της φυσικής δικαιοσύνης τρίτων προσώπων – εδώ της Τράπεζας – να ακουστούν ως προς το όλο ζήτημα».

 

Ο πρωτοφειλέτης είναι πρόσωπο με δικαίωµα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης και, κατά συνέπεια, είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΕ του Νόμου 9/65, όπως τροποποιήθηκε.  Είναι πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από την παρούσα αίτηση έφεση και, που, επομένως, έχει δικαίωμα να ακουστεί.  Η αίτηση έφεση δεν επιδόθηκε στο πρόσωπο αυτό, ούτε και το πρόσωπο αυτό συνενώθηκε ως διάδικος στην αίτηση έφεση.  Υπό κανονικές συνθήκες η παράλειψη θα ήταν καταλυτική καθότι θα απέληγε σε παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.  Ακόμα και αν οι Ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΑ επιδίδονται στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και τα πρόσωπα αυτά δεν αντιδρούν καταχωρώντας αίτηση/έφεση εκ μέρους των ιδίων δεν σημαίνει ότι δεν δικαιούνται να λάβουν γνώση της αίτησης έφεσης που καταχωρείται από άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο και να εμφανισθούν αν αυτή την φορά επιθυμούν έτσι να πράξουν.  Το δικαίωμά τους να λάβουν γνώση της αίτησης έφεσης και να προβάλουν τις θέσεις τους στα πλαίσια αυτής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη αντίδρασης από μέρους τους στην επίδοση των Ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ και παραμένει ανέπαφο από αυτήν.  Συνεπώς και ως πρόσωπα των οποίων τα συμφέροντα επηρεάζονται από την διαδικασία οφείλουν να λάβουν γνώση αυτής.     

 

Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση η Αιτήτρια δεν όφειλε υπό τις περιστάσεις να επιδώσει στον πρωτοφειλέτη την παρούσα αίτηση έφεση αφ’ ης στιγμής ως είναι κοινώς παραδεκτό, αφότου του επιδόθηκε η Ειδοποίηση τύπου ΙΑ ο πρωτοφειλέτης καταχώρησε ξεχωριστή αίτηση έφεση η οποία τέθηκε ενώπιον άλλου Προέδρου.  Υπό τις περιστάσεις η επίδοση της αίτησης έφεσης στον πρωτοφειλέτη θα ήταν περιττή και δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό.  Χώρια που δεν θα ωφελούσε τον πρωτοφειλέτη αφού αυτός δεν θα επιθυμούσε να καταχωρήσει ένσταση στην παρούσα αίτηση έφεση, αλλά ξεχωριστή αίτηση έφεση όπως και έπραξε.  Είναι, λοιπόν, έκδηλο ότι υπό τις περιστάσεις η μη επίδοση δεν απολήγει σε παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.  Ο πρώτος λόγος ένστασης, επομένως, δεν ευσταθεί. 

 

Ο δεύτερος λόγος ένστασης παρατίθεται αυτούσιος πιο κάτω:

 

«Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και/ή δεν έχει εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια και/ή άλλως πως ως πτωχεύσας η οποία αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια για την έγερση της παρούσας αίτησης-έφεσης. 

 

Ως το άρθρο 27Α(4) του Κεφ. 5 η περιουσία της Αιτήτριας η οποία προϋπήρχε του διατάγματος πτώχευσης παραμένει στον Επίσημο Παραλήπτη και/ή η Αιτήτρια έπρεπε να εξασφαλίσει εξουσιοδότηση και/ή άδεια και/ή άλλως πως πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης-έφεσης».  

 

Είναι η θέση της πλευράς της Αιτήτριας ότι υπό το φως του άρθρου 27(10) του Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε, ουδεμία εξουσιοδότηση ή άδεια όφειλε να εξασφαλισθεί από την Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της αίτησης έφεσης.

 

Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 στην ένορκο δήλωση της υπαλλήλου εναντίον της Αιτήτριας εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής στις 21.11.11 και διάταγμα πτώχευσης στις 17.10.14.  Επήλθε δε αυτοδίκαιη αποκατάσταση στις 7.11.15.  Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας.  Τουναντίον είναι κοινώς αποδεκτά. 

 

Το άρθρο 9(4) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», διαλαμβάνει τα ακόλουθα:     

 

«Μετά την έκδοση του διατάγµατος πτώχευσης, ο πτωχεύσας, δύναται να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία, κατόπιν εξουσιοδότησης του Επίσηµου Παραλήπτη ή του διαχειριστή και άδειας του Δικαστηρίου υπό τους όρους τους οποίους δυνατό να επιβάλει το Δικαστήριο, συµπεριλαµβανοµένου και όρου για ασφάλεια εξόδων:

 

Νοείται ότι, οποιαδήποτε περιουσία ήθελε ανακτηθεί, σύµφωνα µε τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου, αποδίδεται στον Επίσηµο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, αγωγή ή άλλη νόµιµη διαδικασία που άρχισε από τον πτωχεύσαντα πριν την έκδοση διατάγµατος πτώχευσης συνεχίζεται, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου ή τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ή της άλλης νόµιµης διαδικασίας, εφόσον εξασφαλιστεί γραπτή συγκατάθεση του Επίσηµου Παραλήπτη ή του διαχειριστή». 

 

Η πιο πάνω πρόνοια δεν ξενίζει.  Η πρωτοβουλία έγερσης αγωγής ή άλλης νόμιμης διαδικασίας ανήκει στον πτωχεύσαντα.  Τον ίδιο, όμως, τον υποκαθιστά ο Επίσημος Παραλήπτης ή ο διαχειριστής.  Έτσι εκτός από την άδεια του Δικαστηρίου είναι απαραίτητη και η εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη ή του διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση, ο οποίος ενεργεί για την περιουσία του πτωχεύσαντα προτού καταχωρηθεί αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία από τον πτωχεύσαντα.      

 

Το άρθρο 27(Α)(4) του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα:    

 

«Σε περίπτωση αποκατάστασης πτωχεύσαντος δυνάµει του παρόντος άρθρου, το µη διανεµηθέν µέρος της πτωχευτικής περιουσίας παραµένει, ανάλογα µε την περίπτωση, στον Επίσηµο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή, προς όφελος των πιστωτών ή των εγγυητών που καθίστανται µη εξασφαλισµένοι πιστωτές δυνάµει του εδαφίου (12) του άρθρου 37Β:

 

Νοείται ότι, µη διανεµηθέν µέρος της πτωχευτικής περιουσίας που παραµένει στη διαχείριση του Επίσηµου Παραλήπτη ή του διαχειριστή, µετά την αποπληρωµή όλων των πιστωτών και εγγυητών που καθίστανται µη εξασφαλισµένοι πιστωτές δυνάµει του εδαφίου (12) του άρθρου 37Β, επιστρέφεται στον πτωχεύσαντα, νοουµένου ότι το κόστος της επιστροφής δεν είναι µεγαλύτερο από το ποσό που θα επιστραφεί».

 

Στην προκείμενη περίπτωση το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, από τώρα και στο εξής «το ακίνητο», είναι μέρος της πτωχευτικής περιουσίας αφού αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της Αιτήτριας πριν την έκδοση τόσο του διατάγματος παραλαβής όσο και του διατάγματος πτώχευσης.  Επίσης περιλαμβάνεται στο μη διανεμηθέν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας.  Σύμφωνα με το άρθρο 27(Α)(4) του Νόμου παρά την αποκατάσταση της Αιτήτριας το ακίνητο παραμένει στην διαχείριση του Επίσημου Παραλήπτη προς όφελος των πιστωτών ή των εγγυητών που καθίστανται µη εξασφαλισµένοι πιστωτές δυνάµει του άρθρου 37Β(12) του Νόμου.  Αφ’ ης στιγμής παραμένει στην διαχείριση του Επίσημου Παραλήπτη η αίτηση έφεση δεν θα μπορούσε να καταχωρηθεί χωρίς την εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη.  Θα ήταν παράλογο να νομιμοποιείται ο αποκατασταθείς πτωχεύσας να εγείρει νομικές διαδικασίες αναφορικά με περιουσία που διαχειρίζεται άλλος, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο Επίσημος Παραλήπτης χωρίς την συναίνεση του και χωρίς ο ίδιος να είναι ενήμερος αλλά και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου το οποίο θα μπορούσε σε μια τέτοια περίπτωση να επιβάλει όρους ως προς τα έξοδα.  Η καταχώρηση της αίτησης έφεσης χωρίς την εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη παραγνωρίζει τα συμφέροντα των πιστωτών και για τον λόγο αυτό είναι καταδικαστέα. 

 

Έτσι παρά την αποκατάσταση της Αιτήτριας το νομικό καθεστώς όσον αφορά στην έγερση της παρούσης υπόθεσης παραμένει το ίδιο με αυτό που ίσχυε κατά την προ αποκατάστασης περίοδο.  Απαιτείται η εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη και η άδεια του Δικαστηρίου για την έγερση αγωγής ή άλλης νόμιμης διαδικασίας αφού και η απαίτηση για εξασφάλιση αδείας του Δικαστηρίου και εξουσιοδότησης του Επίσημου Παραλήπτη δυνάμει του άρθρου 9(4) του Νόμου στο ίδιο υπόβαθρο οφείλεται, ήτοι στο ότι μετά την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης η περιουσία του πτωχεύσαντα, ήτοι αυτή που αποκτήθηκε πριν την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, περιέρχεται στην διαχείριση του Επίσημου Παραλήπτη προς ικανοποίηση των πιστωτών του. 

 

Στην υπόθεση Μιχαήλ Συμεών ν. Γεωργίου και Άλλων, Πολιτική Έφεση 10/14, ημερομηνίας 19.10.21 ο εφεσείων/ενάγων καταχώρησε αγωγή εναντίον των εφεσίβλητων/εναγόμενων η οποία απερρίφθη με έξοδα εις βάρος του ενάγοντα ο οποίος την είχε χειρισθεί προσωπικά.  Ακολούθησε η καταχώρηση έφεσης στην οποία και πάλι ο εφεσείων παρουσιάσθηκε προσωπικά.  Διαπιστώθηκε σε κάποιο στάδιο της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαδικασίας ότι ένα περίπου μήνα προτού καταχωρηθεί η έφεση είχε μεσολαβήσει η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εφεσείοντα και συγκεκριμένα στις 3.12.13 και ότι ο Επίσημος Παραλήπτης είχε διορισθεί παραλήπτης της περιουσίας του.  Και ότι στις 12.3.20 ο εφεσείων κηρύχτηκε σε πτώχευση με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε Διαχειριστής της περιουσίας του.  Τέθηκε ζήτημα κατά πόσο μπορούσε ο εφεσείων να εμφανίζεται στην διαδικασία χωρίς την γνώση και λήψη σχετικής άδειας εκ μέρους του Παραλήπτη και Διαχειριστή της περιουσίας του.  Λειτουργός του Γραφείου του Εφόρου Εταιρειών/Επίσημου Παραλήπτη ενημέρωσε τον εφεσείοντα ότι θα ικανοποιούσε την επιθυμία του τελευταίου όπως χειριστεί προσωπικά την έφεση νοουμένου ότι ο εφεσείων προσκόμιζε τραπεζική εγγύηση για συγκεκριμένο ποσό για την κάλυψη των σχετικών εξόδων που θα προέκυπταν από την διαδικασία.  Ο εφεσείων ενέστη στο αίτημα παροχής εγγύησης προβάλλοντας ότι έπαυσε να είναι πτωχεύσας και ως εκ τούτου οι συνέπειες του διατάγματος πτώχευσης που είχε προηγηθεί δεν υφίσταντο πλέον.  Πράγματι ο Επίσημος Παραλήπτης με βεβαίωση ημερομηνίας 21.10.20 βάσει του άρθρου 27Α του Νόμου προχώρησε στην αποκατάσταση του Εφεσείοντα

 

Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο:

 

«Κατ ακολουθίαν των διαλαμβανομένων στην παράγραφο 10 του άρθρου 27A: «Μετά την αποκατάσταση πτωχεύσαντα, δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου, οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία εγείρεται πλέον ή καταχωρείται, αντίστοιχα, από τον ίδιο ή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση».

 

Όπως, όμως, ήδη λέχθηκε, η παρούσα έφεση καταχωρήθηκε από τον ίδιο τον Εφεσείοντα, προσωπικά, σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του, χωρίς προηγουμένως ή και μέχρι σήμερα να ληφθεί σχετική εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη, ως Διαχειριστή της περιουσίας του και χωρίς την παροχή άδειας από το Δικαστήριο, υπό όρους που δυνατό να επέβαλλε, συμπεριλαμβανομένου και όρου για ασφάλεια εξόδων, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 9(4) του Νόμου.

 

Η αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου, προβάλλει ως αδήριτη ανάγκη, με βασική επιδίωξη την προστασία των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος προς όφελος όλων των πιστωτών του (Λοΐζου ν. ΣΠΕ (2009) 1 ΑΑΔ 279). Είναι γι΄ αυτό το λόγο που εκ του Νόμου τίθενται ασφαλιστικές δικλείδες, προς αποφυγή επιβάρυνσης της πτωχευτικής περιουσίας με οποιαδήποτε έξοδα τυχόν προκύψουν από νομικές διαδικασίες, για τα οποία γίνεται επιφύλαξη όπως βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο τον πτωχεύσαντα.

Η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα κατά το άρθρο 27Α του Νόμου, δεν επιφέρει συνέπειες ως προς το μη διανεμηθέν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας, το οποίο παραμένει, ανάλογα με την περίπτωση, στον Επίσημο Παραλήπτη ή στο Διαχειριστή προς όφελος των πιστωτών. Είναι μετά την αποπληρωμή όλων των πιστωτών και των μη εξασφαλισμένων εγγυητών που επιστρέφεται στον πτωχεύσαντα το όποιο μέρος της πτωχευτικής περιουσίας απομένει, νοουμένου ότι το κόστος της επιστροφής δεν είναι μεγαλύτερο από το ποσό που θα επιστραφεί. Στα πλαίσια αυτά και προς διασφάλιση όλων των δικαιούχων της πτωχευτικής περιουσίας είναι που επιβάλλεται εκ του Νόμου (άρθρο 27Α(5)) η υποχρέωση στο πρόσωπο που αποκαθίσταται να συνεργάζεται με τον διαχειριστή σχετικά με την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας που παραμένει.

 

Στη βάση των πιο πάνω και δεδομένου ότι από τα ενώπιόν μας στοιχεία προκύπτει κίνδυνος επηρεασμού της πτωχευτικής περιουσίας εάν δεν επιβληθεί σχετικός όρος, τεκμηριώνεται και η υποχρέωση του Εφεσείοντα προς κάλυψη των εξαιτούμενων εξόδων, προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω επιβάρυνση της πτωχευτικής περιουσίας, αφού το διάταγμα παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον του και η διαδικασία πτώχευσης που ακολούθησε εξακολουθούν να υφίστανται, παρά την αποκατάστασή του στη βάση των διαλαμβανομένων στο άρθρο 27Α του Νόμου».

 

Υπό το φως των πιο πάνω εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο εφεσείων διατάχθηκε να δώσει ασφάλεια εξόδων προς κάλυψη των εξόδων που θα προέκυπταν από την διαδικασία.

 

Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι για να νομιμοποιείται η Αιτήτρια να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση έφεση όφειλε προηγουμένως να εξασφαλίσει τόσο την άδεια του Δικαστηρίου όσο και την εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9(4) του Νόμου.  Το εδάφιο 10 του άρθρου 27Α του Νόμου τυγχάνει εφαρμογής στην μετά την αποκατάσταση του πτωχεύσαντα αποκτηθείσα περιουσία και τις μετά την αποκατάσταση του πτωχεύσαντα αποκτηθείσες πιστώσεις ή οφειλές.  Άλλη ερμηνεία δεν χωρεί.                      

Η μη εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου και εξουσιοδότησης του Επίσημου Παραλήπτη πριν την καταχώρηση της αίτησης έφεσης καθιστά την αίτηση έφεση θνησιγενή και έκθετη σε απόρριψη δίχως άλλο. 

 

Ο δεύτερος λόγος ένστασης ευσταθεί.  Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. 

 

Συνακόλουθα η αίτηση έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση/Εφεσίβλητης και εναντίον της Αιτήτριας/Εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

.       

 

                            (Υπ.) ..…………………………

                                                                                             Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο