ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 6862/2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Α. Γιάλλουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: ο κ. Κ. Χριστοδουλίδης.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Δίκη Εντός Δίκης)
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες για το αδίκημα της κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 9 (1), 99 (α) και 101 του Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου του 2001 (Ν. 70(I)/2001) (1η κατηγορία) και το αδίκημα της διεξαγωγής επιχείρησης φαρμακοποιού από μη εγγεγραμμένο φαρμακοποιό κατά παράβαση των άρθρων 2, 4 (1) (α) και 43 του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου, Κεφ. 254 (2η κατηγορία).
Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή και στις 2 κατηγορίες με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση.
Στο πλαίσιο της ακρόασης, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρα τον Α/Αστυφύλακα 821 Κ. Αναστασίου. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάθεση του ημερομηνίας 13/07/2020 και τον κατάλογο τεκμηρίων ως Τεκμήριο 2. Όταν επιχειρήθηκε η κατάθεση των αντικειμένων που καταγράφονται στον αριθμό 1 του καταλόγου Τεκμηρίων (Τεκμήριο 2 στη δίκη) εγέρθηκε ένσταση στην κατάθεση τους από τον συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι για σκοπούς διευκόλυνσης της διαδικασίας η ίδια ένσταση στην κατάθεση ισχύει για όλα τα αντικείμενα που καταγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων Τεκμήριο 2, δηλαδή τα αντικείμενα με αριθμό 1-47.
Αφού ακούστηκαν αμφότεροι οι συνήγοροι, διατάχθηκε η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, το πλαίσιο της οποίας προσδιορίστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου ως ακολούθως:
«Όσον αφορά το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης αυτό όπως έχω αναφέρει αφορά την καταστρατήγηση του άρθρου 23 του Συντάγματος και του δικαιώματος στη χρήση και απόλαυση κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο εκ της συμπεριφοράς των ανακριτικών αρχών έχει παραβιαστεί αφού η μη έκδοσης διατάγματος κατακράτησης συμφώνως των προνοιών του Κεφ. 155 και των άρθρων 32 και 33 και η παραβίασης του άρθρου 96 του Νόμου 70(I)/2001 δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία κατά την εισήγηση μου πέραν της κατάχρησης, παραβίασης του άρθρου 23 και του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και γι' αυτούς τους λόγους αυτό θα είναι επί της ουσίας το πλαίσιο, του κατά πόσο δηλαδή η κατακράτηση των εμπορευμάτων που επιδιώκεται η κατάθεση τους μετά την κατάσχεση τους είναι σύννομη.
Συγκεκριμένα υπάρχει παραβίαση του άρθρου 96 του Νόμου 70(1)/2001 και των άρθρων 32 και 33 του Κεφ. 155. Αν μπορώ επικουρικά να αναφέρω και το άρθρο 27 το οποίο ουσιαστικά συνδέεται με το άρθρο 32, αφορά την έκδοση εντάλματος έρευνας και είναι παρεπόμενη η μετέπειτα διαχείριση το τι συμβαίνει.»
Για σκοπούς αποκλειστικά της δίκης εντός δίκης κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα ως Έγγραφο Α και δεν προσκομίσθηκε δια ζώσης μαρτυρία από οποιαδήποτε πλευρά. Περαιτέρω, κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 στη δίκη εντός δίκης όλα τα αντικείμενα που απαριθμούνται στον κατάλογο Τεκμηρίων ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στη δίκη εντός δίκης. Περαιτέρω, κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους για σκοπούς αποκλειστικά της δίκης εντός δίκης η κατάθεση του Αστ. 2156 Μ. Λάμπρου (Τεκμήριο 5 στη δίκη εντός δίκης), ο όρκος ημερομηνίας 4/06/2020 προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση εντάλματος έρευνας (Τεκμήριο 6 στη δίκη εντός δίκης), το ένταλμα έρευνας ημερομηνίας 4/06/2020 (Τεκμήριο 7 στη δίκη εντός δίκης), η έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους (Τεκμήριο 8 στη δίκη εντός δίκης).
Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων το οποίο κατατέθηκε ως Έγγραφο Α:
«Στις 4/6/20 εκδόθηκε ένταλμα έρευνας για το κατάστημα με την επωνυμία HAPPY NATURE SHOP το οποίο βρίσκεται στην οδό Λόρδου Βύρωνος 68 στη Λάρνακα.
Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 1035-1210 ο Αστ/ 2156 Μ. Λάμπρου διενήργησε έρευνα δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας μαζί με άλλα μέλη του ΟΠΕ, του Αρχηγείου Αστυνομίας και την συνοδεία των λειτουργών των φαρμακευτικών υπηρεσιών Ευριδίκη Χ'Ιωάνου και Γαλάτεια Θεοφάνους. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν από τον Αστ/2156 Μ. Λάμπρου τα τεκμήρια Ι ,2,και 3 ΔεΔ.
H έρευνα διενεργήθηκε στην παρουσία του κατηγορούμενου.
Την ίδια μέρα ο Αστ/ 2156 Μ. Λάμπρου παρέδωσε τα κατασχεθέντα στο Αστ/ 821 Κ. Αναστασίου.
Στις 16/6/20 στάλθηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για επιστημονική εξέταση τα τεκμήρια 1-44 που αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων.
H επιστημονική εξέταση ολοκληρώθηκε και στις 22/1/21 ετοιμάστηκε η έκθεση.
Στις 9/3/21 η διερεύνηση ολοκληρώθηκε, ο φάκελος στάλθηκε στην Νομική Υπηρεσία για οδηγίες και η υπόθεση καταχωρήθηκε στις / / 21.
Στις 26/6/20 στάληκε επιστολή εκ μέρους του κατηγορούμενου προς
1. Φαρμακευτικές υπηρεσίες
2. Κρατικό χημείο
3. Επίτροπο διοίκησης
4. Αρχηγό Αστυνομίας
5. ΤΑΕ Αρχηγείου
6. Υκαν
με την οποία ζητούσε επιστροφή των κατασχεθέντων.
Κατατίθενται εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου
1. Κατάλογος τεκμηρίων
2. Κατάθεση Ας/2156 Μ.Λάμπρου
3. Όρκος Εντάλματος ημερ. 4/6/20
4. "Ενταλμα "Ερευνας ημερ. 4/6/20
5. "Εκθεση ΓΧΚ ημερ 12/1/21»
H διαδικασία της δίκης εντός δίκης είναι μια αυτοτελής διαδικασία η οποία κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίζεται στο πλαίσιό της και μόνο. Η προσαχθείσα στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης μαρτυρία, προσεγγίζεται κατά τρόπο που να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων. Το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για την απόφασή του επί του αμφισβητούμενου, στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, ζητήματος μόνο, αποφεύγοντας διατυπώσεις οι οποίες τείνουν να προαποφασίζουν ή να δίνουν την εντύπωση ότι προαποφασίζουν την αξιοπιστία των μαρτύρων στην κυρίως δίκη, είτε οποιαδήποτε από τα αμφισβητούμενα θέματα στο πλαίσιο της (βλ. Petri v. The Police (1968) 2 CLR 40, Αστυνομία ν. Ησαΐα (1997) 2 ΑΑΔ 177).
Το βάρος απόδειξης του εκάστοτε επίδικου θέματος στο πλαίσιο διεξαγωγής μιας δίκης εντός δίκης, παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία οφείλει να αποδείξει θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η μαρτυρία που επιχειρεί να καταθέσει στο Δικαστήριο δεν είναι αποτέλεσμα αντισυνταγματικής, παράνομης ή άλλως πως, επιλήψιμης ενέργειας ή παράλειψης των ανακριτικών αρχών.
Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι είναι ανεπίτρεπτη η προσαγωγή μαρτυρίας που εξασφαλίζεται κατά παράβαση συνταγματικά κατοχυρωμένου ανθρώπινου δικαιώματος χωρίς να τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αποδοχή της (βλ. Police v. Georgiades (1983) 2 CLR 33, Δημοκρατία v. Κυπριανίδη κ.ά (1994) 2 ΑΑΔ 37, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ 143), Αστυνομία ν. Γιάλλουρου (1992) 2 Α.Α.Δ 147).
Σε περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται όχι κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, αλλά κατά παράβαση Νόμου, ο γενικός κανόνας είναι ότι η μαρτυρία αυτή δεν αποκλείεται εξ ορισμού και το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να την επιτρέπει νοουμένου ότι είναι σχετική και τα δυσμενή επακόλουθα που θα προκύψουν ως εκ της εισαγωγής της μαρτυρίας δεν θα επηρεάσουν το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη ή άλλο ανθρώπινο δικαίωμα (βλ. Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 186, Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν.Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, (Β΄ έκδοση), σελ. 808-809).
Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490, Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ECLI:CY:AD:2019:B4, ημερομηνίας 11.01.2019). Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.
Συνοπτικά, ο κύριος άξονας της επιχειρηματολογίας του κ. Χριστοδουλίδη ήταν ότι η μη έκδοση διατάγματος κατακράτησης των τεκμηρίων που επιδιώκονται να κατατεθούν (Τεκμήρια 1, 2 και 3 στη δίκη εντός δίκης) στη βάση των όσων διαλαμβάνονται στο άρθρο 27, 32 και 33 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και η μη επιστροφή των κατασχεθέντων αντικειμένων (Τεκμήρια 1, 2 και 3 στη δίκη εντός δίκης) συμφώνως των προνοιών του άρθρου 96 εδάφιο 2 του Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου του 2001 (Ν. 70(I)/2001) το οποίο προνοεί ότι εάν δεν ασκηθεί ποινική δίωξη αναφορικά με τη παράβαση ή το αδίκημα εντός 2 μηνών από την ημερομηνία κατάσχεσης των φαρμακευτικών προϊόντων, τα φαρμακευτικά προϊόντα επιστρέφονται, καταστρατηγούν το άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Κατά την εισήγηση του έχουν όλα επιμολυνθεί, όπως το έθεσε, από το παράνομο της κατακράτησης των τεκμηρίων που επιδιώκονται να κατατεθούν.
Στην αντίπερα όχθη, η κα Γιάλλουρου ανέφερε, συνοπτικά, ότι ναι μεν υπήρξε παράλειψη της Αστυνομίας να απευθυνθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα κατακράτησης των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 της δίκης εντός δίκης πλην όμως η παράλειψη αυτή ήταν τυπική και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη δυνατότητα αυτά να κατατεθούν ως Τεκμήρια στη δίκη. Παρέπεμψε προς υποστήριξη της θέσης της στην υπόθεση Aυξεντίου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 5.
Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα λήψης των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 της δίκης εντός δίκης είτε κατά παράβαση συνταγματικά κατοχυρωμένου ανθρώπινου δικαιώματος είτε κατά παράβαση Νόμου. Είναι σαφές από το ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτό (για τους σκοπούς και μόνο της δίκης εντός δίκης) υπόβαθρο γεγονότων ότι η κατάσχεση των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 της δίκης εντός δίκης έλαβε χώρα στο πλαίσιο εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας το οποίο εκδόθηκε και εκτελέστηκε νόμιμα. Άλλωστε, η υπεράσπιση δεν έθεσε στο πλαίσιο της ένστασης της οποιοδήποτε ζήτημα που να άπτεται της νομιμότητας είτε της έκδοσης είτε της εκτέλεσης του δικαστικού εντάλματος έρευνας στο πλαίσιο του οποίου κατασχέθηκαν τα τεκμήρια που επιδιώκονται να κατατεθούν (Τεκμήρια 1, 2 και 3 της δίκης εντός δίκης), ούτε έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης με οποιαδήποτε διαδικασία η έκδοση ή η εκτέλεση του εντάλματος έρευνας από την Υπεράσπιση. Συνακόλουθα, η κατάσχεση των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 της δίκης εντός δίκης από την Αστυνομία έλαβε χώρα χωρίς να τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παράβασης συνταγματικά κατοχυρωμένου ανθρώπινου δικαιώματος ή ζήτημα παράβασης Νόμου.
Περαιτέρω, από το ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτό (για τους σκοπούς και μόνο της δίκης εντός δίκης) υπόβαθρο γεγονότων προκύπτει επίσης ότι η κατάσχεση των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 της δίκης εντός δίκης δεν έλαβε χώρα δυνάμει των προνοιών του Ν. 70(I)/2001 και δη από Εντεταλμένο Επιθεωρητή εντός της έννοιας του άρθρου 96 (2) του Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου του 2001 (Ν. 70(I)/2001) για να τίθεται ζήτημα ενεργοποίησης των όσων διαλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο σε σχέση με την επιστροφή των κατασχεθέντων από Εντεταλμένο Επιθεωρητή προϊόντων εντός του χρονικού διαστήματος που εκεί καθορίζεται σε περίπτωση που δεν ασκηθεί ποινική δίωξη.
Το άρθρο 96 (2) του (Ν. 70(I)/2001) δίδει την εξουσία σε Εντεταλμένο Επιθεωρητή ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του ανωτέρω αναφερόμενου νόμου, σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο, να εισέρχεται σε οποιοδήποτε υποστατικό, εκτός από οικοδομή η οποία χρησιμοποιείται ως κατοικία, στο οποίο παρασκευάζονται, ελέγχονται, αποθηκεύονται, διατίθενται προς πώληση ή πωλούνται φαρμακευτικά προϊόντα με σκοπό, μεταξύ άλλων, την κατάσχεση φαρμακευτικών προϊόντων σε σχέση με τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι διαπράχθηκε παράβαση ή αδίκημα δυνάμει του Νόμου και τα οποία αναμένεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία.
Εν προκειμένω, η κατάσχεση των επίδικων τεκμηρίων έλαβε χώρα από τις αστυνομικές αρχές δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας (Τεκμήριο 7). Οι αρμόδιοι αστυνομικοί που εκτέλεσαν το ένταλμα έρευνας συνοδεύονταν από λειτουργούς των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας πλην όμως είναι η Αστυνομία που προέβη σε κατάσχεση των Τεκμηρίων 1, 2, 3 της δίκης εντός δίκης εκτελώντας δικαστικό ένταλμα έρευνας το οποίο εκδόθηκε κατ’ επίκληση και στη βάση του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Τεκμήριο 6 και 7 της δίκης εντός δίκης). Επομένως, η επιχειρηματολογία περί παράβασης του άρθρου 96 (2) του ανωτέρου αναφερόμενου Νόμου στερείται νομικού ερείσματος.
Άλλωστε, η όλη επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου είναι, με κάθε σεβασμό, αντιφατική. Από τη μία ισχυρίζεται ότι κακώς δεν εκδόθηκε διάταγμα κατακράτησης και την ίδια στιγμή ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 96 (2) του ανωτέρου αναφερόμενου Νόμου ο οποίος ουσιαστικά επιτρέπει την κατακράτηση για την περίοδο που εκεί αναφέρεται χωρίς να απαιτείται η έκδοση διατάγματος κατακράτησης, όπως ήταν και η περίπτωση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χ. Π., Πολιτική Aίτηση Αρ. 157/2025, 29/7/2025, στην οποία ακριβώς ακυρώθηκε το διάταγμα κατακράτησης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο επειδή αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να το εκδώσει αφού, όπως λέχθηκε, το άρθρο 96 του ανωτέρω αναφερόμενου νόμου στο πλαίσιο του οποίου είχε σε εκείνη την περίπτωση λάβει χώρα η κατάσχεση των φαρμακευτικών προϊόντων, επιτρέπει την κατακράτηση κατασχεθέντων φαρμακευτικών προϊόντων για περίοδο δύο μηνών χωρίς να απαιτείται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος κατακράτησης. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και να τίθετο ζήτημα παράβασης των προνοιών του άρθρου 96 (2) του ανωτέρου αναφερόμενου Νόμου τέτοια παράβαση ουδόλως επηρεάζει την αποδεκτότητα των κατασχεθέντων τεκμηρίων τα οποία, επαναλαμβάνω, κατασχέθηκαν νόμιμα στο πλαίσιο εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας και δεν πρόκειται για περίπτωση λήψης τους κατά παράβαση Νόμου ώστε να τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην αποδοχή τους.
Σε ότι αφορά το ζήτημα της μη τήρησης εκ μέρους της Αστυνομίας των προνοιών των άρθρων 27 (i) και 32 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα κατακράτησης των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 της δίκης εντός δίκης, αυτή η παράλειψη δεν καθιστά κατά την κρίση του Δικαστηρίου παράνομη την προσκόμιση τους στο Δικαστήριο ούτε επηρεάζει την αποδεκτότητα τους ενόψει του ότι η κατάσχεση τους, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, έλαβε χώρα δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας το οποίο εκδόθηκε και εκτελέστηκε νόμιμα.
Στην υπόθεση Aυξεντίου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 5 στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, είχε προβληθεί το επιχείρημα ότι η παρουσίαση στο Δικαστήριο των τεκμηρίων που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας ήταν παράνομη γιατί αυτά, μολονότι είχαν ληφθεί στη βάση εντάλματος έρευνας, δεν είχαν παρουσιαστεί μετά τη λήψη τους στο Δικαστήριο, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 27(i) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα αυτό:
«Επί του ουσιαστικού νομικού ζητήματος, έχουμε τη γνώμη πως η παράλειψη της Αστυνομίας να ακολουθήσει πιστά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27(i) της Ποινικής Δικονομίας ήταν απλή παρατυπία η οποία δεν καθιστούσε παράνομη την προσκόμιση τους ως τεκμηρίων στο Δικαστήριο, αφού η Αστυνομία είχε παραλάβει στη βάση δικαστικού εντάλματος ερεύνης.»
Περαιτέρω, η θέση ότι η μη έκδοση διατάγματος κατακράτησης τα έχει επιμολύνει όλα, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, κατά τη θεωρία των φρούτων του δηλητηριασμένου δέντρου («fruits of the poisonous tree»), ως αναπτύσσεται στην αμερικανική και κυπριακή νομολογία όπως τις αποφάσεις Wong Sun v United States 371 US 471 [1963], Δημοκρατία ν Κυπριανίδη και Άλλων (1994) 2 ΑΑΔ 37, 50 και Queiss v The Republic (1987) 2 CLR 49, 58), αυτή η θέση στερείται ερείσματος αφού τα τεκμήρια που επιδιώκονται να κατατεθούν δεν λήφθηκαν με παράνομο τρόπο ώστε η παρανομία στη λήψη τους να μπορούσε να μολύνει όσα επακολούθησαν, ως αιτιωδώς συναφή προς την παραβίαση.
Τέλος, σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί παράβασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία λόγω μη έκδοσης διατάγματος κατακράτησης των τεκμηρίων που επιδιώκονται να κατατεθούν, είναι σαφές, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι δεν υπήρχε εν προκειμένω παράβαση οποιουδήποτε συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος κατά τη λήψη των τεκμηρίων που επιδιώκονται να κατατεθούν. Η επιχειρηματολογία για παράβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τη μη επιστροφή των τεκμηρίων στον κατηγορούμενο η οποία επιστροφή φαίνεται να συμπλέκεται με την μη έκδοση διατάγματος κατακράτησης, με τρόπο ώστε να προκύπτει ότι κατά τη θέση του κατηγορούμενου θα έπρεπε να του επιστραφούν τα κατασχεθέντα αντικείμενα. Το κατά πόσο θα έπρεπε ή όχι να του επιστραφούν τα κατασχεθέντα αντικείμενα δεν ενδιαφέρει ούτε και μπορεί να αποφασιστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Επομένως, η όποια παράβαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία επικαλείται ο κατηγορούμενος στη βάση της θέσης του ότι όφειλαν οι αστυνομικές αρχές να του επιστρέψουν τα κατασχεθέντα τεκμήρια – και χωρίς να εξετάζεται κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε τέτοια παράβαση - πέραν του ότι λαμβάνει ως δεδομένο ότι υπήρχε υποχρέωση επιστροφής, κάτι που δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας – δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε αντίκτυπο στην αποδεκτότητα των εν λόγω τεκμηρίων παρά μόνο θα μπορούσε ενδεχομένως – και χωρίς να αποφαίνομαι επί τούτου – να θεμελιώσει αγώγιμο δικαίωμα για κατ’ ισχυρισμό παραβίαση ατομικού δικαιώματος, κατοχυρωμένου διά του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος κατ’ εφαρμογή των νομολογηθέντων στη Γιάλλουρος ν. Νικολάου (2001) 1 (Α) Α.Α.Δ. 558.
Καταληκτικά, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, η ένσταση του κατηγορούμενου απορρίπτεται και τα τεκμήρια 1, 2 και 3 της δίκης εντός δίκης γίνονται δεκτά να κατατεθούν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο