ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΟΦΟΚΛΗ, Αρ. Yπόθεσης: 20612/2022, 8/12/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΟΦΟΚΛΗ, Αρ. Yπόθεσης: 20612/2022, 8/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 20612/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΟΦΟΚΛΗ

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου 2025

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις ακόλουθες τέσσερεις κατηγορίες:

 

(α)       Κατοχή απαγορευμένων μέσων σύλληψης ή θανάτωσης άγριων πτηνών κατά παράβαση των άρθρων 2, 11 (1) (2) (δ) (5), 44 (1), 45 (1), 88, 90 και 100 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003 (Ν. 152(I)/2003) (1η κατηγορία και 3η κατηγορία).

 

(β)       Χρήση απαγορευμένων μέσων σύλληψης ή θανάτωσης άγριων πτηνών κατά παράβαση των άρθρων 2, 11 (1) (2) (δ) (5), 88, 90 και 100 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003 (Ν. 152(I)/2003) (2η κατηγορία και 4η κατηγορία).

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 30/01/2022 και ώρα 05:50 στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας είχε στην κατοχή του απαγορευμένα μέσα σύλληψης άγριων πτηνών, δηλαδή 2 δίκτυα.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία χρησιμοποίησε απαγορευμένα μέσα σύλληψης άγριων πτηνών, δηλαδή δίκτυα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία είχε στην κατοχή του απαγορευμένα μέσα σύλληψης άγριων πτηνών, δηλαδή 1 ηχοπαραγωγική συσκευή με μιμητικές φωνές άγριων πτηνών.  Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία χρησιμοποίησε απαγορευμένα μέσα σύλληψης άγριων πτηνών, δηλαδή ηχοπαραγωγικές συσκευές με μιμητικές φωνές άγριων πτηνών.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρατίθενται στη συνέχεια αυτολεξεί:

 

«Στις 30/01/22 γύρω στις 3:00 ο Davide Carisitano (ΜΚ1) ο οποίος κατάγεται από την Ιταλία, είναι ερευνητής πεδίου ενάντια στη λαθροθηρία και εργάζεται στον Οργανισμό που ονομάζεται CABS μαζί με έναν εθελοντή που ονομάζεται Zoi Keeping από την Αγγλία μετέβηκαν με το αυτοκίνητο τους κοντά στο πάρκο των "Go Karts" το οποίο βρίσκεται στον δρόμο Ορόκλινης-Τρούλλοι κοντά στο καινούργιο κοιμητήριο της Ορόκλινης. Σταμάτησαν εκεί και άκουσαν για 5 λεπτά μια συσκευή μίμησης πουλιών. Τότε ξεκίνησαν να περπατούν προς τον ήχο ο οποίος τους καθοδήγησε στην κορυφή ενός μικρού λόφου πίσω από το πάρκο των "Go Karts" όπου είδαν δύο μεγάλα δίχτυα περίπου 20 επί 5 μέτρα τα οποία βρίσκονταν πάνω σε πασσάλους. Πλησίασαν τα δίχτυα και είδαν τρία πουλιά του είδους τσίχλες παγιδευμένα στα δίχτυα. Τότε  πήραν τηλέφωνο την υπηρεσία Θήρας αλλά δεν ήταν διαθέσιμη. Ακολούθως, ο Davide Carisitano πήρε τηλέφωνο τον συνάδελφό του επ’ ονόματι Bostion ο οποίος ήρθε στο σημείο. Τότε ο Davide Carisitano ζήτησε από τη Zoi να πάρει τηλέφωνο την αστυνομία της Ορόκλινης, πράγμα το οποίο έπραξε. Ο Davide Carisitano και ο Bostion έμειναν στο σημείο και περίμεναν. Γύρω στις 5:30 είδαν ένα πράσινο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] να πλησιάζει στο σημείο και ένα άντρα τον οποίο αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο να βγαίνει από το αυτοκίνητο από τη θέση του οδηγού.  Ήταν μόνος του φορώντας ένα μαύρο κασκόλ και πήγε κατευθείαν στα δίχτυα, έκλεισε τη συσκευή μίμησης πουλιών και άρχισε να τραβάει προς τα κάτω τα δίχτυα. Τότε, τον πλησίασαν και του είπαν να σταματήσει και να περιμένει την αστυνομία αλλά έτρεξε και μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε. Τη σκηνή βιντεογράφησε ο ίδιος με κάμερα που έφερε στο σώμα του και το σχετικό βίντεο της επίδικης σκηνής το αποθήκευσε σε usb (Τεκμήριο 2). Όταν πλησίασαν τον κατηγορούμενο αυτός ήταν τρομοκρατημένος και ενώ του είπαν να περιμένει έτρεξε στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Ακολούθως ήρθε η αστυνομία και στη συνέχεια και η Υπηρεσία Θήρας και στην παρουσία της Θήρας ελευθέρωσαν τις τρείς τσίχλες οι οποίες ήταν παγιδευμένες στα δίχτυα οι οποίες πέταξαν μακριά.»

 

Έχει επίσης τεθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.  

 

Για σκοπούς επιμέτρησης και επιβολής ποινής έχει ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όπου καταγράφονται οι προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος είναι 36 ετών, διαζευγμένος, εργάτης στο τμήμα καθαριότητας του Δήμου Λάρνακας και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1000. Είναι απόφοιτος της τεχνικής σχολής και υπηρέτησε στην εθνική φρουρά. Έχει ένα τέκνο ηλικίας 11 ετών το οποίο διαμένει με τη μητέρα του και ο κατηγορούμενος καταβάλλει διατροφή ύψους €300 και έχει επικοινωνία με το παιδί του. Ο κατηγορούμενος διαμένει μόνος του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στην Ορόκλινη. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος υπέστη έμφραγμα το 2024 και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

 

Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου Ευημερίας.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639).

 

Συγκεκριμένα, για τα επίδικα αδικήματα, το άρθρο 88 του Νόμου προνοεί για την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή προστίμου μέχρι €20.000 ή και των δύο αυτών ποινών.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023)

 

Προκύπτει, συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, η ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες να είναι ανάλογες της σοβαρότητας των αδικημάτων και να ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής, τόσο του ίδιου του παραβάτη, όσο και του κοινού από τη διάπραξη τους (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342).

Πέραν, όμως, της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η σοβαρότητά τους έχει αναγνωριστεί και από την σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου, Ποινική Έφεση αρ. 86/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B64, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Η προβλεπόμενη μέγιστη χρηματική ποινή ήταν €10.000 και είχε αυξηθεί σε €20.000 μόλις τον Ιούλιο του 2017, λίγους μήνες πριν την διάπραξη των υπόψη αδικημάτων από τον Εφεσίβλητο, με τον τροποποιητικό Ν.99(Ι)/2017. Είναι προφανές ότι η μεγάλη χρηματική ποινή που προνοείται και η φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην πρόληψη της εμπορίας προστατευόμενων πτηνών, ειδικά των αμπελοπουλιών, που έχουμε δικαστική γνώση ότι έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και εκθέτει την Κύπρο και στο εξωτερικό, σε κάθε όμως περίπτωση το κάθε αδίκημα που αντιστρατεύεται τους σκοπούς του νομοθέτη είναι σοβαρό. 

 

Ο Ν.152(Ι)/2003 κατάργησε και αντικατέστησε τον περί Προστασίας και Αναπτύξεως Θηραµάτων και Άγριων Πτηνών Νόµο του 1974, Ν.39/1974, όπως είχε κατά καιρούς τροποποιηθεί, και οι παρατηρήσεις που κατά καιρούς εκφράστηκαν εξακολουθούν να είναι επίκαιρες.  Από πολύ παλιά είχε επισημανθεί (xxx Andrea  and Others  vPolice  (1966) 2 C.L.R. 71, 73) η ανάγκη για προστασία του θηράματος και των αγρίων πουλιών στην Κύπρο και κρίθηκε ότι ήταν επιτακτικό όπως κάθε δυνατή φροντίδα ασκείται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η δέουσα παρατήρηση και εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και πως τα Δικαστήρια θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν ως σοβαρά τα συναφή αδικήματα.  Με το πέρασμα του χρόνου (Prakki  vThe  Police  (1985) 2 C.L.R. 142, 145) επισημάνθηκε η ανάγκη να γίνει πιο πλατιά κατανοητό ότι η προστασία της άγριας ζωής του νησιού θα έπρεπε να γίνει πιο αποτελεσματική και τα Δικαστήρια θα έπρεπε να επιβάλλουν τέτοιες ποινές που πράγματι θα είχαν αποτρεπτικά αποτελέσματα και θα έπρεπε σοβαρά να εξετάζουν το ενδεχόμενο, στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και επιβολής ποινής φυλάκισης.

 

Στην Παναγιώτου ν. Αστυνομίας  (1999) 2 Α.Α.Δ. 354, 358-9, αναφέρεται με επιδοκιμασία απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, όπου είχε σημειωθεί με αναφορά στο Ν.39/1974 ότι:

 

«Ο σκοπός του νόμου αυτού είναι η προστασία της πανίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση των αγρίων πτηνών που είναι προστατευόμενα. Πράξεις όπως των κατηγορουμένων πλήττουν καίρια και ουσιαστικά τους σκοπούς του νόμου εφόσον δια της χρήσεως δικτύων όπως ήταν η προκειμένη περίπτωση, γίνεται μαζική αφαίρεση άγριων πτηνών από την άγρια ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία ανήκουν. Η συχνότητα δε διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, για το οποίο γεγονός μπορώ να λάβω δικαστική γνώση ως εκ της ιδιότητας μου, ενισχύει την νομολογιακή σημασία ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρά στην προσέγγιση τέτοιου είδους αδικημάτων με σκοπό την αποτρεπτικότητα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224). Σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με υποθέσεις παρόμοιων αδικημάτων, έχει τονισθεί η αυστηρή προσέγγιση των πρωτόδικων δικαστηρίων σε συνάρτηση με την ανάγκη προστασίας της άγριας ζωής του νησιού η οποία, όπως διαπιστώθηκε, κινδυνεύει με αφανισμό (βλ. xxx Αντρέα ν. Αστυνομίας (1966) 2 Α.Α.Δ. 71Prakki v. The Police (1985) 2 C.L.R. 142 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου (1991) 2 Α.Α.Δ. 5)».

 

Αναφέρθηκε ακόμα ότι (σελ.360):

 

«Η άγρια ζωή αποτελεί κοινό εθνικό πλούτο.  Πρέπει να τύχει προστασίας με όλα τα μέσα που διαθέτει ο Νόμος.  Επιεικής αντιμετώπιση των παραβατών θα δώσει λανθασμένα μηνύματα.  Πρόσθετα η συχνότητα διάπραξης του επίδικου αδικήματος, για την οποία ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαστική γνώση, υπαγορεύει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών». 

 

Η κατάσταση σήμερα είναι απελπιστική αναφορικά με την ύπαρξη θηράματος και αγρίων πτηνών.  Γίνονται επίπονες προσπάθειες από οργανωμένα σύνολα για τον εμπλουτισμό του θηράματος και των αγρίων πτηνών και λαμβάνονται πρόσθετα μέτρα προστασίας τους, καμία όμως προσπάθεια δεν θα μπορέσει να επιτύχει εάν δεν παταχθεί η παρανομία στον τομέα αυτό.  Και καμιά σημασία δεν θα μπορούσε να έχει ότι τα πτηνά που παγιδεύτηκαν και φονεύθηκαν ήταν στην προκειμένη περίπτωση αποδημητικά. 

 

Διαχρονικά οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονταν για αυτού του είδους τα αδικήματα ήταν, ανάλογα και με την εποχή, σοβαρές (Περικλέους ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 34, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 385, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου (1991) 2 Α.Α.Δ. 5 Prakki,Archimides  και  xxx Yiangou Antoniades  And Another  vThe  Police  (1964) C.L.R. 139) ενώ στην κατάλληλη περίπτωση είχε επιβληθεί και ποινή φυλάκισης (Παναγιώτου).»

 

Στην Γεωργίου (ανωτέρω), ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί κατηγορίες κατοχής και χρήσης ενός δικτύου και μίας ηχοπαραγωγικής συσκευής και κατοχής τριών αγρίων πτηνών. Στις κατηγορίες που αφορούσαν στην κατοχή του δικτύου και της συσκευής επιβλήθηκαν πρωτόδικα χρηματικές ποινές €100 σε έκαστην κατηγορία, ενώ στην κατηγορία της κατοχής αγρίων πτηνών επιβλήθηκε χρηματική ποινή €75. Δεν επιβλήθηκαν ποινές στις κατηγορίες που αφορούσαν στη χρήση των απαγορευμένων μέσων σύλληψης.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού ανέφερε τα ανωτέρω, έκρινε ότι οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές δεν ανταποκρίνονταν στη σοβαρότητα των αδικημάτων και δεν εξυπηρετούσαν τον σκοπό της γενικής αποτροπής και αύξησε την ποινή των €75 στα €600 και επέβαλε πρόστιμο €400 σε έκαστην κατηγορία αναφορικά με την χρήση των απαγορευμένων μέσων σύλληψης, με αποτέλεσμα η συνολική χρηματική ποινή να αυξηθεί στα €1.600.

 

Αναφορικά δε, με τη μη επιβολή από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινής για τα αδικήματα της χρήσης του δικτύου και της ηχοπαραγωγικής συσκευής, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι «Ποινές θα άρμοζε να επιβληθούν στις κατηγορίες της χρήσης του δικτύου και της ηχοπαραγωγικής συσκευής, εφόσον η χρήση είναι σοβαρότερο αδίκημα από την απλή κατοχή τους την οποία και προϋποθέτει.»

 

Σε ότι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην υπό κρίση περίπτωση, ο Κατηγορούμενος είχε στη κατοχή του και χρησιμοποίησε 1 ηχοπαραγωγική συσκευή με μιμητικές φωνές άγριων πτηνών και 2 δίκτυα. Όταν μάλιστα εντοπίστηκε από τον ΜΚ1 να κατεβάζει τα δίχτυα και ενώ του ζητήθηκε να περιμένει έτρεξε στο αυτοκίνητο του και έφυγε σε μία εμφανή προσπάθεια να απεκδυθεί των ευθυνών του.

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου έχω λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στο περιεχόμενο της οποίας έγινε αναφορά ανωτέρω. Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο ζήτημα των ποινών που αρμόζουν, υπό τις περιστάσεις, για τον Κατηγορούμενο.

 

Εξισορροπώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών και τις συνθήκες διάπραξης αφενός, με τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη αφετέρου, κρίνω ότι εντοπίζονται, στην προκειμένη περίπτωση, τέτοιοι παράγοντες οι οποίοι επενεργούν αποτρεπτικά σε σχέση με το ενδεχόμενο επιβολής στον Κατηγορούμενο ποινής στερητικής της ελευθερίας του.

 

Κατέληξα, δηλαδή, ότι, υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης και χωρίς να παραγνωρίζεται σε καμία περίπτωση η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία είναι δεδομένη, η παρούσα υπόθεση εκφεύγει του πλαισίου όπου η επιβολή ποινής φυλάκισης θα ήταν η ενδεδειγμένη ποινή και δικαιολογείται, στην προκειμένη περίπτωση, η επιβολή χρηματικών ποινών στον Κατηγορούμενο, οι οποίες να αντικατοπτρίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε.

 

Κατά συνέπεια και διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινές ως ακολούθως:

 

·         Χρηματική ποινή ύψους €400 στην 1η κατηγορία.

·         Χρηματική ποινή ύψους €800 στην 2η κατηγορία.

·         Χρηματική ποινή ύψους €400 στην 3η κατηγορία.

·         Χρηματική ποινή ύψους €800 στην 4η κατηγορία.

 

Τα τεκμήρια, ήτοι η ηχοπαραγωγική συσκευή και δίχτυα να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

(Υπ. )….……………………

 

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο