ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 5946/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΤΟΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
(α) Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
(β) Ανησυχία κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 5/4/2025 και περί ώρα 11:25 στο Κίτι της Επαρχίας Λάρνακας προκάλεσε τρόμο στον Παναγιώτη Λουκά από το Κίτι απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του «Εγώ εν φοούμαι κανένα, εγώ εννά σε θάψω»
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.
Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 2 μάρτυρες.
Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και κατηγορία για το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 155 (1η κατηγορία) στην οποία δήλωσε παραδοχή.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Κατατέθηκαν τέλος 2 τεκμήρια.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Παναγιώτης Λουκά (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι διαμένει σε πολυκατοικία στο Κίτι από τον Αύγουστο του 2022 και συγκεκριμένα στον δεύτερο όροφο. Στον πρώτο όροφο διαμένει ο κατηγορούμενος μαζί με την οικογένειά του. Στο παρελθόν είχαν διαφορές όσον αφορά τα κοινόχρηστα και τυχαίες βλάβες διαμερισμάτων καθότι ο ίδιος είναι μέλος της διαχειριστικής επιτροπής. Στις 5/4/ 2025 και περί ώρα11:25 όταν επέστρεψε σπίτι του και αφού πάρκαρε το αυτοκίνητό του μέσα στο δρόμο και κατέβηκε συναντήθηκε με τους αστυνομικούς της γειτονιάς. Χαιρετίστηκαν και την ίδια ώρα ενώ ακόμα ήταν μέσα στο δρόμο στην παρουσία των αστυνομικών ο κατηγορούμενος αφού βρισκόταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του άρχισε να του φωνάζει και να του λέει «είσαι εσύ άνθρωπος να μου φέρεις την αστυνομία εγώ εν φοούμαι κανέναν εγώ είναι να σε θάψω μπάσταρτε μαλάκα» επαναλαμβάνοντας το ίδιο λεξιλόγιο. Χωρίς να του πει οτιδήποτε αποχώρησε στο διαμέρισμά του αφού οι αστυνομικοί της γειτονιάς τον συμβούλευσαν να αποχωρήσει και να προβεί σε γραπτή καταγγελία. Πρόσθεσε ότι έχει παράπονο για το εν λόγω επεισόδιο και φοβάται για την ακεραιότητά του. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο τόνος της φωνής του κατηγορούμενου ήταν έντονος και μάλιστα η αστυνομικός που ήταν στο μέρος τον προέτρεψε να σταματήσει γιατί δεν είχε καλέσει την αστυνομία για τον ίδιον και αυτός συνέχισε να βρίζει και να απειλεί. Πρόσθεσε τέλος ότι δεν είναι η πρώτη φορά που τον απείλησε και ότι υπάρχουν κι άλλες καταγγελίες στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου.
Δεύτερη μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν η αστυφύλακας 4781 Αθανασία Κυριάκου (ΜΚ2) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεσή της την οποία υιοθέτησε (Τεκμήριο 2). Ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στην κοινοτική αστυνόμευση του σταθμού Κιτίου. Στις 5/4/2025 και περί ώρα11:25 καθώς βρισκόταν πεζή περιπολία με τον αστυφύλακα 3918 Γ. Σίζινο στο Κίτι συναντήθηκαν στο δρόμο με τον Παναγιώτη Λουκά τον οποίον γνωρίζει και την χαιρέτησε. Ενώ συνομιλούσε με τον Λουκά βγήκε στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας ο κατηγορούμενος τον οποίον επίσης γνωρίζει και ξεκίνησε να φωνάζει δυνατά, να απειλεί και να βρίζει τον Λουκά στην παρουσία τους με τις φράσεις: «είσαι εσύ άνθρωπος να μου φέρεις την αστυνομία ρε εγώ εν φοούμαι κανέναν εγώ εν να σε θάψω άκουσες ρε μπάσταρτε μαλακά» και παρόμοιες φράσεις. Αμέσως συμβούλεψε τον Λουκά να φύγει από το μέρος και να μεταβεί αν το επιθυμεί στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου για να καταγγείλει γραπτώς το περιστατικό ενώ της ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο διαμένουν στην ίδια πολυκατοικία και έχουν και άλλες διαφορές για τις οποίες ήδη έκανε καταγγελία στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Ακολούθως απευθύνθηκε προς τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι δεν πήγαν στο μέρος από κλήση του Λουκά και να σταματήσει να φωνάζει πράγμα το οποίο έπραξε και ακολούθως έφυγε από το μέρος.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]
Ο παραπονούμενος άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Ο ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά με ποιο τρόπο εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά την επίδικη ημέρα και υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Θετική ήταν η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε και από την ΜΚ2. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Η ΜΚ2 επεξήγησε με σταθερότητα και σαφήνεια όλα όσα έλαβαν χώρα κατά την επίδικη ημέρα στην παρουσία της και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της. Συνακόλουθα, η ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της.
Έχω αναφέρει προηγουμένως ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως είχε απόλυτο δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλός χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον του αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου.[9]
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενους διαμένουν σε πολυκατοικία στο Κίτι. Ο παραπονούμενος διαμένει στον δεύτερο όροφο και ο κατηγορούμενος μαζί με την οικογένειά του στον πρώτο όροφο. Στο παρελθόν είχαν διαφορές μεταξύ τους όσον αφορά τα κοινόχρηστα και βλάβες διαμερισμάτων καθότι ο παραπονούμενος είναι μέλος της διαχειριστικής επιτροπής. Στις 5/4/ 2025 και περί ώρα11:25 όταν ο παραπονούμενος επέστρεψε σπίτι του, αφού πάρκαρε το αυτοκίνητό του μέσα στο δρόμο και κατέβηκε συναντήθηκε με τους αστυνομικούς της γειτονιάς. Χαιρετίστηκαν και την ίδια ώρα ενώ ακόμα ήταν μέσα στο δρόμο στην παρουσία των αστυνομικών 4781 Αθανασία Κυριάκου (ΜΚ2) και 3918 Γ. Σίζινο, ο κατηγορούμενος αφού βρισκόταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του άρχισε να φωνάζει του Παραπονούμενου και να του λέει «είσαι εσύ άνθρωπος να μου φέρεις την αστυνομία εγώ εν φοούμαι κανέναν εγώ εννά σε θάψω μπάσταρτε μαλάκα» επαναλαμβάνοντας το ίδιο λεξιλόγιο. Ο τόνος της φωνής του Κατηγορούμενου ήταν έντονος και ο παραπονούμενος φοβήθηκε για την ακεραιότητα του. Χωρίς να του πει οτιδήποτε ο Παραπονούμενος αποχώρησε στο διαμέρισμά του αφού οι αστυνομικοί της γειτονιάς τον συμβούλευσαν να αποχωρήσει και να προβεί σε γραπτή καταγγελία. Η αστυνομικός που ήταν στο μέρος τον προέτρεψε να σταματήσει γιατί δεν είχε καλέσει την αστυνομία για τον ίδιον και αυτός συνέχισε να βρίζει και να απειλεί. Η Αστυφύλακας 4781 Αθανασία Κυριάκου αμέσως συμβούλεψε τον Παραπονούμενο να φύγει από το μέρος και να μεταβεί αν το επιθυμεί στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου για να καταγγείλει γραπτώς το περιστατικό ενώ ο Παραπονούμενος της ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο διαμένουν στην ίδια πολυκατοικία και έχουν και άλλες διαφορές για τις οποίες ήδη έκανε καταγγελία στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Ακολούθως απευθύνθηκε προς τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι δεν πήγαν στο μέρος από κλήση του Λουκά και να σταματήσει να φωνάζει πράγμα το οποίο έπραξε και ακολούθως έφυγε από το μέρος.
Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[10] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[11] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[12]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[13] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Το αδίκημα της απειλής κωδικοποιείται στο άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Απειλή
91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.»
Καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται.
Στην Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της απειλής:
«το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται».
Περαιτέρω, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13:
"Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.
Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.
Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος."
Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος (εν προκειμένω η πρόθεση εκφοβισμού του προσώπου που δέχεται την απειλή) ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση. Τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει.[14]
Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τον παραπονούμενο ξεστόμισε τη φράση: «είσαι εσύ άνθρωπος να μου φέρεις την αστυνομία εγώ εν φοούμαι κανέναν εγώ εννά σε θάψω μπάσταρτε μαλάκα».
Αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, η φράση που ξεστόμισε ο κατηγορούμενος ήταν ικανή να προκαλέσει εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι τον παραπονούμενο, ανεξαρτήτως του εάν ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την απειλή του.
Αυτό ήταν και το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς του αυτής, ήτοι να ξεστομίσει την εν λόγω φράση, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, ο ίδιος όντως φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα της για την ασφάλεια του. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Ούτε επρόκειτο για φράση η οποία δεν θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως απειλητική από τον παραπονούμενο.
Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας.
Το αδίκημα της Ανησυχίας κωδικοποιείται στο άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«95. Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.»
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η πρόκληση από κάποιο πρόσωπο θορύβου ή ταραχής, (β) χωρίς εύλογη αιτία, (γ) σε δημόσιο χώρο που (δ) ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περιοίκους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.
Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:
“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση
Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362
Ιωάννου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.
Σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης θορύβου που ενδέχεται υπό τις περιστάσεις να προκαλέσει ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης, το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξετάζεται σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.[15]
Στην προκείμενη περίπτωση από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής όταν ο κατηγορούμενος ξεστόμισε την επίδικη φράση στον κατηγορούμενο φώναζε και ήταν έντονος και παρά το ότι η αστυνομικός ΜΚ2 που ήταν στο μέρος τον προέτρεψε να σταματήσει αυτός συνέχισε να βρίζει και να απειλεί. Είναι λοιπόν σαφές ότι προκάλεσε με τις φωνές του θόρυβο. Περαιτέρω, το περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, ως ερμηνεύεται από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα αφού ο κατηγορούμενος ξεστόμισε την επίδικη φράση ενώ ο παραπονούμενος ήταν μέσα στον δρόμο αφού είχε παρκάρει έξω από την πολυκατοικία που διέμενε.
Περαιτέρω δεν υπήρχε κάποια «εύλογη αιτία» που να δικαιολογεί την αντίδραση του κατηγορούμενου, ούτε προωθήθηκε τέτοια εισήγηση από πλευράς της Υπεράσπισης. Περαιτέρω, έτσι όπως εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σαφές ότι υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος ξεστόμισε την επίδικη φράση ενδέχετο να προκαλέσει ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης.
Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 3ης Κατηγορίας.
Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[9] Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 590.
[10] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[11] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[13] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[14] Yousef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο